Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αποστόλου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14296/15, 28/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14296/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και
- ΧΧΧΧΧΧΧΧΧ Αποστόλου
- ΧΧΧΧΧΧΧ Φραντζίδης
- ΧΧΧΧΧΧΧ Αμβροσίου Ημερομηνία: 28 Νοεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού με κα Έλενα Σιαηλή και κα Κάλια Περεγγάρη Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Χρήστος Χατζηλοϊζου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες, δηλαδή τις κατηγορίες 1, 10 και
- Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα« Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και άρθρα 2, 3, ΠΡΩΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ Μέρος Ι,ΙΙ 6
(1)
(2), 24, 30, 31, 31Α και ΤΡΙΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 11 Δεκεμβρίου του 2013 στη Λεμεσό συνωμότησε με άλλα άτομα να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου, Τάξεως Α. Η 10η κατηγορία αφορά « Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, ΠΡΩΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ Μέρος Ι, 6
(1)
(2), 24, 30, 31, 31Α και ΤΡΙΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος, κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α, δηλαδή 51.7051 γραμμάρια κοκαΐνης, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Η 11η κατηγορία αφορά «Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α με σκοπό την προμήθειά του σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, ΠΡΩΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ Μέρος Ι, 6
(1)
(3), 30, 30Α, 31 και ΤΡΙΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α, δηλαδή 51.7051 γραμμάρια κοκαΐνης με σκοπό να προμηθεύσει αυτό σε άλλα πρόσωπα. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton ν. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας ν. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. NOMIKH ΠTYXH Ως προς την κατηγορία της συνωμοσίας, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 134, το αδίκημα της συνωμοσίας του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα «συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Mulcany v. R. [1868] L.R. 34 H.L. 328, O' Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold, ανωτέρω, σελ. 2035 παραγρ. 28-4.». Η συμφωνία αποτελεί το actus reus και η πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης την ένοχη σκέψη mens rea. Και τα δύο στοιχεία είναι απαραίτητα για τη διάπραξη του αδικήματος. Η συμφωνία σπανίως αποδεικνύεται μέσω άμεσης μαρτυρίας, αλλά συνήθως με την εξαγωγή ευλόγων συμπερασμάτων από τη συντονισμένη δράση, είτε αυτή συνίσταται σε πράξεις, είτε σε δηλώσεις των κατηγορουμένων. Επισημαίνεται ότι το αδίκημα δεν συνίσταται στη συντονισμένη δράση, αλλά στην εξυπακουόμενη προηγούμενη συμφωνία και η συντονισμένη δράση συνιστά μαρτυρία για το αδίκημα της συνωμοσίας (Βλ. Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 633). Ως προς την κατηγορία της κατοχής, πολύ διαφωτιστική είναι η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Elena Hiscock ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 183/ 2015 ημερ. 19/10/2017, στην οποία αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: «Ούτε και η γνώση μπορούσε να ταυτιστεί με κατοχή. Το γεγονός και μόνο πως ένας κατηγορούμενος γνωρίζει ότι κάποιο άλλο πρόσωπο κατέχει ναρκωτικά στο υποστατικό όπου διαμένουν μαζί ή στο όχημα όπου διακινούνται, δεν είναι αρκετό για να στοιχειοθετήσει κατοχή από τον ίδιο. Σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει, περιπλέον της γνώσης, ότι υφίσταται «κοινή κατοχή» («joint possession»). Κοινή δε, θεωρείται η κατοχή όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα ασκούν, έκαστος, κάποιο βαθμό ελέγχου επί των ναρκωτικών (R v. Irala-Prevost [1965] Crim. L.R. 606). Ως προς την έννοια του ελέγχου, στην R. v. Searle [1971] Crim. L.R. 592, τέθηκε ως κριτήριο η στοιχειοθέτηση «κοινής παρακαταθήκης» («common pool») εκ της οποίας κάθε κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να προβεί σε ανάληψη κατά βούληση (βλ. Σίφουνας ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 91). Στην υπόθεση R v. Strong
(1989)86
(10)L.S.G. 41, ελέχθη ότι θα πρέπει να καταδεικνύεται ότι κάθε κατηγορούμενος είχε λόγο για το χειρισμό των ναρκωτικών. Η κοινή κατοχή υπό την παραπάνω έννοια καθιστά κάθε συμμετέχοντα σ΄αυτή (πρωτογενώς) αυτουργό (principal offender) και όλους μαζί συναυτουργούς (joint principals). Υπάρχει, όμως και η περίπτωση που ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί δευτερογενώς ως κάτοχος, υπό την έννοια της παροχής συνδρομής ή παρακίνησης (aiding and abetting). Η διάκριση εξηγείται στον Blackstone's Criminal Practice, 2016, B19.26, όπου για τη δεύτερη αυτή περίπτωση αναφέρονται τα εξής: «The second situation is where D aids and abets another to be in possession of a controlled drug. In this situation, there must be some evidence of assistance, or encouragement, or some element of control.» (Για την ίδια διάκριση βλ., επίσης, Searle, ανωτ. και R v. Downes [1984] Crim. L.R. 552). Έχει δε διευκρινιστεί ότι η ανοχή ή η συγκατάθεση (acquiescence) ενός