← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. MITALA κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14400/19, 12/11/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. MITALA κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14400/19, 12/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14400/19 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον 1.xxxxx xxxx MITALA

  1. xxxx xxxx SOSA Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 12.11.2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κα Α. Αναστασίου Για τον Κατηγορούμενο 1 : κ. Χρ. Αδάμου Για τον Κατηγορούμενο 2: κα Σ. Αδάμου Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες Π Ο Ι Ν Η Το παρόν κατηγορητήριο συμπεριελάμβανε αρχικά 41 αδικήματα. Διακόπηκε ωστόσο η ποινική δίωξη σε σχέση με όλες τις κατηγορίες που αφορούσαν το αδίκημα της συνωμοσίας, οι οποίες συνολικά ήταν 12, με αποτέλεσμα να παραμείνουν 29 αδικήματα τα οποία παραδέχθηκαν οι Κατηγορούμενοι 1 και
  2. Συγκεκριμένα οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 παραδέχθηκαν από κοινού δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής (κατηγορίες υπ' αρ.2 και 25), τέσσερις κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της κλοπής (κατηγορίες υπ' αρ.3, 6, 23 και 26), επτά κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου και κλοπής (κατηγορίες υπ' αρ.5, 10, 12, 14, 16, 17 και 21), την κατηγορία υπ' αρ.8 που αφορά διάρρηξη κατοικίας και κλοπής κατά τη νύχτα και την κατηγορία υπ' αρ.19 που αφορά το αδίκημα της διάρρηξης με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε τη διάπραξη 10 ακόμη αδικημάτων διάρρηξης κτιρίου και κλοπής (κατηγορίες υπ' αρ.27-30, 32 - 36 και 40), ενός αδικήματος διάρρηξης κατοικίας και κλοπής κατά τη διάρκεια της νύχτας (κατηγορία υπ' αρ.37), δύο αδικημάτων διάρρηξης κτιρίου με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος (κατηγορίες υπ' αρ.31 και 38) και ενός αδικήματος κλοπής εκ προσώπου (κατηγορία υπ' αρ.41). Δεν προτίθεμαι να παραθέσω εκ νέου τα γεγονότα που συνθέτουν την παραβατική συμπεριφορά των Κατηγορουμένων 1 και
  3. Δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά της υπόθεσης και περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο Α. Περιορίζομαι να αναφέρω ότι η εξιχνίαση της παρούσας υπόθεσης κατέστη δυνατή όταν συνελήφθηκε ο Κατηγορούμενος 1 τις πρωινές ώρες της 18.07.19 μετά από καταδίωξη στα πλαίσια της οποίας υπήρξε σύγκρουση υπηρεσιακού οχήματος της αστυνομίας με κλοπιμαίο όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος
  4. Ακολούθως, στις 21.07.19 συνελήφθηκε και ο Κατηγορούμενος 2, επίσης μετά από καταδίωξη. Τόσο ο Κατηγορούμενος 1, όσο και ο Κατηγορούμενος 2, μετά τη σύλληψη τους, συνεργάστηκαν με τις διωκτικές αρχές ομολογώντας τη διάπραξη των υπό τιμωρία αδικημάτων. Σύμφωνα με την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής εντοπίστηκαν και επιστράφηκαν στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους τα τρία αυτοκίνητα που κλάπηκαν (κατηγορίες υπ' αρ.3, 6 και 26), ενώ από τα υπόλοιπα κλαπέντα αντικείμενα μόνο μικρό μέρος εντοπίστηκε. Περαιτέρω, δήλωσε ότι επικοινώνησε με όλους τους Παραπονούμενους μεταφέροντας σε αυτούς την επιθυμία των Κατηγορουμένων όπως τους αποζημιώσουν. Όλοι οι Παραπονούμενοι συμφωνούν στην έκδοση διαταγμάτων αποζημίωσης τους. Εξαίρεση αποτελεί μόνο ο Παραπονούμενος των κατηγοριών αρ.25 και 26 ο οποίος, για τους λόγους που ανέφερε η κα. Αναστασίου και οι οποίοι σχετίζονται με ισχυριζόμενες ζημιές που υπέστη το κλαπέν όχημα του (κατηγορία αρ.26) σε σχέση με τις οποίες δεν υπήρξε επί του παρόντος συμφωνία με τους Κατηγορούμενους 1 και 2, δεν αποδέχθηκε την έκδοση διατάγματος αποζημίωσης για την κατηγορία υπ' αρ.
  5. Επίσης, όσον αφορά την κατηγορία αρ.30, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής δήλωσε ότι η Παραπονούμενη αποδέχεται όπως αποζημιωθεί για το ποσό των €6.000 και μετέφερε δήλωση της ότι δεν έχει παράπονο, παρά το ότι η κλαπείσα περιουσία ανέρχεται στο ποσό των €7.
  6. Τέλος, η κα. Αναστασίου ανέφερε ότι και οι δύο Κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου 1 αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής κάλεσε το Δικαστήριο να προσμετρήσει ιδιαιτέρως το γεγονός του νεαρού της ηλικίας του Κατηγορούμενου. Ο κ. Αδάμου τόνισε ότι στις περιπτώσεις νεαρών προσώπων προέχει η ανάγκη αναμόρφωσης τους, παρά η επιβολή αυστηρής ποινής. Ο Κατηγορούμενος, ηλικίας 20 ετών, διέπραξε τα αδικήματα σε μικρό χρονικό διάστημα, μεταξύ των μηνών Μαΐου - Ιουλίου
  7. Τη συγκεκριμένη περίοδο είχε έλθει σε αντιπαράθεση με την οικογένεια του, ξέφυγε της οικογενειακής εποπτείας και οδηγήθηκε στην παραβατική συμπεριφορά για την οποία βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κοινωνικοοικονομικής έκθεσης του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών και μετέφερε στο Δικαστήριο την ειλικρινή μεταμέλεια του Κατηγορούμενου
  8. Η γνησιότητα της μεταμέλειας του Κατηγορούμενου 1 προκύπτει από το γεγονός ότι είναι διατεθειμένος να δεχθεί διατάγματα αποζημίωσης των θυμάτων των παράνομων πράξεων του. Ολοκληρώνοντας την αγόρευση του ο κ. Αδάμου κάλεσε το Δικαστήριο να εξαντλήσει την επιείκεια του και εισηγήθηκε ότι, σε περίπτωση που αποφασιστεί η επιβολή ποινής φυλάκισης, συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις οι οποίες δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης της. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου 2 στη δική της αγόρευση για μετριασμό της ποινής αναφέρθηκε, αφού υιοθέτησε τη σχετική κοινωνικοοικονομική έκθεση που ετοιμάστηκε από το Τμήμα Κοινωνικών Υπηρεσιών, στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του πελάτης της. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι ο Κατηγορούμενος 2 βίωσε τραυματικές εμπειρίες κατά την παιδική του ηλικία, αφού ο αλκοολικός πατέρας του συμπεριφερόταν με βίαιο τρόπο. Η κα. Αδάμου κάλεσε το Δικαστήριο να προσμετρήσει την άμεση παραδοχή και συνεργασία του Κατηγορούμενου 2 με τις διωκτικές αρχές, πράγμα το οποίο δεικνύει και τη μεταμέλεια του. Τόνισε δε ότι η μεταμέλεια του είναι έμπρακτη, καθώς, μαζί με τον Κατηγορούμενο 1, αποδέχεται την έκδοση διαταγμάτων αποζημίωσης των θυμάτων της παραβατικής συμπεριφοράς του. Καταληκτικά, η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου 2 ανέφερε ότι η κλαπείσα περιουσία είναι μικρής αξίας και εισηγήθηκε ότι η παρούσα περίπτωση είναι κατάλληλη για να ανασταλεί ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι είναι δεδομένη. Οι προβλεπόμενες ποινές δίδουν το στίγμα της σοβαρότητας της έκνομης συμπεριφοράς των Κατηγορουμένων 1 και
  9. Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής κατά τη νύχτα η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή είναι τα 10 έτη φυλάκισης (άρθρο 292(α) του Κεφ.154), για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας ή κτιρίου και της κλοπής τα 7 έτη φυλάκισης (άρθρα 292(α) και 294(α) του Κεφ.154), για τα αδικήματα της διάρρηξης με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος (άρθρο 295 του Κεφ.154) και της κλοπής εκ προσώπου (άρθρο 266(α) του Κεφ.154) τα 5 έτη φυλάκισης, ενώ για το αδίκημα της κλοπής (άρθρα 255 και 262 του Κεφ.154) τα 3 έτη φυλάκισης. Είναι νομολογημένο ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (Δημοκρατία ν. Κυριάκου

(1991)2 Α.Α.Δ 264). Ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με αδικήματα της εξεταζόμενης φύσης δεικνύει ότι κατά κανόνα επιβάλλεται ποινή στερητική της ελευθερίας. Στην υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 565, το Εφετείο, με παραπομπή σε παλαιότερη Νομολογία, σημείωσε ότι τα αδικήματα των κλοπών και των διαρρήξεων είναι σε έξαρση γι' αυτό και επιβάλλεται η ανακοπή αυτού του είδους της εγκληματικότητας η οποία έχει κλονίσει σοβαρά την εμπιστοσύνη του κοινού στους θεσμούς της δημόσιας ασφάλειας. Η προαναφερόμενη παρατήρηση, η οποία έγινε πριν 16 χρόνια, είναι εξίσου επίκαιρη αφού τα υπό αναφορά αδικήματα εξακολουθούν να βρίσκονται σε έξαρση γεγονός για το οποίο το παρόν Δικαστήριο αντλεί δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που καθημερινά εκδικάζονται ενώπιον του. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου HUSSEIN v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποινική Έφεση αρ.252/18 ημερ. 31.05.19 επισημάνθηκε εκ νέου η ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης αδικημάτων αυτής της φύσης: «Υπάρχει πλούσια νομολογία στην οποία τονίστηκε η σοβαρότητα των αδικημάτων της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Ahmed Saadi v. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2016:B300, Ποιν. Έφ. 308/14 ημερ. 24/6/2016 που αφορούσε επίσης σε κατηγορίες για διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, το Εφετείο τόνισε τα εξής: «Η νομολογία είναι αυστηρή στην αντιμετώπιση αυτού του είδους τις υποθέσεις. Η ανάγκη για αποτροπή είναι προεξάρχουσα, η προστασία της ζωής και της ασφάλειας των φιλήσυχων πολιτών αποτελεί προτεραιότητα και η έστω κατά κατασταλτικό τρόπο αντιμετώπιση της ανάκτησης της εμπιστοσύνης του κοινού στην εμπέδωση του δικαίου, αδήρητη αναγκαιότητα, (Φραντζίδης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77, Bezanidis κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 785 και Georghe κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 824).»» Οι προαναφερόμενες επισημάνσεις δεν εξουδετερώνουν ασφαλώς το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος. Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 248). Στην προκείμενη περίπτωση λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος των Κατηγορουμένων 1 και 2 τα ακόλουθα: · Την άμεση παραδοχή των Κατηγορουμένων. Έχει τονιστεί κατ' επανάληψη στη νομολογία μας ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ 28). · Το λευκό ποινικό μητρώο τους. · Τη συνεργασία τους με τις αστυνομικές αρχές, η οποία διαδραμάτισε ουσιαστικό ρόλο στην εξιχνίαση των εγκλημάτων. Σημειώνεται ότι, στη βάση των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον μου, μόνο σε 7 από τα συνολικά 29 αδικήματα προέκυψε επιστημονική μαρτυρία εναντίον τους. Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις τους, όπως αυτές εκτίθενται στις σχετικές κοινωνικοοικονομικές εκθέσεις και αναπτύχθηκαν περαιτέρω από τους συνηγόρους τους. Ειδικότερα σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 λαμβάνω υπόψη μου τα δύσκολα παιδικά βιώματα του, ωστόσο, όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Ανδρέας Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 77, η δυστυχία που πλήττει έναν άνθρωπο στην παιδική του ηλικία δεν αποτελεί μόνιμη ασπίδα για συνέχιση της παρανομίας με ατιμωρησία. · Το γεγονός ότι μέρος της κλαπείσας περιουσίας εντοπίστηκε. Ιδιαιτέρως λαμβάνω υπόψη μου ότι μέσα στα αντικείμενα που ευρέθηκαν περιλαμβάνονται τα τρία αυτοκίνητα που κλάπηκαν. Έστω και αν αφορούν μόνο 3 από τα 29 συνολικά αδικήματα, εντούτοις η χρηματική αξία των εν λόγω αυτοκινήτων είναι μεγαλύτερη σε σχέση με το σύνολο της χρηματικής αξίας της υπόλοιπης κλαπείσας περιουσίας. Συγκεκριμένα το σύνολο της αξίας των τριών αυτοκινήτων ανέρχεται στο ποσό των €29.500, ενώ το σύνολο της αξίας της υπόλοιπης κλαπείσας περιουσίας που ιδιοποιήθηκαν παράνομα από κοινού οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 ανέρχεται σε €5.934 και αυτή που παράνομα ιδιοποιήθηκε μόνος του ο Κατηγορούμενος 1 σε €12.635. · Το μικρό χρονικό διάστημα στο οποίο εκδηλώθηκε η παραβατική συμπεριφορά των Κατηγορουμένων 1 και 2. Την πρόθεση των Κατηγορούμενων να αποζημιώσουν τα θύματα των παράνομων πράξεων τους. Στην Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 252, το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνωρίζοντας ότι η αποκατάσταση της ζημιάς αποτελεί μετριαστικό παράγοντα ανέφερε τα ακόλουθα: «Η επανόρθωση της ζημιάς είναι πάντοτε ελαφρυντικός παράγοντας, που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, παρόλο ότι η επανόρθωση αυτή δεν μειώνει τη βαρύτητα του αδικήματος. Η μεταμέλεια είναι στοιχείο μείωσης της ποινής. Η επανόρθωση περιέχει το στοιχείο της μετάνοιας, της συντριβής και επενεργεί προς όφελος της πολιτείας και των θυμάτων του αδικήματος. Ο δράστης δεικνύει, έτσι, έμπρακτα και όχι απλά τη μεταμέλειά του. Τα Δικαστήρια με την επιβολή των ποινών ενθαρρύνουν τους αδικοπραγούντες να επανορθώσουν τη ζημιά των παραπονουμένων - (βλ. Ieronymides, (ανωτέρω)).» Σημειώνω ωστόσο ότι ο συγκεκριμένος παράγοντας, όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στις υποθέσεις Μενελάου άλλως Καραμανλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 248 και Δημητρίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 46, δεν συνιστά βαρυσήμαντο στοιχείο κατά την επιμέτρηση. · Την έμπρακτη μεταμέλεια των Κατηγορουμένων 1 και 2 ως αυτή προκύπτει μέσα από την άμεση παραδοχή τους, τη συνεργασία τους με την αστυνομία και την πρόθεση τους να αποζημιώσουν τους Παραπονούμενους με την έκδοση σχετικών διαταγμάτων. · Ειδικότερα όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 1 προσμετρώ επίσης το νεαρό της ηλικίας του, αφού ο Κατηγορούμενος 1 είναι ηλικίας 20 ετών. Σύμφωνα με τη νομολογία το νεαρό της ηλικίας αποτελεί επιπρόσθετο ελαφρυντικό παράγοντα (Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 50). Στο σύγγραμμα «Sentencing in Cyprus 2η έκδοση», του πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ. Μ. Πική, αναφέρεται στις σελίδες 89-90 ότι δεν υπάρχει αυθεντία που να καθορίζει μέχρι ποιας ηλικίας άτομα μπορούν να θεωρούνται νεαρά πρόσωπα. Αυτό, όμως, που είναι σίγουρο, σύμφωνα με το πιο πάνω σύγγραμμα, είναι ότι όσο ένα άτομο μεγαλώνει η σημασία του νεαρού της ηλικίας ως μετριαστικού παράγοντα φθίνει. Στην προκείμενη περίπτωση δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο Κατηγορούμενος 1 είναι νεαρό πρόσωπο και ότι ενόψει της ηλικίας του (20 ετών) οι προοπτικές αναμόρφωσης του είναι καλύτερες σε σχέση με μεγαλύτερα άτομα. Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ δύσκολο, λεπτό και πολυσύνθετο έργο. Το Δικαστήριο οφείλει να εξεύρει την κατάλληλη ποινή η οποία θα εξυπηρετήσει από τη μία το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την τιμωρία των εγκληματιών προς εμπέδωση του αισθήματος ασφάλειας και ευνομίας, αλλά και προς αποτροπή νέων επίδοξων παραβατών και από την άλλη να αναμορφώσει τον αδικοπραγούντα προσφέροντας στην κοινωνία έναν καλύτερο άνθρωπο. Οι περιστάσεις της υπόθεσης δεν ευνοϊκές για τους Κατηγορούμενους 1 και 2, καθώς η παραβατική συμπεριφορά τους υπήρξε επαναλαμβανόμενη έστω και αν αυτή εκδηλώθηκε σε μικρό χρονικό διάστημα. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 διέπραξαν από κοινού μέσα στην περίοδο Ιουνίου - Ιουλίου 2019, 15 συνολικά αδικήματα, ενώ ο Κατηγορούμενος 1 μέσα στην περίοδο Μαΐου - Ιουλίου 2019 διέπραξε συνολικά 29 αδικήματα. Οι προαναφερόμενοι αριθμοί καταδεικνύουν το μέγεθος της παραβατικής συμπεριφοράς των Κατηγορουμένων η οποία αναχαιτίστηκε με τη σύλληψη τους. Σημειώνω ότι οι διαρρήξεις και κλοπές έγιναν τόσο σε επαγγελματικά υποστατικά όσο και σε κατοικίες, ενώ σε δύο περιπτώσεις οι διαρρήξεις σε κατοικίες έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της νύχτας επιτείνοντας έτσι τη σοβαρότητα των αδικημάτων. Οι Κατηγορούμενοι με τη συμπεριφορά τους περιφρόνησαν την έννομη τάξη και τα δικαιώματα των συμπολιτών μας. Σε ένα κράτος δικαίου οι πολίτες δικαιούνται να απολαμβάνουν το αίσθημα της ασφάλειας και της βεβαιότητας για την περιουσία τους και να διακατέχονται από την πεποίθηση ότι αυτή θα παραμείνει άθικτη από εγκληματικές συμπεριφορές. Τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη, μέσω των κατάλληλων ποινών, να συμβάλουν στην εμπέδωση του αισθήματος της ασφάλειας των πολιτών προστατεύοντας τα δικαιώματα και την περιουσία τους με τρόπο αποτελεσματικό, έστω και κατασταλτικά. Έχω προβληματιστεί έντονα για το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου 1, καθώς στις περιπτώσεις νεαρών προσώπων προέχει η ανάγκη αναμόρφωσης τους. Επισημαίνω ωστόσο ότι ακόμα και στην περίπτωση νεαρών παραβατών ένα Δικαστήριο δεν θα διστάσει να επιβάλει ποινή φυλάκισης και, μάλιστα, πολυετή αν κρίνει ότι τούτο είναι η μόνη ορθή επιλογή (Christos Charalambous Savvides v. The Republic
(1988)2 C.L.R 51, Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 50). Στην προκείμενη περίπτωση το μέγεθος της εγκληματικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου 1 υποδεικνύει, κατά την άποψη μου, ότι η αναμόρφωση του μπορεί να επιτευχθεί μόνο δια της επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Είναι μεν νεαρό πρόσωπο, ταυτόχρονα όμως είναι ενήλικας και θα πρέπει να αντιληφθεί ότι συμπεριφορές όπως οι υπό τιμωρία, οι οποίες μάλιστα τελέστηκαν κατ' επανάληψη, επιφέρουν δυσμενείς συνέπειες για τις οποίες θα πρέπει να αναλάβει την ευθύνη. Η ανάληψη ευθύνης αποτελεί, κατά την άποψη μου, σημαντικό στοιχείο στην αναμόρφωση, αφού θα συμβάλει στο να συναισθανθεί ο Κατηγορούμενος 1 την ευθύνη του απέναντι στον εαυτό του και στην κοινωνία. Η επίδειξη υπέρμετρης επιείκειας θεωρώ ότι θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα τόσο στον ίδιο, όσο και ευρύτερα στην κοινωνία. Θέτοντας επομένως στο ισοζύγιο τις παράνομες ενέργειες των Κατηγορουμένων από τη μία και τους μετριαστικούς παράγοντες από την άλλη, θεωρώ ότι η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής προβάλλει ως απαραίτητη. Στην υπόθεση BALAMPANIDIS ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποινική Έφεση αρ.210/18 ημερ.10.05.19 επισημάνθηκε εκ νέου ότι στα αδικήματα των διαρρήξεων, καθώς και σε άλλα ομοειδή αδικήματα τα οποία βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, λαμβάνονται μεν υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στον βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής. Συνυπολογίζοντας όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της φυλάκισης και τούτο έχοντας κατά νου ότι ποινή φυλάκισης επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ 98). Περαιτέρω, το συγκεκριμένο είδος ποινής θεωρώ ότι θα βοηθήσει και τους ίδιους τους Κατηγορούμενους 1 και 2 να αναθεωρήσουν τον τρόπο ζωής τους και επανενταχθούν ομαλά στην κοινωνία. Προτού προχωρήσω στην επιβολή των ποινών, σημειώνω ότι η μεταχείριση των Κατηγορουμένων 1 και 2 θα είναι η ίδια, παρά τις διαφοροποιήσεις που εντοπίζονται στην έκταση της παραβατικής συμπεριφοράς και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που αναγνωρίστηκαν στο πρόσωπο ενός εκάστου. Συγκεκριμένα, η επιεικέστερη μεταχείριση που θα μπορούσε να τύχει ο Κατηγορούμενος 1 σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 ενόψει του επιπρόσθετου μετριαστικού παράγοντα που αναγνωρίζεται στο πρόσωπο του λόγω της ηλικίας του εκμηδενίζεται. Τούτο διότι η παραβατική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου 1 ήταν μεγαλύτερη σε σύγκριση με εκείνη του Κατηγορούμενου 2. Ως εκ των ανωτέρω και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια στους Κατηγορούμενους 1 και 2 επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Κατηγορούμενος 1 Στα αδικήματα των κατηγοριών αρ.2 και 25 ποινή φυλάκισης 15 μηνών σε κάθε κατηγορία. Στα αδικήματα των κατηγοριών αρ.3 και 41 ποινή φυλάκισης 9 μηνών σε κάθε κατηγορία. Στα αδικήματα των κατηγοριών αρ.5, 10, 12, 14, 16, 17, 21, 27, 28, 29, 30, 32, 33, 34, 35, 36 και 40 ποινή φυλάκισης 12 μηνών σε κάθε κατηγορία. Στα αδικήματα των κατηγοριών αρ.6 και 26 ποινή φυλάκισης 6 μηνών σε κάθε κατηγορία. Στα αδικήματα των κατηγοριών αρ.8 και 37 ποινή φυλάκισης 18 μηνών σε κάθε κατηγορία. Στα αδικήματα των κατηγοριών αρ.19, 31 και 38 ποινή φυλάκισης 10 μηνών σε κάθε κατηγορία. Στο αδίκημα της κατηγορίας αρ.23 ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Κατηγορούμενος 2 Στα αδικήματα των κατηγοριών αρ.2 και 25 ποινή φυλάκισης 15 μηνών σε κάθε κατηγορία. Στο αδίκημα της κατηγορίας αρ.3 ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στα αδικήματα των κατηγοριών αρ.5, 10, 12, 14, 16, 17 και 21 ποινή φυλάκισης 12 μηνών σε κάθε κατηγορία. Στα αδικήματα των κατηγοριών αρ.6 και 26 ποινή φυλάκισης 6 μηνών σε κάθε κατηγορία. Στο αδίκημα της κατηγορίας αρ.8 ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Στο αδίκημα της κατηγορίας αρ.19 ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Στο αδίκημα της κατηγορίας αρ.23 ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στους Κατηγορουμένους 1 και 2 να συντρέχουν. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή των πιο πάνω ποινών φυλάκισης, θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση των συνηγόρων των Κατηγορουμένων για αναστολή εκτέλεσης των εν λόγω ποινών. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ 373). Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου N95/72, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: « Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Στην υπόθεση Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 930, λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς τη διεργασία που θα πρέπει να ακολουθεί το Δικαστήριο όταν εξετάζει το ενδεχόμενο αναστολής ποινής φυλάκισης. «Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Η παραβατική συμπεριφορά που επέδειξαν οι Κατηγορούμενοι δεν ήταν μεμονωμένη, αλλά επαναλαμβανόμενη. Πρόκειται για πράξεις ιδιαίτερα σοβαρές που ενέχουν το στοιχείο της περιφρόνησης της έννομης τάξης και κλονίζουν το αίσθημα ασφάλειας που ο κάθε πολίτης αναμένει να απολαμβάνει σε σχέση με την περιουσία του σε μία ευνομούμενη πολιτεία. Από την άλλη, λαμβάνω εκ νέου υπόψη μου τις προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων οι οποίες έχουν ήδη εκτεθεί με λεπτομέρεια πιο πάνω. Συνεκτιμώ την παραδοχή των Κατηγορουμένων, το λευκό ποινικό μητρώο τους, τον εντοπισμό κλαπείσας περιουσίας σημαντικής αξίας, την αποδοχή τους στην έκδοση διατάγματος αποζημίωσης των Παραπονουμένων, το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου 1 και το σύνολο των προσωπικών και οικογενειακών περιστάσεων τους. Δεν παραγνωρίζω επίσης τις συνέπειες που η άμεση έκτιση της ποινής φυλάκισης αναπόφευκτα θα επιφέρει στους Κατηγορούμενους. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νου, θεωρώ ότι οι πιο πάνω αναφερόμενες περιστάσεις, ήτοι οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων και οι προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων, δεν είναι τέτοιες που να δικαιολογούν την αναστολή έκτισης των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν. Τυχόν αναστολή εκτέλεσης των ποινών δεν θα αντικατόπτριζε σωστά την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων, η οποία στην προκείμενη περίπτωση αποκτά αυξανόμενη σημασία ενόψει της επαναλαμβανόμενης δράσης των Κατηγορουμένων. Συνεπώς, η αναστολή των ποινών φυλάκισης θα έδιδε λανθασμένα μηνύματα τόσο σε επίδοξους νέους παραβάτες, όσο και στους ίδιους τους Κατηγορούμενους. Τόσο το δημόσιο συμφέρον, όσο και το συμφέρον των Κατηγορουμένων προστάζει, κατά την άποψη, την άμεση εκτέλεση των ποινών. Ως χρόνος έναρξης έκτισης των ποινών φυλάκισης λογίζεται η 01.08.2019, ημερομηνία κατά την οποία οι Κατηγορούμενοι τέθηκαν υπό κράτηση για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Έχοντας υπόψη μου τη συγκατάθεση των Κατηγορουμένων 1 και 2 και των Παραπονουμένων, μέσω της Κατηγορούσας Αρχής, θα προχωρήσω στην έκδοση διαταγμάτων αποζημίωσης. Συγκεκριμένα εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2 εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα αποζημίωσης, τα ποσά των οποίων θα καταβληθούν εξ ημισείας από τους Κατηγορούμενους 1 και 2: Στις κατηγορίες 2 και 3 εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης του xxxx Χριστοδούλου για το ποσό των €1.
  1. Στην κατηγορία 5 εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης της Εταιρείας Ecoset Services Lτd για το ποσό των €
  2. Στην κατηγορία 8 εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης του xxxx Γεωργιάδη για το ποσό των €1.460 και του xxxx Κολιαντρή για το ποσό των €
  3. Στην κατηγορία 10 εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης της Εταιρείας Clock Caf Bo Naafi Ltd για το ποσό των €
  4. Στην κατηγορία 12 εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης της Εταιρείας Private Institute Anastasias P. Greek Learning Center για το ποσό των €
  5. Στην κατηγορία 14 εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης της Εταιρείας D.A.G (ΠΙΤΣΑΡΙΑ PEPERONI) για το ποσό των €
  6. Στην κατηγορία 16 εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης της Εταιρείας LAND SERVICES LTD για το ποσό των €1.
  7. Στην κατηγορία 17 εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης του xxxx xxxx ALAY για το ποσό των €
  8. Στην κατηγορία 21 εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης της Εταιρείας DIZZY SQUEEZY LAUNDRY για το ποσό των €
  9. Στην κατηγορία 23 εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης της Εταιρείας PETROLINA (HOLDINGS) για το ποσό των €
  10. Περαιτέρω, εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα αποζημίωσης εναντίον του Κατηγορούμενου 1: Στην κατηγορία 27 εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης της xxxx Κωνσταντίνου για το ποσό των €
  11. Στην κατηγορία 28 εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης της xxxx Πασάντα για το ποσό των €
  12. Στην κατηγορία 29 εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης της Εταιρείας SSDA GLOBAL LTD για το ποσό των €
  13. Στην κατηγορία 30 εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης της Εταιρείας International Mediterranean Recycling A.N. Pte για το ποσό των €6.
  14. Στην κατηγορία 32 εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης της xxxx Λοΐζου για το ποσό των €
  15. Στην κατηγορία 33 εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης της Εταιρείας Χαράλαμπος Πηλακούτας Λτδ για το ποσό των €
  16. Στην κατηγορία 34 εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης της Εταιρείας Artemis Thomaides and Co LLC για το ποσό των €
  17. Στην κατηγορία 35 εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης της xxxx Παπαντόπουλο για λογαριασμό του ζαχαροπλαστείου WILTON για το ποσό των €
  18. Στην κατηγορία 36 εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης της xxxx Γέωργη για το ποσό των €
  19. Στην κατηγορία 37 εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης της xxxx Προδρόμου για το ποσό των €
  20. Στην κατηγορία 40 εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης του xxxx Στυλιανού για το ποσό των €
  21. Στην κατηγορία 41 εκδίδεται διάταγμα αποζημίωσης του xxx xxx xxx Gobran για το ποσό των €
  22. Τα προαναφερόμενα διατάγματα αποζημίωσης αναστέλλονται για όλο το χρονικό διάστημα που οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 θα εκτίουν την ποινή φυλάκισης που τους επιβλήθηκε στην παρούσα υπόθεση και ακολούθως για περαιτέρω περίοδο 6 μηνών από την ημερομηνία αποφυλάκισης τους. Τα Τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν με εξαίρεση την θήκη γυαλιών που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της 3ης κατηγορίας και τον δερμάτινο μαύρο χαρτοφύλακα που αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 34ης κατηγορίας. Τα δύο προαναφερόμενα Τεκμήρια να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους. (Υπ.) ............... Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal / Final Αναφορά: Διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, Κλοπή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.