← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χρυσοστόμου, Αρ. Υπόθ.: 6960/17, 19/12/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χρυσοστόμου, Αρ. Υπόθ.: 6960/17, 19/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2019:B79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθ.: 6960/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον XXXX Χρυσοστόμου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 19.12.19 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κ. Λ. Μάρκου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα του άρθρου 189(ε) του Κεφ. 154 το οποίο φέρει τον τίτλο αλήτες και περιπλανώμενοι (κατηγορία υπ' αρ.3). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος εντοπίστηκε στις 28.09.16 έξω από τον περιφραγμένο χώρο των δεξαμενών νερού (ντεποζίτων) xxxx xxxx κάτω από τέτοιες περιστάσεις ώστε να συμπεραίνεται ότι η παρουσία του οφειλόταν σε παράνομο ή ταραχοποιό σκοπό. Το κατηγορητήριο αρχικά περιελάμβανε ακόμα δύο αδικήματα και συγκεκριμένα τα αδικήματα της εισόδου σε περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος και της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία. Το Δικαστήριο με την ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 25.11.19 αθώωσε και απάλλαξε τον Κατηγορούμενο στα προαναφερόμενα αδικήματα στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσής της κάλεσε δύο μάρτυρες και κατατέθηκαν οκτώ Τεκμήρια. Περαιτέρω, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής και ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου δήλωσαν κοινά αποδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα η λήψη φωτογραφιών από τον χώρο στον οποίο τελέστηκε το κατ΄ ισχυρισμό αδίκημα (Τεκμήρια 1 και 2), η λήψη ανακριτικών καταθέσεων από τον Κατηγορούμενο και η διατύπωση γραπτής κατηγορίας εις βάρος του Κατηγορούμενου (Τεκμήρια 3, 4, 4Α και 5) δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα. Μετά την κλήση του Κατηγορούμενου σε απολογία, ο τελευταίος επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν προσκομίστηκε μαρτυρία εκ μέρους της Υπεράσπισης. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεών τους (Ζαβρού v. Χαραλάμπους

(1996)1Α Α.Α.Δ 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsierkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ 820). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Πιο κάτω γίνεται ξεχωριστή αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα. Η αξιολόγηση αυτή ωστόσο δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ 165). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ 35). Ο Μ.Κ.1 κατά την κυρίως εξέτασή του υιοθέτησε ως μέρος αυτής την γραπτή κατάθεσή του (Τεκμήριο 6) δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.