συγκατοίκου δεν συνιστά, αφ΄ εαυτής, παροχή βοήθειας ή υποκίνηση. Απαιτείται περαιτέρω μαρτυρία που να στοιχειοθετεί, τουλάχιστον, ενθάρρυνση (R v. Conway and Burkes [1994] Crim. L.R. 887). ...................................................................................................................................................................................................................................................... Ως προς την έννοια του ελέγχου σε τέτοιες περιπτώσεις, χαρακτηριστική είναι η υπόθεση R v. Kousar [2009] EWCA Crim 139, στην οποία ευστόχως μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της εφεσείουσας. Στην υπόθεση εκείνη είχε ανευρεθεί στη σοφίτα της οικογενειακής οικίας μεγάλος αριθμός πλαστών προϊόντων (απομιμήσεις) τα οποία εμπορευόταν ο σύζυγος. Η σύζυγος κατηγορήθηκε για κοινή κατοχή με το σύζυγό της, ως αυτουργός (principal) και όχι υπό την έννοια της παροχής βοήθειας κτλ. Ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι αυτή γνώριζε την ύπαρξη των προϊόντων στο σπίτι, ότι συνεργάστηκε και επέτρεψε να βρίσκονται εκεί, εφόσον κατελάμβαναν μεγάλο μέρος της αποθήκης, και ότι είχε τη δυνατότητα να ασκήσει έλεγχο σε σχέση με τα προϊόντα που βρίσκονταν στο σπίτι όπου ζούσε, υπό την έννοια ότι θα μπορούσε να απαιτήσει την απομάκρυνσή τους ή και να τα απομακρύνει η ίδια. Το Εφετείο, όπου κατέληξε η υπόθεση, εξέτασε την περίπτωση και υπό το πρίσμα της συνήθους οικογενειακής κατάστασης, θέτοντας το ερώτημα κατά πόσο ο/η σύζυγος μπορεί να θεωρηθεί ότι τελεί σε κοινή κατοχή των αντικειμένων μέσα στο σπίτι, τα οποία αποτελούν περιουσία του άλλου συζύγου. Επί αυτού ελέχθησαν τα εξής: «Permission may be something more than an acquiescence but even then is not in our judgment sufficient to render the permittor a person in possession of the goods. In the field of drugs offences there is a specific offence of permitting premises to be used for certain activities[2] but there is no equivalent in the legislation with which we are concerned. A finding of being able to exercise a measure of control, which is the basis upon which this issue was in due course left to the jury, is not the same as a finding that she did exercise control.» Από την άλλη, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Δημοκρατίας μας παρέπεμψε στην R v. Skye Case [2015] EWCA Crim 2080, υποδεικνύοντας ότι εκεί ελέχθη πως η παραπάνω διατύπωση στην Kousar ότι ακόμα και η παροχή άδειας (permission) δεν επαρκεί, δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως αρχή γενικής εφαρμογής και πως όλα εξαρτώνται από τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Ασφαλώς και κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων. Ακριβώς δε, η παραπάνω επιφύλαξη που διατυπώθηκε στην Skye Case ήταν το αποτέλεσμα εισήγησης ότι είχε εφαρμογή η Kousar στην υπόθεση εκείνη, όπου όμως τα γεγονότα ήταν ουσιωδώς διαφορετικά. Όσα λέχθηκαν, συνεπώς, στη Skye Case δεν είχαν την έννοια της ανατροπής ή έστω της αμφισβήτησης των όσων αποφασίστηκαν στην Kousar, υπό το φως των δικών της περιστάσεων. Ως προς την κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια, έχοντας υπ΄ όψη ότι υπερβαίνει τα δέκα γραμμάρια, και που δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ότι υπήρχε ο σκοπός της προμήθειας, δεν σημαίνει ότι μετατίθεται το βάρος απόδειξης στους ώμους του κατηγορουμένου, αλλά του δίνεται η ευκαιρία να δημιουργήσει εύλογη αμφιβολία ( βλ. ενδεικτικά ΑΝΤΩΝΑΚΗΣ ΣΑΒΒΑ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ 2011 2 Α.Α.Δ. ΣΕΛ 432 και ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΣΜΑΣ ΚΟΥΚΟΣ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ 125/2010 ΗΜΕΡ. 20/2/2012 όπου γίνεται και περαιτέρω αναφορά σε σχετική επί του θέματος νομολογία ). ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459). Συνεπώς, ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης, ήτοι ο Μ.Κ. 1 θα κριθεί κάτω και από αυτό το πέπλο.΄ Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ ν. OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)» Ο Μ.Κ. 11 που προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα ως εμπειρογνώμονας, αυτός επιτελεί ένα ιδιαίτερα βαρύνοντα ρόλο, καθ΄ ότι καλείται στο Δικαστήριο για να διαφωτίσει με τις γνώσεις και τις εμπειρίες του και την επιστημονική του κατάρτιση, εκείνα τα γεγονότα που χρήζουν εξειδικευμένης ανάλυσης και επεξήγησης. Οι υποχρεώσεις των εμπερογνωμόνων μαρτύρων τέθηκαν και στην υπόθεση CYBARCO LTD V. SILVIA KOVASCIK
(2001)1Γ Α.Α.Δ. σελ. 2013 στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: «Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία(Anastassiades v.Republic
(1977)2 C.L.R.97,Kouppis v.Republic
(1977)2 C.L.R.361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308).» Στην υπόθεση ΚΩΣΤΑ ΝΕΑΡΧΟΥ ν. ΣΑΒΒΑ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ 2003 1 Α.Α.Δ. ελ 351 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Είναι γνωστό πως ο δικαστής δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας. Εξειδικευμένα επίδικα θέματα, χρήζουν μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων την οποία, δέχεται το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει, ύστερα από αξιολόγηση, στο δικό του συμπέρασμα. Συχνά, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που καταθέτουν για το ίδιο θέμα, παρουσιάζει αντιθέσεις, μικρές μέχρι και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό συμβαίνει και σε υποθέσεις όπως η παρούσα όπου οι μάρτυρες είναι ιατροί και κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη (βλ. Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ακολουθεί πως το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις.» Στην απόφαση Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. ν. ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολιτική Έφεση 386/2010 ημερ. 15/11/2016, λέχθησαν τα ακόλουθα: «Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα, όπως έχει επιβεβαιωθεί και στην Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298, είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα στα ενώπιον του υπό κρίση δεδομένα, (δέστε και Cybarco Ltd v. Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013).» Στην πρόσφατη επίσης απόφαση Ανδρέα Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 162/2014, ημερομηνίας 2/5/2017, λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v. Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v. Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v. Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162). Είναι προφανές ότι, το κατά πόσον ένας μάρτυρας θεωρείται ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι ένας πραγματογνώμονας μάρτυρας, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες, δικαιούται να πει στο Δικαστήριο τη γνώμη, την κρίση, τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του, αφού, βεβαίως, παραθέσει το υπόβαθρο στο οποίο βασίστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Ακόμα, όμως, και πραγματογνώμονας να είναι ένας μάρτυρας, δεν σημαίνει, απαραίτητα, ότι κάθε αναφορά του εμπίπτει στον τομέα της πραγματογνωμοσύνης του (Δέστε R v Allad
(2014)EWCA Crim 421 και R v. Foulger
(2012)EWCA Crim 1516). Στην υπόθεση Allad (ανωτέρω), το Αγγλικόν Εφετείο, Ποινικό Τμήμα, ακύρωσε την καταδίκη των Εφεσειόντων επειδή, πρωτοδίκως, είχε επιτραπεί μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία δεν θα έπρεπε να είχε επιτραπεί και η οποία ήταν ουσιαστική για την έκβαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση εκείνη είχε επιτραπεί μαρτυρία γνώμης και συμπερασμάτων, και ο μάρτυρας δεν είχε περιοριστεί στα πρωτογενή γεγονότα, ενώ δεν ήταν πραγματογνώμονας............................................................................................Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι του Δικαστηρίου, και ειδικά, να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση.» Ως προς την ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου, αυτό αποτελεί αναφαίερτο δικαίωμα του. Ως προς την αξιολόγηση αυτής, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Eυθυμίου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/2018, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Ως προς την αξία της ανώμοτης δήλωσης σχετική είναι η υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, όπου στη σελ. 24 αναφέρονται τα εξής: «Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Στην υπόθεση Α. Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 91/2014, ημερ. 22/6/2016 έγινε εκτενής ανάλυση των αρχών που διέπουν τον τρόπο προσέγγισης ανώμοτης δήλωσης από το Δικαστήριο. Αναφέρθηκε ότι: «....δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. To Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς την αθωότητά του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E). Τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες χώρες του κοινοδικαίου, το δικαίωμα του κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατά καιρούς προβλημάτισε τα Δικαστήρια. Γι' αυτό στην Αγγλία το συγκεκριμένο δικαίωμα καταργήθηκε με το άρθρο 72 του Criminal Justice Act 1982, εφόσον θεωρήθηκε ότι δημιουργούσε πολύ περισσότερα προβλήματα παρά οφέλη στον κατηγορούμενο και πέραν τούτου, ελάχιστα εξυπηρετούσε τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Mills and Others v. The Queen [1995] 1 WLR 511). Στην Κύπρο όμως ακόμη δεν καταργήθηκε το δικαίωμα, αν και ωρίμασε ο καιρός, γι' αυτό θα πρέπει να συνοψίσουμε τη νομολογία ώστε να εξετάσουμε στη συνέχεια τον λόγο έφεσης. Για να γίνουν πιο κατανοητές οι νομολογιακές απαιτήσεις, θα πρέπει να υπομνήσουμε ότι στην Αγγλία, όταν ίσχυε ακόμα το δικαίωμα, οι ένορκοι και όχι ο Δικαστής ήταν οι κριτές μιας ανώμοτης δήλωσης και αυτοί έφεραν το βάρος για να αποφασίσουν ποια βαρύτητα θα της έδιναν. Επειδή όμως οι ένορκοι είναι άνθρωποι της καθημερινότητας, χωρίς νομική παιδεία, καθοδηγούνταν από το Δικαστή που εκδίκαζε την υπόθεση. Γι' αυτό, όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση μιας ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Οι ένορκοι, στην περίπτωση της Αγγλίας, όταν ακόμα ίσχυε το δικαίωμα, και στην Κύπρο ο Δικαστής, μπορεί να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι μαρτυρία υπό την έννοια ότι δεν έχει ελεγχθεί με αντεξέταση[2]. Απ' εκεί και πέρα, μπορεί να λεχθεί στους ενόρκους ότι είναι ελεύθεροι να δώσουν στην ανώμοτη δήλωση εκείνη τη βαρύτητα που οι ίδιοι θεωρούν ότι αρμόζει στις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Απόδειξη, Γ.Κακογιάννη, 1983, σελ. 253 και Phipson on Evidence, 15th Ed., p. 235). Όμως, η ειδοποιός διαφορά είναι ότι οι ένορκοι δεν έχουν υποχρέωση να δώσουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την όποια επιλογή τους, σε αντίθεση με το Δικαστή ο οποίος αισθάνεται ότι θα πρέπει τουλάχιστο να εξηγήσει τη βαρύτητα που τελικά θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση για σκοπούς καλύτερης αιτιολόγησης της απόφασής του. Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα και παράπονα των κατηγορουμένων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι δηλαδή ο Δικαστής υπερέβη τα όρια και εξέτασε την ανώμοτη δήλωση ως να ήταν μαρτυρία. Όμως εάν ο Δικαστής ενεργούσε όπως οι ένορκοι και δεν έδιδε οποιαδήποτε αιτιολογία, ενδεχομένως να διατυπώνετο άλλη μομφή εναντίον της απόφασής του, όπως έγινε στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397. Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim. L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στη συνέχεια αυτούσιες στην πρόσφατη υπόθεση Ονησίφορος Κόλιας ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2018:B236, Ποιν. Έφ. 106/2015, 126/2015 και 127/2015, ημερ. 17/5/2018.΄΄ Το περιεχόμενο της κατάθεσης ενός κατηγορουμένου, δεν είναι αποδεκτό για να αποδείξει την ενοχή ενός συγκατηγορουμένου και επί αυτού του θέματος υπάρχει πλούσια και πάγια Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Eνδεικτικά και όχι περιοριστικά, το Δικαστήριο παραπέμπει στην απόφαση Γεώργιος Νεάρχου ν. Αστυνομίας, 1996 2 ΑΑΔ σελ. 38 και στην πρόσφατη απόφαση Άθως Χαραλάμπους κ.α. ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 96/2016 ημερομηνίας 28/11/2017. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στην παρούσα περίπτωση η κατηγορούσα αρχή προσπάθησε με περιστατική μαρτυρία να διασυνδέσει τον κατηγορούμενο 3 με τα υπό εξέταση αδικήματα στην βάση περιστατικής μαρτυρίας και ιδίως στην βάση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, αλλά και στην βάση της υπόλοιπης μαρτυρίας όπως έχει γίνει ειδική εισήγηση. Ως προς τον τρόπο αντίκρυσης της περιστατικής μαρτυρίας σχετική είναι η υπόθεση Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, όπου επιβεβαιώθηκε η σπουδαιότητα της, που τείνει να αποδείξει την ενοχή ενός κατηγορουμένου, πολλές φορές αποκλείοντας και το ανθρώπινο λάθος, αφού εδράζεται σε συμπερασματική στοιχειοθέτηση ενός γεγονότος. H περιστατική μαρτυρία πρέπει να οδηγεί όχι μόνο σε εκδοχή συμβατή με την ενοχή ενός κατηγορουμένου, αλλά επίσης να αποκλείει οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα παρά ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα. Με γνώμονα και οδοδείκτη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, το Δικαστήριο παραθέτει την μαρτυρία ενός εκάστου μάρτυρα και θα προβαίνει ξεχωριστά στην αξιολόγηση ενός εκάστου μάρτυρα. O ΜΚ 1 υιοθέτησε την κατάθεσή του, δηλαδή το Τεκμήριο 1, στην οποία κάνει αναφορά στην επιχείρηση που έγινε την επίδικη ημέρα στην επίδικη σκηνή, όπου εντοπίστηκαν 2 άτομα, δηλαδή οι δύο πρώην κατηγορούμενοι, μετά από ανακοπή αυτοκινήτου και ανευρέθησαν οι συγκεκριμένες ποσότητες ναρκωτικών, περιγράφοντας επίσης τις απαντήσεις που έδωσαν αυτά τα άτομα, ως επίσης και την παραλαβή, διακίνηση και παράδοση των τεκμηρίων και των ναρκωτικών ουσιών. Ακολούθησε η διαδικασία άρσης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων και η παραλαβή αυτών, ως επίσης και η λήψη καταθέσεων και εκτύπωση του φωτογραφικού υλικού. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του, κατέθεσε τον κατάλογο τεκμηρίων, το φωτογραφικό υλικό, τα τεκμήρια που παραλήφθηκαν στη σκηνή, όπως π.χ. ναρκωτικές ουσίες και συσκευασίες που ήταν σε αυτές οι ναρκωτικές ουσίες, τα παρειακά επιχρίσματα άλλων ατόμων, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 3 ως το άτομο από το οποίο έλαβε, με τη συγκατάθεσή του, τα παρειακά του επιχρίσματα, τα οποία και κατατέθηκαν ως τεκμήριο. Κατέθεσε επίσης και ένα τιμολόγιο, δηλαδή το Τεκμήριο 10 και ως Τεκμήριο 12 μια δήλωση άλλου ατόμου, δηλαδή του πρώην κατηγορουμένου
- Επίσης κατέθεσε ως τεκμήρια τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα που λήφθηκαν στην παρούσα υπόθεση. Διευκρίνισε ότι είναι ο ανακριτής της υπόθεσης, περιέγραψε τι απεικονίζει το φωτογραφικό υλικό που συλλέχθηκε στην παρούσα υπόθεση, έδωσε τη δική του εκτίμηση ως ανακριτής για την εμπλοκή του κατηγορουμένου 3 με βάση το μαρτυρικό υλικό και για ποιον λόγο αυτό συλλέχθηκε. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 18, 19 και 20 ανακριτικές καταθέσεις των άλλων κατηγορουμένων. Αντεξεταζόμενος έδωσε τις δικές του τοποθετήσεις ως προς τις ενέργειες που είχε προβεί ως ανακριτής και τι περιήλθε στην αντίληψή του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του από απόψεως ανακριτικού υλικού. Ο μάρτυρας αυτός άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ως ανακριτής και το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ήταν αντικειμενικός, ανεξάρτητος, αμερόληπτος και αποκάλυπτε την πηγή της γνώσης του και το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το μεμπτό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του μάρτυρα ως ανακριτή, είτε κατά τη διά ζώσης του μαρτυρία. Το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δεσμεύεται από την ερμηνεία που έδωσε ο μάρτυρας αναφορικά με την εμπλοκή του κατηγορουμένου 3 με βάση το μαρτυρικό υλικό, λόγω του ότι το Δικαστήριο θα το αξιολογήσει. Οι καταθέσεις των συγκατηγορουμένων δεν έχουν οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα με βάση το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, πέραν του ότι δεν κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Τεκμήριο 10 δεν προσφέρει οτιδήποτε στην παρούσα υπόθεση. Το Τεκμήριο 12 κάνει απλώς αναφορά για δανεικά που έδωσε ο κατηγορούμενος 3 στον κατηγορούμενο 1, που αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η συνομωσία, η κατοχή των ναρκωτικών και η κατοχή με σκοπό την προμήθεια ως η νομική ανάλυση που προηγήθηκε. Ως προς τις αναφορές του για τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα θα γίνει αναφορά και αξιολόγηση πιο κάτω στους μάρτυρες που έδωσαν ειδική μαρτυρία επί αυτού του θέματος. Ο ΜΚ 2 ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε την κατάθεσή του, δηλαδή το Τεκμήριο 21, στην οποία κάνει αναφορά στην παραλαβή, διακίνηση και παράδοση συγκεκριμένων τεκμηρίων που κατατέθηκαν ήδη στο Δικαστήριο. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε. Το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του ΜΚ 2, όχι μόνο επειδή δεν αντεξετάστηκε, αλλά και επειδή η μαρτυρία του ήταν τυπική στη διακίνηση των τεκμηρίων, το νομότυπο της οποίας δεν έχει αμφισβητηθεί. Ο ΜΚ 3 υιοθέτησε την κατάθεσή του, δηλαδή το Τεκμήριο 22, στην οποία κάνει αναφορά ότι συνέλαβε τον κατηγορούμενο 3 και αφού του επεξήγησε τους λόγους της σύλληψής του και του επέστησε την προσοχή του στον νόμο, ο κατηγορούμενος 3 δεν έδωσε οποιανδήποτε απάντηση. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε. Το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του ΜΚ 3, όχι μόνο επειδή δεν αντεξετάστηκε, αλλά και επειδή η μαρτυρία του ήταν τυπική ως προς το ζήτημα της σύλληψης του κατηγορουμένου 3, η νομιμότητα της οποίας δεν έχει αμφισβητηθεί. Η ΜΚ 4 ως μέρος της κυρίως εξέτασής της υιοθέτησε την κατάθεσή της, δηλαδή το Τεκμήριο 23, στην οποία κάνει αναφορά στην παραλαβή, διακίνηση και παράδοση των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Η μάρτυρας αυτή δεν αντεξετάστηκε. Το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία της ΜΚ 4, όχι μόνο επειδή δεν αντεξετάστηκε, αλλά και επειδή η μαρτυρία της ήταν τυπική στη διακίνηση των τεκμηρίων, το νομότυπο της οποίας δεν έχει αμφισβητηθεί. Ο ΜΚ 5 ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε την κατάθεσή του, δηλαδή το Τεκμήριο 24, στην οποία αναφέρει ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 3, την οποία και κατέθεσε ως Τεκμήριο 25, ως επίσης κατέθεσε ως Τεκμήριο 26 την ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από άλλον συγκατηγορούμενο. Αναγνώρισε επίσης τον κατηγορούμενο στο εδώλιο. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε. Το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του ΜΚ 5, όχι μόνο επειδή δεν αντεξετάστηκε, αλλά και λόγω του ότι η εμπλοκή του ήταν καθαρά τυπική στη λήψη καταθέσεων. Το Τεκμήριο 26 που αφορά ανακριτική κατάθεση άλλου συγκατηγορούμενου, δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα με βάση το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, πέραν βεβαίως του ότι δεν έδωσε προφορική μαρτυρία το εν λόγω άτομο. Ο ΜΚ 6 ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε την κατάθεσή του, δηλαδή το Τεκμήριο 27, στην οποία κάνει αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ανακόπηκαν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 και ανευρέθηκαν οι ναρκωτικές ουσίες και τα υπόλοιπα τεκμήρια, καθώς επίσης και στις απαντήσεις που έδωσαν οι κατηγορούμενοι. Ακολούθησε επίσης σύλληψη τρίτου ατόμου που δεν είναι κατηγορούμενος στην παρούσα διαδικασία, ως επίσης και έρευνα στην οικία άλλου κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του ανέλυσε και περιέγραψε το φωτογραφικό υλικό, τη σκηνή που έγινε η ανακοπή, το αυτοκίνητο που ανακόπηκε και τα ανευρεθέντα τεκμήρια. Στη σύντομη αντεξέτασή του έδωσε κάποιες διευκρινίσεις ως προς τα τεκμήρια που ανευρέθηκαν στη σκηνή, ιδίως τις ναρκωτικές ουσίες. Το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του ΜΚ 6, καθότι το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο στην εμπλοκή του, αλλά και στη διά ζώσης μαρτυρία του, διότι η εμπλοκή του μάρτυρα αφορούσε τους άλλους δύο κατηγορούμενους και ένα άλλο άτομο και γενικά δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οτιδήποτε το μεμπτό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του μάρτυρα, είτε στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Ο ΜΚ 7 ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε την κατάθεσή του, δηλαδή το Τεκμήριο 28, στην οποία κάνει και αυτός με τη σειρά του αναφορά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ανακόπηκε το όχημα όπου επέβαιναν οι δύο πρώην κατηγορούμενοι και ανευρέθηκαν συγκεκριμένες ναρκωτικές ουσίες και τα λοιπά τεκμήρια, κάνοντας επίσης αναφορά στις απαντήσεις που έδωσαν τα εν λόγω άτομα. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του ανέλυσε και επεξήγησε το φωτογραφικό υλικό, την επίδικη σκηνή, το αυτοκίνητο που ανακόπηκε και τα τεκμήρια που ανευρέθηκαν και παραλήφθησαν. Στη σύντομη αντεξέτασή του έδωσε διευκρινίσεις ως προς τις ενέργειες που είχε προβεί την επίδικη ημέρα στην επίδικη σκηνή και ότι δεν είχε οπτική ή ακουστική επαφή με τη σκηνή. Και αυτός ο μάρτυρας άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, διότι το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του μάρτυρα αυτού, είτε στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και η εμπλοκή του αφορούσε αποκλειστικά άλλα άτομα και δεν υπάρχει οτιδήποτε το επιλήψιμο στο γεγονός ότι δεν είχε οπτική ή ακουστική επαφή με τη σκηνή, αφού ο μάρτυρας άκουγε τα σχετικά από τους συναδέλφους του μέσω ασυρμάτου. Ο ΜΚ 8, ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε την κατάθεσή του, δηλαδή το Τεκμήριο 29, η οποία μαρτυρία του κινείτο στα ίδια πλαίσια με αυτήν του ΜΚ 7 και το ίδιο και η αντεξέταση που υποβλήθηκε και συνεπώς για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας αυτού του μάρτυρα ισχύουν τα ίδια με τα όσα αξιολογήθηκαν στη μαρτυρία του ΜΚ
- Ο ΜΚ 9 ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε την κατάθεσή του, δηλαδή το Τεκμήριο 30, στην οποία κάνει αναφορά στη διακίνηση τεκμηρίων και στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του δεν αναγνώρισε το Τεκμήριο
- Ο Μ.Κ. 9 δεν αντεξετάστηκε. Το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του ΜΚ 9, όχι μόνο επειδή δεν αντεξετάστηκε, αλλά και επειδή ο μάρτυρας στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ήταν ειλικρινής που δεν μπορούσε vα αναγνωρίσει το Τεκμήριο 12 και εν πάση περιπτώσει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12 έχει ήδη αξιολογηθεί ανωτέρω. Ο ΜΚ 10 ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε την κατάθεσή του, δηλαδή το Τεκμήριο 31, η οποία είχε ως επίκεντρο κυρίως το Τεκμήριο 12, όπως ακριβώς συνέβη και με τον ΜΚ 9, ο οποίος επίσης δεν αντεξετάστηκε. Ο μάρτυρας αυτός επίσης δεν αναγνώρισε το Τεκμήριο 12 και ως προς την αξιολόγησή του ΜΚ 10, ισχύουν τα ίδια με τα όσα αναφέρθηκαν στην αξιολόγηση του ΜΚ
- Ο ΜΚ 11 ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε την έκθεσή του, δηλαδή το Τεκμήριο 32 και που αφορά την επιστημονική‑ δακτυλοσκοπική εξέταση των Τεκμηρίων 4 ως
- Τα προσόντα του μάρτυρα ως εμπειρογνώμονα δεν αμφισβητήθηκαν. Ο Μ.Κ. 11 δεν αντεξετάστηκε. Ο ΜΚ 11 ασφαλέστατα γίνεται αποδεκτός από το Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας, αλλά και ως μάρτυρας, όχι μόνο επειδή δεν αντεξετάστηκε, αλλά και επειδή η μαρτυρία του ήταν επικεντρωμένη στην επιστημονική εξέταση των πιο πάνω τεκμηρίων που επίσης δεν αμφισβητήθηκε. Ο ΜΚ 12 ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε την κατάθεσή του, δηλαδή το Τεκμήριο 12, στην οποία κάνει και αυτός με τη σειρά του αναφορά στη δική του εμπλοκή και γνώση αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η επιχείρηση την επίδικη ημέρα στην επίδικη σκηνή, όπου ανακόπηκε το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν οι δύο πρώην κατηγορούμενοι και εκεί εντοπίστηκαν οι ναρκωτικές ουσίες και τα λοιπά τεκμήρια, με τη διευκρίνιση ότι ο μάρτυρας αυτός έχει εμπλοκή ως προς την αμελή οδήγηση και πρόκληση κακόβουλης ζημιάς εκ μέρους του οδηγού του αυτοκινήτου και ακολούθως ο μάρτυρας τον συνέλαβε, του εξήγησε τους λόγους της σύλληψής του, του επέστησε την προσοχή του στον νόμο και την πληροφόρηση που έκανε ότι θα προχωρούσαν σε έρευνα του οχήματος, λόγω της σχετικής πληροφορίας που είχαν ότι θα γινόταν αγοραπωλησία ναρκωτικών. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του, περιέγραψε και ανέλυσε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3, δηλαδή την επίδικη σκηνή και το αυτοκίνητο που ανακόπηκε και τα ναρκωτικά που ανευρέθηκαν, αφού ήταν παρών κατά την έρευνα. Έδωσε διευκρινίσεις ως προς την ενημέρωση που λάμβανε μέσω ασυρμάτου, αφού δεν είχε οπτική επαφή. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν ήταν παρατηρητής και ότι είχε τον δικό του ρόλο στην παρούσα υπόθεση και ότι είχε οπτική επαφή μόνο στην είσοδο και έξοδο του δρόμου, όχι όμως προς τα αυτοκίνητα, αλλά άκουγε τα λεχθέντα μέσω ασυρμάτου. Το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ο μάρτυρας αυτός είχε εκτελέσει στο ακέραιο τα καθήκοντά του την επίδικη ημέρα και άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και το Δικαστήριο έχει πειστεί για την ειλικρίνεια του μάρτυρα που περιέγραψε την εμπλοκή του στην παρούσα υπόθεση και που αφορούσε τους άλλους δύο κατηγορούμενους και όχι τον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση. Ο ΜΚ 13 ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε την κατάθεσή του, δηλαδή το Τεκμήριο 34, στην οποία κάνει αναφορά στην έρευνα που έγινε στην οικία του κατηγορουμένου, όταν ο ίδιος απουσίαζε και εντός αυτής ήταν η συμβία του και εντός αυτής της οικίας βρέθηκαν διάφορα τεκμήρια που περιέγραψε και που παρέπεμπαν κυρίως σε κάρτες τηλεφώνων και κινητά τηλέφωνα. Η συμβία του κατηγορουμένου 3 έδινε κάποιες απαντήσεις. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του αναγνώρισε το Τεκμήριο 10 και περιέγραψε την οικία όπου έγινε η έρευνα. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι οι ενέργειες που είχε κάνει καταγράφονται στην κατάθεσή του και ότι παρέδωσε τα τεκμήρια στον εξεταστή της υπόθεσης για συνέχιση των εξετάσεων. Το Δικαστήριο αποδέχεται ότι ο μάρτυρας αυτός εκτέλεσε στο ακέραιο τα καθήκοντά του και δεν έχει εντοπιστεί οτιδήποτε το επιλήψιμο κατά τη διάρκεια της έρευνας στην οικία του κατηγορουμένου 3, ούτε εντοπίστηκε οτιδήποτε το επιλήψιμο στη μαρτυρία του κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και η μαρτυρία αυτού του μάρτυρα δεν προσθέτει οτιδήποτε προς απόδειξη των κατηγοριών. Ο ΜΚ 14 ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε την κατάθεσή του, δηλαδή το Τεκμήριο 35, όπου και αυτός με τη σειρά του κάνει αναφορά στα καθήκοντά του ως παρατηρητή στην επίδικη σκηνή την επίδικη ημέρα και την ενημέρωση που προέβαινε ο ίδιος μέσω ασυρμάτου για τις κινήσεις που διαπίστωνε, όπου σε κάποιο στάδιο διαπίστωσε ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου, όταν αντιλήφθηκε την παρουσία της Αστυνομίας, προσπάθησε να διαφύγει, όμως ανακόπηκε, αφού προηγουμένως κτύπησε σε περίφραξη παρακείμενης οικίας. Αφού ακινητοποιήθηκε το όχημα, ο μάρτυρας έφυγε από το μέρος. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του έδωσε περιγραφή των καθηκόντων του ως παρατηρητή, τις θέσεις που βρισκόταν, του οπτικού πεδίου που είχε και την ενημέρωση που γινόταν, για τις κινήσεις που γίνονταν στο μέρος το οποίο έχει περιγράψει, κάνοντας εν μέρει παραπομπή στο φωτογραφικό υλικό που είχε περιγράψει και αναλύσει. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η όλη εμπλοκή του καταγράφεται στην κατάθεσή του και επανέλαβε τις θέσεις του ως προς τα καθήκοντά του ως παρατηρητή και τι είχε αντιληφθεί κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του στην τοποθεσία όπου βρισκόταν και τα μέσα που χρησιμοποίησε. Το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι ο μάρτυρας αυτός έχει εκτελέσει και αυτός με τη σειρά του στο ακέραιο τα καθήκοντά του ως παρατηρητή και το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο στη μαρτυρία του κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση, αλλά απεναντίας ήταν σταθερός και δεν δίσταζε να αναφέρει αν κάτι δεν είχε αντιληφθεί. Υπήρξε ανεξάρτητος, αντικειμενικός, αμερόληπτος και ειλικρινής. Έπεισε το Δικαστήριο για την ορθότητα εκτέλεσης των καθηκόντων του και ότι ήταν παρατηρητής με τη χρήση κιαλιών και εξιστόρησε τι πραγματικά είδε. Δεν προσθέτει όμως η μαρτυρία του οτιδήποτε προς απόδειξη των συστατικών στοιχείων των υπό εξέταση αδικημάτων. Η ΜΚ 15 στην κυρίως εξέτασή της αναγνώρισε ως δικό της και υιοθέτησε το Τεκμήριο 15, που είναι δικό της σχεδιαγράφημα, πάνω στο οποίο μετέφερε τα δεδομένα που υπήρχαν στα Τεκμήρια 16 και 17, που είναι τηλεπικοινωνιακά δεδομένα που εξασφαλίστηκαν από συγκεκριμένους παροχείς μετά από την έκδοση σχετικών διαταγμάτων. Αναγνώρισε επίσης τα Τεκμήρια 39 και 40, τους πίνακες τηλεπικοινωνιακών δεδομένων που ετοίμασε η ίδια για υποβοήθηση του ανακριτικού έργου, περιγράφοντας τη διαδικασία που ακολούθησε για να συντάξει τα πιο πάνω τεκμήρια, περιγράφοντας ταυτόχρονα το περιεχόμενο αυτών και που αφορά τηλεφωνικές κλήσεις από και προς τον κατηγορούμενο 3, από και προς άλλα άτομα, δηλαδή τον κατηγορούμενο 1 και ένα άλλο άτομο, τις οποίες ανέλυσε και περιέγραψε. Αντεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι εργάστηκε με τα δεδομένα που της έδωσε ο ανακριτής της υπόθεσης και συνεπώς δεν γνωρίζει προσωπικά σε ποιους ανήκαν τα τηλέφωνα που φέρονταν να ανήκουν στους κατηγορούμενους 1 και 3 και σε ένα άλλο άτομο και κατά πόσο ήταν τηλέφωνα so easy και κατά πόσο αυτά τα τηλέφωνα κατέχονταν από ποιον, παραπέμποντας ουσιαστικά στον ανακριτή της υπόθεσης και τους παροχείς υπηρεσιών τηλεπικοινωνίας. Το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι η μάρτυρας αυτή εκτέλεσε και αυτή στο ακέραιο τα καθήκοντά της, αλλά και στη μαρτυρία της κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το μεμπτό και έπεισε το Δικαστήριο για την ανεξαρτησία, αντικειμενικότητα και αμεροληψία της. Η μάρτυρας ήταν επεξηγηματική και λεπτομερής και αποκάλυπτε την πηγή της γνώση της ως προς την προέλευση των στοιχείων που έλαβε υπόψη της και επεξεργάστηκε. Μέσα από τη μαρτυρία της διαφαίνεται ότι, κατά την ίδια, υπήρχε τηλεφωνική επικοινωνία την επίδικη ημέρα μεταξύ των κατηγορουμένων 1 και 3 που από μόνη της κρίνεται από το Δικαστήριο ότι δεν είναι ικανή να καταδείξει οποιαδήποτε ένοχη διάνοια, διασύνδεση και εμπλοκή του κατηγορουμένου 3 με τα υπό διερεύνηση αδικήματα και τα συστατικά στοιχεία των υπό εξέταση αδικημάτων, όπως αυτά αναδείχθηκαν πιο πάνω, αφού δεν υπάρχει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ή μαρτυρία που να καταδεικνύει και να αποδεικνύει τη διασύνδεση του κατηγορουμένου 3 με τα υπό εξέταση αδικήματα και έχοντας υπόψη ότι οι καταθέσεις των συγκατηγορούμενων δεν έχουν γίνει αποδεκτές από το Δικαστήριο, με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και ούτε τα Τεκμήρια 10 και 12, με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση που έγινε, διασυνδέουν τον κατηγορούμενο 3 με τα υπό εξέταση αδικήματα. Βεβαίως, μέσα από τη μαρτυρία της ΜΚ 15, αναδείχθηκε ότι δεν υπάρχουν καταχωρημένα στοιχεία που να ταυτοποιούν τους αντίστοιχους αριθμούς τηλεφώνων με τους κατηγορούμενους 1 και 3 και επί αυτού του θέματος γίνεται ειδική αναφορά και αξιολόγηση στις μαρτυρίες των ΜΚ 16 και
- Ο ΜΚ 16 στην κυρίως εξέτασή του αναγνώρισε το Τεκμήριο 16 ως τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα που παρέδωσε στην Αστυνομία κατόπιν δικαστικού διατάγματος, περιγράφοντας τη διαδικασία σύνταξης συμβατικής σχέσης, λέγοντας ότι δεν υπάρχει δυσκολία στο να βρεθούν σε ποιον ανήκουν τα τηλέφωνα. Έδωσε επίσης συγκεκριμένες τεχνικές λεπτομέρειες όπως π.χ. για το πώς γίνεται η καταγραφή των κλήσεων. Αντεξεταζόμενος έδωσε διευκρινίσεις για το πώς λειτουργεί το πρόγραμμα so easy, λέγοντας ότι ο παροχέας δεν μπορεί να γνωρίζει αν ο συνδρομητής χρησιμοποιεί ο ίδιος το τηλέφωνο ή κάποιος άλλος. Ο ΜΚ 16 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και έπεισε το Δικαστήριο για την ακεραιότητα στην εκτέλεση των καθηκόντων του και η αντεξέτασή του, όπως και της ΜΚ 15, περιορίστηκε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις και με βάση τη μαρτυρία αυτού του μάρτυρα δεν αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος 3 ήταν συνδρομητής οποιουδήποτε από τους αριθμούς τηλεφώνων που έγινε επεξεργασία στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, αλλά ακόμα και να αποδεικνυόταν κάτι τέτοιο, δεν υπερφαλαγγίζει το κενό και τα όσα αξιολογήθηκαν πιο πάνω στη μαρτυρία της ΜΚ 15, αλλά και της υπόλοιπης μαρτυρίας για τη μη διασύνδεση του κατηγορουμένου 3 με άλλο στοιχείο ή μαρτυρία αποδεκτή με τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Ο ΜΚ 17 αναγνώρισε το Τεκμήριο 17, που είναι τα αποτελέσματα της αίτησης, του Διατάγματος που εξασφαλίστηκε και που αφορά τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, περιγράφοντας τον τρόπο που έξηξε τα αποτέλεσμα που καταγράφονται στο Τεκμήριο
- Στη σύντομη αντεξέτασή του ανέφερε ότι κατέχει τεχνικές γνώσεις. Η μαρτυρία του ΜΚ 17 γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, διότι το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι και αυτός ο μάρτυρας εκτέλεσε στο ακέραιο και με αντικειμενικότητα τα καθήκοντά του, αλλά και η μαρτυρία του στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και ο τρόπος που έδινε τη μαρτυρία του, έπεισαν το Δικαστήριο για τη φιλαλήθειά του, όπου η αντεξέτασή του ήταν περιορισμένη μόνο στην πιο πάνω απάντηση που έδωσε. Το ίδιο κενό παραμένει και με τη μαρτυρία αυτού του μάρτυρα, όπως συμβαίνει με τις μαρτυρίες των ΜΚ 15 και 16 και της υπόλοιπης μαρτυρίας. Με τη μαρτυρία του ΜΚ 17 η Κατηγορούσα Αρχή έκλεισε την υπόθεσή της και με ενδιάμεση απόφασή του, το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και αφού επεξηγήθηκαν σε αυτόν τα δικαιώματά του, αυτός επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση, στην οποία αναφέρει ότι δεν έχει οποιαδήποτε εμπλοκή στην υπόθεση. Η πλευρά της υπεράσπισης δεν προσκόμισε οποιανδήποτε μαρτυρία. Η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου, με βάση το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι απλώς επαναλαμβάνει τη μη ανάμειξή του στην υπόθεση. Ούτως η άλλως δεν πρέπει να αποδείξει ο κατηγορούμενος την αθωότητά του, αλλά η Κατηγορούσα Αρχή την ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση, αυτό που διαφαίνεται είναι ότι δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο 3 με τα υπό διερεύνηση αδικήματα και την κατοχή των ναρκωτικών ουσιών και επιπρόσθετα δεν υπάρχει μαρτυρία άλλη αποδεκτή με βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές και την αξιολόγηση που έγινε, αφού το Τεκμήριο 10 δεν προσθέτει κάτι, στο τεκμήριο 12 γίνεται απλά μια αναφορά για δανεισμό χρημάτων του κατηγορουμένου 3 στον κατηγορούμενο 1 και παρόλο που ο κατηγορούμενος 1 δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο και που εν πάση περιπτώσει, απλά και μόνο στην όψη του το Τεκμήριο 12, δεν είναι ικανό να συνδέσει τον κατηγορούμενο 3 με τα υπό εξέταση αδικήματα. Τα δε τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, ακόμα και να αποδεικνύονταν ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 3 είναι οι χρήστες ή κάτοχοι των αριθμών τηλεφώνων που φαίνονταν να ήρθαν σε επικοινωνία, εν τούτοις, στην απουσία άλλης αποδεκτής μαρτυρίας, τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα στην παρούσα περίπτωση δεν αρκούν για να συνδέσουν τον κατηγορούμενο 3 με τα ναρκωτικά που βρέθηκαν την επίδικη ημέρα στην επίδικη σκηνή στο αυτοκίνητο που επέβαιναν οι πρώην κατηγορούμενοι 1 και 2, ούτε καταδεικνύουν οποιοδήποτε στοιχείο συνωμοσίας ή κατοχής των ναρκωτικών ουσιών ή κατοχής με σκοπό την προμήθεια αυτών των ναρκωτικών ουσιών σε άλλα άτομα, ως οι υπό εξέταση κατηγορίες. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη διασύνδεση του κατηγορουμένου με τα υπό εξέταση αδικήματα και ο κατηγορούμενος 3 αθωώνεται από τις κατηγορίες ένα, δέκα και ένδεκα που αυτός αντιμετωπίζει. ( Υπ.) Αλέξανδρος Φυλακτού. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Κατοχή με σκοπό την προμήθεια cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο