NOSKOV κ.α. ν. VASILYEVA κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11635/16, 2/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B61 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11635/16
- NOSKOV XXXXX
- NOSKOVA XXXXX Παραπονούμενοι -εναντίον-
- XXXXX VASILYEVA
- ΦΥΣΕΝΤΖΟΥ ΣΑΒΒΑ XXXXX
- XXXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ Κατηγορούμενοι --------------------------------------- Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενους: κ. Μ. Ιωάννου Για Κατηγορούμενη 1: κ. Χ. Ιωάννου Κατηγορούμενη 1: παρούσα --------------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση αρχικά ήταν τρεις και αντιμετώπιζαν στο σύνολο 13 κατηγορίες οι οποίες αφορούσαν σε κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων της παράνομης εισόδου σε ξένη περιουσία κατά παράβαση του αρ.280 Κεφ.154, της κλοπής κατά παράβαση του αρ.255 Κεφ.154, της κλεπταποδοχής κατά παράβαση του αρ.306 Κεφ.154, της παράνομης κατοχής περιουσίας κατά παράβαση του αρ.309 Κεφ.154, της απάτης κατά παράβαση του αρ.300 Κεφ.154, της εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση του αρ.305 Κεφ.154 και της απόπειρας απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των αρ. 298 και 366 Κεφ.154, αδικήματα που, σύμφωνα με το κατηγορητήριο έλαβαν χώρα σε διάφορες ημερομηνίες κατά την περίοδο 25/06/15-17/09/
- Η μαρτυρία από πλευράς παραπονουμένων συνοψίσθηκε στην απόφαση που εκδόθηκε στις 08/06/17 στα πλαίσια του εκ πρώτης όψεως, το σχετικό απόσπασμα από την οποία παραθέτω αυτούσιο: «Η μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς παραπονούμενων ήταν μακροσκελής, ογκωδέστατη και εκτενής όπως εκτενής ήταν και η αντεξέταση που έγινε από την υπεράσπιση. Εκ μέρους των παραπονουμένων, κατέθεσαν εννέα
(9)μάρτυρες ήτοι ο κτηματομεσίτης Σ. Μποσνακίδης (ΜΚ1), ο πρώτος παραπονούμενος (ΜΚ2), οι λειτουργοί του κτηματολογίου Π. Παναγιώτου, Μ. Αταλιώτη και Ε.Μιχαηλίδου (ΜΚ4, ΜΚ7 και ΜΚ8 αντίστοιχα), ο Χ.Δημητρίου του Τμήματος Οδικών Μεταφορών (ΜΚ3) και οι Σ. Παντελή, Α. Παπαπερικλέους και Ν.Μαρκουλλής, ως άτομα που ασχολούνται με αγοραπωλησίες και εκτιμήσεις αυτοκινήτων (ΜΚ5, ΜΚ6 και ΜΚ9 αντίστοιχα.). Στο σύνολο τους κατατατέθηκαν επίσης 23 Τεκμήρια, συμπεριλαμβανομένης και της δικογραφίας της πολιτικής υπόθεσης 3789/15 του Ε.Δ. Λ/σου) Η μαρτυρία του ΜΚ1 περιστράφηκε γύρω από τις περιβάλλουσες συνθήκες της υπόθεσης χωρίς ιδιαίτερη αναφορά ως προς την ουσία της, αφού η εμπλοκή του συγκεκριμένου μάρτυρα στα επίμαχα θέματα ήταν περιορισμένη. Η μαρτυρία των λειτουργών του κτηματολογίου αλλά και του λειτουργού του Τ.Ο.Μ., περιστράφηκε γύρω από το ιδιοκτησιακό καθεστώς και ιστορικό του διαμερίσματος και του αυτοκινήτου πριν και κατά τον ουσιώδη χρόνο και μέχρι σήμερα καθώς και γύρω από τα διαδικαστικά θέματα που έλαβαν χώρα κατά την κάθε αγοραπωλήσια και μεταβίβαση τόσο του διαμερίσματος όσο και του αυτοκινήτου, όπως τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από τα αντίστοιχα σχετικά κυβερνητικά μητρώα. Η μαρτυρία των ΜΚ5, ΜΚ6 και ΜΚ9 περιστράφηκε γύρω από την κατάσταση και την αξία του αυτοκινήτου, τόσο κατά την αγορά του όσον και κατά τον ουσιώδη χρόνο, όταν αυτό πλέον, θεωρείτο ως «μεταχειρισμένο». Επί της ουσίας των θεμάτων που προέκυψαν μεταξύ παραπονουμένων και κατηγορουμένων προσκομίσθηκε η μαρτυρία του 1ου παραπονούμενου (ΜΚ2). Η 2η παραπονούμενη, έστω και είναι μία εκ των «κατηγόρων», δεν προσήλθε στο Δικαστήριο να καταθέσει. Η ουσία της εκδοχής των παραπονούμενων, όπως αυτή προβλήθηκε από τον ΜΚ2 κατά την κυρίως εξέταση του, στα πλαίσια της οποίας ο μάρτυρας ουσιαστικά βασίστηκε στα όσα υπέβαλε ως γραπτή καταγγελία στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού στις 21/9/15 (Τεκ.3), είναι συνοπτικά η εξής. Ο ίδιος και η σύζυγός του είναι Ρώσοι πολίτες και την 1η κατηγορούμενη, η οποία είναι επίσης Ρωσίδα, την γνώρισαν το 2006 στη Ρωσία και ανέπτυξαν στενές φιλικές σχέσεις μαζί της. Μετά που αυτή παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε στην Κύπρο το 2007, όταν οι παραπονούμενοι επισκέπτονταν κατά τακτά χρονικά διαστήματα την Κύπρο για διακοπές, διέμεναν μαζί της στην κατοικία της στον Άγιο Αθανάσιο, οδός Παρθενώνος
- Μετά πάροδο χρόνου και συγκεκριμένα περί τον Σεπτέμβριο 2012, οι παραπονούμενοι αποφάσισαν να αγοράσουν ακίνητη περιουσία στην Κύπρο και αποφάσισαν να αποταθούν για βοήθεια στην 1η κατηγορούμενη, η οποία τους είχε παρουσιαστεί ως καλή γνώστης της αγοράς ακινήτων στην Κύπρο και στην οποία είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη λόγω και της φιλίας που τους συνέδεε. Οι παραπονούμενοι αποφάσισαν όπως αγοράσουν το επίμαχο διαμέρισμα, το οποίο ήταν τότε εγγεγραμμένο στο όνομα του υιού της 1ης κατηγορούμενης αλλά τύγχανε διαχείρισης από την τελευταία δυνάμει γενικού πληρεξουσίου εγγράφου, έναντι €250.
- Ως αγοραστής του διαμερίσματος αποφασίστηκε να δηλωθεί η δεύτερη παραπονούμενη οπόταν και σχετικό συμβόλαιο αγοράς ετοιμάστηκε, υπογράφηκε και κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο περί τον Οκτώβριο
- Ένεκα του ότι επρόκειτο για αγορά ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο από αλλοδαπό, υπεβλήθη μέσω δικηγόρου, στις 5/11/12 σχετική αίτηση για έγκριση στο Υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο και ενέκρινε το αίτημα στις 24/1/
- ((βλ. έγγραφο που επισυνάπτεται στο Τεκ.3) Στις 23/1/13, οι παραπονούμενοι ήρθαν στην Κύπρο και αφού η 1η κατηγορούμενη τους παρέδωσε τα κλειδιά του διαμερίσματος, αυτοί μετέφεραν στο χώρο διάφορα προσωπικά τους αντικείμενα και ξεκίνησαν να διαμένουν εκεί. Κατά την περίοδο 23/1/13 - 30/1/13 που οι παραπονούμενοι βρίσκονταν στην Κύπρο, εξέφρασαν την επιθυμία όπως το διαμέρισμα μεταβιβαστεί επ'ονόματι και των δύο τους αντί μόνο στην 2η παραπονούμενη. Για το σκοπό αυτό, επισκέφθηκαν το δικηγόρο της 1ης κατηγορούμενης, XXXXX Ονουφρίου, ο οποίος είχε ήδη εμπλακεί στις αρχικές νομικές διαδικασίες που απαιτούνταν για να ολοκληρωθεί η «πράξη», για να ετοιμάσει τα σχετικά έγγραφα. Παραθέτω αυτούσια τη σχετική αναφορά που ο ΜΚ2 έκαμε στην Αστυνομία, ως προς το τι έλαβε χώρα στο γραφείο του προαναφερόμενου δικηγόρου (Τεκ.3): «... Επισκεφτήκαμε τον δικηγόρο της XXXXX VASILYEVA Κ. XXXXX Ονουφρίου ο οποίος ετοίμασε κάποια έγγραφα που είχαν σχέση με το διαμέρισμα για να μεταβιβασθεί το διαμέρισμα όχι επ' ονόματι της XXXXX LIUBOV αλλά επ' ονόματι και των δύο μας ανά ½ μερίδιο έκαστος όμως ούτε η XXXXX VASILYEVA ούτε ο δικηγόρος κ. XXXXX Ονουφρίου έδωσαν προς εμάς το νέο αγοραπωλητήριο έγγραφο που υπογράψαμε. Εις το γραφείο του δικηγόρου κ. XXXXX Ονουφρίου στις πιο πάνω επισκέψεις μας υπογράψαμε 2 πληρεξούσια έγγραφα στα αγγλικά και η XXXXX VASILYEVA μας είπε το πληρεξούσιο το υπογράφουμε για να μας μεταβιβάσει το διαμέρισμα επ' ονόματι μας ανά ½ μερίδιο έκαστος και εξασφαλίσει και παραλάβει τους τίτλους ιδιοκτησίας του διαμερίσματος από το Κτηματολόγιο και εμείς αφού δεν μιλούσαμε αγγλικά δεν κατανοήσαμε το περιεχόμενο των πληρεξουσίων εγγράφων που ήταν γραμμένο στα αγγλικά αφού εμείς δεν γνωρίζαμε αγγλικά και ούτε μας εξηγήθη ότι το πληρεξούσιο έγγραφο ήτο γενικό πληρεξούσιο έγγραφο και αυτά όλα τα πληροφορηθήκαμε στις 22.09.15 όταν οι δικηγόροι μας παρέλαβαν από το Κτηματολόγιο τα διάφορα έγγραφα» (έμφαση δική μου). Πρόσθετα των πιο πάνω, οι παραπονούμενοι, κατόπιν αιτήματος της 1ης κατηγορούμενης, υπέγραψαν και «3 άδειες κόλλες» ο καθένας τους, τις οποίες έδωσαν στην πρώτη, διότι τους ανέφερε ότι «μπορεί να χρειαστεί κάτι για το διαμέρισμα εμείς θα είμαστε στην Ρωσία για να μην ερχόμαστε στην Κύπρο χωρίς λόγο...». Σημειώνω εδώ ότι το προαναφερόμενο συμβόλαιο αγοραπωλησίας, αναφέρει ως ημερομηνία κατάρτισης την 8/2/13 και ως τιμή πώλησης το ποσό των €140.000 και ότι τα πληρεξούσια έγγραφα, τα οποία είναι γενικής φύσεως, φέρουν ημερομηνία υπογραφής και πιστοποίησης από τον πιστοποιούντα υπάλληλο ενώπιον του οποίου υπογράφτηκαν, την 28/01/
- Πλήρες σετ των εν λόγω εγγράφων, κατατέθηκε με το Τεκμήριο 13, το έντυπο δηλαδή με το οποίο κατατέθηκε το αγοραπωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο την 12/2/13 με αρ. ΠΩΕ 124/13 και το οποίο υλοποιήθηκε με τη Δήλωση Πώλησης που κατατέθηκε στις 30/4/13 με αρ. Π 525/13 (Τεκ. 11). Κατά τη διαδικασία «κατάθεσης του αγοραπωλητηρίου» στο Κτηματολόγιο στις 12/2/13 (Τεκ.13), τους παραπονούμενους αγοραστές τους εκπροσώπησε η 1η κατηγορούμενη υπό την ιδιότητα της ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους, ιδιότητα που κατείχε και σε σχέση με τον πωλητή υιό της. Υπό αυτή της την ιδιότητα, η 1η κατηγορούμενη εκπροσώπησε αμφότερους πωλητή και αγοράστες και στις 30/4/13, όταν υποβάλλοντας τη σχετική Δήλωση Πώλησης, δήλωσε ενώπιον της ΜΚ7, ότι το τίμημα πώλησης είχε πλήρως καταβληθεί. Η τελευταία αφού εξέτασε τα έγγραφα και ικανοποιήθηκε από τη δήλωση «εξόφλησης» της 1ης κατηγορούμενης, ενέκρινε την «πράξη». Με την αποπεράτωση όλων των νενομισμένων διαδικασίών στο Κτηματολόγιο, συμπεριλαμβανομένης και της εξασφάλισης στις 24/1/13, νέας έγκρισης από το Υπουργείο Εσωτερικών σε σχέση πλέον και με τους δύο παραπονούμενους, το διαμέρισμα μεταβιβάστηκε επ' ονόματι των τελευταίων κατά ½ μερίδιο στις 16/5/
- (βλ. Τεκ.11 και μαρτυρία ΜΚ7) Το τίμημα πώλησης του διαμερίσματος, το οποίο να σημειωθεί οι παραπονούμενοι θεωρούσαν ότι ανέρχετο στις €250.000, αυτοί ισχυρίζονται ότι το κατέβαλαν μεταξύ 14/5/13 - 15/5/13, μετά δηλαδή που έγινε η Δήλωση Πώλησης στο Κτηματολόγιο και μία μέρα πριν την ολοκλήρωση των ελέγχων του Κτηματολογίου, μεταφέροντας από το λογαριασμό τους στη Ρωσία στο τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσαν στην Ελληνική Τράπεζα στην Κύπρο το ποσό των €436.
- Την απόλυτη διαχείριση του λογαριασμού τους στην Κύπρο, οι παραπονούμενοι, την είχαν από προηγουμένως παραχωρήσει στην 1η κατηγορούμενη, με σχετική εξουσιοδότηση που υπέγραψαν και υπέβαλαν στην Ελληνική Τράπεζα στις 24/01/13, ήτοι τέσσερεις μέρες πριν την υπογραφή των προαναφερομένων πληρεξουσίων εγγράφων. (βλ. έγγραφο που επισυνάπτεται στο Τεκ.3) Όταν επομένως αποστάληκε το ποσό των €436.800 στο λογαριασμό των παραπονουμένων, οι τελευταίοι, ενημέρωσαν σχετικά την 1η κατηγορούμενη και της ζήτησαν όπως χρησιμοποιήσει την εξουσιοδότηση της και αποσύρει ολόκληρο το ποσό όπως και έπραξε την επόμενη μέρα στις 15/5/
- Είναι με αυτό τον τρόπο, που ο ΜΚ2 ισχυρίστηκε ότι κατέβαλαν πλήρως στην παραπονούμενη το τίμημα πώλησης του διαμερίσματος. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ2 ισχυρίστηκε ότι, το επιπρόσθετο ποσό των €186.800 που απεστάλη από τη Ρωσία και εισπράχθηκε από την κατηγορούμενη 1, αφορούσε «οικονομική βοήθεια» προς αυτή λόγω κάποιων «δυσκολιών» που τους είχε αναφέρει στο παρελθόν ότι αντιμετώπιζε και για τις οποίες ζήτησε τη βοήθεια τους. Ο ΜΚ2 δέχτηκε κατά την αντεξέταση του ότι παρόμοια εμβάσματα έγιναν και μεταγενέστερα της 14/5/13 ήτοι στις 23/9/13, 3/4/14 και 3/7/14, συνολικού ύψους περί τις €600.
- Αφαιρουμένου του ποσού των €250.000 που αφορούσε το διαμέρισμα, ο ΜΚ2, ισχυρίστηκε κατά την αντεξέταση του ότι και το υπόλοιπο ποσό των €350.000 περίπου, που αποστάληκε σταδιακά από τη Ρωσία και για το οποίο ειδοποιήθηκε η 1η κατηγορούμενη να το αποσύρει, αφορούσε σε «οικονομική της βοήθεια». Σύμφωνα με το ΜΚ2, αυτή η «οικονομική βοήθεια» προς την 1η κατηγορούμενη ήταν και ο λόγος που οι παραπονούμενοι είχαν δώσει στην πρώτη, πλήρη εξουσιοδότηση, να διαχειρίζεται όπως αυτή θέλει το λογαριασμό τους. Αντί δηλαδή να της στέλλουν απ' ευθείας χρήματα, τα έστελλαν στο δικό τους λογαριασμό και αυτή, χρησιμοποιώντας το σχετικό πληρεξούσιο που είχε, τα εισέπραττε. Από της παράδοσης των κλειδιών του διαμερίσματος στις 23/1/13 μέχρι και τις 17/9/15, οι παραπονούμενοι, σύμφωνα με τον ΜΚ2, απολάμβαναν, ανενόχλητη κατοχή και χρήση του διαμερίσματος, το οποίο χρησιμοποιούσαν όταν επισκέπτονταν την Κύπρο 2-3 φορές το χρόνο. Το Μάιο 2013, σύμφωνα με τον ΜΚ2, οι παραπονούμενοι αποφάσισαν όπως για τη διακίνηση τους στην Κύπρο, αγοράσουν αυτοκίνητο. Για το σκοπό αυτό, αγόρασαν περί τις 29/5/13, ένα καινούριο αυτοκίνητο, μάρκας MAZDA 6 SALOON, αξίας €26.000, το οποίο και ενεγράφη επ' ονόματι του ΜΚ2, με αρ. εγγραφής XXXXX
- (βλ. Τεκ. 20 και μαρτυρία ΜΚ3 και ΜΚ5). Το εν λόγω όχημα, οι παραπονούμενοι όταν έφευγαν από την Κύπρο, το φύλατταν στο γκαράζ του διαμερίσματος, η πόρτα του οποίου άνοιγε και έκλεινε με τηλεχειριστήριο. Οι μόνοι που είχαν τα δύο κλειδιά του αυτοκινήτου και τα δύο τηλεχειριστήρια του γκαράζ, ήταν σύμφωνα με το ΜΚ2, οι παραπονούμενοι και τα εν λόγω αντικείμενα, όταν έφευγαν, τα αποθήκευαν στο χρηματοκιβώτιο που υπήρχε εντός του διαμερίσματος. Τον κωδικό του εν λόγω χρηματοκιβωτίου, σύμφωνα με το ΜΚ2, τους τον είχε δώσει η 1η κατηγορούμενη όταν τους παρέδωσε το διαμέρισμα και τον οποίο όμως, ο ΜΚ2 άλλαξε, περί τον Ιούνιο 2015 όταν είχε έρθει στην Κύπρο.. Μετά την τελευταία επίσκεψη των παραπονουμένων στην Κύπρο τον Ιούνιο 2015 και πριν τα επίμαχα γεγονότα, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε στην Αστυνομία ο ΜΚ2, «...ειχαμε τοποθετημένα εις το χρηματοκιβώτιο 2 κλειδιά του αυτοκινήτου 2 κοντρόλ του γκαράζ, ένα σετ κλειδιά του διαμερίσματος και είχαμε €47.000,- σε μετρητά...και περαιτέρω είχαμε τοποθετημένα στο χρηματοκιβώτιο αποδείξεις για την αγορά του αυτοκινήτου και διάφορα προσωπικά έγγραφα». Παρόμοια ήταν και κατά την ακρόαση η θέση του μάρτυρα αναφορικά με το περιεχόμενο του χρηματοκιβωτίου, εξαιρουμένης όμως της αναφοράς του ως προς τα μετρητά που υπήρχαν εντός του χρηματοκιβωτίου. Θέση του κατά την ακρόαση ήταν ότι στο χρηματοκιβώτιο υπήρχαν €45.000 (αντί €47.000 που κατήγγειλε στην Αστυνομία) «...που εγώ προσωπικά έκαμα ανάληψη από την κάρτα μου...». Την απόδειξη ανάληψης αυτού του ποσού ο ΜΚ2 αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι δεν την έχει διότι ήταν και αυτή μέσα στο χρηματοκιβώτιο μαζί με τα μετρητά. Σύμφωνα με το ΜΚ2, οι παραπονούμενοι, μέχρι και τον Ιούνη 2015 που επέστρεψαν στη Ρωσία, ήταν οι αποκλειστικοί ιδιοκτήτες τόσο του διαμερίσματος και του περιεχομένου του όσο και του αυτοκινήτου. Όταν στις 17/9/15, οι παραπονούμενοι ξαναήρθαν στην Κύπρο, μετέβηκαν στο διαμέρισμα τους. Κατά την άφιξη τους εκεί, αν και κατάφεραν να ξεκλειδώσουν την μπροστινή πόρτα, διαπίστωσαν ότι δεν μπορούσαν να εισέλθουν εντός του διαμερίσματος γιατί είχε εγκατασταθεί ακόμη μία κλειδαριά της οποίας όμως δεν είχαν κλειδί. Με ξέροντας τι να κάμουν, τηλεφώνησαν στην 1η κατηγορούμενη όμως αυτή δεν απαντούσε. Όταν στη συνέχεια η 2η παραπονούμενη έστειλε στην 1η κατηγορούμενη μήνυμα να μάθει «τι συμβαίνει», η τελευταία της απάντησε ότι «το διαμέρισμα είναι πωλημένο, το αυτοκίνητο είναι πωλημένο» και τους προειδοποίησε να μην ενοχλήσουν την πόρτα γιατί «θα έχουν πρόβλημα με την αστυνομία». Επικοινώνησαν τότε με το ΜΚ1, τον οποίο γνώριζαν από παλιά και κατόπιν προτροπής του, πήγαν στην Αστυνομία. Εκεί ενημερώθηκαν από τους αστυνομικούς ότι, σύμφωνα με τα δεδομένα στα οποία είχε πρόσβαση η αστυνομία, το αυτοκίνητο φαινόταν να είχε πουληθεί ενώ ενημερώθηκαν επίσης ότι σε τηλεφωνική συνομιλία που είχε ένας εκ των αστυνομικών με την 1η κατηγορούμενη, το ίδιο έγινε και με το διαμέρισμα. Τους συμβούλεψαν ακολούθως όπως αποταθούν στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (ΤΑΕ). Την επόμενη μέρα, 18/9/15, δηλαδή, ημέρα Παρασκευή, ξαναεπισκέφτηκαν την Αστυνομία. Εκεί είχε κληθεί και η 1η κατηγορούμενη, η οποία παρουσιάστηκε με τη συνοδεία δικηγόρου και η οποία έφερε μαζί της τα 2 πληρεξούσια που είχε στην κατοχή της. Αφού ο καθένας τους ανέφερε την εκδοχή του στους αστυνομικούς και υποδείχτηκαν τα έγγραφα που είχαν όλοι φέρει μαζί τους, μετέβηκαν όλοι μαζί, με τη συνοδεία και της αστυνομίας, στο διαμέρισμα. Εκεί, η 1η κατηγορούμενη, λέγοντας τους ότι «εγώ και ο XXXXX (2ος κατηγορούμενος) βγάλαμε όλα τα πράγματα σας και τα βάλαμε στο γκαράζ», τους παρέδωσε μια σακούλα με διάφορα πράγματα τα οποία όμως, σύμφωνα με το ΜΚ2 ήταν διάφορα άχρηστα αντικείμενα που είχαν μέσα στο διαμέρισμα. Η είσοδος στο διαμέρισμα, δεν τους επετράπηκε. Μετά την προαναφερόμενη συνάντηση τους με την αστυνομία και την 1η κατηγορούμενη, ο ΜΚ1, τους πήρε σε δικηγόρο (το νυν δικηγόρο τους), στον οποίο και εξιστόρησαν τι είχε γίνει. Μέχρι τότε, οι ίδιοι δεν είχαν ιδέα και τελούσαν υπό πλήρη άγνοια για το τι είχε συμβεί. Τη Δευτέρα, 21/9/15, σύμφωνα με το ΜΚ2, οι παραπονούμενοι, ετοίμασαν με το δικηγόρο τους μία «γραπτή κατάθεση» των όσων είχαν λάβει χώρα, στην οποία αναφέρονταν στις δόλιες κατ' εκείνους ενέργειες της 1ης κατηγορούμενης κατά την υπογραφή των 2 πληρεξουσίων καθώς επίσης και στις μετέπειτα παράνομες ενέργειες της τελευταίας, να χρησιμοποιήσει, εν αγνοία και άνευ της συγκατάθεσης τους, τα εν λόγω πληρεξούσια για να μεταβιβάσει το διαμέρισμα στον 2ο κατηγορούμενο καθώς το αυτοκίνητο τους στην 3η κατηγορούμενη. Παράλληλα έδωσαν οδηγίες και ετοιμάστηκε σχετική πολιτική αγωγή εναντίον των κατηγορουμένων καθώς και αίτηση για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Εν τω μεταξύ, ο δικηγόρος των παραπονουμένων, με επιστολή του προς το Κτηματολόγιο με ημερομηνία 20/9/15 (Κυριακή), ζήτησε όπως μη επιτραπεί οποιαδήποτε μεταβίβαση του διαμερίσματος «...δια το λόγο ότι (οι παραπονούμενοι) ουδέποτε υπέγραψαν οποιοδήποτε πληρεξούσιο έγγραφο για τη μεταβίβαση του διαμερίσματος και σε περίπτωση που υπέγραψαν τέτοιο πληρεξούσιο εν αγνοία των ή λόγω του ότι παραπλανήθηκαν το ακυρώνουν το αποσύρουν και παρακαλώ όπως μη δεχθείτε οποιοδήποτε πληρεξούσιο με σκοπό την μεταβίβαση του ακινήτου τους και ο λόγος είναι ότι άγνωστοι παρέλαβαν κατοχή του διαμερίσματος και η υπόθεση έχει ήδη καταγγελθεί στο ΤΑΕ Λεμεσού». (έμφαση δική μου) - (βλ. Τεκ.18 και 19). Στις 22/9/15, ο δικηγόρος των παραπονουμένων, προέβη σε έρευνα στο Κτηματολόγιο, οπόταν και οι παραπονούμενοι διαπίστωσαν ότι η κατηγορούμενη 1, χρησιμοποιώντας τα 2 γενικά πληρεξούσια που είχε εξασφαλίσει στις 28/1/13, αφού ετοίμασε και κατέθεσε αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ημερομηνίας 6/8/15, το οποίο παρουσίαζε τους παραπονούμενους να πωλούν στον 2ο κατηγορούμενο το διαμέρισμα έναντι €140.000, προχώρησε και ζήτησε, ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος τους, όπως, το διαμέρισμα μεταβιβαστεί επ' ονόματι του 2ου κατηγορούμενου, όπως και έγινε στις 2/9/
- (βλ. Τεκ.14, 15 και 17). Σύμφωνα με το ΜΚ2, με τον κατηγορούμενο 2, η 1η κατηγορούμενη φαίνεται να διατηρεί δεσμό εξ' ου και την βοήθησε στις παράνομες ενέργειες της. Ενδεικτικό τούτου, σύμφωνα με τους παραπονούμενους, είναι ότι ως διεύθυνση και των δύο τους, δηλώθηκε στο Κτηματολόγιο η διεύθυνση της κατηγορούμενης 1 στον Άγιο Αθανάσιο. Διαπιστώθηκε περαιτέρω ότι, προηγουμένως, στις 27/7/15, η 1η κατηγορούμενη προσπάθησε με παρόμοιο τρόπο να «πωλήσει» και μεταβιβάσει το διαμέρισμα στο όνομα της πλην όμως δεν της επετράπη γιατί «...τα πληρεξούσια που της υπογράψαμε δεν προνοούσαν ότι μπορούσε να μεταβιβάσει το ακίνητο στον εαυτό της...», οπόταν και απέσυρε την όλη διαδικασία. Την αγωγή τους εναντίον των κατηγορουμένων οι παραπονούμενοι την καταχώρησαν με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο 2.1, τρεις μέρες αργότερα ήτοι στις 25/9/15, στο ΕΔ. Λεμεσού, με αρ. XXXX/
- Την ίδια ημέρα καταχώρησαν και μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσαν διάφορα απαγορευτικά διατάγματα, τα οποία, το πολιτικό δικαστήριο εξέτασε και εξέδωσε μονομερώς. (βλ. Τεκ. 23) Αργότερα την ίδια μέρα, οι παραπονούμενοι μετέβηκαν στο ΤΑΕ Λεμεσού και παράδωσαν την «γραπτή τους καταγγελία» (Τεκ.3). Η εν λόγω καταγγελία φέρει ημερομηνία 21/9/15 και σφραγίδα παραλαβής από το ΤΑΕ Λεμεσού ημερομηνίας 25/9/
- Μέχρι εκείνη τη μέρα, οι παραπονούμενοι δεν γνώριζαν οτιδήποτε αναφορικά με το πως το αυτοκίνητο τους περιήλθε στην ιδιοκτησία της 3ης κατηγορούμενης. Σύμφωνα με την καταγγελία τους, τα αδικήματα που θεωρούν ότι διαπράχθηκαν εις βάρος τους από όλους τους εμπλεκόμενους είναι τα αδικήματα «...της κλοπής, της κλοπής υπό αντιπροσώπου, της απόκρυψης εγγράφων, του αποχωρισμού πράγματος με σκοπό την κλοπή, το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, της απάτης, της συνομωσίας για καταδολίευση, της απάτης κατά την πώληση περιουσίας, την εξασφάλιση της εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις, της κλεπταποδοχής και παράνομης κατοχής περιουσίας, της δόλιας διάθεσης περιουσίας, του καταρτισμού πλαστού εγγράφου με πρόθεση καταδολίευσης, της κυκλοφορίας πληρεξουσίων εγγράφων που δεν είχαν ισχύ, της απόπειρας διάπραξης αδικήματος και της συνομωσίας για διάπραξη κακουργήματος...» Στα πλαίσια της διαδικασίας εκδίκασης της ενδιάμεσης αίτησης τους στην αγωγή 3789/15, από τα όσα οι κατηγορούμενοι ισχυρίστηκαν, οι παραπονούμενοι έμαθαν ότι η 1η κατηγορούμενη, μέσω του 2ου κατηγορούμενου, είχε διαφημίσει προς πώληση το αυτοκίνητο τους για €10.000, διαφήμιση στην οποία εκδήλωσε ενδιαφέρον ο σύζυγος της 3ης κατηγορούμενης. Μετά και που ο τελευταίος συναντήθηκε με τους πρώτους και που του παρουσιάστηκε το πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο η 1η κατηγορούμενη φαινόταν να είναι γενικός πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των παραπονουμένων και να δικαιούτο να προχωρήσει με την πώληση, ο σύζυγος της 3ης κατηγορούμενης, συμφώνησε να αγοράσει το αυτοκίνητο, για τη γυναίκα του, την 3η κατηγορούμενη, έναντι €10.
- Μέχρι και την ημέρα που έδωσε μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση ο ΜΚ3, ήτοι στις 2/2/17, οι παραπονούμενοι δεν γνώριζαν πότε και πώς ακριβώς είναι που πωλήθηκε και μεταβιβάστηκε το αυτοκίνητο επ' ονόματι της κατηγορούμενης
- Κατά την ακρόαση, ο ΜΚ3 κατέθεσε το σχετικό έντυπο μεταβίβασης του ΤΟΜ σύμφωνα με το οποίο το αυτοκίνητο ενεγράφη επ' ονόματι της κατηγορούμενης 3 στις 12/8/15 και ότι εκ μέρους του πωλητη, το σχετικό έντυπο, υπέγραψε η 1η κατηγορούμενη ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος δυνάμει του σχετικού πληρεξουσίου ημερ. 28/1/
- (Τεκ. 7) Την κατηγορούμενη 3, οι παραπονούμενοι την θεωρούν επίσης υπόλογη για τη διάπραξη των ποινικών αδικημάτων που της καταλογίζουν με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης διότι το αυτοκίνητο το αγόρασε σε τόσο έκδηλα χαμηλή τιμή που θα έπρεπε να αντιληφθεί ότι ήταν κλοπιμαίο. Σύμφωνα με τους παραπονούμενους η αγοραία αξία ενός παρόμοιου μεταχειρισμένου οχήματος στην κατάσταση που ήταν το δικό τους κατά τον ουσιώδη χρόνο της πώλησης του στην κατηγορούμενη 3, ανέρχετο περί τις €17000-€17100 (βλ. μαρτυρία ΜΚ5 και ΜΚ9). Ο λόγος που σύμφωνα με το ΜΚ2, οι παραπονούμενοι προχώρησαν, πέραν της αγωγής τους και καταχώρησαν και την παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση, ένα περίπου χρόνο μετά ήτοι στις 2 Ιουνίου 2016, είναι διότι οι Αστυνομικές αρχές επέδειξαν αδράνεια στη διερεύνηση του παραπόνου τους και μέχρι και την ημέρα που κατέθεσε στο Δικαστήριο ο ΜΚ2 (29/11/16 και 7/12/16), καμία ενέργεια έγινε από μέρους της Αστυνομίας. Μη έχοντας άλλη επιλογή και εφόσον επιθυμούν την τιμωρία των κατηγορουμένων οι παραπονούμενοι καταχώρησαν από μόνοι τους ποινική δίωξη. Όσον αφορά την αγωγή των παραπονουμένων, η Έκθεση Απαίτησης τους καταχωρήθηκε στις 21/10/15 και ακολούθησαν τα υπόλοιπα δικόγραφα. Σήμερα, η εν λόγω αγωγή, ακόμη εκκρεμεί (βλ. Τεκ.23). Όπως διαφαίνεται από τα πιο πάνω, η εκδοχή των παραπονουμένων, αν και εκτενής, στην ουσία της ήταν απλή. Αγόρασαν ένα διαμέρισμα και ένα αυτοκίνητο με τη βοήθεια της 1ης κατηγορούμενης. Η τελευταία τους ζήτησε να της υπογράψουν από ένα πληρεξούσιο για να μπορεί να τους μεταβιβάσει το διαμέρισμα εφόσον αυτοί θα απουσίαζαν από την Κύπρο και αυτοί το έπραξαν θεωρώντας ότι επρόκειτο ουσιαστικά για πληρεξούσια για τον ειδικό αυτό σκοπό. Αν και τόσο το διαμέρισμα όσο και το αυτοκίνητο ενεγράφηκαν επ' ονόματι τους, εντούτοις, μια μέρα βρέθηκαν, χωρίς να το γνωρίζουν, να μην έχουν ούτε διαμέρισμα ούτε αυτοκίνητο. Όπως διεφάνη στην πορεία, αυτά τα περιουσιακά στοιχεία τους τα «αποστέρησε» η 1η κατηγορούμενη με τη βοήθεια του 2ου κατηγορούμενου και την εμπλοκή της 3ης κατηγορούμενης, χρησιμοποιώντας τα δύο πληρεξούσια που της υπέγραψαν το 2013 και τα οποία αποδείχτηκαν τελικά να ήταν γενικά πληρεξούσια κάτι το οποίο ξεγελάστηκαν να κάμουν και ουδέποτε το γνώριζαν. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ2 όμως, ανέκυψε μία άλλη διάσταση στην όλη υπόθεση Παραπονούμενοι και 1η κατηγορούμενη όντως γνωρίζονταν από παλιά. Οι σχέσεις τους όμως δεν περιορίζονταν σε απλή φιλία αλλά επεκτείνονταν και σε «αμοιβαία συνεργασία» στην διαχείριση της περιουσίας της 1ης κατηγορούμενης στη Ρωσία, αξίας περί τα 33.500.000 ρωσικά ρούβλια - €820.000 με βάση την ισοτιμία που ίσχυε κατά την 14/5/13, που οι παραπονούμενοι έκαμαν το προαναφερόμενο έμβασμα στον κυπριακό λογαριασμό τους. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε κατά την αντεξέταση του επί αυτού του θέματος ο ΜΚ2 προέκυψαν τα εξής τα οποία ο ΜΚ2 δέχτηκε ότι ευσταθούν. Η 1η κατηγορούμενη είχε χορηγήσει γενικό πληρεξούσιο προς όφελος της 2ης παραπονούμενης για να διαχειριστεί και να πωλήσει την περιουσία της στη Ρωσία διότι η ίδια, για νομικούς λόγους δεν μπορούσε να μεταβεί στη Ρωσία και να προβεί προσωπικά στην εν λόγω πώληση. Η περιουσία πωλήθηκε λίγο καιρό πριν τις 14/5/13 και το προαναφερόμενο ποσό που εισπράχτηκε έπρεπε να δοθεί στην 1η κατηγορούμενη, κάτι το οποίο ο ΜΚ2, ισχυρίστηκε ότι, η σύζυγος του, 2η παραπονούμενη, το έπραξε πλήρως σύμφωνα και με την ανάλογη διαδικασία που προνοείται από το Ρωσικό δίκαιο. Η 1η κατηγορούμενη, καταχώρησε αγωγή εναντίον της συζύγου του στη Ρωσία περί τον Ιούνη 2016, στην οποία ισχυρίστηκε ότι η τελευταία, από τις €820.000 που εισέπραξε προς όφελος της από την πώληση της περιουσίας της, μόνο, €436.800 της έστειλε και οι οποίες λήφθηκαν στις 14/5/13 -15/5/13 όταν έγινε το σχετικό έμβασμα. (βλ. Τ.5). Το Ρωσικό Δικαστήριο, αφού άκουσε τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς, εξέδωσε απόφαση στην εν λόγω αγωγή στις 18/10/16, με την οποία έκρινε ότι η 2η παραπονούμενη, δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι κατέβαλε στη 1η κατηγορούμενη όλο το ποσό των 33.5 εκ. ρουβλιών που εισέπραξε εκ μέρους της και επομένως θα έπρεπε να της καταβάλει ακόμη 13.7000.000 ρούβλια πλέον 3.500.000 ρούβλια περίπου ως τόκους και έξοδα, σύνολο περί τα 17.260.000 ρούβλια (€250.000-€260.000). Ακολούθως, το Ρωσικό Δικαστήριο εξέδωσε ανάλογη απόφαση για την οποία η σύζυγος του έχει ξεκινήσει διαδικασίες έφεσης της. Ο ΜΚ2 αρνήθηκε ότι οι αναφορές του Ρωσικού Δικαστηρίου σε €436.800 που στάληκαν στις 14/5/13 και σε €47.000 που εισπράχθηκαν από το λογαριασμό του από την παραπονούμενη, αφορούσαν επιστροφή των ποσών που εισπράχθηκαν από τη σύζυγο του στη Ρωσία σε σχέση με την πώληση της περιουσίας της 1ης κατηγορούμενης. Ο Μκ2 επίσης, επικαλέστηκε άγνοια ως προς τη θέση που του υπεβλήθη ότι η 1η κατηγορούμενη, το καλοκαίρι 2015, ενημέρωσε τη σύζυγο του ότι επροτίθετο να μεταβιβάσει επ' ονόματι της το διαμέρισμα και το αυτοκίνητο τους ούτως ώστε να εξοφληθεί το προαναφερόμενο χρέος των 17.260.000 ρούβλιων (€250.000-€260.000) και ότι η τελευταία της απάντησε ότι μπορούσε να κάμει ότι έκρινε ορθό. Τέλος ο ΜΚ1 ανέφερε ότι είναι βέβαιος, ότι η 1η κατηγορούμενη έφερε «ειδικό» για να ανοίξει το χρηματοκιβώτιο και ότι στο διαμέρισμα, μένει πλέον αυτή μαζί με τον 2ο κατηγορούμενο, σύμφωνα και με τα όσα του ανέφεραν οι γείτονες. Ισχυρίστηκε δε ότι, η 1η κατηγορούμενη, αν θεωρούσε ότι της οφείλονταν λεφτά, θα έπρεπε να αποταθεί σε δικαστήριο και όχι να μπει παράνομα στο σπίτι τους και να τους «κλέψει» την περιουσία τους. Πρόσθετα των πιο πάνω, κατά τη μαρτυρία του ΜΚ4, λειτουργού του Κτηματολογίου, προέκυψε επίσης ακόμη ένα σημαντικό στοιχείο αναφορικά με το όλο ιστορικό της υπόθεσης. Μετά την καταγγελία των παραπονουμένων στην Αστυνομία στις 25/9/15, οι αρχές, αντίθετα με το τι θεωρούσε ο ΜΚ2, δεν φαίνεται να έμειναν αδρανείς. Αντίθετα, προχώρησαν σε διερεύνηση του όλου θέματος, με την εν λόγω έρευνα μάλιστα να συνεχίζει και εκκρεμούσης της ακρόασης της υπόθεσης. Κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 14 και 16, η αλληλογραφία που ανταλλάχτηκε μεταξύ Αστυνομίας και Κτηματολογίου περί τον Σεπτέμβριο 2016, με την οποία οι πρώτοι, στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης, ζητούσε από τους τελευταίους να τους εφοδιάσουν με όλα τα σχετικά με την καταγγελία των παραπονουμένων έγγραφα κάτι το οποίο οι τελευταίοι έπραξαν εντός ημερών. Όπως περαιτέρω ανέφερε ο συνήγορος των κατηγορουμένων, μετά που άρχισε η ακρόαση της υπόθεσης, οι πελάτες του ειδοποιήθηκαν από την αστυνομία όπως προσέλθουν σε αστυνομικό σταθμό για να τους ληφθεί κατάθεση οπόταν και αυτός ενημέρωσε τις αρχές ότι κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει ένεκα του ότι έχει ήδη καταχωρηθεί ποινική δίωξη απ' ευθείας από τους ίδιους τους παραπονούμενους η οποία και εκδικάζεται. Από τα όσα ανέφερε ο συνήγορος, μετά από αυτή την ενημέρωση, οι έρευνες της Αστυνομίας φαίνεται να έχουν ανασταλεί προσωρινά ή τουλάχιστο περιοριστεί.» Με την ενδιάμεση απόφαση της 08/06/17, το Δικαστήριο έκρινε, για τους λόγους που αναφέρονται σ' εκείνη την απόφαση, ότι όντως η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν στοιχειοθετούσε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον οποιουδήποτε από τους κατηγορουμένους σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να αθωωθούν και να απαλλαχτούν απ' όλες τις κατηγορίες. Εναντίον της αθωωτικής απόφασης της 08/06/17 καταχωρήθηκαν τρεις ποινικές εφέσεις, ήτοι η 159/17, 160/17 και 161/17, οι οποίες στρέφονταν εναντίον της αθώωσης του κάθε κατηγορούμενου για τις αντίστοιχες κατηγορίες που αυτός αντιμετώπιζε. Τελικά όμως η υπ' αρ. 161/2017 έφεση που αφορούσε την Νικολάου (κατηγορούμενη 3) αποσύρθηκε όπως αποσύρθηκαν και από τις άλλες δύο εφέσεις που αφορούσαν την αθώωση των κατηγορούμενων 1 και 2 αντίστοιχα, οι λόγοι που στρέφονταν εναντίον της αθώωσης τους στις κατηγορίες 3, 4, 5, 6, 7, 9, 10, 11, 12 και
- Κατά συνέπεια, η πλήρης αθώωση της κατηγορούμενης 3 καθώς επίσης και η αθώωση των κατηγορουμένων 1 και 2 στις προαναφερόμενες κατηγορίες για τους λόγους που αναφέρθηκαν στην απόφαση της 08/06/17 κατέστησαν τελεσίδικες και κατ' έφεση εξετάστηκε μόνο η αθώωση των κατηγορουμένων 1 και 2 στις κατηγορίες 1, 2 και 8, με τις οποίες καταλογίζετο στους τελευταίους ότι μεταξύ 02/06/2015 και 17/09/2015: «
- Εισήλθαν παράνομα στο διαμέρισμα των εφεσειόντων, το οποίο βρίσκεται στον 3ο όροφο της πολυκατοικία χχχχ χχχ της λεωφόρου χχχχχχ (στο εξής το Διαμέρισμα) και έκτοτε κατέχουν το Διαμέρισμα «παράνομα με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος και όχλησης των παραπονουμένων ως κατόχων του διαμερίσματος» (1η κατηγορία).
- Εισήλθαν στο Διαμέρισμα και χωρίς τη συναίνεση των εφεσειόντων έκλεψαν από το χρηματοκιβώτιο τους «€47.000.- εις μετρητά, ένα κλειδί του διαμερίσματος, 2 κλειδιά αυτοκινήτου αρ. εγγραφής χχχ χχx μάρκας MAZDA 6 SALOON, το πρωτότυπο έγγραφο ασφαλιστικού συμβολαίου δια το ίδιο αυτοκίνητο εις την ασφαλιστική εταιρεία AIG LIMITED το οποίο αυτοκίνητο οι παραπονούμενοι αγόρασαν καινούργιο από αντιπροσωπεία για το ποσό των €26.000.-,την πρωτότυπη απόδειξη για αγορά από την αντιπροσωπεία του αυτοκινήτου χχχ χχx 2 τηλεχειριστήρια του γκαράζ που ευρίσκετο εις το ισόγειο της πολυκατοικίας, αποδείξεις πληρωμής των κοινοχρήστων φόρων προς τις αρμόδιες αρχές παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και υδατοπρομήθειας για το διαμέρισμα πρωτότυπα έγγραφα και αποδείξεις που αφορούσαν δοσοληψίες των παραπονουμένων με την κατηγορουμένη 1 εις την Ρωσία.» (2η κατηγορία) και
- Έκλεψαν το αυτοκίνητο των εφεσειόντων «χχχ χχx, μάρκας ΜΑZDA 6 SALOOΝ το οποίο ευρίσκετο σταθμευμένο εις το κλειστό με πόρτα γκαράζ το οποίο γκαράζ άνοιγε με τηλεχειριστήριο του ισογείου της πολυκατοικίας», στην οποία βρίσκεται το Διαμέρισμα.» (Χρησιμοποιήθηκε η σύνοψη που έγινε από το Εφετείο στις προαναφερόμενες εφέσεις SERGEI κ.α. ν. VASILYEVA κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 159/2017, 160/2017, 11/6/2019) Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2 και τις κατηγορίες στις οποίες η αθώωση του παρέμεινε να προσβάλλεται με την σχετική έφεση, το Εφετείο επικύρωσε το σχετικό μέρος της αθωωτικής απόφασης της 08/06/17 αναφέροντας τα εξής: «Επί του προκειμένου εντοπίσαμε ως πρώτο σημαντικό στοιχείο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι βάσει της μαρτυρίας που είχε ενώπιον του - αντικειμενικά κρινόμενης - οι εφεσείοντες είχαν χορηγήσει στην εφεσίβλητη γενικό πληρεξούσιο έγγραφο για διαχείριση της κινητής και ακίνητης τους περιουσίας στην Κύπρο, η εγκυρότητα του οποίου δεν προσβάλλεται με τις κατηγορίες 1, 2 και 8 και επομένως το ζήτημα αυτό είναι εκτός του πλαισίου της έφεσης. Με δεδομένο λοιπόν ότι η εφεσίβλητη είχε εξουσία να πωλήσει και μεταβιβάσει οποιαδήποτε κινητή και ακίνητη περιουσία των εφεσιβλήτων στην Κύπρο, το πρώτο ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο βάσει της προσαχθείσας μαρτυρίας αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως ότι ο εφεσίβλητος ενέχεται στη διάπραξη των τριών αδικημάτων που του καταλογίστηκαν με τις κατηγορίες 1, 2 και
- Η απάντηση, κατά την άποψή μας, είναι αρνητική. H κλήση του εφεσίβλητου σε απολογία προϋπόθετε την εκ πρώτης όψεως απόδειξη πως (α) εισήλθε παράνομα στο Διαμέρισμα, που είναι βασικό συστατικό στοιχείο της 2ης κατηγορίας και (β) χωρίς τη συναίνεση των εφεσειόντων απέκτησε τα περιουσιακά στοιχεία που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών 2 και 8, που επίσης συνιστούν συστατικά στοιχεία των εν λόγω κατηγοριών. Με τη μαρτυρία όμως που προσήχθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ο εφεσίβλητος, αφενός, απέκτησε το Διαμέρισμα δυνάμει αγοράς από την πληρεξούσιο αντιπρόσωπο των εφεσιβλήτων και, αφετέρου, ουδέν περιουσιακό στοιχείο των εφεσειόντων απέκτησε. Κατά συνέπεια, όπως ορθά αποφάσισε το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν στοιχειοθετήθηκε εναντίον του οποιαδήποτε από τις επίδικες κατηγορίες και το γεγονός ότι έχει δεσμό με την εφεσίβλητη ή ότι είχε εμπλοκή στην πώληση από την εφεσίβλητη του αυτοκινήτου στην κατηγορούμενη 3, δεν συνιστά άνευ ετέρου και εκ πρώτης όψεως απόδειξη των προαναφερθέντων συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που του καταλογίστηκαν.Ενόψει των πιο πάνω η έφεση (η υπ΄ αρ. 160/2017) εναντίον του εφεσίβλητου είναι καταδικασμένη σε απόρριψη και προχωρούμε τώρα σε εξέταση της έφεσης (της υπ΄ αρ. 159/2017) που αφορά την εφεσίβλητη.» Όσον αφορά την κατηγορούμενη 1, το Εφετείο επικύρωσε την αθώωση της εν λόγω κατηγορούμενης σε σχέση με τις κατηγορίες 1 και 8, ανέτρεψε όμως την αθώωση σε σχέση με την κατηγορία
- Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου ημερ. 11/06/19: «Έχουμε ήδη προσδιορίσει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αφορούν οι κατηγορίες 1 και
- Παρατηρούμε καταρχάς ότι δεν μπορεί να λεχθεί ότι η εφεσίβλητη εισήλθε παράνομα στο Διαμέρισμα ή ότι έκλεψε το αυτοκίνητο των εφεσειόντων, τη στιγμή που οι εφεσείοντες - μεταξύ άλλων - την είχαν εξουσιοδοτήσει με γενικό πληρεξούσιο έγγραφο να πωλεί και μεταβιβάζει την κινητή και ακίνητη περιουσία που είχαν στην Κύπρο. Έπεται ότι σε σχέση με τις δύο αυτές κατηγορίες δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της εφεσίβλητης, όπως ορθώς αποφάνθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ωστόσο τα πράγματα με τη 2η κατηγορία είναι διαφορετικά. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του εφεσείοντα, το χρηματοκιβώτιο που βρισκόταν εντός του Διαμερίσματος άνοιγε μόνο με κωδικό που μόνο αυτός και η σύζυγος του γνώριζαν. Με συνεπακόλουθο να μην καλύπτεται από τα πληρεξούσια που χορήγησαν στην εφεσίβλητη. Περαιτέρω ότι σ΄ αυτό υπήρχαν ό,τι αναφέρεται στις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας - με μόνη διαφορά σε σχέση με το ποσό των €47.000 που ήταν €45.000,00 - τα οποία χωρίς την συναίνεση των εφεσειόντων αποκτήθηκαν από το πρόσωπο που είχε πρόσβαση στο Διαμέρισμα, το οποίο δεν είναι άλλο από την εφεσίβλητη. Αποδείχτηκε επομένως εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της εφεσίβλητης αναφορικά με τη 2η κατηγορία, στην οποία εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν την κάλεσε να προβάλει την Υπεράσπισή της.» Την πιο πάνω απόφαση του Εφετείου το παρών Δικαστήριο την εντόπισε περί τις αρχές Ιουλίου 2019 κατά την ανασκόπησή των αποφάσεων που εκδίδονται από το Ανώτατο Δικαστήριο οπόταν και με ενέργειες του παρόνοτος Δικαστηρίου ειδοποιήθηκαν όλοι οι εμπλεκόμενοι ώστε να προσέλθουν για να μπορέσει να συνεχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης σε σχέση με την 1η κατηγορούμενη για την 2η κατηγορία για την οποία το Εφετείο έκρινε ότι αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Αφού εξηγήθηκαν στην κατηγορούμενη 1 τα δικαιώματα της, η τελευταία επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση (Έγγραφο Α-Δ) και με την άδεια του δικαστηρίου (βλ.σχ. ενδιάμεση απόφαση ημερ. 09/09/19 και αναφορές που εκεί γίνονται στις R v See Lun
(1932)32 SR (NSW) 363 και R v Wyatt 119721 VR 902), επιτράπηκε στην κατηγορούμενη να παρουσιάσει ως μέρος της ανώμοτης δήλωσης της, την Ε/Δ και τα επισυνημμένα σε αυτή έγγραφα που καταχώρησε στα πλαίσια της αστικής αγωγής που εκκρεμεί μεταξύ των μερών με αρ. 3789/15 (Έγγραφο Α-Δ.1). Σημειώνω ότι η εν λόγω Ε/Δ είχε ήδη κατατεθεί στην παρούσα διαδικασία ως μέρος του Τεκ.23, χωρίς όμως τα επισυνημμένα έγγραφα. Παραθέτω αυτούσια την ανώμοτη δήλωση της κατηγορούμενης 1 όπως αυτή κατατέθηκε δεόντως μεταφρασμένη στα ελληνικά. «Ονομάζομαι XXXXX Βασιλίεβα και είμαι η κατηγορούμενη 1 στην ιδιωτική ποινική υπόθεση 11635/
- Τα όσα ουσιαστικά κατέθεσε ο ένας εκ των παραπονούμενων τα είχε περίπου πει και στα πλαίσια ένορκης του δήλωσης που είχε προηγηθεί για την έκδοση προσωρινού διατάγματος στην αγωγή του Ε.Δ. Λεμεσού αρ.XXXX/2015 η οποία ευρίσκεται ως τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου. Τους ισχυρισμούς του αυτούς, είχα απαντήσει με δική μου ένορκη δήλωση στα πλαίσια της ίδιας αγωγής και είχα επισυνάψει σχετικά τεκμήρια. Αυτή μου η ένορκη δήλωση (με ή χωρίς τα τεκμήρια) πιθανόν να αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 23 και να είναι ήδη ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου. Επειδή όμως δεν είμαι σίγουρη, επισυνάπτω την εν λόγω ένορκη δήλωση και τη μετάφραση, ως μέρος της παρούσας ανώμοτης μου δήλωσης. Παρά το ότι η μόνη κατηγορία που εκκρεμεί εναντίον μου και στην οποία κλήθηκα για απολογία είναι η κατηγορία 2, θεωρώ ορθό για σκοπούς πληρότητας να απαντήσω και τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του Παραπονούμενου, για να είναι σε θέση το δικαστήριο να έχει πλήρη εικόνα των όσων είχαν συμβεί Αυτός είναι ο λόγος που αποφάσισα να καταθέσω μαζί με την ανώμοτη μου δήλωση και την ως άνω ένορκη δήλωση. Όπως προκύπτει από την ένορκη μου δήλωση και αυτά που αναφέρω, οι συναλλαγές ήταν πολλές και τα πληρεξούσια/εξουσιοδοτήσεις μεταξύ εμού και της παραπονούμενης 2 επίσης πολλά. Προκύπτει επίσης ότι, οι δοσοληψίες αφορούσαν κυρίως εμένα και την παραπονούμενη
- Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, η παραπονούμενη 2 ήταν παρούσα στο δικαστήριο. Είχε ταξιδέψει για το σκοπό αυτό από τη Ρωσία. Ανέμενα ότι θα κατέθετε εναντίον μου για να μπορέσουν και οι δικηγόροι μου να της θέσουν τα όσα αναφέρω ως απάντηση στις απαιτήσεις και ισχυρισμούς της ίδιας και του συζύγου της παραπονούμενου
- Εντούτοις, για λόγους που δεν καταλαμβαίνω, ενώ κλήθηκαν τόσοι άλλοι μάρτυρες και κατέθεσαν, η ίδια που ήταν παραπονούμενη ενώ ήταν παρούσα, απέφυγε να καταθέσει. Θέλω να διαβεβαιώσω το δικαστήριο ξανά ότι το χρηματοκιβώτιο που ήταν στο διαμέρισμα για το οποίο γίνεται λόγος (όπως και όλος ο υπόλοιπος εξοπλισμός του διαμερίσματος), ήταν χρηματοκιβώτιο δικό μου το οποίο υπήρχε εκεί πριν εγκατασταθούν στο διαμέρισμα οι παραπονούμενοι. Όταν εγκαταστάθηκαν, εκτός από τα κλειδιά του διαμερίσματος που μου άφησαν, τους βοήθησα και αλλάξαμε τον κωδικό στο χρηματοκιβώτιο. Ο λόγος που αλλάξαμε τον κωδικό ήταν γιατί ήθελα να είναι σίγουροι ότι τον κωδικό αυτό θα τον γνώριζαν μόνο αυτοί και εγώ. Ο προηγούμενος κωδικός δεν ήμουν σίγουρη αν ήταν γνωστός και σε οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο. Ο λόγος που ήθελαν να ξέρω τον κωδικό, ήταν γιατί επιθυμία τους ήταν να έχω πλήρη έλεγχο σε όλη τη περιουσία τους στην Κύπρο, καθ' ότι μεταξύ άλλων το διαμέρισμα τους είχε παραδοθεί και στην συνέχεια μεταβιβαστεί, χωρίς να καταβάλουν σε μένα ούτε ένα σεντ. Για τους λόγους που εξηγώ στην ένορκη μου δήλωση. Ήθελαν επίσης να έχω πρόσβαση στο χρηματοκιβώτιο γιατί σ' αυτό θα άφηναν τα κλειδιά του αυτοκινήτου τους και του γκαράζ και ήθελαν να μπορώ να έχω πρόσβαση σ' αυτό στη περίπτωση που αυτό θα χρειαζόταν να μετακινηθεί από το γκαράζ για οποιονδήποτε λόγο. Να υπενθυμίσω ότι οι ίδιοι οι Παραπονούμενοι μου είχαν υπογράψει γενικό πληρεξούσιο να διαχειρίζομαι όλη την περιουσία τους. Περιουσία τους ήταν και το αυτοκίνητο του οποίου τα κλειδιά ήταν μέσα στο χρηματοκιβώτιο, όπως και τα τηλεκοντρόλ για τις πόρτες του γκαράζ. Ουδέποτε παραβίασα το χρηματοκιβώτιο. Το άνοιξα με κωδικό που γνώριζα, όπως εξηγώ και στην ένορκη μου δήλωση που επισυνάπτω. Το μόνο που υπήρχε στο χρηματοκιβώτιο ήταν τα κλειδιά του αυτοκινήτου Mazda και τα τηλεκοντρόλ του γκαράζ. Τίποτε άλλο. Ούτε €47,000, ούτε €45,000, ούτε οποιονδήποτε άλλο ποσό, ούτε οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο ή έγγραφο. Το ποσό των €47,000 για κάποιο περίεργο λόγο, συμπίπτει με ποσό που είχα αναλήψει από ΑΤΜ από λογαριασμό των παραπονουμένων, με την κάρτα τους και με κωδικό που μου είχαν αφήσει οι ίδιοι, όπως εξηγώ και πάλιν στην ένορκη μου δήλωση και επισυνάπτω σχετικά τεκμήρια. Λέει ψέματα ο παραπονούμενος ότι είχε αποσύρει το ποσό των €45,000 ή €47,000 από λογαριασμό και τα είχε τοποθετήσει στο χρηματοκιβώτιο. Ακόμα και αν ήταν αλήθεια (που δεν είναι) ότι στο χρηματοκιβώτιο βρισκόταν η απόδειξη ανάληψης του ποσού αυτού από τη τράπεζα του και τούτος ήταν όπως είπε ο λόγος που δεν μπορούσε να την παρουσιάσει, δεν θα του ήταν καθόλου δύσκολο να ζητήσει βεβαίωση από την τράπεζα του ή έστω κάποιο statement που να δείχνει αν μη τι άλλο ότι ο παραπονούμενος είχε αποσύρει αυτό το ποσό σε μετρητά. Εν πάση περιπτώσει στην παράγραφο 19 της ένορκης του δήλωσης που κατατέθηκε στα πλαίσια της ως άνω πολιτικής αγωγής ο Παραπονούμενος λέει ότι το ποσό αυτό είναι χρήματα που έφερναν μαζί τους οι Παραπονούμενοι από τη Ρωσία περιοδικά όταν έρχονταν στην Κύπρο. Κάτι που και πάλι δεν ευσταθεί. Γιατί όπως εξηγώ και στην ένορκη μου δήλωση ο λόγος που τα δικά μου λεφτά τα έβαλαν σε δικό τους λογαριασμό για να τα παίρνω ήταν γιατί ήθελαν να φαίνεται ότι φέρνουν λεφτά στην Κύπρο, για να βοηθήσουν την έγκριση της άδειας τους για παραμονή, Κατηγορίας F. Θα μπορούσα ακόμα και σήμερα να κάνω διευθετήσεις για να παρουσιαστεί το χρηματοκιβώτιο στο δικαστήριο και να διαφανεί ότι δεν είναι παραβιασμένο. Όπως όμως οι δικηγόροι μου με συμβούλευσαν, αυτό δεν θα είχε οποιαδήποτε αποδεικτική αξία καθ' ότι όπως μου εξήγησαν το χρηματοκιβώτιο θα μπορούσε να είχε παραβιαστεί και μετά να αντικατασταθεί είτε η κλειδωνιά είτε ολόκληρη η πόρτα. Δεν μπορώ να σκεφτώ με ποιο άλλο τρόπο θα μπορούσα να αποδείξω (παρά το ότι όπως μου εξηγούν οι δικηγόροι μου δεν έχω τέτοια υποχρέωση) ότι δεν παραβίασα ποτέ το χρηματοκιβώτιο αλλά το άνοιξα με τον κωδικό του και ότι δεν υπήρχε σ' αυτό κανένα ποσό παρά μόνον τα αντικείμενα που προανέφερα.» Εφόσον η κατηγορούμενη περιορίστηκε μόνο στην ανώμοτη δήλωση που κατέθεσε, μετά που έκλεισε την υπόθεση της η υπεράσπιση, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προέβηκαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις αναφορά στις οποίες κάμω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Ενόψει του ότι μόνο η κατηγορούμενη 1 παρέμεινε να αντιμετωπίζει την παρούσα ποινική υπόθεση, για σκοπούς ευκολίας αναφοράς θα αναφέρομαι από τούδε και στο εξής στην εν λόγω κατηγορούμενη απλά ως κατηγορούμενη. Εφόσον η κατηγορούμενη επέλεξε να δώσει ανώμοτη δήλωση, θα προσεγγίσω την εν λόγω δήλωση με γνώμονα τις αρχές που διέπουν την ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου καθώς επίσης και την αξία και τρόπο προσέγγισης της από το Δικαστήριο, θέματα για τα οποία σχετικές είναι μεταξύ άλλων οι αποφάσεις Σοφοκλέους Αντρέας Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας ,
(2011)2 Α.Α.Δ. 385 στις υποθέσεις Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Σίφουνας Πολύβιος και Άλλος ν. Αστυνομίας,
(2007)2 Α.Α.Δ. 91, Khadar and another v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, Σημιανός και Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195. Συνοψίζοντας τις αρχές οι οποίες εξάγονται από την ανωτέρω νομολογία μπορεί να λεχθεί ότι μια ανώμοτη δήλωση, ενώ δεν συνιστά μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, εντούτοις δεν είναι χωρίς καμιά απολύτως αποδεικτική αξία και ισχύ Μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας από κάποια διαφορετική σκοπιά. Μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ότι έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία αν και τέτοια αξία είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει επίσης και στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Alibrahim Muhy Iddin ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 47/2014, 29/2/2016 και στις αυθεντίες που η εν λόγω απόφαση παραπέμπει. Υπενθυμίζω κατ' αρχήν ότι η μόνη κατηγορία που παρέμεινε να αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη είναι η 2η κατηγορία, η οποία αφορά στην κατ' ισχυρισμό κλοπή του περιεχομένου του χρηματοκιβωτίου κατά παράβαση «των άρθρων 255
(1)
(2)(α) (β) (γ) και
(3). του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154». Υπενθυμίζω επίσης ότι μεταξύ των αντικειμένων που κατ' ισχυρισμό κλάπηκαν από το χρηματοκιβώτιο ήταν τα τηλεκοντρόλ του γκαράζ και τα κλειδιά του αυτοκινήτου των παραπονουμένων και ότι το Εφετείο έκρινε τελεσίδικα ότι δεν ήταν παράνομη ούτε η είσοδος και παραμονή της κατηγορούμενης στο διαμέρισμα εντός του οποίου βρισκόταν το χρηματοκιβώτιο αλλά ούτε και η απόκτηση, μετακίνηση και πώληση από την τελευταία του αυτοκινήτου των παραπονουμένων, ενέργειες οι οποίες μόνο με τη χρήση των προαναφερόμενων τηλεκοντρόλ και των κλειδιών μπορούσαν να γίνουν. Συνεπεία λοιπόν της απόφασης του Εφετείου, το επίδικο θέμα που παραμένει να εξεταστεί για σκοπούς της 2ης κατηγορίας είναι το κατά πόσο η κατηγορούμενη, ενώ εισήλθε και παρέμεινε νόμιμα στο διαμέρισμα εντός του οποίου βρισκόταν το χρηματοκιβώτιο, ενώ νόμιμα μπορούσε να διαχειριστεί όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία των παραπονουμένων στην Κύπρο και ενώ νόμιμα απέκτησε το αυτοκίνητο των παραπονουμένων το οποίο στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας τα κλειδιά του και τα τηλεκοντρόλ του γκαράζ, νόμιμα το μετακίνησε από το διαμέρισμα και το πούλησε, έκλεψε εν τη εννοία του αρ.255 Κεφ.154, τα όσα αναφέρονται στη 2η κατηγορία ότι βρίσκονταν εντός του χρηματοκιβωτίου, ήτοι το κλειδί του διαμερίσματος, τα κλειδιά του αυτοκινήτου, τα τηλεχειριστήρια του γκαράζ, διάφορα έγγραφα και €47.000 σε μετρητά. Προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω εκείνα τα γεγονότα που κατά τη διάρκεια της ακρόασης προέκυψαν να συνιστούν κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των μερών. Το επίμαχο διαμέρισμα οι παραπονούμενοι το αγόρασαν το 2012 από τον υιό της κατηγορούμενης ο οποίος ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του, μέσω της τελευταίας η οποία το διαχειρίζετο ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του πρώτου. Από τον καιρό που το διαμέρισμα ήταν στην κατοχή της κατηγορούμενης και του υιού της, μέσα σε αυτό υπήρχε κάποιο χρηματοκιβώτιο το οποίο χρειαζόταν συγκεκριμένο κωδικό για να ανοίξει. Τον τρόπο λειτουργίας του χρηματοκιβωτίου και το συγκεκριμένο κωδικό η κατηγορούμενη τον γνώριζε και όταν παρέδωσε τα κλειδιά του διαμερίσματος στους παραπονούμενους στις 23/01/13, προφανώς τους έδωσε τον κωδικό και τους έδειξε πώς να χρησιμοποιούν το χρηματοκιβώτιο αφού μετά που αυτοί εγκαταστάθηκαν στο διαμέρισμα το χρησιμοποίησαν. Σε κάποιο στάδιο μέσα στα επόμενα δύο χρόνια και πριν το Σεπτέμβρη του 2015, ο κωδικός του χρηματοκιβωτίου αλλάχτηκε και το νέο κωδικό των γνώριζαν τουλάχιστο οι παραπονούμενοι, αφού προτού αναχωρήσουν για Ρωσία την τελευταία φορά που είχαν έρθει στην Κύπρο πριν τα επίδικα γεγονότα, ήτοι τον Ιούνιο 2015, τοποθέτησαν σε αυτό τουλάχιστο τα κλειδιά του αυτοκινήτου τους μάρκας Mazda καθώς επίσης και τα τηλεκοντρόλ του γκαράζ του διαμερίσματος όπου ήταν σταθμευμένο το εν λόγω αυτοκίνητο. Για να μετακινηθεί το αυτοκίνητο από το γκαράζ έπρεπε να χρησιμοποιηθούν και τα κλειδιά αλλά και τα τηλεκοντρόλ του γκαράζ. Μέχρι το Σεπτέμβριο 2015 που οι παραπονούμενοι ξαναήρθαν στην Κύπρο, η κατηγορούμενη είχε εισέλθει στο διαμέρισμα και αφού απέκτησε πρόσβαση στο αυτοκίνητο, το μετακίνησε από το γκαράζ και το πώλησε. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Πρόσθετα των πιο πάνω, όπως διαπίστωσε και το Εφετείο και καθίσταται περαιτέρω εύρημα μου, με δεδομένο ότι το αυτοκίνητο των παραπονουμένων βρέθηκε στο τέλος να κατέχεται και να πωλείται από την παραπονούμενη μαζί με τα κλειδιά του, τα οποία δεν αμφισβητήθηκε ότι βρίσκονταν εντός του χρηματοκιβωτίου μαζί με τα τηλεκοντρόλ του γκαράζ στο οποίο βρισκόταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο, προκύπτει ότι, όπως άλλωστε και η ίδια η υπεράσπιση υπέβαλε στο ΜΚ2 αλλά και παραδέχτηκε και η κατηγορούμενη μέσω της ανώμοτης δήλωσης της, μεταξύ Ιουνίου 2015 και 17/09/15 που οι παραπονούμενοι ξαναήρθαν στην Κύπρο, αυτή, δηλαδή η κατηγορούμενη, αφού εισήλθε στο διαμέρισμα, άνοιξε με κάποιο τρόπο το χρηματοκιβώτιο και πήρε από μέσα τουλάχιστο τα κλειδιά του αυτοκινήτου και τα τηλεκοντρόλ του γκαράζ. Η εκδοχή των παραπονουμένων ήταν ότι ουδέποτε ενημέρωσαν την κατηγορούμενη για το νέο κωδικό του χρηματοκιβωτίου και ουδέποτε συναίνεσαν στο να αποκτήσει η τελευταία τα όσα αυτοί ισχυρίζονται ότι υπήρχαν μέσα σε αυτό. Η βασική μαρτυρία επί της οποίας προωθήθηκε η εν λόγω εκδοχή, προήλθε από τον παραπονούμενο 1 (ΜΚ2) εφόσον η παραπονούμενη 2 δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου για να καταθέσει και η μαρτυρία όλων των άλλων μαρτύρων ήταν, όπως ανέφερα πιο πάνω, είτε τυπικής σημασίας είτε άσχετη με το θέμα στο οποίο αφορά η 2η κατηγορία. Ο εν λόγω μάρτυρας, όπως διαπιστώθηκε και από το Εφετείο, ισχυρίστηκε ότι «.το χρηματοκιβώτιο που βρισκόταν εντός του Διαμερίσματος άνοιγε μόνο με κωδικό που μόνο αυτός και η σύζυγος του γνώριζαν ... ότι σ΄ αυτό υπήρχαν ό,τι αναφέρεται στις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας - με μόνη διαφορά σε σχέση με το ποσό των €47.000 που ήταν €45.000,00 - τα οποία χωρίς την συναίνεση των (παραπονουμένων) αποκτήθηκαν από το πρόσωπο που είχε πρόσβαση στο Διαμέρισμα, το οποίο δεν είναι άλλο από την (κατηγορούμενη).» Η εκδοχή της υπεράσπισης, όπως αυτή υπεβλήθη στο ΜΕ2 και εκφράστηκε και μέσω της ανώμοτης δήλωσης της κατηγορούμενης, ήταν ότι η τελευταία άνοιξε το χρηματοκιβώτιο χρησιμοποιώντας το νέο κωδικό που οι ίδιοι οι παραπονούμενοι φρόντισαν όπως γνωρίζει έτσι ώστε να μπορεί να αξιοποιεί, ως η συμφωνία τους, το γενικό πληρεξούσιο που της είχαν δώσει στα πλαίσια των δοσοληψιών και συμφωνιών τους σε σχέση με όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία τους στην Κύπρο, περιλαμβάνομένου και του αυτοκινήτου τους αλλά και τα συναφή με αυτό αντικείμενα, όπως τα κλειδιά του και τα τηλεκοντρόλ του γκαράζ. Αυτά ήταν, σύμφωνα με την υπεράσπιση, και τα μόνα αντικείμενα που υπήρχαν στο χρηματοκιβώτιο και ουδέποτε υπήρχε εκεί το κατ' ισχυρισμό ποσό των €47.000 σε μετρητά που αναφέρεται στο κατηγορητήριο ή οτιδήποτε άλλο. Επισημαίνω εδώ ότι για σκοπούς αξιολόγησης, η μαρτυρία που αφορά στα όσα περιλαμβάνει η εναπομείνασα 2η κατηγορία δεν μπορεί και δεν πρέπει να αξιολογηθεί αποσπασματικά ή απομονωμένα από την υπόλοιπη μαρτυρία που παρουσιάστηκε στην υπόθεση χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζονται και τα όσα σχετικά λέχθηκαν από το Εφετείο στις σχετικές εφέσεις που καταχωρήθηκαν. Όπως άλλωστε χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Ανδρονίκου Ιωάννης και Άλλοι ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 486 όπου απερρίφθη η εισήγηση ότι η αθώωση ενός κατηγορουμένου από ορισμένες κατηγορίες έχει ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση των γεγονότων πάνω στα οποία στηρίζονται αυτές με αποτέλεσμα να μην μπορούν να χρησιμοποιηθούν εκ νέου για άλλες κατηγορίες, «.Είναι αυταπόδεικτο ότι η μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη ενός κατηγορητηρίου το οποίο περιέχει πολλές συναφείς και αλληλένδετες κατηγορίες, προσφέρεται πάντοτε για να θεμελιώσει το κατηγορητήριο στην ολότητα του ή εν μέρει και η προσφερόμενη μαρτυρία δεν στοχεύει κατ' ανάγκην στην θεμελίωση μιας και μόνο συγκεκριμένης κατηγορίας και σε αποκλεισμό άλλης. Όπου τα γεγονότα είναι αλληλένδετα και πρέπει να ιδωθούν ως σύνολο για να καταταχθεί η ενδεχόμενη εγκληματική ενέργεια σε συγκεκριμένες παράνομες πράξεις, οποιαδήποτε θεώρηση στη βάση της εισήγησης του κ. Γεωργίου, δεν είναι παρά πλασματική και χωρίς ουσιαστικό υπόβαθρο. Σχετική με το θέμα είναι και η υπόθεση Harris [1952] AC 694, η οποία σχολιάζεται εκτενώς στον Glanville Williams: The Proof of Guilt 3η έκδ. σελ. 232-237, ως υπόθεση παρόμοιων γεγονότων («similar fact»), έγινε δε αντικείμενο περαιτέρω σχολιασμού στη Robinson [1953] 37 Cr. App.R.
- Η ορθή αρχή, κρίνεται, που απορρέει από το ακολουθητέο σύστημα στην ποινική δίκη, είναι ότι δεν εξαφανίζεται η μαρτυρία αυτή καθαυτή, αλλά μόνο ότι οι κατηγορίες στις οποίες αθωώνεται ενδιαμέσως ο κατηγορούμενος απογυμνώνονται από τα υποστηρικτικά τους γεγονότα. Άλλωστε, είναι γνωστό ότι ο πρωταρχικός σκοπός ενός δικάζοντος Δικαστηρίου είναι η ανεύρεση, μετά από σχετική αξιολόγηση, των πραγματικών γεγονότων, τα οποία, αφού γίνουν ευρήματα του Δικαστηρίου, δυνατό να υπαχθούν σε διάφορες νομικές κατατάξεις, θεμελιώνοντας κατηγορίες που αναδύονται ως εγκληματικές ενέργειες από τον Ποινικό Κώδικα.». Των πιο πάνω λεχθέντων παρατηρώ τα εξής. Κατά πρώτο, συνεπεία της επιλογής των παραπονουμένων να καταχωρήσουν από μόνοι τους ιδιωτική ποινική δίωξη και να «ανακόψουν» έτσι τις ευρείες διερευνητικές εξουσίες της αστυνομίας στην οποία είχαν αρχικά αποταθεί, δεν υπάρχει καμία μαρτυρία και δη ανεξάρτητη, ως προς τον τρόπο με τον οποίο η κατηγορούμενη πέτυχε πρόσβαση στο επίμαχο χρηματοκιβώτιο και μάλιστα αθέμιτα ως ισχυρίζονται οι παραπονούμενοι. Η θέση του ΜΚ2 ότι η κατηγορούμενη θα πρέπει να χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες ειδικού για να ανοίξει το χρηματοκιβώτιο διότι κατ' εκείνον δεν υπήρχε άλλος τρόπος, προβλήθηκε και παρέμεινε μέχρι τέλους απλά ως μια εικασία του τελευταίου η οποία ουδέποτε τεκμηριώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Κατά δεύτερο, καμία μαρτυρία υπάρχει ότι στην κατοχή ή τον έλεγχο της κατηγορούμενης, εκτός από τα κλειδιά του αυτοκινήτου και τα τηλεκοντρόλ του γκαράζ, ανευρέθηκε ή εντοπίστηκε ποτέ οποιοδήποτε αντικείμενο από τα όσα άλλα ισχυρίστηκαν οι παραπονούμενοι ότι επίσης υπήρχαν στο χρηματοκιβώτιο. Θέση βεβαίως του ΜΚ2 είναι ότι τα στοιχεία που αποδείκνυαν την ύπαρξη στο χρηματοκιβώτιο όλων αυτών των «άλλων» αντικειμένων και μετρητών βρίσκονταν και αυτά στο χρηματοκιβώτιο και γι' αυτό δεν παρουσιάστηκαν στην ακρόαση. Η εν λόγω θέση όμως του μάρτυρα δεν μπορεί να γίνει πιστευτή. Εξηγώ. Κατ' αρχή, τουλάχιστο για τα κατ' ισχυρισμό κλαπέντα μετρητά, που είναι και το ουσιαστικότερο αντικείμενο της κατ' ισχυρισμό κλαπείσας περιουσίας, ο αρχικός ισχυρισμός του ΜΚ2 στην κυρίως εξέταση του αλλά και στην καταγγελία του στην αστυνομία ήταν ότι επρόκειτο για ποσό μετρητών ύψους €47.000 το οποίο συσσωρεύθηκε στο χρηματοκιβώτιο από «.χρήματα που φέραμε μαζί μας από τη Ρωσία περιοδικά όταν ερχόμασταν στην Κύπρο.». Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα όμως, όταν του ζητήθηκε να παρουσιάσει κάποια τεκμηρίωση των επί του προκειμένου ισχυρισμών του, οι θέσεις του άλλαξαν και όχι μόνο το κατ' ισχυρισμό κλαπέν ποσό μειώθηκε μυστηριωδώς από €47.000 σε €45.000 αλλά προβλήθηκε και ένας εντελώς νέος ισχυρισμός, ήτοι ότι δεν επρόκειτο για συσσώρευση χρημάτων αλλά για ένα ποσό «...που εγώ προσωπικά έκαμα ανάληψη από την κάρτα μου...». Ζητήθηκε τότε από το μάρτυρα όπως παρουσιάσει κάποιο έγγραφο προς τεκμηρίωση έστω αυτού του ισχυρισμού του οπόταν και αυτός, δηλώνοντας αδυναμία να πράξει κάτι τέτοιο, κατέφυγε στην πιο «βολική» υπό τις περιστάσεις λύση, ισχυριζόμενος πλέον ότι η απόδειξη της ΑΤΜ που επιβεβαίωνε την ανάληψη των 45 πλέον χιλιάδων ευρώ που ισχυρίστηκε ότι έκαμε, έτυχε να βρίσκεται και αυτή μέσα στο χρηματοκιβώτιο μαζί με τα μετρητά και όλα τ' άλλα αντικείμενα που κλάπηκαν. Δεν είναι όμως μόνο η «βολικότητα» του εν λόγω ισχυρισμού του ΜΚ2 που υπό τις περιστάσεις εγείρει ερωτηματικά ως προς το αξιόπιστο της επί του προκειμένου εκδοχής του αλλά, όπως εύστοχα επεσήμανε και ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης, η κατ' ισχυρισμό κλαπείσα απόδειξη της ΑΤΜ δεν ήταν η μόνη τραπεζική επιβεβαίωση που θα μπορούσε να προσκομιστεί προς τεκμηρίωση του συγκεκριμένου ισχυρισμού του ΜΚ
- Ο τελευταίος, πολύ εύκολα θα μπορούσε να εξασφαλίσει και να παρουσιάσει έστω μια κατάσταση λογαριασμού ή μια ανάλογη σχετική τραπεζική επιβεβαίωση της κατ' ισχυρισμό απόσυρσης των εν λόγω χρημάτων, αν μη τι άλλο ώστε να μην δώσει έρεισμα για να δημιουργηθεί οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το αν λέει την αλήθεια. Και ενώ όμως εύλογα θα αναμένετο από κάποιον που ισχυρίζεται, ως ο ΜΚ2 ισχυρίζεται, ότι είχε αποσύρει ένα συγκεκριμένο ποσό χρημάτων το οποίο φύλαξε σε χρηματοκιβώτιο μαζί με την απόδειξη ανάληψης και το οποίο στη συνέχεια του το έκλεψαν, να παρουσιάσει κάποιο στοιχείο έστω προς επιβεβαίωση της ύπαρξης του κλαπέντος ποσού, καμία τέτοια επιβεβαίωση δεν παρουσίασε ο ΜΚ
- Λαμβανομένου δε περαιτέρω υπόψη ότι το αρχικά κατ' ισχυρισμό κλαπέν ποσό των €47.000 τυγχάνει να είναι το ίδιο με το ποσό που όπως και ο μάρτυρας δέχτηκε, απασχόλησε το Ρωσικό Δικαστήριο που εκδίκασε τις γενικότερες δοσοληψίες μεταξύ κατηγορούμενης και παραπονούμενης 1, δοσοληψίες τις οποίες να σημειωθεί ότι ο ΜΚ2 συνειδητά απέφυγε να αναφέρει είτε στην Αστυνομία είτε στην κυρίως εξέταση του, η όλη εκδοχή του ως προς τη συγκεκριμένη πτυχή της υπόθεσης δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως ακροσφαλής. Κατά τρίτο, η όλη εκδοχή των παραπονουμένων ως προς το ότι ουδέποτε είχαν με την κατηγορούμενη τέτοια σχέση (γενικού πληρεξούσιου αντιπροσώπου και κυρίου) ώστε να υπάρχει η εμπιστοσύνη που να δικαιολογεί όπως καταστήσουν γνωστό στην κατηγορούμενη τον κωδικό του χρηματοκιβωτίου, όπως ήταν η θέση που προωθήθηκε μέσω του ΜΚ2, οικοδομήθηκε στη βάση μιας γενικότερης εκδοχής. Συγκεκριμένα στη βάση της γενικότερης εκδοχής ότι η μόνη «εμπορική» σχέση που οι παραπονούμενοι είχαν με την κατηγορούμενη ήταν όταν αγόρασαν από αυτή το διαμέρισμα και ότι τα δύο πληρεξούσια έγγραφα που της χορήγησαν το 2013, με τα οποία παρουσιάζονται να της έδωσαν τον έλεγχο του συνόλου της περιουσίας τους στην Κύπρο, κινητής και ακίνητης, εξασφαλίστηκαν με δόλο και ψευδείς παραστάσεις και χωρίς την πραγματική συγκατάθεση τους. Αυτό, ως ισχυρίστηκαν, αφ' ενός γιατί δεν αντιλήφθηκαν το πραγματικό νόημα και σημασία των πληρεξουσίων διότι ήταν συνταγμένα στην αγγλική γλώσσα την οποία δεν γνωρίζουν και αφετέρου διότι η κατηγορούμενη τους ξεγέλασε κατά την υπογραφή τους. Όπως όμως εξηγώ πιο κάτω, αυτή η γενικότερη εκδοχή των παραπονουμένων, υπό το φως της αντεξέτασης του ΜΚ2 αλλά και του συνόλου της έγγραφης μαρτυρίας που κατατέθηκε και δεν αμφισβητήθηκε, έχει καταρρεύσει. Όπως διαφάνηκε κατά την αντεξέταση του ΜΚ2, οι σχέσεις μεταξύ παραπονουμένων και κατηγορούμενης δεν ήταν τόσο απλές και συνηθισμένες ως ο πρώτος επιχείρησε αρχικά να τις παρουσιάσει αλλά τουναντίον, περιλάμβαναν σωρεία συμφωνιών και δοσοληψιών για τις αντίστοιχες περιουσίες τους τόσο σε Ρωσία όσο και σε Κύπρο. Αυτή τη διάσταση της υπόθεσης, η οποία σαφώς άπτεται και της πραγματικής σχέσης των μερών, ο ΜΚ2 συνειδητά επέλεξε να μην την αναφέρει είτε στην Αστυνομία είτε στην κυρίως εξέταση του και αυτό λαμβάνει ιδιαίτερη σημασία όταν αναλογιστεί κάποιος ότι στα πλαίσια των δοσοληψιών τους, τα μέρη αντάλλαξαν διάφορα γενικά πληρεξούσια έγγραφα και ότι στο τέλος έφτασαν και ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων με την κατηγορούμενη να κερδίζει τις εκεί προβαλλόμενες χρηματικές της αξιώσεις αναφορικά με τη διαχείριση της δικής της περιουσίας από τους παραπονούμενους και οποίες αξιώσεις δεν έχουν ικανοποιηθεί από τους τελευταίους. Πρόσθετα των πιο πάνω, όσον αφορά τον ισχυρισμό του ΜΚ2 ότι οι παραπονούμενοι «ξεγελάστηκαν» κατά την υπογραφή των πληρεξουσίων διότι αυτά ετοιμάστηκαν από το δικηγόρο της κατηγορούμενης στα αγγλικά, από τα έγγραφα που οι ίδιοι κατέθεσαν ως μέρος του Τεκμηρίου 3 προκύπτουν τα εξής: Α) Ο εν λόγω δικηγόρος, ενεργούσε ως δικός τους δικηγόρος τουλάχιστο από τις 5/11/12 (βλ. επιστολή Υπουργείου Εσωτερικών προς 2η παραπονούμενη φ/δι δικηγόρου Π.Ονουφρίου ημερ. 24/1/13). Ομοίως και στις 25/2/13 όπου ο εν λόγω δικηγόρος φαίνεται να ενεργεί εκ μέρους και των δύο παραπονουμένων για εξασφάλιση άδειας κατοχής ακίνητης περιουσίας από το Υπουργείο Εσωτερικών - επιστολή 25/2/13 στο Τεκ.11) Β) Τόσο τα επίμαχα πληρεξούσια όσο και όλες οι άλλες εργασίες που ο εν λόγω δικηγόρος έκαμε αναφορικά με τους παραπονούμενους, τις έκαμε κατόπιν συμφωνίας μαζί τους, για λογαριασμό τους και στη βάση συμφωνηθείσας αμοιβής. (βλ. Επιστολή Π.Ονουφρίου προς παραπονούμενους ημερ. 23/5/13 «.invoice for legal job rendered on your behalf with reference the above flat», τιμολόγιο που επισυνάπτεται στην εν λόγω επιστολή και το οποίο εξοφλήθηκε μερικώς από τους παραπονούμενους στις 29/1/13 ήτοι μετά την υπογραφή των πληρεξουσίων «...AGREED FEES for Consultation, negotiation and execution as follows.f.Drafting 2 Power of Attorney from Sergei Noskov on the name of Olga Vasilyeva and from the name of Liubov Noskova on the name Olga Vasilyeva.m.various meetings at our office» και αποδείξεις Π. Ονουφρίου ημερ. 29/1/13 και 24/5/13 προς παραπονούμενους) Γ) Όλη η αλληλογραφία που είχαν με τον εν λόγω δικηγόρο ήταν στα αγγλικά. Τίποτα επομένως δεν επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του ΜΚ2 ότι η κατηγορούμενη προέβη σε οποιεσδήποτε παραστάσεις ή δόλια τεχνάσματα προς αυτούς κατά την υπογραφή των επίμαχων πληρεξουσίων αλλά αντιθέτως φαίνεται ότι οι πρώτοι ενεργούσαν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο με πλήρη επίγνωση του τι έπρατταν. Τέλος, όπως επεσήμανε και το Εφετείο, ενώ προβάλλετο ο ισχυρισμός ότι τα γενικά πληρεξούσια που χορηγήθηκαν στην κατηγορούμενη είναι άκυρα, με καμία από τις κατηγορίες που αποτελούσαν το κατηγορητήριο της παρούσας δεν προσβάλλεται η εγκυρότητα των εν λόγω πληρεξουσίων. Μάλιστα δε, ενώ στο κλητήριο ένταλμα της αγωγής που καταχώρησαν οι παραπονούμενοι αρχικά περιλαμβάνετο ως πρώτη αιτούμενη θεραπεία η ακύρωση των πληρεξουσίων, εντούτοις η εν λόγω θεραπεία δεν φαίνεται να περιέχεται στην έκθεση Απαίτησης που καταχωρήθηκε μεταγενέστερα. Αντιθέτως, η πλειοψηφία των αξιώσεων των παραπονουμένων στην Έκθεση Απαίτησης τους φαίνεται να έχει ως δεδομένο ότι η κατηγορούμενη όντως διορίστηκε ως γενικός πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους οπόταν και όφειλε να ενεργήσει με τον ενδεδειγμένο τρόπο και όχι ότι ο διορισμός της ήταν άκυρος και παράνομος. (βλ κατ' αντιστοιχία Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 417). Κοντολογίς, η εκδοχή του ΜΚ2 και των παραπονουμένων τόσο σε σχέση με τα συγκεκριμένα θέματα της 2ης κατηγορίας όσο και σε σχέση με τα γενικότερα θέματα που περιβάλλουν την υπόθεση δεν μπορεί σε κανένα αμφισβητούμενο και επίδικο σημείο της να θεωρηθεί ασφαλής και αξιόπιστη βάση επί της οποίας να μπορεί να βασιστεί το Δικαστήριο ώστε να προβεί σε ευρήματα και να εξάξει συμπεράσματα, πόσο μάλλον συμπεράσματα περί ενοχής της κατηγορούμενης. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι ο ΜΚ2 δεν είπε την αλήθεια ως προς τις ουσιώδεις και αμφισβητούμενες πτυχές της υπόθεσης και συνεπώς απορρίπτω την επί του προκειμένου μαρτυρία του ως αναξιόπιστη. Χωρίς να παραγνωρίζω ότι πρόκειται για ποινική υπόθεση όπου το βάρος απόδειξης είναι πάντα στους ώμους της κατηγορούσας αρχής, κρίνω επίσης ότι δεν πρέπει να αποδοθεί καμία βαρύτητα στην άλλη θέση που πρόβαλε η κατηγορούμενη στην ανώμοτη δήλωση της, ήτοι ότι το κατ' ισχυρισμό κλαπέν ποσό των €47.000 συνάδει με το συνολικό ποσό που αυτή έκανε ανάληψη από τον τραπεζικό λογαριασμό των παραπονουμένων στην Κύπρο ως πληρεξούσια αντιπρόσωπος τους και κατόπιν των οδηγιών και της συγκατάθεσης τους, θέση για την οποία η κατηγορούμενη παρέπεμψε στα έγγραφα που περιλαμβάνονται στο Έγγραφο ΑΔ1. Αυτό κυρίως λόγω του ότι ενώ ο εν λόγω ισχυρισμός τέθηκε στο ΜΚ2 κατά την αντεξέταση εντούτοις ουδέποτε του υποδείχθηκαν τα όσα έγγραφα παρουσίασε και επικαλέστηκε η κατηγορούμενη μέσω της ανώμοτης δήλωσης της, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου, ως έπρεπε, και η επί του προκειμένου θέση του μάρτυρα.. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι το αδίκημα της «κλοπής» του αρ.255 στο οποίο αφορά η 2η κατηγορία έτυχε εμπεριστατωμένης επεξήγησης στην υπόθεση Ανδρονίκου Ιωάννης και Άλλοι ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 486: «Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην υπόθεση Ζησιμίδη αναφέρθηκε και η υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 C.L.R. 174, όπου στη σελίδα 188 έγινε αναφορά και επεξήγηση της έννοιας «fraudulently» και όπου επίσης σημειώνεται η διαφορά ως προς την πρόθεση με το Larceny Act. Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη Αγγλική υπόθεση R. v. Feely [1973] 1 All ER 341. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas a.o. v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το «fraudulently» όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, 26, όπου επίσης διαπιστώθηκε η μη άμεση αντιστοιχία του Κεφ. 154, ως προς το Larceny Act και μετέπειτα το Theft Act. Όπως αναφέρεται στον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., σελ. 364, παρ. 1010, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Στη μεταγενέστερη έκδοση του Archbold του 2007, γίνεται πλήρης ανάλυση στις σελ. 1754-1756, παρ. 17-34 με 17-39.» Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας και των νομικών αρχών που διέπουν το αδίκημα της κλοπής στο οποίο αφορά η εναπομείνασα 2η κατηγορία, παρατηρώ τα εξής. Καμία αξιόπιστη μαρτυρία έχει προσκομιστεί που να αποδεικνύει ότι πέραν των κλειδιών του αυτοκινήτου και των τηλεκοντρόλ του γκαράζ, εντός του χρηματοκιβωτίου βρίσκονταν οποιαδήποτε άλλα αντικείμενα ως ισχυρίστηκαν οι παραπονούμενοι. Βρίσκω συνεπώς ότι το μόνο που υπήρχε στο εν λόγω χρηματοκιβώτιο ήταν τα εν λόγω κλειδιά και τηλεκοντρόλ. Ενώ είναι παραδεκτό και αποτέλεσε εύρημα μου ότι η κατηγορούμενη άνοιξε το χρηματοκιβώτιο των παραπονουμένων και πήρε από μέσα τα κλειδιά του αυτοκινήτου και τα τηλεκοντρόλ του γκαράζ, αντικείμενα που περιλαμβάνονται στη 2η κατηγορία, καμία αξιόπιστη μαρτυρία έχει προσκομιστεί που να αποδεικνύει ότι η κατηγορούμενη ενήργησε δολίως ή ότι απέκτησε πρόσβαση στο εν λόγω χρηματοκιβώτιο με οποιοδήποτε αθέμιτο ή παράνομο ή δόλιο τρόπο. Αντιθέτως, υπό το φως του συνόλου της αξιόπιστης μαρτυρίας, κρίνω ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η κατηγορούμενη να άνοιξε το χρηματοκιβώτιο χρησιμοποιώντας τον κωδικό που οι ίδιοι οι παραπονούμενοι της έδωσαν αυτοβούλως έτσι ώστε με τη συγκατάθεση τους να μπορεί να έχει πρόσβαση στο εσωτερικό του για να αξιοποιήσει το αυτοκίνητο τους, αξιοποίηση η οποία έχει κριθεί ότι ενέπιπτε μέσα στην εξουσιοδότηση της και συνεπώς νόμιμη. Δημιουργείται συνεπώς εκείνη η υποβόσκουσα αμφιβολία που αναπόφευκτα οδηγεί στην αθώωση της κατηγορούμενης (βλ. Alibrahim Muhy Iddin). Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι οι παραπονούμενοι απέτυχαν να αποδείξουν την ενοχή της κατηγορούμενης στον απαιτούμενο βαθμό και συνεπώς η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 2η κατηγορία που έχει παραμείνει αν αντιμετωπίζει. Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας, εφόσον με την απόφαση του Εφετείου στην έφεση 159/2017 που αφορούσε την κατηγορούμενη έγινε πρόνοια μόνο για τα έξοδα της έφεσης και εφόσον πριν την επανεκδίκαση τα έξοδα της υπόθεσης είχαν επιδικασθεί υπέρ και των τριών αρχικά κατηγορουμένων ως ένα σετ, ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία με βάση τα αρ.167-169 Κεφ.155 (βλ. επίσης Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2),
(2000)2 Α.Α.Δ. 603), διατάσσω αφ' ενός όπως παραμείνει ως έχει η διαταγή της 08/06/17 σε σχέση με τα έξοδα που δικαιούται και η κατηγορούμενη μέχρι εκείνη την ημερομηνία και αφ' ετέρου όπως τα έξοδα της υπόθεσης μετά την απόφαση του Εφετείου και μέχρι σήμερα επιδικασθούν υπέρ της κατηγορούμενης αποκλειστικά και εναντίον των παραπονουμένων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ). ............... Λ. Πασχαλίδης Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΠ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Ψευδείς Παραστάσεις - Άπατη-Συνομωσία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο