ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗ, Αρ. υποθεσης: 483/2014, 18/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. υποθεσης: 483/2014 ΜΕΤΑΞΥ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ (πρώην ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΝΤΕΑΣ ΛΤΔ) -ν- XXXXX XXXXX ΦΡΑΓΚΟΥΔΗ Κατηγορούμενου Ημερομηνία꞉ 18.2.2019 Εμφανίσεις꞉ Για την Κατηγορούσα Αρχή꞉ κ. Γαβριήλ Πέτρου, για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Κατηγορούμενο꞉ κ. Ηλίας Χρίστου. Ο Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο ιδιωτική ποινική υπόθεση, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει έξι κατηγορίες. Όλες οι κατηγορίες αφορούν στο αδίκημα της «Παράλειψης καταβολής προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, δόσεων κατά την ημερομηνία πληρωμής με δόσεις χρέους εκ δικαστικής αποφάσεως για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)(γ)
(3)και 4
(2)
(3)του Νόμου 60(Ι)/08.». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων επί του κατηγορητηρίου, εναντίον του Κατηγορούμενου εξεδόθη απόφαση την 4.10.2011 στην αγωγή 1406/2011 για το ποσό των €261.648,85σ., πλέον έξοδα, πλέον τόκοι, και ακολούθως εκδόθηκε εναντίον του Διάταγμα την 10.4.2012 με το οποίο ο Κατηγορούμενος διετάσσετο να καταβάλλει €850 μηνιαίως από 1.8.2012 για εξόφληση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους του στην προαναφερθείσα αγωγή, αλλά αυτός παραβίασε το εν λόγω Διάταγμα αφού παρέλειψε, για λόγους άλλους από φυσική ή οικονομική αδυναμία, να καταβάλει ποσό €2550 που αντιστοιχεί σε τρεις καθυστερημένες δόσεις (των €850 έκαστη), οι οποίες ήσαν πληρωτέες κατά τις εξής ημερομηνίες ꞉ · Την 1.8.2012, την 1.9.2012 και την 1.10.2012 (1η κατηγορία). · Την 1.11.2012, την 1.12.2012 και την 1.1.2013 (2η κατηγορία). · Την 1.2.2013, την 1.3.2013 και την 1.4.2013 (3η κατηγορία). · Την 1.5.2013, την 1.6.2013 και την 1.7.2013 (4η κατηγορία). · Την 1.8.2013, την 1.9.2013 και την 1.10.2013 (5η κατηγορία). · Την 1.11.2013, την 1.12.2013 και την 1.1.2014 (6η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος απάντησε «μη παραδοχή» σε όλες τις κατηγορίες, γι'αυτό και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής προσήλθε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο η κα XXXXX Χριστοφόρου («στο εξής «η ΜΚ1»). Έκλεισε την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή στη βάση αυτής της μαρτυρίας και μόνο. Δεν ηγέρθηκε εισήγηση περί μη ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Το Δικαστήριο, αναφερόμενο στις νομολογημένες αρχές για το εκ πρώτης όψεως, έκρινε κατάλληλο να καλέσει τον Κατηγορούμενο σε απολογία. Άπαξ και επεξηγήθηκαν σε αυτόν τα δικονομικά του δικαιώματα βάσει του άρθρου 74
(1)(β)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και, συνεπακόλουθα, να υποβληθεί στη βάσανο της αντεξέτασης. Δεν προσφέρθηκε μαρτυρία από άλλο μάρτυρα Υπεράσπισης. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΜΚ
- Παραθέτω πιο κάτω το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης της ΜΚ1 (Έγγραφο Α), την οποία υιοθέτησε η ΜΚ1 ως μέρος της κυρίως εξέτασής της꞉ «
- Ονομάζομαι XXXXX Χριστοφόρου και κατοικώ στην Λάρνακα. Για αρκετά χρόνια και μέχρι και την 31/01/2018 ήμουν τοποθετημένη ως λειτουργός στο Τμήμα Παρακολούθησης και Ανάκτησης Χρεών των Παραπονούμενων. Από την 01/02/2018 έχώ μεταφερθεί ως υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, δυνάμει σχετικής συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων μεταξύ των Παραπονούμενων και της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd. Δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας η Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd ενεργεί δια λογαριασμό των Παραπονουμένων και έχει αναλάβει την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων των Παραπονουμένων, συναφών συμφωνιών εξασφαλίσεων-εγγυήσεων και συναφών θεμάτων. Μία από τις προαναφερόμενες χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις είναι και το δάνειο που αφορά την παρούσα υπόθεση. Τα καθήκοντα μου στην Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd δεν έχουν αλλάξει και παραμένω μία από τους λειτουργούς που χειρίζονται τις δικαστικές υποθέσεις των Παραπονουμένων και είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένη τόσο από τους Παραπονούμενους όσο και από την Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd να προβώ εις την παρούσα δήλωση. Στα πλαίσια των καθηκόντων μου έχω στην κατοχή μου τα έγγραφα, ή αντίγραφα των εγγράφων, αναλόγως της περίπτωσης, που αφορούν τις διάφορες συμφωνίες δανείων ή άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων, οι οποίες καταλήγουν σε δικαστικές διαδικασίες εναντίον των οφειλετών - πελατών των Παραπονούμενων. Γνωρίζω τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση είτε από προσωπική γνώση είτε από όσα προκύπτουν από τα προαναφερόμενα έγγραφα τα οποία έχω στην κατοχή μου. Όπου αναφέρομαι σε γεγονότα που έχουν θέσει υπόψη μου τρίτα πρόσωπα αναφέρω την πηγή της πληροφόρησής μου, όπου δε αναφέρομαι σε νομικές έννοιες, έπραξα τούτο κατόπιν νομικής συμβουλής από τους δικηγόρους των Παραπονούμενων.
- Οι Παραπονούµενοι είναι Συνεργατική Εταιρεία νοµοτύπως εγγεγραµµένη, διεξάγουν δε και διεξήγαγον καθ' όλον τον ουσιώδη προς την παρούσα υπόθεση χρόνο εργασίες στην Λάρνακα, της επαρχίας Λάρνακας.
- Η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας από τις 24/06/2013 άλλαξε και έγινε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέα Λτδ και από τις 17/02/2014 συγχωνεύθηκε µε άλλες Συνεργατικές Εταιρείες υπό το όνοµα Συνεργατικό Ταµιευτήριο Αµµοχώστου Λτδ και η τοιαύτη συµφωνία συγχώνευσης έχει δεόντως εγγραφεί από τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών.
- Οι Παραπονούµενοι, µε απόφαση Γενικής Συνέλευσης και µε έγγραφη συµφωνία έχουν µεταφέρει στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ όλα ανεξαρτήτως τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού τους. Η έγγραφη συµφωνία έχει εγγραφεί από τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών στις 21/07/2017, µε ηµεροµηνία ισχύος την 1/07/2017 και συνεπώς η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ έχει διαδεχθεί το Συνεργατικό Ταµιευτήριο Αµµοχώστου Λτδ εξ' ολοκλήρου σε όλα τα δικαιώµατα και υποχρεώσεις της. Η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, µε απόφαση της Ειδικής Συνέλευσης των Μετόχων της, µετονοµάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, µε ισχύ από 24.07.
- Η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ έχει µετονοµαστεί σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ µε ισχύ από 03/09/
- Σχετική ειδοποίηση µε επισυνηµµένο αντίγραφο του σχετικού πιστοποιητικού εγγραφής κατατέθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου στις 16/10/
- Οι Παραπονούµενοι εξασφάλισαν την 4.10.2011 εναντίον του Κατηγορούµενου δικαστική απόφαση στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας µε αριθµό 1406/11 για το ποσό των €261.648,85 µε τόκο προς 9,75% ετησίως από 9.12.2010 µέχρι εξοφλήσεως, µε κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. Διατάχθηκαν επίσης να καταβάλουν το ποσό των €1.385 έξοδα της αγωγής µε τόκο προς 5,5% ετησίως επί του ποσού των €1.326 από 2.5.2011 µέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α. και €20,00 έξοδα επίδοσης. Έχω στην κατοχή µου αντίγραφο της πιο πάνω απόφασης (Τεκµήριο 1).
- Στις 10.4.2012 κατόπιν αιτήσεως μηνιαίων δόσεων που καταχώρισαν οι Παραπονούμενοι στο πλαίσιο της ως άνω αγωγής, ο Κατηγορούμενος με δική του συγκατάθεση διατάχθηκε από το Δικαστήριο να καταβάλλει προς τους Παραπονούμενους το ποσό των €850,00 το μήνα, από 1.8.2012 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον το ποσό των €275,00 έξοδα, πλέον €17,00 έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α., πλέον €59,00 έξοδα συντάξεως του διατάγματος. Έχω στην κατοχή μου αντίγραφο του πιο πάνω διατάγματος (Τεκμήριο 2).
- Έχω στην κατοχή μου κατάσταση λογαριασμού του πιο πάνω λογαριασμού. Η ως άνω κατάσταση αποτελεί αντίγραφο καταχώρισης στο ηλεκτρονικό σύστημα των Παραπονούμενων, το οποίο αποτελεί και το τραπεζικό τους βιβλίο. Κατά το χρόνο καταχώρισης όλων των χρεοπιστώσεων το ως άνω αρχείο αποτελούσε και αποτελεί ένα από τα συνήθη βιβλία των Παραπονούμενων και όλες οι καταχωρήσεις έγιναν κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών των Παραπονούμενων και βρισκόταν και βρίσκεται υπό τη φύλαξη και έλεγχο των Παραπονούμενων. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής της Τράπεζας, ως λεπτομερώς περίγραψα ανωτέρω, είναι προγραμματισμένος ειδικά να εκτυπώνει αυτές τις καταστάσεις. Τροφοδοτείται κανονικά και καθημερινά για να τις εκτυπώνει. Τις καταστάσεις που έχω στην κατοχή μου τις εκτύπωσα η ίδια από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Όταν εκτυπώθηκαν έλεγξα όλες τις καταχωρήσεις μια προς μια με τις καταχωρήσεις στο τραπεζικό βιβλίο και διαπίστωσα ότι αυτές που εκτυπώθηκαν αποτελούν ακριβή αναπαραγωγή όλων των σχετικών καταχωρήσεων σε αυτό (Τεκμήριο 3).
- Από την σχετική κατάσταση λογαριασμού φαίνεται ότι στις 6.7.2013 ο λογαριασμός του κατηγορούμενου πιστώθηκε με το ποσό των €52.005,
- Αυτό το ποσό προέκυψε από την ρευστοποίηση της δέσμευσης κατάθεσης που παραχώρησε ο XXXXX Μιχαήλ Ευθυμίου Λειβαδιώτης (Α.Τ.XXXXX33) προς τους Παραπονούμενους ως εξασφάλιση των τραπεζικών διευκολύνσεων που παραχώρησαν οι παραπονούμενοι προς τον Κατηγορούμενο και τον XXXXX XXXXX Φραγκούδη (Α.Τ.XXXXX94). Έχω στην κατοχή μου αντίγραφο της σχετικής δέσμευσης κατάθεσης (Τεκμήριo 4) και του πιστοποιητικού εμπροθέσμου καταθέσεως του ως άνω αναφερόμενου XXXXX XXXXX Ευθυμίου Λειβαδιώτη (Τεκμήριο 5).
- Ο Κατηγορούμενος δεν πλήρωσε οποιαδήποτε άλλο ποσό.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικααστηρίου.) Συνεχίζοντας στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής της, η ΜΚ1 δήλωσε ότι η πίστωση στο λογαριασμό, που φαίνεται ότι έγινε στις 06/07/2013 για το ποσό των €52.005,72σ., προήλθε από κλείσιμο γραμματίου «transfer for the FD closure» και ήταν η τελευταία κατάθεση που έγινε στο λογαριασμό. Δεν έγινε καμία άλλη κατάθεση έκτοτε. Κατά την αντεξέτασή της, η μάρτυρας ερωτήθηκε αν αυτή δέχεται ότι «Ο κατηγορούμενος πλήρωσε στις 06/07/2013 το προαναφερθέν ποσό των €52.005,72σ.. Η μάρτυρας διατύπωσε τη θέση της ως εξής꞉ «Όπως είχα απαντήσει προηγουμένως, υπάρχει πίστωση στον λογαριασμό για το ποσό των €52.005,72 σεντ τα οποία, όπως είχα αναφέρει, προήλθαν από το κλείσιμο λογαριασμού. Έίχα μάλιστα διαβάσει και την αγγλική ορολογία όπως φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού, «transfer for the FD closure», το οποίο προήλθε από το γραμμάτιο το οποίο έχω καταθέσει ως Τεκμήριο 4 και 5, του κυρίου XXXXX XXXXX Ευθυμίου ο οποίος είχε υπογράψει δέσμευση κατάθεσης, το οποίο έχω καταθέσει ως Τεκμήριο 4 και αποτελούσε ως αρχική εξασφάλιση για παροχή του δανείου, αυτά είχα απαντήσει προηγουμένως. Όπως έχω εξ' αρχής πει, είναι κατάθεση που προήλθε από κλείσιμο γραμματίου. Υποβλήθηκε, εν συνεχεία στη μάρτυρα, ότι αυτή αρχικά δήλωσε στην παρα. 10 της γραπτής της δήλωσης (Έγγραφο Α), ότι ο κατηγορούμενος πλήρωσε €52.000 και, μετά από ερώτηση του συνηγόρου Υπεράσπισης, είναι που αυτή διαφοροποίησε τη θέση της, γιατί έτσι βολεύει την υπόθεση των παραπονουμένων - Κατηγόρων, όχι γιατί είναι αλήθεια. Σε υπόδειξη του Δικαστηρίου ότι το μόνο που λέει η παρα. 10 είναι ότι «Ο κατηγορούμενος δεν πλήρωσε», όχι ότι «πλήρωσε», ο συνήγορος Υπεράσπισης διευκρίνισε περαιτέρω τη θέση του, λέγοντας ότι «Η παράγραφος 10 έπεται της παραγράφου 9 και συνάγεται ότι θεωρεί η μάρτυρας ότι το ποσό των €52.000 το πλήρωσε ο κατηγορούμενος γιατί λέει στην παρα. 10 ότι ο κατηγορούμενος δεν πλήρωσε «οποιοδήποτε άλλο ποσό». Τοποθετήθηκε η μάρτυρας ως εξής꞉ «Διαφωνώ, τα όσα έχω αναφέρει ενώπιον του Δικαστηρίου είναι από τα έγγραφα τα οποία έχω στην κατοχή μου, τα οποία και επεξήγησα στην κατάσταση λογαριασμού ότι το ποσό των €52.005,72σ. προήλθε από κλείσιμο γραμματίου, το οποίο επεξηγώ στην παράγραφο 9 της γραπτής μου κατάθεσης ότι προήλθε από δέσμευση κατάθεσης.» και πρόσθεσε τα εξής «Πιστώθηκαν στον λογαριασμό που καταθέσαμε όμως από τρίτο πρόσωπο, το οποίο η δέσμευση κατάθεσης αφορούσε εξ' αρχής εξασφάλιση του δανείου.». Διασαφήνισε η ΜΚ1 ότι δεν συμφωνεί με τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης «ότι η τράπεζα θεώρησε ότι το κατέβαλε ο κατηγορούμενος». Απεναντίας, ήταν η θέση της ΜΚ1 ότι η Τράπεζα θεώρησε ότι «το κατέβαλε ο κύριος XXXXX Μιχαήλ Ευθυμίου στον λογαριασμό του κατηγορουμένου». Υπεβλήθη στη ΜΚ1 η θέση της Υπεράσπισης ότι η Τράπεζα δεν είχε δικαίωμα να καταχωρήσει την παρούσα ποινική υπόθεση, διότι έχουν καταβληθεί οι μηνιαίες δόσεις. Διαφώνησε και πάλιν η ΜΚ1, επαναλαμβάνοντας ότι «το ποσό δεν προήλθε από τον Κατηγορούμενο, αλλά από τον κύριο XXXXX Μιχαήλ Ευθυμίου». Δέχθηκε όμως η ΜΚ1 ως ορθή τη θέση της Υπεράσπισης ότι η πληρωμή που έκανε ο XXXXX Μιχαήλ Ευθυμίου «πιστώθηκε στο όνομα και προς όφελος του κατηγορούμενου». Απαντώντας σε ερωτήσεις του συνηγόρου Υπεράσπισης, η ΜΚ1 έθεσε τα πράγματα με την εξής χρονολογική σειρά꞉ Στις 10/04/2012, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε εναντίον του Κατηγορουμένου το Διάταγμα πληρωμής μηνιαίων δόσεων, ως το Τεκμήριο 2, το ποσό του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, ως η κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσε η Τράπεζα (Τεκμήριο 3) ανερχόταν στις €285.435,83σ. Ακολούθως, στις 6.7.2013 εισέπραξε η Τράπεζα το ποσό της εγγύησης από τον XXXXX Μιχαήλ Ευθυμίου, το οποίο πίστωσε προς όφελος του Κατηγορούμενου. Μετά την είσπραξη της εγγυητικής αυτής, στις 10.1.2014 καταχωρήθηκε το Κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης. Ερωτηθείσα η ΜΚ1 να πει αν το ύψος του ποσού του εξ αποφάσεως χρέους διαδραματίζει οποιοδήποτε ρόλο κατά τον καθορισμό του ποσού της μηνιαίας δόσης που θα διαταχθεί, η ΜΚ1 απάντησε επισημαίνοντας ότι «Από τα έγγραφα τα οποία έχω στην κατοχή μου, όπως έχω πει, στις 10/04/2012 με δική του συγκατάθεση ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε όπως πληρώνει το ποσό των €850 από 01/08/2012 μέχρι εξοφλήσεως.». Ήταν η θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι η απάντηση αυτή της ΜΚ1 δεν απαντά στην ερώτησή του, στοιχείο το οποίο θα αξιολογηθεί από το Δικαστήριο. Υποβλήθηκε στη ΜΚ1 η θέση της Υπεράσπισης ότι η Τράπεζα όφειλε πρώτα να εισπράξει την εγγυητική, να μειωθεί το οφειλόμενο ποσό, για να μειωθεί και το ποσό που θα επιδικαζόταν ως μηνιαίες δόσεις Αυτούσια η απάντηση της ΜΚ1 ήταν ότι «Και αυτό να γινόταν, ο ίδιος ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε το ποσό των €850 με διάταγμα Δικαστηρίου, το αποδέχθηκε και λιγότερο ποσό να ήταν το δάνειο, με δική του θέληση αποφάσισε να πληρώνει το ποσό των €850 μηνιαίως, μέχρι την πλήρη εξόφληση του λογαριασμού του, η απόφαση, το διάταγμα μηνιαίων δόσεων ήταν εκ συμφώνου, ήταν με δική του συγκατάθεση.». Υποβλήθηκε, ακολούθως, στη ΜΚ1 η κύριας σημασίας για την Υπεράσπιση θέση ότι «Αφού πρώτα αποφασίστηκε η αποπληρωμή του ποσού με μηνιαίες δόσεις, κάτι το οποίο εσείς επιλέξατε, την είσπραξη της εγγυητικής οφείλατε να την καταχωρήσετε προς αποπληρωμή των μηνιαίων δόσεων». Αυτούσια η θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι «Διαφωνώ, η δέσμευση κατάθεσης, η οποία επαναλαμβάνω ήταν ως αρχική εξασφάλιση του δανείου και η τράπεζα είχε το δικαίωμα του συμψηφισμού του συγκεκριμένου λογαριασμού σε οποιανδήποτε στιγμή ήθελε, δεν έχει καμία σχέση με το διάταγμα μηναίων δόσεων που εκδόθηκε εναντίον του κυρίου Ερμή.». Τέλος, υποβλήθηκε στη ΜΚ1 η θέση ότι η διαδικασία που ακολούθησε η Τράπεζα είναι καταχρηστική και σκοπό είχε να εξοντώσει τον Κατηγορούμενο. Διαφώνησε η ΜΚ
- Δεν υπήρξε επανεξέταση της ΜΚ
- Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ. Ο κ. Φραγκούδης υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης ως το τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Β». Παραθέτω το περιεχόμενό της꞉ «
- Ονομάζομαι XXXXX Φραγκούδης και είμαι κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση. Γνωρίζω τα γεγονότα προσωπικά και έχω πλήρη γνώση της παρούσας υπόθεσης. Η παρούσα δήλωση έγινε προς τον δικηγόρο μου την οποία, εφόσον ανέγνωσα, την θεωρώ ορθή και την υπογράφω.
- Στις 04/1012011 εξεδόθη από τους παραπονούμενους απόφαση εναντίον του προσώπου μου και του υιού μου XXXXX Φραγκούδη δια το ποσό των €261.648,85, στην αγωγή υπ' αριθμόν 1406/
- Στις 10104/2012 οι παραπονούμενοι κατόπιν αίτησης έρευνας εξέδωσαν απόφαση εναντίον μου και του υιού μου XXXXX Φραγκούδη δια το ποσό των €850 μηνιαίως έκαστος.
- Δια την αποπληρωμή των μηνιαίων δόσεων, έχει καταβληθεί από την είσπραξη εγγυητικής κατάθεσης που είχε παραχωρήσει προς εξασφάλιση του δανείου ο XXXXX Μιχαήλ Λειβαδιώτης ,ένα ποσό περίπου €52.005,
- Συνεπώς, δεν όφειλα να καταβάλω το ποσό των μηνιαίων δόσεων (€850), καθότι το ποσό αυτό είχε ήδη εισπραχθεί. Για αυτό το λόγο δεν κινήθηκα και ενωρίτερα ώστε να μειωθεί το διάταγμα. Άλλωστε, η ίδια η μάρτυρας των παραπoνoυμένων παραδέχθηκε αρχικά ενώπιον του Δικαστηρίου σας ότι το ποσό της εγγυητικής πιστώθηκε στον λογαριασμό μου στις 06/07/2013 και θεωρήθηκε ως ποσό που καταβλήθηκε από εμένα προσωπικά, καθότι η μάρτυρας των παραπονουμένων ανέφερε στην παράγραφο 10 ότι κανένα άλλο ποσό δεν καταβλήθηκε από μένα. Συνεπώς, είναι η θέση μου ότι έχουν καταβληθεί οι μηνιαίες δόσεις και ουδέν ποσό οφείλω.
- Κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά και ενωρίτερα, εγώ με τον υιό μου διατηρούσαμε στην βιομηχανική περιοχή Λειβαδιών βιοτεχνία κατασκευής αλουμινίων. Τώρα, την βιοτεχνία τη διατηρεί ο γιος μου. Ένεκα της οικονομικής κρίσης, αλλά και της κρίσης στον κατασκευαστικό τομέα, οι εργασίες της επιχείρησης μας μειώθηκαν δραματικά με αποτέλεσμα να μην μπορώ να αποπληρώσω τη δόση μου. Η οικονομική κατάσταση τόσο εμένα όσο και του υιού μου έχει μεταβληθεί προς το χειρότερο. Διαφαίνεται από την κατάσταση ασφαλιστικών εισφορών που προσκομίζω στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1, ότι το 2011 ο μισθός μου ήταν μηδενικός, καθώς δεν παρουσίασα καθόλου εισοδήματα. Το 2012 παρόλο που τα εισοδήματά μου ανέβηκαν προσωρινά από εισπράξεις παλαιότερων δουλειών που μου χρωστούσαν λεφτά, εντούτοις αναγκάστηκα στους πρώτους μήνες του 2012 να καταβάλω χρηματικά ποσά σε υποχρεώσεις που μου δημιουργήθηκαν το 2011, με αποτέλεσμα να μου είναι αδύνατον να καταβάλω τις μηνιαίες δόσεις που μου επιβλήθηκαν.
- Επιπρόσθετα, αναφέρω ότι εγώ έπαψα να εργάζομαι στη βιοτεχνία που διατηρούσαμε λόγω της οικονομικής κρίσης, αλλά και για το λόγο ότι έχω συμπληρώσει τα συντάξιμα έτη περί το 2014 και έχω υποβάλει αίτηση, στην Ελλάδα όπου διέμενα για χρόνια, αλλά και στην Κύπρο, ώστε να λάβω σύνταξη. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 2 επιστολή που επιβεβαιώνει αυτά που ανέφερα. Λαμβάνω μόνο ένα ποσό της τάξης των €572,35σ., βοήθημα για το γεγονός ότι ήμουν τραυματίας πολέμου. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 3 σχετικό έγγραφο).
- Η σύζυγός μου δεν λαμβάνει σύνταξη, αλλά ούτε και εργάζεται, συνεπώς δεν υπάρχει άλλο εισόδημα στην οικογένεια και αναπόφευκτα πρέπει να τα βγάζουμε πέρα με το ποσό των €570 που λαμβάνω εγώ.
- Στις 17/10/2017 καταχώρησα δια μέσω του δικηγόρου μου, αίτηση για μείωση του ποσού των μηνιαίων δόσεων, συνοδευόμενη με ένορκη δήλωση. (Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4.) Είναι ξεκάθαρο ότι πέραν του γεγονότος ότι εισπράχθηκε εγγυητική από μέρους της παραπονούμενης, ο λόγος που δεν κατέβαλα τη δόση μου ήταν η οικονομική μου αδυναμία τόσο εμένα όσο και της συζύγου μου. Εξάλλου πρέπει να τονίσω ότι δεν είχα ούτε έχω την οικονομική δυνατότητα να καταβάλλω την πάρα πολύ υψηλή δόση για τα δεδομένα της εποχής, αλλά και τα δικά μου. Χαρακτηριστικό της δυσμενούς οικονομικής μου κατάστασης είναι ότι αρκετές φορές αποτάθηκα σε κοντινά μου πρόσωπα για να μου δανείσουν χρήματα ώστε να καλύψω τις βασικές καθημερινές ανάγκες τόσο εμένα όσο και της οικογένειας μου.
- Περαιτέρω αναφέρω τις πιο κάτω υποχρεώσεις που έχω: · Κατανάλωση ρεύματος 60 ευρώ μηνιαίως για το σπίτι. · Κατανάλωση νερού 20 ευρώ μηνιαίως για το σπίτι. · Τηλέφωνο περίπου 20 ευρώ μηνιαίως. · Βενζίνη περίπου 80 ευρώ μηνιαίως. · Έξοδα συντήρησης αυτοκινήτου περίπου 20 ευρώ. · Σκύβαλα / δημοτικοί φόροι 20 ευρώ μηνιαίως. · Διατροφή / φάρμακα / ένδυση / υπόδηση 350 ευρώ μηνιαίως. Σύνολο: 570 ευρώ. Οι λογαριασμοί για τα έξοδα μου πιο πάνω βρίσκονται ως Τεκμήρια στην ένορκη δήλωση της αίτησης για μείωση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων.
- Περαιτέρω δε, προσκομίζω προς το Σεβαστό Δικαστήριο την αγωγή (Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 5) την οποία καταχώρησε εναντίον μου ο Λειβαδιώτης προς είσπραξη της εγγυητικής που κατέβαλε προς εξόφληση του συνολικού δανείου.
- Εν κατακλείδι δεν είχα πρόθεση να μην πληρώνω τη δόση μου. Ο λόγος που δεν πλήρωσα τίποτα μέχρι σήμερα είναι καθαρά η οικονομική μου αδυναμία, αλλά και το γεγονός ότι οι παραπονούμενοι ρευστοποίησαν την εγγυητική κατάθεση, η οποία ξεπερνά κατά πολύ το συνολικό ποσό των οφειλόμενων δόσεων. Δηλώνω απερίφραστα και κατηγορηματικά αθώος και ζητώ από το Σεβαστό Δικαστήριο Δικαιοσύνη.». Συνεχίζοντας στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, ο Κατηγορούμενος παρουσίασε και κατέθεσε ως τεκμήριο με ένδειξη Έγγραφο Γ μία κατάσταση λογαριασμού, ημερ. 5.07.2017, όπου φαίνεται κατατεθειμένο το ποσό σύνταξης των 572,35 (CYGOV PENSION AFFE). Κατά την αντεξέταση του κατηγορούμενου, ερωτηθείς να πει αν, μετά την έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων (Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α), αυτός δήλωσε οποιοδήποτε ποσό γι' αυτό το δάνειο, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι, όπως αναφέρει στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β), δεν μπορούσε να πληρώσει δόσεις λόγω της οικονομικής του κατάστασης. Υποβλήθηκε στον Κατηγορούμενο η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι είναι αντιφατικό εκ μέρους του το να λέει꞉ - αφενός, ότι αυτός θεωρούσε ότι οι μηνιαίες δόσεις είχαν πληρωθεί και γι' αυτό δεν τις πλήρωσε ο ίδιος, και - αφετέρου, ότι ο ίδιος δεν είχε την οικονομική δυνατότητανα πληρώσει τις μηνιαίες δόσεις και γι'αυτό δεν τις πλήρωσε. Ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο να προσδιορίσει ποιος από τους δύο λόγους ήταν τελικά αυτός για τον οποίο δεν πλήρωσε τις δόσεις. Απάντησε ο Κατηγορούμενος λέγοντας ότι στην αρχή δεν μπορούσε να πληρώσει τις δόσεις, λόγω της οικονομικής κρίσης και λόγω του ότι είχαν άλλες υποχρεώσεις. Ενώ στην αρχή είχαν πάρα πολλή δουλειά, μετά μειώθηκε η δουλειά τους, δεν μπορούσαν ν' ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις προς τους προμηθευτές τους, οι οποίοι τους πίεζαν να δώσουν χρήματα σε εκείνους. Δεν περίσσευαν χρήματα για να δώσουν και στην τράπεζα. Όταν όμως εισπράχθηκε η εγγυητική, ο Κατηγορούμενος θεώρησε σκόπιμο ότι τα λεφτά μπήκαν για τις δόσεις και δεν μπορούσε να ξαναπληρώσει. Διερωτήθηκε ο Κατηγορούμενος αν αυτό που ζητεί τώρα η Τράπεζα είναι να πληρωθεί δύο φορές αυτά τα λεφτά. Κατά τη δική του άποψη «Από τη στιγμή που είσπραξαν το ποσό, θα μπορούσαν κάλλιστα να το βρούνε εκεί που ήταν οι δόσεις και να μας φωνάξουν να κάνουμε έναν νέο συμβιβασμό, διότι τα €850 που μας βάλαν για κάθε ένα, ήταν εξοντωτικό για την εποχή εκείνη. Μας πίεσαν και το δεχθήκαμε το €
- Δεν μπορούσαμε να το πληρώσουμε. Πιστεύαμε ότι θα γίνει κάποια ανάκαμψη. Αντί να γίνει ανάκαμψη, χειροτέρευε η κατάσταση. Οπότε ήρθε το 2013 και ήρθαν όλα. Τα ξέρετε.». Ο Κατηγορούμενος διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών όταν εκδόθηκε η απόφαση εναντίον του στην αγωγή αριθ.1406/2011, στις 4.10.2011 (βλ. Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α). Αναγνώρισε ότι ήταν παρών και συγκατατέθηκε στην έκδοση του Διατάγματος μηνιαίων δόσεων στις 10.4.2012 (Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α), αλλά επανέλαβε ότι τούτο έγινε κατόπιν πίεσης της τράπεζας να υπογράψουν αυτό το ποσό. Συμφώνησε στην έκδοση του Διατάγματος για τόσο ποσό, αφενός, επειδή το 2012 υπήρχαν δουλειές και πίστευε ότι θα πήγαιναν ακόμη καλύτερα για να βγάλουν αυτά τα χρήματα και, αφετέρου, επειδή μέσα στο 2012 είχαν εισπράξεις από παλαιότερες δουλειές που είχαν εκτελέσει. Δυστυχώς, ήρθε η κρίση και όσα λεφτά έβγαζαν, τα έδιναν στους προμηθευτές τους, για να μπορούν να πάρουν πρώτες ύλες, για να μπορούν δηλαδή να δουλέψουν. Δεν υπήρχε δόλος, πρόθεση να μην πληρώσουν τις δόσεις. Ήταν θέμα αδυναμίας, λόγω της κρίσης. Το 2013 μειώθηκαν δραματικά τα εισοδήματα τους. Πιστεύαμε ότι δεν θα συνεχιστεί αυτή η κρίση. Κανένας δεν το πίστευε. Ήταν τόσο ξαφνικά όλα τα πράγματα που γίνανε και τότε πίεζε ο ένας τον άλλο. Εμείς πιέζαμε αυτούς που μας χρωστούσανε και οι άλλοι μας πιέζανε που χρωστούσαμε εμείς στους προμηθευτές μας. Διερωτήθηκε ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, αν αυτή ήταν η κατάσταση, γιατί τότε ο Κατηγορούμενος περίμενε μέχρι το 2017 να καταχωρήσει αίτηση για μείωση του ποσού των δόσεων; Ο Κατηγορούμενος απάντησε λέγοντας, πρώτον, ότι αυτός το 2017 δεν ήταν στην επιχείρηση, ήταν μόνο ο γιος του. Δεύτερον, «δεν υπήρχε μυαλό τότε για τέτοια πράγματα να κάνουμε ένσταση, για να μειωθεί το ποσό, διότι μας βομβάρδιζαν συνέχεια από την τράπεζα, δεν μας αφήσανε σε ησυχία. Σε αυτό το σημείο, είπαμε να μειώσουμε το ποσό, γιατί δεν μπορούσαμε να πληρώσουμε.». Συμφώνησε ο Κατηγορούμενος με τη θέση του κατηγόρου ότι μέχρι και σήμερα το εξ αποφάσεως χρέος παραμένει ανεξόφλητο, γι'αυτό άλλωστε και βρίσκεται η υπόθεση στο Δικαστήριο. Αρνήθηκε όμως τη θέση του Κατηγόρου ότι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο δεν πληρώθηκαν οι δόσεις, είναι η δική του αμέλεια και τίποτε άλλο. Όπως επανέλαβε ο Κατηγορούμενος, δεν ήταν θέμα αμέλειας, ήταν θέμα αδυναμίας. Κατά την επανεξέτασή του ο Κατηγορούμενος, κληθείς να διευκρινίσει αν η πίεση να δεχθεί να εκδοθεί το Διάταγμα μηνιαίων δόσεων προήλθε από κάποιον εκπρόσωπο της Τράπεζας, απάντησε «βεβαίως». ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Η παρούσα υπόθεση είναι ποινική και η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Κατά συνέπεια, δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Σε ποινικές υποθέσεις, κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν τις κατηγορίες ατεκμηρίωτες και έκθετες σε απόρριψη (βλέπε Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363). Για να πετύχει την καταδίκη του Κατηγορουμένου, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ. Το άρθρο 3
(1)(γ) του του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικών Αποφάσεων Πιστωτών Νόμου του 2008 (Ν 60(Ι)/2008) προβλέπει τα εξής: «3.-
(1)Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους꞉ (γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.
(2)Ουδεμία δίωξη ασκείται, δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), εναντίον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, εκτός αν αυτός παραλείπει να καταβάλει την πληρωμή τουλάχιστον τριών δόσεων: Νοείται ότι, σε περίπτωση που οι δόσεις που υπολείπονται προς εξόφληση του χρέους είναι λιγότερες από τρεις, δύναται να ασκηθεί ποινική δίωξη αν παραλείπει να καταβάλει οποιαδήποτε δόση.
(4)Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1)αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει: (α) [...] (β) [...] (γ) προκειμένου περί κατηγορίας δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), ότι έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις ή ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν.». Το πιο πάνω άρθρο ερμηνεύθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Στην απόφαση ημερ. 20.12.2016 στην Ποινική Έφεση Αρ. 160/2014, Αναστάσιου Νικολάου ν. Citi Principal Investments Ltd, υποδείχθηκε ότι η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος στοιχειοθετείται με την προσαγωγή αδιαμφισβήτητης μαρτυρίας ότι ο εφεσείων (εν προκειμένω ο κατηγορούμενος) - (α) είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης με πιστωτή την Κατήγορο, (β) δεν είχε εξοφλήσει το χρέος του, (γ) αποδέκτηκε να το εξοφλήσει με μηνιαίες δόσεις και στη βάση αυτή εκδόθηκε σχετικό διάταγμα, και (δ) παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο. Στην απόφασση ημερ. 28.11.2017, στην Ποινική Έφεση αρ. 153/2015, Συνεργατικής Κυπριακής Εταιρείας Λτδ, Δέσπως Παρδάλη, μνημονεύθηκε η απόφαση Προδρόμου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Ποινική Έφεση αρ. 25/12, ημερ. 20.2.2014, ως προς το εξής σημείο꞉ ότι το ακριβές ύψος του ποσού του χρέους κατά την ακρόαση αίτησης καταδολίευσης δεν είναι επίδικο θέμα προς απόδειξη, παρά μόνο το ότι εξακολουθεί να μην έχει εξοφληθεί το χρέος. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα꞉ «Στην υπόθεση Προδρόμου (ανωτέρω), η οποία αφορούσε σε κατηγορίες δυνάμει του Ν 60(Ι)/2008, παρόμοιες με τις παρούσες, το Εφετείο τόνισε ότι το ζητούμενο δεν ήταν το συνολικό ποσό του χρέους, κατά την ημέρα της ακρόασης, αλλά το κατά πόσον οι επίδικες δόσεις είχαν ή όχι καταβληθεί. Το μόνο που ενδιαφέρει είναι η διαπίστωση της παράλειψης καταβολής των δόσεων και το γεγονός ότι ακόμα δεν είχαν πληρωθεί, κατά τον ουσιώδη χρόνο, και όχι το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους. Στις περιπτώσεις αυτές το ουσιώδες δεν είναι η διακρίβωση του χρέους, εφόσον αυτό προκύπτει από δικαστική απόφαση.». Εφόσον αποδειχθεί η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος με μαρτυρία για τα πιο πάνω τέσσερα συστατικά στοιχεία, παραμένει η στοιχειοθέτηση και της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος. Στην απόφαση Κώστας Οικονομίδης ν Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ. 235, ο Πικής, Δ., επεξήγησε την έννοια της υποκειμενικής διάστασης, ήτοι της ένοχης διάνοιας, σε περίπτωση όπου η παράλειψη πληρωμής οφειλόμενων εισφορών (εδώ εν προκειμένω, μηνιαίων δόσεων) συνιστά ποινικό αδίκημα βάσει του Νόμου. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση꞉ «Η ύπαρξη εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) αποτελεί κατά το κοινό δίκαιο συστατικό στοιχείο του κάθε εγκλήματος. Η εγκληματική πρόθεση συνίσταται στη νοητική διάθεση του κατηγορουμένου να επιφέρει εκείνο το οποίο ο νόμος απαγορεύει* συνδέεται με την εκδήλωση της πρόθεσης με πράξη ή παράλειψη και όχι με το κίνητρο για την πράξη ή την επίδειξη αμέλειας. Ούτε εξομοιώνεται ευθέως η εγκληματική πρόθεση με ηθελημένη αντιστράτευση των σκοπών του νόμου. Ο κανόνας για την ύπαρξη εγκληματικής πρόθεσης υπόκειται σε εξαιρέσεις που αφορούν κυρίως κανονιστικες διατάξεις της νομοθεσίας για την επίτευξη συγκεκριμένων κοινωνικών στόχων. Το θέμα δε θα μας απασχολήσει επειδή στην προκείμενη περίπτωση το νοητικό στοιχείο για τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπουν τα άρθρα 80
(1)του Ν.41/80 και 13
(1)του Ν 5/85 συναρτούν τη διάπραξη του εγκλήματος με την ίδια την παράλειψη ή την αμέλεια όχι με τους λογούς της παράλειψης ή της αμέλειας. Η δεύτερη παραγραφος του άρθρου 9 του Ποινικού Κώδικα ορίζει ρητά· «Unless the intention to cause a particular result is expressly declared to be an element of the offence constituted, in whole or part, by an act or omission, the result intended to be caused by an act or omission is immaterial » Ελληνική μεταφραση: «Εκτός αν η πρόθεση να επιφέρει συγκεκριμένο αποτέλεσμα αναφέρεται ρητά ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος, εν όλω ή εν μέρει, με πράξη ή παράλειψη, το αποτέλεσμα το οποίο επιδιώκεται με την πράξη ή την παράλειψη είναι άνευ σημασίας » Συνεπώς ότι πρέπει να μας απασχολήσει, όπως παρατήρησε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, είναι αν ο εφεσείων βαρύνεται με την παράλειψη καταβολής οφειλομενων εισφορών. Η απάντηση είναι καταφατική και εισηγήσεις περί του αντιθέτου ανεδαφικές. Καταλήγουμε ότι η έφεση εναντίον της καταδίκης του εφεσείοντα, λόγω απουσίας του στοιχείου της εγκληματικής πρόθεσης, δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.». Στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 30
(4)του Ν.60(Ι)/2008, ο Νομοθέτης έχει εισάξει συγκεκριμένες διαζευκτικές υπερασπίσεις που συσχετίζονται με τους λόγους για τους οποίους ένας Κατηγορούμενος «παρέλειψε» να καταβάλει τις μηνιαίες δόσεις ως διατάχθηκε να τις καταβάλει. Πρόκειται για υπερασπίσεις που αν αποδειχθούν, αφαιρούν το αναγκαίο στοιχείο της ένοχης διάνοιας του αδικήματος και οδηγούν σε απόρριψη της ποινικής κατηγορίας. Στην προμνησθείσα απόφαση στην Ποινική Έφεση Αρ. 160/2014, διευκρινίσθηκε αναφορικά με το βάρος της απόδειξης της μη ύπαρξης ένοχης διάνοιας (ήτοι της υπεράσπισης) ότι - «[δ]εν μπορεί να υποστηριχτεί βάσιμα - όπως είναι ο ισχυρισμός του εφεσείοντα - ότι το βάρος απόδειξης για τη μη ύπαρξη οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας το έχει ο πιστωτής, εφόσον το ζήτημα αυτό εμπίπτει αποκλειστικά στη γνώση του οφειλέτη (βλ. Ζίττη ν. ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, Ποιν. Εφ. 272/15 ημερ. 4.3.16).». Κατά συνέπεια το υπό συζήτηση βάρος απόδειξης, ως Υπεράσπιση, ήταν επί των ώμων του εφεσείοντα το οποίο μπορούσε να αποσείσει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Ζήτημα για το οποίο και ο ίδιος ο Νόμος (άρθρο 3
(4)(γ))[2] είναι σαφής, προνοώντας ότι εναπόκειται στον οφειλέτη να αποδείξει ότι «έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος». Στο σημείο αυτό, κρίνω κατάλληλο να αναφερθώ και στις πρόνοιες του άρθρου 90 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε, όπου προβλέπεται η εξουσία που έχει ένα Δικαστήριο꞉ - αρχικά, να εκδώσει διάταγμα μηνιαίων δόσεων, ως μέτρο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης σε αγωγή προς όφελος ενός εξ αποφάσεως πιστωτή και εναντίον ενός εξ αποφάσεως χρεώστη, και - εν συνεχεία, να ακυρώσει ή να τροποποιήσει ένα τέτοιο διάταγμα προς όφελος του εξ αποφάσεως χρεώστη. Παραθέτω τις σχετικές πρόνοιες꞉ «Διάταγμα πληρωμής με δόσεις 90.-
(1)Το Δικαστήριο δύναται, αν κρίνει τούτο σκόπιμο κατά ή μετά την εξέταση που γίνεται δυνάμει του Μέρους VIII, να διατάξει όπως το οφειλόμενο δυνάμει της απόφασης χρέος πληρωθεί με δόσεις κατά τις ημερομηνίες και στα ποσά που ήθελε κρίνει εύλογα και εντός των οικονομικών δυνατοτήτων του οφειλέτη.
(2)Διάταγμα το οποίο εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου
(1)δύναται να ακυρωθεί, ανασταλεί ή τροποποιηθεί ύστερα από αίτηση του οφειλέτη αν αποδείξει ότι η οικονομική του κατάσταση έχει αλλάξει ουσιαστικά από την ημερομηνία της τελευταίας εξέτασης με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να καταβάλει τις δόσεις στους χρόνους και στα ποσά που το Δικαστήριο προσδιόρισε στο διάταγμα του ή εάν το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα περιστατικά που θα θέσει ενώπιόν του ο οφειλέτης, θεωρήσει σκόπιμο ή και επιεικές να ακυρώσει, αναστείλει ή τροποποιήσει το διάταγμα.
(3)Διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(1)δύναται να διαφοροποιηθεί επίσης ύστερα από αίτηση του εξ αποφάσεως πιστωτή αν αποδείξει ότι- (α) Η οικονομική κατάσταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη είχε αλλάξει προς το καλύτερο από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος ή της τελευταίας διαφοροποίησης του ή (β) κατά την εξέταση του ενώπιον του Δικαστηρίου ο εξ αποφάσεως οφειλέτης απέκρυψε ή δεν αποκάλυψε την ύπαρξη ουσιωδών γεγονότων ή συνθηκών προσδιοριστικών της οικονομικής του κατάστασης, τα οποία αν ήταν γνωστά στο Δικαστήριο, το περιεχόμενο του διατάγματος θα ήταν ουσιαστικά διαφορετικό από το ήδη εκδοθέν, νοουμένου ότι οι πληροφορίες για την ύπαρξη των γεγονότων ή συνθηκών αυτών περιήλθαν σε γνώση του εξ αποφάσεως πιστωτή μετά την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος.». ΓΡΑΜΜΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Στην τελική του αγόρευση, ο συνήγορος Υπεράσπισης επικαλείται ως πρώτη υπεράσπιση ότι υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα μηνιαίων δόσεων, διότι οι επίδικες μηνιαίες δόσεις έχουν ήδη καταβληθεί διά της κατάθεσης του ποσού της εγγύησης στο λογαριασμό του εξ αποφάσεως χρέους (υπεράσπιση µε βάση του άρθρο 3
(4)(γ) του Νόµου 60(Ι)/2008 ως ανωτέρω). Προς επίρρωση της θέσης που προβάλλεται, ο συνήγορος Υπεράσπισης επικαλείται το άρθρο 59 του περί Συµβάσεων Νόµου, Κεφ. 149, το οποίο αναφέρει τα ακόλουθα: «59. Αν οφειλέτης χρέους, ο οποίος χρωστεί διάφορα συγκεκριµένα χρέη στο ίδιο πρόσωπο, διενεργήσει οποιαδήποτε πληρωµή σε αυτό, είτε ορίζοντας ρητά είτε υπό περιστάσεις από τις οποίες συνάγεται ότι η πληρωµή πρέπει να καταλογιστεί προς εξόφληση ειδικού χρέους, η πληρωµή, αν γίνει αποδεκτή, πρέπει να καταλογιστεί προς εξόφληση του χρέους αυτού.» Αναγνωρίζει ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι «Εδώ δεν υπάρχει οφειλή διάφορων χρεών του κατηγορουµένου προς τον πιστωτή», λέγει παραταύτα ότι «υπάρχει καθορισµένος ή/και ειδικότερος τρόπος, θα έλεγε κανείς, της εξόφλησης του συγκεκριµένου χρέους.». Συνεχίζει λέγοντας τα εξής꞉ «Από την στιγµή δε, που έχει καθοριστεί ο τρόπος αποπληρωµής και από τα δύο µέρη, συνάγεται ως αναφέρεται ανωτέρω, ότι η οποιαδήποτε πληρωµή ποσού πρέπει να καταλογιστεί προς εξόφληση του ειδικότερου χρέους, δηλαδή των µηνιαίων δόσεων. Υπό αυτό το πρίσµα λοιπόν βρίσκει έρεισµα η θέση που εξέφρασα πιο πάνω ότι το ποσό της εγγυητικής πρέπει να γίνει δεχτό ότι εισπράχθηκε από την Τράπεζα προς εξόφληση των µηνιαίων δόσεων και ότι το ποσό έχει καταβληθεί πριν την καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Από την στιγµή λοιπόν που το Δικαστήριο θα δεχτεί ότι οι µηνιαίες δόσεις έχουν αποπληρωθεί θα πρέπει να απαλλάξει τον κατηγορούµενο.». Η δεύτερη υπεράσπιση που αναπτύσσει ο συνήγορος Υπεράσπισης στην τελική του αγόρευση είναι ότι έχει µεταβληθεί η οικονοµική κατάσταση του Κατηγορούμενου από την µέρα που εκδόθηκε το διάταγµα και ότι είναι από οικονοµική αδυναµία, όχι από αμέλεια, που δεν κατέβαλε τις επίδικες δόσεις. Επισημαίνει ότι εξαιτίας της οικονομικής του αδυναμίας, ο Κατηγορούμενος έχει αιτηθεί την τροποποίηση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων για να ανταποκρίνεται στις νέες οικονομικές συνθήκες του. Ένα τρίτο θέμα που εγείρει ο συνήγορος Υπεράσπισης στην τελική του αγόρευση είναι αυτό της κατάχρησης διαδικασίας. Θέμα που εγείρεται, όπως το αντιλήφθηκα, σε περίπτωση που δεν γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός ότι υπήρξε ήδη συμμόρφωση με το διάταγμα μηνιαίων δόσεων ως εκ της κατάθεσης στο λογαριασμό του εξ αποφάσεως χρέους του ποσού που είχε δεσμεύσει η Τράπεζα από τρίτο πρόσωπο ως εξασφάλισης του χρέους του κατηγορουμένου. Λέγει συγκεκριμένα ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι꞉ «[Ε]άν εισέπραπαν πρώτα την εγγυητική και µετέπειτα καταχωρούσαν την αίτηση µηνιαίων δόσεων, το ποσό θα ήταν κατά €52.000 µικρότερο και κατ' επέκταση πολύ µικρότερη η µηνιαία δόση, γεγονός θετικό και προς όφελος του κατηγορούµενου. Καµία µαρτυρία δεν προσκόµισε η Κατηγορούσα Αρχή για τον λόγο που ενήργησαν µε αυτό τον τρόπο. Συνεπώς, συνάγεται ότι καταχώρησαν πρώτα την αίτηση µηνιαίων δόσεων για να επιδικαστεί έτσι ένα µεγάλο µηνιαίο ποσό εξόφλησης στον κατηγορούµενο και είχαν πάντοτε σκοπό όπως και έπραξαν, να εισπράξουν και την εγγυητική και όχι προς εξόφληση ή και έναντι των µηνιαίων, αλλά προς εξόφληση του χρέους γενικότερα. Αφού δε εισέπραξαν και την εγγυητική στις 06/07/2013, καταχώρησαν το κατηγορητήριο στις 10/01/2014 µε αποτέλεσµα να οδηγήσουν τον κατηγορούµενο στο Δικαστήριο, ζητώντας του να αποπληρώσει ουσιαστικά το ποσό των µηνιαίων δόσεων. Η όλη συµπεριφορά τους, αλλά και η καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, συνιστά κατάχρηση διότι επιδιώκουν αλλότριο σκοπό από αυτό που τάσσει ο νόµος, αλλά και επιφέρει ο τρόπος µε τον οποίο επέλεξαν να κινήσουν την διαδικασία, αδικία και καταπίεση στον κατηγορούµενο. Το τέταρτο σημείο που εγείρεται στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου Υπεράσπισης αφορά στον ισχυρισμό ότι το υπό κρίση κατηγορητήριο καταχωρήθηκε με υπερβολική καθυστέρηση, αν ληφθεί υπόψη ότι πρόκειται για μία πολύ απλή υπόθεση. Η σημειωθείσα καθυστέρηση παραβιάζει το συνταγματικό δικαίωμα του Κατηγορούμενου για διακρίβωση τυχόν ποινικής του ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου. Αναφέρει ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι꞉ «Η απονοµή της δικαιοσύνης µέσα σε εύλογο χρόνο συνιστά θεµελιώδες δικαίωµα του ατόµου. Το δικαίωµα αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγµατος και παράλληλα οριοθετεί τα όρια µέσα στα οποία ασκείται η δικαστική εξουσία και, κατ' επέκταση, διασφαλίζεται η πιο πάνω συνταγµατική επιταγή. Το δικαίωµα που κατοχυρώνει το άρθρο 30.2 του Συντάγµατος, είναι όµοιο µε το δικαίωµα που κατοχυρώνεται µε το άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύµβασης για την Προάσπιση των Δικαιωµάτων του Ανθρώπου και των Θεµελιωδών Ελευθεριών που η Κυπριακή Δηµοκρατία κύρωσε µε τον Νόµο 39/62 και προνοεί ότι: «Έκαστος κατά την διάγνωση των αστικών αυτού δικαιωµάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας δικαιούται ανεπηρέαστου δηµόσιας ακροαµατικής διαδικασίας εντός εύλογου χρόνου ενώπιον ανεξάρτητου, αµερόληπτου και αρµοδίου δικαστηρίου ιδρυόµενου δια νόµου». Στην υπόθεση Ζήνωνος ν. Αστυνοµίας
(2005)2 ΑΑΔ 71, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού σηµείωσε, ότι ο λόγος της καθυστέρησης της καταχώρησης ποινικής υπόθεσης οφειλόταν στον πολύπλοκο χαρακτήρα του κατηγορητήριου, που περιλάµβανε 55 κατηγορίες εναντίον 2 κατηγορούµενων και οι οποίες περιλάµβαναν κατηγορίες για πλαστογραφία εγγράφων, κυκλοφορία πλαστών εγγράφων και συνωµοσία και ότι η ποινική ευθύνη εφεσείοντος διαπιστώθηκε µέσα σε χρονικό διάστηµα 2 χρονών και 7, κατέλεξε στο συµπέρασµα, ότι η καθυστέρηση δεν ήταν υπό τις περιστάσεις υπερβολική. Στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει ίχνος πολυπλοκότητας καθότι αποτελεί µιαν πολύ απλή υπόθεση καταδολίευσης η οποία καταχωρήθηκε περίπου µε 2 χρόνια καθυστέρηση αφού τα φερόµενα αδικήµατα διαπράχθησαν από τον 8/2012 µέχρι και την 1/10/2014. Συνεπώς, υπάρχει µεγάλη καθυστέρηση στην προώθηση τουλάχιστον των 2 πρώτων κατηγοριών. Συνεπώς και η καθυστέρηση στην προώθηση της ποινικής υπόθεσης αποτελεί άλλον ένα λόγο κατάχρησης και για αυτό εισηγούµαι την απόρριψη της υπόθεσης και της αθώωσης του κατηγορουµένου.» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους δύο μάρτυρες να δίνουν διά ζώσης μαρτυρία ενώπιόν μου. Κρίνω ότι η ΜΚ1 παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της και δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση ανάμεσα σε όσα είπε κατά την κυρίως εξέτασή της και εκείνα που δήλωσε κατά την αντεξέταση. Δεν θεωρώ ότι έχει προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Ως υπάλληλος στην υπηρεσία της Τράπεζας, παρουσίασε μαρτυρία για θέματα που παρέμειναν αναντίλεκτα, όπως είναι για παράδειγμα: (α) Η ύπαρξη δικαστικής απόφασης, ημερ. 4.10.2011, στην αγωγή 1406/11 εναντίον του Κατηγορούμενου ως Εναγομένου αρ. 2 (βλ. Τεκμήριο 1), από την οποία προκύπτει το αρχικό ποσό του εξ αποφάσεως χρέους. (β) Το ότι το εν λόγω χρέος δεν έχει ακόμη εξοφληθεί (βλ. την κατάσταση λογαριασµού ως το Τεκμήριο 3). Επισημαίνω και τονίζω ότι κατά την αντεξέτασή του ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι εξακολουθεί να παραμένει μη εξοφλημένο το εξ αποφάσεως χρέος στην αγωγή, γι'αυτό και βρίσκεται η παρούσα υπόθεση στο Δικαστήριο. (γ) Η ύπαρξη δικαστικού διατάγµατος, ημερ. 10.4.2012, διά του οποίου ο Κατηγορούμενος και ένα άλλο πρόσωπο που ήταν Εναγόμενος αρ. 1 στην αγωγή διατάσσονταν να αποπληρώσουν το εξ αποφάσεως χρέος µε μηνιαίες δόσεις €850 έκαστος αρχίζοντας από 1.8.2012 (βλ. το Τεκµήριο 2). (δ) Το ότι δεν καταβλήθηκαν μηνιαίες δόσεις στα ποσά ή/και στις ημερομηνίες που προέβλεπε το εκδοθέν διάταγμα, ως φαίνεται από την Κατάσταση λογαριασµού (Τεκμήριο 3). (ε) Ότι η μόνη πληρωμή που έγινε στο λογαριασμό του Κατηγορούμενου για το εξ αποφάσεως χρέος προήλθε από τη ρευστοποίηση της δέσμευσης κατάθεσης που παραχώρησε ο XXXXX Μιχαήλ Ευθυμίου Λειβαδιώτης και τούτο έγινε στις 6.7.2013 για το ποσό των €52.005,72σ. Ενόψει της μη ύπαρξης της παραμικρής αμφισβήτησης για τις πιο πάνω ουσιώδεις δηλώσεις της ΜΚ1, αποδέχομαι τη μαρτυρία της ως αληθή και αξιόπιστη, καθώς επίσης αποδέχομαι τα πιο πάνω γεγονότα (α) έως (ε) ως δικά μου ευρήματα. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος παρουσίασε μαρτυρία για θέματα που, ως παρατηρώ, εμπίπτουν καθαρά στο δικό του πεδίο γνώσης, αφού άπτονται της δικής του οικονομικής θέσης. Δεν είχαν υποβληθεί στη ΜΚ1 οποιεσδήποτε θέσεις που να δείχνουν ότι ο Κατηγορούμενος ενημέρωσε οποτεδήποτε μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης του υπό κρίση κατηγορητηρίου είτε το Δικαστήριο που εξέδωσε το Διάταγμα μηνιαίων δόσεων είτε την ίδια την Τράπεζα, για μεταβολή των οικονομικών του συνθηκών. Απεναντίας, όπως προκύπτει από την παρα. 7 της γραπτής δήλωσης του Κατηγορούμενου (Έγγραφο Β) σε συνδυασμό με το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Β, η πρώτη φορά που αυτός έθεσε ενώπιον Δικαστηρίου ή /και ενώπιον της Τράπεζας την εκδοχή του περί ουσιώδους μεταβολής της οικονομικής του κατάστασης, τέτοιας που να δικαιολογεί κατά την κρίση του την ακύρωση του αρχικού Διατάγματος μηνιαίων δόσεων ή την τροποποίηση και μείωση του ποσού της μηνιαίας δόσης, ήταν στις 17.10.2017 που καταχώρησε τη σχετική αίτηση δυνάμει του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να αποφασίσει για το βάσιμο ή μη των όσων υποστηρίζονται από τον Κατηγορούμενο - αιτητή στην προαναφερθείσα αίτηση ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Β. Συνεπώς, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος προσκόμισε ενώπιον μου τα αποδεικτικά στοιχεία που συνοδεύουν την εν λόγω αίτηση, δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη χρέος του παρόντος Δικαστηρίου να τα αξιολογήσει για να κρίνει αν δικαιολογούν ακύρωση ή τροποποίηση του αρχικού διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Αυτό που σίγουρα όμως έχει σημασία, είναι ότι ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί βάσιμα να προωθεί την υπεράσπιση του άρθρου 3
(4)(γ) του Ν. 60(Ι)/2008, εφόσον ο ίδιος παραδέχεται ότι η πρώτη φορά που αυτός υπέβαλε αίτηση ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Β ήταν στις 17.10.2017 και επομένως αποδεικνύεται ότι κατά την ημερομηνία καταχώρησης του υπό κρίση κατηγορητηρίου (10.1.2014), δεν είχε ακόμη καταχωρηθεί καμία αίτησης ακύρωσης ή τροποποίησης του αρχικού διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Δηλαδή, κατά τις επίδικες περιόδους που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων στο υπό κρίση κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος δεν είχε καταχωρήσει ακόμη οποιαδήποτε αίτηση τροποποίησης ή αναστολή του διατάγματος, ούτε είχε επιδώσει τέτοια αίτηση στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή (την Τράπεζα), πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν και ουδέποτε μέχρι τότε είχε προτάξει προς την Τράπεζα τη δυσμενή μεταβολή των οικονομικών του συνθηκών. Δεν θα μπορούσα να λάβω υπόψη κατά την εκτίμηση του κατά πόσον υπήρξε δυσμενής μεταβολή των οικονομικών συνθηκών του Κατηγορούμενου κατά τις επίδικες ημερομηνίες που ήταν πληρωτέες βάσει Διατάγματος οι μηνιαίες δόσεις (ήτοι από 1.8.2012, επιχειρήματα που αφορούν σε περίοδο προγενέστερη της εν λόγω ημερομηνίας. Συνεπώς, το αν ο Κατηγορούμενος είχε μηδενικά εισοδήματα το 2011, είναι στοιχείο που δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ετεροχρονισμένα. Το ότι ο Κατηγορούμενος επέλεξε ή/και αναγκάστηκε ως αναφέρει στην παρα. 4 του Εγγράφου Β, ενώ είχε αυξημένα εισοδήματα κατά το 2012 (βλ. Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Β), να διοχετεύσει τούτα προς εκπλήρωση άλλων υποχρεώσεών του, παρά προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών του βάσει του επίδικου Διατάγματος μηνιαίων δόσεων, του αφαιρεί την υπεράσπιση παρά να του δίνει υπεράσπιση, αφού οφειλές που προκύπτουν από διατάγματα Δικαστηρίου πρέπει να ικανοποιούνται κατά προτεραιότητα έναντι οποιωνδήποτε άλλων οφειλών. Η όποια εμπορική ή επιχειρηματική λογική του Κατηγορούμενου, να ανταποκρίνεται προς τους προμηθευτές πρώτων υλών παρά προς την Τράπεζα που ήταν εξ αποφάσεως πιστωτής του, δεν συνάδει με το Νόμο και τη νομολογία που θέλουν, σε ένα Κράτος δικαίου, να ικανοποιούνται κατά προτεραιότητα οι δικαστικές αποφάσεις. Το ότι ο Κατηγορούμενος θεμελίωσε δικαίωμα σε σύνταξη στην Ελλάδα κατά ή περί τις 29/12/2014 και αιτήθηκε τη λήψη της (βλ. το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Β), είναι στοιχείο που φανερώνει ευνοϊκή παρά δυσμενή μεταβολή των οικονομικών του συνθηκών, αλλά και αυτό είναι στοιχείο αδιάφορο σε ό,τι έχει σχέση με τις επίδικες κατηγορίες του κατηγορητηρίου, αφού αφορούν την περίοδο από 1.8.2012 μέχρι 1.1.2014 (βλ. κατηγορίες 1 και 5 στο κατηγορητήριο), άρα η εκ των υστέρων μεταβολή της οικονομικής κατάστασης του κατηγορούμενου δεν δύναται να εξεταστεί στο πλαίσιο της υπεράσπισης του άρθρου 3
(4)(γ) του Ν.60(Ι)/2008. Από την άλλη, ο ισχυρισμός που προβλήθηκε από τον Κατηγορούμενο κατά τη δική του αντεξέταση περί πίεσης ή και εξαναγκασμού του από τραπεζικό υπάλληλο να δεχθεί την έκδοση ττου επίδικου διατάγματος μηνιαίων δόσεων ενόσω ο ίδιος δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να το τιμήσει, δεν υποβλήθηκε ποτέ στη ΜΚ1 από το συνήγορο Υπεράσπισης, γι'αυτό και είχε δίκαιο να παραπονείται ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ότι δεν θα μπορούσε να προωθηθεί σε τόσο καθυστερημένο στάδιο της δίκης και δη κατά την επανεξέτασή του, όπως επιχειρήθηκε στην παρούσα υπόθεση. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χρύσω Προκοπίου Κίτα
(2010)2 ΑΑΔ 552, η οποία αφορούσε έφεση σε απόφαση κακουργιοδικείου: «Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει ζητήµατα που έχει κατά νουν στους µάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται µεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων [ ... ] Στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήµατος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους µάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την µονοµερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και µόνο των διαδίκων.Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή µη του παραλειφθέντο; ισχυρισµού.» Επίσης, στην απόφαση στην υπόθεση Βάσος Τάκη -ν- Δηµοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Στον κάθε µάρτυρα κατά την αντεξέταση του θα πρέπει να τίθεται η εκδοχή της άλλης πλευράς, ιδιαίτερα όταν αυτή αφορά σε ουσιαστικό γεγονός το οποίο αµφισβητείται. Ο συγκεκριµένος κανόνας πρακτικής, αν και όχι άκαµπτος, είναι σηµαντικός γιατί όχι µόνο δίδει την ευκαιρία στο µάρτυρα να αντικρούσει τις αντίθετες θέσεις της άλλης πλευράς, αλλά υποβοηθά το Δικαστήριο στην αξιολόγηση της µαρτυρίας και στην εύρεση της αλήθειας». Κρίνω ότι, εάν ένα πρόσωπο που δεσμεύτηκε στο πλαίσιο διατάγματος μηνιαίων δόσεων, είχε λόγο να πιστεύει ότι η έκδοση του διατάγματος δεν ήταν το προϊόν δικής του βούλησης, αλλά πίεσης, αυτό θα αποτελούσε έναν ουσιώδη ισχυρισμό, ειδικά αν ο ίδιος θεωρούσε ότι είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο οικονομική αδυναμία να συμμορφωθεί με ένα τέτοιο διάταγμα, γι' αυτό και θα ανέμενα έναν τέτοιο ουσιώδη ισχυρισμό να τον έθετε κατά τρόπο θετικό μέσα στο περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης που υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέταση. Τέτοιος θετικός ισχυρισμός, δεν είχε εγερθεί στο πλαίσιο της γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Β). Είναι ισχυρισμός που ανέκυψε κατά την αντεξέταση του και αν αφήνετο στην επανεξέταση του να κτίσει αυτήν την εκδοχή, θα επηρεάζονταν τα δικαιώματα της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία δεν θα είχε την ευκαιρία να κλονίσει την αλήθεια του περιεχομένου των δηλώσεων του κατηγορούμενου, εφόσον είχε ήδη ολοκληρώσει την αντεξέταση του. Πέραν τούτου όμως, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να κηρύξει άκυρο ένα διάταγμα δικαστηρίου πολιτικής δικαιοδοσίας. Εάν ο κατηγορούμενος - καθ'ου η αίτηση στο διάταγμα ήθελε να το ακυρώσει ως εξ υπαρχής άκυρο λόγω του ότι δεν εκδόθηκε ως προϊόν της ελεύθερης του βούλησης, ενώ εμφανιζόταν ως εκδοθέν εκ συμφώνου, τότε είχε έναν ακόμη λόγο να κατέφευγε ενωρίτερα σε αίτηση ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου να το ακυρώσει. Εκ των πραγμάτων, καταλήγω να θεωρώ ότι η μόνη αξιόπιστη εκδοχή του Κατηγορούμενου είναι αυτή που περιγράφεται στην παρα. 3 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Β). Ότι δηλαδή αυτός, εφησυχασμένος ότι η Τράπεζα έλαβε το ποσό των €52.005,72σ. έναντι του εξ αποφάσεως χρέους, από είσπραξη της εγγυητικής κατάθεσης του κ. Λειβαδιώτη, πίστεψε ότι δεν όφειλε να καταβάλει το ποσό των μηνιαίων δόσεων και γι'αυτό δεν κινήθηκε νωρίτερα να μειώσει το ποσό που προβλεπόταν στο διάταγμα του Δικαστηρίου. Κρίνω πως, εάν ένα τρίτο πρόσωπο, άσχετο προς τα πρόσωπα στα οποία απευθυνόταν το Δικαστικό διάταγμα μηνιαίων δόσεων (Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α), εξοφλούσε πλήρως το εξ αποφάσεως χρέος (Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α), τούτο το γεγονός θα μπορούσε να τύγχανε επίκλησης ως υπεράσπιση συμμόρφωσης με το διάταγμα μηνιαίων δόσεων, υπό την έννοια ότι το διάταγμα μηνιαίων δόσεων ισχύει μέχρι εξοφλήσεως του εξ αποφάσεως χρέους και άρα αν δεν υπάρχει χρέος δεν υπάρχει ούτε υποχρέωση πληρωμής μηνιαίων δόσεων που να εκκρεμεί προς εκπλήρωση. Ενόσω, όμως, εξακολουθεί να υφίσταται υπόλοιπο πληρωτέο του εξ αποφάσεως χρέους, τότε υφίσταται συνεχής και αδιάλειπτη η υποχρέωση του προσώπου έναντι του οποίου εκδόθηκε το Διάταγμα μηνιαίων δόσεων να αποπληρώνει τις εν λόγω δόσεις. Οποιαδήποτε πληρωμή που γίνεται έναντι του εξ αποφάσεως χρέους από άλλο, τρίτο πρόσωπο, δυνάμει ξεχωριστής συμβατικής σχέσης εκείνου του τρίτου προσώπου με τον εξ αποφάσεως πιστωτή (όπως εν προκειμένω ήταν εδώ η περίπτωση του εγγυητή κ. Λειβαδιώτη με την Τράπεζα), δεν εξαλείφει την υποχρέωση του πρωτοφειλέτη για συμμόρφωση με το διάταγμα μηνιαίων δόσεων που εκδόθηκε εναντίον του. Για να μπορούσε να λογιστεί η πληρωμή που έκανε ο εγγυητής ως πληρωμή έναντι των μηνιαίων δόσεων που όφειλε να καταβάλει ο πρωτοφειλέτης, θα έπρεπε να υπήρχε ρητή περί τούτου δήλωση από τα τρία εμπλεκόμενα μέρη και συμφωνία της Τράπεζας. Εδώ δεν παρουσιάστηκε από τον Κατηγορούμενο οποιαδήποτε μαρτυρία ότι αυτός συμφώνησε με την Τράπεζα την αναστολή των δικών του υποχρεώσεων καταβολής μηνιαίων δόσεων για όσους μήνες αντιστοιχούσε το συνολικό ποσό που κατέθεσε ο εγγυητής. Συνεπώς, δεν είχε καμία νομική βάση για να υποθέσει ή να λάβει ως δεδομένο ότι αίρονταν οι δικές του μηνιαίες υποχρεώσεις για την περίοδο μετά την καταβολή του ποσού της εγγύησης (από 6.7.2013). Εν πάση περιπτωσει, για την περίοδο που αφορούν οι κατηγορίες αρ. 1, 2, 3 και 4, ήτοι από 1.8.2012 μέχρι 1.7.2013, ουδεμία επίκληση της κατάθεσης που έγινε στις 6.7.2013 από τον εγγυητή, μπορούσε να κάνει ο πρωτοφειλέτης - Κατηγορούμενος, για να αποδείξει την υπεράσπιση της συμμόρφωσης με το διάταγμα μηνιαίων δόσεων. Δεν συμφωνώ με το συνήγορο Υπεράσπισης ότι η Τράπεζα είχε υποχρέωση να εισπράξει πρώτα το ποσό της εγγύησης και μετά να κινηθεί με την αίτηση μηνιαίων δόσεων κατά του πρωτοφειλέτη - Κατηγορούμενου. Απεναντίας, άλλη είναι η σειρά που της επιβάλλει ο περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003 (Ν.197(Ι)/2003). Πρώτα η Τράπεζα ως εξ αποφάσεως πιστωτής πρέπει να εξαντλεί όλες τις διαθέσιμες διαδικασίες εκτέλεσης δικαστικής απόφασης κατά του πρωτοφειλέτη και μετά να στρέφεται κατά του εγγυητή. Ειδικότερα, βάσει του άρθρου 10 του εν λόγω Νόμου, εγγυητής είναι δυνατόν να ζητήσει να ανασταλεί η εκτέλεση δικαστικής απόφασης εναντίον του, ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η οφειλή, στις πιο κάτω περιπτώσεις - «(α1) Σε περίπτωση που πιστωτής, στα πλαίσια εκδίκασης αγωγής ή στα πλαίσια διαδικασίας μέτρων εκτέλεσης ή διαδικασίας αίτησης για έκδοση διατάγματος παραλαβής από τον πιστωτή έναντι του εγγυητή σε σχέση με τη σύμβαση εγγύησης, δεν αποδείξει ότι έχει εξαντλήσει τις διαθέσιμες στον ίδιο διαδικασίες έναντι του πρωτοφειλέτη για την είσπραξη της οφειλής: Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, ο πιστωτής θεωρείται ότι απέδειξε ότι έχει εξαντλήσει τις διαθέσιμες σε αυτόν διαδικασίες έναντι του πρωτοφειλέτη για την είσπραξη της οφειλής, εάν αποδείξει- (i) ότι έχει λάβει ειδοποίηση από δικαστικό επιδότη ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει κινητή περιουσία· ή (ίί) σε περίπτωση που ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής ή διάταγμα πτώχευσης εναντίον του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Πτώχευσης Νόμου· ή (iϊί) σε περίπτωση που ο πρωτοφειλέτης είναι εταιρεία, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας δυνάμει των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου· ή (ίν) σε περίπτωση που έχει εκδοθεί διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις εναντίον του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παράβασης του σχετικού διατάγματος μηνιαίων δόσεων· ή (ν) σε περίπτωση που εξακολουθεί να υφίσταται οποιαδήποτε υποθηκευμένη ακίνητη ιδιοκτησία του πρωτοφειλέτη προς όφελος του πιστωτή, ότι αυτή δεν έχει ακόμα εκποιηθεί δύνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου.». Επομένως, υπό το φως των πιο πάνω διατάξεων δεν συμφωνώ ότι αποτελεί καταχρηστική ενέργεια της Τράπεζας το ότι αυτή καταχώρησε την αίτηση μηνιαίων δόσεων ή/και εξασφάλισε το Διάταγμα μηνιαίων δόσεων πριν ρευστοποιήσει την εγγύηση. Όσον δεν αφορά την ισχυριζόμενη καταχρηστικότητα της ποινικής δίωξης από απόψεως χρόνου που αφέθηκε να διαρρεύσει από 1.8.2012 που ήταν πληρωτέα η πρώτη δόση μέχρι 10.1.2014 που καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο, κρίνω ότι η καθυστέρηση δεν είναι τόσο μεγάλη που να δημιουργεί κίνδυνο κατάφωρης παραβίασης του δικαιώματος του Κατηγορούμενου να δικασθεί μέσα σε εύλογο χρόνο, αν ληφθεί μάλιστα υπόψη το ότι, βάσει του άρθρου 3
(2)του Ν.60(Ι)/2008, δεν μπορεί να ασκηθεί δίωξη εκτός αν ο οφειλέτης παραλείπει να καταβάλει την πληρωμή «τουλάχιστον τριών δόσεων». Η Τράπεζα έδωσε κάποιους μήνες περιθώριο στον κατηγορούμενο να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, τόσο πριν όσο και μετά την πίστωση του λογαριασμού του με το ποσό της εισπραχθείσας εγγύησης και όταν φάνηκε ότι ουδεμία πληρωμή από μέρους του έγινε, ενώ το χρέος εξακολουθούσε να τρέχει, τότε καταχώρησε την υπό κρίση ποινική υπόθεση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω να απορρίπτω τις προβληθείσες υπερασπίσεις και να κρίνω τον κατηγορούμενο ένοχο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Δεδομένου του αποτελέσματος, θα καταδικάσω τον κατηγορούμενο στα έξοδα της παρούσας ποινικής διαδικασίας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα προχωρήσω στην επιβολή ποινής βάσει του άρθρου 4
(2)του Ν.60(Ι)/2008. Προτού, όμως, δώσω στο συνήγορο Υπεράσπισης της ευκαιρία να αγορεύσει για μετριασμό της ποινής, επιθυμώ να επισημάνω ότι δεν εντόπισα στο φάκελο της παρούσας ποινικής υπόθεσης οποιαδήποτε αίτηση της κατηγορούσας αρχής βάσει του άρθρου 4
(3)του Ν.60(Ι)/2008 για έκδοση διατάγματος είσπραξης των οφειλόμενων δόσεων από τον Κατηγορούμενο προς την Τράπεζα. Παραπέμπω λοιπόν στην απόφαση, ημερ. 20.2.2014, στην Ποινική Εφεση Αρ. 25/2012, Αμβρόσιος Μιχαήλ Προδρόμου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, όπου επισημάνθηκε η διάκριση ανάμεσα στην εξουσία του Δικαστηρίου να επιβάλει ποινή στον Κατηγορούμενο αν τον κρίνει ένοχο για τη διάπραξη του αδικήματος της καταδολίευσης και της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει Διάταγμα καταβολής του ποσού των οφειλόμενων μηνιαίων δόσεων. Η εξουσία για ποινή εδράζεται στο ίδιο το κατηγορητήριο, ενώ η εξουσία για την έκδοση διατάγματος δεν χωρεί να ασκηθεί παρά μόνο κατόπιν αίτησης. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα της απόφασης꞉ «Πέραν της ουσίας της απόφασης, ο εφεσείων ήγειρε και ένα άλλο θέμα, εκείνο της εκδόσεως διατάγματος πληρωμής του ποσού που διεπιστώθη σε σχέση με τις εν λόγω δόσεις. Το Δικαστήριο επέβαλε μια πολύ επιεική ποινή προστίμου €20 σε κάθε μια από δύο κατηγορίες, θεωρώντας ότι δεν έπρεπε να επιβάλει ποινή στις υπόλοιπες ενόψει του ότι είχε παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την υποχρέωση του εφεσείοντα να καταβάλει τις δόσεις του. Προχώρησε όμως να εκδώσει διάταγμα είσπραξης των οφειλόμενων δόσεων συμποσούμενο σε €18.794,62, ως προβλέπεται στο νόμο και δη στο άρθρο 4
(3). Είναι η θέση του εφεσείοντα όμως, ότι κακώς το Δικαστήριο εξέδωσε το εν λόγω διάταγμα στην προκείμενη περίπτωση διότι τούτο δεν εκδίδεται αυτεπαγγέλτως ή υποχρεωτικώς παρά μόνο κατόπιν αιτήσεως, και αίτησις δεν είχε υποβληθεί. Ανατρέχοντας στο σχετικό άρθρο διαπιστώνουμε ότι πράγματι προβλέπεται ότι: «4.
(3)Το δικαστήριο σε περίπτωση καταδίκης δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 3, εκδίδει, εφόσον υποβληθεί αίτηση προς τούτο, διάταγμα είσπραξης των οφειλομένων δόσεων του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, ως χρηματικής ποινής, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ή οιουδήποτε άλλου νόμου καταργούντος ή τροποποιούντος τούτο. Το δικαστήριο κατά την έκδοση του εν λόγω διατάγματος δύναται να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσής του για περίοδο μέχρι έξι μήνες.» Δεν υπάρχει τρόπος να υπερβούμε την σαφή πρόνοια του νόμου με την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για την εφεσίβλητη ότι το Δικαστήριο εν πάση περιπτώσει έχει δικαίωμα αυτεπαγγέλτως να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Εδώ το θέμα ρυθμίζεται ρητώς και σαφώς διά νόμου και οι πρόνοιες του νόμου πρέπει να τηρηθούν. Εφόσον δεν είχε υπάρξει αίτηση προς είσπραξη των οφειλομένων δόσεων ως χρηματικής ποινής, το Δικαστήριο δεν είχε δικαίωμα να εκδώσει το διάταγμα. Δεν είναι τυπικής φύσεως η πρόνοια αυτή αλλά ουσιαστική, εφόσον η αίτηση η οποία μπορεί να υποβληθεί θα κριθεί αναλόγως των συνθηκών οι οποίες θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και αφορούν όχι μόνο την επιλογή της υποβολής αίτησης αλλά και την κρίση του Δικαστηρίου επί αυτής. Περαιτέρω, προκύπτει θέμα ενδεχόμενης ένστασης του καταδικασθέντος ώστε το Δικαστήριο να πρέπει να ασκήσει δικαστική κρίση. Πέραν τούτου, και λαμβανομένων υπόψη όλων των παραμέτρων που πρέπει να σταθμισθούν, υπάρχει και το θέμα της ενδεχόμενης αναστολής εκτελέσεως που προβλέπεται στο νόμο. Όλα αυτά μπορούν να εξετασθούν μόνο εφόσον υποβληθεί αίτηση. Για τους λόγους αυτούς θεωρούμε ότι η έφεση πρέπει να επιτύχει ως προς αυτή τη πτυχή και είναι απορριπτέα ως προς τα λοιπά. Επιτυγχάνει ως προς τούτο και παραμερίζεται το διάταγμα για είσπραξη των οφειλομένων δόσεων υπό μορφή χρηματικής ποινής.». Θα ακούσω το συνήγορο Υπεράσπισης όσον αφορά το μετριασμό της ποινής για τους σκοπούς του άρθρου 4
(2), ενώ ουδέν διάταγμα δύναμαι να εκδώσω εφόσον δεν υποβλήθηκε αίτηση βάσει του άρθρου 4
(3)του Ν.60(Ι)/2008. (Υπ.) ...................................... Α. Πανταζή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο