Αναφορικά με τον LIAO, Αρ. Ε.Ε.Σ.: 24/2018, 25/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:B3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Κ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Ε.Ε.Σ.: 24/2018 Αναφορικά με Ένταλμα Σύλληψης Εκζητουμένου Προσώπου βάσει του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Νόμου, Ν.133(Ι)/2004 και της Απόφασης Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002 -και- Αναφορικά με τον XXXXX LIAO από την Κίνα σχετικά με αίτημα των Γερμανικών Αρχών για άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του για αδικήματα φοροδιαφυγής Ημερομηνία: 25 Ιανουαρίου, 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή: Ο κ. Α. Σελίπας, δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για την κυπριακή Κεντρική Αρχή Για εκζητούμενο: Ο κ. Γ. Πολυχρόνης, με την κα Γ. Αθανασίου για ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Εκζητούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για παραπομπή προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ) Α. Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Γερμανική Εισαγγελική Αρχή και συγκεκριμένα η Εισαγγελία του Αμβούργου εξέδωσε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (στο εξής «το ΕΕΣ») εναντίον του XXXXX Liao (στο εξής «ο εκζητούμενος») ημερ. 9.4.2018 με σκοπό την έκδοση αυτού στη Γερμανία, ώστε να δικαστεί για 19 αξιόποινες πράξεις που αφορούν σε αδικήματα φοροδιαφυγής και τελέστηκαν στο χρονικό διάστημα μεταξύ 11/5/2015 μέχρι και 10/10/
- Προσάπτεται στον εκζητούμενο ότι, ενεργώντας από κοινού με τον XXXXX Liang, τέλεσε 19 αδικήματα φοροδιαφυγής, δηλαδή μέσω εταιρείας εδρεύουσας στο Αμβούργο, δηλαδή της ʺTomorrowtop GmbHʺ, εισήγαγαν στην Ομόσπονδη Δημοκρατία της Γερμανίας ηλεκτρονικά προϊόντα, τα αποθήκευσαν στο Αμβούργο και στη συνέχεια τα μεταπώλησαν μέσω διαδικτύου από διάφορα accounts της ʺTomorrowtop GmbHʺ στις ηλεκτρονικές πλατφόρμες Amazon και eBay σε τελικούς παραλήπτες, τόσο στην ημεδαπή όσο και στην αλλοδαπή, δηλαδή σε χώρες της Ευρώπης. Ενώ στις σχετικές δηλώσεις Φόρου Προστιθέμενης Αξίας της ʺTomorrowtop GmbHʺ καταχώρισαν αποκλειστικά και μόνο πωλήσεις που η εν λόγω εταιρεία πραγματοποίησε από το account ʺTomorrowklaʺ, αλλά δεν συμπεριέλαβαν πωλήσεις μέσω του ξεχωριστού account της ʺTomorrowtop GmbHʺ με ονομασία ʺtom.top.wholesalerʺ. Ως εκ τούτου, δεν δηλώθηκε τζίρος €9.927.227,72 που η ʺTomorrowtop GmbHʺ πραγματοποίησε μέσω του τελευταίου αυτού account και ούτε πληρώθηκε ο αναλογούντας, στις γερμανικές φορολογικές αρχές, φόρος ύψους €1.585,019,
- Σε 5 από τις 19 προαναφερθείσες περιπτώσεις υπεβλήθηκαν δηλώσεις Φ.Π.Α. οι οποίες όμως δεν εγκρίθηκαν από την αρμόδια υπηρεσία, με συνέπεια ο εκζητούμενος να αντιμετωπίζει για αυτές το αδίκημα της απόπειρας διάπραξης. Ο εκζητούμενος καταζητείται ως συναυτουργός του Yu Liang. Το Δικαστήριο καλείται να κρίνει εάν το ΕΕΣ πρέπει υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης να εκτελεστεί και να εκδώσει τον εκζητούμενο στη Γερμανία, βάσει των προνοιών της Απόφασης-Πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (στο εξής «Απόφαση Πλαίσιο») και του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου του 2004 (133(I)/2004), ως τροποποιήθηκε (στο εξής « ο Νόμος»). Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι δεν αμφισβητείται μεταξύ των μερών ότι η Εισαγγελία Αμβούργου, ήταν η κατά τόπο αρμόδια γερμανική αρχή για την έκδοση του γερμανικού ΕΕΣ εναντίον του εκζητούμενου. Β. Τα γεγονότα της υπόθεσης Ο εκζητούμενος αποπειράθηκε στις 25/11/2018 να εισέλθει στην Κυπριακή Δημοκρατία και ενώ βρισκόταν στον έλεγχο διαβατηρίων στον Τομέα Αφίξεως του αερολιμένα Λάρνακας, έχοντας αφιχθεί από τη Μόσχα με την πτήση SU2070, διαπιστώθηκε ότι στη βάση δεδομένων της Ιντερπολ υπήρχε αγγελία ότι αυτός εκζητείται από τις αρχές της Γερμανίας. Ακολούθως εκδόθηκε εναντίον του προσωρινό ένταλμα σύλληψης και στις 26/11/2018 συνελήφθη βάσει αυτού. Την ίδια μέρα άχθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και άρχισε η διαδικασία εκτέλεσης του ΕΕΣ. Ενώπιον μου μαρτύρησαν 7 συνολικά μάρτυρες. Παραθέτω κατωτέρω, όχι εξαντλητική, σύνοψη της μαρτυρίας εκάστου. Για την Κεντρική Αρχή, μαρτύρησε η Αστυνομικός 4718 Άντρη Θεοδώρου και ανέφερε τις συνθήκες υπό τις οποίες διαπίστωσε ότι ο εκζητούμενος ήταν πρόσωπο που ζητείτο από τις αρχές της Γερμανίας προς έκδοση. Ανέφερε περαιτέρω τις συνθήκες περιορισμού του στο Γραφείο Αφίξεων της Αστυνομίας στο αεροδρόμιο Λάρνακας μέχρι και την σύλληψή του βάσει του προσωρινού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του. Η αστυνομικός XXXXX XXXXX Δαγκλή του Τ.Α.Ε. Λάρνακος μαρτύρησε περί του ότι συνέλαβε στη βάση του προσωρινού εντάλματος σύλληψης ημερ. 26.11.2018 τον εκζητούμενο στο αεροδρόμιο Λάρνακας, του παρέδωσε έντυπο με τα δικαιώματά του και του τα επεξήγησε και τον οδήγησε στον αστυνομικό σταθμό όπου υπηρετεί. Η κα XXXXX Μούντη μαρτύρησε υπό την ιδιότητά της ως λειτουργός του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και συγκεκριμένα του τομέα Διεθνούς Νομικής Συνεργασίας και ανέφερε ότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Κύπρου είναι η αρμόδια κεντρική κυπριακή αρχή και παραλαμβάνει και προωθεί έγγραφα σχετικά με την εκτέλεση ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης. Για την πλευρά του εκζητούμενου μαρτύρησε ο ίδιος και αρνήθηκε γνώση για τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται. Δέχεται μόνο ότι η εταιρεία ʺTomorrowtop GmbHʺ είναι ο παροχέας υπηρεσιών κινέζικης εταιρείας, δικής του ιδιοκτησίας, μέσω της οποίας παραδίδει στην ʺTomorrowtop GmbHʺ προϊόντα, η οποία τα συσκευάζει και τα αποστέλλει στους πελάτες της ανά τον κόσμο. Αρνήθηκε όμως οποιαδήποτε ανάμειξη με τα αδικήματα που του προσάπτονται βάσει του ΕΕΣ, ισχυρίστηκε ότι είναι το θύμα απάτης και ότι θα πάρει στο Δικαστήριο όποιον τον έφερε στη θέση, στην οποία βρίσκεται σήμερα. Για την πλευρά του εκζητούμενου μαρτύρησαν δύο Γερμανοί δικηγόροι ως εμπειρογνώμονες επί του γερμανικού δικαίου. Ο Δρ. XXXXX Peukert, μάρτυρας εκζητούμενου 2 και ο Δρ. XXXXX Langrock μάρτυρας εκζητούμενου
- Ο Μ.Ε.2 μαρτύρησε σχετικά με το γερμανικό σύστημα εισαγγελιών και συγκεκριμένα για τις αρμοδιότητες, εξουσίες και καθήκοντα της Εισαγγελίας Αμβούργου, αρχή έκδοσης του επίδικου ΕΕΣ. Ήταν η θέση του ότι, η Εισαγγελία Αμβούργου λόγω της στενής της ιεραρχικής και ουσιαστικής σχέσης με το Υπουργείο Δικαιοσύνης του Αμβούργου δεν είναι σε θέση να χαρακτηρίζεται ως ανεξάρτητη δικαστική αρχή, αφού δεν πληροί τα εχέγγυα ανεξαρτησίας από την εκτελεστική εξουσία, δηλαδή από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Ο Μ.Ε.3 ανέφερε ότι είναι εμπειρογνώμονας επί ποινικού οικονομικού και φορολογικού δικαίου και παρέθεσε γερμανική νομολογία βάσει της οποίας, ως ισχυρίστηκε, η έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εναντίον οποιουδήποτε εκζητούμενου δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο στη Γερμανία, παραθέτοντας την υπόθεση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου (Bundesverfassungsgericht) ημερ. 20/02/2011 - 2ΒvP 1444/000, Τεκμήρια 21, 22 και
- Περαιτέρω, ανέφερε ότι τα αδικήματα φοροδιαφυγής που προσάπτονται στον εκζητούμενο βάσει του ΕΕΣ, θεωρήθηκε από γερμανικό δικαστήριο στην υπόθεση εναντίον του XXXXX Liang, φερόμενου ως συναυτουργού του εκζητούμενου (Habseatisches Oberlandesgericht, 1Ws 103/18, ημερ. 23/10/2018, Τεκμήριο 34) ότι διεπράχθησαν στο Λουξεμβούργο. Μαρτύρησε, επίσης, περί της δικαστικής διαδικασίας εναντίον του XXXXX Liang και ότι αυτή κατέληξε σε επιβολή ποινής φυλάκισης 3 χρόνων και 9 μηνών, χωρίς τη δυνατότητα αναστολής. Μαρτύρησε, επίσης, περί της άποψής του ότι εντός της απόφασης εναντίον του XXXXX Liang διατυπώνονται και ευρήματα εναντίον του εδώ εκζητούμενου. Ως τελευταία μάρτυρας για την υπεράσπιση του εκζητούμενου κλήθηκε στο Δικαστήριο η XXXXX Αργυρού, λειτουργός στο Τμήμα Φορολογίας, η οποία ανέφερε την πρακτική του τμήματός της σε σχέση με δίωξη φορολογικών αδικημάτων στην Κύπρο βάσει του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, τα οποία τελέστηκαν από εταιρεία εδρεύουσα στην Κύπρο, εκτός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας ή και εκτός του εδάφους κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η μαρτυρία της ήταν, κατά την Υπεράσπιση, απόλυτα σχετική με την υπεράσπιση που παρέχει το άρθρο 14
(1)(στ)(ii) του Νόμου. Γ. Η Αίτηση Παραπομπής και η Ένσταση Με το τέλος ολόκληρης της μαρτυρίας στην υπόθεση, η Υπεράσπιση υπέβαλε αίτηση όπως το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής «ΣΛΕΕ») παραπέμψει προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής «ΔΕΕ») ως εξής: «
- Πρέπει η ανεξαρτησία της εισαγγελίας από την εκτελεστική εξουσία να κρίνεται βάσει του ρόλου της στο οικείο εθνικό νομικό σύστημα; Εάν όχι, ποια είναι τα κριτήρια βάσει των οποίων πρέπει να κρίνεται η ανεξαρτησία της από την εκτελεστική εξουσία;
- Είναι η εισαγγελία η οποία, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο λαμβάνει ενδεχομένως οδηγίες ή εντολές, άμεσα ή έμμεσα, από Υπουργείο Δικαιοσύνης, επαρκώς ανεξάρτητη από την εκτελεστική εξουσία ώστε να θεωρείται δικαστική αρχή κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της Αποφάσεως-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών.
- Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, πρέπει η εισαγγελία να είναι επίσης λειτουργικά ανεξάρτητη από την εκτελεστική εξουσία και ποια είναι τα κριτήρια βάσει των οποίων πρέπει να κρίνεται η λειτουργική ανεξαρτησία;
- Εάν η ανεξάρτητη από την εκτελεστική εξουσία, θεωρείται «δικαστική αρχή» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου, εισαγγελέα της οποίας ο ρόλος περιορίζεται στην κίνηση και τη διεξαγωγή ανακριτικών πράξεων και στη διασφάλιση της αντικειμενικής και νόμιμης διενέργειας των πράξεων αυτών, στην απαγγελία κατηγοριών, στην εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων και στη δίωξη των εγκλημάτων, χωρίς να έχει αρμοδιότητα για έκδοση εθνικών ενταλμάτων ή, για άσκηση δικαιοδοτικών καθηκόντων;
- Είναι η εισαγγελία Αμβούργου (Staatsanwaltschaft Hamburg) δικαστική αρχή κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών;» Ζητήθηκε, επίσης, με την αίτηση αναστολή της διαδικασίας μέχρι να εκδοθεί απόφαση από το ΔΕΕ επί της προδικαστικής παραπομπής. Νομική βάση της αίτησης αποτέλεσαν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ1-4, το άρθρο 34 Α του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), τα άρθρα 11, 30.2, 33-35 του Συντάγματος, τα αντίστοιχα άρθρα 5, 6 και 13 της ΕΣΔΑ, ο περί Προδικαστικής Παραπομπής στο δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικός Κανονισμός (Ν.1/2008), το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), η απόφαση πλαίσιο υπ΄ αριθμό 2002/584/ΔΕΥ, ο Νόμος 133(Ι)/2004, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης, οι αρχές του Δικαίου της Επιείκειας, η Νομολογία και οι Συμφυείς Εξουσίες και Πρακτική του Δικαστηρίου. Προς υποστήριξη της αίτησης, ορκίστηκε δικηγόρος στο γραφείο που εκπροσωπεί τον εκζητούμενο, XXXXX Καπφχάμερ και ανέφερε ότι προκύπτει μέσα από σειρά αποφάσεων του ΔΕΕ ότι η έννοια της «δικαστικής αρχής» σύμφωνα με την Απόφαση Πλαίσιο πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο αυτοτελή και ομοιόμορφο σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση και παρά το ότι στην έννοια του όρου «δικαστική αρχή» μπορούν, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύει, να συμπεριληφθούν όλες οι αρχές που μετέχουν στην απονομή της δικαιοσύνης. Εντούτοις συνεχίζει, η έννοια της «δικαστικής αρχής» δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως δυνάμενη να περιλαμβάνει όργανα της εκτελεστικής εξουσίας κράτους μέλους. Ένα τέτοιο όργανο είναι, εισηγείται και η Εισαγγελία Αμβούργου που εξέδωσε το ΕΕΣ εν προκειμένω, αφού υπάγεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και δεν πληροί τα εχέγγυα της ανεξαρτησίας που, βάσει της προμνημονευθείσας νομολογίας, πρέπει να πληρούνται ώστε αρχή που μετέχει στην απονομή της δικαιοσύνης να δύναται να χαρακτηριστεί ως ανεξάρτητη. Στη βάση της μαρτυρίας των εμπειρογνωμόνων Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 επί του γερμανικού δικαίου υποστηρίζεται ότι, αφού η Εισαγγελία Αμβούργου και οι εισαγγελείς που την απαρτίζουν είναι δημόσιοι υπάλληλοι και υπάγονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, διέπονται από ιεραρχική δομή, στην κεφαλή της οποίας βρίσκεται ο Υπουργός Δικαιοσύνης του Αμβούργου. Αναφέρει περαιτέρω ότι βάσει της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας του Μ.Κ.3 η απόφαση για την έκδοση του ΕΕΣ, εν προκειμένω, δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο ενώπιον γερμανικού Δικαστηρίου. Ώστε να διευκρινιστεί κατά πόσο η Εισαγγελία Αμβούργου εμπίπτει στην έννοια της «δικαστικής αρχής», κατά τρόπο ομοιόμορφο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αφού ήδη υπάρχει νομολογία του ΔΕΕ σε σχέση με το ότι η έννοια της δικαστικής αρχής είναι αυτοτελής έννοια του Ευρωπαϊκού Δικαίου, για την ερμηνεία του οποίου βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ μόνο αρμόδιο Δικαστήριο είναι το ΔΕΕ, το παρόν Δικαστήριο πρέπει να παραπέμψει τα αιτούμενα ερωτήματα. Περαιτέρω, ώστε να αποφασιστεί το επίδικο εν προκειμένω ζήτημα, είναι απαραίτητο να αποφασιστεί προκαταρκτικά το θέμα τούτο. Με την έγκριση του αιτήματος θα εξασφαλιστεί η αποτελεσματική και ομοιόμορφη εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας και η διασφάλιση ενιαίας ερμηνείας και εφαρμογής του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε όλα τα κράτη μέλη (στο εξής «ΚΜ») αυτής. Περαιτέρω, η παραπομπή θα είναι ιδιαίτερα χρήσιμη αφού θα συμβάλει στην εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου κατά ομοιόμορφο τρόπο στα δικαιϊκά συστήματα ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αναφέρεται, δε, ότι ερωτήματα πανομοιότυπα με τα αιτούμενα, έχουν παραπεμφθεί στο ΔΕΕ από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ιρλανδίας στις 6/8/2018 σχετικά με ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που εξέδωσε η Εισαγγελία του Lubeck (Αρ. υπόθεσης C-508/18) η οποία δεν εκδικάστηκε ακόμα από το ΔΕΕ, επί της ουσίας της. Η αίτηση αντιμετώπισε την ένσταση της Κεντρικής Αρχής δια της οποίας αναφέρονται ως λόγοι ένστασης, μεταξύ άλλων, οι εξής: Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 267 της ΣΛΕΕ για παραπομπή προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ, διότι δεν υπάρχει ασάφεια της κοινοτικής νομοθεσίας και η ερμηνεία που επιζητείται δεν είναι αναγκαία για την ομοιόμορφη εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Δικαίου στα ΚΜ της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν προκύπτει ζήτημα το οποίο αφορά στο κύρος ή την ερμηνεία της απόφασης πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του τίτλου VI της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή στην ερμηνεία των συμβάσεων που καταρτίζονται με βάση τον τίτλο VI της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή στο κύρος ή την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους. Τα εγειρόμενα ζητήματα μπορούν να αποφασιστούν από το παρόν Δικαστήριο, χωρίς τη συνδρομή του ΔΕΕ αφού η παραπομπή δεν είναι αναγκαία για την τελική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Το ζήτημα που ανακύπτει εν προκειμένω έχει ήδη επιλυθεί από την κυπριακή νομολογία επί του θέματος (με αναφορά στην απόφαση στο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης 15/18, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ημερ. 13/7/2018). Εάν εγκριθεί η αίτηση, η εκτέλεση του ΕΕΣ θα ανασταλεί για αόριστο χρόνο. Τα γεγονότα της υπόθεσης τελούν υπό αμφισβήτηση και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατή η υποβολή των αιτουμένων ερωτημάτων σε αυτό το στάδιο. Είναι, εν πάση περιπτώσει, ακαδημαϊκής σημασίας και δεν πρέπει να παραπεμφθούν. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση η κα XXXXX Τσαγγάρη, δικηγόρος στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας υποστηρίζει την ένσταση επαναλαμβάνοντας ως γεγονότα τους λόγους ένστασης που προαναφέρθηκαν. Τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ικανές και εμπεριστατωμένες γραπτές και προφορικές αγορεύσεις επί του εγειρόμενου ζητήματος και από τις δύο πλευρές. Θα αναφερθώ σε αυτές, κατωτέρω, στον βαθμό και την έκταση που απαιτείται ώστε να αποφασιστεί αιτιολογημένα το ενώπιον μου εγειρόμενο θέμα. Δ. Οι διευκρινίσεις από την Εισαγγελία Αμβούργου Σημειώνεται ότι μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας και πριν τις αγορεύσεις σε σχέση με την παρούσα αίτηση, το Δικαστήριο ζήτησε από την Εισαγγελία Αμβούργου τις εξής διευκρινίσεις: «
- Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης («ΕΕΣ») ημερ. 9/4/2018 εναντίον του Εκζητούμενου Xinhui XXXXX εκδόθηκε από την Εισαγγελία Αμβούργου (Staatsanwaltschaft Hamburg) κατόπιν έκδοσης εθνικού εντάλματος σύλληψης («εθνικό ΕΣ»); Εάν ναι, το εθνικό ΕΣ εκδόθηκε από το Ειρηνοδικείο Αμβούργου (Amtsgericht Hamburg) στις 7/3/2018 στην υπόθεση με αριθμό Πρωτοκόλλου 163 Gs 1415/17; Εάν όχι, παρακαλώ δώστε λεπτομέρειες.
- Εάν έχει εκδοθεί προηγουμένως σχετικό εθνικό ΕΣ, η Εισαγγελία Αμβούργου έχει διακριτική ευχέρεια στη μεταγενέστερη έκδοση του ΕΕΣ; Εάν ναι, επί ποίων κριτηρίων ασκείται αυτή η διακριτική ευχέρεια; 2.
- Έχει εξουσία η Εισαγγελία Αμβούργου να τροποποιήσει ή να ακυρώσει, και αν ναι σε ποια βάση, το εθνικό ΕΣ; 2.
- Υπάρχει δυνατότητα άσκησης δικαστικού ελέγχου επί του εθνικού ΕΣ;
- Υπάρχει δυνατότητα άσκησης δικαστικού ελέγχου επί του ΕΕΣ που εκδόθηκε από την Εισαγγελεία Αμβούργου; 3.
- Εάν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις; 3.
- Εάν όχι, το ΕΕΣ μπορεί να αναθεωρηθεί από την ίδια την ίδια εισαγγελία και υπό ποιες προϋποθέσεις; 3.
- Πώς είναι σχετική με το ερώτημα αυτό η γερμανική απόφαση OLG Celle, ημερ. 16.4.2009 - 2 Vas 3/09 (Τεκμήρια 23 και 37 στην κυπριακή διαδικασία);
- Η Εισαγγελία Αμβούργου, και οι εισαγγελείς που την απαρτίζουν, συμπεριλαμβανομένου και του κ. Geis, Αρχιεισαγγελέα (Oberstaatsanwalt) που εξέδωσε το επίδικο ΕΕΣ, είναι φορείς δικαστικής εξουσίας; 4.
- Είναι ουσιαστικά ανεξάρτητοι από την εκτελεστική εξουσία, σε σχέση με τον δικαστηριακό χειρισμό υπόθεσης όπως η παρούσα; 4.
- Είναι ιεραρχικά και λειτουργικά ανεξάρτητοι από την εκτελεστική εξουσία, λ.χ. από τον αρμόδιο Υπουργό Δικαιοσύνης; 4.
- Αν οι απαντήσεις στα σημεία 4.
- και 4.
- πιο πάνω είναι ναι, με ποιους τρόπους διασφαλίζεται και περιφρουρείται η ουσιαστική και λειτουργική ανεξαρτησία τους από την εκτελεστική εξουσία;
- Ποιες οι εξουσίες, τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις των εισαγγελέων που απαρτίζουν την Εισαγγελία Αμβούργου σε σχέση με την ποινική διαδικασία εναντίον οποιουδήποτε κατηγορούμενου;» Λήφθηκαν στις 16/1/2018 οι εξής απαντήσεις στην Αγγλική γλώσσα, οι οποίες μπορούν να συνοψιστούν, σε ελεύθερη μετάφραση στην Ελληνική, ως εξής:
- Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε, δυνάμει του γερμανικού νόμου, από την Εισαγγελία Αμβούργου (Staatsanwaltschaft Hamburg), ενώ το εθνικό ένταλμα σύλληψης ημερομηνίας 7/3/2018 και η πρόσθετη απόφαση ημερομηνίας 6/4/2018 εκδόθηκαν από τοπικό Δικαστήριο του Αμβούργου (Amtsgericht Hamburg).
- Όταν εκδίδεται εθνικό ένταλμα σύλληψης, η Εισαγγελία αποφασίζει, λαμβάνοντας υπόψη τον Γερμανικό Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, ποια διερευνητικά μέτρα είναι απαραίτητα ώστε να εντοπιστεί και να συλληφθεί ο ύποπτος. 2.1 Η Εισαγγελία μπορεί να τροποποιήσει και να ακυρώσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Το εθνικό ένταλμα σύλληψης μπορεί να τροποποιηθεί ή να ακυρωθεί μόνο από Δικαστήριο. Αίτηση για ανάκληση του εθνικού εντάλματος σύλληψης, βάσει του άρθρου 120 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, μπορεί να καταχωριστεί από την Εισαγγελία όταν οι κατηγορίες δεν έχουν ακόμα προσαφθεί σε κατηγορούμενο ενώπιον Δικαστηρίου και σε περίπτωση καταχώρισης τέτοιας αίτηση το εθνικό ένταλμα σύλληψης πρέπει να ανακληθεί από το Δικαστήριο. Το εθνικό ένταλμα σύλληψης μπορεί να αναθεωρηθεί με σειρά τρόπων συμπεριλαμβανομένων και βάσει των άρθρων 304 και 310 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
- Σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο, δεν μπορεί να υπάρξει δικαστική αναθεώρηση της έκδοσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, διότι αποτελεί μια ειδική μορφή αιτήματος έκδοσης και τα αιτήματα έκδοσης δεν έχουν, σύμφωνα με το Γερμανικό Δίκαιο, άμεσες νομικές συνέπειες για τον ύποπτο. Εντούτοις, ο ύποπτος μπορεί να παραπονεθεί εναντίον του αιτήματος σύλληψής του, βάσει του άρθρου 131 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, στο Σύστημα Πληροφοριών SHENGEN (SHENGEN INFORMATION SYSTEM) και εάν το πράξει το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει το αίτημα, εάν η ειδοποίηση σύλληψης έχει γίνει από την Εισαγγελία. 3.1 Βλέπε ανωτέρω. 3.2 Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να αναθεωρηθεί από την Εισαγγελία ex officio. Πρέπει, όμως, να αναθεωρηθεί όταν τα σχετικά γεγονότα ή νομική κατάσταση έχει αλλάξει. Για παράδειγμα, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης πρέπει να ακυρωθεί όταν το εθνικό ένταλμα σύλληψης έχει ακυρωθεί. 4 και 5 . Οι εισαγγελικές αρχές της Γερμανίας είναι όργανα της εκτελεστικής εξουσίας. Είναι αυθύπαρκτες δικαστικές αρχές ξεχωριστές από τα Δικαστήρια. Είναι νομικά υποχρεωμένες να είναι αντικειμενικές. Είναι υποχρεωμένες να τηρούν την αρχή της υποχρεωτικής δίωξης στη βάση του άρθρου 152
(2)του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και οφείλουν να διερευνούν όλα τα γεγονότα, είτε ενοχοποιητικά είτε αθωωτικά. Με αναφορά στο άρθρο 160 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αναφέρεται ότι, εάν υπάρχει αρκετή μαρτυρία οφείλουν να κατηγορήσουν τον ύποπτο, αλλιώς οφείλουν να κλείσουν τον φάκελο της υπόθεσης. Οι γερμανικές εισαγγελικές αρχές είναι ιεραρχικά δομημένες. Οι λειτουργοί τους οφείλουν να συμμορφώνονται με τις επίσημες οδηγίες των ανωτέρων τους. Το δικαίωμα εποπτείας και οδηγιών ανήκει στον πιο υψηλόβαθμο αξιωματούχο των εισαγγελικών αρχών των κατά τόπο αρμόδιων Δικαστηρίων (Higher Regional Courts και Regional Courts). Οι οδηγίες που λαμβάνουν οι αξιωματούχοι των εισαγγελικών αρχών είναι περιορισμένες, για παράδειγμα, σε σχέση με την αρχή της υποχρεωτικής δίωξης. Βάσει του άρθρου 152
(2)του Γερμανικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και των άρθρων 344, 345 και 258Α του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα, εάν ο εισαγγελέας έχει ανυπέρβλητες ανησυχίες σχετικά με τη νομιμότητα της οδηγίας που έλαβε οφείλει να διαμαρτυρηθεί. Είναι υπό το πρίσμα των διευκρινίσεων αυτών και όχι in abstracto που θα κριθεί εάν πρέπει να παραπεμφθούν τα αιτούμενα προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ. Αναφέρω στο σημείο αυτό ότι, κατά το στάδιο των αγορεύσεων στην παρούσα αίτηση, ο δικηγόρος του εκζητούμενου κατέθεσε ως Τεκμήριο Α, επιστολή του Μ.Ε.3 ημερ. 20.01.19 ο οποίος σχολίασε τις διευκρινίσεις που λήφθηκαν στα ερωτήματα του Δικαστηρίου. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Α δεν μπορεί να ληφθεί κατ΄ ουδέν τρόπο υπόψη ως μαρτυρία στην υπόθεση, ούτε και για σκοπούς της παρούσας αίτησης αφού εάν λαμβανόταν υπόψη θα καταπατείτο η αρχή της ισότητας των όπλων μεταξύ των μερών, δεδομένου ότι τα λεγόμενα του υπογράφοντα την επιστολή αυτή δεν τέθηκαν υπό τη βάσανο της αντεξέτασης, ώστε να δύναται η πλευρά της Κεντρικής Αρχής να θέσει σε αυτόν τη θέση της ή να προσκομίσει μάρτυρα προς αντίκρουσή τους. Ε. Η νομική πτυχή Ε.1. Γενικά - Επί του πότε παραπέμπονται προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ Η παραπομπή ζητημάτων που χρήζουν ερμηνείας στο ΔΕΕ με προδικαστικές αποφάσεις, διέπεται από το άρθρο 267 (πρώην 234) της Συνθήκης, το οποίο έχει ως ακολούθως: «Το Δικαστήριο αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας της παρούσας Συνθήκης, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των οργάνων της Κοινότητας και της ΕΚΤ, γ) επί της ερμηνείας των καταστατικών των οργανισμών που ιδρύθηκαν με πράξη του Συμβουλίου, εφόσον το προβλέπουν τα εν λόγω καταστατικά. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ΄αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο.» Από πλευράς εθνικού δικαίου, σχετικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, οι οποίες έχουν ως ακολούθως: «34Α.-
(1)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(2), δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει ζήτημα, το οποίο αφορά στο κύρος και την ερμηνεία των αποφάσεων-πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του Τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στην ερμηνεία των συμβάσεων που καταρτίζονται με βάση τον Τίτλο VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στο κύρος και την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για να αποφανθεί επ' αυτού. 2) Σε περίπτωση που ζήτημα, το οποίο αναφέρεται στο εδάφιο
(1), ανακύψει ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις περιπτώσεις που οι αποφάσεις του εν λόγω δικαστηρίου δεν υπόκεινται σε έφεση, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμπει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.» Είναι θεωρώ αναγκαίο να τεθεί, εξ αρχής, η παρούσα περίπτωση στη σωστή της διάσταση. Όπως ανέφερε ο κ. Κ. Λυκούργος, Δικαστής ΔΕΕ, στη διάλεξή του ημερ. 10.4.2017 στην Κύπρο, με τίτλο «Προδικαστική παραπομπή: Νομικές απαιτήσεις, διαδικασία και πρακτική». «Η έκδοση προδικαστικών αποφάσεων στη βάση του άρθρου 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ είναι, κατά πάσα πιθανότητα, η πιο σημαντική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), εφόσον, μέσω της διαδικασίας αυτής, διασφαλίζεται η ενιαία ερμηνεία και, κατ' επέκταση, η ενιαία εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ στο σύνολο των κρατών μελών.» Στην υπόθεση Cypra Limited ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2013)3 Α.Α.Δ 305, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξετάζοντας αίτηση για προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ, ανέφερε ότι το άρθρο 267 (πρώην άρθρο 234) της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, παρέχει στο ΔΕΕ την εξουσία να ερμηνεύει τη Συνθήκη, δεν του παρέχει όμως ειδικά την εξουσία να εφαρμόζει τη Συνθήκη, στα γεγονότα μιας συγκεκριμένης υπόθεσης. Το εν λόγω άρθρο δεν παραθέτει το πλαίσιο διαδικασίας έφεσης, ούτε και το ΔΕΕ ενεργεί σαν Εφετείο από αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων. Η λειτουργία του, είναι αναγκαία για τη διατήρηση του Κοινοτικού χαρακτήρα της Απόφασης Πλαίσιο και έχει στόχο να διασφαλίσει ότι σε όλες τις περιστάσεις ο νόμος αυτός, είναι ο ίδιος σε όλα τα Κράτη Μέλη της Κοινότητας (βλ. Υπόθεση 166/73, Rheinmuhlen-Dusseldorf ν. EVGF, [1974] ECR 33). Στην υπόθεση Περικλέους ν. Eliinas Finance Ltd κα Πολ. Έφεση αρ.283/2010 ημερ. 10.3.15, το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμπει στην απόφαση R. ν. Η.Μ. Treasury, ex parte Daily Mail and General Trust pic.
(1987)C.M.L.R.
(2)p. 1, 4, όπου αποφασίστηκε ότι τα πιο κάτω, συνιστούν μεταξύ άλλων, λόγους για προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ:
- Τα σχετικά γεγονότα της υπόθεσης δεν τελούν υπό αμφισβήτηση.
- Το νομικό σημείο που εγείρεται είναι καθοριστικό για την τελεσίδικη επίλυση της επίδικης διαφοράς.
- Δεν υπάρχει κοινοτική αυθεντία επί του νομικού σημείου ή παραπλήσια του.
- Το εγερθέν σημείο και αυτή η ίδια η υπόθεση να προβάλλονται και τα δύο καλόπιστα και χωρίς υστερόβουλο κίνητρο. Περαιτέρω, στην Περικλέους (ανωτέρω), γίνεται επίσης αναφορά στις συστάσεις του ιδίου του ΔΕΕ στα εθνικά Δικαστήρια για την παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος (Information Note on references from National Courts for a Preliminary Ruling (2012/C338/01) και ειδικά στην σύσταση 13 που έχει ως εξής: "
- Συνεπώς, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει το ίδιο για την ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και για την εφαρμογή του στα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώνει, ιδίως αν θεωρεί ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Εντούτοις, η υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη όταν πρόκειται για νέο ερμηνευτικό ζήτημα γενικού ενδιαφέροντος που συμβάλλει στην ενιαία εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης ή όταν προκύπτει ότι η υφιστάμενη νομολογία δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο πρωτοεμφανιζόμενο πλαίσιο μιας υποθέσεως." Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 5/16, ημερ. 5.4.2017 έχουν συνοψισθεί από την Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου οι αρχές στη βάση των οποίων ένα εθνικό δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραπέμπει προδικαστικό ζήτημα στο ΔΕΕ. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Το εθνικό Δικαστήριο αποστέλλει ερώτημα ακόμη και αυτεπαγγέλτως, έστω και αν το χρησιμοποιηθέν δικονομικό μέτρο από διάδικο είναι ελλιπές ή άκυρο, όπου το ίδιο το Δικαστήριο διαπιστώνει την προς τούτο αναγκαιότητα εφόσον κρίνει ότι το ανακύψαν ζήτημα είναι ουσιώδες και η απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του κρίσης.» Αναγνωρίζονται εξαιρέσεις στη δυνατότητα ή υποχρέωση του εθνικού Δικαστηρίου να αποστείλει προδικαστικό ερώτημα, όταν η ερμηνεία είναι τόσο προφανής που δεν χρειάζεται το εθνικό Δικαστήριο να ανατρέξει σε προηγούμενη νομολογία του ΔΕΕ επί του θέματος, αρχή γνωστή ως acte clair όπως έχει καθιερωθεί στην υπόθεση Sri CILFIT ν. Ministry of Health, Case 283/1981
(1982)E.C.R.
- Eξαίρεση στην αρχή αυτή, τυγχάνει εφαρμογής όταν το ερώτημα που ανακύπτει έχει ήδη τύχει εξέτασης σε ουσιωδώς παρόμοιο ερώτημα και έχει απαντηθεί από το ΔΕΕ. Για το διαδικαστικό μέρος μιας παραπομπής έχει δημοσιευθεί στην Κύπρο ο περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικός Κανονισμός (Αρ. 1) του 2008, κατά τον οποίο Δικαστήριο δύναται να εκδώσει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας σχετική διαταγή παραπομπής είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν αίτησης διαδίκου, εκθέτοντας σε Παράρτημα την παράκληση προς το ΔΕΕ για έκδοση προδικαστικής απόφασης εξειδικεύοντας το ερώτημα και όλα τα σχετικά στοιχεία που καθορίζονται στον Κανονισμό. Πρέπει, επίσης, να τηρείται κατά νου ότι τα πρωτόδικα δικαστήρια έχουν απεριόριστη δυνατότητα, αλλά όχι υποχρέωση, παραπομπής. Αντίθετα, το Ανώτατο Δικαστήριο εν τη άσκηση της δευτεροβάθμιας του δικαιοδοσίας, υποχρεούται να παραπέμψει όταν εγείρεται ενώπιον του ζήτημα ερμηνείας ευρωπαϊκού δικαίου, η οποία είναι επάναγκης για απόφανση του ενώπιον του εγειρόμενου ζητήματος. Περαιτέρω, έχει νομολογηθεί από το ΔΕΕ ότι, η ύπαρξη νομολογίας από ανώτερο εθνικό δικαστήριο που φαίνεται να απαντά στο ερώτημα που θα ήθελε να παραπέμψει πρωτόδικος δικαστής, δεν δεσμεύει τον εν λόγω δικαστή και δεν τον εμποδίζει να παραπέμψει (βλ. Rheinmuhlen-Dusseldorf (ανωτέρω) και C-210/06, Cartesio, η οποία καθιστά σαφές ότι έφεση κατά της απόφασης για παραπομπή δεν είναι συμβατή με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ καθώς και C-689/13, PFE, ημερ. 5.4.2016, όπου κρίθηκε ότι διάταξη εθνικού δικαίου, η οποία υποχρεώνει τμήμα ανώτατου δικαστηρίου, όταν αυτό δεν συμφωνεί με νομολογία της ολομέλειας του εν λόγω δικαστηρίου, να παραπέμπει το εν λόγω ζήτημα στην ολομέλεια, αντίκειται στο άρθρο 267 καθότι η διάταξη αυτή εμποδίζει το εν λόγω τμήμα να παραπέμψει ερώτημα στο ΔΕΕ). Τηρώντας τα πιο κατά νου, προχωρώ να εξετάσω το συγκεκριμένο θέμα που ηγέρθηκε. Ε.
- Ειδικά - Αν στην παρούσα υπόθεση πρέπει να παραπεμφθούν προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ Το άρθρο 6
(1)της Απόφασης Πλαισίου προνοεί ως εξής: «Προσδιορισμός των αρμόδιων αρχών
- Η δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος είναι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος που είναι αρμόδια για την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως δυνάμει του δικαίου αυτού του κράτους.
- Η δικαστική αρχή εκτέλεσης είναι η δικαστική αρχή του κράτους μέλους εκτέλεσης που είναι αρμόδια να εκτελέσει το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δυνάμει του δικαίου αυτού του κράτους.
- Κάθε κράτος μέλος ενημερώνει τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου σχετικά με τη δικαστική αρχή που είναι αρμόδια σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο.» Τα σχετικό άρθρο 3 του Νόμου παρατίθεται κατωτέρω: «
- Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή Διάταγμα δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την παράδοση προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος: (α) Για την άσκηση ποινικής δίωξης ή (β) για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας.» Αναφορές στο Νόμο σε «δικαστική αρχή» έκδοσης του ΕΕΣ μπορούν επίσης να ανευρεθούν στα άρθρα 4
(1)(β), 4
(1)(γ), 4
(4)αυτού. Αξίζει να σημειωθεί ότι για την Κύπρο, βάσει του άρθρου 6 του Νόμου, αρμόδια δικαστική αρχή έκδοσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης είναι Επαρχιακός Δικαστής στην επαρχία του οποίου υπάγεται η κατά τόπον αρμοδιότητα εκδίκασης της αξιόποινης πράξης για την οποία ζητείται η σύλληψη και η παράδοση του εκζητουμένου ή Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την απόφαση αναφορικά με τη ποινή ή το μέτρο ασφαλείας. Το παρόν Δικαστήριο οφείλει να διαπιστώσει εάν τα ανωτέρω αναφερόμενα κριτήρια για παραπομπή στο ΔΕΕ πληρούνται στην παρούσα περίπτωση. Υπάρχει νομολογία του ΔΕΕ επί του ποιες εκδίδουσες ΕΕΣ αρχές δύνανται να θωρηθούν «δικαστικές αρχές» εν τη εννοία του άρθρου 6
(1)της Απόφασης Πλαισίου. Στην Υπόθεση C-477/16 PPU Kovalkovas, απόφαση του τέταρτου Τμήματος του ΔΕΕ, ημερ. 10.11.16, ολλανδικό Δικαστήριο που κλήθηκε να εκτελέσει ΕΕΣ που εκδόθηκε από το Λιθουανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης παρέπεμψε στο ΔΕΕ προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία ρωτούσαν κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις της εκεί υπόθεσης και σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, το Λιθουανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης, αποτελούσε «δικαστική αρχή» και αν το ΕΕΣ που αυτό εξέδωσε αποτελούσε κατά συνέπεια «δικαστική απόφαση», σύμφωνα με τα άρθρα 6
(1)και 1
(1), αντίστοιχα, της Απόφασης - Πλαίσιο. Οι απαντήσεις του ΔΕΕ και στα δύο αυτά ερωτήματα ήταν αρνητικές. Το ότι το λιθουανικό ΕΕΣ εκδόθηκε από το Λιθουανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης, αλλά κατ΄αίτηση δικαστηρίου το οποίο επέβαλε ποινή φυλάκισης κατόπιν ένδικης διαδικασίας, δεν διαφοροποιούσε τα πράγματα, αφού το υπουργείο αυτό είχε υπό τον έλεγχό του την τήρηση των αναγκαίων για την έκδοση του εντάλματος όρων και, επιπλέον, διέθετε περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τον αναλογικό χαρακτήρα της εκδόσεως του ΕΕΣ (παρ. 47) (στο αγγλικό πρωτότυπο κείμενο «That ministry supervises observance of the necessary conditions for that issue and also enjoys discretion as regards its proportionality.») Η απόφαση του ΔΕΕ βασίστηκε επί των εξής, ουσιαστικά, σημείων: · Η έννοια της «δικαστικής αρχής» δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως δυνάμενη να εμπερικλείει όργανα της εκτελεστικής εξουσίας κράτους μέλους, όπως υπουργεία (παρα. 35). · Ο όρος «δικαστική αρχή» αναφέρεται στη δικαστική εξουσία, η οποία πρέπει να διακρίνεται από την εκτελεστική εξουσία, σύμφωνα με την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που χαρακτηρίζει τη λειτουργία ενός κράτους δικαίου. Συγκεκριμένα, ως δικαστικές αρχές νοούνται κατά παράδοση οι αρχές που μετέχουν στην απονομή της δικαιοσύνης, σε αντίθεση, ιδίως, με τα υπουργεία ή τους λοιπούς κυβερνητικούς φορείς, που μετέχουν της εκτελεστικής εξουσίας (παρα. 36). · Ώστε να διασφαλίζεται ότι κάθε διαδικασία παράδοσης εκζητουμένου διεξάγεται υπό δικαστικό έλεγχο, δεν πρέπει το ΕΕΣ μόνο να εκτελείται από «δικαστική αρχή» αλλά και να εκδίδεται από «δικαστική αρχή» (παρα. 37). Παρόλο που υπουργείο ΚΜ δύναται να εμπίπτει στον όρο «κεντρική αρχή» του άρθρου 7 της Απόφασης Πλαισίου, εντούτοις δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «δικαστική αρχή», διότι κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με χορήγηση, στην εκτελεστική εξουσία, της εξουσίας λήψεως αποφάσεων στο πλαίσιο της διαδικασίας παραδόσεως των καταζητούμενων προσώπων, ενδεχόμενο στην αποφυγή του οποίου σκοπεί ακριβώς η απόφαση-πλαίσιο (παρα. 39 και 42). · Απαιτείται το ΕΕΣ να εκδίδεται από δικαστική αρχή, ώστε να εφαρμόζεται καθολικά και χωρίς εξαιρέσεις η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως‑πλαισίου, δυνάμει του οποίου η δικαστική αρχή εκτελέσεως υποχρεούται να εκτελέσει το ένταλμα συλλήψεως που εκδόθηκε από τη δικαστική αρχή εκδόσεως (παρα. 43). · Η δυνατότητα άσκησης δικαστικού ελέγχου επί της έκδοσης του ΕΕΣ είναι αναγκαία ώστε η απόφαση έκδοσης του ΕΕΣ να θεωρείται «δικαστική απόφαση» που εκδόθηκε από «δικαστική αρχή». Η έκδοση του ΕΕΣ από φορέα εκτελεστικής εξουσίας, όπως είναι το λιθουανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης, δεν παρέχει στη δικαστική αρχή εκτελέσεως την εγγύηση ότι η έκδοση του εν λόγω ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως υποβλήθηκε σε δικαστικό έλεγχο (παρα. 43 και 44). · Το ποια ορίζεται ως «δικαστική αρχή» για τα ΚΜ, αποφασίζεται μεν από τα ίδια τα ΚΜ, σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)της Απόφασης Πλαισίου, εντούτοις ελέγχεται από το ΔΕΕ (βλ. παρα. 33) για σκοπούς ομοιομορφίας του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Εξ ού και στο διατακτικό της απόφασης αναφέρεται ότι η έννοια της «δικαστικής αρχής» στο άρθρο 6
(1)της Απόφασης Πλαισίου «συνιστά αυτοτελή έννοια του δικαίου της Ένωσης». Η Γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέως του ΔΕΕ, M. Campos Sanchez-Bordona, στην Kovalkovas (ανωτέρω) ημερ. 19.10.16, αν και μη δεσμευτική, παρέχει χρήσιμη καθοδήγηση, ως προς τους λόγους που οδήγησαν τον Γ.Ε. να θεωρήσει ότι η απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα ήταν εκείνη που, τελικά, υιοθετήθηκε από το Δικαστήριο. « 36 . [...] το υπό εξέταση σύστημα θα μπορούσε να θεωρηθεί συμβατό με την απόφαση-πλαίσιο μόνον αν το λιθουανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης «πληρούσε τις ακόλουθες προϋποθέσεις, οι οποίες είναι, κατά την άποψή μου, αναγκαίες για τη διατήρηση του επιπέδου δικαστικών εγγυήσεων στο οποίο βασίζεται το σύστημα των ΕΕΣ: α) ενεργούσε κατ' εντολή και υπό την εποπτεία δικαστικής αρχής, κατά την έννοια του άρθρου 6 της αποφάσεως-πλαισίου· και β) δεν διέθετε διακριτική ευχέρεια ούτε περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά την έκδοση του ΕΕΣ, υποχρεούμενο, ως εκ τούτου, να συμμορφώνεται προς την εντολή που λαμβάνει από τη δικαστική αρχή. Επιπλέον, σε περίπτωση αμφιβολιών ως προς το ΕΕΣ, η δικαστική αρχή θα έπρεπε να υποχρεούται να υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο περί της ερμηνείας της αποφάσεως-πλαισίου». [..]
- Εάν, αντιθέτως, η πρωτοβουλία προέρχεται από τη δικαστική αρχή, το Υπουργείο Δικαιοσύνης διαθέτει κάποιο περιθώριο εκτιμήσεως ως προς την έκδοση ή μη του ΕΕΣ, ενώ δεν προκύπτει ότι η απόφασή του μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής επανεξετάσεως. [..] 41 [...] η αρχή εκδόσεως του ΕΕΣ πρέπει να ενεργεί «κατ' εντολή και υπό τον έλεγχο πραγματικής δικαστικής αρχής που [την] εποπτεύει» . » Αναφέρεται ότι, στις 6 Φεβρουαρίου 2014, κατόπιν δηλαδή της έκδοσης του ΕΕΣ στην Kovalkovas (ανωτέρω), αλλά πριν την έκδοση της απόφασης του ΔΕΕ, η Δημοκρατία της Λιθουανίας ενημέρωσε το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι στο εξής το ΕΕΣ θα εκδίδεται μόνο από συγκεκριμένα δικαστήρια, και κατ' αποκλεισμό του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Είναι, δε, σημαντικό να σημειωθεί ότι την ίδια μέρα, δηλαδή στις 10.11.2016, το (ίδιο) τέταρτο Τμήμα του ΔΕΕ έδωσε απόφαση στην C-452/16 PPU Poltorak με, εν πολλοίς, το ίδιο σκεπτικό όπως στην Kovalkovas (ανωτέρω) δια της οποίας αποφάσισε ότι αστυνομική υπηρεσία, όπως η Rikspolisstyrelsen (Γενική Διεύθυνση της Αστυνομίας, Σουηδία) δεν εμπίπτει στην έννοια της «δικαστικής αρχής έκδοσης» και, ως εκ τούτου, το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως που αυτή εκδίδει προς εκτέλεση αποφάσεως με την οποία επιβάλλεται στερητική της ελευθερίας ποινή δεν μπορεί να θεωρηθεί «δικαστική απόφαση» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως‑πλαισίου 2002/584, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την απόφαση‑πλαίσιο 2009/
- Αποφασίστηκε δε ότι στον όρο «δικαστική αρχή» εμπίπτουν αρχές που μετέχουν στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης στα κράτη μέλη, εξαιρουμένων των αστυνομικών υπηρεσιών (σκέψεις 33 και 38). Επιπρόσθετα, και πάλι την ίδια ημερομηνία, δηλαδή στις 10.11.2016 το (ίδιο) τέταρτο Τμήμα του ΔΕΕ έδωσε απόφαση στην C-453/16 PPU Ozcelik, δια της οποίας αποφάσισε ότι κατά την ορθή ερμηνεία του άρθρου 8
(1)(γ) της Απόφασης Πλαισίου[1] συνιστά «δικαστική απόφαση», η επικύρωση από την εισαγγελική αρχή, εθνικού εντάλματος συλλήψεως εκδοθέντος σε προγενέστερο χρόνο από αστυνομική υπηρεσία, με σκοπό την άσκηση ποινικών διώξεων. Στην Ozcelik (ανωτέρω) το εθνικό ένταλμα σύλληψης εκδόθηκε από την αστυνομία, ενώ το ΕΕΣ εκδόθηκε από εισαγγελική αρχή της Ουγγαρίας. Το ΔΕΕ στην απόφασή του ανέφερε τα ακόλουθα: «
- Υπενθυμίζεται ότι το σύστημα του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως που καθιερώνεται με την απόφαση-πλαίσιο βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, η οποία εδράζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών ως προς το ότι οι αντίστοιχες εθνικές έννομες τάξεις τους είναι σε θέση να παρέχουν ισοδύναμη και αποτελεσματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται σε επίπεδο Ένωσης, ιδίως δε από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ., συναφώς, απόφαση της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψεις 75 έως 77).
- Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι τόσο η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών όσο και η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως έχουν θεμελιώδη σημασία στο δίκαιο της Ένωσης, καθώς καθιστούν δυνατή τη δημιουργία και τη διατήρηση ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα. Ειδικότερα, η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης επιβάλλει, προκειμένου ιδίως για τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, σε καθένα από τα κράτη μέλη να αποδέχονται ως δεδομένο, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, ότι όλα τα λοιπά κράτη μέλη τηρούν το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, ότι σέβονται τα αναγνωρισμένα από το δίκαιο αυτό θεμελιώδη δικαιώματα (βλ., συναφώς, γνωμοδότηση 2/13, της 18ης Δεκεμβρίου 2014, EU:C:2014:2454, σκέψη 191). [..]
- Ο όρος «ένταλμα συλλήψεως», που διαλαμβάνεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της αποφάσεως-πλαισίου δηλώνει, ωστόσο, μόνον το εθνικό ένταλμα συλλήψεως και ως τέτοιο πρέπει να νοείται δικαστική απόφαση διάφορη του ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως (βλ., συναφώς, απόφαση της 1ης Ιουνίου 2016, Bob-Dogi, C‑241/15, EU:C:2016:385, σκέψεις 46 και 58).
- Εν προκειμένω, το επίμαχο στην κύρια δίκη ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως εκδόθηκε από το Veszprémi Járásbíróság (πρωτοδικείο επαρχίας Veszprém) και σε αυτό γίνεται μνεία σε εθνικό ένταλμα συλλήψεως εκδοθέν από την ουγγρική αστυνομία και επικυρωθέν από την εισαγγελική αρχή. [....]
- Συναφώς, από τις πληροφορίες που παρέσχε στο Δικαστήριο η Ουγγρική Κυβέρνηση προκύπτει ότι η επικύρωση, από την εισαγγελική αρχή, του εντάλματος συλλήψεως που εκδόθηκε από την αστυνομική υπηρεσία αποτελεί νομική πράξη με την οποία η εισαγγελική αρχή ελέγχει και εγκρίνει το εν λόγω ένταλμα συλλήψεως. Κατόπιν της επικυρώσεως αυτής, για την οποία γίνεται σχετική μνεία στο ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, η εισαγγελική αρχή θεωρείται ότι φέρει την ευθύνη για την έκδοση του εθνικού εντάλματος συλλήψεως. Συνεπώς, από πλευράς του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της αποφάσεως‑πλαισίου, δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι το εν λόγω εθνικό ένταλμα συλλήψεως έχει εκδοθεί από αστυνομική υπηρεσία, καθόσον η επικύρωση αυτού από την εισαγγελική αρχή επιτρέπει, όπως επισήμανε και ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 35 των προτάσεών του, την εξομοίωση της εισαγγελικής αρχής με τον εκδότη του εν λόγω εντάλματος. [....]
- Λόγω της αναγκαιότητας εξασφαλίσεως συνοχής μεταξύ των ερμηνειών των διαφορετικών διατάξεων της αποφάσεως‑πλαισίου, η ερμηνεία αυτή μπορεί, καταρχήν, να εφαρμοστεί και στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, αυτής. Η ερμηνεία που πρέπει, ως εκ τούτου, να δοθεί στη διάταξη αυτή είναι ότι στην έννοια της «δικαστικής αποφάσεως» εμπίπτουν οι αποφάσεις των αρχών που μετέχουν στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης στα κράτη μέλη, με την εξαίρεση των αστυνομικών υπηρεσιών. 34 Κατόπιν της διαπιστώσεως αυτής, επισημαίνεται ότι, εφόσον η εισαγγελική αρχή αποτελεί αρχή που καλείται να μετάσχει στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης σε κράτος μέλος (βλ., συναφώς, απόφαση της 29ης Ιουνίου 2016, Kossowski, C‑486/14, EU:2016:483, σκέψη 39), η απόφαση μιας τέτοιας αρχής πρέπει να θεωρείται δικαστική απόφαση, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της αποφάσεως‑πλαισίου. 35 Τέλος, η ερμηνεία αυτή υπαγορεύεται και από τους σκοπούς της αποφάσεως‑πλαισίου. Η εν λόγω απόφαση-πλαίσιο κατατείνει, μέσω της καθιερώσεως ενός απλουστευμένου και αποτελεσματικότερου συστήματος παραδόσεως των ατόμων τα οποία έχουν καταδικασθεί ή είναι ύποπτα για παραβάσεις της ποινικής νομοθεσίας, στη διευκόλυνση και στην επιτάχυνση της δικαστικής συνεργασίας, συμβάλλοντας στην επίτευξη του σκοπού τον οποίο έχει θέσει η Ένωση, να καταστεί δηλαδή αυτή ένας χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης επί τη βάσει του υψηλού βαθμού εμπιστοσύνης που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών (απόφαση της 5ης Απριλίου 2016, Aranyosi και Căldăraru, C‑404/15 και C‑659/15 PPU, EU:C:2016:198, σκέψη 76 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
- Συναφώς, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που παρέσχε στο Δικαστήριο η Ουγγρική Κυβέρνηση, η επικύρωση του εθνικού εντάλματος συλλήψεως από την εισαγγελική αρχή παρέχει στη δικαστική αρχή εκτελέσεως την εγγύηση ότι το ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως βασίζεται σε απόφαση η οποία υποβλήθηκε σε δικαστικό έλεγχο. Μια τέτοια επικύρωση δικαιολογεί, ως εκ τούτου, τον υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών, για τον οποίο έγινε λόγος με την προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως.» Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, δεν κρίθηκε από το ΔΕΕ in abstracto ότι κάθε εισαγγελική αρχή που καλείται να μετάσχει στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης σε κράτος μέλος είναι «δικαστική αρχή» βάσει του άρθρου 8
(1)(γ) και του άρθρου 6
(1)της Απόφασης Πλαισίου. Αντιθέτως, το θέμα κρίθηκε in concreto σε σχέση με τις διευκρινίσεις που απέστειλε η Ουγγρική Κυβέρνηση, ότι αφ' ενός, η επικύρωση, από την εισαγγελική αρχή, του εντάλματος συλλήψεως που εκδόθηκε από την αστυνομική υπηρεσία αποτελεί νομική πράξη με την οποία η εισαγγελική αρχή ελέγχει και εγκρίνει το εν λόγω ένταλμα συλλήψεως, και αφ΄ετέρου ότι κατόπιν της επικυρώσεως αυτής, η εισαγγελική αρχή θεωρείται ότι φέρει την ευθύνη για την έκδοση του εθνικού εντάλματος συλλήψεως. Συνεπώς, κρίθηκε ότι, από αυτά τα δύο στοιχεία, παρέχεται στη δικαστική αρχή εκτελέσεως η εγγύηση ότι το ΕΕΣ βασίζεται σε απόφαση η οποία υποβλήθηκε σε δικαστικό έλεγχο. Έτσι, είναι προφανές ότι η απόφαση του ΔΕΕ στην Ozcelik (ανωτέρω) είναι περιορισμένη στα γεγονότα της και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το ΔΕΕ έκρινε ότι κάθε ΕΕΣ που εκδίδεται από εισαγγελική αρχή ΚΜ, μπορεί να θεωρηθεί ως «δικαστική απόφαση», δυνάμει του άρθρου 1
(1)της Απόφασης Πλαίσιο. Αντιθέτως, φαίνεται η απόφασή να κρίθηκε βάσει των διευκρινίσεων που έδωσε η Ουγγρική Κυβέρνηση. Την πιο πάνω ερμηνεία του παρόντος Δικαστηρίου φαίνεται να υιοθέτησε και το Ανώτατο Ιρλανδικό Δικαστήριο, αφού αποφάσισε το 2018 να παραπέμψει τα εξής ερωτήματα στο ΔΕΕ, σε ενώπιον του εκκρεμούσα υπόθεση όπου το ΕΕΣ εκδόθηκε από εισαγγελική αρχή του Lübeck, της Γερμανίας και η οποία έλαβε αριθμό C-508/18 και η οποία εκκρεμεί προς εκδίκαση από το ΔΕΕ: «1) Πρέπει η ανεξαρτησία της εισαγγελίας από την εκτελεστική εξουσία να κρίνεται βάσει του ρόλου της στο οικείο εθνικό νομικό σύστημα; Εάν όχι, ποια είναι τα κριτήρια βάσει των οποίων πρέπει να κρίνεται η ανεξαρτησία της από την εκτελεστική εξουσία; 2) Είναι η εισαγγελία η οποία, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, λαμβάνει ενδεχομένως οδηγίες ή εντολές, άμεσα ή έμμεσα, από Υπουργείο Δικαιοσύνης, επαρκώς ανεξάρτητη από την εκτελεστική εξουσία ώστε να θεωρείται δικαστική αρχή κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως- πλαισίου
(1); 3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, πρέπει η εισαγγελία να είναι επίσης λειτουργικά ανεξάρτητη από την εκτελεστική εξουσία και ποια είναι τα κριτήρια βάσει των οποίων πρέπει να κρίνεται η λειτουργική ανεξαρτησία; 4) Εάν είναι ανεξάρτητη από την εκτελεστική εξουσία, θεωρείται «δικαστική αρχή» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου, εισαγγελία της οποίας ο ρόλος περιορίζεται στην κίνηση και τη διεξαγωγή ανακριτικών πράξεων και στη διασφάλιση της αντικειμενικής και νόμιμης διενέργειας των πράξεων αυτών, στην απαγγελία κατηγοριών, στην εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων και στη δίωξη των εγκλημάτων, χωρίς να έχει αρμοδιότητα για έκδοση εθνικών ενταλμάτων ή για άσκηση δικαιοδοτικών καθηκόντων; 5) Είναι η εισαγγελία του Lübeck δικαστική αρχή κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών;» Προκύπτει δε, μόνο και μόνο από το λεκτικό των πιο πάνω ερωτημάτων ότι το 4ο ερώτημα και ενδεχομένως το 2ο, είναι ερωτήματα που γεννήθηκαν μέσα από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Ιρλανδικού Δικαστηρίου ή/και από διευκρινίσεις που λήφθηκαν από τις γερμανικές αρχές. Οι διευκρινίσεις αυτές είναι σημαντικές ώστε το ΔΕΕ να είναι σε θέση να απαντήσει τα ερωτήματα in concreto και κατά τρόπο ώστε να δύναται η απάντησή του να υποβοηθήσει στη λήψη της απόφασης εκ του Ιρλανδικού Δικαστηρίου στην ενώπιον του υπόθεση. Περαιτέρω, φαίνεται μέσα από πολύ πρόσφατη νομολογία του ΔΕΕ ότι, το θέμα της δικαστικής ανεξαρτησίας και κατ΄επέκταση του κράτους δικαίου που αυτή διασφαλίζει, είναι επίκαιρο και προσδιοριστικό της σημασίας που το ΔΕΕ θέτει επί της δικαστικής ανεξαρτησίας και της επικράτησης του Κράτους Δικαίου στα ΚΜ. Σε πρωτοφανή, ως προς το αντικείμενο της, διαδικασία που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΕΕ) κίνησε εναντίον της Πολωνίας ενώπιον του ΔΕΕ, C-619/18 Commission v. Poland, το ΔΕΕ στις 15.11.2018 εξέδωσε ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα αφού έκρινε ότι, εκ πρώτης όψεως, η Δημοκρατία της Πολωνίας, μειώνοντας το όριο της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πολωνία) και εφαρμόζοντας την τροποποίηση αυτή στους δικαστές που είχαν διορισθεί στο εν λόγω δικαστήριο πριν την ημερομηνία έναρξης ισχύος του σχετικού νόμου, αφενός, και παρέχοντας στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Πολωνίας τη διακριτική ευχέρεια, χωρίς θεσμοθετημένα κριτήρια και χωρίς δυνατότητα ελέγχου της κρίσης του, να παρατείνει την ενεργό δικαστική υπηρεσία των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αφετέρου, παρέβη τις υποχρεώσεις της βάσει των διατάξεων του άρθρου 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή της δίκαιης δίκης. Στην εξίσου πρωτοφανή μεταγενέστερη απόφαση ημερ.
- 2018 στην υπόθεση C-216/18 PPU, MINISTER FOR JUSTICE AND EQUALITY v. LM, το Ιρλανδικό Ανώτατο Δικαστήριο παρέπεμψε ερώτημα στο ΔΕΕ ως προς τη δυνατότητα του να αρνηθεί να εκτελέσει ΕΕΣ, εάν δεν είναι ξεκάθαρο, στην περίπτωση που ο εκζητούμενος εκδοθεί, ότι θα τύχει δίκαιης δίκης στην χώρα την οποία τον ζητεί, με σαφή αναφορά στο ότι η χώρα αυτή εν προκειμένω ήταν η Πολωνία, για την οποία είχε ήδη καταχωριστεί η υπόθεση Commission v. Poland (ανωτέρω) και για την οποία εγείρονταν ήδη ερωτηματικά ως προς την ανεξαρτησία των δικαστών, βάσει των όσων αναφέρονται πιο πάνω. Το ΔΕΕ ανέφερε τα εξής: «48 . Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι η απαίτηση περί ανεξαρτησίας των δικαστών αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του θεμελιώδους δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, το οποίο είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τη διασφάλιση της προστασίας του συνόλου των δικαιωμάτων που οι πολίτες απολαμβάνουν βάσει του δικαίου της Ένωσης και για την προάσπιση των κοινών αξιών των κρατών μελών που μνημονεύονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, ιδίως δε της αξίας του κράτους δικαίου. 49 . Πράγματι, η Ένωση συνιστά Ένωση δικαίου στο πλαίσιο της οποίας οι ιδιώτες έχουν το δικαίωμα να αμφισβητήσουν δικαστικώς τη νομιμότητα κάθε αποφάσεως ή άλλης εθνικής ρυθμίσεως σχετικής με την έναντί τους εφαρμογή μιας πράξεως της Ένωσης (απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses, C-64/16, EU:C:2018:117, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). [....] 54 . Ειδικότερα, η ανεξαρτησία των εθνικών δικαστηρίων είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την ορθή λειτουργία του συστήματος δικαστικής συνεργασίας το οποίο ενσαρκώνει ο μηχανισμός προδικαστικής παραπομπής του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο μηχανισμός αυτός δύναται να ενεργοποιηθεί μόνο από επιφορτισμένο με την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης όργανο το οποίο ανταποκρίνεται, μεταξύ άλλων, στο προαναφερθέν κριτήριο της ανεξαρτησίας (απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses, C-64/16, EU:C:2018:117, σκέψη 43). [....] 63 . Συναφώς, όσον αφορά την απαίτηση περί ανεξαρτησίας των δικαστηρίων που αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο του εν λόγω δικαιώματος, υπενθυμίζεται ότι η συγκεκριμένη απαίτηση είναι άμεσα συνυφασμένη με την αποστολή του δικαστή και έχει δύο πτυχές. Η πρώτη, εξωτερική πτυχή, προϋποθέτει ότι το σχετικό όργανο ασκεί τα καθήκοντά του με πλήρη αυτονομία, χωρίς να υπόκειται σε οποιαδήποτε ιεραρχική σχέση ή σχέση υπαγωγής έναντι οποιουδήποτε φορέα και χωρίς να λαμβάνει εντολές ή οδηγίες οποιασδήποτε προελεύσεως και ότι, ως εκ τούτου, προστατεύεται από εξωτερικές παρεμβάσεις ή πιέσεις οι οποίες θα μπορούσαν να θίξουν την ανεξάρτητη κρίση των μελών του και να επηρεάσουν τις αποφάσεις τους (βλ., υπ' αυτή την έννοια, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses, C-64/16, EU:C:2018:117, σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 64 . Προϋπόθεση για αυτή την αναγκαία ελευθερία σε σχέση με τέτοια εξωτερικά στοιχεία είναι να παρέχονται ορισμένες εγγυήσεις για την προστασία των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί το δικαιοδοτικό έργο, όπως είναι η ισοβιότητα (απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2006, Wilson, C-506/04, EU:C:2006:587, σκέψη 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Η καταβολή στους δικαστές αποδοχών των οποίων το επίπεδο τελεί σε αναλογία με τη σπουδαιότητα των καθηκόντων που ασκούν αποτελεί εγγύηση σύμφυτη με την ανεξαρτησία τους (απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2018, Associação Sindical dos Juízes Portugueses, C-64/16, EU:C:2018:117, σκέψη 45). 65 . Η δεύτερη πτυχή, εσωτερικής φύσεως, είναι παρεμφερής προς την έννοια της αμεροληψίας και συναρτάται προς την τήρηση ίσων αποστάσεων ως προς τους διαδίκους και τα αντιμαχόμενα συμφέροντά τους σε σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς. Η πτυχή αυτή επιτάσσει την τήρηση αντικειμενικότητας και την απουσία κάθε συμφέροντος από τη λύση της διαφοράς πέραν της αυστηρής εφαρμογής των κανόνων δικαίου (απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2006, Wilson, C-506/04, EU:C:2006:587, σκέψη 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).» Περαιτέρω, στην υπόθεση C-64/16 ASSOCIAÇÃO SINDICAL DOS JUÍZES PORTUGUESES ν. Tribunal de Contas, απόφαση ημερ.
- 2018, το ΔΕΕ, με μείζονα σύνθεση, απαντώντας ερώτημα του Πορτογαλικού Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου σχετικά με αποκοπές στους μισθούς των δικαστών του Tribunal de Contas (Ελεγκτικού Συνεδρίου) για σκοπούς δημοσιονομικής εξυγίανσης, ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με την ανεξαρτησία των δικαστών: «
- Ειδικότερα, η ανεξαρτησία των εθνικών δικαστηρίων είναι ουσιώδους σημασίας για την ορθή λειτουργία του συστήματος δικαστικής συνεργασίας το οποίο ενσαρκώνει ο μηχανισμός προδικαστικής παραπομπής του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι, κατά την πάγια νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 38 της παρούσας αποφάσεως[2], ο μηχανισμός αυτός είναι δυνατόν να ενεργοποιείται μόνο από επιφορτισμένο με την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης όργανο το οποίο ανταποκρίνεται, μεταξύ άλλων, στο προαναφερθέν κριτήριο της ανεξαρτησίας.
- Η έννοια της ανεξαρτησίας προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, ότι το σχετικό όργανο ασκεί τα καθήκοντά του με πλήρη αυτονομία, χωρίς να υπόκειται σε οποιαδήποτε ιεραρχική σχέση ή σχέση υπαγωγής έναντι οποιουδήποτε φορέα και χωρίς να λαμβάνει εντολές ή οδηγίες οποιασδήποτε προελεύσεως και ότι, ως εκ τούτου, προστατεύεται από εξωτερικές παρεμβάσεις ή πιέσεις οι οποίες θα μπορούσαν να θίξουν την ανεξάρτητη κρίση των μελών του και να επηρεάσουν τις αποφάσεις τους (βλ., υπ' αυτή την έννοια, αποφάσεις της 19ης Σεπτεμβρίου 2006, Wilson, C-506/04, EU:C:2006:587, σκέψη 51, καθώς και της 16ης Φεβρουαρίου 2017, Margarit Panicello, C-503/15, EU:C:2017:126, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).» Ως προς την ανεξαρτησία που πρέπει να διέπει όργανο, ώστε να δύναται να χαρακτηριστεί ως «δικαστήριο» εν τη εννοία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, η νομολογία του ΔΕΕ είναι πλούσια και χρήσιμη και μπορεί να ανευρεθεί σε σειρά υποθέσεων όπου το ΔΕΕ έκρινε επί της παραδεκτότητας προδικαστικού ερωτήματος που απέστειλε όργανο, άλλο από δικαστήριο, εν τη στενή έννοια του όρου. Παραπέμπω, ενδεικτικά, στην C-503/15, Ramón Margarit Panicello v. Pilar Hernández Martínez, ημερ. 16.2.17, όπου το Πέμπτο Τμήμα του ΔΕΕ αποφασίζοντας κατά πόσο το όργανο που παρέπεμψε τα προδικαστικά ερωτήματα, ήτοι ο δικαστικός γραμματέας Δικαστηρίου της Ισπανίας ο οποίος υπολόγισε οφειλόμενη δικηγορική αμοιβή για τις νομικές υπηρεσίες που παρασχέθηκαν στο πλαίσιο δίκης αφορώσας την επιμέλεια τέκνων, ήταν δικαστήριο εν τη εννοία του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, ανέφερε τα ακόλουθα:
- «Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει αν το αιτούν όργανο έχει την ιδιότητα του «δικαστηρίου» κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, ζήτημα που άπτεται αποκλειστικά του δικαίου της Ένωσης, λαμβάνει υπόψη σειρά στοιχείων, όπως είναι η ίδρυση του οργάνου αυτού με νόμο, ο μόνιμος χαρακτήρας του, ο δεσμευτικός χαρακτήρας της δικαιοδοσίας του, ο κατ' αντιμωλίαν χαρακτήρας της ενώπιόν του διαδικασίας, η εκ μέρους του οργάνου αυτού εφαρμογή κανόνων δικαίου, καθώς και η ανεξαρτησία του (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 2014, Torresi, C-58/13 και C-59/13, EU:C:2014:2088, σκέψη 17, καθώς και της 6ης Οκτωβρίου 2015, Consorci Sanitari del Maresme, C-203/14, EU:C:2015:664, σκέψη17).
- Επιπλέον, για να διαπιστωθεί αν ένα εθνικό όργανο, στο οποίο ο νόμος αναθέτει καθήκοντα διαφορετικής φύσεως, πρέπει να χαρακτηρισθεί ως «δικαστήριο», κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, απαιτείται να εξετασθεί η συγκεκριμένη φύση των καθηκόντων, δικαιοδοτικών ή διοικητικών, που αυτό ασκεί στο ειδικό νομοθετικό πλαίσιο εντός του οποίου καλείται να υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο, προκειμένου να διακριβωθεί αν μια διαφορά εκκρεμεί ενώπιον ενός τέτοιου οργάνου και αν το τελευταίο αυτό όργανο καλείται να αποφανθεί στο πλαίσιο διαδικασίας που πρόκειται να καταλήξει στην έκδοση αποφάσεως δικαιοδοτικού χαρακτήρα (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 17ης Ιουλίου 2014, Torresi, C-58/13 και C-59/13, EU:C:2014:2088, σκέψη 19 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).» Έχοντας κατά νου, τις νομικές αρχές που προαναφέρθηκαν και τα γεγονότα της ενώπιον μου υπόθεσης, αλλά και τις διευκρινίσεις που λήφθηκαν από την Εισαγγελία Αμβούργου, κρίνω την παραπομπή προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, αναγκαία, για τους εξής λόγους:
- Η αίτηση υπεβλήθη στο κατάλληλο στάδιο, δηλαδή μετά το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας και πριν τη διεξαγωγή των τελικών αγορεύσεων. Τα γεγονότα βάσει των οποίων το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει την υπόθεση είναι ήδη ενώπιον του και εν πολλοίς ξεκαθαρισμένα. Τελούν μόνο υπό την αίρεση της κρίσης της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα από το Δικαστήριο κατά την έκδοση της τελικής του απόφασης. Επίσης το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο είναι παραδεκτό μεταξύ των μερών (βλ. Συστάσεις προς τα εθνικά δικαστήρια σχετικές με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων, Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 2016/C 439/01, ημερ. 25.11.2016).
- Η απάντηση του ΔΕΕ επί των παραπεφθέντων προδικαστικών ερωτημάτων, θα είναι προσδιοριστική του αποτελέσματος στην ενώπιον μου διαδικασία. Και τούτο διότι, εάν αποφασισθεί από το ΔΕΕ οτι το επίδικο ΕΕΣ δεν είναι «δικαστική απόφαση» εν τη εννοία του άρθρου 6
(1)της Απόφασης Πλαισίου, το παρόν Δικαστήριο δεν θα δύναται να διατάξει εκτέλεσή του συνάμει της Απόφασης Πλαισίου ή του άρθρου 3 του Νόμου. 3. Στη βάση των αποφάσεων του ΔΕΕ στις Kovalkovas, Poltorak και Ozcelik (ανωτέρω), προκύπτει ότι η έννοια της «δικαστικής απόφασης», σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)της Απόφασης Πλαισίου, συνιστά αυτόνομη έννοια του ενωσιακού δικαίου και πρέπει να ερμηνεύεται κατά ομοιόμορφο τρόπο σε όλα τα κράτη μέλη, κάτι που μπορεί να διασφαλιστεί εν προκειμένω μόνο με την παραπομπή ερωτημάτων στο ΔΕΕ.
- Στη βάση των αποφάσεων του ΔΕΕ, στις Kovalkovas, Poltorak και Ozcelik (ανωτέρω) προκύπτει ότι το συγκεκριμένο ζήτημα που ανακύπτει στην παρούσα υπόθεση, περιορισμένο στα δικά του περιστατικά, δεν έχει ήδη αποσαφηνιστεί από τη νομολογία του ΔΕΕ.
- Η αποσαφήνιση του κατά πόσο οι γερμανικές εισαγγελικές αρχές, με τη δοσμένη σχέση τους με την εκτελεστική εξουσία, ως αναφέρεται στις διευκρινίσεις της Εισαγγελίας Αμβούργου είναι ανεξάρτητη «δικαστική αρχή», είναι κρίνω σημαντικό και ουσιώδες σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Είναι σκόπιμο να ξεκαθαριστεί εάν τα εκκρεμούντα προς εκτέλεση σε κάθε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ΕΕΣ που εκδόθηκαν από γερμανικές αρχές πρέπει να θεωρούνται ως «δικαστικές αποφάσεις» εν τη εννοία του άρθρου 6
(1)της Απόφασης Πλαισίου.
- Το θέμα της ανεξαρτησίας των δικαστηρίων από την εκτελεστική εξουσία, και κατ΄επέκταση της επικράτησης του κράτους δικαίου που αυτή διασφαλίζει, καθώς και του διαχωρισμού των πολιτειακών εξουσιών, φαίνεται να είναι επίκαιρο και στην καρδιά πρόσφατης σημαντικής νομολογίας του ΔΕΕ, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και πρωτοφανής (C-619/18, C-64/16 και C-216/18 PPU (όλες ανωτέρω)). Έτσι η παρούσα παραπομπή θα εξυπηρετήσει την περαιτέρω αποσαφήνιση του θέματος, το οποίο είναι, χωρίς υπερβολή, καθολικού ενδιαφέροντος και εφαρμογής για τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
- Δεν μου διαφεύγει ότι υπάρχει, πιο παλαιά, κυπριακή νομολογία σε επίπεδο Ανώτατου Δικαστηρίου που αναφέρει ότι η έκδοση ΕΕΣ από εισαγγελική αρχή δεν καθιστά αυτόματα το εκδοθέν ΕΕΣ, μη δικαστική απόφαση εν τη εννοία του άρθρου 6
(1)της Απόφασης Πλαισίου (βλ. Hadwen James v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Π.Ε. 184/2014, ημερ. 17.7.2014, Μιχαηλίδης Κωνσταντίνος (Ντίνος) ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2013)1 ΑΑΔ 1764 και Igor Ovakimyan v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)1 ΑΑΔ 119). Εν τούτοις, αφ΄ενός δεν έχω διαπιστώσει σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω υποθέσεις να έχει τεθεί θέμα ανεξαρτησίας της αρχής που εκδίδει το ΕΕΣ. Όλες, εξ όσων αντιλαμβάνομαι, κρίθηκαν στη βάση ισχυρισμών της Υπεράσπισης ότι εκ του γεγονότος, και μόνο, της έκδοσης του ΕΕΣ από εισαγγελική αρχή, το ΕΕΣ, άνευ ετέρου, δεν εμπίπτει εντός του όρου «δικαστική απόφαση». Αφ΄ετέρου, δεδομένου ότι οι πρωτόδικοι δικαστές έχουν ευρύτατη διακριτική ευχέρεια για παραπομπή, αν και όχι υποχρέωση, ως έχει το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την άσκηση της δευτεροβάθμιας του δικαιοδοσίας, από τη στιγμή που υπάρχει στο μυαλό του Δικαστηρίου τούτου εύλογη αμφιβολία για την ερμηνεία της εφαρμοστέας διάταξης του ενωσιακού δικαίου, η παραπομπή καθίσταται μονόδρομος (βλ. 166/73 Rheinmüllen Düsseldorf, C-210/06 Cartesio και C-689/13 PFE (ανωτέρω)).
- Στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της παραπομπής εν προκειμένω είναι και το ότι ο εκζητούμενος δεν βρίσκεται υπό κράτηση, αλλά είναι ελεύθερος υπό περιοριστικούς όρους και επομένως ο χρόνος αναμονής της απάντησης του ΔΕΕ δεν θα είναι εις βάρος της ελευθερίας του. Ακόμα και αν βρισκόταν υπό κράτηση όμως, θα μπορούσε το παρόν Δικαστήριο να αιτηθεί από το ΔΕΕ ταχείας ή επείγουσας εκδικάσεως, με αβέβαιο όμως αποτέλεσμα, αν και στις πλείστες των περιπτώσεων όπου υπάρχουν κρατούμενοι το ΔΕΕ εγκρίνει τέτοια αιτήματα (βλ. Kovalkovas, Poltorak και Ozcelik (ανωτέρω)).
- Δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη κακοπιστίας ή υστερόβουλου κινήτρου στην καταχώριση της παρούσας αίτησης, αντίθετα διαπιστώθηκε καλή τη πίστη επιθυμία αποσαφήνισης των νομικών σημείων που τίθενται με αυτή. Στη βάση των ανωτέρω, κρίνω σκόπιμο όπως παραπεμφθούν και εκδίδεται σχετικό διάταγμα για την παραπομπή των εξής ερωτημάτων στο ΔΕΕ, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ: 1) Πρέπει η ανεξαρτησία εισαγγελίας, που εκδίδει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης σύμφωνα με το οικείο εθνικό δίκαιο, από την εκτελεστική εξουσία να κρίνεται βάσει του ρόλου της στο οικείο εθνικό νομικό σύστημα; Εάν όχι, ποια είναι τα κριτήρια βάσει των οποίων πρέπει να κρίνεται η ανεξαρτησία της από την εκτελεστική εξουσία; 2) Είναι η Εισαγγελία Αμβούργου η οποία, σύμφωνα με το εθνικό γερμανικό δίκαιο, είναι μέρος της εκτελεστικής και όχι της δικαστικής εξουσίας και υπάγεται ιεραρχικά στον οικείο Υπουργό Δικαιοσύνης και έχει υποχρέωση να διώξει ποινικά αδικοπραγούντα εάν κατόπιν εκτίμησης όλων των στοιχείων της υπόθεσης, αθωωτικών και ενοχοποιητικών, το θεωρήσει πρέπον, επαρκώς ανεξάρτητη αρχή που μετέχει στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, ώστε να θεωρείται «δικαστική αρχή» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως- πλαισίου της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών; 3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, πρέπει η Εισαγγελία Αμβούργου να είναι επίσης λειτουργικά ανεξάρτητη από την εκτελεστική εξουσία, σε σχέση με οποιαδήποτε υπόθεση χειρίζεται και ποια είναι τα κριτήρια βάσει των οποίων πρέπει να κρίνεται η λειτουργική αυτή ανεξαρτησία; 4) Είναι ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που εξέδωσε η Εισαγγελία Αμβούργου, με γνώμονα ότι αυτό, σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο, δεν υπόκειται ευθέως σε δικαστικό έλεγχο αλλά μόνο παρεμπιπτόντως, μέσω της προσβολής της ειδοποίησης σύλληψης που καταχωρείται στο Σύστημα Πληροφοριών Σιένγκεν (SIS) κατόπιν της έκδοσης του σχετικού ΕΕΣ, «δικαστική απόφαση» εν τη εννοία του άρθρου 6
(1)της απόφασης-πλαισίου, η οποία συνάδει με την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως πλαισίου; Εκδίδεται, επίσης, διάταγμα αναστολής της παρούσας διαδικασίας μέχρι την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εντέλλεται η Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας όπως διαβιβάσει την παρούσα διαταγή, μαζί με το Παράρτημα και τα έγγραφα που το συνοδεύουν, στην Αρχιπρωτοκολλητή, η οποία με τη σειρά της και δυνάμει του Κανονισμού 4 των περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης Διαδικαστικών Κανονισμών (αρ. 1) του 2008, θα διαβιβάσει αυτά στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας και της διαδικασίας παραπομπής επιφυλάσσονται. Ο εκζητούμενος θα παραμείνει εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας υπό τους ίδιους περιοριστικούς όρους μέχρις ότου ειδοποιηθεί από την Πρωτοκολλητή, μέσω του συνηγόρου του, ότι η διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου θα επανεκκινήσει. (Υπ.) .......... Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ (σύμφωνα με τις Συστάσεις προς τα εθνικά δικαστήρια σχετικές με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων, Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 2016/C 439/01, ημερ. 25.11.2016) Σχετικά με την παραπομπή προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ, τα οποία ανέκυψαν κατά την εκδίκαση υπόθεσης εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης εκδοθέν από την Εισαγγελία Αμβούργου, Γερμανίας, στην υπόθεση υπ' αρ. ΕΕΣ 24/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας εναντίον του εκζητούμενου Xinhui Liao, με ημερ. γέννησης 20/7/1974 και αρ. διαβατήριου Ε
- Το αιτούν δικαστήριο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας - Αμμοχώστου Διεύθυνση: Λεωφόρος Αρτέμιδος 6301 Λάρνακα, Κύπρος Τηλέφωνο: +357 24802721 Fax: +357 24802800 Email 1: registrylarnaca@dc.judicial.gov.cy Email 2: maloizou@dc.judicial.gov.cy
- Οι διάδικοι της κύριας δίκης και οι εκπρόσωποί τους Για την κυπριακή Κεντρική Αρχή: Ο κ. Α. Σελίπας, δικηγόρος για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Διεύθυνση: Απελλή 1, Άγιοι Ομολογητές Λευκωσία, Τ.Κ. 1403 Τηλέφωνο: +357 22889100 και +357 22889134 Fax: +357 22665080 Email 1: att.gen@law.gov.cy Email 2: aselipas@law.gov.cy Για τον εκζητούμενο: Ο κ. Γ. Πολυχρόνης και η κα Γ. Αθανασίου, για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε.
- Γιάννης Πολυχρόνης: Διεύθυνση: Λεωφόρος Αρτέμιδος 33, Metropolitan House 401 & 402, 6025 Λάρvακα, Κύπρος Τηλέφωνο: +357 99563141, +357 24102559 Φαξ: +357 24102546 Email: yiannis.polychronis@hotmail.com
- Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε.: Διεύθυνση: 115 Faneromenis Avenue, Antouanettas Building, 6031 Larnaca, P.O.Box: 40089, 6300 Larnaca, Cyprus Λεωφόρος Φανερωμένης 115, Antouanettas Building, 6031 Λάρvακα, Κύπρος Τηλέφωνο: +357 2420 1600 Φαξ: +357 2420 1601 Email: m.kyriakides@harriskyriakides.law (Μιχάλης Κυριακίδης) & g.athanasiou@harriskyriakides.law (Γεωργία Αθανασίου)
- Το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης και τα σχετικά πραγματικά περιστατικά Ως η ενότητα Α, Β, Γ και Δ της συνημμένης ενδιάμεσης απόφασης για παραπομπή προδικαστικών ερωτημάτων στο ΔΕΕ ημερομηνίας 25/1/2019 - Έγγραφο
- Οι κρίσιμες νομικές διατάξεις Ευρωπαϊκού Δικαίου: Το άρθρο 6
(1)της Απόφασης Πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών Κυπριακού Δικαίου: Το άρθρο 3 του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Νόμου, Ν.133(Ι)/2004Νόμου, ως τροποποιήθηκε, το οποίο αναφέρει: «3. Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή Διάταγμα δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την παράδοση προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος: (α) Για την άσκηση ποινικής δίωξης ή (β) για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας.» Αναφορές στον κυπριακό Νόμο σε «δικαστική αρχή» έκδοσης του ΕΕΣ, μπορούν επίσης να ανευρεθούν στο άρθρο 4 αυτού «4.
(1)Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία: (α) Ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου όπου είναι γνωστή· (β) όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος· (γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης, του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής· (δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξης·. (ε) περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και ο τόπος τέλεσης καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη· (στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για τελεσίδικη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και (ζ) στο μέτρο του δυνατού, τις οποιεσδήποτε λοιπές συνέπειες, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε παρεπόμενης ποινής της αξιόποινης πράξης.
(2)Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να αφορά περισσότερες από μια αξιόποινες πράξεις.
(3)Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μεταφράζεται στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους εκτέλεσης του εντάλματος. Όταν υποβάλλεται ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης στις κυπριακές αρχές θα πρέπει να είναι διατυπωμένο σε μια από τις επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας ή στην αγγλική γλώσσα.
(4)Η δικαστική αρχή έκδοσης υποχρεούται να συμπληρώνει το συνημμένο έντυπο, Παράρτημα Α, το οποίο παρέχει τα πιο πάνω στοιχεία.»
- Η αιτιολογία της παραπομπής Ως η ενότητα Ε, σελίδες 18 μέχρι και 35, του Εγγράφου 1 και πιο συγκεκριμένα στις σελίδες 33-35, Σημεία 1-9 αυτού.
- Τα προδικαστικά ερωτήματα 1) Πρέπει η ανεξαρτησία εισαγγελίας, που εκδίδει ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης σύμφωνα με το οικείο εθνικό δίκαιο, από την εκτελεστική εξουσία να κρίνεται βάσει του ρόλου της στο οικείο εθνικό νομικό σύστημα; Εάν όχι, ποια είναι τα κριτήρια βάσει των οποίων πρέπει να κρίνεται η ανεξαρτησία της από την εκτελεστική εξουσία; 2) Είναι η Εισαγγελία Αμβούργου η οποία, σύμφωνα με το εθνικό γερμανικό δίκαιο, είναι μέρος της εκτελεστικής και όχι της δικαστικής εξουσίας και υπάγεται ιεραρχικά στον οικείο Υπουργό Δικαιοσύνης και έχει υποχρέωση να διώξει ποινικά αδικοπραγούντα εάν κατόπιν εκτίμησης όλων των στοιχείων της υπόθεσης, αθωωτικών και ενοχοποιητικών, το θεωρήσει πρέπον, επαρκώς ανεξάρτητη αρχή που μετέχει στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, ώστε να θεωρείται «δικαστική αρχή» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως- πλαισίου της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών; 3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, πρέπει η Εισαγγελία Αμβούργου να είναι επίσης λειτουργικά ανεξάρτητη από την εκτελεστική εξουσία, σε σχέση με οποιαδήποτε υπόθεση χειρίζεται και ποια είναι τα κριτήρια βάσει των οποίων πρέπει να κρίνεται η λειτουργική αυτή ανεξαρτησία; 4) Είναι ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που εξέδωσε η Εισαγγελία Αμβούργου, με γνώμονα ότι αυτό, σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο, δεν υπόκειται ευθέως σε δικαστικό έλεγχο αλλά μόνο παρεμπιπτόντως, μέσω της προσβολής της ειδοποίησης σύλληψης που καταχωρείται στο Σύστημα Πληροφοριών Σιένγκεν (SIS) κατόπιν της έκδοσης του σχετικού ΕΕΣ, «δικαστική απόφαση» εν τη εννοία του άρθρου 6
(1)της απόφασης-πλαισίου, η οποία συνάδει με την αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως πλαισίου;
- Ενδεχόμενη ανάγκη ειδικής μεταχειρίσεως Δεν υπάρχει.
- Οι τυπικές πτυχές της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως Επισυνάπτονται τα εξής έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προς υποβοήθηση του ΔΕΕ στην έκδοση απόφασης επί των παραπεμφθέντων προδικαστικών ερωτημάτων: · Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ημερομηνίας 9/4/2018 στη γερμανική γλώσσα - Έγγραφο 2 · Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μεταφρασμένο στην Ελληνική γλώσσα με ημερομηνία μετάφρασης 27/11/2018 -'Έγγραφο 3 · Απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας (Bundesverfassungsgericht) ημερομηνίας 20/2/2011 - 2ΒvP 1444/00 - το οποίο κατέθεσε ο μάρτυρας εκζητουμένου 3, στη διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, για να αποδείξει ότι η έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εναντίον του εκζητούμενου δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, βάσει του γερμανικού δικαίου - Έγγραφο 4 · Απόφαση του Habseatisches Oberlandesgericht, 1Ws 103/18, ημερ. 23/10/2018, εναντίον του Yu Liang, φερόμενου ως συναυτουργού του εδώ εκζητουμένου, το οποίο κατέθεσε ο μάρτυρας εκζητουμένου 3 στη διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για να αποδείξει:
(1)ότι το γερμανικό Δικαστήριο προέβη εντός αυτής σε ευρήματα και εναντίον του εδώ εκζητούμενου και
(2)ότι το γερμανικό Δικαστήριο θεώρησε ότι τα αδικήματα για τα οποία εκζητείται ο εκζητούμενος διαπράχθηκαν στο Λουξεμβούργο - Έγγραφο 5 · Οι λεπτομέρειες που ζήτησε το παρόν Δικαστήριο από την Εισαγγελία Αμβούργου μέσω της Κυπριακής Κεντρικής Αρχής - Έγγραφο 6 και οι διευκρινίσεις που λήφθηκαν από την Εισαγγελία Αμβούργου - Έγγραφο
- · Η αίτηση για προδικαστική παραπομπή - Έγγραφο 8 και η ένσταση σε αυτή - Έγγραφο
- · Οι αγορεύσεις των μερών στην αίτηση για προδικαστική παραπομπή - Έγγραφα 10 και
- (Υπ.) ............ Μ. Κ. Λοϊζου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής (σφραγίδα) [1]
- Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία, τα οποία υποβάλλονται σύμφωνα με το έντυπο που περιλαμβάνεται στο παράρτημα: α) ταυτότητα και ιθαγένεια του καταζητούμενου· β) όνομα, διεύθυνση, αριθμός τηλεφώνου και φαξ και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος· γ) ένδειξη ότι υπάρχει εκτελεστή απόφαση, ένταλμα σύλληψης ή οιαδήποτε άλλη εκτελεστή δικαστική απόφαση της αυτής ισχύος που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 1 και 2· δ) φύση και νομικός χαρακτηρισμός του αδικήματος, ιδίως όσον αφορά το άρθρο 2· ε) περιγραφή των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου, του τόπου της τέλεσης και του βαθμού συμμετοχής του καταζητουμένου στην αξιόποινη πράξη· στ) την επιβληθείσα ποινή, εάν πρόκειται για τελεσίδικη απόφαση, ή την κλίμακα ποινών που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος· ζ) στο μέτρο του δυνατού, τις λοιπές συνέπειες της αξιόποινης πράξης.
- Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης πρέπει να μεταφράζεται στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους εκτέλεσης. Κάθε κράτος μέλος δύναται, κατά το χρόνο της έκδοσης της παρούσας απόφασης-πλαισίου ή μεταγενέστερα, να αναφέρει σε δήλωση που κατατίθεται στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου ότι θα δέχεται μετάφραση σε μία ή περισσότερες άλλες επίσημες γλώσσες των οργάνων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. [2] (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2017, Margarit Panicello, C‑503/15, EU:C:2017:126, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο