← Κύπρος

Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων ν. Θεολόγου, Αρ. Υπόθεσης: 1232/2017, 25/2/2019

Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων ν. Θεολόγου, Αρ. Υπόθεσης: 1232/2017, 25/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:B8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1232/2017 Μεταξύ꞉ Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων ν. XXXXX Θεολόγου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 25 Φεβρουαρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή꞉ κ. Α. Αντωνίου με κα Μ. Μιτσίδου Για Υπεράσπιση꞉ κ. Χρ. Ο. Ιωαννίδης με κ. Α. Α. Κορέλλη, για Αγγελίδης, Ιωαννίδης Λεωνίδου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΝΣΤΑΣΗ ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΧΡΗΣΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ Εισαγωγή. Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει ενώπιόν μου συνολικά έξι κατηγορίες, ως ακολούθως꞉ 1η κατηγορία꞉ Κατοχή αφορολόγητων εμπορευμάτων, κατά παράβαση του άρθρου 140

(3)του περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμου αρ. 91(Ι)/2004, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο αρ. 30(Ι)/
  1. Όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος την 26 Οκτωβρίου 2011 είχε στην κατοχή του, σε αποθήκη στη Βιομηχανική Περιοχή Αραδίππου, της Επαρχίας Λάρνακας, τα αφορολόγητα καπνικά προϊόντα που αναφέρονται στο επισυνημμένο Παράρτημα 1, για τα οποία δεν καταβλήθηκαν οι αναλογούντες σε αυτά φόροι κατανάλωσης συνολικού ύψους €762,676,20 ως το επισυνημμένο Παράρτημα
  2. 2η κατηγορία꞉ Κατοχή αδασμολογήτων εμπορευμάτων κατά παράβαση του άρθρου 93 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου αρ. 94(Ι)/
  3. Όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά τον αυτό χρόνο και τόπο που περιγράφονται στην πρώτη κατηγορία είχε στην κατοχη του τα αδασμολόγητα εμπορεύματα που επίσης περιγράφονται στην πρώτη κατηγορία, Παράρτημα 1, για τα οποία είχε λόγους να πιστεύει ότι αποφεύχθηκε η καταβολή του αναλογούντος σε αυτά δασμού ύψους €23.179,12, ως το επισυνημμένο Παράρτημα
  4. 3η κατηγορία꞉ Κατοχή αφορολογήτων εμπορευμάτων κατά παράβαση του άρθρου 46
(7)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου αρ. 95(Ι)/2000, όπως έχει τροποποιηθεί με το Νόμο αρ. 95(Ι)/
  1. Όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες της 3ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά τον αυτό χρόνο και τόπο που περιγράφονται στην πρώτη κατηγορία είχε στην κατοχή του αφορολόγητα εμπορεύματα που επίσης περιγράφονται στην πρώτη κατηγορία, Παράρτημα 1, για τα οποία αποφεύχθηκε η καταβολή του αναλογούντος σε αυτά φόρου προστιθέμενης αξίας ύψους €160,933,33 ως το επισυνημμένο Παράρτημα
  2. 4η κατηγορία꞉ Αποφυγή καταβολής φόρων κατανάλωσης κατά παράβαση του άρθρου 140
(6)του περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμου αρ. 91(Ι)/2004, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο αρ. 30(Ι)/
  1. Όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες της 4ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά τον αυτό χρόνο και τόπο που περιγράφονται στην πρώτη κατηγορία, απέφυγε την καταβολή των πληρωτέων φόρων κατανάλωσης ύψους €762.676,20 ως το επισυνημμένο Παράρτημα 2, για τα εμπορεύματα που επίσης περιγράφονται στην Πρώτη Κατηγορία Παράρτημα
  2. 5η κατηγορία꞉ Δόλια αποφυγή καταβολής δασμού κατά παράβαση του άρθρου 91
(1)του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου αρ. 94(Ι)/
  1. Όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες της 5ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά τον αυτό χρόνο και τόπο που περιγράφονται στην πρώτη κατηγορία δολίως απέφυγε την καταβολή του πληρωτέου δασμού ύψους €23.179,12 για τα εμπορεύματα δασμολογητέας αξίας €61,748,00 που επίσης περιγράφονται στην πρώτη κατηγορία, Παράρτημα 1, ως το επισυνημμένο Παράρτημα
  2. 6η κατηγορία꞉ Δόλια αποφυγή καταβολής φόρου προστιθέμενης αξίας κατά παράβαση του άρθρου 46
(1)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου αρ. 95(Ι)/2000 όπως έχει τροποποιηθεί με το Νόμο αρ. 95(Ι)/
  1. Όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες της 6ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά τον αυτό χρόνο και τόπο που περιγράφονται στην πρώτη κατηγορία δολίως απέφυγε την καταβολή του πληρωτέου φόρου προστιθέμενης αξίας ύψους €160.993,33, ως το επισυνημμένο Παράρτημα 2, για τα εμπορεύματα που επίσης περιγράφονται στην πρώτη κατηγορία, Παράρτημα
  2. Ο Κατηγορούμενος απάντησε «Μη παραδοχή» σε όλες τις κατηγορίες και η υπόθεση προγραμματίστηκε για έναρξη ακρόασης. Η προδικαστική ένσταση. Πριν αρχίσει η ακρόαση, η Υπεράσπιση ήγειρε προδικαστική ένσταση ότι η παρούσα ποινική υπόθεση αποτελεί προϊόν κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, λόγω της πολλαπλότητας δικαστικών διαδικασιών, ιδίως ποινικών διώξεων, που κινήθηκαν εναντίον του ίδιου κατηγορουµένου, η οποία πολλαπλότητα συνεπάγεται την αδικαιολόγητη και ασυγχώρητη καταπίεση του Κατηγορούµενου. Σε αυτή τη βάση, είναι η εισήγηση της Υπεράσπισης ότι το Δικαστήριο, κατ' εφαρµογή των αρχών που διέπουν το ζήτηµα, έχει την διακριτική ευχέρεια να απορρίψει ή να αναστείλει την παρούσα υπόθεση ως καταχρηστική της δικαστικής διαδικασίας. Περαιτέρω, η Υπεράσπιση εισηγείται ότι η καταχρηστικότητα που εντοπίζεται αναφορικά με την υπό κρίση ποινική δίωξη του Κατηγορούμενου, προσβάλλει τις καθιερωµένες αρχές περί δίκαιης δίκης, γι'αυτό και καλείται το Δικαστήριο να τερµατίσει την δίωξη αναστέλλοντας ή απορρίπτοντας την και για αυτό τον επιπρόσθετο λόγο. Όσον αφορά την πολλαπλότητα διαδικασίας, η Υπεράσπιση καλεί το Δικαστήριο να εξετάσει την παρούσα ποινική υπόθεση υπό το φως του γεγονότος ότι καταχωρήθηκαν τρεις άλλες ποινικές διώξεις προηγουμένως. Ειδικότερα꞉ Πρώτη, καταχωρήθηκε στις 27.10.2015 η Ποινική υπόθεση αριθ. 10736/2015, Επαρχ. Δικ. Λ/κας. Το κατηγορητήριο είναι εκ συμφώνου κατατεθειμένο στο φάκελο του παρόντος Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
  3. Δεύτερη, καταχωρήθηκε στις 7.1.2016 η Ποινική υπόθεση αριθ. 115/2016, Επαρχ. Δικ. Λ/κας (βλ. το Τεκμήριο 4). Το κατηγορητήριό της, όπως τροποποιήθηκε δυνάμει άδειας του Δικαστηρίου ημερ. 18.3.2016, είναι εκ συμφώνου κατατεθειμένο στο φάκελο του παρόντος Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
  4. Τρίτη κατά σειρά ήταν η παρούσα Ποινική υπόθεση αριθ. 1232/2017, η οποία καταχωρήθηκε στις 23.6.
  5. Τέταρτη κατά σειρά, είναι η Ποινική υπόθεση αριθ. 21533/2017 που καταχωρήθηκε στο Επαρχ. Δικ. Λ/σιας στις 18.12.
  6. Το κατηγορητήριό της είναι κατατεθειμένο εκ συμφώνου στο φάκελο του παρόντος Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
  7. Διασαφήνισε εγκαίρως η Υπεράσπιση, ότι η προδικαστική ένσταση δεν αφορά στην ύπαρξη δεδικασμένου ή στην ειδική απολογία για autre fois convict / acquit (ne bis in idem), εφόσον η Υπεράσπιση αναγνωρίζει ότι τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση δεν είναι τα ίδια ή παρόμοια με εκείνα που ήδη εκδικάστηκαν ή που εκκρεμούν σε άλλη υπόθεση. Συγκεκριμένα꞉ · Στην πρώτη ποινική υπόθεση αριθ. 10736/2015, ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε για παράνομη εργοδότηση αλλοδαπών. Ειδικότερα, κατηγορήθηκε μαζί με άλλα τρία αλλοδαπά πρόσωπα ότι, κατά ή περί τις 26.10.2015 στη Βιομηχανική περιοχή Αραδίππου, αυτός τα προσέλαβε στην υπηρεσία του, δηλαδή ως υπαλλήλους στην αποθήκη του, παραλείποντας να ειδοποιήσει τον Διευθυντή Μετανάστευσης ευθύς όταν οι αλλοδαποί εισήλθαν στην υπηρεσία του, χωρίς την άδεια του Διευθυντή Μετανάστευσης για την εργοδότηση αυτή και παρέχοντας κατ' αυτόν τον τρόπο συνδρομή σε αλλοδαπό που είχε άδεια εισόδου και παραμονής στη Δημοκρατία ως φοιτητής, να παραβεί τους όρους της άδειας του. Νομική βάση των κατηγοριών αποτέλεσαν, για τα αδικήµατα της «Παράνοµης εργοδότησης αλλοδαπού», τα άρθρα 2, 14Β και 19 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε, για το αδίκημα της «Πρόσληψης αλλοδαπού σε υπηρεσία και παράλειψη ειδοποιήσεως του Λειτουργού καταγραφής» το άρθρο 20 του Κεφ. 105 και για το αδίκημα της «Παροχής συνδρομής εις αλλοδαπό όπως παραβαίνει τους όρους εισόδου», τα άρθρα 2, 19
(1)(ι)(κ) του Κεφ.
  1. Ο κατηγορούµενος αθωώθηκε σε όλες τις κατηγορίες από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, βάσει ενδιάµεσης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας που εκδόθηκε στις 9/2/
  2. Το κείμενο της απόφασης αυτής είναι κατατεθειμένο εκ συμφώνου ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
  3. Η αιτιολογία της αθώωσης εντοπίζεται στη σελίδα 11 της απόφασης, όπου, αφού προηγουμένως γίνεται αναφορά στα νομολογημένα κριτήρια για το πότε αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση, έτσι ώστε να μπορεί να κληθεί ένας κατηγορούμενος σε απολογία, το Δικαστήριο σημειώνει σε σχέση με την υπό εξέταση υπόθεση ότι꞉ «Η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή αφορούσε κατά κύριο τη σύλληψη του Κατηγορούμενου 1 για τον αφορολόγητο καπνό που είχε ανευρεθεί στην αποθήκη. Δεν τέθηκε ίχνος μαρτυρίας που να αφορά το γεγονός ότι ο ίδιος είχε αναθέσει δουλειά στους τρεις αλλοδαπούς ή κατά πόσον ήταν καθοιονδήποτε τρόπο υπεύθυνος για τη λειτουργία της συγκεκριμένης αποθήκης στην οποία είχαν ανευρεθεί οι αλλοδαποί. Η μόνη μαρτυρία που τέθηκε είναι ότι ο Κατηγορούμενος 1 είχε ανευρεθεί στην αποθήκη και είχε συλληφθεί. Τίποτε περισσότερο. Δεν τέθηκε ίχνος μαρτυρίας ότι ο Κατηγορούμενος 1 είχε απασχολήσει προσωπικό, ήτοι τους τρεις αλλοδαπούς, έναντι χρηματικής αμοιβής και με σχέση εργασίας ή ότι τους είχε αναθέσει οποιαδήποτε εργασία. Θεωρώ ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε στερείται του απαραίτητου υπόβαθρου για να οδηγήσει στο να κληθεί ο Κατηγορούμενος 1 σε απολογία, αφού δεν τέθηκε κανένα στοιχείο που να τον εμπλέκει με την εργοδότηση. Κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ'αυτή την μαρτυρία, ήτοι την απλή παρουσία του έξω από την αποθήκη, την καταδίκη του Κατηγορούμενου
  4. Ο Κατηγορούμενος, λόγω της προμνησθείσας κατάληξης, αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο.» · Στη δεύτερη ποινική υπόθεση, αριθ. 115/2016, το κατηγορητήριο τόσο στην αρχική του μορφή (βλ. Τεκμήριο 4) όσο και το τροποποιημένο (βλ. το Τεκμήριο 5) περιείχε έξι κατηγορίες κατηγορίες, πανομοιότυπες με αυτές της υπό κρίση υπόθεσης 1232/
  5. Η μόνη διαφορά που εντοπίζω σχετίζεται με τα ποσά των φόρων και δασμών που ο Κατηγορούμενος κατηγορείτο ότι απέφυγε να πληρώσει. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στο αρχικό κατηγορητήριο (βλ. Τεκμήριο 4), στην 1η κατηγορία της υπόθεσης 115/16 ο Κατηγορούμενος κατηγορείτο ότι είχε στην κατοχή του καπνικά προϊόντα για τα οποία δεν καταβλήθηκαν οι αναλογούντες σε αυτά φόροι κατανάλωσης, συνολικού ύψους €1.105.967,10σ., στη 2η κατηγορία ότι απέφυγε την καταβολή δασμού σε αυτά ύψους €31.224,32σ. και στην 3η κατηγορία ότι απέφυγε την καταβολή σε αυτά ΦΠΑ ύψους €229.035,22σ., ενώ στο τροποποιημένο κατηγορητήριο (βλ. το Τεκμήριο 5) τα ποσά των φόρων και δασμών, που κατηγορείται ο Κατηγορούμενος ότι απέφυγε να καταβάλει, μειώθηκαν στα ίδια επίπεδα με της παρούσης υπόθεσης 1232/
  6. Ωστόσο, η υπόθεση 115/16 δεν εκδικάστηκε, αφού διακόπηκε στις 23/6/2017 κατόπιν οδηγιών του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ημερ. 30.5.2017 (βλ. το εκ συμφώνου κατατεθέν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου Τεκμήριο 6). Δεν είχε αρχίσει η ακρόαση της υπόθεσης, συνεπώς δεν ακούστηκε καθόλου μαρτυρία. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι αυτό που οδήγησε στη διακοπή της δίκης ήταν τυπικός παρά ουσιαστικός λόγος, ότι δηλαδή καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου χωρίς να ληφθεί προηγουμένως η γραπτή εξουσιοδότηση του Γενικού Εισαγγελέα για συνοπτική εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου. · Στην τέταρτη ποινική υπόθεση αριθ. 21533/17, ο Κατηγορούμενος διώχθηκε για το αδίκηµα της «Χρήσης µηχανοκίνητου οχήµατος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου» κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 40 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000 (Ν.96(Ι)/2000). Το αδίκημα, ως οι λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου, διαπράχθηκε στις 26.10.2015 στις Επαρχίες Λευκωσίας και Λάρνακας, καθ' ον χρόνο ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα LAJ609, χωρίς να ευρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης. Το κατηγορητήριο της εν λόγω υπόθεσης κατατέθηκε εκ συμφώνου στο φάκελο του παρόντος Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
  7. Κεντρική θέση στην επιχειρηματολογία της Υπεράσπισης έχει η άποψη ότι είναι όχι μόνο επιτρεπτό και εφικτό, αλλά και επιβεβλημένο το να συνενώνονται διαφορετικές κατηγορίες σε ένα κατηγορητήριο, προκειμένου να αποφεύγεται η πολλαπλότητα των διαδικασιών, νοουμένου ότι όλες οι κατηγορίες αφορούν σε αδικήματα που προκύπτουν από το ίδιο περιστατικό ή επεισόδιο, ήτοι από τα ίδια γεγονότα. Παραπέμπουν οι συνήγοροι Υπεράσπισης σε Κυπριακή και Αγγλική νομολογία προς επίρρωση της θέσης τους αυτής. Δεν είναι παραδεκτά ή/και αποκρυσταλλωμένα τα γεγονότα, όσον αφορά το περιστατικό μέσα από το οποίο αναφύονται όλες οι κατηγορίες για τις οποίες καταχωρήθηκαν ξεχωριστά κατηγορητήρια, ως πιο πάνω, αντί ένα ενιαίο κατηγορητήριο. Αμφισβητούνται τα πάντα όσον αφορά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, γι'αυτό και δεν κατέστη δυνατό να ετοιμαστεί κατάλογος οποιωνδήποτε παραδεκτών γεγονότων όσον αφορά την ουσία της υπόθεσης. Αυτό το οποίο καλείται το παρόν Δικαστήριο να λάβει υπόψη του, προκειμένου να αποφανθεί αναφορικά με το προδικαστικό ζήτημα της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας ως εκ του κατακερματισμού της υπόθεσης σε πολλαπλά κατηγορητήρια, είναι οι περιστάσεις όσον αφορά την πορεία διερεύνησης της υπόθεσης, οι οποίες μπορούν να εξαχθούν από τα εξής έγγραφα꞉ · Από ορισμένες καταθέσεις που κατατέθηκαν ενώπιον μου ως Τεκμήρια 3Α, 3Β, 3Γ, 3Δ και 3Ε και οι οποίες αρχικά είχαν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακρόαση της πρώτης ποινικής υπόθεσης για τα αδικήματα παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών, υπ' αριθ. 10736/
  8. · Από την κατάθεση αστυνομικού αναφορικά με το τροχαίο αδίκημα για το οποίο ο Κατηγορούμενος κατηγορείται στην υπόθεση αριθ. 21533/17 (βλ. το Τεκμήριο 8). · Από τον όρκο του Τελωνειακού Λειτουργού που κατατέθηκε κατά τη διαδικασία υποβολής αίτησης προφυλάκισης του Κατηγορούμενου στις 27.10.2015 ως υπόπτου, εναντίον του οποίου διερευνάτο ποινική υπόθεση για τη διάπραξη των αδικημάτων της κατοχής αδασμολόγητων και αφορολόγητων εμπορευμάτων, καθώς επίσης της εμπορίας αδασμολόγητων εμπορευμάτων, της δόλιας αποφυγής καταβολής δασμού και ΦΠΑ και της αποφυγής καταβολής φόρων κατανάλωσης (βλ. το Τεκμήριο 9). · Εν συνεχεία, από τον όρκο του Τελωνειακού Λειτουργού που κατατέθηκε προς υποστήριξη της αίτησης ανανέωσης της προφυλάκισης του Κατηγορούμενου ως υπόπτου για περαιτέρω 4 ημέρες από τις 31.10.2015 (βλ. το Τεκμήριο 10). Παραθέτω πιο κάτω τί περιέχουν τα εν λόγω έγγραφα꞉ · Το Τεκμήριο 3Α αποτελεί την κατάθεση, ημερ. 26.10.2015, του Α/Αστ. XXX2 Στ. Ανδρέου. Όπως εκεί αναφέρεται, πρόκειται για τον αστυφύλακα από τον οποίο η ΥΚΑΝ Αρχηγείου είχε ζητήσει να διενεργήσει εξετάσεις σχετικά με το καθεστώς των αλλοδαπών που εντοπίστηκαν να εργάζονται σε αποθήκη με είδη καπνών στη βιομηχανική περιοχή Αραδίππου. Αφού διενήργησε έρευνα μέσω του συστήματος της Αστυνομίας και του Τ.Α.Π.Μ, διαπίστωσε ποια τρία άτομα (ως οι Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 στο κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης 10736/15) δεν είχαν ανανεωμένη άδεια παραμονής ή δεν είχαν καθόλου νόμιμη άδεια παραμονής και, ακολούθως, αφού τους εξήγησε τα δικαιώματά τους, τους συνέλαβε. · Το Τεκμήριο 3Β πρόκειται για κατάθεση του Τελωνειακού Λειτουργού XXXXX Γ. Χρίστου που ο ίδιος συνέταξε στις 26.10.2015 και ώρα 23꞉50, όπου αναφέρει ότι αυτός μετέβη την ίδια ημέρα ενωρίτερα (στις 12꞉00) σε αποθήκη στη βιομηχανική περιοχή Αραδίππου, κατόπιν πληροφοριών που είχε λάβει, για ανεύρεση αφορολόγητου καπνού και τσιγάρων. Κατά την είσοδό του στην εν λόγω αποθήκη εντόπισε τον Κατηγορούμενο, τον οποίο και συνέλαβε για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής αφορολόγητου καπνού και τσιγάρων. · Το Τεκμήριο 3Γ αποτελεί κατάθεση του Τελωνειακού Λειτουργού XXXXX Γ. Χρίστου, που ο ίδιος συνέταξε στις 26.10.15 και ώρα 13:40, όπου αυτός αναφέρει ότι αυτός μετέβη την ίδια ημέρα ενωρίτερα (στις 12꞉00), μαζί με μέλη της ΥΚΑΝ, σε αποθήκη στη βιομηχανική περιοχή Αραδίππου. Κατά την είσοδό του στην εν λόγω αποθήκη, αυτός αντιλήφθηκε πέντε αλλοδαπά πρόσωπα που ασχολούνταν με διάφορες εργασίες στο χώρο όπου υπήρχε μεγάλη ποσότητα καπνού και κιβώτια με τσιγάρα. · Το Τεκμήριο 3Δ είναι η ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου (XXXXX Θεολόγου) που έδωσε στην Αστυνομία στις 27.10.2015 και ώρα 01꞉
  9. Πληροφορήθηκε ότι διερευνάτο εναντίον του υπόθεση παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών στην οποία υπήρχε εύλογη υποψία ότι ενέχετο και ότι επρόκειτο να του ληφθεί η ανακριτική κατάθεση με τη μέθοδο των ερωτοαπαντήσεων. Ο Κατηγορούμενος δεν εκδήλωσε πρόθεση να απαντήσει σε ερωτήσεις, αφού πρόθεσή του ήταν να πει ό,τι έχει να πει στο Δικαστήριο με τη συμβουλή του δικηγόρου του. · Το Τεκμήριο 3Ε είναι η γραπτή κατάθεση ημερ. 26.10.15 ενός εκ των αλλοδαπών προσώπων που είχαν συλληφθεί στην επίδικη αποθήκη. · Το Τεκμήριο 8 είναι η γραπτή κατάθεση του Αστ.XXX1 Α. Κωνσταντίνου, ημερ. 30.10.2015, στην οποία αυτός αναφέρει ότι στις 26.10.2015 έθεσε, μαζί με άλλους συναδέλφους του, υπό παρακολούθηση την οικία του Κατηγορούμενου στη Λακατάμια και περί ώρα 06꞉45 είδε τον Κατηγορούμενο να οδηγεί το όχημα XXXXX09 με κατεύθυνση τη Λευκωσία και εν συνεχεία να επιβιβάζονται στο όχημά του πέντε αλλοδαποί άντρες, να τους οδηγεί στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας - Λάρνακας και φτάνοντας στη βιομηχανική περιοχή Αραδίππου εισήλθαν σε μία αποθήκη. Από εκεί εξήλθε ο Κατηγορούμενος περί ώρα 10꞉30 και οδήγησε το ίδιο όχημα προς τη Βιομηχανική περιοχή Καλού Χωριού έξω από άλλη αποθήκη, όπου εκεί, αφού συνομίλησε με άλλο πρόσωπο, επιβιβάστηκε σε άλλο όχημα και κατέληξε εκ νέου στην αποθήκη στην Αραδίππου. Περί 11꞉23 εξήλθε εκείνης της αποθήκης και κατευθύνθηκε και πάλιν προς την αποθήκη στη Βιομηχανική περιοχή Καλού Χωριού, όπου επιβιβάστηκε ξανά στο όχημα XXXXX09 και επέστρεψε στην αποθήκη στην Αραδίππου. Περί ώρα 12꞉00 έφθασαν στην εν λόγω αποθήκη τα μέλη του Τελωνείου, όπου εισήλθαν για έλεγχο και εντόπισαν μεγάλη ποσότητα καπνού και τσιγάρων και οι πέντε αλλοδαποί άντρες. · Στον όρκο του τελωνειακού λειτουργού ημερ. 27.10.2015 (Τεκμήριο 9) αναφέρεται ότι στις 26.10.2015 και ώρα 11꞉45, κλιμάκιο λειτουργών του Τμήματος Τελωνείων, με τη συνοδεία μελών της Αστυνομίας, εντόπισαν σε αποθήκη στη Βιομηχανική περιοχή Αραδίππου μεγάλη ποσότητα ακατέργαστου και κατεργασμένου καπνού και τσιγάρων, για τα οποία δημιουργήθηκαν εύλογες υποψίες ότι ήσαν αδασμολόγητα, αφού δεν υπήρχε η προειδοποίηση για το βλαβερό του καπνίσματος στην Ελληνική και Τουρκική γλώσσα, ένδειξη ότι δεν είχαν καταβληθεί για αυτά οι αναλογούντες δασμοί και φόροι. Περαιτέρω εντοπίστηκαν κιβώτια με περιεχόμενο καπνού στα οποία υπάρχει η ένδειξη ότι η χώρα προέλευσής τους είναι η Μπαγκλαντές και δεν προσκομίστηκαν στοιχεία αναφορικά με την πληρωμή των αναλογούντων σε αυτά δασμών και φόρων. Επίσης εντοπίστηκαν μηχανή αλέσματος καπνού και μηχανία συσκευής καπνού και τσιγάρων. Υπήρχαν επίσης άδεια κιβώτια αφορολόγητων τσιγάρων μάρκας RAQUEL τα οποία κατασκευάζονται στην ελεύθερη ζώνη Λάρνακας και τα οποία φαίνεται να εξήχθησαν στην Αίγυπτο και τα οποία παράνομα βρίσκονται στο χώρο. Κατά την είσοδο του κλιμακίου του Τμήματος Τελωνειακών λειτουργών και μελών της Αστυνομίας στην αποθήκη, βρήκαν εκεί τον κατηγορούμενο και συνελήφθη κατά τις 12꞉00 για αυτόφωρα αδικήματα. Μέχρι τα μεσάνυχτα της 26.10.2015 είχαν καταμετρηθεί στην παρουσία του κατηγορουμένου 72 κιβώτια με συνολικό περιεχόμενο καπνού 10.9 τόνων και 63 κιβώτια των 10,000 τεμαχίων τσιγάρων, ενώ η καταμέτρηση θα συνεχιζόταν στην παρουσία του Κατηγορούμενου στις 27.10.
  10. Μέχρι τη στιγμή που υποβαλλόταν το αίτημα προσωποκράτησης του κατηγορούμενου (υπόπτου στις 27.10.2015), δεν είχε ακόμη υπολογιστεί η συνολική λιανική αξία των τσιγάρων και του καπνού που εντοπίστηκε. Οι φόροι και δασμοί που αποφεύχθηκαν σε ό,τι αφορά τα ήδη καταμετρημένα τσιγάρα και καπνά υπολογίστηκε ότι ανερχόταν στα €2.000.000, περίπου. Ερευνήθηκαν και άλλες δύο αποθήκες για τις οποίες υπήρχαν πληροφορίες ότι ο ύποπτος αποθήκευε καπνό και τσιγάρα. Για την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης εργάζονταν 15 τελωνειακοί λειτουργοί και ενδεχομένως να χρειαζόταν να εργαστούν και άλλοι. Η διερεύνηση της υπόθεσης θα αφορούσε στη λήψη καταθέσεων από τον ιδιοκτήτη της αποθήκης, από το στενό οικογενιακό και φιλικό περιβάλλον του υπόπτου, από υπαλλήλους, συνεργάτες και πελάτες του υπόπτου, από τον ίδιο τον ύποπτο και η διερεύνηση θα επεκτείνετο και στο εξωτερικό με τη συμβολή του Ευρωπαϊκού Γραφείου για την Καταπολέμηση της Απάτης (OLAF). Σημειωτέον ότι καθ'ον χρόνο ζητήτο η προφυλάκιση του υπόπτου για συνέχιση του ανακριτικού έργου, είχαν ήδη συλληφθεί τα 5 αλλοδαπά άτομα που βρέθηκαν να εργάζονται στην επίμαχη αποθήκη. · Στο αίτημα ανανέωσης της προφυλάκισης του Κατηγορουμένου (τότε υπόπτου), που συνοδευόταν από τον όρκο του ιδίου τελωνειακού λειτουργού ημερ. 31.10.2015 (Τεκμήριο 10), προστέθηκε η διερεύνηση νέου αδικήματος, αυτού της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (άρθρα 3, 4 και 5 του Ν.188(Ι)/2007). Στον όρκο αναφερόταν ότι οι φόροι και δασμοί που αποφεύχθηκαν σε ό,τι αφορά τα καταμετρημένα τσιγάρα και καπνά υπολογίστηκε ότι ανερχόταν στα €3.000.000, περίπου. Ανακρίθηκε ο ύποπτος και σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, δήλωσε πως ό,τι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο, ενώ λήφθηκαν ακόμη 10 καταθέσεις. Προέκυψε ότι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης δύο οχημάτων που βρέθηκαν στο χώρο της αποθήκης αγνοούσε το γεγονός ότι τα δύο οχήματα ήταν εγγεγραμμένα στο όνομά του τα είχε ποτέ στην κατοχή του. Αναζητείτο η χώρα προέλευσης του καπνού και ο τρόπος εισαγωγής και διακίνησής τους στη Δημοκρατία. Επιπρόσθετα θα λαμβάνονταν 20 περίπου καταθέσεις από το προσωπικό του εργοστασίου παραγωγής των τσιγάρων μάρκας RAQUEL, από τους νόμιμους αντιπροσώπους των τσιγάρων μάρκας GOLDEN VIRGINIA, συσκευασίες του οποίου εντοπίστηκαν στην αποθήκη και από εκτελωνιστές και φορτωτές, όπως και από τους υπευθύνους των σκυβαλότοπων στους οποίου υπήρχε πληροφορία ότι κατέληγαν άδεια χαρτοκιβώτια, όμοια με αυτά που βρέθηκαν στην αποθήκη. · Είναι παραδεκτό ότι ο Κατηγορούμενος (τότε υπόπτος) κρίθηκε προφυλακιστέος βάσει των πιο πάνω όρκων, αρχικά, στις 27.10.2015, για περίοδο 4 ημερών και εκ νέου, στις 31.10.2015, για περαιτέρω 4 ημέρες. Η ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ. Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ. Παραθέτω πιο κάτω αυτούσιο απόσπασμα από την αγόρευση των συνηγόρων Υπεράσπισης (μέρος Γ, παρα. 31 - 47, σελ. 9 έως 14)꞉ «
  11. Ως αβίαστα προκύπτει από την όψη των κατηγορητηρίων υπάρχει χρονική και τοπική ταυτοσηµία σε σχέση µε την κατ' ισχυρισµό διάπραξη των αδικηµάτων. Όλα τα υπό εκδίκαση αδικήµατα απορρέουν από κατ' ισχυρισµό γεγονότα που έλαβαν χώρα την ίδια µέρα στον ίδιο τόπο.
  12. Περαιτέρω, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης 10736/2015 επίδικο θέµα ήταν µεταξύ άλλων η εργοδότηση των αλλοδαπών από τον ενώπιον σας κατηγορούµενο. Επίδικο θέµα ήταν ειδικότερα η ανάθεση εργασίας, συνιστάµενη στην συλλογή και/ή περιεργασία και/ή επεξεργασία του επίδικου στην παρούσα υπόθεση καπνού, ο οποίος βρισκόταν στην αποθήκη την οποία κατ' ισχυρισµό κατείχε ο κατηγορούµενος. Συνεπώς, η κατοχή των επίδικων στην παρούσα υπόθεση καπνικών προϊόντων και η απόδειξη αυτής, αποτελούσε το πρόκριµα της στοιχειοθέτησης της έννοιας της ανάθεσης εργασίας και κατ' ακολουθίαν των αδικηµάτων της παράνοµης εργοδότησης στην υπόθεση 10736/
  13. Δεν νοείτο δηλαδή θεµελίωση της έννοιας της παράνοµης εργοδότησης αλλοδαπών µε ειδικότερο περιεχόµενο την περιεργασία και συλλογή των εν λόγω καπνικών προϊόντων χωρίς τα τελευταία να βρίσκονται στην κατοχή του αναθέσαντος την εργασία κατηγορουµένου.
  14. Κατά συνέπεια, το επίδικο θέµα της παρούσας υπόθεσης, ήτοι η κατοχή των καπνικών προϊόντων, συµπεριλαµβανόταν στην προηγούµενη υπόθεση, µε την απόδειξη του οποίου ουσιαστικά βαρυνόταν η Κατηγορούσα Αρχή. Υπ' αυτήν την έννοια, το θεµέλιο γεγονότων - ισχυρισµών της παρούσας υπόθεσης µε την 10736/15 ήταν κοινό ή τουλάχιστον οι κατηγορίες πήγαζαν από τα ίδια ή έστω από άρρηκτα συνδεδεµένα µεταξύ των γεγονότα. Σύµφωνα δε µε την πρόσφατη απόφαση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας στην υπόθεση 284/17, δεν είναι η ταύτιση γεγονότων ή κατηγοριών που ενδιαφέρει, αλλά ο κοινός παρονοµαστής των κατηγοριών (σελίδα 12 Απόφασης).
  15. Ενδεικτική δε της διασύνδεσης των γεγονότων των 2 υποθέσεων είναι αυτό ακόµα το περιεχόµενο της κατάθεσης του ΜΚ XXXXX Χρίστου, ηµεροµηνίας 26/10/15 - Τεκµήριο 3 στα πλαίσια της υπόθεσης 10736/15, καθώς και η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη του αιτήµατος για 8ήµερη προσωποκράτηση του κατηγορουµένου, στις οποίες γίνεται ενιαία αναφορά για όλα τα αποδιδόµενα αδικήµατα, δηλαδή τόσο της παρούσας όσο και της 10736/
  16. Το σπουδαιότερο όµως που προκύπτει από την προαναφερθείσα κατάθεση - Τεκµήριο 3 και την ένορκη δήλωση στα πλαίσια αιτήµατος προσωποκράτησης, είναι ότι εξ υπαρχής αποτελούσαν αντικείµενο διερεύνησης τα αδικήµατα της παρούσας υπόθεσης και της 10736/
  17. Το κοινό θεµέλιο γεγονότων ή όπως σχηµατικά ελέχθη στην πρόσφατη υπόθεση του Κακουργιοδικείου Λ/σιας, ο "σπόρος ή η ρίζα ενός φυτού" εξ υπαρχής υφίστατο και ήταν γνωστό στην Κατηγορούσα Αρχή! Ωστόσο, αντί της συνένωσης όλων των κατηγοριών σε ένα κατηγορητήριο, η Κατηγορούσα Αρχή επέλεξε την καταχώρηση 2 ξεχωριστών υποθέσεων καταστρατηγώντας τις εδραιωµένες αρχές δικαίου που διέπουν το όλο θέµα, ως εν εκτάσει αναλύθηκαν ανωτέρω.
  18. Ως είναι πρόδηλο από τα µόλις προαναφερθέντα και τα κατατεθέντα τεκµήρια και πάντως αυταπόδεικτο από το χρόνο καταχώρησης της 115/2016 (7/1/2016), η κατηγορούσα αρχή µπορούσε να περιλάβει στο ίδιο κατηγορητήριο όλα τα αδικήµατα από την πρώτη στιγµή, έχοντας δηλαδή υπόψη της το σύνολο της µαρτυρίας και µάλιστα µε ολοκληρωθείσα την διερεύνηση όλων των αδικηµάτων το αργότερο την 7/1/2016, οπότε και καταχωρήθηκε η 115/
  19. Προξενεί µάλιστα ιδιαίτερη εντύπωση η σπουδή µε την οποία καταχωρήθηκε η πρώτη χρονολογικά υπόθεση, δηλαδή την επόµενη µόλις µέρα της σύλληψης του Κατηγορούµενου, γεγονός που ασφαλώς πρέπει να συνυπολογιστεί κατά την αξιολόγηση της δυνατότητας να καταχωρείτο ένα κατηγορητήριο σε δύο µήνες από την κατ' ισχυρισµό διάπραξη του αδικήµατος, ήτοι την 7/1/2016, χωρίς βεβαίως να τίθεται λόγος για καθυστέρηση. Αντί οι δlωκτικές αρχές να καταχωρήσουν µία υπόθεση εντός δύο µηνών από την κατ' ισχυρισµό διάπραξη όλων των αδικηµάτων που καταλογίζονταν στον Κατηγορούµενο, προτιµήθηκε να καταχωρηθεί µία υπόθεση εντός µίας ηµέρας από την διάπραξη και να καταχωρήσουν ξεχωριστό κατηγορητήριο εντός των επόµενων δύο µηνών.
  20. Αξίζει βεβαίως να επισηµανθεί ότι η δυνατότητα για συνεκδίκαση των "δύο υποθέσεων" υφίστατο ακόµα και µετά την εσπευσµένη καταχώρηση της πρώτης υπόθεσης, είτε διά µεταγενέστερης προσθήκης των κατηγοριών της παρούσας στην 10736/15 είτε αντίστροφα, κατόπιν αναστολής της δίωξης στην πρώτη υπόθεση.
  21. Σε καµία πάντως περίπτωση, δεν τίθεται λόγος για αδυναµία συνεκδίκασης - συνένωσης των κατηγοριών των δύο υποθέσεων δοθέντος ότι η µαρτυρία για τη διερεύνηση τουλάχιστον όλων των αδικηµάτων εξασφαλίστηκε έγκαιρα και µάλιστα ταυτόχρονα, ήτοι από την πρώτη µέρα της σύλληψης του κατηγορουµένου. Εν όψει των ανωτέρω η παρούσα διακρίνεται όλος διόλου από την "Focus", δεδοµένου ότι υπήρχε η δυνατότητα και συνεπώς η υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής προς άσκηση µίας και µόνο ποινικής δίωξης. Επιπρόσθετα δε, σε αντιδιαστολή µε την "Focus", µε βάση τις απειλούµενες ποινές δεν µπορεί να υποστηριχθεί ότι η παρούσα υπόθεση είναι σοβαρότερη της πρώτης. Διαφέρει συνεπώς η υπό κρίσιν περίπτωση από την υπόθεση "Focus" ανωτέρω, στην οποία διαφάνηκε ότι "µετά την αποπεράτωση της πρώτης υπόθεσης προέκυψε πρόσθετη µαρτυρία µε βάση την οποία έκρινε ο Γενικός Εισαγγελέας ... ".
  22. Ευσεβάστως εισηγούµαστε ότι τα µόλις προαναφερθέντα αποτελούν αυτόχρηµα και την απάντηση στην προδιαγεγραµµένη-αναµενόµενη θέση της άλλης πλευράς ότι η διερεύνηση των αδικηµάτων της παρούσας δεν είχε πλήρως ολοκληρωθεί. Στοιχειοθετείται κατά συνέπεια η έννοια της κατάχρησης της διαδικασίας δεδοµένου ότι: Πρώτον, η προηγηθείσα υπόθεση εναντίον του ιδίου κατηγορουµένου είχε ουσιαστικά την ίδια βάση µε την υπό κρίση και ανεξάρτητα αν προσκοµίσθηκε ή όχι η σχετική (κοινή µε την παρούσα) µαρτυρία, και Δεύτερον, εξ υπαρχής περιήλθαν σε γνώση της Κατηγορούσας Αρχής τα σχετικά - κοινά γεγονότα, επαναλαµβάνοντας πως ακόµα και να µην είχε ολοκληρωθεί η διερεύνηση της τελευταίας χρονικά καταχωρηθείσας υπόθεσης, ως ελέχθη και από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας στην 284/17: "παραµένει ακατανόητη η εσπευσµένη καταχώρηση της πρώτης υπόθεσης δοθέντος ότι ο κοινός παρονοµαστής των υποθέσεων ήταν εξ αρχής γνωστός".
  23. Επιπρόσθετα και επικουρικά, σε σχέση µε το δυσµενή επηρεασµό του κατηγορουµένου ένεκα ακριβώς της κατάχρησης της διαδικασίας, ευσεβάστως εισηγούµαστε ότι εν προκειµένω αυτός τεκµαίρεται ως αυτόδηλος. Ενδεικτικά συνεπακόλουθα της κατάχρησης της διαδικασίας είναι τα εξής: · Ο Κατηγορούµενος να διώκεται για τα ίδια γεγονότα ή έστω άρρηκτα συνδεδεµένα µεταξύ τους και µέρος της ίδιας αλυσίδας γεγονότων, τα οποία συνιστούν ένα σύνολο συγκεκριµένων πραγµατικών περιστάσεων που εµπλέκουν τον ίδιο κατηγορούµενο και είναι άρρηκτα συνυφασµένα χρονικά και τοπικά σε δύο (ή τρεις) διαφορετικές ποινικές υποθέσεις, και εποµένως να καθίσταται αντιµέτωπος µε ξεκάθαρη πολλαπλότητα διαδικασιών. · Ο κατηγορούµενος να αναγκάζεται να αντιµετωπίσει εξίσου σοβαρές (αν όχι µάλλον ηπιότερης σοβαρότητας στην δεύτερη υπόθεση) κατηγορίες σε δύο διαφορετικές ποινικές υποθέσεις και εν πάση περιπτώσει να διατρέχει τον κίνδυνο στέρησης της ελευθερίας του δύο φορές. · Να υποβάλλεται ο κατηγορούµενος σε διπλά έξοδα υπεράσπισης και πολλαπλάσια ταλαιπωρία εµφανίσεων ενώπιον Δικαστηρίου µε αποτέλεσµα την από κάθε άποψη εξάντλησή του. · Η αθώωση του, αλλά και αυτή καθ' εαυτή η Δικαστική Απόφαση να µην αποβαίνει καθοριστική των δικαιωµάτων του αναφορικά µε την απαλλαγή του από τα αδικήµατα που ήταν γνωστά ότι θα του αποδίδονταν στη βάση του ιδίου πλέγµατος γεγονότων. · Να συντελείται από τη συντεταγµένη πολιτεία καταδίωξη µάλλον, παρά δίωξη του κατηγορουµένου. · Εκ των πραγµάτων ο κατηγορούµενος να έχει αναγκαστεί ήδη να προβάλει την υπεράσπιση - τη θέση του στην προηγούµενη ποινική υπόθεση αναφορικά µε γεγονότα ίδια η στενά συνδεδεµένα µε την παρούσα υπόθεση, µε αποτέλεσµα να επηρεάζονται τα υπερασπιστικά δικαιώµατά του στην παρούσα υπόθεση. · Η Κατηγορούσα Αρχή να λαµβάνει ανεπίτρεπτο και µη θεσµοθετηµένο δικονοµικό πλεονέκτηµα στην δεύτερη και στην όποια µεταγενέστερη υπόθεση. · Οµοίως, η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποκτήσει το πλεονέκτηµα - τη δυνατότητα πρότερης «αξιολόγησης» ή «δοκιµασίας» της υπάρχουσας µαρτυρίας και ακολούθως να δύναται να αναζητήσει περαιτέρω µαρτυρία ή να προβεί σε διαφορετική προώθηση της µεταγενέστερης διαδικασίας. · Το ίδιο το Δικαστήριο να αντιµετωπίσει αντικειµενική δυσχέρεια στην εκτίµηση-αποτίµηση της µαρτυρίας σε ένα σωστό πλέγµα γεγονότων ( ... but more importantly, still it would make it diffίcult for the Court to appreciate the evidence οn either count in a correct factual perspective).
  24. Εν όψει όλων των ανωτέρω αβίαστα προκύmει ότι ο κατηγορούµενος υπόκειται σε καταπίεση λόγω της πολλαπλότητας των δικαστικών διαδικασιών. Καταπίεση για την οποία δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να µπορούν να την δικαιολογήσουν. Θέση µας είναι δηλαδή, ότι δεν υπάρχουν ειδικές περιστάσεις που να µπορούν να καταστήσουν την πολλαπλότητα δίκαια και βολική. ( ... special circumstances which make it just and convenient in that case ... ).
  25. Ως τέτοια, αυτή η καταπίεση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και συνάµα προσβάλλει το κύρος της Δικαιοσύνης, καθ' ότι οι δικαστικές διαδικασίες χρησιµοποιούνται κατά τρόπο πολλαπλό, χωρίς κανένα αποχρώντα λόγο µε σκοπό ή αποτέλεσµα πάντως την καταπίεση του κατηγορουµένου. Συγχρόνως δε, ελλοχεύει ο -υπέρτατος ίσως για το κύρος της δικαιοσύνης- εγγενής κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, δεδοµένου ότι το Δικαστήριο θα κληθεί να αξιολογήσει κοινούς ισχυρισµούς ή ακόµα και τη µαρτυρία των ιδίων µαρτύρων κατηγορίας προκειµένου να προβεί σε σχετικά και ενδεχοµένως αντιφατικά µε αυτά της 10736/15 ευρήµατα.
  26. Εισήγηση µας είναι ότι υπο το φως των ανωτέρω υπάρχει εξόφθαλµη κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και συνακόλουθη καταπίεση του κατηγορούµενου, ώστε το Δικαστήριο, κατ' εφαρµογή των αρχών που διέπουν των θέµα, οφείλει να αναστείλει τη διαδικασία εφόσον διαπιστώσει ότι το αντικείµενο της παρούσας υπόθεσης έπρεπε να συµπεριληφθεί στην 10736/
  27. Ως προς δε την τελευταία υπόθεση, υπ' αριθµόν 21533/2017 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ευσεβάστως εισηγούµαστε ότι αυτό το οποίο επιπλέον καταδεικνύει είναι τα αλλότρια κίνητρα της Κατηγορούσας Αρχής, αφού η διετής και πλέον καθυστέρηση στην καταχώρηση της, παρά το απλούστατο της διερεύνησης της, δεν µπορεί να ερµηνευθεί διαφορετικά από την καταφανή επιδίωξη της Κατηγορούσας Αρχής να εκµαιεύσει µαρτυρία σχετική µε την παρούσα υπόθεση, ότι δηλαδή την επίδικη µέρα ο κατηγορούµενος µετέφερε (οδηγώντας χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης) τους αλλοδαπούς στο χώρο που περιγράφεται στην πρώτη κατηγορία της παρούσας υπόθεσης.
  28. Ο εν λόγω ισχυρισµός σκοπείται να προωθηθεί ως µαρτυρία περιστατική για την απόδειξη των αποδιδόµενων στην παρούσα υπόθεση, ότι δηλαδή ως κάτοχος των καπνικών προϊόντων που περιγράφονται στο κατηγορητήριο, έδωσε και σχετικές οδηγίες σε άλλα πρόσωπα - τα οποία νωρίτερα µετέφερε από τη Λευκωσία - για την επεξεργασία ή συλλογή τους. Επί τούτου αξίζει µάλιστα να διευκρινιστεί ότι η εν λόγω θέση της Κατηγορούσας Αρχής προωθείται και στις 2 υποθέσεις µε την ίδια ακριβώς µαρτυρία, ήτοι του Αστ. XXX1 Α. Κων/νου και επί τη βάσει της αυτής κατάθεσης, ηµεροµηνίας 30/10/
  29. Ενόψει όλων των ανωτέρω, είναι η ταπεινή µας εισήγηση προς το σεβαστό Δικαστήριο ότι η παρούσα αποτελεί κραυγαλέα περίπτωση κατάχρησης της Δικαστικής διαδικασίας, εξαιτίας µάλιστα της οποίας επηρεάζεται δυσµενώς ο κατηγορούµενος και πρωτίστως συνυπάρχει ο κίνδυνος προσβολής του κύρους της ίδιας της Δικαιοσύνης. Κατ' ακολουθίαν, το Δικαστήριο θα πρέπει να αναστείλει την παρούσα διαδικασία, εξυπηρετώντας τοιουτοτρόπως τον απώτερο σκοπό της προστασίας του κύρους και της υπόληψης του όλου συστήµατος απονοµής της Δικαιοσύνης.». Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ. Οι συνήγοροι της Κατηγορούσας αρχής αναφέρουν στη γραπτή τους αγόρευση ότι «αναγνωρίζουμε την εξουσία του Δικαστηρίου για τερματισμό διαδικασίας στην βάση κατάχρησης διαδικασίας, αλλά δεν συμφωνούμε ότι εδώ υπάρχει τέτοια κατάχρηση.». Αιτιολογούν τη θέση τους ως εξής꞉ «Στην παρούσα υπόθεση τα γεγονότα, ως αυτά προκύπτουν από τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί ενώπιον σας, έχουν ως ακολούθως: Όσον αφορά την υπόθεση 21533/2017 του Ε.Δ Λευκωσίας, η οποιαδήποτε αναφορά είναι απλά αχρείαστη, αφού η εκδίκαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα συμπληρωθεί. Η υπόθεση 115/2016 του Ε.Δ. Λάρνακας δεν οδηγήθηκε σε ακροαματική διαδικασία, αφού η δίωξη διακόπηκε, όταν διαπιστώθηκε η απουσία της απαιτούμενης γραπτής συγκατάθεσης του Γενικού Εισαγγελέα, και καταχωρήθηκε η παρούσα, με ακριβώς τις ίδιες κατηγορίες. Στην υπόθεση 10736/2015 του Ε.Δ. Λάρνακας, η οποία καταχωρήθηκε στις 27/10/2015 ο κατηγορούμενος αντιμετώπισε κατηγορίες παράνομης εργοδότησης από τις οποίες απαλλάγηκε στο στάδιο του «εκ πρώτης όψεως», όπως φαίνεται στην σχετική απόφαση. Το μόνο κοινό που παρουσιάζουν οι υποθέσεις είναι ο τόπος και ο χρόνος της διάπραξης των διαφόρων αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Η μόνη μαρτυρία που προσφέρθηκε στην υπόθεση 10736/2015 ήταν αυτή του εντοπισμού των αλλοδαπών και του κατηγορούμενου στο συγκεκριμένο μέρος. Επίσης, αλλοδαπός κλήθηκε για να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας διαφοροποιώντας όμως την κατάθεση του, με αποτέλεσμα την αθώωση του κατηγορούμενου και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν προχώρησε σε ανάλυση της ενώπιον του μαρτυρίας. Τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση έχουν διαπραχθεί κατά παράβαση άλλων νομοθετημάτων, ήτοι, κατά παράβαση του Τελωνειακού Κώδικα Νόμου, αρ. 94(Ι)/2004, του περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμου αρ. 91(Ι)/2004 και του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου αρ. 95(Ι)/
  30. Συνεπώς, τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων δεν έχουν καμία σχέση με αυτά του αδικήματος της παράνομης εργοδότησης και κατ' επέκταση ούτε με την μαρτυρία που θα προσκομιστεί για την στοιχειοθέτηση τους. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος γνώριζε για την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, αφού είχε παραπεμφθεί σε κράτηση, όμως ποτέ δεν επιδίωξε την συνένωση των κατηγορητηρίων. O XXXXX Θεολόγου δεν φαίνεται να είχε ωθηθεί ποτέ να πιστέψει ότι δεν θα ακολουθούσε μία δεύτερη ποινική δίωξη. Τουναντίον, φαίνεται να είχε επίγνωση της ποινικής έρευνας του Τμήματος Τελωνείων από την πρώτη στιγμή της σύλληψής του. Ενώ κατηγορήθηκε και απάντησε αρχικά στην υπόθεση 115/16 και στην συνέχεια στην παρούσα, και ενώ η υπόθεση είχε οριστεί και αναβληθεί αρκετές φορές για ακρόαση, έχοντας πάντα και την εκπροσώπηση συνηγόρου υπεράσπισης δεν είχε επικαλεστεί οποιοδήποτε θέμα κατάχρησης μέχρι και την προτελευταία δικάσιμο. Μάλλον καταχρηστική είναι η ίδια η ένσταση, αφού υποβάλλεται σε χρόνο που ήταν αναμενόμενο να αρχίσει η ακροαματική διαδικασία και αφότου τελείωσε η εκδίκαση της υπόθεσης 10736/15, στην οποία ισχυρίζεται ότι θα έπρεπε να συνενωθούν οι κατηγορίες. Σε κάθε περίπτωση η συνένωση των κατηγοριών της παρούσας με αυτών στην 10736/2015 δεν θα ήταν ενδεδειγμένη για τους ακόλουθους λόγους:
  31. Η διερεύνηση της υπόθεσης 10736/2015 έγινε από μέλη της Αστυνομίας και ως πολύ απλή αφού συμπληρώθηκε καταχωρήθηκε άμεσα από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λάρνακας στηριζόμενη σε πολύ απλή μαρτυρία. Μαζί με τον XXXXX Θεολόγου συγκατηγορούνταν τρεις αλλοδαποί, δύο από τους οποίους στις 26/10/15 βρίσκονταν παράνομα στην Δημοκρατία. Σχετικές είναι οι κατηγορίες 10 και 12 στο κατηγορητήριο. Ενσωμάτωση της στην παρούσα θα καθυστερούσε αδικαιολόγητα την εκδίκαση της.
  32. Η φύση των κατηγοριών των δύο υποθέσεων είναι εντελώς διαφορετική. Μπορεί να υπάρχει ταύτιση τόπου και χρόνου, αλλά αφορούν διαφορετικές πράξεις από τις οποίες προέκυψαν αδικήματα στη βάση διαφορετικών νομοθετημάτων.
  33. Η ποινική δίωξη ασκήθηκε από διαφορετικούς κατηγόρους, στην μια περίπτωση από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λάρνακας και στην άλλη από τον Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων.
  34. Η διερεύνηση της παρούσας υπόθεση έγινε από Τελωνειακούς Λειτουργούς στη βάση εξουσιοδότησης του άρθρου 4
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, η έκταση της οποίας χρειάστηκε χρόνος για την ολοκλήρωση της, ως διαφαίνεται μέσα από τις δύο αιτήσεις προφυλάκισης, οι οποίες κατατέθηκαν ενώπιον σας, σε αντίθεση με την υπόθεση 10736/2015, όπου υπήρξε άμεση καταχώρηση και εκδίκαση. 5. Το ίδιο το Δικαστήριο έχει γνώση της πολυπλοκότητας των θεμάτων τα οποία αφορούν τα τεκμήρια στην παρούσα υπόθεση, ως αυτά φαίνονται στα πρακτικά της υπόθεσης. Διευκρινίζουμε, επίσης, ότι η απόφαση στην υπόθεση 284/17 Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, στην οποία έκαμε αναφορά η υπεράσπιση, θεωρούμε ότι δεν έχει καμία ομοιότητα με τα ενώπιον σας δεδομένα. Πέραν τούτου, όμως, θεωρούμε την απόφαση λανθασμένη, και ως τέτοια έχει κριθεί και από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο οποίος την εφεσίβαλε με την καταχώρηση στο Ανώτατο Δικαστήριο συναφούς έφεσης, και συνεπώς ως πρωτόδικη απόφαση δεν έχει καμία δεσμευτική δυναμική στο παρόν Δικαστήριο. Πέραν των πιο πάνω, η υπεράσπιση είχε το βάρος να αποδείξει ποια θα ήταν τα κοινά επίδικα ζητήματα ή ζητήματα απόδειξης τα οποία θα καθιστούσαν επιθυμητή την από κοινού εκδίκαση των υποθέσεων. Τέτοια μαρτυρία δεν έχετε ενώπιον σας και δεν μπορείτε να καταλήξετε ότι καταδείχθηκε στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο κατηγορούμενος αδικείται σε τέτοιο βαθμό και αδικαιολόγητα από την διεξαγωγή δύο διαδικασιών. Τουναντίον, αυτό που φαίνεται είναι ότι η διεξαγωγή δύο διαδικασιών, υπό το πρίσμα των γεγονότων έκαστης υπόθεσης είναι η ενδεδειγμένη. Έχοντας παραθέσει τα πιο πάνω γεγονότα ή προδικαστική ένσταση των συνηγόρων υπεράσπισης του κατηγορουμένου για κατάχρηση της διαδικασίας δεν μπορεί να έχει θετική κατάληξη και το Δικαστήριο σας καθοδηγούμενο από την νομολογία που προαναφέρθηκε θα πρέπει να την απορρίψει ως νόμω και ουσία αβάσιμη.». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ. Κατ' αρχάς, σημειώνω ότι το βάρος της απόδειξης ότι μια δικαστική διαδικασία είναι καταχρηστική βρίσκεται στους ώμους του διάδικου που εγείρει το ζήτημα αυτό. Οφείλει αυτός να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή της διαδικασίας (βλ. Ex parte Badhan [1991] 2 Q.B.78 και Ex parte Thomas [1992] Crim L.R.116). Ειδικότερα, θα πρέπει να αποδείξει, όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση, αλλά και ότι επηρεάζεται δυσμενώς, συνεπεία αυτής (βλ. Attorney Generals Reference (No.2 of 2001) [2004] 2 A.C.72 HL). Τούτο διότι η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του διάδικου που εγείρει το ζήτημα της κατάχρησης (Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522). Στην Χαραλαμπίδης ν Κωμοδρόμος υιοθετήθηκε απόσπασμα από την απόφαση D.P.P. v. Hussain, The Times, June 1, 1994, το οποίο παραθέτει και σχολιάζει ως εξής ο Archbold, έκδοση 1995, παραγρ. 4-44β, στη σελίδα 1/439: «In D.P.P. v. Hussain, The Times, June 1, 1994, the Divisional Court reiterated the exceptional nature of an order staying proceedings on the ground of abuse of process and stated that such an order should never be made where there were other ways of achieving a fair hearing of the case, still less where there was no evidence of prejudice to the defendant.» Η δικαιοδοσία για πάταξη καταχρηστικών χρήσεων δικαστικής διαδικασίας δεν έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μια εξουσία του Δικαστηρίου σύμφυτη, αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της. Στην υπόθεση Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, ο Πικής Π., διέγραψε τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα και το σκοπό που τη διαπνέει, υπογραμμίζοντας ότι: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Όσον αφορά το χρονικό σημείο κατά το οποίο είναι κατάλληλο να εγείρεται ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (υπό Παρπαρίνου, Δ.), ημερ. 11.11.2015, στην Ποινική Έφεση 223/2014, Σπύρος Σπύρου ν Βαρβάρας Α. Ξενή, αναφέρθηκαν τα εξής꞉ «Με την υπό εξέταση έφεση θίγεται ένα ενδιαφέρον ζήτημα που αφορά την λειτουργία και εξουσίες των Δικαστηρίων. Ειδικότερα αφορά την εξουσία του Δικαστηρίου που ασκεί ποινική δικαιοδοσία να καταστέλλει καταχρηστικές διαδικασίες. Όπως είναι γνωστό όταν τεθεί κατηγορητήριο ενώπιον Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος θα πρέπει ν' απαντήσει και σε περίπτωση μη παραδοχής η υπόθεση προχωρεί σε εκδίκαση. Παρ' όλα τούτα ο κατηγορούμενος μπορεί ν' επιτύχει την απαλλαγή του από το κατηγορητήριο πριν απαντήσει σ' αυτή εφ' όσον εγείρει επιτυχώς μια ή περισσότερες από τις τρείς ειδικές απαντήσεις στην κατηγορία που προβλέπονται στο άρθρο 69 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Αυτές είναι: (i) έλλειψη δικαιοδοσίας καθ' ύλη ή κατά τόπο του Δικαστηρίου να επιληφθεί της κατηγορίας (ii) Καταδίκη ή αθώωση του σε προηγούμενη ποινική υπόθεση (iii) Χορήγηση προεδρικής χάρης. Θα πρέπει στα πιο πάνω να προστεθεί και η περίπτωση καταχώρησης αναστολής ποινικής δίωξης, nolle prosequi, από τον Γενικό Εισαγγελέα (βλ. άρθρο 154
(1)
(3)του Κεφ. 155). Πέραν των πιο πάνω θεσμοθετηθεισών περιπτώσεων η νομολογία πρόσθεσε ακόμη μια περίπτωση απαλλαγής του κατηγορουμένου. Είναι η περίπτωση που το Δικαστήριο δεν επιτρέπει την εκδίκαση της υπόθεσης όταν διαπιστώσει κατάχρηση της διαδικασίας. Ο Sir Jack I.H. Jacob στο άρθρο του «The inherent Jurisdiction of the Court"
(1970)C.L.P 23 αναφέρει: Δηλαδή, αυτό το οποίο το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνώρισε με την πιο πάνω απόφασή του είναι το δικαίωμα ενός Κατηγορούμενου, όχι στη στενή βάση του άρθρου 69 του Κεφ. 155, αλλά στη βάση της νομολογίας περί της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου να καταστέλλει τις καταχρηστικές διαδικασίες, να εγείρει τέτοιο ζήτημα καταχρηστικότητας, ακόμη και προτού αυτός απαντήσει στο κατηγορητήριο, για να κατασταλεί από το Δικαστήριο εξ υπαρχής μια τέτοια καταχρηστική διαδικασία. Το ζήτημα κατάχρησης δύναται ασφαλώς να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αναλόγως του διαβήματος στο οποίο αφορά και δέον να γίνεται με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Το Δικαστήριο εξετάζει το κατά πόσον πράγματι υφίσταται κατάχρηση με βάση τις συνθήκες που ισχύουν κατά το χρόνο ακρόασης του εν λόγω προδικαστικού ζητήματος (βλ. Evand Promotions Ltd κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1175). Όταν διαπιστώνεται κατάχρηση, η Κυπριακή νομολογία δίδει στο Δικαστήριο την ευχέρεια είτε να υιοθετήσει το μέτρο της απόρριψης της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) είτε το μέτρο της αναστολής της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348). Χωρίς να επιχειρείται η διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα, κρίθηκε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα, αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία, τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας. Το Δικαστήριο προτού προχωρήσει σε αναστολή ή απόρριψη μιας διαδικασίας ως καταχρηστικής, θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι η περίπτωση είναι ξεκάθαρα καταχρηστικής φύσης (βλ. Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιομετόχου v. Κωνσταντίνου Χριστοφίδης Ποινική Εφ. 4/2014, ημερ.3.3.2016). Στην David Scattergood v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 142 λέχθηκε ότι «Κατάχρηση διαδικασίας έχουμε συνήθως όταν η διαδικασία καταστρατηγεί την καλή πίστη, είναι άσχετη, εκδικητική ή καταπιεστική». Στην Hui Chi-Ming v. R.
(1992)1 A.C. 34 P.C., η κατάχρηση της διαδικασίας καθορίστηκε ως «something so unfair and wrong that the Court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respect a regular proceeding." Η Κυπριακή νομολογία αναγνωρίζει ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και η εξουσία για αναστολή ή απόρριψη δικαστικής διαδικασίας, λόγω κατάχρησης, ασκείται με φειδώ και στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της θα προκαλέσει έκδηλη αδικία (βλ. Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Παρέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217 , Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149, Ευάγγελος Εμπεδοκλή κ.α. (Αρ.3)
(2009)1 ΑΑΔ 529, Σπύρος Σπύρου ν. Βαρβάρας Ξενή, ECLI:CY:AD:2015:B742, Ποιν. Έφ. 223/2014, απόφαση ημερομηνίας 11/11/2015, κ.α.). Και η αγγλική νομολογία έχει υπογραμμίσει ότι η άσκηση τέτοιας δραστικής εξουσίας ασκείται φειδωλά (Βλ., για παράδειγμα, R. v. Oxford City Justices, ex p. Smith 75 Crim. App. Rep. 200, 204). Διαφαίνεται επίσης από αυτές ότι η κάθε υπόθεση εξετάζεται υπό το πρίσμα των δικών της πραγματικών περιστατικών. Στο Σύγγραμμα Archbold, έκδ. 1995, παραγρ. 4-44β, σελ. 1/439, δίνονται παραδείγματα στα οποία κρίθηκε πως υπήρξε κατάχρηση, καθώς και περιπτώσεις όπου αποφασίστηκε το αντίθετο. Στην R. v. Brentford Justices, ex. p. Wong, 73 Cr. App. Rep. 65 D.C., θεωρήθηκε κατάχρηση όταν ο κατήγορος κατέθεσε δίωξη, αλλά δεν επέδιδε την κλήση για μερικούς μήνες, με σκοπό να έχει την ευχέρεια να αποφασίσει αν τελικά θα την προωθούσε. Στην R. v. Grays Justices, ex p. Low 88 Crim. App. R. 291 D.C., δεν επιτράπηκε η συνέχιση ιδιωτικής ποινικής δίωξης σε σχέση με κατηγορία για την οποία οι διωκτικές αρχές απέσυραν προηγούμενη δίωξη κατά του κατηγορούμενου, αφού ο ίδιος δεσμεύθηκε να τηρεί την τάξη. Στην Κύπρο, στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska DD
(1996)1 A.A.Δ. 911, αποφασίστηκε ότι υπάρχει κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας όταν επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός με διαφορετικά ένδικα μέσα. Εκεί έγιναν παράλληλα δύο όμοιες εφέσεις κατά των ίδιων αποφάσεων. Δηλαδή, επρόκειτο για δύο παράλληλες διαδικασίες, ανεξάρτητες δικονομικά, αλλά όμοιες ως προς το αντικείμενο τους και, ως εκ τούτου, προς αποτροπήν κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η μεταγενέστερη έφεση θα έπρεπε να απορριφθεί.» Στην Περέλλα Τζεννάρο, το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε την έκδοση του εφεσιβλήτου - φυγοδίκου. Η αίτηση έκδοσής του ξεκίνησε στη βάση εξουσιοδότησης του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία όμως εσφαλμένα και παράνομα εκδόθηκε πριν την υποβολή της επίσημης αίτησης από την αιτούσα την έκδοση χώρα, την Ιταλία, γι'αυτό και κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στο πλαίσιο αίτησης για Habeas Corpus του φυγοδίκου, ότι η διαδικασία έκδοσης ήταν εξ υπ' αρχής άκυρη. Ακολούθως. ο Υπουργός Δικαιοσύνης παρέσχε νέα εξουσιοδότηση βάσει της οποίας υποβλήθηκε νέα αίτηση έκδοσης του φυγοδίκου (Αίτηση 1/94). Η αίτηση υποβλήθηκε στις 10.5.94. Στις 27.5.94 η Δημοκρατία άσκησε έφεση αρ. 9173 με την οποία ζητούσε τον παραμερισμό της απόφασης για τη χορήγηση του προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus και την αποκατάσταση του αρχικού διατάγματος έκδοσης. Τότε, ο εφεσίβλητος αποτάθηκε στο πρωτόδικο επαρχιακό Δικαστήριο και αξίωσε την απόρριψη της δεύτερης αίτησης έκδοσης αρ. 1/94, ως μέτρο συνεπαγόμενο την κατάχρηση της καλόπιστης επίκλησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Κρίθηκε ότι η Πολιτική Έφεση 9173 και η Αίτηση 1/94 του Επαρχιακού Δικαστηρίου, έχουν τον ίδιο σκοπό, την έκδοση του Τζεννάρο Περρέλλα. Το Ανώτατο Δικαστήριο δέχθηκε, λοιπόν, το επιχείρημα ότι υπήρχε κατάχρηση διαδικασίας, λέγοντας τα εξής꞉ «Αντιμετωπίζει επομένως ο Περρέλλα δύο παράλληλες διαδικασίες, ανεξάρτητες δικονομικά αλλά όμοιες ως προς το αντικείμενό τους για την έκδοσή του. Η Αίτηση 1/94 υποθεμελιώνεται στην κατάρρευση και κατ'επέκταση στην έκλειψη της πρώτης αίτησης για την έκδοση του Τζεννάρο Περρέλλα. Το βάθρο της Αίτησης 1/94 διασαλεύθηκε με την άσκηση της έφεσης, σκοπός της οποίας ήταν η αναζωπύρωση της πρώτης διαδικασίας για την έκδοση του Τζεννάρο Περρέλλα.». Στη Γιάλλουρου κ.ά. ν. Οδοντοτεχνικού Εργαστηρίου Γ. Α. Βαριάνος Λτδ κ.ά.
(2007)2 Α.Α.Δ. 151, κρίθηκε ότι δεν είναι επιθυμητό να γίνεται χρήση από ιδιώτες του δικαιώματος να ασκούν ποινική δίωξη, ιδιαίτερα, όταν, μέσω της ποινικής δίωξης, επιδιώκεται η προώθηση αστικού δικαιώματος, το οποίο, λόγω, ακριβώς, της φύσης του, δεν είναι ορθό να γίνεται αντικείμενο ποινικής δίωξης. Κάθε υπόθεση, βέβαια, εξετάζεται υπό το φως των δικών της πραγματικών περιστατικών - (βλ. Archbold, Criminal Pleading, Evidence & Practice, έκδοση 1995, παράγραφοι 4-44(b) σελ. 1/439). Μια διαδικασία είναι δυνατόν να θεωρηθεί καταχρηστική αν είναι καταπιεστική. Στην υπόθεση Connelly v. DPP [1964] AC 1254, αποφασίστηκε, ως γενική αρχή, ότι θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στο ίδιο κατηγορητήριο όλα τα αδικήματα τα οποία προκύπτουν από το ίδιο ή ουσιαστικά το ίδιο πλαίσιο γεγονότων. Το Δικαστήριο, σε περίπτωση καταχώρισης δεύτερου κατηγορητηρίου, οφείλει να αναστείλει τη διαδικασία αν διαπιστώσει ότι το αντικείμενο (subject matter) έπρεπε να συμπεριληφθεί στο πρώτο. Ο λόγος είναι διότι η δεύτερη υπόθεση είναι πλέον καταπιεστική (oppressive). Αν όμως υπάρχουν ειδικές περιστάσεις για την καταχώριση δεύτερου κατηγορητηρίου, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τη συνέχιση της υπόθεσης (βλ. επίσης Dwyer v. R [2012] EWCA CRIM 10). Παραθέτω αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση Connelly ανωτέρω꞉ - Στη σελίδα 1347, ο Lord Devlin αναφέρει: "I consider it to be within this power for the court to declare that the prosecution must as a general rule join in the same indictment charges that "are founded on the same facts, or form or are a part of a series of offences of the same or a similar character" (I quote from the Indictments Act, 1915, Schedule I, rule 3, which I shall later examine); and power to enforce such a direction (as indeed is already done in the civil process) by staying a second indictment if it is satisfied that its subject-matter ought to have been included in the first. " - Στη σελίδα 1360: "But a second trial on the same or similar facts is not always and necessarily oppressive, and there may in a particular case be special circumstances which make it just and convenient in that case. The judge must then, in all the circumstances of the particular case, exercise his discretion as to whether or not he applies the general rule." Στην R. v. Gore
(2009)EWCA Crim.1424 οι κατηγορούμενοι είχαν αντιμετωπίσει αρχικά κατηγορία δημόσιας ανησυχίας και τους είχε επιβληθεί εξώδικο πρόστιμο. Για τα ίδια γεγονότα, διώχθηκαν την επόμενη μέρα για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Αποφασίζοντας το θέμα της κατάχρησης της διαδικασίας, που είχε τεθεί από τους κατηγορούμενους, το Εφετείο αποφάνθηκε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε κατάχρηση ή αντικανονικότητα ή εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα διώκονταν εάν προέκυπταν πιο σοβαρές επιπτώσεις από την συμπεριφορά τους στην βάση νέας μαρτυρίας. Η σχετική περικοπή στη σελ. 2459 έχει ως ακολούθως: «There was here no improper escalation of charge, nor any departure from any reasonable expectation that either appellant would not be prosecuted, if any more serious consequences of their conduct, and evidence justifying prosecution for an offence of violence came to light after the issue of the notice.». Συνεπώς, δεν είναι επιθυμητή η διαδοχική δίωξη κάποιου στην βάση των ίδιων γεγονότων, ωστόσο, το Δικαστήριο εξετάζοντας κατά πόσον η δεύτερη δίωη είναι καταχρηστική θα πρέπει να εξετάζει ποια η φύση και ο επιδιωκόμενος σκοπός της δεύτερης δίωξης, αν θα υπήρχε καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της πρώτης δίωξης αν προστίθονταν σε αυτή οι κατηγορίες που εισάγονται στη δεύτερη και αν υπάρχει επικάλυψη του μαρτυρικού υλικού που προσφέρθηκε στην πρώτη δίωξη με αυτό που απαιτείται να παρουσιαστεί στη δεύτερη δίωξη. Εάν θα προκαλείτο σημαντική καθυστέρηση στην εκδίκαση του πρώτου κατηγορητηρίου από την προσθήκη των κατηγοριών που εισάγονται στη δεύτερη και αν η επικάλυψη του μαρτυρικού υλικού της πρώτης στη δεύτερη υπόθεση δεν είναι πολύ μεγάλη, τότε δεν προκύπτει αδικία από την καταχώριση του δεύτερου κατηγορητηρίου. Αυτό αποφασίστηκε στην R v. South East Hampshire Magistrates' Court, ex parte CPS [1998] Crim.L.R. 422, DC (βλ. Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice, 2015, Sweet & Maxwell, para. 4-88, p.387)꞉ "It is not necessarily an abuse of process to prosecute a person for an offence which could have been included in a previous indictment on which he was acquitted; it is important to scrutinize the true nature of the second set of proceedings; where the first trial would have been significantly delayed if the second matter had been joined, and the evidential overlap was not great, no principle of propriety or fairness had been flouted.» Στην υπόθεση Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ, ν. 1. Αδελφοί Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ, κ.α.
(2013)2 ΑΑΔ 591, εξετάστηκε το κατά πόσον αποτελούσε κατάχρηση της διαδικασίας η καταχώριση από τους εφεσείοντες διαφόρων κατηγορητηρίων για σειρά ακάλυπτων επιταγών που εξέδωσαν οι εφεσίβλητοι στο πλαίσιο της ίδιας συμφωνίας. Οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες, πληρωτέες σε διαφορετικό χρόνο η κάθε μια και η πληρωμή των οποίων αναστάληκε εν τέλει με διαταγή της εκδότριας εταιρείας, κατηγορουμένης 1, προς την εκδότρια τράπεζα. Η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση και στο τέλος της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, το εκδικάζον Δικαστήριο αποδέχθηκε σχετική εισήγηση για κατάχρηση διαδικασίας και ανέστειλε τη διαδικασία απαλλάσσοντας τους κατηγορούμενους. Όπως διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατά το χρόνο καταχώρισης των δύο πρώτων ποινικών διώξεων, η υπό εξέταση ήταν η δεύτερη κατά σειράν, οι επιταγές, για τις οποίες καταχωρίστηκαν στη συνέχεια άλλες υποθέσεις, δεν είχαν ακόμη καταστεί πληρωτέες. Επομένως, έκρινε, κινδύνευαν οι αιτητές ως κατηγορούμενοι κατά την εκδίκαση των πρώτων υποθέσεων να καταδικαστούν και για αδικήματα μεταγενέστερου χρόνου, αλλά και να υποστούν πολλαπλά έξοδα και ταλαιπωρία εφ' όσον θα έπρεπε να υπερασπιστούν τον εαυτό τους τέσσερις ακόμη φορές, εξαιρουμένης της υπό κρίση υπόθεσης και μιας άλλης που είχε ήδη εκδικαστεί, προβάλλοντας την ίδια υπεράσπιση. Επεσήμανε ακόμη τον κίνδυνο της έκδοσης αντικρουόμενων αποφάσεων, ή διαφορετικών αποφάσεων από διαφορετικούς δικαστές, παραπέμποντας σε νομολογία. Εφεσιβλήθηκε η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και μεταξύ άλλων λόγων έφεσης αναφέρθηκε και το ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε μαρτυρία ενώπιόν του που να συνηγορούσε υπέρ του ότι, οι κατηγορούμενοι, κατά την εκδίκαση όλων των κατηγορητηρίων που εκκρεμούσαν εναντίον τους, θα πρόβαλλαν την ίδια ακριβώς υπεράσπιση, ούτε μπορούσε το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό, του εκ πρώτης όψεως, να αποδεχθεί καταληκτικά ότι επρόκειτο να ακουστούν οι ίδιοι μάρτυρες και να επαναληφθούν τα ίδια ακριβώς γεγονότα κατά την εκδίκαση των υπολοίπων υποθέσεων. Ανατράπηκε από το Εφετείο η πρωτόδικη απόφαση αφού υπεδείχθη ότι꞉ - Το γεγονός του χρόνου, κατά τον οποίο ανακλήθηκε η πληρωμή της επίδικης επιταγής, έχει τη σημασία του, εφ' όσον οι υποθέσεις που καταχωρίστηκαν ανάγονται σε χρόνους όπου οι μεταγενέστερες επιταγές πάλι δεν είχαν καταστεί πληρωτέες. Η έκδοση περισσοτέρων επιταγών χωρίς αντίκρισμα συνιστά τόσα αδικήματα της ιδίας φύσης, όσα και ο αριθμός των επιταγών. Δεν ήταν νοητό να αναμένουν οι εφεσείοντες μέχρι και την κατάθεση της τελευταίας και μετά να καταχωρούσαν την υπό κρίση υπόθεση, αφού αυτό θα οδηγούσε, εξ αντικειμένου σε καθυστέρηση της ποινικής δίωξης. - Ήταν ορθή η παρατήρηση του δικηγόρου των εφεσειόντων ότι το Δικαστήριο δεν είχε μαρτυρία ενώπιόν του που να συνηγορεί υπέρ του ότι, οι κατηγορούμενοι κατά την εκδίκαση όλων των κατηγορητηρίων που εκκρεμούσαν εναντίον τους, θα πρóβαλλαν την ίδια ακριβώς υπεράσπιση, για να δικαιολογήσουν τη διάπραξη εκάστου συγκεκριμένου αδικήματος, ούτε μπορούσε το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό του εκ πρώτης όψεως, να αποδεχθεί καταληκτικά ότι επρόκειτο να ακουστούν οι ίδιοι μάρτυρες και να επαναληφθούν τα ίδια ακριβώς γεγονότα κατά την εκδίκαση των υπολοίπων υποθέσεων. Το ποια υπεράσπιση επιθυμούν να προωθήσουν οι κατηγορούμενοι ενώπιον ενός Δικαστηρίου, είναι ζήτημα το οποίο παραμένει ανοικτό και δεν μπορεί να πλαισιωθεί εκ των προτέρων. Αν οι κατηγορούμενοι επιθυμούν να προωθήσουν την ίδια ή άλλη υπεράσπιση ή να επιχειρήσουν να διαφοροποιήσουν τα γεγονότα και τη σχετική μαρτυρία, αυτό βέβαια είναι στην επιλογή τους, οπότε τότε το Δικαστήριο θα είναι σε θέση αξιολογώντας την ενώπιόν του μαρτυρία να καταλήξει σε απόφαση. Τα αυτά ισχύουν και για την κατηγορούσα αρχή. Το πως θα προωθήσει την υπόθεσή της η κατηγορούσα αρχή και ποια μαρτυρία θα προσάξει είναι και πάλι ζήτημα που εναπόκειται στη δική της κρίση. - Το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε προσώπου να προσφύγει στο Δικαστήριο. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών κατοχυρώνουν το δικαίωμα της δίκαιης δίκης, δικαίωμα το οποίο δεν μπορεί να είναι αυθαίρετο και καταχρηστικό, αλλά θα πρέπει να επιδιώκεται μέσα στα πλαίσια της δικαστικής λειτουργίας (Χαραλαμπίδης, ανωτέρω). - Το Δικαστήριο, για να επαναλάβουμε το λόγο της N.C.P. Diamonds Co Ltd, v. Ιωαννίδη κ.ά.
(2003)2 Α.Α.Δ. 162, διαθέτει επαρκή μέτρα θεραπείας, όταν διαπιστώσει πως δημιουργείται διαδικαστική ταλαιπωρία στον κατηγορούμενο, τα οποία επίσης δεν προτιθέμεθα να απαριθμήσουμε εδώ γιατί κάθε υπόθεση αντιμετωπίζεται αναλόγως με τα ιδιαίτερα περιστατικά της. Ασφαλώς όμως καταχώρηση ξεχωριστών κατηγορητηρίων για αριθμό αδικημάτων δεν οδηγεί εκ προοιμίου, σε ακυρότητα καμίας δίκης. Από την άλλη, στην Σάκκος ν Γ.Ε.
(2000)2 ΑΑΔ 150, έγινε αποδεκτό ότι υπήρξε κατάχρησης διαδικασίας, η οποία όμως συσχετίστηκε με τα εξής γεγονότα꞉ Καταχωρήθηκε αναστολή / διακοπή της πρώτης δίωξης του εφεσείοντος σε έξι από τις κατηγορίες που αφορούσαν σε παράβαση του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, μετά το πέρας της κατάθεσης των μαρτύρων κατηγορίας και το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, χωρίς να δοθεί οποιοσδήποτε λόγος. Το Δικαστήριο κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία στις εναπομείνασες δύο κατηγορίες κατοχής και μεταφοράς χειροβομβίδας. Τον έκρινε ένοχο του αδικήματος της κατοχής της (κατηγορία 5) επιβάλλοντας του ποινή φυλάκισης πέντε ετών. Ο κατηγορούμενος εφεσίβαλε την καταδίκη του και την ποινή του. Αποφασίστηκε εκεί από το Εφετείο ότι η διακοπή μέρους της ποινικής δίωξης, μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, έχει ορατές δυσμενείς συνέπειες για τη διασφάλιση δίκαιης δίκης και ενέχει προβλεπτούς κινδύνους για τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος που του εξασφαλίζει το Άρθρο 12.2 του Συντάγματος. Οι συνέπειες εκτείνονται και στο πλαίσιο της δίκης, στις κατηγορίες που εναπομένουν. Ένα από τα βασικά κριτήρια για την αποδοχή μαρτυρίας είναι η σχετικότητά της προς τις κατηγορίες, για τις οποίες δικάζεται ο κατηγορούμενος. Γίνεται, επομένως, δεκτή και μαρτυρία, που δε θα ήταν αποδεκτή στις κατηγορίες που παραμένουν, με ορατούς κινδύνους για τη δίκαιη δίκη του κατηγορουμένου και την εύρυθμη απονομή της δικαιοσύνης. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Κατά τον παρόντα ουσιώδη χρόνο, που το Δικαστήριο καλείται να ακούσει και να αποφασίσει το ζήτημα της ύπαρξης ή μη κατάχρησης διαδικασίας, οι μόνες δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούν παράλληλα είναι η παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση του Διευθυντή Τελωνείων (αρ. 1232/2017) και η ποινική υπόθεση τροχαίας του Αστυνομικού Διευθυντή Τελωνείων (αρ. 21533/2017). Καταχωρήθηκαν με μερικούς μήνες διαφορά, όπου πρώτη χρονικά καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση αρ. 1232/
  1. Η παρούσα ποινική υπόθεση φαίνεται να εξυπηρετεί το συνήθη σκοπό μιας ποινικής δίωξης, ήτοι την ποινική τιμωρία για αδικήματα καθαρά ποινικού χαρακτήρα, όπως προβλέπονται στο Νόμο και όχι για την εξασφάλιση οποιουδήποτε άλλου οφέλους στη σφαίρα του αστικού δικαίου. Δεν υπήρξε μαρτυρία ότι εκκρεμεί παράλληλα οποιαδήποτε αγωγή για ανάκτηση των μη καταβληθέντων δασμών και φόρων, έτσι ώστε να μπορούσε να λεχθεί ότι η ποινική δίωξη ασκείται με αλλότριο κίνητρο ή καταπιεστικά. Δεν φαίνεται να υφίσταται ζήτημα εξυπηρέτησης αλλότριου σκοπού όπως ήταν η περίπτωση στην υπόθεση Βαρβάρας Ξενή ανωτέρω, ούτε άλλωστε υφίσταται τέτοια εισήγηση. Απεναντίας, η καταχώρηση της μεταγενέστερης υπόθεσης για το τροχαίο αδίκημα (βλ. αριθ. 21533/2017) στο Επαρχ. Δικ. Λ/σιας στις 18.12.2017, είναι εκείνη για την οποία γίνεται λόγος από τους συνηγόρους Υπεράσπισης ότι ενδέχεται να αποβλέπει στην καταπίεση του Κατηγορουμένου ως εκ της υποβολής του σε δίκη από την οποία η Κατηγορούσα Αρχή στοχεύει να εκμαιεύσει περιστατική μαρτυρία την οποία να χρησιμοποιήσει και στην παρούσα ποινική υπόθεση αρ. 1232/
  2. Στο βαθμό που ενδέχεται να ευσταθεί μια τέτοια εισήγηση, θα ήταν κατά την κρίση μου καταλληλότερο, αν αυτός είναι ο επαπειλούμενος κίνδυνος, να εγερθεί η ένσταση περί κατάχρησης της διαδικασίας στο πλαίσιο της μεταγενέστερης υπόθεσης αριθ. 21533/2017 και να ανασταλεί εκείνη, παρά στο πλαίσιο της παρούσας ποινικής υπόθεσης που προηγήθηκε χρονικά σε καταχώρηση. Όσον αφορά την προγενέστερη της παρούσας ποινική υπόθεση 116/15, είναι παραδεκτό δεδομένο ότι δεν ακούστηκε καθόλου μαρτυρία σ' εκείνην προτού διακοπεί και συνεπώς διαφοροποιείται από την υπόθεση Σάκκος ανωτέρω. Δεν προέκυψε καμία αδικία, πόσο μάλλον έκδηλη αδικία, για τον Κατηγορούμενο ως αποτέλεσμα της διακοπής της. Ο ισχυρισμός ότι οι κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης (1232/2017) θα μπορούσαν, λαμβάνοντας υπόψη το ανακριτικό έργο που είχε ήδη διεκπεραιωθεί και τη μαρτυρία που ήδη κατείχε η Κατηγορούσα Αρχή, να ενσωματώνονταν στο αρχικό κατηγορητήριο της υπόθεσης 10736/2015, κρίνω πως δεν ευσταθεί αφού ο Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας δεν έχει νόμιμο δικαίωμα να ασκήσει ποινική δίωξη για αδικήματα που εμπίπτουν στις πρόνοιες των Νόμων 91(Ι)/2004, 94(Ι)/2004 και 95(Ι)/2004, όπως όμως και ο Διευθυντής Τελωνείων δεν έχει εξουσία να ασκήσει ποινική δίωξη για αδικήματα του κοινού Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ή για αδικήματα άλλης εξειδικευμένης νομοθεσίας όπως είναι ο περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμος, Κεφ. 105 ή η νομοθεσία περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου 96(Ι)/
  3. Εν πάση περιπτώσει, εάν υπήρχε νομικά η ευχέρεια συνένωσης των κατηγοριών των υποθέσεων σε ένα κατηγορητήριο υπό την ίδια Κατηγορούσα Αρχή, τότε ο Κατηγορούμενος θα είχε δικαίωμα να αξιώσει τη συνένωση των κατηγοριών, κάτι που δεν πράττει τώρα. Δεν αξιώνει, για παράδειγμα, τη συνένωση της κατηγορίας της υπόθεσης αρ. 21533/2017, στο κατηγορητήριο της παρούσας 1232/
  4. Όσον αφορά, όμως, την παλαιά υπόθεση 10736/15 δεν εντοπίζω να ευσταθεί ο ισχυρισμός των συνηγόρων της Κατηγορούσας Αρχής ότι θα μπορούσε να ζητούσε ο Κατηγορούμενος να συνενώνονταν σε εκείνην οι κατηγορίες της υπόθεσης 115/16, ενώ δεν το έπραξε, αφού σύμφωνα με τα ενώπιον μου στοιχεία, η απόφαση απόρριψης της 10736/15 εκδόθηκε από την αδελφή Δικαστή Ε. Αντωνίου - Γεωργίου Ε.Δ. στις 9.2.2016 (βλ. Τεκμήριο 2), ενώ η υπόθεση 115/16 καταχωρήθηκε στις 7.1.16 και ήταν ορισμένη για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 19.2.2016 (βλ. Τεκμήριο 4). Επομένως, δεν εκκρεμούσαν παράλληλα, ώστε να μπορούσε η Υπεράσπιση να είχε εγείρει τότε ζήτημα συνένωσης των κατηγοριών. Το κύριο ζητούμενο που είναι το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος υφίσταται καταπίεση ή αδικία ως εκ της αποπεράτωσης της ποινικής υπόθεσης 10736/15 και της αποκάλυψης της γραμμής της υπεράσπισής του προς την Κατηγορούσα Αρχή, προτού αυτή καταχωρήσει την υπό κρίση υπόθεση 1232/17, συνεπάγεται δικαστικό έλεγχο ως προς το αν υπάρχει σύμπτωση συστατικών στοιχείων των εκατέρωθεν κατηγοριών, τέτοια που να μπορούσε να δώσει πράγματι αδικαιολόγητο πλεονέκτημα στην Κατηγορούσα αρχή με το να γνωρίζει τη γραμμή υπεράσπισης του Κατηγορούμενου στην 10736/15 πριν καταχωρίσει την υπόθεση 115/
  5. Κρίνω πως δεν υφίσταται τέτοια πρόδηλη συγκρισιμότητα ή ταύτιση των εκατέρωθεν κατηγοριών. Παρά το ότι οι συνήγοροι Υπεράσπισης εισηγήθηκαν ότι η κατοχή της επίδικης αποθήκης από τον Κατηγορούμενο ήταν αναγκαίο συστατικό στοιχείο προκειμένου να αποδειχθεί η σχέση εργοδότησης από τον ίδιο των αλλοδαπών που βρέθηκαν να εργάζονται στην εν λόγω αποθήκη και ότι το ίδιο επίδικο θέμα χρειάζεται να αποδειχθεί και στην παρούσα υπόθεση, εντούτοις τούτη η νομική θέση ή/και εισήγηση δεν φαίνεται να συνάδει με την απόφαση του ιδίου του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην 10736/
  6. Το εν λόγω Δικαστήριο ενώ έλαβε μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος βρέθηκε στην αποθήκη μαζί με τους αλλοδαπούς, επεσήμανε ότι αυτή η μαρτυρία δεν είναι αρκετή να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της παράνομης εργοδότησης, ελλείψει μαρτυρίας που να δείχνει τί εργασία τους ανατέθηκε από τον Κατηγορούμενο και έναντι ποιας αμοιβής. Ουδόλως χρειάστηκε να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου που εκδίκασε την υπόθεση 10736/15 μαρτυρία που να αποδεικνύει το είδος των καπνών ή τσιγάρων που βρέθηκαν στην αποθήκη ή η προέλευση των εν λόγω εμπορευμάτων ή η συσκευασία τους ή η δασμολογητέα και φορολογητέα αξία τους ή η διακίνησή τους από και προς την αποθήκη. Επομένως, δεν υπάρχει σημαντικής έκτασης επικάλυψη της μαρτυρίας που χρειαζόταν να ακούσει το Δικαστήριο που εκδίκαζε την υπόθεση παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών προσώπων, με τη μαρτυρία που χρειάζεται να προσκομίσει η Κατηγορούσα Αρχή ή η Υπεράσπιση εν σχέσει με τα επίδικα θέματα στην παρούσα υπόθεση περί δόλιας αποφυγής φόρων και δασμών. Από την άλλη, καθ'ον χρόνο καταχωρήθηκε η υπόθεση 10736/15, ήτοι στις 27.10.2015, δεν είχε ακόμη καταμετρηθεί όλη η ποσότητα καπνών και τσιγάρων που βρέθηκαν στην επίδικη αποθήκη και κατ'επέκταση δεν είχε ακόμη αποκρυσταλλωθεί η δασμολογητέα και φορολογητέα αξία των εν λόγω προϊόντων από τους Τελωνειακούς Λειτουργούς (βλ. τα Τεκμήρια 9 και 10, ήτοι τους όρκους του Τελωνειακού Λειτουργού στο στάδιο του αιτήματος προφυλάκισης του Κατηγορορούμενου). Πρόδηλα δεν ήταν έτοιμη για καταχώρηση η υπόθεση με τις κατηγορίες για αυτά τα τελωνειακά και φορολογικά αδικήματα, όταν καταχωρήθηκε η υπόθεση για την παράνομη εργοδότηση αλλοδαπών. Θα προκαλείτο αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης παράνομης εργοδότησης, αν αναμενόταν να περισυλλεγεί όλη η μαρτυρία για τα τελωνειακά και φορολογικά αδικήματα πρώτα, ειδικά αν ληφθεί υπόψη ότι ήδη από 26.10.2015 η Αστυνομία είχε εξιχνιάσει το καθεστώς παραμονής των αλλοδαπών προσώπων στην Κύπρο (βλ. Τεκμήριο 3Α). Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψη τα κριτήρια της προεκτεθείσας απόφασης R v. South East Hampshire Magistrates' Court, ex parte CPS [1998] Crim.L.R. 422, DC (βλ. Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice, 2015, Sweet & Maxwell, para. 4-88, p.387) και της απόφασης Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ, ν.
  7. Αδελφοί Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ, κ.α.
(2013)2 ΑΑΔ 591, αυτό το οποίο καταλήγω να πιστεύω πως συμβαίνει είναι ότι ο Κατηγορούμενος ενδεχόμενα ταλαιπωρήθηκε ως εκ της καταχώρησης ξεχωριστών κατηγορητηρίων (10736/15, 116/15 και τώρα της 1232/17), χωρίς όμως η καταχώρισή τους να ήταν καταπιεστική ή καταχρηστική με την νομική έννοια των όρων αυτών. Εάν υπάρχει κατάχρηση αυτή είναι πιο πιθανόν, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, να προκαλείται από την καταχώρηση της υπόθεσης τροχαίας 21533/17 (Τεκμήριο 7) για πρώτη φορά μετά πάροδο 2 ετών από την επίδικη ημερομηνία, παράλληλα προς την παρούσα υπόθεση που είναι αρχαιότερη και σοβαρότερη, θέτοντας τον στη θέση να προβάλλει υπεράσπιση σε δύο διαφορετικά δικαστήρια για τα γεγονότα της ίδιας επίδικης ημερομηνίας. Είναι όμως σε εκείνην την υπόθεση 21533/17 που θα έπρεπε ο Κατηγορούμενος να το εγείρει. Δεν μπορεί το παρόν Δικαστήριο να αναστείλει υπόθεση που δεν εκκρεμεί ενώπιόν του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω να απορρίπτω την προδικαστική ένσταση του Κατηγορουμένου περί καταχρηστικής διαδικασίας. (υπ.).............................................. Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.