Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Λο?ζου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7950/2016, 28/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:B12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πανταζή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7950/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας και
- XXXXX Λοΐζου
- XXXXX Γεωργίου Ημερομηνία: 28.5.2019 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Παντελή Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Ν. Δημητρίου Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΚΗ ΕΝΤΟΣ ΔΙΚΗΣ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν από κοινού τρεις κατηγορίες꞉ Η πρώτη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, κατά παράβαση των άρθρων 4, 35, 114 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, μεταξύ των ημερομηνιών 1/1/2016 - 1/2/2016 οι Κατηγορούμενοι συνωμότησαν στην επαρχία Λάρνακας για να δώσουν ψευδείς πληροφορίες σε Αστυνομικό. Η δεύτερη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της παροχής ψευδούς πληροφορίας σε Αστυνομικό, κατά παράβαση των άρθρων 20 και 114 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και Νόμος 166/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, οι Κατηγορούμενοι γνωρίζοντας ότι διαπράχθηκε ποινικό αδίκημα όσον αφορά την αγοραπωλησία μοτοσικλέτας, έδωσε ψευδείς πληροφορίες σε Αστυνομικό που διεξήγαγε ανάκριση. Η τρίτη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία, κατά παράβαση των άρθρων 20 και 122(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, οι Κατηγορούμενοι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, με σκοπό την παρεμπόδιση της κανονικής πορείας της δικαιοσύνης, προέβησαν σε πράξη η οποία ήταν προορισμένη ή ενδεχομένως να παρεμπόδιζε ή να επηρέαζε Αστυνομική έρευνα που διεξαγόταν με σκοπό έναρξη δικαστικής διαδικασίας, δηλαδή δήλωσαν ψευδώς όσο αφορούσε την αγοραπωλησία της μοτοσικλέτας. Οι Κατηγορούμενοι απάντησαν μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στις 22/11/2018, κατέθεσε ως πρώτος μάρτυρας ο Αστ. XXXXX XXXXX Ιωάννου (στο εξής «ο ΜΚ1»). Κατέθεσε στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσής του, ημερ. 11.2.2016 (βλ. το Τεκμήριο 1). Όπως εκεί αναφερόταν, ο ΜΚ1 συμμετείχε σε ομάδα αστυνομικών (Λοχ. XXXXX, Αστ. XXXXX, Αστ. XXXXX), οι οποίοι μετέβηκαν την 28.1.2016 και ώρα 15꞉25 στην οδό XXXXX 10Α στη Λάρνακα στην οικία του Κατηγορούμενου αρ. 1 για να εκτελέσουν δικαστικό ένταλμα έρευνας. Το εν λόγω ένταλμα έρευνας, μαζί με επισυναπτόμενο ημερολόγιο ενεργείας και πιστοποίηση της εκτέλεσής του, κατατέθηκαν από τον ΜΚ1, χωρίς ένσταση από το συνήγορο Υπεράσπισης, ως Τεκμήριο
- Όπως επεσήμανε ο ΜΚ1 ενώπιον του Δικαστηρίου, στο πιο πάνω αναφερόμενο ένταλμα έρευνας επισυνάπτονται οι εξής ξεχωριστές πιστοποιήσεις εκτέλεσης του εντάλματος꞉ · Η μία πιστοποίηση αφορά την έρευνα που διεξήχθη στις 28.1.2016 από την προαναφερόμενη ομάδα αστυνομικών (Λοχ. XXXXX, Αστ. XXXXX, Αστ. XXXXX), στην οποία συμμετείχε και ο ΜΚ1 και αφορά στην έρευνα στην οδό XXXXX 10Α στη Λάρνακα στην οικία του Κατηγορούμενου αρ.
- · Η άλλη πιστοποίηση αφορά στην έρευνα που διεξήχθη από άλλη ομάδα αστυνομικών σε εργαστήριο ταμπελλογραφείας στην οδό Τεύκρου 5 στη Λάρνακα, στην οποία συμμετείχε η Αστ. 3485, η οποία έκανε την εν λόγω πιστοποίηση, μαζί με τους Λοχ. 1783, Α/Αστ. 3725 και Αστ.
- · Προκύπτει να υπάρχει επισυνημμένη και μια τρίτη πιστοποίηση για εκτέλεση του ιδίου εντάλματος έρευνας στις 29.1.2016 από τον Α/Αστ. 1706 μαζί με άλλους εκεί αναφερόμενους αστυνομικούς. Ό,τι ενδιαφέρει για τους σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης είναι ότι ο ΜΚ1 επιχείρησε να καταθέσει κατά την κυρίως δίκη, στο στάδιο της κυρίως εξέτασής του, ένα έγγραφο που εντοπίστηκε κατά την έρευνα που διεξήχθηκε στην οδό XXXXX 5 στο εργαστήριο ταμπελλογραφείας και ηγέρθηκε ένσταση από το συνήγορο Υπεράσπισης στην κατάθεση του εν λόγω εγγράφου. Πρόκειται για ένα «έγγραφο μεταβίβασης δίκυκλου οχήματος», το οποίο, ως ο ισχυρισμός του ΜΚ1, παραδόθηκε σε αυτόν μέσα σε «ένα χακί φάκελο» από την Αστ. 3485 που ήταν αυτή που εντόπισε το έγγραφο κατά την έρευνα στο ταμπελλογραφείο. Σχετικές οι γραμμές 129 έως 137 της γραπτής κατάθεσης του ΜΚ1 ως το Τεκμήριο 1 στην κυρίως δίκη. Αυτό το «έγγραφο μεταβίβασης δίκυκλου οχήματος» έχει προφανώς σχέση με την «αγοραπωλησία μοτοσικλέτας» που είναι επίδικη στο πλαίσιο των κατηγοριών αρ. 2 και 3 που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1 και
- Η ένσταση του συνηγόρου Υπεράσπισης στην κατάθεσή του διατυπώθηκε κατά τη δικάσιμο ημερ. 22.11.2018 ως εξής꞉ «Η ένσταση εδράζεται στο γεγονός ότι δεν ήταν αποτέλεσμα εκτέλεσης εντάλματος έρευνας.» (βλ. γραμμή 26, σελ. 3 των πρακτικών) και «Δεν ήταν αποτέλεσμα νόμιμης έρευνας εις το υποστατικό του πρώτου Κατηγορούμενου στην οδό XXXXX 5 στη Λάρνακα. Πιο συγκεκριμένα ήταν έξω και πέραν από το χρόνο που αναφέρεται στην εκτέλεση του εντάλματος.» (βλ. γραμμή 31 σελ. 3 έως γραμμή 2 σελ. 4). Κατόπιν διευκρινιστικής ερώτησης του Δικαστηρίου αν ο συνήγορος Υπεράσπισης εννοούσε ότι εκ των υστέρων, δηλαδή μετά την ολοκλήρωση της εκτέλεσης του εντάλματος έρευνας εντοπίστηκε το επίμαχο έγγραφο μεταβίβασης, ο κ. Δημητρίου απάντησε λέγοντας «Ή και εκ των προτέρων ή και εκ των υστέρων. Η θέση μας είναι εκ των προτέρων.» (βλ. γραμμές 29 έως 31 σελ. 4 των πρακτικών). Κατόπιν νέας διευκρινιστικής ερώτησης του Δικαστηρίου, για να διασαφηνιστεί το πλαίσιο της ένστασης, αν ο κ. Δημητρίου εννοούσε ότι το επίμαχο έγγραφο μεταβίβασης ανευρέθηκε πριν την έκδοση του εντάλματος έρευνας, ο κ. Δημητρίου απάντησε λέγοντας «Πριν τες 15꞉45 που αναφέρει η κυρία Μπότσαρη ότι άρχισε να ερευνά το υποστατικό.» (βλ. τις γραμμές 4 και 5 στη σελ. 5 των πρακτικών). Αξίζει να σημειωθεί ότι το ένταλμα έρευνας που εκτελέστηκε ως πιο πάνω αναφέρθηκε στο εργαστήριο ταμπελλογραφείας στην Τεύκρου 5, δεν αναγράφει ποια ακριβώς ώρα εκδόθηκε από τη Δικαστή που το εξέδωσε. Αν αυτό επηρέαζε τη νομιμότητά του ή όχι, ήταν ζήτημα που απασχόλησε το Κακουργιοδικείο Λάρνακας σε άλλη ποινική υπόθεση (υπ/ αριθ. 8244/16) που αντιμετώπιζαν οι ίδιοι κατηγορούμενοι. Το Κακουργιοδικείο έκρινε κατόπιν διεξαγωγής δίκης εντός δίκης ότι η παράλειψη της δικαστού να καταγράψει την ώρα έκδοσης του εντάλματος έρευνας αποτελούσε «ουσιώδες ελάττωμα σε βαθμό που το καθιστά ανύπαρκτο», αφού παραβίαζε τις πρόνοιες του άρθρου 28
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το οποίο απαιτεί ρητά όπως αναγράφεται η ώρα έκδοσης του εντάλματος σε αυτό. Κρίθηκε από το Κακουργιοδικείο ότι το ένταλμα έρευνας πρέπει να πληροί σωρευτικά όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 28, έτσι ώστε να μπορεί να τύχει εφαρμογής και εκτέλεσης. Η μη αναγραφή της ώρας εκδόσεώς του κρίθηκε από το Κακουργιοδικείο ότι δεν παρείχε εξουσία εκτέλεσής του. Αντίγραφο της εν λόγω απόφασης του Κακουργιοδικείου, ημερ. 1.3.2018, δόθηκε στο παρόν Δικαστήριο από τον κ. Δημητρίου για χάριν ενημέρωσης. Από την άλλη, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, κα Παντελή, επεσήμανε στο παρόν Δικαστήριο ότι στο πλαίσιο της Ποινικής Έφεσης αρ. 247/2018 το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε στην απόφασή του ημερ. 2.10.2018 με την ενέργεια του Κακουργιοδικείου να προβεί, κατ'ουσίαν, σε αναθεωρητικό έλεγχο της νομιμότητας του εντάλματος έρευνας και το Ανώτατο Δικαστήριο εξέφρασε τον προβληματισμό του για τον εν λόγω χειρισμό. Αφού υπενθύμισε ότι κάθε ένταλμα έρευνας παραμένει σε ισχύ μέχρις ότου εκτελεστεί ή ακυρωθεί από αρμόδιο Δικαστή, πρόσθεσε ότι, κατά πάγια νομολογία, το κακουργιοδικείο ως κατώτερο δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να αναθεωρήσει διαταγή ή απόφαση άλλου πρωτόδικου δικαστηρίου. Η αναθεώρηση ενός εντάλματος έρευνας μπορεί να γίνει αποκλειστικά από το Ανώτατο Δικαστήριο, είτε μέσω έφεσης είτε μέσω εντάλματος certiorari. Αντίγραφο της εν λόγω απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 1.3.2018, τέθηκε ενώπιόν μου από τη συνήγορο της Κατηγορούσας αρχής. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μέχρι σήμερα καμία απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου η οποία να έχει ακυρώσει το ένταλμα έρευνας για το οποίο έγινε λόγος ανωτέρω και το οποίο τυγχάνει να είναι το ίδιο με αυτό που ενδιαφέρει στην παρούσα υπόθεση. Επομένως, το ένταλμα έρευνας τεκμαίρεται έγκυρο. Άλλωστε, ενώπιον μου έχει τεθεί χωρίς καμία ένσταση στην κατάθεσή του. Αν το ίδιο το ένταλμα ήταν παράνομο και άκυρο, θα ανέμενα να εγειρόταν ένσταση στην κατάθεσή του ως τεκμηρίου, έτσι ώστε να αποκλειόταν από την εισαχθείσα μαρτυρία σε κατάλληλο στάδιο. Ενόψει του πιο πάνω δεδομένου, συγκεκριμενοποίησε ο κ. Δημητρίου την εμβέλεια της ένστασής του στην ενώπιον μου διαδικασία κατά τη δικάσιμο ημερ.22.11.2018 ως εξής (βλ. γραμμές 13 έως 22, σελ. 5 των πρακτικών)꞉ «Κος Δημητρίου: Το εγείρω το θέμα της ώρας, ότι λείπει η ώρα πάνω στο ένταλμα. Δεν εγείρω οποιοδήποτε θέμα για τη νομιμότητα του εντάλματος. Εγέρθη σε άλλες διαδικασίες. Είναι θέση της υπεράσπισης, ότι θα πρέπει να διεξαχθεί ενδιάμεση διαδικασία δίκης εντός δίκης [...] αντιλαμβάνεστε εάν η έρευνα τελικά καταδειχθεί ότι ήταν έξω από τα πλαίσια του Άρθρου 16 του Συντάγματος, η οποιαδήποτε μαρτυρία οικοδομήθηκε πάνω σε αυτήν την έρευνα, από το Σύγγραμμα Σάντης και Ηλιάδης για το Δίκαιο της Απόδειξης, δεύτερη έκδοση, στο σημείο που αναφέρεται στη ληφθείσα μαρτυρία και ειδικότερα ληφθείσα μαρτυρία κατά παράβαση της Συνταγματικής Διάταξης, δεν χωρεί καμία συγχώρεση, σε αντίθεση με νομοθεσία που κάτω υπό ορισμένες προϋποθέσεις, μπορεί να επιτραπεί.». Αρχικά, η θέση της Κατηγορούσας Αρχής κατά τη δικάσιμο ημερ. 22.11.2018 ήταν υπέρ της εισήγησης για διεξαγωγή δίκης εντός δίκης, για να αποφασιστεί εάν το επίμαχο έγγραφο μεταβίβασης λήφθηκε υπό συνθήκες εκτέλεσης νόμιμου εντάλματος έρευνας, αλλά κατά τη δικάσιμο ημερ. 4.12.2018 αναδιατύπωσε τη θέση της η κα Παντελή λέγοντας ότι το έγγραφο μεταβίβασης «είναι η θέση μου ότι θα πρέπει να κατατεθεί και είναι θέμα αξιολόγησης στο τέλος της δίκης από το Δικαστήριο σας» (βλ. γραμμές 30 - 31 σελ. 3 των πρακτικών). Το παρόν Δικαστήριο κατέληξε να αποδέχεται την εισήγηση του κ. Δημητρίου για διεξαγωγή δίκης εντός δίκης, αφού όπως επεσήμανα η ένσταση αφορά στον ισχυρισμό ότι το έγγραφο μεταβίβασης δεν είναι αποτέλεσμα νόμιμης έρευνας στο υποστατικό του πρώτου κατηγορουμένου, λήφθηκε έξω και πέρα από τον χρόνο που αναφέρεται στην πιστοποίηση εκτέλεσης του εντάλματος έρευνας, επομένως, χωρίς να έχει το Δικαστήριο ενώπιόν του μαρτυρία για το τι ώρα λήφθηκε το εν λόγω έγγραφο μεταβίβασης και πώς λήφθηκε, δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο να αποκλείσει το ενδεχόμενο να είναι προϊόν παράνομης έρευνας, δηλαδή έρευνας χωρίς εξουσιοδότηση από Δικαστήριο. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την Κυπριακή Νομολογία, ενόψει των διατάξεων των Άρθρων 34 και 35 του Συντάγματος, δεν υπάρχει στην Κύπρο δυνατότητα έγκρισης της προσαγωγής ως αποδεικτικού μέσου, μαρτυρίας που λήφθηκε κατά παραβίαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα. Έτσι, μαρτυρία, η οποία λαμβάνεται ή προκύπτει ως αποτέλεσμα της παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ανθρώπου, τα οποία κατοχυρώνονται στο Δεύτερο Μέρος του Συντάγματος, αποκλείεται ως μαρτυρία, άσχετα με την αποδεικτική της αξία και το σκοπό για τον οποίο λήφθηκε (βλ. Δημοκρατία ν. Κυπριανίδη κ.ά.
(1994)2 Α.Α.Δ. 37, Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33, Georghiou ν. Republic
(1984)2 C.L.R. 65, Merthodja v. Police
(1987)2 C.L.R. 227, Al-Hamad κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, Enotiades ν. Police
(1986)2 C.L.R. 64, Psaras v. Republic
(1987)2 C.L.R. 132 και Αστυνομία ν. Γιάλλουρος
(1992)2 Α.Α.Δ. 147). Απεναντίας, σε περίπτωση που η μαρτυρία εξασφαλίζεται όχι κατά παράβαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα, αλλά κατά παράβαση Νόμου, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια αποδοχής της, υπό κάποιες προϋποθέσεις (βλ. Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186). Στην Δημοκρατία ν. Kirnouyan κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 126 λέχθηκε ότι στην Κύπρο, με εξαίρεση το άρθρο 16 του Συντάγματος, το οποίο θέτει ειδικές προϋποθέσεις μόνο ως προς την έρευνα κατοικίας (ύπαρξη δικαστικού εντάλµατος ή ρητής συναίνεση του ενοίκου), οι περιορισμοί ως προς τη δυνατότητα διεξαγωγής έρευνας, στη βάση εύλογης υποψίας πηγάζουν από το Νόμο και όχι από το Σύνταγμα. Στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 411 αναφέρθηκε ότι η έρευνα αυτοκινήτου ή ακόμα και η είσοδος σε τόπο άλλο από κατοικία, δεν αποτελεί αντικείμενο συνταγματικής ρύθμισης, οπότε η ενδεχόμενη μη τήρηση του Νόμου, ακόμα και ως προς τα προαπαιτούμενα της, θα ξέφευγε της εμβέλειας της νομολογίας αναφορικά με το ανεπίτρεπτο αποδοχής μαρτυρίας, αφού αυτό συναρτάται προς συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα (βλ. και Psaras ανωτέρω). Στην απόφαση ημερ. 30.11.2015 στην Πολιτική Αίτηση Αρ. 126/2015 του Έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Στ. Ναθαναήλ, το επίδικο ένταλμα έρευνας εξουσιοδοτούσε την αστυνομική έρευνα σε δικηγορικό γραφείο που αποτελεί, εν προκειμένω, επαγγελματική στέγη. Εξετάστηκε η νομιμότητα της έρευνας υπό το φως της αναγκαιότητας τήρησης του εχέγγυου της εμπιστευτικότητας και απορρήτου επικοινωνίας δικηγόρου - πελάτη. Κατά την άσκηση δικαστικού ελέγχου πρέπει να αποφεύγονται «μηχανιστικές προσεγγίσεις που θα απομάκρυναν από την ουσία και θα μετέτρεπαν τα κεφαλαιώδη ζητήματα του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και της εξιχνίασης των εγκλημάτων σε ζητήματα τύπου» (βλ. Κωνσταντίνου ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης του εκάστοτε επίδικου θέματος (ή απόρριψης της ένστασης της υπεράσπισης) σε μια δίκη εντός δίκης, παραμένει στους ώμους της Κατηγορούσας αρχής και αποσείεται στο βαθμό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η μαρτυρία που δίδεται στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης προσεγγίζεται ώστε να αποφασισθεί το συγκεκριμένο επίδικο θέμα, έχοντας πάντα κατά νου ότι κατά την αξιολόγηση πρέπει να διατηρείται ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων και ιδιαίτερα του Κατηγορούμενου. Αυτό επιβάλλει, κατά συνέπεια, περιορισμούς στον σχολιασμό της μαρτυρίας και στη διατύπωση ευρημάτων (βλ. Petri v. The Republic
(1968)2 CLR 40 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(2012)2 Α.Α.Δ 370). Η μαρτυρία που δόθηκε στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης. Στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης που άρχισε στις 11.12.2018, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τους ακόλουθους μάρτυρες: · Την Αστ. XXXXX XXXXX Μπότσαρη (στο εξής «η Μ.1»). Η γραπτή κατάθεση την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της είναι κατατεθειμένη ως Τεκμήριο Ι. · Τον Λοχία XXXXX XXXXX Ζαχαρίου (στο εξής «η Μ.2») (βλ. την ένορκη μαρτυρία του ημερ. 20.12.2018). · Τον Αστ. XXXXX XXXXX Ιωάννου (στο εξής «η Μ.3») (βλ. την ένορκη μαρτυρία του ημερ. 12.2.2019 και 25.2.2019). · Τον Αστ. XXXXX XXXXX Μουττά (στο εξής «ο Μ.4») (βλ. την ένορκη μαρτυρία του ημερ. 5.3.2019). · Τον Υπαστυνόμο XXXXX Χρυσοστόμου (στο εξής «ο Μ.5») (βλ. την ένορκη μαρτυρία του ημερ. 18.3.2019). Από την άλλη, η πλευρά της Υπεράσπισης, η οποία ήγειρε το ζήτημα προς εξέταση στο πλαίσιο δίκης εντός δίκης, δήλωσε κατά τη δικάσιμο ημερ. 9.4.2019 ότι δεν θα προσφέρει μαρτυρία. Όλη η προσκομισθείσα μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη αυτολεξεί στα επίσημα πρακτικά του Δικαστηρίου. Δεν το θεωρώ σκόπιμο να την επαναλάβω. Θα αναφερθώ στα σημεία εκείνα της μαρτυρίας που επιδρούν στη διαμόρφωση του συμπεράσματός μου για το ζήτημα που εξετάζεται στη δίκη εντός δίκης. Δόθηκε αρκετή μαρτυρία ενώπιον μου για να αποδειχθεί ότι το ένταλμα έρευνας όπως αρχικώς εκδόθηκε από την αδελφή Δικαστή κατέγραφε την οδό όπου ευρίσκεται η οικία του Κατηγορούμενου αρ. 1 («XXXXX 10, Λάρνακα») ως την οδό όπου ευρίσκεται το εργαστήριο ταμπελλογραφίας του, ενώ εκείνο βρισκόταν στην «XXXXX 5, Λάρνακα» και η οικία του ήταν στην XXXXX 10, καθώς και ότι το σφάλμα αυτό έγινε αντιληπτό από το Α/λοχία XXXXX μόλις έφθασε με την ομάδα του στην οικία του Κατηγορούμενου αρ. 1 στις 28.1.2016 η ώρα 15:25 στην οδό XXXXX 10 στη Λάρνακα, γι'αυτό και κάλεσε άλλο συνάδελφό του (τον Μ.4), για να του δώσει οδηγίες να μεταβεί στην οικία της δικαστού που το είχε εκδώσει για να προβεί στη δέουσα διόρθωση του εντάλματος έρευνας, ώστε να γίνει η αντιστροφή των καταχωρημένων σε αυτό διευθύνσεων. Δόθηκε επίσης μαρτυρία ότι η διόρθωση αυτή έγινε μεταξύ 15꞉25 και 15꞉41 αφού η ώρα 15꞉41 ξεκίνησε η κατάσχεση αντικειμένων στη σκηνή ως αναγράφεται στο Ημερολόγιο Ενεργείας που επισυνάπτεται στο ένταλμα έρευνας (βλ. Τεκμήριο 2 στην κυρίως δίκη, Τεκμήριο IV στη δίκη εντός δίκης). Η έμφαση της αντεξέτασης των μαρτύρων που παρέλασαν κατά τη δίκη εντός δίκης εστιάστηκε στον έλεγχο της αξιοπιστίας τους για το αν πράγματι αστυνομικός μετέβη στην οικία της δικαστού για διόρθωση ή αν η άδεια διόρθωσης δόθηκε τηλεφωνικώς από τη δικαστή προς τους αστυνομικούς επί τω ότι ήταν επουσιώδης και για το αν πράγματι εξασφαλίστηκε η άδεια διόρθωσης ή/και η διόρθωση του λεκτικού του εντάλματος εντός του χρονικού διαστήματος 15꞉25 και 15꞉41, αν το διάστημα αυτό ήταν εύλογο ή μικρότερο ή μεγαλύτερο. Από την πιο πάνω γραμμή αντεξέτασης δεν προκύπτει να αμφισβητήθηκε η μαρτυρία που προσκομίστηκε για να αποδείξει ότι ο τόπος όπου έγινε η έρευνα (Τεύκρου 5, Λάρνακα) ήταν τόπος όπου όντως παρείχετο εξουσιοδότηση δυνάμει του επίμαχου εντάλματος έρευνας να διεξαχθεί τέτοια έρευνα. Επομένως, η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από τις υποθέσεις Norster κ.α. ν. Δημοκρατία
(2013)2 Α.Α.Δ. 797, R. V. Atkinson
(1976)C.L.R 307, Αναφορικά με την Αίτηση του Husein, Π.Ε. 2012/17, ημερ. 23.10.2018, όπου εκεί η έρευνα έγινε σε υποστατικά άλλα, εκτός της εμβέλειας των ενταλμάτων έρευνας. Εξ αρχής αναγράφονταν στο ένταλμα έρευνας της παρούσας υπόθεσης και οι δύο διευθύνσεις στις οποίες διεξήχθη η έρευνα και ήταν εξ αρχής σαφές ότι υπήρχε πρόθεση του Δικαστηρίου να εξουσιοδοτήσει την έρευνα όχι μόνο στην οικία του Κατηγορουμένου αρ. 1 αλλά και στο ταμπελλογραφείο του. Εδώ ουδέποτε τέθηκε ισχυρισμός ότι ερευνήθηκε άλλο υποστατικό από αυτό που κάλυπτε το ένταλμα ή ότι σ' αυτό περιγράφετο άλλος χώρος απ' αυτόν που ερευνήθηκε. Αναντίλεκτο ήταν κατά τη δίκη εντός δίκης το γεγονός ότι η δικαστής που εξέδωσε το ένταλμα έρευνας έλαβε ενώπιον της στις 28.1.2016 και ώρα 14꞉30 (βλ. το Τεκμήριο VII στη δίκη εντός δίκης) τον όρκο του αστυνομικού ως προς τη μαρτυρία που του δημιουργούσε εύλογη υποψία ότι ο ύποπτος (εδώ κατηγορούμενος αρ. 1) ενεχόταν στη διάπραξη αδικημάτων, γι'αυτό και αιτούνταν το ένταλμα έρευνας. Επομένως, το ένταλμα έρευνας πρέπει να εκδόθηκε μεταξύ 14꞉30 και 15꞉25 που ο Α/Λοχ. XXXXX λέγει ότι αντιλήφθηκε το λάθος με τις διευθύνσεις που αναγράφονταν σε αυτό. Στη δική της γραπτή κατάθεση (βλ. το Τεκμήριο Ι στη δίκη εντός δίκης) η Αστ. XXXXX Στ. Μπότσαρη λέγει ότι διενήργησε την έρευνα δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας στο υποστατικό της XXXXX 5 μεταξύ των ωρών 15꞉45 - 16꞉
- Στη συνέχεια η ώρα 22꞉30 αυτή παρέδωσε στα γραφεία του ΤΑΕ Λάρνακας στον Αστ. XXXXX (ΜΚ1 στην κυρίως δίκη, Μ.3 στη δίκη εντός δίκης) έναν χακί φάκελο στον οποίο υπήρχαν διάφορα έντυπα που εντοπίστηκαν κατά την έρευνα στο ταμπελλογραφείο του πρώτου κατηγορούμενου. Το ότι η Μ.
- ανέφερε ότι διεξήγαγε την έρευνα βάσει οδηγιών, χωρίς η ίδια να κατέχει στα χέρια της το ένταλμα έρευνας, αφού το κατείχε ο Λοχ. XXXXX XXXXX Ζαχαρίου, στοιχείο που επιβεβαίωσε ο ίδιος ο Λοχ. XXXXX επί του όρκου του στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο στις 20.12.2018 (βλ. σελ. 2 των εν λόγω πρακτικών), δεν αποτελεί γεγονός το οποίο να επιφέρει αφ' εαυτού ακυρότητα της έρευνας που η ίδια διεξήγαγε η Μ.
- Η μη κατοχή του εγγράφου του εντάλματος έρευνας από κάθε ένα μέλος της Αστυνομικής δύναμης που συμμετέχει στην έρευνα, δεν δημιουργεί ελάττωμα στη διεξαγωγή της έρευνας, εφόσον το εν λόγω μέλος έχει λάβει οδηγίες και επαρκή πληροφόρηση ότι υπάρχει το ένταλμα έρευνας σε ισχύ. Όπως προκύπτει από την υπόθεση O' Hara v. Chief Constable of the Royal Ulster Constabulary [1997] 1 All ER 129, σε σχέση με αστυνομικούς που ενεργούν ως ομάδα, αυτοί για προφανείς πρακτικούς λόγους πρέπει να μπορούν να στηρίζονται ο ένας στον άλλο στην λήψη αποφάσεων αναφορικά με το ποιόν να συλλάβουν ή να κάνουν έρευνα και υπό ποιες συνθήκες. Η εξουσία που τους παρέχει ο Νόμος δεν απαιτεί όπως ο αστυνομικός που ασκεί την εξουσία πρέπει να έχει στην κατοχή του όλες τις πληροφορίες, οι οποίες οδηγήσαν στην λήψη της απόφασης, ότι ήλθε η ώρα για την άσκηση της. Οι αστυνομικοί δε σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να χρησιμοποιούν τις εξουσίες τους όχι για αλλότριους σκοπούς αλλά προς εκπλήρωση της αποστολής τους στα πλαίσια των σκοπών του νόμου (βλ. Parpas ν. Republic
(1988)2 C.L.R. 5). Η δράση τους δε δεν πρέπει να είναι αυθαίρετη ούτε δυσανάλογη προς τις ανάγκες που προκύπτουν σε κάθε δεδομένη στιγμή αλλά πρέπει να είναι εύλογη και μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας, δηλαδή θα πρέπει να ασκούν την εξουσία τους στα όρια που τους παρέχει ο νόμος (βλ. Erbekci, Al-Hamad, Κωνσταντίνου, Χριστοφή ανωτέρω και Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 354). Το επίδικο έγγραφο μεταβίβασης δίκυκλου είναι ενώπιον μου κατατεθειμένο στο πλαίσιο της δίκης εντός δίκης ως Τεκμήριο ΙΙΙ. Δεν κατατέθηκε ενώπιον μου «ο χακίς φάκελος» μέσα στον οποίο, κατ' ισχυρισμόν, παραδόθηκε από την Αστ. XXXXX Στ. Μπότσαρη προς τον ΜΚ
- Δεν φέρει το ίδιο το Τεκμήριο ΙΙΙ στην όψη του οποιαδήποτε σφραγίδα για το τί ώρα ανευρέθηκε στο ταμπελλογραφείο και τί ώρα περισυνελέχθηκε από εκεί. Θέση που διατύπωσε ο κ. Ν. Δημητρίου κατά την δίκη εντός δίκης είναι ότι το επίμαχο έγγραφο μεταβίβασης περισυνελέχθηκε από την Αστυνομία η ώρα 15꞉00 (βλ. σελ. 4 των πρακτικών της δικασίμου ημερ. 4.12.2018), καθ΄ον χρόνο δεν υπήρξε ένταλμα έρευνας εκδοθέν προς εκτέλεση. Αφορμή για να προωθηθεί η θέση αυτή έδωσε προφανώς στο συνήγορο Υπεράσπισης το γεγονός ότι στον Κατάλογο Τεκμηρίων που ετοίμασε η Αστυνομία στο βιβλίο τεκμηρίων 10/16 ολοκληρώνοντας την έρευνα (βλ. το Τεκμήριο VI στη δίκη εντός δίκης) και ο οποίος Κατάλογος Τεκμηρίων χρησιμοποιήθηκε στην προμνησθείσα υπόθεση ενώπιον του Κακουργιοδικείου, αναγράφεται ότι ανευρέθηκε η ώρα 15:00 ο χακίς φάκελος που περιείχε διάφορα έγγραφα (βλ. αύξων αριθμό 201, σελ. 20/21). Την ευθύνη για τη σύνταξη του εν λόγω Καταλόγου Τεκμηρίων ανέλαβε ο Αστ. XXXXX XXXXX Ιωάννου (Μ.3), ο οποίος πιθανολόγησε ότι πρόκειται για δικό του λάθος η καταγραφή της συγκεκριμένης ώρας παραλαβής του τεκμηρίου. Διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν συμμετείχε στην έρευνα στο ταμπελλογραφείο για να μπορεί να γνωρίζει τί ώρα το περισυνέλεξε η κα Μπότσαρη. Κατέγραφε ο ίδιος στον κατάλογο τεκμηρίων αυτά που του παρουσίασαν οι συνάδελφοί του. Κρίνω πως η θέση ότι το συγκεκριμένο έγγραφο αποκτήθηκε η ώρα 15꞉00 δεν συνάδει με την καταγεγραμμένη δήλωση στο Ημερολόγιο Ενεργείας (βλ. Τεκμήριο IV στη δίκη εντός δίκης) ότι αμφότερες οι ομάδες αστυνομικών αναχώρησαν από την ΑΔΕ Λάρνακας για να μεταβούν στην οικία και τα υποστατικά του Κατηγορούμενου οι ώρα 15꞉
- Δεν αμφισβητήθηκε αυτή η επιμέρους μαρτυρία ως προς το χρόνο αναχώρησης από την ΑΔΕ για την έναρξη των ερευνών. Ούτε η Πιστοποίηση εκτέλεσης του εντάλματος, που συνέταξε η Μ.1, αλλά ούτε και η γραπτή της κατάθεση αναφορικά με το τί ώρα διεξήχθη η έρευνα στο ταμπελλογραφείο, συνάδει με τη δήλωση που καταχώρησε ο Μ.1 στον Κατάλογο Τεκμηρίων περί ανεύρεσης του εν λόγω χακί φακέλου η ώρα 15:
- Επομένως, κρίνεται αληθοφανής η θέση του Αστ. XXXXX ότι μάλλον εκ παραδρομής ο ίδιος κατέγραψε ότι το τεκμήριο παραλήφθηκε η ώρα 15꞉
- Άλλωστε, ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση για το τί ώρα διεξήχθη η έρευνα διότι δεν ήταν ο ίδιος παρών στο ταμπελλογραφείο και συνεπώς δεν μπορεί να έχει καλύτερο πεδίο γνώσης από την Μ.1 που διενήργησε προσωπικά την έρευνα. Εξάλλου, δεν αμφισβητήθηκε η καταγραφή στο ίδιο το Ημερολόγιο Ενεργείας που επισυνάπτεται στο επίδικο ένταλμα έρευνας της δήλωσης ότι ζητήθηκε η συγκατάθεση του κατηγορούμενου για έρευνα της οικίας του η ώρα 15꞉25 και αυτός επικοινώνησε με το δικηγόρο του η ώρα 15꞉
- Επομένως, πριν τις 15꞉25 καμία έρευνα δεν προκύπτει να έγινε βάσει των καταχωρήσεων στο Ημερολόγιο Ενεργείας. Η Υπεράσπιση, η οποία ήγειρε την ένσταση στην κατάθεση του εγγράφου μεταβίβασης δεν παρουσίασε καμία μαρτυρία για να αποδείξει τη θέση της ότι αυτό ελήφθηκε από το ταμπελλογραφείο η ώρα 15꞉
- Εφόσον οι Αστυνομικοί αναφέρουν ότι κατά την άφιξη τους στο ταμεπλλογραφείο, παρών ήταν ο XXXXX Γαβριήλ, εργοδοτούμενος του 1ου Κατηγορούμενου, θα ήταν προς το συμφέρον της θέσης της Υπεράσπισης, η ίδια να καλούσε τον κ. Γαβριήλ ως μάρτυρα για να δώσει μαρτυρία για το τί ώρα αφίχθηκαν εκεί και αν η έρευνα άρχισε ενωρίτερα από αυτήν που η Μ.1 καταγράφει στην Πιστοποίηση εκτέλεσης που συνέταξε ή και ενωρίτερα από την ώρα που καταγράφει στη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο Ι). Λαμβάνω, συναφώς, υπόψη τη θέση της Μ.1 ότι αυτή, μόλις εντόπισε το επίδικο έγγραφο μεταβίβασης, το υπέδειξε στον κ. Γαβριήλ που ήταν παρών (βλ. σελ. 6 και 7 των πρακτικών της δικασίμου ημερ. 11.12.2018). Τούτο υποστηρίχθηκε και από τη μαρτυρία του Λοχ.1783 (Μ.2) που ήταν στο μέρος (βλ. σελ. 3 των πρακτικών της δικασίμου ημερ. 20.12.2018). Εφόσον η Υπεράσπιση αμφισβητούσε την παρουσία του κ. Γαβριήλ στο μέρος (βλ. σελ. 15 των πρακτικών της δικασίμου ημερ. 11.12.2018), στην ίδια θα χρησίμευε να τον κλητεύσει ως μάρτυρα. Ελλείψει προσκόμισης τέτοιας αντικρουστικής μαρτυρίας, δεν δημιουργείται οποιαδήποτε εύλογη αμφιβολία για το αξιόπιστο της συγκεκριμένης δήλωσης γεγονότος στην οποία προέβη η Μ.1, ότι δηλαδή η έρευνά τους άρχισε η ώρα 15:45, σε χρόνο δηλαδή που υπήρχε ήδη εκδοθέν ένταλμα έρευνας και το οποίο είχε ήδη διορθωθεί σε ό,τι αφορά τις διευθύνσεις των υπό έρευνα υποστατικών. Παρομοίως, εντελώς μετέωρη παρέμεινε και μία άλλη εκδοχή που υπέβαλε στη Μ.1 ο συνήγορος Υπεράσπισης, ότι το επίδικο έγγραφο εντοπίστηκε η ώρα 17:00 (βλ. σελ. 11 των πρακτικών της δικασίμου ημερ. 11.12.2018), ήτοι μετά την έκδοση του εντάλματος έρευνας, αλλά έξω από το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην Πιστοποίηση Εκτέλεσης του εντάλματος έρευνας, ότι διήρκησε η έρευνα (η οποία βάσει της πιστοποίησης διεξήχθη μεταξύ 1545 - 1640). Τέτοια εκδοχή, ξένη προς ό,τι υποστηρίζει η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή, είναι η Υπεράσπιση που είχε το βάρος να την αποδείξει. Με το να εγερθεί απλώς και μόνο από την Υπεράσπιση ένας τέτοιος ισχυρισμός γεγονότος περί ανεύρεσης του εγγράφου η ώρα 17:00, χωρίς να προσφερθεί ίχνος υποστηρικτικής μαρτυρίας περί τούτου, καμία λογική αμφιβολία δεν δύναται να δημιουργήσει στο μυαλό του Δικαστηρίου για την αλήθεια της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής. Συνεπώς, καταλήγω να συμπεραίνω, ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η έρευνα που έγινε στο εργαστήριο ταμπελλογραφίας του κατηγορούμενου 1 ήταν νόμιμη, εφόσον βασίστηκε σε ένταλμα έρευνας (βλ. Τεκμήριο ΙV) το οποίο δεν έχει μέχρι σήμερα ακυρωθεί από αρμόδιο Δικαστήριο. Δεν προέκυψε από την ενώπιον μου δοθείσα μαρτυρία οποιαδήποτε υπόνοια ότι τα μέλη της Αστυνομίας στην παρούσα υπόθεση έκαναν χρήση των εξουσιών έρευνας που τους παρέχει ο περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 155, για αλλότριους σκοπούς, ούτε ότι η δράση τους ήταν αυθαίρετη ή δυσανάλογη προς τις ανάγκες που προέκυπταν σε κάθε δεδομένη στιγμή. Αντίθετα κρίνεται ότι η δράση τους ήταν εύλογη και μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι το επίμαχο έγγραφο μεταβίβασης δύναται να κατατεθεί ως μέρος της μαρτυρίας του ΜΚ
- Η ένσταση της υπεράσπισης του κατηγορούμενου 1 δεν μπορεί να γίνει δεκτή και απορρίπτεται. (Υπ.) ......................................... Α. Πανταζή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο