← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. MAARI, Αρ. Υπόθ.: 18678/16, 18/12/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. MAARI, Αρ. Υπόθ.: 18678/16, 18/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθ.: 18678/16 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον XXXX MAARI Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 18.12.2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Αναστασίου Για τον Κατηγορούμενο: κα Σ. Αδάμου Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος, μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 08.11.19 με την οποία αθωώθηκε και απαλλάχθηκε στα αδικήματα των κατηγοριών 1, 2, 4 και 5, αντιμετωπίζει μόνο το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος κατά παράβαση των άρθρων 372, 243 και 20 του Κεφ. 154 (3η κατηγορία). Προς απόδειξη της κατηγορίας η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τέσσερεις μάρτυρες. Περαιτέρω, κατατέθηκαν 10 Τεκμήρια εκ των οποίων τα Τεκμήρια 8-10 κατατέθηκαν και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Μετά την κλήση του σε απολογία ο Κατηγορούμενος προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής στην τελική της αγόρευση υποστήριξε ότι η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη διάπραξη του αδικήματος της συνωμοσίας από τον Κατηγορούμενο. Η κα Αναστασίου υπέδειξε ότι το Δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο έστω και αν δεν υπάρχει μαρτυρία ότι συνωμότησε και με τον xxxx Hajji, καθώς το αδίκημα θεωρείται και σε αυτή την περίπτωση συντελεσμένο (άρθρο 85

(1)του Κεφ.155). Από τη δική της πλευρά η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου υποστήριξε ότι στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής εντοπίζονται ουσιώδεις αντιφάσεις, με αποτέλεσμα αυτή να είναι έκθετη σε απόρριψη. Εν πάση περιπτώσει, η κα Αδάμου υποστήριξε ότι η προσαχθείσα μαρτυρία δεν αποδεικνύει την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ του Κατηγορούμενου και άλλων προσώπων για τη διάπραξη του αδικήματος της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεών τους (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1Α Α.Α.Δ 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsierkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ 35). Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως ο εξεταστής της υπόθεσης. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης τον Κατηγορούμενο και με τη βοήθεια διερμηνέα έλαβε από αυτόν ανακριτική κατάθεση (Τεκμήρια 2Α και 2Β). Περαιτέρω, έλαβε ένα usb στο οποίο περιλαμβάνονται καταγραφές από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης το οποίο ήταν εγκατεστημένο σε οικία η οποία βρίσκεται δίπλα από την οικία των Μ.Κ.2 και
  1. Επίσης, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος δεν συνδέθηκε επιστημονικά με τη σκηνή διάπραξης του αδικήματος της επίθεσης από την οποία προκλήθηκε πραγματική σωματική βλάβη στον Μ.Κ.
  2. Ο Μ.Κ.2 στη δική του μαρτυρία ανέφερε ότι ο πεθερός του Κατηγορούμενου, ήτοι ο xxxx Hajji, τον βοήθησε να έλθει από τη Συρία στην Κύπρο έναντι του ποσού των €3.
  3. Όταν ήρθε στην Κύπρο και συγκεκριμένα στη Λεμεσό συνάντησε τον πεθερό του Κατηγορούμενου, του έδωσε το ποσό των €2.000 και του ζήτησε όπως το υπόλοιπο ποσό των €1.000 το αποπληρώσει μόλις εξασφαλίσει εργασία, πράγμα το οποίο έγινε αποδεκτό. Ένα περίπου μήνα πριν τα επίδικα γεγονότα τον επισκέφθηκε στο σπίτι του ο Κατηγορούμενος μαζί με τον πεθερό του και του ζήτησαν όπως τους δώσει τα €1.
  4. Ο Μ.Κ.2 ζήτησε περισσότερο χρόνο επειδή δεν είχε ακόμη εξασφαλίσει εργασία. Μία περίπου εβδομάδα πριν τα επίδικα γεγονότα ο Κατηγορούμενος του τηλεφώνησε και του ζήτησε και πάλι το ποσό των €1.000 λέγοντας του ότι ο πεθερός του βρίσκεται στη φυλακή και ότι το εν λόγω ποσό έπρεπε να δοθεί στον ίδιο. Στις 05.09.2016 ο Κατηγορούμενος τον επισκέφθηκε εκ νέου στο σπίτι του ζητώντας σε έντονο ύφος το ποσό των €1.000 προειδοποιώντας τον ταυτόχρονα ότι αν δεν του το δώσει «θα δει τι θα πάθει». Στις 07.09.2016 περί ώρα 02:00, κάποιοι κτύπησαν την πόρτα της οικίας του λέγοντας ότι είναι η Αστυνομία. Όταν άνοιξε την πόρτα εισήλθαν μέσα στο σπίτι τρία άτομα τα οποία άρχισαν να τον κτυπούν σε όλο του το σώμα με ξύλα και σίδερα που κρατούσαν. Τα εν λόγω άτομα, αφού τον κτύπησαν, έφυγαν χωρίς να του αναφέρουν οτιδήποτε. Υποψιάζεται ωστόσο ότι τα προαναφερόμενα πρόσωπα τον κτύπησαν μετά από οδηγίες του Κατηγορούμενου στον οποίο χρωστούσε χρήματα και ήδη τον είχε απειλήσει. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι δεν κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο για τις απειλές που έλαβαν χώρα στις 05.09.2016, διότι είναι ομοεθνείς και δεν ανέμενε ότι θα υλοποιούσε τις απειλές του στέλλοντας άγνωστα πρόσωπα για να τον κτυπήσουν. Τέλος, διευκρίνισε ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν μέσα στα πρόσωπα που μετέβηκαν στην οικία του τα ξημερώματα της 07.09.2016 και τον κτύπησαν. Ο Μ.Κ.3 είναι γιος της αδελφής των Μ.Κ.2 και
  5. Περί ώρα 02:30 της 07.09.2016 έλαβε τηλεφώνημα από τον Μ.Κ.4 ο οποίος του ανέφερε ότι κάποια πρόσωπα κτύπησαν τον ίδιο και τον Μ.Κ.2 στο σπίτι τους. Μετέβηκε στο σπίτι των θείων του και περί ώρα 08:00 κάποιος τηλεφώνησε του Μ.Κ.4 και τον απείλησε. Κάλεσε πίσω τον αριθμό ο οποίος είχε πραγματοποιήσει προηγουμένως κλήση προς τον θείο του - Μ.Κ.
  6. Ο αριθμός του κινητού τηλεφώνου που είχε πραγματοποιήσει κλήση προς τον Μ.Κ.4 ανήκει στον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος απάντησε την κλήση του Μ.Κ.3 και του ανέφερε ότι αυτό που έκανε στους θείους του ήταν ένα μικρό μάθημα και στη συνέχεια έβρισε την μητέρα του και την αδελφή του. Ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι γνώριζε τον πεθερό του Κατηγορούμενου με τον οποίο μάλιστα διατηρούσαν και φιλικές σχέσεις. Ο πεθερός του Κατηγορούμενου βοήθησε τον αδελφό του, ήτοι τον Μ.Κ.2, να έλθει στην Κύπρο έναντι του ποσού των €3.
  7. Ο Μ.Κ.2 πλήρωσε στον πεθερό του Κατηγορούμενου το ποσό των €2.000 και παρέμεινε υπόλοιπο €1.000 το οποίο θα ξοφλούσε όταν θα εύρισκε δουλειά. Ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε την οικία τους και απαίτησε σε έντονο ύφος από τον αδελφό του όπως του δώσει τα €1.000 που χρωστούσε στον πεθερό του. Όταν ο Μ.Κ.2 του απάντησε ότι δεν είχε τη δεδομένη στιγμή αυτή τη δυνατότητα, ο Κατηγορούμενος θύμωσε και φεύγοντας από το σπίτι είπε: «αφού δεν μου δίνετε τα χρήματα θα δείτε τι θα πάθετε». Περί ώρα 02:00 της 07.09.2016 κάποιοι κτύπησαν την πόρτα του σπιτιού τους λέγοντας στα ελληνικά ότι είναι από την Αστυνομία. Άνοιξαν την πόρτα και τους ζήτησαν και πάλι στα ελληνικά να φέρουν «τα χαρτιά τους». Τότε τρία άτομα εισήλθαν μέσα στο σπίτι τους και άρχισαν να τους κτυπούν με ξύλα και σίδερα που κρατούσαν στα χέρια τους. Ο ίδιος κατάφερε να ξεφύγει και να βγει έξω στο δρόμο καλώντας προς βοήθεια. Είναι σίγουρος ότι ο Κατηγορούμενος και ο πεθερός του ζήτησαν από τα προαναφερόμενα άγνωστα πρόσωπα να τους κτυπήσουν, καθώς δεν έχουν διαφορές με οποιουσδήποτε άλλους. Περαιτέρω, δήλωσε ότι περί ώρα 08:00 της 07.09.2016 του τηλεφώνησε ο Κατηγορούμενος και του είπε: «εγώ τους έστειλα για να σας κτυπήσουν, για να σας δώσω ένα μάθημα και θα τους στείλω ξανά». Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε με αντικειμενικό και αμερόληπτο τρόπο σε σχέση με τις ενέργειες που εκτέλεσε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Είμαι ικανοποιημένος ότι μετέφερε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια. Παρακολουθώντας τον μάρτυρα και εξετάζοντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, δεν διέκρινα την ύπαρξη προκατάληψης ή αλλότριων κινήτρων. Σημειώνω άλλωστε ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την αντικειμενικότητα του Μ.Κ.
  8. Η κα Αδάμου ακροθιγώς έθιξε ζήτημα ελλιπούς διερεύνησης σε σχέση με τη διενέργεια ελέγχου στα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα του Κατηγορούμενου. Θεωρώ ότι δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα. Ο Μ.Κ.1, κατόπιν συγκατάθεσης του Κατηγορούμενου, έλεγξε την τηλεφωνική συσκευή του και διαπίστωσε ότι ο αριθμός του κινητού τηλεφώνου του είναι αυτός που δήλωσαν οι Μ.Κ.2 -
  9. Αυτό το γεγονός σε συνδυασμό με τη μαρτυρία των Μ.Κ.3 και 4 καθιστούσε αχρείαστη την οποιαδήποτε άλλη διερεύνηση, αφού το όλο ζήτημα αφορά πλέον την αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία αξιολόγηση αποτελεί έργο του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση επισημαίνεται ότι ο Μ.Κ.1 δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει πρόσβαση στο περιεχόμενο ιδιωτικής επικοινωνίας του Κατηγορούμενου (βλ. άρθρα 17 του Συντάγματος και 21 του Ν.92(Ι)/96). Στη βάση των πιο πάνω η μαρτυρία του Μ.Κ.1 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Ο Μ.Κ.2 θεωρώ επίσης ότι κατέθεσε με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο. Καταρχάς σημειώνω ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του δεν αμφισβητήθηκε. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Μ.Κ.2 όφειλε στον πεθερό του Κατηγορούμενου το ποσό των €1.000, ότι ο Κατηγορούμενος και ο πεθερός του επισκέφθηκαν τον μάρτυρα για να του ζητήσουν την πληρωμή του προαναφερόμενου ποσού και ο τελευταίος ζήτησε χρόνο για την αποπληρωμή του μέχρι να εξεύρει εργασία. Επίσης, δεν αμφισβητήθηκε ότι τα ξημερώματα της 07.09.16 τρία πρόσωπα μετέβηκαν στην οικία του Μ.Κ.2 και του επιτέθηκαν προκαλώντας σε αυτόν σωματικές βλάβες. Η πρόκληση σωματικών βλαβών στον Μ.Κ.2 αποτελεί άλλωστε παραδεκτό γεγονός (βλ. Τεκμήριο 8). Σημειώνω ότι ο μάρτυρας απάντησε με θετικό και σαφή τρόπο τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και δεν διαπίστωσα να περιέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου επιχείρησε να πλήξει την αξιοπιστία του Μ.Κ.2 αναφερόμενη στον τρόπο με τον οποίο εισήλθε ο τελευταίος στη Δημοκρατία προβάλλοντας τη θέση ότι διέπραξε ποινικά αδικήματα. Πέραν του ότι οι θέσεις της Υπεράσπισης παρέμειναν γενικές, επισημαίνω ότι δεν τέθηκε στον μάρτυρα ότι καταδικάστηκε για οποιοδήποτε αδίκημα ή ότι αντιμετωπίζει ποινική υπόθεση αναφορικά με τα όσα έπραξε για να μεταβεί από τη Συρία στην Κύπρο ή γενικότερα ότι αντιμετωπίζει οποιαδήποτε άλλη κατηγορία, έτσι ώστε να τίθεται ζήτημα εξέτασης της αξιοπιστίας του Μ.Κ.2 κάτω απ' αυτό το πρίσμα (Αγγελίδης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 230). Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω ότι η αξιολόγηση ενός μάρτυρα γίνεται κατά κανόνα στη βάση των επίδικων θεμάτων και το εν λόγω θέμα δεν είναι ασφαλώς επίδικο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης (SP CONSULTANCY LTD κ.α. ν. TRANSTEAM LTD κ.α., Πολιτική Έφεση 89/2011, ημερ. 13.04.16). Περαιτέρω, ο Μ.Κ.2 κατά την αντεξέτασή του παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι ο Κατηγορούμενος, στην απουσία του πεθερού του, ήρθε σε επαφή μαζί του τόσο προσωπική όσο και τηλεφωνική απαιτώντας την πληρωμή του ποσού των €1.000 και προειδοποιώντας τον ταυτόχρονα ότι «θα δει τι θα πάθει» σε περίπτωση μη πληρωμής του εν λόγω ποσού. Επιπρόσθετα, μέσα από την αντεξέταση του μάρτυρα δεν προέκυψε ότι ο τελευταίος είχε οποιοδήποτε λόγο ή κίνητρο για να προβεί σε ψευδή καταγγελία εις βάρος του Κατηγορούμενου, ούτε και τέθηκε τέτοια σαφής θέση από την Υπεράσπιση. Επισημαίνω ότι όχι μόνο δεν διαπίστωσα κίνητρο εκδίκησης ή εκδήλωση εμπάθειας εναντίον του Κατηγορούμενου, αλλά αντιθέτως ο Μ.Κ.2 με ειλικρίνεια δήλωσε ότι ο Κατηγορούμενος δεν συμπεριλαμβανόταν στα πρόσωπα που το επίδικο βράδυ της 07.09.16 του επιτέθηκαν. Το γεγονός ότι στην κατάθεσή του (Τεκμήριο 4Α και 4Β) δεν ανέφερε ότι στο όλο συμβάν ήταν παρών και ο αδελφός του (Μ.Κ.4) καθώς και ότι τραυματίστηκε και αυτός, δεν προκαλεί ρήγμα στη μαρτυρία του. Θεωρώ ότι πρόκειται για ουδέτερο στοιχείο, το οποίο δεν μπορεί να κλονίσει την αξιοπιστία του. Όπως άλλωστε ανέφερε ο Μ.Κ.2, στην κατάθεσή του περιέγραψε τα γεγονότα που αφορούσαν το πρόσωπο του. Το αν ήταν και ο αδελφός του παρών στο επίδικο συμβάν δεν αποτελεί, κατά την άποψη μου, ουσιαστικό γεγονός. Δεν μπορεί ωστόσο να δοθεί βαρύτητα στον ισχυρισμό του Μ.Κ.2 ότι ο xxxx Alsaad τον πληροφόρησε δύο περίπου μήνες μετά την επίδικη επίθεση ότι ήταν ένα από τα πρόσωπα που μετέβηκε στην οικία του και τον κτύπησε κατόπιν οδηγιών του Κατηγορούμενου. Σημειώνω ότι ο Μ.Κ.2 στη συμπληρωματική κατάθεσή του (Τεκμήριο 5Α και 5Β), η οποία δόθηκε δύο περίπου χρόνια μετά τη διάπραξη του αδικήματος, αν και ρωτήθηκε σχετικά δήλωσε ότι δεν γνωρίζει το εν λόγω πρόσωπο. Υπογραμμίζω ότι ο Μ.Κ.2 υιοθέτησε τη συμπληρωματική κατάθεσή του ως μέρος της κυρίως εξέτασής του χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε διευκρινιστική δήλωση. Η πρώτη φορά που πρόβαλε τον προαναφερόμενο ισχυρισμό ήταν κατά την διάρκεια της αντεξέτασής του. Επομένως, θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στη συγκεκριμένη πτυχή της μαρτυρίας του, εφόσον ο μάρτυρας, αν και είχε την ευκαιρία να αναφερθεί σε αυτή, εντούτοις όχι μόνο δεν το έπραξε αλλά αντίθετα υιοθέτησε την συμπληρωματική κατάθεσή του στην οποία ρητά δήλωσε ότι δεν γνωρίζει το εν λόγω πρόσωπο. Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία του κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη, με εξαίρεση τον ισχυρισμό που πρόβαλε σε σχέση με τον xxxx Alsaad. Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Mohamed ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 266 και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας
(2014)2 Α.Α.Δ 307). Έρχομαι στη μαρτυρία του Μ.Κ.3, ο οποίος θεωρώ ότι μετέφερε με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο όλα όσα γνωρίζει σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Δεν παραβλέπω ότι είναι συγγενής των Μ.Κ.2 και 4, ωστόσο δεν διέκρινα ότι η εν λόγω σχέση του με τους Μ.Κ.2 και 4 επηρέασε τη μαρτυρία του έτσι ώστε να καταθέσει ψευδή γεγονότα στο Δικαστήριο. Υπήρξε σταθερός στη θέση του ότι επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Κατηγορούμενο στον αριθμό κινητού τηλεφώνου του τελευταίου και ότι ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι αυτός ευθύνεται για την επίδικη επίθεση. Κατά την αντεξέτασή του δεν κλονίστηκε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο η αξιοπιστία του. Ούτε και διαφάνηκε ότι προέβη στην εν λόγω δήλωση για να εξυπηρετήσει, εις βάρος της αλήθειας, τα συμφέροντα των θείων του - Μ.Κ.2 και
  1. Η Υπεράσπιση επιχείρησε να πλήξει την αξιοπιστία του Μ.Κ.3 με αναφορά στην ημερομηνία που έδωσε την κατάθεσή του. Συγκεκριμένα η κατάθεση του Μ.Κ.3 δόθηκε στις 11.09.16, δηλαδή τέσσερεις μέρες μετά το επίδικο συμβάν. Το εν λόγω γεγονός, θεωρώ ότι δεν είναι ικανό από μόνο του να προκαλέσει ρήγμα στη μαρτυρία του Μ.Κ.3 ή να δημιουργήσει ερωτηματικά ως προς τη γνησιότητα της θέσης του. Άλλωστε, ο εξεταστής της υπόθεσης - Μ.Κ.1 δεν ρωτήθηκε για ποιο λόγο λήφθηκε η κατάθεση του Μ.Κ.3 στις 11.09.16 και όχι νωρίτερα. Συνεπώς, η θέση της Υπεράσπισης παρέμεινε στη σφαίρα των υποθέσεων, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ο μάρτυρας να έδωσε την κατάθεση τη συγκεκριμένη μέρα διότι τότε διευθετήθηκε συνάντηση με τις ανακριτικές αρχές. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνω ότι όταν ρωτήθηκε ο Μ.Κ.1 στη βάση ποιων στοιχείων αιτήθηκε την έκδοση εντάλματος σύλληψης του Κατηγορούμενου για την παρούσα υπόθεση, απάντησε ότι, ανάμεσα σε άλλα, στηρίχθηκε και στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο Μ.Κ.3 με τον Κατηγορούμενο. Επομένως, εύλογα συνάγεται το συμπέρασμα ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.3 ήταν εξ αρχής στη γνώση του Μ.Κ.1 και σε κάθε περίπτωση πριν την 11.09.
  2. Επί της ουσίας, η μαρτυρία του Μ.Κ.3 σε σχέση με τα όσα του ανέφερε ο Κατηγορούμενος στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία. Σύμφωνα με το άρθρο 24
(1)του Κεφ. 9 η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής. Στο άρθρο 27
(1)του Κεφ. 9 αναφέρεται ότι το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες εύλογα μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Μ.Κ.3 επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο στον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του και αφού προηγουμένως ο τελευταίος είχε τηλεφωνήσει από τον συγκεκριμένο αριθμό του Μ.Κ.
  1. Η συνομιλία τους έγινε λίγες ώρες μετά την επίθεση που δέχθηκε ο Μ.Κ.
  2. Επιπρόσθετα, η εξ ακοής μαρτυρία του Μ.Κ.3 είναι πρώτου βαθμού. Περαιτέρω, η Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορούσε να κλητεύσει ως μάρτυρα το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση, αφού το εν λόγω πρόσωπο είναι ο Κατηγορούμενος. Επομένως, στη βάση των προαναφερόμενων περιστάσεων θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί στην εξ ακοής μαρτυρία του Μ.Κ.
  3. Ενόψει των πιο πάνω η μαρτυρία του Μ.Κ.3 κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Όσον αφορά τώρα τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 παρατηρώ ότι το ουσιαστικό μέρος της εντοπίζεται αφενός στην επίσκεψη που πραγματοποίησε ο Κατηγορούμενος στην οικία τους στις 05.09.16 και αφετέρου στο τηλεφώνημα που δέχθηκε από τον Κατηγορούμενο στις 07.09.16 μετά την επίδικη επίθεση. Όσα ισχυρίστηκε ο Μ.Κ.4 σε σχέση με την επίσκεψη του Κατηγορούμενου στις 05.09.16 επιβεβαιώνονται από τον Μ.Κ.2, ενώ το ότι δέχθηκε από τον Κατηγορούμενο τηλεφώνημα στις 07.09.16 επιβεβαιώνεται από τον Μ.Κ.
  4. Σημειώνω δε ότι ο Μ.Κ.4 παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι η κλήση που έγινε προς το κινητό του τηλέφωνο στις 07.09.16 πραγματοποιήθηκε από τον αριθμό κινητού τηλεφώνου που ανήκει στον Κατηγορούμενο, καθώς και ότι αναγνώρισε τη φωνή του Κατηγορούμενου με τον οποίο ξαναμίλησε. Επίσης, ακλόνητη παρέμεινε η θέση του ότι στη συνομιλία που είχε με τον Κατηγορούμενο ο τελευταίος ανέφερε ότι ήταν αυτός που έστειλε τα τρία πρόσωπα στην οικία τους. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου επιχείρησε να αμφισβητήσει την ικανότητα του Μ.Κ.4 να αναγνωρίσει τη φωνή του πελάτη της. Με κάθε σεβασμό θεωρώ ότι το εν λόγω επιχείρημα δεν μπορεί να επιτύχει, αφ' ης στιγμής δεν κλονίστηκε η θέση του Μ.Κ.4 ότι η κλήση έγινε από τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του Κατηγορούμενου και δεν προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι τη συγκεκριμένη μέρα ο Κατηγορούμενος απώλεσε το κινητό του τηλέφωνο ή ότι είχαν άλλα πρόσωπα πρόσβαση σε αυτό. Η θέση της Υπεράσπισης ότι η καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου έγινε λόγω της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ του Κατηγορούμενου και του μάρτυρα σε σχέση με τα χρήματα που ο τελευταίος έστειλε στον πατέρα του Κατηγορούμενου παρέμεινε σε επίπεδο απλής υποβολής. Δεν προσκομίστηκε από την Υπεράσπιση οποιοδήποτε στοιχείο που να επιβεβαιώνει αφενός τη θέση της ότι ο Μ.Κ.4 ασχολείτο επ΄ αμοιβή με την αποστολή χρημάτων στη Συρία και αφετέρου ότι απέστειλε εκ μέρους του Κατηγορούμενου ποσό €200 στον πατέρα του τελευταίου. Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ ότι δεν είναι πειστική η θέση της Υπεράσπισης ότι η καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου έγινε για την ισχυριζόμενη διαφορά που προέκυψε μεταξύ τους και η οποία εντοπίζεται στο ποσό των €
  5. Από την άλλη, δεν παραβλέπω ότι παρουσιάζεται η ακόλουθη αντίφαση σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.Κ.
  6. Συγκεκριμένα, ο Μ.Κ.4 ισχυρίστηκε ότι συνόδευσε στο Νοσοκομείο τον Μ.Κ.
  7. Ο Μ.Κ.2 όχι μόνο δεν ανέφερε ότι τον συνόδευσε ο Μ.Κ.4, αλλά αντίθετα ισχυρίστηκε ότι όταν αποχώρησε από το Νοσοκομείο πήγε στην οικία του για να δει την κατάσταση του Μ.Κ.4 ο οποίος ήταν τραυματισμένος. Θεωρώ όμως ότι η προαναφερόμενη διάσταση δεν αποτελεί ουσιώδη αντίφαση. Το κατά πόσο μετέβηκαν μαζί στο Νοσοκομείο ή μόνος του ο Μ.Κ.2 δεν επηρεάζει τα επίδικα θέματα, ούτε και μπορεί να προκαλέσει ρήγμα στη μαρτυρία τους. Το ουσιώδες, το οποίο μάλιστα δεν έτυχε αμφισβήτησης, είναι ότι ο Μ.Κ.2 δέχθηκε επίθεση, τραυματίστηκε και μετέβηκε στο Νοσοκομείο όπου εξετάστηκε και διαπιστώθηκε ότι έφερε τραύματα (βλ. Τεκμήριο 8 το οποίο κατατέθηκε και ως προς την αλήθεια του περιεχόμενου του). Ομοίως ως επουσιώδη θεωρώ ότι είναι και τα ακόλουθα ζητήματα τα οποία σχετίζονται με λεπτομέρειες του τρόπου που εξελίχθηκαν τα γεγονότα τα ξημερώματα της 07.09.
  8. Το κατά πόσο δηλαδή άνοιξε την πόρτα της οικίας στα τρία άγνωστα πρόσωπα ο Μ.Κ.4 ή το κατά πόσο κτυπήθηκε και αυτός ή αν τα τρία άγνωστα πρόσωπα κρατούσαν μεταλλικά αντικείμενα ή ξύλινα ρόπαλα δεν μπορούν να ασκήσουν οποιαδήποτε επίδραση στα επίδικα θέματα της υπόθεσης και κατ΄ επέκταση στην ποιότητα της μαρτυρίας του Μ.Κ.
  9. Επαναλαμβάνω ότι δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση ότι κατά τον επίδικο χρόνο διενεργήθηκε επίθεση από τρία άγνωστα πρόσωπα εις βάρος του Μ.Κ.2, καθώς και το ότι ο τελευταίος τραυματίστηκε. Από την μαρτυρία του Μ.Κ.4 ωστόσο δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι 10 περίπου μέρες πριν το επίδικο συμβάν δάνεισε στον Κατηγορούμενο το ποσό των €
  10. Η θέση που εξέφρασε ο Μ.Κ.4 είναι αντιφατική, διότι ενώ στην κατάθεσή του (Τεκμήριο 7 Α και 7Β) την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του δήλωσε ότι δάνεισε το συγκεκριμένο ποσό στον Κατηγορούμενο, εντούτοις στην αντεξέτασή του ανέφερε ότι το συγκεκριμένο ποσό το παραχώρησε στον Κατηγορούμενο έναντι του ποσού που ο αδελφός του - Μ.Κ.2 όφειλε στον πεθερό του Κατηγορούμενου. Με εξαίρεση επομένως την προαναφερόμενη πτυχή της μαρτυρίας του Μ.Κ.4, η υπόλοιπη μαρτυρία του κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη (Mohamed ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Ο Κατηγορούμενος, όπως ήδη αναφέρθηκε, μετά την κλήση του σε απολογία επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Σε αυτή υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 2Α) και δήλωσε ότι δεν έχει οποιαδήποτε διαφορά με τους Μ.Κ.2 και
  11. Υποστήριξε ότι εδώ και αρκετό καιρό δεν έχει επαφές με τον πεθερό του και ότι το πρόβλημα μεταξύ του ιδίου και των Μ.Κ.2 και 4 αφορά το ποσό των €50 που αποτελεί τη διαφορά σε σχέση με χρήματα που στάλθηκαν στον πατέρα του. Το εν λόγω ποσό το οφείλει ο ίδιος και δεν ήθελε αυτό το ζήτημα να αναμειχθεί με το ποσό που ο Μ.Κ.2 οφείλει στον πεθερό του. Καταληκτικά δήλωσε ότι είναι αθώος και ότι δεν έχει διαφορά με οποιοδήποτε πρόσωπο στην Κύπρο. Η επιλογή ενός Κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός δεν δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 129). Η ανώμοτη δήλωση όπως και η σιωπή, σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση, δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Έχει κάποια αξία η οποία θα πρέπει να εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, αλλά όχι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (Onisiforou v. The Police
(1987)2 C.L.R. 261). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή την κατάρριψη γεγονότων. Ωστόσο, μπορεί από το περιεχόμενό της να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η αξία της είναι πειστική παρά αποδεικτική (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 96/16 ημερ. 28.11.17 και Ευθυμίου και Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 191/2016 ημεερ.06.11.18). Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 22 αναφέρθηκαν επίσης τα ακόλουθα σχετικά: «Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι (συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντα) αφού κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, κάτι βέβαια που ήταν απόλυτο δικαίωμα τους. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωώτητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.» Εξετάζοντας την ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου, θεωρώ ότι δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε αξία σε αυτήν. Οι ουσιαστικές θέσεις που περιλαμβάνονται στην ανώμοτη δήλωση του αντικρούονται από την ένορκη μαρτυρία των Μ.Κ.2, 3 και 4 η οποία έχει κριθεί ως αξιόπιστη. Επιπρόσθετα, όπως ανέφερα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.4, η θέση του Κατηγορούμενου ότι η εις βάρος του καταγγελία έγινε λόγω του ποσού των €50 δεν είναι πειστική. Σημειώνω ότι δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε στοιχείο προς επιβεβαίωση της θέσης του Κατηγορούμενου ότι ο Μ.Κ.4 μετά από οδηγίες του απέστειλε στον πατέρα του στη Συρία το ποσό των €
  1. Νομική Πτυχή Το άρθρο 372 του Κεφ.154, το οποίο μνημονεύεται στην έκθεση αδικήματος της κατηγορίας υπ' αρ.3, έχει ως ακολούθως: «
  2. Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει πλημμέλημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν πλημμέλημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος πλημμελήματος.» Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της συνωμοσίας θα πρέπει να αποδειχθεί ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφώνησαν όπως προβούν σε παράνομη πράξη ή σε νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice 39η έκδοση παρ. 4051 αναφέρεται ότι: "The crime of conspiracy is completely committed the moment two or more have agreed that they will do, at once or at some future time, certain things. ................. The conspirators may repent and stop, or may have not opportunity, or may be prevented, or may fail. Nevertheless the crime is complete: it was completed when they agreed». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το έγκλημα της συνωμοσίας θεωρείται συντελεσθέν τη στιγμή που δύο ή περισσότερα άτομα συμφώνησαν να διαπράξουν αμέσως ή σε μεταγενέστερο χρόνο κάποιες συγκεκριμένες πράξεις. ............... Οι συνωμότες μπορεί να μετανιώσουν και να σταματήσουν ή μπορεί να μην έχουν την ευκαιρία ή να εμποδίσθηκαν ή απέτυχαν να πράξουν αυτό που συμφώνησαν. Παρ' όλα αυτά το έγκλημα συντελέσθηκε. Συντελείται όταν συμφωνείται.» Η πιο πάνω ερμηνεία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ 134. Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice (ανωτέρω) αναφέρεται πως η απόδειξη ύπαρξης συμφωνίας μπορεί να εξαχθεί και από τις περιστάσεις της υπόθεσης: "The agreement may be proved in the usual way or by proving circumstances from which the jury may presume it". Επίσης, στην υπόθεση Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 633 αναφέρθηκε ότι στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συνωμοσίας περιλαμβάνεται και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea). Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Kατηγορούσα Aρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, (Charitonos a.o. v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 401). Στη Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοΐζου (βλέπε ανωτέρω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Στις Toumba v. The Republic
(1984)2 C.L.R 110 και Charalambous a.a. v. The Republic
(1985)2 C.L.R 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορούμενου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Ευρήματα - Συμπεράσματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την προσαχθείσα μαρτυρία σε συνδυασμό με τα Τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον μου και τα παραδεκτά γεγονότα, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο Μ.Κ.2 συμφώνησε με τον xxxx Hajji, πεθερό του Κατηγορούμενου, όπως του καταβάλει το ποσό των €3.000 για να τον βοηθήσει να μεταβεί από τη Συρία στην Κύπρο. Όντως ο Μ.Κ.2 έφθασε στην Κύπρο και κατέβαλε στο προαναφερόμενο πρόσωπο το ποσό των €2.000 ζητώντας πίστωση χρόνου για το υπόλοιπο ποσό των €1.000 έτσι ώστε να εξασφαλίσει εργασία και να μπορέσει να το αποπληρώσει. Περί τις αρχές Αυγούστου του 2016 ο προαναφερόμενος Hajji επισκέφθηκε τον Μ.Κ.2 μαζί με τον Κατηγορούμενο ζητώντας την πληρωμή του ποσού των €1.
  1. Ο Μ.Κ.2 ζήτησε περαιτέρω χρόνο, διότι δεν είχε εξεύρει ακόμη εργασία. Αρχές Σεπτεμβρίου του 2016 ο Κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Μ.Κ.2 ζητώντας επίμονα το ποσό των €1.
  2. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι δεν μπορούσε να πληρώσει τη δεδομένη στιγμή το εν λόγω ποσό. Στα πλαίσια της εν λόγω τηλεφωνικής επικοινωνίας ο Κατηγορούμενος ανέφερε στον Μ.Κ.2 ότι το ποσό θα έπρεπε να πληρωθεί στον ίδιο και όχι στον πεθερό του. Στις 05.09.16 και περί ώρα 22:00 ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε τον Μ.Κ.2 στην οικία του και στην παρουσία του Μ.Κ.4 απαίτησε σε έντονο ύφος το ποσό των €1.000 λέγοντας του ταυτόχρονα ότι αν δεν πληρωθεί το εν λόγω ποσό «θα δει τι θα πάθει». Στις 07.09.16 και περί ώρα 02:00 τρία άγνωστα πρόσωπα μετέβηκαν στην οικία των Μ.Κ.2 και 4 και επιτέθηκαν στον Μ.Κ.2 προκαλώντας του σωματικές βλάβες. Ο Μ.Κ.2 μετά την επίθεση που δέχθηκε επισκέφθηκε το Γ. Ν. Λεμεσού και η κλινική εξέταση έδειξε ότι υπήρχαν εκδορές και οίδημα πάνω από το δεξί του γόνατο, εκδορές στο αριστερό γόνατο και αγκώνα και θλαστικό τραύμα στο δεξί μάγουλο για το οποίο χρειάστηκε συρραφή. Την ίδια μέρα και περί ώρα 08:00 ο Κατηγορούμενος από το κινητό του τηλέφωνο πραγματοποίησε κλήση προς το κινητό τηλέφωνο του Μ.Κ.4 λέγοντας του ότι αυτός ήταν που έστειλε τα τρία πρόσωπα για να τους κτυπήσουν. Κατά τη διάρκεια του τηλεφωνήματος παρών ήταν και ο Μ.Κ.3 ο οποίος, αφού είδε από το κινητό τηλέφωνο του Μ.Κ.4 τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του Κατηγορούμενου (xxxx), τον σχημάτισε στο δικό του κινητό τηλέφωνο και πραγματοποίησε σχετική κλήση. Ο Κατηγορούμενος απάντησε την κλήση και ανέφερε στον Μ.Κ.3 ότι αυτός ήταν που έστειλε τα τρία πρόσωπα για να επιτεθούν στον Μ.Κ.
  3. Τέλος, αποτελεί εύρημα μου ότι ο αριθμός κινητού τηλεφώνου του Κατηγορούμενου είναι xxxx. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο Κατηγορούμενος ομολόγησε στους Μ.Κ.3 και 4 τη διάπραξη του αδικήματος. Η προαναφερόμενη προφορική δήλωση του Κατηγορούμενου κρίθηκε, για τους λόγους που αναφέρθηκαν στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Κ.3 και 4, ως αποδεκτή. Το ζήτημα που πρέπει πλέον να επιλυθεί, είναι το κατά πόσο η ομολογία του Κατηγορούμενου είναι ικανή να οδηγήσει στην καταδίκη του. Ως προς την αξία της ομολογίας και τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να στηριχθεί σε αυτήν για καταδίκη ενός Κατηγορούμενου λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 166: «Η ομολογία ενοχής έχει αποκληθεί η βασιλίδα των μαρτυριών. Στο σύστημα όμως που διέπει την ποινική μας δίκη δεν έχουμε απολυτοποιήσει στον ύψιστο αυτό βαθμό την αξία της. Είναι θέμα πραγματικό που συναρτάται με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Έστω και αν γίνει αποδεκτή η ομολογία και ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας, το δικαστήριο, στο τέλος, προβληματίζεται για την αλήθεια του περιεχομένου της και φυσικά για το κατά πόσο οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα ενοχής. Η σχετική νομολογία μας, που αρχίζει από τις παλιές υποθέσεις R. v. Sfongaras 22 C.L.R. 13 και Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 169, τηρεί σταθερή γραμμή στο θέμα αυτό. Είναι ζήτημα που άπτεται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δίκαιης δίκης. Πρόσφατη επικύρωση είχαμε στην Μάρτιν v. Δημοκρατίας (αρ. 2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 65. Στην υπόθεση R. v. Mallinson [1977] Crim. L. Rev. 161 διακηρύχθηκε ότι καταδίκη που στηρίζεται σε προφορική ομολογία δεν είναι κατ' ανάγκη ανασφαλής ή μη ικανοποιητική. Η καταδίκη του κατηγορουμένου για κατοχή ναρκωτικών με σκοπό την εμπορία τους στηρίχθηκε κυρίως στις προφορικές παραδοχές ενοχής. Το αγγλικό εφετείο τόνισε πως δε συνάγεται, ως θέμα αρχής, από τη νομολογία ότι η προφορική ομολογία ενοχής δεν είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη.» Περαιτέρω, πρόσφατα στην Ποινική Έφεση αρ.253/2017 ημερ.28.02.19 ΧΧΧ ν. Δημοκρατίας αναφέρθηκαν, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα σε σχέση με την ομολογία: «Στην υπόθεση Θεόδωρος Κώστα Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) αναφέρονται τα εξής ως προς τη σπουδαιότητα της ομολογίας: «Σε αυτή την ενότητα θα πρέπει να τονισθεί ότι η ομολογία ή η παραδοχή στη διάπραξη ή συμμετοχή σε έγκλημα, αποτελεί την κλασσική περίπτωση εξαίρεσης στον εξ ακοής κανόνα. Αυτό διότι η παραδοχή ή η ομολογία γίνεται εναντίον του ιδίου συμφέροντος του ομολογούντος, (Ζακακιώτης ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 175 και Κωνσταντίνου ν. Αθανασίου
(2012)1 Α.Α.Δ. 2012). Η ομολογία εν πάση περιπτώσει είτε δίδεται προς αστυνομικό όργανο, είτε σε τρίτο πρόσωπο, πρέπει να είναι το αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης και γενόμενη σε συνθήκες που δεν είχαν δυσμενώς επηρεάσει το ελεύθερο της παραδοχής ή της βούλησης. Παραμένει δε πάντοτε στην κατηγορούσα αρχή, η υποχρέωση της απόδειξης ότι η ομολογία έγινε ελευθέρως, (Ahmad v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 256), ενώ αν η ομολογία γίνει αποδεκτή, με την ένταξη της στην υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία, το Δικαστήριο έχει την περαιτέρω υποχρέωση να εξετάσει και να αποφασίσει για την αλήθεια του περιεχομένου της και κατά πόσο αυτή οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα, (R. v. Sfoggaras 22 C.L.R. 13, Volettos v. Republic
(1961)C.L.R. 168 και Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 364). Στο σύγγραμμα Murphy on Evidence 8η έκδ. σελ. 268 κ.ε., εξηγείται η αξία της ομολογίας κατά το Κοινοδίκαιο ως την πιο σημαντική και συχνή εξαίρεση στον κανόνα της εξ ακοής μαρτυρίας στις ποινικές υποθέσεις. Και, περαιτέρω, ότι δεν έχει σημασία πλέον κατά πόσο η ομολογία γίνεται σε πρόσωπο που βρίσκεται σε θέση εξουσίας σε σχέση με τον παραδεχόμενο ή όχι. Η ομολογία, όπως και κάθε άλλη παραδοχή, μπορεί να γίνει προφορικά, εγγράφως, διά συμπεριφοράς ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο από τον οποίο μπορεί να εξαχθεί αρνητικό συμπέρασμα εναντίον του συμφέροντος του ατόμου που προβαίνει στην ομολογία. Όπως εξηγείται στη σελ. 272 του συγγράμματος, η παραδοχή μπορεί να γίνει όχι μόνο σε ανακριτές ποινικής υπόθεσης, συνήθως αστυνομικά όργανα, αλλά ακόμη και στο ίδιο το θύμα του αδικήματος, σε ένα φίλο, σε ένα συγγενή ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Και έχει λεχθεί στην R. v. Mallinson
(1977)Crim. L.Rev. 161, ότι η ομολογία, όταν αποδεικνύεται, αποτελεί την καλύτερη διαθέσιμη μαρτυρία. Η αξία της όμως θα πρέπει να εξετάζεται με μεγάλη προσοχή ώστε το Δικαστήριο να πείθεται πραγματικά ότι η ομολογία είναι και εθελούσια και αληθής.» Εν προκειμένω έχω ικανοποιηθεί για την αλήθεια του περιεχομένου της ομολογίας του Κατηγορούμενου. Καταρχάς η ομολογία έγινε με δική του πρωτοβουλία, αφού ο ίδιος ο Κατηγορούμενος τηλεφώνησε του Μ.Κ.4 δηλώνοντας του ότι αυτός έστειλε τα τρία άγνωστα πρόσωπα. Παράλληλα, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιοδήποτε στοιχείο που να δεικνύει είτε άμεσα, είτε έμμεσα, ότι ο Κατηγορούμενος εξαναγκάστηκε με οποιοδήποτε τρόπο να προβεί σε παραδοχή. Σημειώνω ότι ούτε ο Μ.Κ.3, ούτε και ο Μ.Κ.4 ήταν πρόσωπα σε εξουσία ή πρόσωπα που θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στον Κατηγορούμενο και να επηρεάσουν την ελεύθερη βούληση του. Επισημαίνω δε, ότι η παραδοχή έγινε στα πλαίσια τηλεφωνικής επικοινωνίας του Κατηγορούμενου με τους Μ.Κ.3 και 4, χωρίς δηλαδή να υπάρξει άμεση επαφή μεταξύ τους. Τα πιο πάνω, εντασσόμενα στην υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία καταδεικνύουν ότι η ομολογία του Κατηγορούμενου είναι αυθεντική και ότι το Δικαστήριο μπορεί με ασφάλεια να βασιστεί σε αυτήν για την καταδίκη του. Αναφέρομαι συγκεκριμένα, στο ότι ο Μ.Κ.2 χρωστούσε το ποσό των €1.000 στον πεθερό του Κατηγορούμενου και ο τελευταίος ζήτησε από τον πρώτο όπως καταβάλει στον ίδιο το εν λόγω ποσό. Επίσης, δύο μέρες πριν το επίδικο συμβάν, ήτοι στις 05.09.16, ο Κατηγορούμενος ζήτησε σε έντονο ύφος από τον Μ.Κ.2 την πληρωμή του προαναφερόμενου ποσού, λέγοντας μάλιστα ότι αν δεν του καταβάλει το εν λόγω ποσό «θα δει τι θα πάθει». Περαιτέρω, τα ξημερώματα της 07.09.16 τρία άγνωστα πρόσωπα μετέβηκαν στην οικία του Μ.Κ.2 και του επιτέθηκαν. Επιπρόσθετα σημειώνω ότι αποτελεί κοινά αποδεκτό γεγονός ότι ο αριθμός του κινητού τηλεφώνου του Κατηγορουμένου είναι xxxx. Επομένως, στη βάση των όσων έχουν εκτεθεί πιο πάνω, η ομολογία του Kατηγορούμενου αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ του Κατηγορούμενου και των τριών άγνωστων προσώπων, καθώς και την πρόθεση για πραγμάτωση του παράνομου σκοπού ήτοι της επίθεσης εναντίον του Μ.Κ.2 και την πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης σε αυτόν. Η εξήγηση που προσέφερε ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του και την ανώμοτη δήλωση δεν είναι, κατά την άποψη μου, πειστική. Επιπρόσθετα, θα έλεγα ότι στερείται και λογικής. Είναι αδιανόητο για €50.00 να στήθηκε όλη αυτή η πλεκτάνη για να κατηγορηθεί ο Κατηγορούμενος, έχοντας μάλιστα ως τίμημα να υποστεί ο Μ.Κ.2 τα τραύματα που περιγράφονται στην ιατρική έκθεση - Τεκμήριο 8. Πριν τη διατύπωση της τελικής κατάληξης του Δικαστηρίου, σημειώνω ότι τo γεγονός ότι τα υπόλοιπα πρόσωπα με τα οποία συνωμότησε ο Κατηγορούμενος παραμένουν άγνωστα και δεν περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο δεν μπορεί να διαδραματίσει οποιοδήποτε ρόλο. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2016, παράγρ. Α5.50 αναφέρονται τα εξής: «At least two persons must agree in order for there to be a conspiracy, although a single accused may be charged and convicted, even if the identities of his fellow conspirators remain unknown.» Περαιτέρω, το ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε ενεργή συμμετοχή στην επίθεση εναντίον του Μ.Κ.2 επίσης δεν επηρεάζει την δυνατότητα καταδίκης του. Όπως αναφέρεται στον Blackstone's Criminal Practice (ανωτέρω) παράγρ. Α5.56, με παραπομπή στην υπόθεση Siracusa
(1989)90 Cr. App. R. 340, ένας συνωμότης μπορεί να συμμετάσχει στη συνωμοσία με διάφορους τρόπους είτε ενεργά είτε παθητικά. Επομένως, το πρόσωπο που οργανώνει τη συνωμοσία και αναθέτει σε άλλους την εκτέλεσή της δεν μπορεί να απαλλαγεί από τη διάπραξη του αδικήματος της συνωμοσίας. Ούτε και το γεγονός της αθώωσης του Κατηγορούμενου στο ουσιαστικό αδίκημα (κατηγορία υπ΄ αρ. 4) στο εκ πρώτης όψεως στάδιο μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη στην καταδίκη του. Επαναλαμβάνω αυτό που ανέφερα στην ενδιάμεση απόφαση μου ημερ. 08.11.19, ότι δηλαδή παρά τον σχετικό προβληματισμό που εκφράστηκε στην Ποινική Έφεση αρ. 197/17 Παναγίδη κ.ά. ν. Αστυνομίας, ημερ. 8.10.18, τελικά αναφέρθηκε ότι το αδίκημα της συνωμοσίας στο δικό μας νομικό σύστημα εξακολουθεί να διατηρεί την αυτοτέλεια του ανεξαρτήτως της αθώωσης του Κατηγορούμενου στο ουσιαστικό αδίκημα. Τέλος, ο Κατηγορούμενος δύναται να καταδικαστεί έστω και αν δεν αποδείχθηκε ότι συνωμότησε και με τον xxxx Hajji, ως οι λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας υπ΄ αρ. 3. Η απόδειξη ότι συνωμότησε με άλλα τρία άγνωστα πρόσωπα είναι αρκετή για τη στοιχειοθέτηση του υπό αναφορά αδικήματος. Μάλιστα, όπως ορθά υπέδειξε η κα Αναστασίου, δεν απαιτείται τροποποίηση του κατηγορητηρίου (βλ. άρθρο 85
(1)του Κεφ. 155). Κατάληξη Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στο αδίκημα της κατηγορίας 3. (Υπ.) ................ Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal / Final Αναφορά: Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.