  1. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 28.09.16 και ώρα 01:12 υπήρξε τηλεφωνική κλήση στον Αστυνομικό Σταθμό από τον Μ.Κ.2 ο οποίος του είπε ότι έλαβε μήνυμα στο κινητό του τηλέφωνο ότι γίνεται κλοπή στις δεξαμενές του xxxx xxxx. Αμέσως μετά το τηλεφώνημα μετέβηκε στο επίδικο σημείο μαζί με συνάδελφό του. Έφθασε εκεί στις 01:20 και από έλεγχο που διενήργησε περιμετρικά των δεξαμενών εντόπισε ένα πρόσωπο να περπατά και όταν τον προσέγγισε αντιλήφθηκε ότι ήταν ο Κατηγορούμενος. Όταν ρωτήθηκε ο Κατηγορούμενος για τον λόγο της παρουσίας του στο συγκεκριμένο σημείο, απάντησε ότι βρισκόταν εκεί για περπάτημα. Από έλεγχο που διενήργησε στη μεταλλική περίφραξη των δεξαμενών διαπιστώθηκε ότι μέρος αυτής στη βόρεια πλευρά είχε αποκοπεί. Περαιτέρω, οι πόρτες των δύο αποθηκών ήταν παραβιασμένες. Η ηλεκτρική εγκατάσταση που βρίσκεται στη μία εκ των δύο αποθηκών αποτελείται από χαλκό, ο οποίος αποτελεί συχνά αντικείμενο κλοπής λόγω της αξίας του. Στην κατοχή του Κατηγορούμενου εντοπίστηκε ένα ζευγάρι γάντια (Τεκμήριο 7). Κατά την προφορική του μαρτυρία ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι το σημείο στο οποίο εντοπίστηκε ο Κατηγορούμενος ήταν εκτός του κυρίου δρόμου και δεν υπήρχε σε αυτό φωτισμός. Διευκρίνισε ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν εκτός του περιφραγμένου χώρου των δεξαμενών και δεν ήταν πλησίον του σημείου όπου είχε αποκοπεί η μεταλλική περίφραξη. Η απόσταση από το χωριό xxxx, από το οποίο ανέφερε ο Κατηγορούμενος ότι ξεκίνησε περπάτημα, μέχρι το σημείο στο οποίο εντοπίστηκε είναι περίπου 20 χιλιόμετρα. Η απόσταση δε από το xxxx, στο οποίο ο Κατηγορούμενος στην ανακριτική κατάθεσή του - Τεκμήριο 4Α δήλωσε ότι είχε μεταβεί περπατητός από την xxxx και επέστρεφε κατά τον χρόνο που εντοπίστηκε από την Αστυνομία, μέχρι τις δεξαμενές είναι περίπου 2 χιλιόμετρα. Επίσης, ο Μ.Κ.1 δήλωσε ότι ο Κατηγορούμενος στην ανακριτική κατάθεσή του - Τεκμήριο 4Α ισχυρίστηκε ότι περπατούσε στον κύριο δρόμο. Πριν ληφθεί όμως το τηλεφώνημα του Μ.Κ.2, ο Μ.Κ.1 μαζί με συνάδελφό του βρίσκονταν σε περιπολία στην περιοχή που ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος ότι περπατούσε και δεν εντόπισαν οποιονδήποτε πεζό. Αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι η μεταλλική περίφραξη δεν μπορούσε να αποκοπεί με γυμνά χέρια. Συμφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου, ότι εκτός από τα γάντια, δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε άλλο στην κατοχή του Κατηγορούμενου. Επίσης, δήλωσε ότι από την έρευνα που διενεργήθηκε περιμετρικά της περιοχής δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε αντικείμενο. Στην υποβληθείσα θέση του κ. Κωνσταντίνου ότι η απόσταση μεταξύ xxxx και δεξαμενών είναι 10 χιλιόμετρα ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι η απόσταση μεταξύ xxxx και xxxx είναι περίπου 24 χιλιόμετρα και ακολούθως από την xxxx μέχρι τις δεξαμενές υπάρχει απόσταση ακόμα 5 περίπου χιλιομέτρων. Ο Μ.Κ.2 υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, την κατάθεση του (Τεκμήριο 8) δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.
  2. Σε αυτήν δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι εργάζεται στο Κοινοτικό Συμβούλιο xxxx xxxx και στα καθήκοντά του περιλαμβάνεται η συντήρηση των δεξαμενών. Στις δεξαμενές εγκαταστάθηκε σύστημα το οποίο στέλνει ειδοποίηση σε περίπτωση που κάποιος εισέλθει σε αυτές. Το εν λόγω σύστημα εγκαταστάθηκε, διότι το τελευταίο διάστημα υπήρξαν αρκετές κλοπές στις δεξαμενές. Εντός του περιφραγμένου χώρου των δεξαμενών βρίσκονται δύο αποθήκες μέσα στις οποίες υπάρχουν συστήματα χλωρίωσης και μπαταρίες. Στις 28.09.16 και ώρα 01:09 έλαβε μήνυμα στο κινητό του ότι πραγματοποιείται κλοπή στις δεξαμενές και αμέσως ειδοποίησε την Αστυνομία. Έφθασε στον χώρο των δεξαμενών ταυτόχρονα με την Αστυνομία και είδε ένα πρόσωπο να απομακρύνεται από την πίσω πλευρά των δεξαμενών. Γνωρίζει φυσιογνωμικά το πρόσωπο που εντοπίστηκε στον χώρο και αυτό το πρόσωπο ήταν ο Κατηγορούμενος. Στη διά ζώσης μαρτυρία του επεξήγησε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το σύστημα που εγκαταστάθηκε στις δεξαμενές. Συγκεκριμένα, όταν ανοίξει μία ή και οι δύο πόρτες των αποθηκών, τότε αποστέλλεται μήνυμα στο κινητό του και στο κινητό του Γραμματέα του Κοινοτικού Συμβουλίου. Σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής απάντησε ότι στον χώρο των δεξαμενών υπάρχει μονοπάτι το οποίο οδηγεί σε υποστατικά και αμπέλια των κατοίκων της περιοχής. Κατά την αντεξέτασή του επανέλαβε ότι ειδοποίηση στο κινητό του λαμβάνει στην περίπτωση που παραβιαστεί οποιαδήποτε από τις πόρτες των δύο αποθηκών που βρίσκονται εντός του περιφραγμένου χώρου των δεξαμενών. Περαιτέρω, διευκρίνισε ότι δεν ενεργοποιείται το σύστημα και δεν αποστέλλεται μήνυμα εάν αποκοπεί η μεταλλική περίφραξη. Δεν κλάπηκε οτιδήποτε από τις αποθήκες, αν και επισήμανε ότι έγινε ανεπιτυχής προσπάθεια αφαίρεσης της λαμαρίνας που ήταν τοποθετημένη μπροστά από τις μπαταρίες. Συμφώνησε με τον κ. Κωνσταντίνου ότι δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο η μεταλλική περίφραξη να αποκόπηκε σε προγενέστερο χρόνο. Ωστόσο απέκλεισε το ενδεχόμενο οι πόρτες των αποθηκών να παραβιάστηκαν σε άλλο χρόνο, διότι αν γινόταν αυτό θα λάμβανε σχετικό μήνυμα. Επιπρόσθετα, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι οι κλειδαριές που βρίσκονταν στις πόρτες των αποθηκών ήταν κομμένες. Από τον έλεγχο που διενήργησε διαπίστωσε ότι δεν απουσίαζε οτιδήποτε από τις αποθήκες. Επίσης, δήλωσε ότι η πόρτα της αποθήκης εντός της οποίας βρίσκονταν οι μπαταρίες ήταν ανοικτή όταν έφθασε εκεί με την Αστυνομία. Τέλος, ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι σε περίπτωση παραβίασης των αποθηκών δεν ηχεί στον χώρο σειρήνα. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε σε σχέση με τις ενέργειες που εκτέλεσε μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του προς το σκοπό διερεύνησης της υπόθεσης. Θεωρώ ότι μετέφερε στο Δικαστήριο με αντικειμενικότητα όλα όσα περιήλθαν στη γνώση του κατά την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Σημειώνω ότι κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 δεν αμφισβητήθηκε η ακεραιότητα του, ούτε και προβλήθηκε η θέση ότι η μαρτυρία του υπαγορεύθηκε από αλλότρια κίνητρα. Εν πάση περιπτώσει ούτε το Δικαστήριο διαπίστωσε κάτι τέτοιο. Στη βάση των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω, κρίνω την μαρτυρία του ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Ομοίως ως αποδεκτή και αξιόπιστη κρίνεται και η μαρτυρία του Μ.Κ.
  3. Ο μάρτυρας απάντησε με φυσικό και άμεσο τρόπο όσες ερωτήσεις του τέθηκαν και δεν δημιουργήθηκε οποιοδήποτε ρήγμα στη μαρτυρία του. Μελετώντας τη μαρτυρία του Μ.Κ.2, δεν διέκρινα οποιαδήποτε προσπάθεια εκ μέρους του για να παραποιήσει την αλήθεια ή να αποκρύψει στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να είναι βοηθητικά για τον Κατηγορούμενο. Αντίθετα, ευθαρσώς δήλωσε ότι ο Κατηγορούμενος εντοπίστηκε εκτός του περιφραγμένου χώρου των δεξαμενών και δεν αρνήθηκε το ενδεχόμενο η αποκοπή της μεταλλικής περίφραξης να έγινε σε διαφορετικό χρόνο από τον επίδικο. Επιπρόσθετα, επιβεβαίωσε τη θέση της Υπεράσπισης ότι στον χώρο των δεξαμενών υπάρχει μονοπάτι. Κατά την αντεξέταση υποβλήθηκαν διευκρινιστικές κυρίως ερωτήσεις και δεν επιχειρήθηκε να αμφισβητηθεί η αξιοπιστία του μάρτυρα. Επισημαίνω, ότι παρέμεινε αναντίλεκτη η εκδοχή του Μ.Κ.2 ως προς τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος που είναι εγκατεστημένο στις αποθήκες των δεξαμενών. Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία του Μ.Κ.2 γίνεται στην ολότητά της αποδεκτή. Ο Κατηγορούμενος στην ανώμοτη δήλωση του ανέφερε ότι είναι αθώος και ότι κατά τον επίδικο χρόνο πήγαινε για περπάτημα. Η επιλογή ενός Κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός δεν δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 129). Η ανώμοτη δήλωση, όπως και η σιωπή, σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση, δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Έχει κάποια αξία η οποία θα πρέπει να εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, αλλά όχι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (Onisiforou v. The Police
(1987)2 C.L.R. 261). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή την κατάρριψη γεγονότων. Ωστόσο, μπορεί από το περιεχόμενό της να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στη θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά. Η αξία της είναι πειστική παρά αποδεικτική (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 96/16 ημερ. 28.11.17 και Ευθυμίου και Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 191/2016 ημεερ.06.11.18). Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 22 αναφέρθηκαν επίσης τα ακόλουθα σχετικά: «Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι (συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντα) αφού κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, κάτι βέβαια που ήταν απόλυτο δικαίωμα τους. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωώτητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.» Θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε αξία στην ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου, η ουσία της οποίας εντοπίζεται στη θέση του ότι κατά τον επίδικο χρόνο βρέθηκε στον χώρο των δεξαμενών λόγω του ότι περπατούσε. Πρόκειται, κατά την άποψη μου, για έκδηλα μη πειστική εξήγηση αν αναλογιστεί κάποιος την ώρα που εντοπίστηκε ο Κατηγορούμενος (01:20 το πρωί), την απόσταση που ισχυρίστηκε ότι διάνυσε η οποία υπερβαίνει τα 20 χιλιόμετρα και μάλιστα σε ημιορεινή περιοχή. Περαιτέρω, σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ο τελευταίος δεν είδε οποιονδήποτε πεζό να περπατά στον δρόμο, παρά το γεγονός ότι λίγη ώρα πριν τον εντοπισμό του Κατηγορούμενου διενήργησε περιπολία στον δρόμο που ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος ότι περπατούσε. Σημειώνω ότι στο Τεκμήριο 4Α (ανακριτική κατάθεση) ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι κατά τη διάρκεια της οδοιπορίας του περπατούσε στον κύριο δρόμο επιστρέφοντας από το xxxx. Όταν ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο να τοποθετηθεί στο ότι υπήρξε περιπολία στον εν λόγω δρόμο και δεν εντοπίστηκε, έδωσε την εξής απάντηση: «Τίποτε» (βλ. ερωτήσεις και απαντήσεις 12 - 14 Τεκμηρίου 4Α). Στα πιο πάνω αναφερόμενα θα πρέπει να προστεθεί και το γεγονός ότι παραβιάστηκαν οι κλειδαριές των αποθηκών που βρίσκονται στον χώρο των δεξαμενών στις 01:09, έντεκα δηλαδή λεπτά πριν εντοπιστεί στον επίδικο χώρο ο Κατηγορούμενος. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και έχοντας υπόψη μου τα παραδεκτά γεγονότα, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 28.09.16 και ώρα 01:09 ο Μ.Κ.2 έλαβε μήνυμα στο κινητό του τηλέφωνο ότι γίνεται παραβίαση των αποθηκών που είναι εγκατεστημένες στον περιφραγμένο χώρο των δεξαμενών του Κοινοτικού Συμβουλίου xxxx xxxx. Το μήνυμα προήλθε από σύστημα το οποίο είναι εγκατεστημένο στις δύο αποθήκες που βρίσκονται στον προαναφερόμενο χώρο και το οποίο αποστέλλει σχετική ειδοποίηση όταν παραβιαστούν και ανοίξουν οι πόρτες των εν λόγω αποθηκών. Ο Μ.Κ.2 ενημέρωσε σχετικά την Αστυνομία στις 01:12 και μετά πάροδο λίγων λεπτών και συγκεκριμένα στις 01:20 κατέφθασαν στον χώρο τόσο ο ίδιος όσο και περιπολικό της Αστυνομίας. Πλησίον των δεξαμενών, εκτός του περιφραγμένου χώρου και εκτός του κυρίου δρόμου xxxx - xxxx, εντοπίστηκε ο Κατηγορούμενος στην κατοχή του οποίου βρέθηκε ένα ζευγάρι γάντια. Περαιτέρω, από έλεγχο που διενεργήθηκε στον χώρο των δεξαμενών διαπιστώθηκε ότι μέρος της μεταλλικής περίφραξης είχε αποκοπεί, καθώς και ότι οι κλειδαριές των δύο αποθηκών είχαν παραβιαστεί. Περαιτέρω, η πόρτα της μίας αποθήκης, εντός της οποίας βρίσκονταν οι μπαταρίες, ήταν ανοικτή. Τέλος, αποτελεί εύρημά μου ότι δεν κλάπηκε ο,τιδήποτε από τις αποθήκες. Νομική πτυχή Το άρθρο 189(ε) του Κεφ.154 επί του οποίου εδράζεται το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, έχει ως ακολούθως: «189. Τα πιο κάτω πρόσωπα, δηλαδή- .......................... (ε) αυτός που ανευρίσκεται περιπλανώμενος εντός, ή κοντά σε υποστατικό ή σε οδό ή οδική αρτηρία ή σε οποιοδήποτε χώρο παρακείμενο σε αυτή ή σε δημόσιο χώρο, σε χρόνο και κάτω υπό τέτοιες περιστάσεις, ώστε να συμπεραίνεται ότι η παρουσία του εκεί οφείλεται σε παράνομο ή ταραχοποιό σκοπό, θεωρούνται ως αλήτες και περιπλανώμενοι, είναι δε ένοχοι πλημμελήματος και υπόκεινται σε πρώτη καταδίκη σε φυλάκιση τριών μηνών, σε κάθε δε μεταγενέστερη καταδίκη σε φυλάκιση ενός χρόνου.» Όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 189(ε) του Κεφ.154, η Κατηγορούσα Αρχή για να στοιχειοθετήσει το αδίκημα θα πρέπει αφενός να αποδείξει ότι ο Κατηγορούμενος εντοπίστηκε περιπλανώμενος εντός ή κοντά σε υποστατικό ή σε οδό ή οδική αρτηρία ή σε οποιοδήποτε χώρο παρακείμενο σε αυτή ή σε δημόσιο χώρο και αφετέρου ότι εντοπίστηκε σε τέτοιο χρόνο και υπό τέτοιες περιστάσεις ώστε να συμπεραίνεται ότι η παρουσία του εκεί οφείλεται σε παράνομο ή ταραχοποιό σκοπό. Σύμφωνα δε με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Δ Έκδοση του Γ. Μπαμπινιώτη, δύο εκ των ερμηνειών της λέξης «περιπλανώμαι» είναι οι ακόλουθες: «1. περιφέρομαι χωρίς σκοπό και χωρίς υποχρεωτική κατεύθυνση ή πορεία και 2. γυρίζω από δω κι από κει, πηγαίνω σε διάφορες περιοχές». Βάρος απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Kατηγορούσα Aρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, (Charitonos a.o. v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ 434). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 401). Στη Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου (βλέπε ανωτέρω), επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Στις Toumba v. The Republic
(1984)2 C.L.R 110 και Charalambous a.a. v. The Republic
(1985)2 C.L.R 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορούμενου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Συμπεράσματα Στη βάση της αποδεκτής και αξιόπιστης μαρτυρίας, θεωρώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα από την μαρτυρία των Μ.Κ.1 και 2, η οποία ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο Κατηγορούμενος εντοπίστηκε σε χώρο παρακείμενο της οδικής αρτηρίας xxxx - xxxx και συγκεκριμένα πλησίον του χώρου δεξαμενών του Κοινοτικού Συμβουλίου xxxx xxxx. Ο εντοπισμός του στον προαναφερόμενο χρόνο έγινε μετά τα μεσάνυχτα και συγκεκριμένα στις 01:20. Ο Κατηγορούμενος εντοπίστηκε στον εν λόγω χώρο, μετά από ειδοποίηση που έλαβε ο Μ.Κ.2 στο κινητό του τηλέφωνο μέσω του συστήματος που είναι εγκατεστημένο στις πόρτες των δύο αποθηκών που βρίσκονται εντός του περιφραγμένου χώρου των δεξαμενών. Συγκεκριμένα το σύστημα στέλνει μήνυμα όταν παραβιαστούν οι αποθήκες και πιο συγκεκριμένα όταν ανοίξουν οι πόρτες τους. Ο Μ.Κ.2 έλαβε το μήνυμα στις 01:09, ακολούθως στις 01:12 ενημέρωσε σχετικά τον αστυνομικό σταθμό και μετά πάροδο 8 λεπτών, δηλαδή στις 01:20, μετέβηκαν στον επίδικο χώρο. Μέρος της μεταλλικής περίφραξης των δεξαμενών είχε αποκοπεί, ενώ οι κλειδαριές που βρίσκονταν στις πόρτες των δύο αποθηκών είχαν παραβιαστεί. Περαιτέρω, η πόρτα της μίας αποθήκης βρέθηκε ανοιχτή. Εντός των αποθηκών υπήρχε ηλεκτρική εγκατάσταση κατασκευασμένη από χαλκό, ο οποίος λόγω της αξίας του αποτελεί συχνά αντικείμενο κλοπής. Επίσης, στη μία εκ των αποθηκών υπήρχαν μπαταρίες. Ο Κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 4Α), η οποία αποτελεί μέρος του μαρτυρικού υλικού, δήλωσε ότι κοιμάται μέσα στο αυτοκίνητο του το οποίο σταθμεύει όπου βρει. Συνάγεται επομένως ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν είχε σταθερό μέρος διαμονής. Δεν χωρεί επομένως αμφιβολία ότι ο Κατηγορούμενος ήταν περιπλανώμενος, χωρίς σταθερό μέρος διαμονής, αφού, σύμφωνα με τη δική του δήλωση επί του Τεκμηρίου 4Α, κοιμόταν μέσα στο αυτοκίνητο του. Περαιτέρω, είναι αδιαμφισβήτητο ότι εντοπίστηκε περιπλανώμενος σε χώρο παρακείμενο σε δημόσια οδική αρτηρία. Τέλος, ο χρόνος στον οποίο εντοπίστηκε, 01:20 το πρωί, σε συνδυασμό με τις λοιπές περιστάσεις όπως αυτές εξειδικευθήκαν πιο πάνω οδηγούν στο ένα και μοναδικό συμπέρασμα ότι η παρουσία του στον επίδικο χώρο οφειλόταν στον παράνομο σκοπό της τέλεσης του αδικήματος της κλοπής. Η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν αντέκρουσε τη θέση του Κατηγορούμενου ότι περπατούσε στην επίδικη περιοχή, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να αποσείσει το νομικό βάρος απόδειξης που έφερε, πράγμα το οποίο, για τους λόγους που αναφέρθηκαν στις δύο πιο πάνω παραγράφους, έπραξε. Συνεπώς, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης μετατοπίστηκε στον Κατηγορούμενο για να δημιουργήσει αμφιβολία (Προκοπίου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση αρ.228/17 ημερ.21.02.19). Ο Κατηγορούμενος όμως δεν απέσεισε το εν λόγω βάρος, αφού η ανώμοτη δήλωση του στερείται πειστικής αξίας. Υπό το φως των πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα της 3ης κατηγορίας. Κατά συνέπεια ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. (Υπ.) ............... Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal / Final Αναφορά: Αλήτες και περιπλανώμενοι, άρθρο 189(ε) του Κεφ. 154 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.