Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας ν. Kutugu κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 130/19, 3/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:B10 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 130/19 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λάρνακας Κατηγορούσας Αρχής - ν -
- XXXXX Kutugu
- XXXXX Veli
- XXXXX Ορθοδόξου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 03.05.2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή꞉ κα Αργυρώ Παντελή. Για τον Κατηγορούμενο αρ. 1꞉ κ. Κύπρος Ανδρέου. Για τον Κατηγορούμενο αρ. 2꞉ κ. Ανδρέας Γιάγκου. Για τον Κατηγορούμενο αρ. 3꞉ κ. Θεόδωρος Ποσνακίδης. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 παρόντες. Παρούσα η κα Ηattice Kerlo, η οποία μεταφράζει πιστά και αληθινά από Ελληνικά στα Τούρκικα. ΠΟΙΝΗ Οι Κατηγορούμενοι αρ. 1 έως 3, οι οποίοι τελούν υπό κράτηση από τις 10.1.2019 ως υπόδικοι για την παρούσα υπόθεση, τίθενται σήμερα ενώπιον μου προς επιβολή ποινής σε αυτούς κατόπιν αλλαγής απάντησης από μη παραδοχή σε παραδοχή ενοχής στις ακόλουθες κατηγορίες: Ο 1ος Κατηγορούμενος στις κατηγορίες αρ. 3, 5, 7, 10, 14 και
- Ο 2ος Κατηγορούμενος στην κατηγορία αρ.
- Ο 3ος Κατηγορούμενος στην κατηγορία αρ.
- Σημειωτέον ότι η παραδοχή των Κατηγορουμένων δηλώθηκε σε πολύ αρχικό στάδιο, μεσούσης της κυρίως εξέτασης του πρώτου μάρτυρα κατηγορίας και ενόσω εκκρεμούσε για έναρξη δίκη εντός δίκης. Οι Κατηγορούμενοι απαλλάγησαν σε κάθε άλλη κατηγορία, την οποία αντιμετώπιζαν επί του κατηγορητηρίου. ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ Ο 1ος . Η κατηγορία αρ. 3, την οποία αντιμετωπίζει ο 1ος Κατηγορούμενος, αφορά στο αδίκημα της πλαστογραφίας επίσημου εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 20, 331, 333, 334 και 337 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, «ο Κατηγορούμενος την 17/02/18 στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας, επί σκοπώ καταδολιεύσεως πλαστογράφησε επίσημο έγγραφο της Κυπριακής Δημοκρατίας, ήτοι αίτηση έκδοσης δελτίου ταυτότητας, δηλαδή υπέγραψε την αίτηση με το όνομα του XXXXX Yurt, χωρίς να έχει οποιαδήποτε εξουσία». Η κατηγορία αρ. 5, την οποία επίσης αντιμετωπίζει ο 1ος Κατηγορούμενος, αφορά στο αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού επίσημου εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 20, 331, 333, 337 και 339 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, «Ο Κατηγορούμενος την 27/02/18 και ώρα 11꞉00 στην Επαρχιακή Διοίκηση Αμμοχώστου, εν γνώση του και δολίως, έθεσε σε κυκλοφορία το πλαστογραφημένο επίσημο έγγραφο που αναφέρεται στην τρίτη κατηγορία». Η κατηγορία αρ. 7, την οποία αντιμετωπίζει ο 1ος Κατηγορούμενος, αφορά στο αδίκημα της πλαστοπροσωπίας, κατά παράβαση των άρθρων 35 και 360 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, «Ο 1ος Κατηγορούμενος στις 17/12/18 στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας που αναφέρεται στην 3η κατηγορία, επί σκοπώ καταδολίευσης του Αστ. XXXXX Κ. Ιεροδιακόνου, ψευδώς παρέστησε τον εαυτό του ως άλλο πρόσωπο, ήτοι παρουσιάστηκε ως Hasan Yurt». Η κατηγορία αρ. 10, την οποία επίσης αντιμετωπίζει ο 1ος Κατηγορούμενος, αφορά στο αδίκημα της δόσης ψευδούς όρκου, κατά παράβαση των άρθρων 117 και 35 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και Νόμος 166/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, «Ο 1ος Κατηγορούμενος την 17/12/2018 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας προέβηκε σε ψευδή ένορκο δήλωση ενώπιον προσώπου εξουσιοδοτημένου να επαγάγει όρκο, δηλαδή ενώπιον του XXXXX Ιωάννου του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, δήλωσε ψευδώς ότι απώλεσε το δελτίο ταυτότητας υπ΄ αριθμό 1203486». Η 14η κατηγορία, την οποία αντιμετωπίζει ο 1ος Κατηγορούμενος, αφορά στο αδίκημα της πλαστοπροσωπίας, κατά παράβαση των άρθρων 35 και 360 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, «ο 1ος Κατηγορούμενος στις 27/12/2018 στην Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας, επί σκοπώ καταδολίευσης της XXXXX Αγαθοκλέους της Επαρχιακής Διοίκησης Λάρνακας, ψευδώς παρέστησε τον εαυτό του ως άλλο πρόσωπο ήτοι παρουσιάστηκε ως XXXXX Yurt». Η 16η κατηγορία, την οποία αντιμετωπίζει ο 1ος Κατηγορούμενος, αφορά στο αδίκημα της απόπειρας εξασφάλισης πιστοποιητικού με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 305, 366 και 367 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, «ο Κατηγορούμενος στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 14η κατηγορία αποπειράθηκε να εξασφαλίσει με ψευδή παράσταση πιστοποιητικό, ήτοι κυπριακό δελτίο ταυτότητας στο όνομα XXXXX Yurt, με ψευδείς παραστάσεις συνισταμένας στο γεγονός ότι παρουσίασε την πλαστή αίτηση που αναφέρεται στην 3η κατηγορία γνωρίζοντας ότι ήταν πλαστή». Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΠΟΥ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ Ο 2ος. Η 15η κατηγορία, την οποία αντιμετωπίζει ο 2ος Κατηγορούμενος, αφορά στο αδίκημα της παροχής σε έτερο πρόσωπο για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, κατά παράβαση του άρθρου 20 και 360 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και Νόμος 166/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, «Ο 2ος κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 14η κατηγορία παρέσχε συνδρομή στον 1ο κατηγορούμενο να διαπράξει το ποινικό αδίκημα της πλαστοπροσωπίας». Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΠΟΥ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ Ο 3ος. Η κατηγορία αρ. 11, την οποία αντιμετωπίζει ο 3ος Κατηγορούμενος, αφορά στο αδίκημα της δόσης ψευδούς όρκου, κατά παράβαση των άρθρων 20(γ), 35 και 117 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, «Ο 3ος Κατηγορούμενος, στον ως άνω τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 10η κατηγορία, παρέσχε συνδρομή στον 1ο κατηγορούμενο να προβεί σε ψευδή ένορκο δήλωση ενώπιον προσώπου εξουσιοδοτημένου να επαγάγει όρκο, δηλαδή ενώπιον του XXXXX Ιωάννου του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας δήλωσε ψευδώς ότι απώλεσε το δελτίο ταυτότητας υπ΄ αριθμό XXXXX86». ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ. Τα γεγονότα, όπως τα εξέθεσε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, είναι καταγεγραμμένα αυτολεξεί στο επίσημο πρακτικό του Δικαστηρίου. Δεν αμφισβητήθηκαν από τους συνηγόρους Υπεράσπισης, επομένως θα αποτελέσουν τη βάση για την επιμέτρηση της ποινής. Συγκεκριμένα, όπως έχει αναφερθεί꞉ «Στις 27/12/2018, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, μαζί με άλλο πρόσωπο, μετέβηκαν στην Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας, με σκοπό ο Kατηγορούμενος αρ. 1 να προβεί στην επανέκδοση του κυπριακού δελτίου ταυτότητας με αριθμό «XXXXX86» παρουσιαζόμενος ως Τουρκοκύπριος πολίτης με τα στοιχεία «XXXXX Yurt», ενώ στην πραγματικότητα είναι ο «XXXXX Turan» από την Τουρκία. Εκεί ο Κατηγορούμενος αρ. 2, βοήθησε τον Κατηγορούμενο αρ. 1 στην υποβολή της αίτησης του. Κατά τον έλεγχο στον οποίον προέβηκε η ΜΚ2, υπάλληλος της Επαρχιακής Διοίκησης, μέσω του συστήματος του Αρχείου Πληθυσμού, διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος αρ. 1 διέφερε από το πρόσωπο το οποίο υπήρχε καταχωρημένο στο Αρχείο Πληθυσμού ως ο κάτοχος του εν λόγω δελτίου ταυτότητας που παρουσιάστηκε για να επανεκδώσει. Η ΜΚ2 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο αρ. 1 όπως της παρουσιάσει επιπλέον έγγραφα και, λόγω του ότι αυτός δεν τα είχε μαζί του, αναχώρησε από το μέρος μαζί με τον Κατηγορούμενο αρ. 2 και το άλλο πρόσωπο. Ακολούθως, την ίδια μέρα, οι Κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2, μετέβηκαν στα γραφεία της Επαρχιακής Διοίκησης Αμμοχώστου στη Λάρνακα και υπέβαλαν εκ νέου αίτηση για επανέκδοση του ίδιου Κυπριακού δελτίου ταυτότητας για λογαριασμό του Κατηγορούμενου αρ.
- Από έλεγχο που έγινε από τη ΜΚ1, υπάλληλο της Επαρχιακής Διοίκησης Αμμοχώστου, μέσω του συστήματος του Αρχείου Πληθυσμού της Επαρχιακής Διοίκησης, διαπιστώθηκε και πάλιν ότι ο κάτοχος του εν λόγω δελτίου ταυτότητας δεν ήταν το ίδιο πρόσωπο που παρουσιάστηκε για να το επανεκδώσει. Στο μέρος μετέβηκαν μέλη του ΤΑΕ Λάρνακας, οι οποίοι οδήγησαν τους Κατηγορούμενους 1 και 2 στο ΤΑΕ Λάρνακας για περαιτέρω διερεύνηση. Ανακρινόμενοι προφορικά, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αρχικά επέμεναν στον ισχυρισμό τους ότι ο Κατηγορούμενος αρ. 1 είναι ο «XXXXX Yurt», ενώ μετέπειτα ο Κατηγορούμενος αρ. 1 παραδέχτηκε ότι δεν είναι το πρόσωπο το οποίο απεικονιζόταν στην ταυτότητα ψευδοκράτους που παρουσίασε και παραδέχτηκε ότι η εν λόγω ταυτότητα ήταν πλαστή. Σε κατάθεση που του λήφθηκε, ο Κατηγορούμενος αρ. 1 ανέφερε ότι στις 17/12/2018 μετέβηκε μαζί με τον Κατηγορούμενο αρ. 3 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας και δήλωσαν ψευδώς ότι ήταν ο κάτοχος του δελτίου ταυτότητας με αριθμό «XXXXX86», το οποίο απώλεσε και εξασφάλισαν τις σχετικές βεβαιώσεις. Ακολούθως, όπως ανέφερε σε κατάθεσή του ο Κατηγορούμενος αρ. 1, μετέβηκε στην οικία του Κατηγορουμένου αρ. 3 και τις συμπλήρωσε κατόπιν οδηγιών του Κατηγορουμένου αρ.
- Επίσης, σε κατάθεσή του ο Κατηγορούμενος αρ. 1 ανέφερε ότι στις 17/12/2018 μετέβηκε μαζί με τον Κατηγορούμενο αρ. 2 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας όπου, ενώπιον του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ορκίστηκε ψευδώς ότι απώλεσε το δελτίο ταυτότητας το οποίο προσπάθησε να επανεκδώσει.». Και οι τρεις κατηγορούμενοι είναι Λευκού Ποινικού Μητρώου. ΟΙ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ. Σύμφωνα με Έκθεση που ετοίμασε Λειτουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών στο Τμήμα Φυλακών για έκαστο Κατηγορούμενο κατόπιν συνέντευξης, παρατηρούνται τα εξής αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες των Κατηγορούμενων꞉ Ο Κατηγορούμενος αρ. 1 είναι ηλικίας 43 ετών, άγαμος. Γεννήθηκε στην Τουρκία και προέρχεται από πολύτεκνη οικογένεια. Πριν από 22 χρόνια, η οικογένειά του μετακόμισε στην κατεχόμενη Λευκωσία, όπου διέμενε, μέχρι τη σύλληψή του, σε ενοικιαζόμενο σπίτι, το οποίο πληρώνει ο ίδιος. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου στην Τουρκία. Δεν συνέχισε με οποιαδήποτε φοίτηση. Στακατεχόμενα εργαζόταν ως οικοδόμος με μισθό περί τα €
- Το ενοίκιο που καταβάλλει είναι περί τα €
- Ο Κατηγορούμενος αρ. 2 είναι ηλικίας 64 ετών. Εργάζεται ως οδηγός ταξί στην κατεχόμενη επαρχία Λευκωσίας. Είναι παντρεμένος και η σύζυγός του, η οποία είναι νοικοκυρά, διαμένει μαζί του στην κατεχόμενη Λευκωσία. Απέκτησαν μαζί τρία παιδιά, τα οποία τώρα είναι ενήλικα και έγγαμα. Ο Κατηγορούμενος αρ. 2 λαμβάνει €500 σύνταξη και €200 μηνιαίως από το επάγγελμα ταξί. Έχει χρέη έναντι των οποίων καταβάλλει περί τα €276 μηνιαίως. Ο Κατηγορούμενος γεννήθηκε στην Πάφο και μεγάλωσε σε χωριό της κατεχόμενης Λευκωσίας. Ο πατέρας του ήταν Αστυνομικός και η μητέρα του νοικοκυρά. Ο Κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας. Ο Κατηγορούμενος αρ. 3 είναι ηλικίας 41 ετών, έγγαμος. Η σύζυγός του είναι ηλικίας 36 ετών, αισθητικός. Έχουν δύο παιδιά, ηλικίας 9 ετών και 7,5 ετών. Πριν τη σύλληψή του, ο Κατηγορούμενος διέμενε με την οικογένειά του σε Τουρκοκυπριακή κατοικία στη Λάρνακα. Ο Κατηγορούμενος αρ. 3 γεννήθηκε στην κατεχόμενη Αμμόχωστο. Η πατρική του οικογένεια διαμένει στην Αμμόχωστο. Ο πατέρας του ήταν δημόσιος υπάλληλος και η μητέρα του νοικοκυρά, τώρα αμφότεροι συνταξιούχοι. Μετά την αποφοίτησή του από το Λύκειο, ο Κατηγορούμενος αρ. 3 υπηρέτησε για 2 χρόνια στο στρατό και σε ηλικία 19 ετών ήρθε στις ελεύθερες περιοχές, όπου εργαζόταν ως οικοδόμος και ως γκαρσόνι. Γνώρισε τη σύζυγό του το 2008 και παντρεύτηκαν το 2010 αφότου αυτός βαφτίστηκε Χριστιανός και έλαβε το όνομα ως φαίνεται στο κατηγορητήριο. Κατά το χρόνο της σύλληψής του ήταν άνεργος. Προηγουμένως λάμβανε ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα €820- μηνιαίως, το οποίο όμως τερματίστηκε. Δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας ή εθισμού. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΕΤΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ. Οι συνήγοροι Υπεράσπισης υιοθέτησαν ως ορθό και αληθές το περιεχόμενο των Εκθέσεων της Λειτουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών στο πλαίσιο της αγόρευσής τους για μετριασμό της ποινής. Περαιτέρω, ο συνήγορος Υπεράσπισης του Κατηγορούμενου αρ. 1 κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τα εξής στοιχεία όσον αφορά τους λόγους διάπραξης των αδικημάτων꞉ Ο Κατηγορούμενος προέρχεται από την Τουρκία και διέμενε σε περιοχή όπου επικρατεί εμπόλεμη κατάσταση. Δυστυχώς, η φτώχεια και η κατάσταση που επικρατούσε, καθιστούσε ιδιαίτερα δυσχερή έως ανυπόφορη τη διαβίωση της οικογένειάς του, η οποία είναι πολυμελής και φτωχή οικογένεια. Ο ίδιος είναι το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας και έχει 5 αδέλφια. Μη μπορώντας να αντέξει άλλο αυτήν την κατάσταση, την δυστυχία, αποφάσισε ο ίδιος, στην απελπισία του, να πάρει τον δρόμο προς άγνωστη κατεύθυνση. Συνάντησε άγνωστους ανθρώπους για τον ίδιο και στην πορεία δυστυχώς, μη γνωρίζοντας πράγματα και καταστάσεις, έτυχε εκμετάλλευσης ο ίδιος, καταλήγοντας να διαπράττει αυτά τα αδικήματα. Στην προσπάθεια του να εξεύρει μίαν καλύτερη ζωή, στην προσπάθεια του να προσφέρει τα όσα δεν μπορούσε να εξασφαλίσει στη χώρα του. Μετά τη διάπραξη των αδικημάτων, και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, ο Κατηγορούμενος αρ. 1 συνεργάστηκε πλήρως με τις Αστυνομικές Αρχές. Έδωσε τρεις πολυσέλιδες καταθέσεις, επεξήγησε πλήρως τα γεγονότα, επεξήγησε την πορεία του, τους ανθρώπους οι οποίες τον εκμεταλλεύτηκαν και τους ανθρώπους τους οποίους κατονόμασε, άρα η πλήρης διερεύνηση αυτών των αδικημάτων προέκυψε μέσα από τη δική του κατάθεση, από τη δική του εκδοχή. Το ότι ο ίδιος θέλησε να βοηθήσει και συνέβαλε καθοριστικά στη διερεύνηση και στην πλήρη εξιχνίαση αυτών των αδικημάτων, είναι σημαντικός μετριαστικός παράγοντας. Μέχρι τη στιγμή της σύλληψής του στην Επαρχιακή Διοίκηση, ο Κατηγορούμενος αρ. 1 πίστευε ότι θα μπορούσαν να προχωρήσουν τα έγγραφα του, γι'αυτό και ο ίδιος παρέμεινε στον χώρο μέχρις ότου έρθει η Αστυνομία. Δεν προσπάθησε να διαφύγει. Ο ίδιος παραδέχτηκε ενοχή στο Δικαστήριο και θα πρέπει η παραδοχή του αυτή να θεωρηθεί άμεση. Το γεγονός ότι δεν είχε διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα στη Δημοκρατία, το ότι πρώτη φορά βρίσκεται στον τόπο μας και το ότι ο ίδιος ασφαλώς μετά την έκβαση αυτής της υπόθεσης θα επιστρέψει αναγκαστικά στη χώρα του, είναι παράγοντες που επίσης θα πρέπει να ληφθούν υπόψη μετριαστικά. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος αρ. 1 απολογείται πραγματικά για τη διάπραξη αυτών των αδικημάτων. Είναι άτομο σοβαρό και υπεύθυνο, δεν είναι εγκληματικό στοιχείο, το οποίο κάτω από τις συνθήκες που περιγράφονται ανωτέρω, τις απελπιστικές, τις ανθρώπινες, έδρασε ως ανωτέρω. Καθημερινά κατακλύζουν τα Δικαστήρια τέτοιου είδους υποθέσεις, στην προσπάθεια μεταναστών να μεταβούν σε άλλη χώρα για μίαν καλύτερη ζωή. Καλείται το Δικαστήριο να το αντιμετωπίσει μέσα σε αυτά τα πλαίσια, με κάθε δυνατή επιείκεια. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο αρ. 3, ο συνήγορος Υπεράσπισης ανέφερε ότι πρόκειται για Κύπριο πολίτη, είναι παντρεμένος με Κύπρια, αν και η καταγωγή του είναι τούρκικη, εντούτοις έχει βαφτιστεί γι' αυτό και στο Κατηγορητήριο λέγεται XXXXX Ορθοδόξου. Έχει δύο ανήλικα παιδιά, ηλικίας 7 ετών και 9 ετών. Πριν τη σύλληψή του, ο Κατηγορούμενος αρ. 3 διέμενε μαζί με τη σύζυγο και τα παιδιά του στη Λάρνακα. Το αδίκημα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος αρ. 3 αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό. Η βοήθεια του προς τον Κατηγορούμενο αρ. 1 ήταν απλώς το να τον μεταφέρει εδώ στο Δικαστήριο για να κάνει μίαν ένορκη δήλωση. Συνεργάστηκε ο Κατηγορούμενος αρ. 3 με τις Αστυνομικές Αρχές υπό την έννοια ότι, ενώ βρισκόταν στα κατεχόμενα την ημέρα έκδοσης του εντάλματος σύλληψης και το έμαθε, ήρθε ο ίδιος, αυτοβούλως παρουσιάστηκε στην Αστυνομία, στο ΤΑΕ και συνέβαλε και ο ίδιος στην πλήρη εξιχνίαση του αδικήματος. Εάν το Δικαστήριο προσανατολίζεται στην επιβολή ποινής φυλάκισης, τότε καλείται να αναστείλει την έκτιση της ποινής, έτσι ώστε ο Κατηγορούμενος αρ. 3 να έχει την ευκαιρία το συντομότερο δυνατό να επανέλθει στην κοινωνία. Από το αδίκημα που διέπραξε, δεν κινδυνεύει με οποιονδήποτε τρόπο το κοινωνικό σύνολο. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου αρ. 2 ανέφερε προς το Δικαστήριο ότι ο Κατηγορούμενος αρ. 2 απολογείται για το αδίκημα που έχει διαπράξει. Είναι ηλικίας 65 ετών, είναι οδηγός ταξί στο επάγγελμα, είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν έχει απασχολήσει ποτέ ξανά τις διωκτικές αρχές. Είναι Τουρκοκύπριος, ο οποίος διαμένει στο Τραχώνι. Έχει παραδεχτεί ουσιαστικά τη συμμετοχή του στα αδικήματα από την πρώτη στιγμή στις αστυνομικές αρχές. Είναι υπόλογος για το ότι έκανε τον ταξιτζή, αφού αυτός μετέφερε τον Κατηγορούμενο αρ. 1, καθώς επίσης για το ότι, λόγω του ότι μιλά την Ελληνική γλώσσα και την Κυπριακή διάλεκτο, βοήθησε τον πρώτο κατηγορούμενο να συμπληρώσει κάποια έγγραφα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης δεν μπορεί να αποδειχθεί κάποιος προσχεδιασμός ή κάποιο οικονομικό όφελος για τον κατηγορούμενο αρ. 2 μέσα από αυτήν την πράξη. Σε περίπτωση που προσανατολίζεται το Δικαστήριο σε ποινή στερητική της ελευθερίας του, καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει το ενδεχόμενο για αναστολή της ποινής, καθ'ότι ο Κατηγορούμενος βρίσκεται ήδη υπό κράτηση από τις 10/01/
- Ζητεί κάθε δυνατή επιείκεια από το Δικαστήριο και επαναλαμβάνει ότι δεν θα επαναληφθεί τέτοιο περιστατικό. Επιμέτρηση της ποινής. Το αδίκημα, ως η κατηγορία αρ. 3, είναι πολύ σοβαρο. Η σοβαρότητά του αντικατοπτρίζεται στην προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή. To άρθρο 337 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπει ότι «Όποιος πλαστογραφεί δικαστικό ή επίσημο έγγραφο, υπόκειται σε φυλάκιση δέκα χρόνων.». Εφόσον, όμως, ο Γενικός Εισαγγελέας έδωσε τη συγκατάθεσή του όπως η παρούσα υπόθεση εκδικασθεί συνοπτικά από Επαρχιακό Δικαστήριο, η μέγιστη ποινή φυλάκισης που δύναται να επιβληθεί από το παρόν Δικαστήριο ανέρχεται σε 5 χρόνια. Το αδίκημα της κατηγορίας αρ. 5, το οποίο αφορά στην κυκλοφορία πλαστού επίσημου εγγράφου, επισύρει την ίδια ποινή που επισύρει το αδίκημα της πλαστογραφίας επίσημου εγγράφου, αφού αυτό προβλέπει το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι꞉ «
- Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν να είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος.». Συνεπώς, η κατηγορία αρ. 5 επισύρει 10ετή ποινή φυλάκισης, πλην όμως το παρόν Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να επιβάλει μέχρι 5 χρόνια φυλάκιση. Το αδίκημα της πλαστοπροσωπείας, ως οι κατηγορίες αρ. 7 και 14, αποτελεί, βάσει του άρθρου 360 του Ποινικού Κώδικα, πλημμέλημα και υπόκειται σε ποινή ως προβλέπεται από το άρθρο 35 του Ποινικού Κώδικα, ήτοι σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 2 χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις ΛΚ1500 (ισόποσο με €2562), ή σε συνδυασμό των δύο ποινών. Ομοίως, το αδίκημα του ψευδούς όρκου ως η κατηγορία αρ. 10 και η παροχή βοήθειας για ψευδή όρκο ως η κατηγορία αρ. 11, αποτελούν βάσει του άρθρου 117 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, πλημμελήματα και υπόκεινται στις ίδιες ποινές ως αναγράφονται πιο πάνω βάσει του άρθρου 35 του Ποινικού Κώδικα. Η εξασφάλιση πιστοποιητικού με ψευδείς παραστάσεις αποτελεί, βάσει του άρθρου 305 του Ποινικού Κώδικα, πλημμέλημα και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Η απόπειρα διάπραξης του ιδίου αδικήματος, ως είναι η κατηγορία αρ. 16, αποτελεί πλημμέλημα βάσει του άρθρου 367 του Ποινικού Κώδικα και επισύρει τη γενική ποινή πλημμελημάτων που προβλέπεται στο άρθρο 35 του Ποινικού Κώδικα, ως πιο πάνω το παρέθεσα. Το αδίκημα της κατηγορίας αρ. 15 αποτελεί πλημμέλημα βάσει του άρθρου 360 του Ποινικού κώδικα και επισύρει τις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 35 του Ποινικού Κώδικα, ως πιο πάνω τις παρέθεσα. Στην υπόθεση Thuo David William v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 431, ποινή φυλάκισης 9 μηνών που επιβλήθηκε σε αλλοδαπό ο οποίος χρησιμοποίησε πλαστό διαβατήριο χαρακτηρίστηκε ως επιεικής. Στην υπόθεση Hossein Javid Atefi v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 190 οι πρωτόδικες ποινές φυλάκισης που κυμαίνονταν μεταξύ δύο και δέκα μηνών για διάφορες κατηγορίες, για ψευδή δήλωση, πλαστογραφία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, εξασφάλιση πιστοποιητικού εγγραφής αλλοδαπού διά ψευδών παραστάσεων, παραμονή στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειάς του και είσοδο στη Δημοκρατία από απαγορευμένο λιμάνι, επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Οι ψηλότερες ποινές, των δέκα και οκτώ μηνών φυλάκισης, επιβλήθηκαν στις κατηγορίες για πλαστογραφία και κυκλοφορία ψευδούς εγγράφου. Στην υπόθεση Ματούρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 36 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 15 μηνών για την πλαστογραφία διαβατηρίου και την κυκλοφορία αυτού. Παρομοίως, στην Kandiah v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 324 κρίθηκε ότι οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης δώδεκα μηνών για πλαστογραφία διαβατηρίου και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου δεν ήταν υπερβολικές και ότι η αποτροπή τέτοιων αδικημάτων, στην περίπτωση της Κύπρου, έχει ιδιαίτερη σημασία. Στην Khaknegad ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 192, όπου υπήρχε άμεση παραδοχή και λευκό ποινικό μητρώο, κρίθηκαν ως ορθές οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών για πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου (διαβατηρίου και ταυτότητας), 3 μηνών για πλαστοπροσωπία και 2 μηνών για παράνομη είσοδο και παραμονή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι γνωστή η νομολογιακή αρχή ότι οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για παρόμοιας φύσης αδικήματα, όμως δεν αποτελούν ένα σταθερό δείκτη καθορισμού ποινής, καθότι η ποινή σε κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της και του παραβάτη. Σχετική είναι η υπόθεση Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1. Τα Δικαστήρια δεν παραγνωρίζουν ότι οι συνέπειες της ποινής δεν είναι ομοιόμορφες για όλους τους εγκληματίες, όπως ούτε η πιθανότητα για αναμόρφωση τους (βλ. Τσιάκκα κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 282), καθώς και ότι είναι κοινωνικά επιζήμια η διαγραφή ή υποτίμηση της προσδοκίας για αναμόρφωση των παραβατών, γι' αυτό και η ποινή δεν πρέπει να αρμόζει μόνο στο έγκλημα αλλά και στον παραβάτη, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Νικολάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 412. Η επιβολή ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης αφενός και η εξατομίκευση της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αφετέρου. Η εξατομίκευση αυτή, όμως, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής. Οι προσωπικές συνθήκες των Κατηγορουμένων λαμβάνονται υπόψη, αλλά δεν δύνανται να αφαιρούν την αναλογικότητα της ποινής εν σχέση προς τη σοβαρότητα των αδικημάτων. Στην παρούσα υπόθεση, οι τρεις Κατηγορούμενοι έχουν λευκό ποινικό μητρώο. Κατά γενικό κανόνα, τα Δικαστήρια μεταχειρίζονται με μεγαλύτερη επιείκεια κάποιον που είναι πρώτη φορά παραβάτης (Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14 και Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132). Όταν όμως πρόκειται για αλλοδαπά πρόσωπα, όπως είναι εν προκειμένω οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, που δεν είχαν οποτεδήποτε προηγουμένως μόνιμη εγκατάσταση στην Κυπριακή Δημοκρατία, το Δικαστήριο δεν δύναται να αποδώσει παρά μόνο περιορισμένη έως ελάχιστη αξία στο μετριαστικό αυτό παράγοντα, εφόσον υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες το λευκό ποινικό μητρώο δεν αποτελεί ασφαλή δείκτη της προσήλωσης των κατηγορουμένων στους Νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η άμεση παραδοχή ενός κατηγορούμενου στο Δικαστήριο αποτελεί επίσης κατά κανόνα μετριαστικό παράγοντα, διότι εμπεριέχει το απτό στοιχείο της μεταμέλειας. Η άμεση παραδοχή ή/και η παραδοχή σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας, ήτοι προτού αρχίσει η ακρόαση, είναι κατάλληλο να αμοίβεται με έκπτωση στην ποινή (Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28), διότι αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος δικαστικός χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Η ομολογία του Κατηγορούμενου αρ. 1 για τη δράση αυτού και όσων συνέδραμαν στις πράξεις του, αναγνωρίζω ότι ήταν καταλυτικής σημασίας στην εξιχνίαση της παρούσας υπόθεσης, γι' αυτό και θα έχει μετριαστική χροιά. Λαμβάνω συναφώς υπόψη την απόφαση Κωνσταντίνος Ελευθερίου Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 582: «Όμως η θεληματική ομολογία του εφεσείοντος μέσα στα πλαίσια της δήλωσης του για την απαρχή μιας νέας ζωής δεν μπορεί παρά να έχει τον ανάλογο αντίκτυπο στην έκταση της ποινής. Η ενθάρρυνση προσώπων που έχουν συμμετάσχει σε εγκληματικές πράξεις να προβαίνουν σε ομολογίες βοηθώντας την Αστυνομία στην εξιχνίαση εγκλημάτων, εμπίπτει μέσα στα πλαίσια του δημόσιου συμφέροντος. Έτσι μπορεί να λεχθεί ότι η επίδειξη επιείκειας αποτελεί μια πρακτική αμοιβή για την ενθάρρυνση αποκάλυψης πληροφοριών που οδηγούν στην εξιχνίαση ποινικών αδικημάτων. (Βλ. "Sentencing in Cyprus" του Γ. Πική, σελ. 28).» Από την άλλη, όμως, το γεγονός ότι δεν τελεσφόρησε η προσπάθεια του Κατηγορούμενου αρ. 1 για εξασφάλιση του δελτίου ταυτότητας με τα ψευδή στοιχεία που ο ίδιος συμπλήρωσε και το ότι, συνεπακόλουθα, αυτός δεν πρόλαβε να αποκομίσει κάποιο όφελος ή να προκαλέσει σε τρίτο πρόσωπο οποιαδήποτε οικονομική βλάβη, δεν δύνανται να αποτελέσουν μετριαστικούς παράγοντες. Αξίζει να επισημάνω ότι η πρόκληση οικονομικής βλάβης σε τρίτον ή η αποκόμιση οφέλους από τον αδικοπραγούντα καθ' ον χρόνο εκδηλώνει την πρόθεση καταδολίευσης, δεν αποτελούν συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Στη Georghiou v. Republic
(1984)2 C.L.R 65 το Εφετείο αναφέρθηκε εκτενώς στην αγγλική νομολογία από την οποία θα μπορούσε να αντληθεί καθοδήγηση αναφορικά με την ερμηνεία των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα που διέπουν το αδίκημα της πλαστογραφίας. Η νομική ανάλυση των συστατικών της προθέσεως καταδολιεύσεως που έγινε από το Δικαστήριο της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Welham v. D.P.P.
(1960)αποφάσισε ότι η «πρόθεση καταδολιεύσεως» σε σχέση με το Άρθρο 331 του Ποινικού Κώδικα δεν συνεπάγεται την ύπαρξη προθέσεως προκλήσεως βλάβης σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Πέραν τούτου, η βλάβη δεν περιορίζεται σε οικονομική βλάβη. Το αδίκημα της πλαστογραφίας αποδεικνύεται εφόσον η απάτη που προκαλείται με το ψεύτικο έγγραφο μπορεί να οδηγήσει κάποιο πρόσωπο - όχι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο - να ενεργήσει σε βλάβη του, όχι κατ' ανάγκη οικονομικής φύσεως. Με βάση τα γεγονότα όπως τα εξέθεσε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, η ενέργεια του Κατηγορούμενου αρ. 1 ήταν προσχεδιασμένη και όχι αυθόρμητη ή ατυχής. Γνώριζε ο ίδιος, όπως επίσης γνώριζαν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 ότι αυτός δεν ήταν το πρόσωπο που παρίστανε ότι είναι. Υπήρξε σχεδιασμός, στην εκπλήρωση του οποίου χρειάστηκε να συνδράμουν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, ως γνώστες της Ελληνικής γλώσσας. Αυτή η διάσταση της υπόθεσης, η πρόθεση καταδολίευσης επισήμων αρχών του Κράτους, είναι επιβαρυντική. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια αδικημάτων που σχετίζονται με την πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστών εγγράφων όπως ταυτοτήτων και διαβατηρίων, αλλά και την παράνομη παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο, έχει επανειλημμένα τονισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Όπως υποδεικνύεται μέσα από τη σχετική Νομολογία, η ενδεικνυόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων αυτών, της έξαρσης που επισημαίνεται σε αυτά και της ανάγκης για αποτροπή προς το δημόσιο συμφέρον και την ανάγκη διατήρησης της έννομης τάξης. Συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω μετριαστικούς ή επιβαρυντικούς παράγοντες, υπό το φως του ανωτάτου ορίου ποινής που είναι εφαρμοστέο για έκαστη κατηγορία, καταλήγω να επιβάλλω τις ακόλουθες ποινές꞉ Στον Κατηγορούμενο αρ. 1꞉ Στην 3η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Στην 5η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 15 μηνών. Στην 7η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στην 10η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Στην 14η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στην 16η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Οι πιο πάνω ποινές που επιβλήθηκαν στον 1ο Κατηγορούμενο θα είναι συντρέχουσες. Στον Κατηγορούμενο αρ. 2, στην 15η κατηγορία, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στον Κατηγορούμενο αρ. 3, στην 11η κατηγορία, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης επτά 7 μηνών. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί σε έκαστο Κατηγορούμενο, ως η εισήγηση των συνηγόρων των Κατηγορουμένων. Το άρθρο 3
(2)του περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Αρ. 95/72) αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373, Λιασίδης ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 94). Μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του αδικήματος, το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Η σοβαρότητα των αδικημάτων στην παρούσα υπόθεση είναι δεδομένη. Αναμφίβολα, οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, όπως τις έχω αναλύσει πιο πάνω, δεν συνθέτουν τέτοια εικόνα, η οποία να δικαιολογεί την αναστολή της ποινής. Για αδικήματα που εμπεριέχουν το στοιχείο του δόλου, της εκ προθέσεως και εσκεμμένης εκδήλωσης ενεργειών που στόχο έχουν να καταδολιεύσουν επίσημες αρχές του Κράτους, η εκ των υστέρων παραδοχή τους στο Δικαστήριο είναι μεν δείκτης έμπρακτης μεταμέλειας, πλην όμως κρίνω ότι τυχόν αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, δεν θα μετέδιδε το μήνυμα της μη ανοχής σε τέτοιου είδους συμπεριφορές και δεν θα εξασφάλιζε την αποτροπή επανάληψης τέτοιων αδικημάτων. Οι ποινές φυλάκισης που έχω επιβάλει θα έχουν άμεση ισχύ από σήμερα. Επιτρέπω, όμως, όπως μειωθεί η διάρκεια της ποινής φυλάκισης που θα εκτιθεί κατά τέτοιο χρονικό διάστημα ώστε να αφαιρεθεί το διάστημα από 10.1.2019 μέχρι σήμερα που οι Κατηγορούμενοι τελούσαν υπό κράτηση ως υπόδικοι στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, όπως ορίζει το άρθρο 117 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Τα πλαστά έγγραφα που κατακρατούνται από την Αστυνομία ως τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Ενόψει της επιβολής άμεσης ποινής φυλάκισης στους Κατηγορούμενους, τυχόν έξοδα που προκλήθηκαν από την ακροαματική δικαστική διαδικασία να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (υπ.) ......................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο