← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χριστοδούλου, Αρ. Υπόθεσης: 25856/15, 28/11/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χριστοδούλου, Αρ. Υπόθεσης: 25856/15, 28/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 25856/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και XXXXXXXXX Χριστοδούλου Ημερομηνία: 28 Νοεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κ. Γ. Αργυρού Για τον Κατηγορούμενο : κ. Τούμπας Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην υπό εξέταση υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της κατοχής μηχανών τυχερού παιγνιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4

(1)(β)(α)(β) του περί μηχανών Παιγνιδιού, μηχανών επιδεξιότητας και μηχανών Ψυχαγωγίας Νόμου 32
(1)/1996 (αν και στον τίτλο του αδικήματος δεν αναγράφεται ο νόμος στην ολότητα του αλλά αυτό δεν επηρεάζει την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου) και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος την 6ην Ιουνίου 2012 στη Λεμεσό, είχε στην κατοχή του δύο ηλεκτρονικούς υπολογιστές, οι οποίοι μετατρέπονταν σε μηχανές τυχερού παιγνιδιού. Η δεύτερη κατηγορία αφορά την ίδια νομική βάση, με την διαφορά ότι στις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο και τόπο, είχε στην κατοχή του μια μηχανή τυχερού παιγνιδιού, δηλαδή μια ρουλέτα. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως προς το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τις υπό εξέταση κατηγορίες, ο νομοθέτης προνοεί τα ακόλουθα: Στο άρθρο 2 του πιο πάνω νόμου, στον όρο ΄΄μηχανή παιγνιδιού΄΄ προνοούνται τα ακόλουθα: « "μηχανή παιγνιδιού" σημαίνει- (α) οποιαδήποτε μηχανή που αποσκοπεί στην παροχή απλής ψυχαγωγίας στο πρόσωπο που τη λειτουργεί ή τη χειρίζεται ή τη χρησιμοποιεί χωρίς χρηματικό κέρδος ή άλλο αντάλλαγμα και της οποίας η λειτουργία, χειρισμός ή χρησιμοποίηση απαιτεί δυνατότητες άσκησης επιδεξιότητας από μέρους του προσώπου που τη λειτουργεί, χειρίζεται ή χρησιμοποιεί˙ και (β) οποιαδήποτε άλλη μηχανή που είναι ουσιαστικά της ίδιας φύσης ή απλή παραλλαγή της εν λόγω μηχανής˙» Το άρθρο 4
(1)(β) του πιο πάνω νόμου προνοεί τα ακόλουθα: « Κάθε πρόσωπο το οποίο- ............................................................................................................................ (β) έχει υπό τον έλεγχο ή την κατοχή του μηχανή τυχερού παιγνιδιού˙.......................................................................................................... είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δυό χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο ποινές και το Δικαστήριο μπορεί επιπρόσθετα από οποιαδήποτε ποινή να διατάξει την κατάσχεση της μηχανής σε σχέση με την οποία διαπράχθηκε το αδίκημα.» Το άρθρο 4
(2)(α)(β) του πιο πάνω νόμου προνοεί τα ακόλουθα: «Για σκοπούς του άρθρου αυτού "μηχανή τυχερού παιγνιδιού" σημαίνει μηχανή που αποβλέπει σε παροχή κέρδους ή άλλου ανταλλάγματος, ανεξάρτητα από το αν παρέχει ταυτόχρονα δυνατότητες παιγνιδιού ή ψυχαγωγίας ή όχι, και που δεν είναι μηχανή παιγνιδιού ή μηχανή ψυχαγωγίας, περιλαμβάνει δε τις μηχανές που είναι γνωστές με τα ακόλουθα ονόματα ή παρόμοιες τους ή παραλλαγή τους: (α) Μηχανές τύπου πόκερ ή άλλου παρόμοιου παιγνιδιού με τραπουλόχαρτα ή άλλες παραλλαγές ή παραστάσεις˙ (β) μηχανές ιπποδρομιών ή μηχανές με αγώνες δρόμου ή ταχύτητας, όπως σκύλων, αυτοκινήτων ή άλλων˙» Σύμφωνα με την Θάσου ν. Δημοκρατίας Υπ. αρ. 939/96 ημερ. 10/12/98, αποφασίσθηκε ότι: «οι επίδικες πρόνοιες του άρθρου 4 απαγορεύουν τη χρήση μηχανών κυβείας είναι νόμιμες και συνταγματικές καθόσον αποτελούν δικαιολογημένο περιορισμό για τη διασφάλιση των δημοσίων ηθών. Είναι όμως η γνώμη μου ότι, αν οι πιο πάνω πρόνοιες του άρθρου 4 ισοδυναμούν με απάγορευση χρήσης οποιασδήποτε μηχανής, ασχέτως του αν αυτή χρησιμοποιείται για κυβεία ή όχι, θα ήταν αντισυνταγματικές. Ως εκ τούτου θα πρέπει να εξετάσω τις πρόνοιες του άρθρου αυτού, έχοντας υπόψη τις αρχές του δικαίου ότι κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός μέχρις ότου αποδειχθεί το αντίθετο πέραν λογικής αμφιβολίας και ότι, όπου είναι δυνατόν, τα Δικαστήρια πρέπει να ερμηνεύουν το νόμο ούτως ώστε να τον φέρνουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος (Αντωνίου ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Α.Ε. 1449, ημερ. 23.10.97 και Sportsman Betting Company Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία, Αρ. Υπ. 756/97 κ.α., ημερ. 6.7.98). Είναι προφανές ότι, παρόλον ότι ο ορισμός του όρου "μηχανή τυχερού παιγνιδιού" περιλαμβάνει μηχανές που αποβλέπουν σε παροχή ψυχαγωγίας ή κέρδους κ.λ.π., εντούτοις ακολούθως διευκρινίζεται ότι ο όρος δεν περιλαμβάνει μηχανή παιγνιδιού ή μηχανή ψυχαγωγίας. Ως εκ τούτου προκύπτει ότι η πρόθεση του νομοθέτη ήταν ο όρος να μην συμπεριλαμβάνει μηχανές που σκοπός τους είναι αμιγώς το παιγνίδι ή η ψυχαγωγία. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου κρίνω ότι οι πρόνοιες των παραγράφων (α), (β), (γ) κ.λ.π. του άρθρου 4
(2)που απαριθμούν τύπους μηχανών που θεωρούνται ως μηχανές τυχερού παιγνιδιού πρέπει να ερμηνεύονται με αναφορά στις πρόνοιες που βρίσκονται στο σώμα του εδαφίου
(2), δηλαδή αποκλείοντας από την απαγόρευση, έστω και αυτού του είδους μηχανές, αν αυτές είναι απλώς μηχανές παιγνιδιού ή μηχανές ψυχαγωγίας. Με μία τέτοια ερμηνεία εξασφαλίζεται η εφαρμογή του σχετικού νόμου σύμφωνα και εντός των πλαισίων των σχετικών προνοιών του Συντάγματος.» Κατά την άποψη του παρόντος Δικαστηρίου, για να στοιχειοθετηθεί το πιο πάνω αδίκημα, θα πρέπει να αποδειχθεί με άμεση ή περιστατική μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος από την στιγμή που απαιτείται κατοχή ή έλεγχος των πιο πάνω αντικειμένων θα πρέπει να είχε γνώση για την δυνατότητα μετατροπής των πιο πάνω αντικειμένων σε μηχανές τυχερού παιγνιδιού με την πιο πάνω έννοια του νόμου και της νομολογίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η εντύπωση που προσλαμβάνει το Δικαστήριο, θετική ή αρνητική, από μάρτυρα, αποτελεί στοιχείο εξαιρετικής σημασίας για την κρίση του επί της αξιοπιστίας. Εκείνο που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, είναι η βαρύτητα που αποδίδεται στη συμπεριφορά του μάρτυρα ενώ καταθέτει στο εδώλιο, εφόσον, εξωτερικά γνωρίσματα, αν και δυνατόν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία, όπως ο σταθερός λόγος ή η ηρεμία του μάρτυρα, δεν θα πρέπει να αποτελούν στην απουσία επαρκούς αιτιολογίας και αξιολόγησης σοβαρό και αποκλειστικό λόγο αποδοχής της (Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797 και Μέλανη Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολιτική Έφεση Αρ. 416/12, 15.4.2016). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτέλεσε η Δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης για εύρεση της αλήθειας, (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ ν. OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275).» Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέει την αλήθεια. Το Δικαστήριο διατηρεί πάντα τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. Η ως άνω δυνατότητα του Δικαστηρίου, υπό την προϋπόθεση ότι ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και αιτιολογημένα, δεν επιδέχεται εκ των προτέρων περιορισμούς. (Βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391 και Αντώνης Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301) και Μιχαήλ κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 145/2014 κ.α., ημερ. 15.04.2016). Στην υπόθεση Σκορδέλλη ν. Δημοκρατίας κ.α. Ποινικές Εφέσεις 101 - 104 ημερ. 6/6/2016, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Επισημαίνουμε και τονίζουμε ότι η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί μηχανιστικά και σίγουρα ο ανθρώπινος νους δεν εργάζεται ως ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής ώστε να καταγράφει εξομοιωτικά και να αναπαράγει με τον ίδιο τρόπο λεπτομέρειες περιγράφοντας μια σκηνή ή ένα επεισόδιο. Στο κάθε άτομο, ενδεχομένως να εντυπώνονται διαφορετικές λεπτομέρειες με βάση τα προκρίματα και τα ενδιαφέροντα του.» Στην Σιβιτανίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας 2011 2 ΑΑΔ σελ. 166, τονίστηκε ότι μικρές διαφορές στη μαρτυρία πάντοτε υπάρχουν. Όμως, για να επέμβει το Εφετείο, αυτές θα πρέπει να είναι τέτοιες που είτε να δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, είτε να είναι ουσιαστικής μορφής, ώστε να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία των μαρτύρων (Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 και Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 75). Η νομολογία δέχεται ότι μικροαντιφάσεις σε λεπτομέρειες στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θεωρούνται ότι ενδυναμώνουν μια μαρτυρία, που κατά τα άλλα είναι πειστική, και καταδείχνουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων (βλ. Γιαννίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143 και Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 104). Ο Μ.Κ. 5 που προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα ως εμπειρογνώμονας, αυτός επιτελεί ένα ιδιαίτερα βαρύνοντα ρόλο, καθ΄ ότι καλείται στο Δικαστήριο για να διαφωτίσει με τις γνώσεις και τις εμπειρίες του και την επιστημονική του κατάρτιση, εκείνα τα γεγονότα που χρήζουν εξειδικευμένης ανάλυσης και επεξήγησης. Οι υποχρεώσεις των εμπερογνωμόνων μαρτύρων τέθηκαν και στην υπόθεση CYBARCO LTD V. SILVIA KOVASCIK
(2001)1Γ Α.Α.Δ. σελ. 2013 στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: «Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία(Anastassiades v.Republic
(1977)2 C.L.R.97,Kouppis v.Republic
(1977)2 C.L.R.361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308).» Στην υπόθεση ΚΩΣΤΑ ΝΕΑΡΧΟΥ ν. ΣΑΒΒΑ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ 2003 1 Α.Α.Δ. σελ 351 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Είναι γνωστό πως ο δικαστής δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας. Εξειδικευμένα επίδικα θέματα, χρήζουν μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων την οποία, δέχεται το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει, ύστερα από αξιολόγηση, στο δικό του συμπέρασμα. Συχνά, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που καταθέτουν για το ίδιο θέμα, παρουσιάζει αντιθέσεις, μικρές μέχρι και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό συμβαίνει και σε υποθέσεις όπως η παρούσα όπου οι μάρτυρες είναι ιατροί και κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη (βλ. Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ακολουθεί πως το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις.» Στην απόφαση Σταύρος Ξιούρουππας κ.α. ν. ΛΑΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2016:A522, Πολιτική Έφεση 386/2010 ημερ. 15/11/2016, λέχθησαν τα ακόλουθα: «Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα, όπως έχει επιβεβαιωθεί και στην Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298, είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα στα ενώπιον του υπό κρίση δεδομένα, (δέστε και Cybarco Ltd v.Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013).» Στην πρόσφατη επίσης απόφαση Ανδρέα Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 162/2014, ημερομηνίας 2/5/2017, λέχθησαν τα ακόλουθα: «Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ΄ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v. Clarke
(2013)EWCA, Crim. 162). Είναι προφανές ότι, το κατά πόσον ένας μάρτυρας θεωρείται ως πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο, είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και την έκβαση της δίκης. Τούτο διότι ένας πραγματογνώμονας μάρτυρας, σε αντίθεση με άλλους μάρτυρες, δικαιούται να πει στο Δικαστήριο τη γνώμη, την κρίση, τους συλλογισμούς και τα συμπεράσματά του, αφού, βεβαίως, παραθέσει το υπόβαθρο στο οποίο βασίστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο. Ακόμα, όμως, και πραγματογνώμονας να είναι ένας μάρτυρας, δεν σημαίνει, απαραίτητα, ότι κάθε αναφορά του εμπίπτει στον τομέα της πραγματογνωμοσύνης του (Δέστε R v. Allad
(2014)EWCA Crim 421 και R v. Foulger
(2012)EWCA Crim 1516). Στην υπόθεση Allad (ανωτέρω), το Αγγλικόν Εφετείο, Ποινικό Τμήμα, ακύρωσε την καταδίκη των Εφεσειόντων επειδή, πρωτοδίκως, είχε επιτραπεί μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία δεν θα έπρεπε να είχε επιτραπεί και η οποία ήταν ουσιαστική για την έκβαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση εκείνη είχε επιτραπεί μαρτυρία γνώμης και συμπερασμάτων, και ο μάρτυρας δεν είχε περιοριστεί στα πρωτογενή γεγονότα, ενώ δεν ήταν πραγματογνώμονας............................................................................................................................................................................................ Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες έχουν καθήκοντα και υποχρεώσεις έναντι του Δικαστηρίου, και ειδικά, να παρουσιάζουν την έντιμη, αντικειμενική και ανεξάρτητη τους θέση.» Όπως είναι νομολογημένο, ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων, ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλέπε σχετικά, Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 459) και συνεπώς ο Μ.Κ. 1 θα αξιολογηθεί κάτω και από αυτό το πέπλο. Έχουν ενταχθεί και αναλυθεί όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, ασχέτως αν δεν αναφέρονται ρητώς και σε όλη την έκταση στην απόφαση, θεωρώντας το Δικαστήριο αυτά ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογία, Ανδρέα κ.ά ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) κρίνοντας τα, καθηκόντως, ως παραδεκτή κατά το Δίκαιο μαρτυρία και ουσιαστικά μετουσιώνονται αυτούσια σε ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογία, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.ά. ν. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628, 640). Με γνώμονα και οδοδείκτη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση ενός εκάστου μάρτυρα και στην εξαγωγή των ανάλογων ευρημάτων και συμπερασμάτων που θα πηγάζουν από την εν λόγω αξιολόγηση. Ως προς το τεκμήριο Α προς αναγνώριση, αυτό παρέμεινε ως τέτοιο και συνεπώς το περιεχόμενο αυτού και ότι έχει λεχθεί γύρω από αυτό δεν έχουν οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα. Ο Μ.Κ. 1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 1, στην οποία αναφέρει ότι στα πλαίσια της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, την οποία και κατέθεσε ως τεκμήριο
  1. Ανέφερε ότι δεν είχε οποιανδήποτε επαφή με τα τεκμήρια της υπόθεσης, τα οποία όμως τα κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ανακριτής και που του παραδόθηκαν από το αρχείο συγκεκριμένου σταθμού, καταθέτοντας ακολούθως ως τεκμήριο 3 την σχετική απόδειξη παραλαβής τεκμηρίων, ως τεκμήριο 4 τον κατάλογο τεκμηρίων και τα οποία ακολούθως κατέθεσε, ως επίσης κατέθεσε και το σετ των φωτογραφιών που λήφθηκαν από το επίδικο υποστατικό. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έδωσε ο ίδιος την κατάθεση του και συνέλεξε το ανακριτικό υλικό, διευκρίνησε ότι δεν ήταν παρών κατά την επιχείρηση και ότι δεν γνωρίζει το επίδικο υποστατικό και έδωσε τις δικές του εξηγήσεις αναφορικά με την διακίνηση των τεκμηρίων και τις υπογραφές που υπάρχουν σε αυτά, παραπέμποντας στις πλείστες των περιπτώσεων στις καταθέσεις άλλων συναδέλφων του αστυνομικών. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 1, το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης τελούσε σε σύγχυση και αμηχανία και δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις αναφορικά με την όλη εμπλοκή του στην διερεύνηση της υπόθεσης, η μνήμη του ήταν φτωχή και στις πλείστες των περιπτώσεων απαντούσε ότι τελούσε σε άγνοια ή ότι δεν θυμόταν ή παρέπεμπε σε καταθέσεις άλλων συναδέλφων του και γενικά δεν διαφώτισε το Δικαστήριο για το ανακριτικό έργο και την συλλογή των τεκμηρίων και το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία αυτού του μάρτυρα είναι φτωχή και δεν παρέχει ασφαλές, σαφές και στέρεο υπόβαθρο για να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα που να καλύπτουν τα συστατικά στοιχεία των υπό εξέταση αδικημάτων. Ο Μ.Κ. 2 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 13, στην οποία κάνει αναφορά ότι την επίδικη ημέρα έκανε έρευνα δυνάμει Δικαστικού εντάλματος στο επίδικο υποστατικό με την ονομασία που ανέφεφε και στην παρουσία του ιδιοκτήτη, ήτοι του κατηγορούμενου, σύμφωνα πάντα με την θέση του, όπου το αποτέλεσμα της έρευνας ήταν η ανεύρεση και η παραλαβή των τεκμηρίων 5 έως 9 και αφού επέστησε στον κατηγορούμενο την προσοχή του στον Νόμο αυτός απάντησε: ΄΄Κάμε την δουλειά σου΄΄ και ακολούθως τα τεκμήρια τα μετέφερε στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας όπου φυλάχθηκαν σε ασφαλές μέρος και μετά από λίγες μέρες μετέφερε τα τεκμήρια 5 και 6, ήτοι τους δύο ηλεκτρονικούς υπολογιστές στις εγκαταστάσεις του ΔΕΗΔ και τους παρέδωσε στον Μ.Κ.
  2. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, προέβη σε μια γενική αναφορά στο τι απεικονίζει το τεκμήριο 11, ήτοι το σετ των φωτογραφιών, ως προς τον επίδικο χώρο και τι έχει ανευρεθεί εκεί, αναγνώρισε το χαρτονόμισμα για το οποίο έκανε αναφορά στην κατάθεση του και τις φωτοτυπίες αυτού, καθώς επίσης αναγνώρισε και περιέγραψε τα υπόλοιπα τεκμήρια και τι αυτά αντιπροσωπεύουν κατά την άποψη του και στην έκταση που γνώριζε ή θυμόταν. Αναγνώρισε επίσης τον κατηγορούμενο ως το άτομο που ήταν παρών κατά την έρευνα. Αντεξεταζόμενος, ερωτήθηκε και έδωσε τις δικές του εξηγήσεις ως προς το τι απεικονίζεται στο τεκμήριο 11 ως το επίδικο υποστατικό και τι ονομασία αυτό έχει κατά την αντίληψη του και την πηγή της γνώσης του, καθώς επίσης ερωτήθηκε και έδωσε τις δικές του εξηγήσεις, στην έκταση που θυμόταν και γνώριζε για το τι διαφαίνεται μέσα από το τεκμήριο
  3. Εξέφρασε άγνοια κατά πόσο το τεκμήριο 7, ήτοι η ρουλέτα είναι αληθινή ή όχι και πως αυτή παίζεται και έδωσε επίσης τις δικές του εξηγήσεις, στην έκταση που θυμόταν, ως προς τις συνθήκες ανεύρεσης, παραλαβής, παράδοσσης, διακίνησης και φύλαξης των ανευρεθέντων τεκμηρίων και ολοκληρώνοντας την αντεξέταση του ως επί των πλείστων εξέφρασε άγνοια σε υποβληθείσες θέσεις της υπεράσπισης. Στην επανεξέταση του όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 7, ήτοι η ρουλέτα μαζί με την μπίλια, εξέφρασε την άποψη ότι αυτή λειτουργεί. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Κ. 2, το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει και για αυτόν τον μάρτυρα ότι κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της τελούσε σε καθεστώς αβεβαιότητας και έλλειψης επαρκούς μνήμης σε πολλά θέματα, που στερούν από το Δικαστήριο εκείνο το στέρεο μαρτυρικό υπόβαθρο για να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα για να διαπιστωθεί εάν αυτά υπάγονται στα συστατικά στοιχεία των υπό εξέταση αδικημάτων. Λόγω του ότι ο μάρτυρας αυτός δεν θυμόταν ή δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ή απαντούσε με εικασίες ή αβεβαιότητες, όπως π.χ. με την λέξη «φαντάζομαι» «ισως» «πιθανόν» σε καίριας σημασίας ζητήματα, ήτοι ως προς τα ονόματα που απεικονίζονταν ως πελάτες στο επίδικο υποστατικό και κατά πόσο έπαιζαν παιγνίδια και ποιου είδους, ως προς το κατά πόσο ο οποιοσδήποτε πελάτης περιμένει να κερδίσει, το κατά πόσο η ρουλέτα είναι αληθινή ή όχι και που ακριβώς βρέθηκαν οι φίσιες και πως παίζεται μια ρουλέτα, καθώς επίσης και στο γεγονός ότι δεν έχει δει οποιανδήποτε συναλλαγή με χρήματα ή αντάλλαγμα, δεν αφήνουν στο Δικαστήριο άλλη επιλογή από το να κρίνει ότι η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα στερείται βεβαιότητας και σταθερότητας για να στηριχθεί σε αυτή και να εξαχθούν τα ανάλογα ευρήματα και συμπεράσματα. Η οποιαδήποτε αναφορά του κατά την επανεξέταση ως προς τον τρόπο λειτουργίας της ρουλέτας, ουδόλως δύναται να έχει οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, αφού ξεκαθάρισε κατά την αντεξέταση ότι δεν γνωρίζει καν εάν είναι αληθινή ή όχι και ούτε γνώριζε πως παίζεται και οι οποιεσδήποτε αναφορές του αυτές κατά την επανεξέταση αναμφίβολα στερούνται πειστικότητας. Εν πάση περιπτώση, το τεκμήρια 7, ήτοι η ρουλέτα, δεν δύναται να υπαχθεί στον όρο μηχανή τυχερού παιγνιδιού με βάση την νομική βάση που διέπει την δεύτερη κατηγορία διότι όχι μόνο δεν προνοείται ρητά, αλλά ούτε μπορεί καν να θεωρηθεί ως μηχανή. Ο όρος μηχανή δεν δίνεται στην ορολογία του πιο πάνω νόμου και έχοντας υπόψη το γράμμα και τον σκοπό του πιο πάνω νόμου, ο νομοθέτης είχε κατά νου την ορολογία της μηχανής όπως αυτή είναι κατανοητή από τον μέσο κοινό λογικό άνθρωπο, δηλαδή να υπάρχει ένας τέτοιος μηχανισμός που να παραπέμπει σε μηχάνημα που στην προκειμένη περίπτωση η ρουλέτα στην όψη της τουλάχιστον δεν παραπέμπει και δεν θυμίζει μηχανή ή γενικά κάποιον μηχανισμό. Ακόμα όμως και να θεωρείται μηχανή, δεν υπερφαλαγγίζει την αβεβαιότητα που υπάρχει με βάση την μαρτυρία του Μ.Κ. 2 ως προς το τεκμήριο 7 και που πιο πάνω έχει γίνει ήδη αξιολόγηση και που στερούν στο Δικαστήριο την δυνατότητα να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα που να στοιχειοθετούν το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας. Επιπρόσθετα δε, όπως γίνεται ειδική αναφορά και αξιολόγηση πιο κάτω, δεν υπάρχει διασύνδεση του κατηγορούμενου με ένοχη διάνοια (mens rea) με οποιανδήποτε παράσταση, λόγω ή έργω, ή πληροφόρηση ως προς την δυνατότητα αποκόμισης οποιουδήποτε οφέλους, ανταλλάγματος ή κέρδους με την χρήση της ρουλέτας. Επιπρόσθετα όμως, με βάση την μαρτυρία του Μ.Κ. 2, το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει διαρριχθεί η αλυσίδα της μαρτυρίας που αφορά την παραλαβή, φύλαξη, διακίνηση, παράδοση και εξέταση των τεκμηρίων 5 και 6, ήτοι τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και που αφορούν την πρώτη κατηγορία, αφού ο Μ.Κ. 2 ανέφερε ότι παρέδωσε τα τεκμήρια αυτά στον Μ.Κ. 6 στις 19/6/2012 ενώ ο Μ.Κ. 6 αναφέρει ότι τα παρέλαβε από άλλον αστυφύλακα στις 20/6/2012, η μαρτυρία μάλιστα του οποίου δεν υπάρχει στην παρούσα διαδικασία, αφήνοντας έτσι μοιραία για την κατηγορούσα αρχή ανοικτά όλα τα ενδεχόμενα αναφορικά με το περιεχόμενο και την ακρίβεια αυτών των τεκμηρίων, που μόνο υπέρ του κατηγορουμένου μπορούν να επενεργήσουν, αφήνοντας έτσι εύλογες αμφιβολίες αναφορικά και με την πρώτη κατηγορία. Ο Μ.Κ. 3 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε τις καταθέσεις του, ήτοι τα τεκμήρια 14 και
  4. Στο τεκμήριο 14 αναφέρει ότι έχει κατηγορήσει τον κατηγορούμενο για τις επίδικες κατηγορίες και ακόμα μια που δεν είναι επί του κατηγορητηρίου και ο κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν παραδέχεται και ότι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο, στο δε τεκμήριο 15 αναφέρει ότι παρέλαβε από τον Μ.Κ. 6 τους δύο ηλεκτρονικούς υπολογιστές, ήτοι τα τεκμήρια 5 και 6, όπου κα τα μετέφερε στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας και φυλάχθηκαν σε ασφαλές μέρος. Επίσης στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του κατέθεσε ως τεκμήριο 16 τις γραπτές κατηγορίες που απαγγέλθηκαν στον κατηγορούμενο τον οποίο και αναγνώρισε στο εδώλιο, όπως επίσης έπραξε, ήτοι αναγνώρισε τα τεκμήρια 5 και
  5. Αντεξεταζόμενος, έδωσε στην έκταση που θυμόταν ή γνώριζε τις δικές του διευκρινήσεις και εξηγήσεις ως προς τις σημάνσεις επί των τεκμηρίων 5 και 6 και την διακίνηση των τεκμηρίων αυτών, όπως και του τεκμηρίου
  6. Ως προς την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία του ήταν καθαρά τυπικής μορφής και διαδικασίας, είναι μεν αξιόπιστη, αλλά δεν προσφέρει οτιδήποτε στην απόδειξη των συστατικών στοιχείων των υπό εξέταση αδικημάτων, αφού η όλη του εμπλοκή ήταν σε ένα μέρος της διακίνησης των πιο πάνω τεκμηρίων και στην απαγγελία των κατηγοριών στον κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ. 4 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο
  7. Στην κατάθεση του κάνει αναφορά ότι την επίδικη ημέρα ορίστηκε επικεφαλής σε επιχείρηση πάταξης ηλεκτρονικού τζόγου που προγραμματίστηκε να γίνει την ίδια ημέρα στο επίδικο υποστατικό με την ονομασία όποως την έχει προσδιορίσει. Κατονόμασε τα πρόσωπα που στελέχωσαν αυτήν την ομάδα, όπου ο Μ.Κ. 7 ορίστηκε ως υπό κάλυψη αστυνομικός και θα εισερχόταν στο υποστατικό ως πελάτης με σκοπό να παίξει στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές για να εξακριβωθεί κατά πόσο μετατρέπονται σε μηχανές τυχερού παιγνιδιού και κατά πόσο παραβιάζονται πνευματικά δικαιώματα και προς αυτόν τον σκοπό παρέδωσε στον Μ.Κ. 7 σημαδεμένα χαρτονομίσματα. Ακολούθως, δέχθηκε αναπάντητη κλήση από τον Μ.Κ. 7 και αμέσως εισήλθε ο μάρτυρας με τους υπόλοιπους αστυνομικούς στο πιο πάνω υποστατικό για να ξεκινήσει η έρευνα, όπου εκεί ο Μ.Κ. 7 του υπέδειξε ως υπεύθυνο του μέρους τον κατηγορούμενο, καθώς και που τοποθέτησε τα σημαδεμένα χαρτονομίσματα, ως επίσης και τον ηλεκτρονικό υπολογιστή με αριθμό 13 που χρησιμοποίησε. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο στο εδώλιο, τα σημαδεμένα χαρτονομίσματα για τα οποία έκανε αναφορά στην κατάθεση του, το σετ φωτογραφιών που έγινε με βάση τις οδηγίες του, όπου και περιέγραψε και ανέλυσε το περιεχόμενο του τεκμηρίου
  8. Περιέγραψε επίσης το εξωτερικό και το εσωτερικό του επίδικου υποστατικού, όπου για αυτό γνωρίζει ότι χρησιμοποιείται ως καζίνο και πόκερ, ως η έκφραση του, δίνοντας στην έκταση που γνώριζε για το πως παίζεται το πόκερ και η ρουλέτα και τι απαιτείται για να παιχθούν τα πιο πάνω. Στον χώρο ο μάρτυρας διαπίστωσε την ύπαρξη θαμώνων και ηλεκτρονικών υπολογιστών, όπου σε ένα από αυτούς φαίνονταν φρουτάκια, οι θαμώνες έπαιζαν παιγνίδια αλλά δεν ήξερε τι παιγνίδια έπαιζαν και μερικοί από αυτούς προσπάθησαν να φύγουν. Αναγνώρισε επίσης το τεκμήριο 7, ήτοι την ρουλέτα και το μέρος όπου βρέθηκε αυτή στο επίδικο υποστατικό, δίνονταν επίσης μια σχετική περιγραφή στο πως αυτή ανευρέθηκε μαζί με τις φίσιες, ήτοι το τεκμήριο 8, τις οποίες και περιέγραψε, δίνοντας την δική του εκδοχή και ερμηνεία για την χρησιμότητα, αντιστοιχία και τον συμβολισμό τους και πως αυτή η ρουλέτα παίζεται από την γνώση του, η οποία δεν στηρίζεται από δική του εμπειρία και πότε μπορεί κάποιος να κερδίσει ή να χάσει από το παίξιμο της ρουλέτας, την οποία και χαρακτήρισε ως λειτουργήσιμη και όχι ως διακοσμητική. Επίσης αναγνώρισε τον ηλεκτρονικό υπολογιστή που του υπέδειξε ο Μ.Κ. 7, καθώς επίσης αναγνώρισε και τον ηλεκτρονικό υπολογιστή όπου αναγράφονται κάποια ονόματα και είναι από το μέρος όπου γινόταν ο χειρισμός των ηλεκτρονικών υπολογιστών, οι οποίοι άνοιγαν και γίνονταν οι πιστώσεις, ήτοι όταν κάποιος θέλει να παίξει φρουτάκια πρέπει να πληρώσει πρώτα και χρειάζεται ένας κωδικός. Αναγνώρισε επίσης και κατέθεσε ως τεκμήριο 18 το Δικαστικό ένταλμα έρευνας, με βάση το οποίο έγινε η έρευνα στο επίδικο υποστατικό. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στην έκταση που γνώριζε ή θυμόταν ως προς το επίδικο υποστατικό και στην ύπαρξη πληροφορίας, ως αυτή έχει αναφερθεί στην κατάθεση του. Επανέλαβε επίσης τα όσα έλαβαν χώρα με την αναπάντητη κλήση και την ανεύρεση των χρημάτων, διευκρινίζοντας επίσης ότι οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές ήταν ανοικτοί, αλλά η ρουλέτα σε μη χρησιμοποιήσιμη κατάσταση κατά την στιγμή της εισόδου στο υποστατικό, αλλά αυτή καθ΄ εαυτή είναι σε λειτουργήσιμη κατάσταση, χωρίς να γνωρίζει επακριβώς πως αυτή παίζεται, λέγοντας ότι δεν χρειάζονται τραπουλόχαρτα αλλά φίσιες. Έδωσε επίσης τις δικές του τοποθετήσεις για τα διάφορα είδη πόκερ, στην έκταση που θυμόταν, τονίζοντας επίσης ότι γνωρίζει πως ο κατηγορούμενος είναι ο ιδιοκτήτης του υποστατικού και ότι το διαχειρίζεται. Έδωσε επίσης την δική του ερμηνεία για το πως αντιλήφθηκε τον σκοπό της έρευνας και τις ενέργειες που είχε προβεί ο Μ.Κ. 7 στο επίδικο υποστατικό, το οποίο κατά τον ίδιο ονομάζεται και λειτουργεί ως καζίνο και κάποιος που πάει εκεί πάει για να παίξει λεφτά, ως η έκφραση του και εάν κερδίσει θα πάρει χρήματα από τον υπεύθυνο του υποστατικού και αυτό ήταν το αντάλλαγμα στην προκειμένη περίπτωση με τον Μ.Κ. 7, ήτοι να δώσει τα χρήματα για να παίξει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και εάν κέρδιζε να έπαιρνε τα χρήματα από τον κατηγορούμενο στην προκειμένη περίπτωση, παραπέμποντας όμως σε κύριας σημασίας ζητήματα στον ίδο τον Μ.Κ.
  9. Ανέφερε επίσης ότι κατά την είσοδο των αστυνομικών κάποιοι από τους θαμώνες επιχείρησαν να διαφύγουν, κάνοντας ταυτόχρονα και αναφορά για τρεις εξόδους, κάνοντας επίσης αναφορά στα άτομα που πλαισίωναν την επιχείρηση. Έκανε επίσης αναφορά ,στην έκταση που γνώριζε, για την εξέταση που έγινε στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και στο πως θα μπορούσε να κερδίσει ένας παίκτης και στο πως χρησιμοποιούνταν αυτοί οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Επίσης μέσα από το τεκμήριο 11 ερωτήθηκε και έδωσε τις δικές του εκτιμήσεις αναφορικά με το εσωτερικό και το εξωτερικό του επίδικου υποστατικού σε επί μέρους σημεία και αντικείμενα που υπήρχαν εντός αυτού και ολοκληρώνοντας την αντεξέταση του τοποθετήθηκε επί των θέσεων που του υποβλήθηκαν. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει τον μάρτυρα με ιδιαίτερη προσοχή κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι σε αρκετές περιπτώσεις ήθελε να εμπλουτίσει την μαρτυρία του με στοιχεία που να αποσκοπούν στην καταδίκη του κατηγορούμενου και σε άλλες περιπτώσεις οχυρονόταν πίσω από εκφράσεις που καταδείκνυαν αβεβαιότητα ή ακόμα παρέπεμπε στον Μ.Κ. 7 που ήταν ο άμεσα εμπλεκόμενος στην όλη επιχείρηση, η μαρτυρία του οποίου αξιολογείται πιο κάτω. Τα όσα ανέφερε ως προς την ονομασία του επίδικου υποστατικού, την διεύθυνση που αυτό βρίσκεται και τι ακριβώς στεγάζεται σε αυτό δεν έχουν οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, έχοντας υπ΄ όψη την φύση των υπό εξέταση κατηγοριών και των συστατικών στοιχείων αυτών και το ίδιο ισχύει και για τα άλλα αντικείμενα και εξοπλισμός που υπήρχε εντός του επίδικου υποστατικού που δεν αποτελούν τεκμήρια στην παρούσα διαδικασία. Τα όσα ανέφερε ως προς το τι αναλογεί ή σημαίνει ο κάθε αριθμός που αναγράφεται σε κάθε φίσια που σχετίζεται κατά τον ίδιο με την ρουλέτα - τεκμήριο 7, δεν παρέχουν στο Δικαστήριο στέρεο υπόβαθρο για να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα, διότι και ο ίδιος ο μάρτυρας δεν ήταν καν βέβαιος για αυτό το ζήτημα και αυτό έρχεται να προστεθεί ότι κατά την είσοδο στο επίδικο υποστατικό αυτή η ρουλέτα δεν ήταν σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση και αυτό έρχεται να επενεργήσει προς όφελος του κατηγορουμένου. Τα όσα ανέφερε σε κατοπινό στάδιο, διαφοροποιώντας την τοποθέτηση του ως προς το ότι η ρουλέτα ήταν σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση λέγοντας ότι αυτό το γνωρίζει από την τηλεόραση, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι είναι υστερόβουλη τοποθέτηση και στερείται στοιχειώδους σοβαρότητας. Έχει γίνει εκτενής αναφορά από τον μάρτυρα ως προς την δυνατότητα κέρδους με την χρησιμοποίηση των ηλεκτρονικών υπολογιστών και την αποκόμιση αυτού από τον κατηγορούμενο, πλην όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτές οι αναφορές του είναι ακροσφαλής και δεν στηρίζονται από την άμεση εμπλοκή του, αλλά στηρίζονται κατά κόρον από τα όσα του ανέφερε ο Μ.Κ. 7 που ήταν ο υπό κάλυψη αστυνομικός και συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτά τα ζητήματα είνα ορθό και ασφαλές να αξιολογηθούν από την εμπλοκή και την μαρτυρία του Μ.Κ. 7 που ακολουθεί πιο κάτω. Κατ΄ επέκταση το Δικαστήριο κρίνει ότι μέσα από την μαρτυρία του Μ.Κ.4 δεν παρέχεται η δυνατότητα εξαγωγής ασφαλών και ευρημάτων και συμπερασμάτων που να καλύπτουν τα συστατικά στοιχεία των υπό εξέταση αδικημάτων. Ο Μ.Κ. 5 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την έκθεση του, ήτοι το τεκμήριο 19, στην οποία κάνει αναφορά, χωρίς το Δικαστήριο να επαναλαμβάνει αυτολεξεί το περιεχόμενο της, ότι στους επίδικους ηλεκτρονικούς υπολογιστές έχουν παραβιαστεί τα πνευματικά δικαιώματα συγκεκριμένης εταιρείας. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του επεξήγησε την διαδικασία που ακολούθησε για να προβεί στην εξέταση και έκθεση του και τι στοιχεία έλαβε υπ΄ όψην του και γενικά ποιος ήταν ο σκοπός της πραγματογνωμοσύνης του στην παρούσα υπόθεση. Στην σύντομη αντεξέταση του έδωσε κάποιες εξηγήσεις επί τεχνικών θεμάτων και διευκρίνησε ότι η εμπλοκή του είναι για θέματα πνευματικής ιδιοκτησίας και όχι εάν τα τεκμήρια 5 και 6 μετατρέπονται σε μηχανές τυχερού παιγνιδιού ,λέγοντας ότι οποιαδήποτε ηλεκτρονική συσκευή μπορει να μετατραπεί ως τέτοια, δίνοντας κάποιες επιπρόσθετες επεξηγήσεις κατά την επανεξέταση του. Ως προς τον μάρτυρα αυτόν, το Δικαστήριο χωρίς κανένα δισταγμό αποδέχεται ότι είναι εμπειρογνώμονας ιδίως σε θέματα πνευματικής ιδιοκτησίας και η εμπειρογνωμοσύνη του δεν έχει αμφισβητηθεί ούτως ή άλλως, ούτε και η αξιοπιστία του, την οποία επίσης αποδέχεται το Δικαστήριο. Όμως, η μαρτυρία του δεν έχει να προσθέσει οτιδήποτε στην παρούσα υπόθεση και ούτε να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τα επίδικα ζητήματα που σχετίζονται με την πρώτη κατηγορία και τα τεκμήρια 5 και 6 που αφορούσε η μαρτυρία του, διότι η μαρτυρία του περιστρεφόταν γύρω από ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας και παραβίασης της, τα οποία δεν είναι επίδικα στην παρούσα υπόθεση. Συνεπώς η μαρτυρία του Μ.Κ. 5 δεν έχει οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα στην παρούσα υπόθεση. Ο Μ.Κ. 6 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την έκθεση του, ήτοι το τεκμήριο 20, στην οποία κάνει αναφορά ότι την επίδικη ημέρα προέβη σε έρευνα στο επίδικο υποστατικό, στην διεύθυνση και με την ονομασία που ανέφερε και εντός αυτού εντόπισε αριθμό ηλεκτρονικών υπολογιστών, άλλοι ήταν σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση και άλλοι όχι και κατά την έρευνα κατασχέθηκαν τα τεκμήρια 5 και 6, όπου στον ένα υπήρχε εγκατεστημένο τυχερό παιγνίδι με συγκεκριμένη ονομασία και από τον άλλο γινόταν η διαχείριση των λογαριασμών των παικτών για τα παιγνίδια των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Για το συγκεκριμένο παιγνίδι υπήρχε γνωμάτευση του γενικού Εισαγγελέα, την οποία και επισύναψε στην έκθεση του, ως προς τις προϋποθέσεις νομιμότητας του και που στην προκειμένη περίπτωση δεν τηρήθηκαν, διότι υπό κάλυψη αστυνομικός παριστάνοντας τον πελάτη έδωσε χρήματα και έπαιξε στο συγκεκριμένο παιγνίδι χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις που έθετε η εν λόγω γνωμάτευση. Σύμφωνα με εξέταση που έγινε, τα τεκμήρια αυτά είναι μηχανές τυχερού παιγνιδιού και αντικείμενο της εξέτασης ήταν κατά πόσο υπήρχε παραβίαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του έχει κάνει αναφορά στην ανεύρεση του τυχερού παιγνιδιού και είναι τύπου ΄΄φρουτάκια΄΄ και την γνωμάτευση του γενικού Εισαγγελέα που υπήρχε για αυτά, αναφέρθηκε στις γνώσεις και εμπειρίες του σε θέματα ηλεκτρονικών υπολογιστών, αναγνώρισε δια μέσου του τεκμηρίου 11 το επίδικο υποστατικό το οποίο και περιέγραψε και τι έχει ανευρεθεί σε αυτό. Επίσης έδωσε διευκρινήσεις και λεπτομέρειες επί αναφορών του που γίνονται στην έκθεση του, ιδίως επί τεχνικών θεμάτων. Ανέφερε επίσης ότι στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές θα γινόταν εξέταση εάν το λειτουργικό ήταν νόμιμο ή όχι και ο ίδιος δεν έλαβε την σχετική απάντηση, διότι αυτή αποστέλλεται στον εξεταστή της υπόθεσης. Στο επίδικο υποστατικό δεν θυμόταν εάν υπήρχαν θαμώνες, αναγνώρισε όμως τον κατηγορούμενο ως τον υπεύθυνο του υποστατικού, εντός του οποίου εισήλθε υπό κάλυψη αστυνομικός, ο οποίος και του ανέφερε ότι έδωσε χρήματα στον κατηγορούμενο και αυτός πίστωσε μονάδες, κάθισε σε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή και άρχισε να παίζει «φρουτάκια». Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στον αριθμό των ηλεκτρονικών υπολογιστών που εξέτασε ο ίδιος και στην ύπαρξη άδειας για το συγκεκριμένο παιγνίδι που ανευρέθηκε, διευκρίνησε ότι δεν ήταν παρών κατά την διαδικασία πίστωσης των μονάδων, περιέγραψε τον τύπο του παιγνιδιού που ανευρέθηκε, ήτοι «φρουτάκια», διαχωρίζοντας το από άλλα παιγνίδια διαφορετικών τύπων. Δεν ήταν βέβαιος εάν ο υπό κάλυψη αστυνομικός μπορούσε να είχε κέρδος από το παιγνίδι που έπαιξε, διότι όταν ο υπό κάλυψη αστυνομικός έπαιξε πήγε η αστυνομία στο υποστατικό και διέκοψε την διαδικασία. Διευκρίνησε ότι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής από μόνος του δεν είναι μηχανή τυχερού παιγνιδιού, όμως με κατάλληλα λογισμικά προγράμματα μπορεί να μετατραπεί σε τέτοια. Συμφώνησε ότι εκτός από τα τεκμήρια 5 και 6 υπήρχαν και άλλοι ηλεκτρονικοί υπολογιστές που έχουν την δυνατότητα μετατροπής σε μηχανή τυχερού παιγνιδιού και ότι την διαδικασία μετατροπής την έχει πάντα ο χρήστης, απαντώντας επίσης και σε υποθετικές ερωτήσεις και παραδείγματα για αυτό το ζήτημα. Αναφέρθηκε επίσης και στον τόπο όπου βρίσκονταν τα τεκμήρια 5 και 6 και οι λοιποί υπολογιστές και από ποιον παρέλαβε τα τεκμήρια 5 και 6 και ποιος ήταν ο σκοπός της εξέτασης τους. Όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε γενικά τι περιείχαν οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές στο επίδικο υποστατικό, ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τι ήξερε ο κατηγορούμενος, εξέφρασε άγνοια σε υποβληθείσα θέση ότι τα χρήματα που έδωσε ο υπό κάλυψη αστυνομικός ήταν για να έχει πρόσβαση σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και ξεκαθάρισε ότι από την στιγμή που διακόπηκε η ενέργεια του υπό κάλυψη αστυνομικού, δεν θα μπορούσαν να γνωρίζουν το αποτέλεσμα κατά πόσο θα υπήρχε χρηματικό αντάλλαγμα από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Στην επανεξέταση του ανέφερε ότι θεωρεί απίθανο το γεγονός αυτό το παιγνίδι να εγκαταστάθηκε από τον υπό κάλυψη αστυνομικό. Ως προς τον Μ.Κ. 6, ισχύουν τα ίδια, τηρουμένων των αναλογιών, για τα όσα έχουν αξιολογηθεί για τον Μ.Κ. 4 ως προς την πηγή άντλησης της γνώσης του ως προς το είδος του παιγνιδιού και την δυνατότητα αποκόμισης οφέλους και γενικά για τον χαρακτηρισμό του παιγνιδιού ως τυχερού και την εμπλοκή και γνώση του κατηγορούμενου, διότι η γνώση του ως επί των πλείστων προέρχεται από τον Μ.Κ. 7, η μαρτυρία του οποίου αξιολογείται πιο κάτω. Επιπρόσθετα, τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας αναφορικά με το παιγνίδι για το οποίο έκανε αναφορά και που είχε ως επίκεντρο το ζήτημα κατά πόσο έχουν παραβιαστεί δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας δεν έχουν οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι όπως έχει ήδη γίνει αναφορά και αξιολόγηση πιο πάνω δεν αποτελούν επίδικα ζητήματα στην παρούσα διαδικασία. Ούτε βεβαίως είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο η γνωμάτευση του γενικού Εισαγγελέα αναφορικά με τις προϋποθέσεις νομιμότητας ή όχι του παιγνιδιού που ανευρέθηκε, διότι το παρόν Δικαστήριο προβαίνει σε ειδική νομική ανάλυση και αξιολόγηση των υπό εξέταση αδικημάτων, υπό το πρίσμα πάντα των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης και που αξιολογούνται από το Δικαστήριο. Ως προς την αλυσίδα των τεκμηρίων, ισχύουν τα ίδια με τα όσα αναφέρθηκαν και αξιολογήθηκαν πιο πάνω στην μαρτυρία του Μ.Κ.
  10. Κατ΄ επέκταση και η μαρτυρία του Μ.Κ. 6 δεν παρέχει στο Δικαστήριο ένα ασφαλές και στέρεο υπόβαθρο για να εξαχθούν ευρήματα και συμπεράσματα που να καλύπτουν τα συστατικά στοιχεία των υπό εξέταση αδικημάτων. Ο Μ.Κ. 7 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε την κατάθεση του, ήτοι το τεκμήριο 21, στην οποία αναφέρει ότι την επίδικη ημέρα ορίστηκε μέλος επιχείρησης που θα ελάμβανε χώρα στο επίδικο υποστατικό στην διεύθυνση και την ονομασία που ανέφερε. Μετά από την λήψη σχετικών οδηγιών, ο μάρτυρας παρέλαβε από τον Μ.Κ. 4 τα σημαδεμένα χαρτονομίσματα με σκοπό να παίξει στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές που ήταν εγκατεστημένοι στο επίδικο υποστατικό για να εξακριβώσουν κατά πόσο αυτοί μετατρέπονται σε μηχανές τυχερού παιγνιδιού και κατά πόσο παραβιάζονται πνευματικά δικαιώματα. Ο μάρτυρας εισήλθε στο υποστατικό, όπου συνάντησε τον κατηγορούμενο πίσω από τον πάγκο του ταμείου, ο οποίος τον ρώτησε τι θέλει και ο μάρτυρας του απάντησε ότι θέλει να παίξει τυχερά παιγνίδια στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές που υπάρχουν εκεί και τότε ο κατηγορούμενος τον ρώτησε πόσα χρήματα θέλει να παίξει και ο μάρτυρας του απάντησε είκοσι ευρώ και του έδωσε τα σημαδεμένα χαρτονομίσματα, τα οποία ο κατηγορούμενος τα τοποθέτησε στο ταμείο που βρισκόταν πίσω από τον πάγκο. Ο μάρτυρας αφού κάθισε σε συγκεκριμένο ηλεκτρονικό υπολογιστή, ο κατηγορούμενος τον πίστωσε με 1000 μπόνους και ξεκίνησε να παίζει το παιγνίδι «PIRATES PLUS». Σε κατοπινό στάδιο ο μάρτυρας έκανε αναπάντητη κλήση από το κινητό του σε συγκεκριμένο αστυφύλακα για να εισέλθει στο υποστατικό μαζί με άλλους συναδέλφους του που αποτελούσαν τα υπόλοιπα μέλη της επιχείρησης για να γίνει η έρευνα και όταν αυτοί εισήλθαν, υπέδειξε σε συγκεκριμένο συνάδελφο του ως υπεύθυνο του μέρους και που τοποθέτησε τα σημαδεμένα χαρτονομίσματα, ως επίσης σε ποιο ηλεκτρονικό υπολογιστή έπαιξε και στη συνέχεια ο μάρτυρας αποχώρησε. Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, περιέγραψε μέσω του τεκμηρίου 11 το επίδικο υποστατικό και τι έχει ανευρεθεί εκεί, αναγνώρισε τα σημαδεμένα χαρτονομίσματα που χρησιμοποίησε και τον ηλεκτρονικό υπολογιστή που έπαιξε, ανέφερε ο μάρτυρας ότι ζήτησε να παίξει το πιο πάνω παιγνίδι και ο κατηγορούμενος του είπε να καθίσει σε συγκεκριμένο υπολογιστή, δεν γνώριζε ο μάρτυρας την πίστωση σε πόντους, γνώριζε όμως ο μάρτυρας από άλλες επιχειρήσεις ότι από την στιγμή που δίνει χρήματα λαμβάνει πόντους και ότι εάν οι πόντοι του δίπλαζαν αυτόματα θα δίπλαζαν τα χρήματα του και αυτό είναι αυτονόητο όπως ανέφερε και σε περίπτωση που χάνεις φεύγεις και στην προκειμένη περίπτωση έπαιξε για πολύ λίγο. Ως προς το παιγνίδι που έπαιξε ανέφερε ότι για να κερδίσει κάποιος πρέπει τα εικονίδια στην μέση τουλάχιστον να είναι στην ίδια μορφή και κάθε φορά που έπαιζε πατώντας το κουμπί αφαιρούνταν 20 πόντοι από ότι θυμόταν και δεν πέτυχε ο μάρτυρας οτιδήποτε το θετικό και ούτε ο κατηγορούμενος σε όλη την διάρκεια που έπαιζε ήρθε κοντά του, αλλά μόνος του ο μάρτυρας δεν μπορούσε να πιστώσει το μηχάνημα με πόντους. Διευκρίνησε ο μάρτυρας ότι δεν ρώτησε τον κατηγορούμενο εάν διπλασίαζαν οι πόντοι του θα του έδινε χρήματα, γενικά όμως σε άλλες περιπτώσεις είχε ρωτήσει. Ως προς την δεύτερη κατηγορία, ο μάρτυρας διευκρίνησε ότι δεν έχει διαπιστώσει οποιανδήποτε ρουλέτα, φίσιες ή τραπουλόχαρτα και δεν γνωρίζει ο μάρτυρας οτιδήποτε σχετικά με την ύπαρξη ή όχι αδειών στο επίδικο κατάστημα. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στην έκταση που γνώριζε για την ονομασία του επίδικου υποστατικού και γενικά οτιδήποτε σχετιζόταν με αυτό σύμφωνα και με το Δικαστικό ένταλμα έρευνας. Περιέγραψε την διαδικασία που προηγήθηκε με τα σημαδεμένα χαρτονομίσματα και τι αυτό σημαίνει και σε τι χρησίμευσαν στην προκειμένη περίπτωση επανέλαβε τα όσα λέχθηκαν μεταξύ του ιδίου και του κατηγορούμενου πριν ο μάρτυρας καθίσει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και κατά τον ίδιο οι πόντοι δεν αντιστοιχούσαν σε χρόνο όπως ήταν η υποβολή από την υπεράσπιση, αλλά οι πόντοι αντιστοιχούσαν σε χρήματα στο παιγνίδι που ο ίδιος διάλεξε να παίξει και που ήξερε και που έχει πιστωθεί και δεν ήξερε πόση πίστωση έχει παραμείνει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή όταν έφυγε από το μέρος, αλλά έπρεπε να εισέλθουν οι αστυνομικοί πριν τελειώσει η πίστωση για να φανεί ότι έχει παίξει και επειδή δεν είχε άλλα σημαδεμένα χαρτονομίσματα και συνεπώς έκανε την αναπάντητη κλήση για να εισέλθουν η αστυνομικοί στο υποστατικό και να γίνει η σχετική έρευνα και να εντοπιστούν χρήματα και γενικά να γίνει έρευνα για τυχόν διάπραξη αδικημάτων όπως τα έχει αναφέρει. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο υπεύθυνος του υποστατικού διότι ήταν το μόνο άτομο εκεί και ήταν το άτομο που πήρε τα χρήματα. Ως η έκφραση του, νομίζει πως είναι σίγουρος ότι για να παίξει το συγκεκριμένο παιγνίδι χρειάζεται σύνδεση στο διαδίκτυο και κατά την γνώμη του θα κέρδιζε εάν δίπλαζαν οι πόντοι θα δίπλαζαν και τα χρήματα του αλά κάτι τέτοιο δεν του είπε ο κατηγορούμενος και ούτε ξέρει ποιος θα τον πλήρωνε εάν κέρδιζε. Ολοκληρώνοντας την αντεξέταση του τοποθετήθηκε σε υποβληθείσες θέσεις ως προς την δυνατότητα μετατροπής οποιουδήποτε ηλεκτρονικού υπολογιστή σε μηχανή τυχερού παιγνιδιού και σε τι αντιστοιχούσαν τα χρήματα που ο μάρτυρας έδωσε. Στην επανεξέταση του έδωσε κάποιες διευκρινήσεις για το πως αντιλήφθηκε την πίστωση που του έγινε. Αναμφίβολα ο μάρτυρας αυτός ήταν η ναυαρχίδα που επιστράτευσε η κατηγορούσα αρχή για να στοιχειοθετήσει την υπόθεση της, διότι ήταν ο υπό κάλυψη αστυνομικός που πήγε στο επίδικο υποστατικό με σημαδεμένα χαρτονομίσματα για να παίξει συγκεκριμένο παιγνίδι και να διαπιστωθεί κατά πόσο εκεί διαπράττονται αδικήματα όπως τα υπό εξέταση και ειδικότερα η κατηγορούσα αρχή στηρίχθηκε στην μαρτυρία του για να καταδείξει το αντάλλαγμα των χρημάτων που δόθησαν και στο ότι αποσκοπούσαν σε παροχή κέρδους ή άλλου ανταλλάγματος. Το να αποσκοπείται η παροχή κέρδους ή άλλου ανταλλάγματος κρίνεται από το Δικαστήριο ότι είναι απαραίτητο συστατικό στοιχείο των υπό εξέταση αδικημάτων, έχοντας υπ΄ όψη την ορολογία που θέτει ο νόμος για να προσδιορίσει τι είναι μηχανή τυχερού παιγνιδιού. Αναμφίβολα, έχοντας υπ΄ όψη μάλιστα ότι ο νομοθέτης κάνει αναφορά σε κατοχή ή έλεγχο τέτοιων μηχανών, για να στοιχειοθετηθεί το υπό εξέταση αδίκημα θα πρέπει να αποδειχθεί και η ένοχη διάνοια (mens rea), ήτοι ότι μια τέτοια μηχανή αποσκοπεί στην παροχή κέρδους ή άλλου ανταλλάγματος, που να έχει βέβαια τα χαρακτηριστικά του κέρδους. Κατ΄ αρχήν με την μαρτυρία αυτού του μάρτυρα δεν έχει καταδειχθεί οτισήποτε που να αφορά την δεύτερη κατηγορία, αφού ο μάρτυρας δεν είδε καν την ρουλέτα. Ως προς την πρώτη κατηγορία που είχε εμπλοκή ο μάρτυρας, ο μάρτυρας αυτός ήταν ξεκάθαρος όσον αφορά τα πιο πάνω αναφερόμενα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ήτοι ως προς το αντάλλαγμα και την αποκόμιση κέρδους, είναι μόνο από το τι πίστευε ο ίδιος και μόνο ότι με το να παίξει στον συγκεκριμένο ηλεκτρονικό υπολογιστή το συγκεκριμένο παιγνίδι πίστευε ότι θα κέρδιζε, αποσυνδέοντας πλήρως τον κατηγορούμενο από οποιανδήποτε εκ μέρους του λόγω ή έργω παράσταση ή πληροφόρησηότι υπάρχει η δυνατότητα αποκόμισης κέρδους ή άλλου οφέλους ή ανταλλάγματος, αφού ο ίδιος ο μάρτυρας ρητά ανέφερε ότι δεν είχε καν με τον κατηγορούμενο μια τέτοια στιχομυθία για αυτό το θέμα και ούτε ήξερε ο μάρτυρας από ποιον θα αποκόμιζε το οποιοδήποτε κέρδος τυχόν πετύχαινε, ως ο ίδιος ανέφερε αφού ούτε καν ρώτησε τον κατηγορούμενο για αυτό το ζήτημα και αυτές οι αναφορές του μάρτυρα αφήνουν ένα κενό ως προς τα πιο πάνω αναφερόμενα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Το ότι ο μάρτυρας ανέφερε ότι γνώριζε από άλλες επιχειρήσεις ότι εάν δίπλαζαν οι πόντοι θα δίπλαζαν και τα χρήματα, ασφαλώς δεν καλύπτουν την παρούσα υπόθεση, δεν διασυνδέουν τον παρών κατηγορούμενο και ούτε τον δεσμεύουν. Το ότι ήταν υπεύθυνος του χώρου ο κατηγορούμενος και ότι έλαβε τα χαρτονομίσματα που ήταν σημαδεμένα αυτό είναι δεδομένο και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, διότι ήταν το μοναδικό άτομο στον χώρο ως υπεύθυνος και ήταν το άτομο που έλαβε τα σημαδεμένα χαρτονομίσματα και πίστωσε με πόντους τον συγκεκριμένο ηλεκτρονικό υπολογιστή που έπαιξε ο Μ.Κ. 7 το συγκεκριμένο παιγνίδι. Αυτό από μόνο του όμως δεν αρκεί για να στοιχειοθετήσει το συστατικό στοιχείο της ένοχης διάνοιας ότι ο συγκεκριμένος ηλεκτρονικός υπολογιστής και γενικά ο οποιοσδήποτε ηλεκτρονικός υπολογιστής που ανευρέθηκε στο επίδικο υποστατικό την επίδικη ημέρα αποσκοπούσε στο κέρδος ή σε άλλο αντάλλαγμα, λόγω ακριβώς της αξιολόγησης που έγινε πιο πάνω με την απουσία οποιασδήποτε αναφοράς ή παράστασης εκ μέρους του κατηγορούμενου προς αυτήν την κατεύθυνση και δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία που να συνδέει τον κατηγορούμενο με αυτά τα απαραίτητα συστατικά στοιχεία. Το ίδιο κενό μαρτυρίας στην παρούσα υπόθεση από όλους τους μάρτυρες για αυτά τα συστατικά στοιχεία ισχύει βεβαίως και για την ρουλέτα που αφορά την δεύτερη κατηγορία, πέραν δηλαδή των όσων έχουν ήδη αξιολογηθεί πιο πάνω για την ρουλέτα - τεκμήριο
  11. Τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας αυτός και γενικά ότι έχει αναφερθεί στην παρούσα υπόθεση για την διεύθυνση που βρίσκεται το επίδικο υποστατικό και ποια ήταν η ονομασία του και τι ακριβώς στεγαζόταν εκεί, δεν έχουν οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, έχοντας υπ΄ όψη τα πιο πάνω αναφερόμενα απαραίτητα συστατικά στοιχεία των υπό εξέταση αδικημάτων. Συνεπώς, η μαρτυρία του Μ.Κ. 7 δεν καλύπτει τα πιο πάνω αναφερόμενα συστατικά στοιχεία των υπό εξέταση αδικημάτων. Η μαρτυρία του Μ.Υ. 1 επικεντρώθηκε ως προς το ζήτημα του τι ακριβώς στεγαζόταν ή όχι στο επίδικο υποστατικό και γενικά με συγκεκριμένο σωματείο, τα οποία κρίνονται από το Δικαστήριο ότι δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τα υπό εξέταση αδικήματα και τα πιο πάνω αναφερόμενα συστατικά στοιχεία ως πιο πάνω έχουν αναλυθεί και συνεπώς η μαρτυρία του Μ.Υ. 1 δεν έχει οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των υπό εξέταση αδικημάτων που να συνδέουν τον κατηγορούμενο με ένοχη διάνοια (mens rea), παράσταση, πληροφόρηση ή διαβεβαίωση ως προς την δυνατότητα απόκομισης κέρδους ή άλλου οφέλους ή ανταλλάγματος μέσα από τα τεκμήρια 5, 6 και 7 με την συνεπακόλουθη μοιραία κατάληξη του οικοδομήματος της κατηγορούσας αρχής. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, ο κατηγορούμενος αθωώνεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Μηχανές τυχερού παιγνιδιού. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.