Εφόρου Φορολογίας ν. KOLTE ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13898/14, 27/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:B11 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13898/14 Μεταξύ: Εφόρου Φορολογίας Κατηγόρου - ν -
- KOLTE ENTERPRISES LTD (αρ. εγγραφής εταιρείας 308932)
- XXXXX ΧΑΜΠΗ
- XXXXX ΣΟΦΙΑΝΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 27.05.2019 Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο꞉ κ. Κωνσταντίνος Μάρκου. Για την Κατηγορούμενη αρ. 1꞉ καμία εμφάνιση. Για τον Κατηγορούμενο αρ. 2꞉ κ. Ν. Δαμιανού. Για τον Κατηγορούμενο αρ. 3꞉ κ. Ρ. Βραχίμης. Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΓΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗ 1 ΚΑΙ ΠΟΙΝΗ ΓΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥΣ 2 ΚΑΙ 3 Στην παρούσα υπόθεση, όλοι οι Κατηγορούμενοι είναι αντιμέτωποι με μία μόνο κατηγορία, υπ' αριθ. 1 στο κατηγορητήριο, η οποία αφορά στο αδίκημα της «Παράλειψης καταβολής Φ.Π.Α. που φαίνεται στη φορολογική δήλωση ως καταβλητέος κατά παράβαση των άρθρων 46
(14), 46
(9), 20
(1)και 48 του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, όπως έχει τροποποιηθεί, καθώς και του Κανονισμού 17
(1)και 29
(2)των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Κανονισμών (Γενικοί) του 2001 και 2002 (Κ.Δ.Π. 314/01 και Κ.Δ.Π. 51/2002).». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, «Οι Κατηγορούμενοι παρέλειψαν να καταβάλουν εμπρόθεσμα στον Έφορο Φορολογίας ποσό ύψους €30.990,03σ. που φαίνεται στη φορολογική δήλωση ως καταβλητέος για τη φορολογική περίοδο 01/10/2013 - 31/12/2013.». Παρά το ότι όλοι οι Κατηγορούμενοι απάντησαν αρχικά «μη παραδοχή» στην ως άνω κατηγορία, εντούτοις στη συνέχεια (βλ. τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 3.12.2018) οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 άλλαξαν απάντηση από μη παραδοχή σε «παραδοχή». Όσον αφορά την κατηγορούμενη αρ. 1, έπαυσε να υπάρχει εμφάνιση για αυτήν από τη δικάσιμο ημερ. 15.1.2018 (σχετικά τα όσα διαμείφθηκαν στο Δικαστήριο κατά τις δικασίμους 8.1.2018 και 15.1.2018) και έκτοτε παρέμενε ορισμένη για απόδειξη της κατηγορίας εναντίον της. Τόσο η διαδικασία απόδειξης για την Κατηγορούμενη αρ. 1 όσο και η διαδικασία έκθεσης των γεγονότων όσον αφορά τους Κατηγορούμενους 2 και 3, καθώς και οι αγορεύσεις των συνηγόρων Υπεράσπισής τους για μετριασμό της ποινής, διεξήχθησαν στις 13.5.2019 και επιφυλάχθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης εναντίον της Κατηγορούμενης αρ. 1 σημειώνω τα εξής꞉ Το κατηγορητήριο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο ποινικής υπόθεσης καταχωρήθηκε στις 10.10.
- Κατά την πρώτη δικάσιμο που ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου, ήτοι στις 10.11.2014, εμφανίσθηκε δικηγόρος ο οποίος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους και για λογαριασμό των Κατηγορουμένων αρ. 1 και
- Η απάντηση και των δύο Κατηγορουμένων ήταν «Μη παραδοχή». Όσον αφορά την Κατηγορούμενη αρ. 1 εταιρεία, η απάντησή της αυτή αποτυπώθηκε σε γραπτή ενυπόγραφη εξουσιοδότηση, ημερ. 10.11.2014, στην οποία αναφερόταν ότι η εταιρεία εξουσιοδότησε τον Διευθυντή της κο. Χαράλαμπο Χαμπή να εκπροσωπήσει την εταιρεία κατά την εν λόγω δικάσιμο για να δηλώσει μη παραδοχή. Η απάντηση του Κατηγορουμένου 2 δόθηκε προφορικά από τον ίδιο ενώπιον του Δικαστηρίου. Σημειωτέον ότι κατά την ίδια δικάσιμο (10.11.2014) παραδόθηκε στο Δικαστήριο η ένορκη δήλωση επίδοσης του κατηγορητηρίου προς την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία (βλ. Ε/Δ ημερ. 23.10.2014, η οποία σημειώθηκε από το παρόν Δικαστήριο στο φάκελο ως τεκμήριο «Έγγραφο Ι» στις 13.5.2019). Από το εν λόγω επιδοτήριο, προέκυπτε ότι η επίδοση προς την εταιρεία έγινε κατόπιν άφεσης του κατηγορητηρίου στον κ. XXXXX Χαμπή (εδώ Κατηγορούμενο αρ. 2), υπό την ιδιότητά του ως Διευθυντή. Η επίδοση του κατηγορητηρίου στον κ. Χαμπή υπό την προσωπική του ιδιότητα είχε επιτευχθεί την ίδια μέρα και το σχετικό, ξεχωριστό για το άτομό του, επιδοτήριο παραδόθηκε στο Δικαστήριο. Απεναντίας, η επίδοση στον έτερο Διευθυντή της εταιρείας, κ. XXXXX Σοφιανό, φαίνεται ότι επιτεύχθηκε αργότερα, αφού, αν και δεν υπάρχει στο φάκελο του Δικαστηρίου το σχετικό επιδοτήριο, εντούτοις υπάρχει σημειωμένη στα πρακτικά η εμφάνισή του για πρώτη φορά στο Δικαστήριο στις 17.12.2014, ημερομηνία κατά την οποία αυτός υπέγραψε και εγγύηση. Δήλωσε και ο ίδιος «Μη παραδοχή» στην κατηγορία αρ.
- Σε νέα δικάσιμο ημερ. 25.2.2015, ο Κατηγορούμενος 3 προσκόμισε νέα γραπτή και ενυπόγραφη Εξουσιοδότηση εκ μέρους και για λογαριασμό της Κατηγορούμενης αρ. 1 εταιρείας, όπου αναγραφόταν ότι η εταιρεία εξουσιοδοτούσε και τον Κατηγορούμενο 3 ως διευθυντή της να εμφανισθεί και να απαντήσει εκ μέρους της «Μη παραδοχή». Κατόπιν ενός μεγάλου αριθμού αναβολών της ακρόασης της υπόθεσης και αφού μεσολάβησε η αλλαγή των δικηγόρων των κατηγορουμένων, προκύπτει από το φάκελο ότι στις 15.1.2018 αμφότεροι οι συνήγοροι που εκπροσωπούσαν τούτε τους Κατηγορουμένους 2 και 3 δήλωσαν ότι ουδείς εξ αυτών εκπροσωπεί την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία και ότι οι δύο διευθυντές της συμφωνούν να μην υπάρξει καμία νομική εκπροσώπηση για την εταιρεία. Κατόπιν αυτής τους της δήλωσης ήταν που ο αδελφός Δικαστής, ο οποίος επιλαμβανόταν της υπόθεσης στις 15.1.2018, όρισε την υπόθεση για απόδειξη. Δεδομένου ότι ουδείς αμφισβήτησε ότι ο κ. XXXXX Χαμπής ήταν πράγματι διευθυντής της κατηγορούμενης αρ. 1 εταιρείας καθ'ον χρόνο έγινε η επίδοση σε αυτόν του κατηγορητηρίου για την Κατηγορούμενη αρ. 1 και εφόσον η ιδιότητά του αυτή κατά τον ουσιώδη χρόνο προκύπτει μέσα και από το Πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών ημερ. 23.11.2018 (βλ. το Τεκμήριο 3 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Παττίχη, ημερ. 13.5.2019), έπεται ότι η επίδοση είναι νομότυπη ως περιέχεται στο «Έγγραφο Ι». Για σκοπούς απόδειξης των γεγονότων της υπόθεσης όσον αφορά την Κατηγορούμενη αρ. 1, έχει μείνει αναντίλεκτη η ενώπιον μου κατατεθείσα ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Παττίχη, ημερ. 13.5.2019, την οποία σημειώνω ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο ΙΙ». Αποδέχομαι, λοιπόν, ως αληθή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τα εξής γεγονότα τα οποία αποτελούν συνεπακόλουθα και δικά μου ευρήματα γεγονότων꞉ Η Κατηγορούμενη αρ. 1 είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο ΦΠΑ (ο αριθμός εγγραφής δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί στο κείμενο της παρούσας απόφασης) από τις 6.7.2012 και παρέμεινε εγγεγραμμένη στο Μητρώο ΦΠΑ αδιάλειπτα μέχρι τις 31.7.2016, ημερομηνία κατά την οποία διαγράφηκε. Σχετικό το Τεκμήριο 1 του Εγγράφου ΙΙ. Από φορολογική δήλωση που υπέβαλε η Κατηγορούμενη 1 στον Έφορο Φορολογίας για τη φορολογική περίοδο 01/10/2013 - 31/12/2013 προέκυψε ως καταβλητέο από αυτήν το ποσό των €30.990,03σ., το οποίο όμως αυτή παρέλειψε να καταβάλει στον Έφορο εντός της ταχθείσας προθεσμίας, ήτοι μέχρι τις 10.2.
- Σχετικό το Τεκμήριο 2 του Εγγράφου ΙΙ. Συνέχιζε να οφείλει το ποσό αυτό καθ'ον χρόνο καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο στις 10.10.
- Μετά την καταχώρηση του Κατηγορητηρίου εναντίον της εταιρείας και των ως άνω διευθυντών της ως φαίνονται στο Πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών ημερ. 23.11.2018 υπό το Τεκμήριο 3 του Εγγράφου ΙΙ (ήτοι των Κατηγορουμένων 2 και 3), υπήρξε μερική συμμόρφωση, εφόσον καταβλήθηκε το ποσό των €23.440,59σ. και παρέμεινε οφειλόμενο το ποσό των €7.549,44σ. Τα πιο πάνω αποδεδειχθέντα γεγονότα θα αποτελέσουν τη βάση για επιμέτρηση και επιβολή ποινής εναντίον της Κατηγορουμένης αρ.
- Στηριζόμενος στα γεγονότα αυτά, ο συνήγορος του Εφόρου Φορολογίας ζητεί από το Δικαστήριο να εκδώσει εναντίον όλων των Κατηγορουμένων Διάταγμα που να τους υποχρεώνει από κοινού ή/και κεχωρισμένα να πληρώσουν στον Έφορο Φορολογίας το ποσό του καταβλητέου φόρου που υπολείπεται να πληρωθεί, ήτοι το ποσό των €7.549,44σ. Το αίτημα αυτό προωθεί με την ένορκη δήλωσή του, ημερ. 13.5.2019, και ο κ. XXXXX Παττίχης (σχετική η παράγραφος 10). Περαιτέρω, ο κ. Μάρκου παραπέμπει το Δικαστήριο σε πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 14.2.2019, στην Ποινική Έφεση 323/2015, Γενικός Εισαγγελέας ν Σολομωνίδη, όπου κατόπιν ανατροπής πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης, επιβλήθηκε ποινή αλλά και εκδόθηκε τέτοιο διάταγμα εναντίον και των διευθυντών της εταιρείας. Το πιο πάνω υπόβαθρο γεγονότων βρίσκει σύμφωνους τους Κατηγορούμενους 2 και 3, πλην όμως οι συνήγοροί τους καλούν το Δικαστήριο να μην εκδώσει Διάταγμα εναντίον των πελατών τους, αντιμετωπίζοντας μόνο την Κατηγπορούμενη 1 ως «το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο» που αποτελεί χρεώστη του καταβλητέου φόρου. Ειδικότερα, ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 2, κ. Δαμιανού, αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, θέλησε να αναδείξει ότι ο δικός του πελάτης είχε από πολύ νωρίς και συγκεκριμένα από 23.5.2016 απευθυνθεί γραπτώς στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (βλ. την επιστολή ως το «Έγγραφο Α»), για να τον ενημερώσει ότι η διοίκηση της Κατηγορούμενης αρ. 1 εταιρείας είχε φθάσει σε αδιέξοδο ενάμιση έτος μετά την έναρξη της λειτουργίας της το 2013, λόγω διαφωνίας μεταξύ των δύο διευθυντών της και έκτοτε παρέμεινε αδρανής, ότι δική του εισήγηση ήταν να καταβάλει ο κατηγορούμενος αρ.2 το ήμισυ της οφειλής και το υπόλοιπο να καταβληθεί από τον Κατηγορούμενο
- Εν τέλει, ο Κατηγορούμενος αρ. 2 πλήρωσε όντως ποσό €15.500 στις 18.4.2019, ενώ ο Κατηγορούμενος αρ. 2 πλήρωσε μόνο €5000 στις 9.4.2019 και η Κατηγορούμενη αρ. 1 πλήρωσε €2.941 μέσω κάποιας επιστροφής. Θα ήταν άδικο να διαταχθεί ο πελάτης του να καταβάλει οποιοδήποτε περαιτέρω ποσό, εφόσον αυτός κατέναλε ήδη το ½ του ποσού του κατηγορητηρίου. Κάτι τέτοιο θα απέληγε σε ανισότητα χειρισμού δύο ισότιμων διευθυντών, αφού η συμμετοχή τους στην εταιρεία ήταν 50%-50%. Παράλληλα, από νομικής απόψεως, ο κ. Δαμιανού επισημαίνει ότι το άρθρο 46
(12)του Ν.95(Ι)/2000 παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει διάταγμα εναντίον του καταδικασθέντα, ο οποίος οφείλει το ποσό, ενώ εδώ την οφειλή είχε μόνο η Κατηγορούμενη 1. Άλλο η ποινική ευθύνη που επιφορτίζει το άρθρο 48 του ιδίου Νόμου στους Διευθυντές και άλλο η οφειλή που επιβάλλεται στο υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο. Γι'αυτό το λόγο, ο κ. Δαμιανού εισηγείται ότι η απόφαση Σολομωνίδης ανωτέρω, δεν θα πρέπει να ακολουθηθεί, ούτε θεωρεί ότι εκεί ήταν επίδικο ζήτημα η ερμηνεία του άρθρου 46
(12)σε συνδυασμό με το άρθρο 48 του Ν.95(Ι)/
- Από την άλλη, ο κ. Βραχίμης εισηγήθηκε ότι η οικονομική δύναμη του πελάτη του είναι πολύ πιο δυσχερής από εκείνην του 2ου Κατηγορούμενου και επομένως το να καταλήξει να επιμερίζεται μεγαλύτερο βάρος ο 2ος ουδεμία ανισότητα προκαλεί. Κατέληξε όμως και ο ίδιος να επισημαίνει ότι υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο ήταν η εταιρεία και όχι οι διευθυντές της. Διευκρινίσθηκε στη συνέχει από τους συνηγόρους εκατέρωθεν, ότι ο 2ος Κατηγορούμενος έχει εισόδημα €25.000 ετησίως από τις διάφορες εταιρείες που διαχειρίζεται ενώ ο 3ος Κατηγορούμενος είναι άνεργος, συντηρείται από τη σύζυγός του, η οποία λαμβάνει μισθό περί τα €
- Όλοι οι Κατηγορούμενοι είναι Λευκού Ποινικού Μητρώου. ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Παραθέτω πιο κάτω τις διατάξεις του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε, οι οποίες παρουσιάζουν ενδιαφέρον βάσει του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης꞉ Άρθρο 2 - "υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο" σημαίνει πρόσωπο που είναι υποκείμενο στο φόρο δυνάμει του άρθρου 6˙ 6.-
(1)Υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο είναι κάθε πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο ή που απαιτείται να είναι εγγεγραμμένο με βάση τον παρόντα Νόμο. 7.-
(1)Φ.Π.Α. επιβάλλεται επί οποιασδήποτε .παράδοσης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών που πραγματοποιείται στο εσωτερικό της Δημοκρατίας, όταν είναι φορολογητέα συναλλαγή που πραγματοποιείται από υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο μέσα στα πλαίσια ή για προώθηση οποιασδήποτε επιχείρησης που ασκεί.
(2)Φορολογητέα συναλλαγή είναι κάθε παράδοση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών που πραγματοποιείται στο εσωτερικό της Δημοκρατίας και δεν είναι εξαιρούμενη. 20.-
(1)Κάθε υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο αποδίδει λογαριασμό και καταβάλλει Φ.Π.Α., σε σχέση με τις συναλλαγές που πραγματοποιεί και σε σχέση με απόκτηση από το εν λόγω πρόσωπο οποιωνδήποτε αγαθών από άλλα κράτη μέλη, αναφορικά με τέτοιες περιόδους (που στον παρόντα Νόμο αναφέρονται ως "καθορισμένες φορολογικές περίοδοι") σε τέτοιο χρόνο και με τέτοιο τρόπο που μπορεί να καθορίζεται από ή με βάση Κανονισμούς και τέτοιοι Κανονισμοί μπορούν να προβλέπουν διαφορετικά για διαφορετικές περιστάσεις. 46.-
(9)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες (€8.543) ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(12)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το ποινικό δικαστήριο που κηρύσσει οποιοδήποτε πρόσωπο ένοχο για παράλειψη καταβολής στον Έφορο οποιουδήποτε ποσού που οφείλει με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένων χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκου, έχει εξουσία εκτός από την επιβολή ποινής, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τον καταδικασθέντα να καταβάλει στον Έφορο το εν λόγω ποσό.
(14)Τα άρθρα 87, 88 και 121 των περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμων του 2004, εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών, σε σχέση με ποινικά αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και οποιαδήποτε αναφορά εκείνων των άρθρων σε δασμό ή φόρο ερμηνεύεται ως αναφορά σε Φ.Π.Α., οποιαδήποτε αναφορά στο Διευθυντή ερμηνεύεται ως αναφορά στον Έφορο Φ.Π.Α. και η αναφορά του άρθρου 88 στις διατάξεις του άρθρου 89
(3),
(4)και
(5)των περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμων του 2004, ερμηνεύεται ως αναφορά στο άρθρο 47 του παρόντος Νόμου. 48.-
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "διευθύνων αξιωματούχος", σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος. Τα αδικήματα που σχετίζονται με τη νομοθεσία του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας θεωρούνται εκ της φύσεως τους σοβαρά, εφόσον στην ουσία σχετίζονται με φορολογικές υποχρεώσεις φυσικού ή νομικού προσώπου προς το κράτος. Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποτελεί το υπόχρεο για εγγραφή, υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο, ως ανωτέρω καθορίζεται, καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το εν λόγω πρόσωπο έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο κράτος. Σχετική απόφαση στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαράλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ 85. Η σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, διαφαίνεται μέσα από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα, βάσει του άρθρου 46
(9)προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι €8.543 ή και οι δυο ποινές. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών έχει τονιστεί επανειλημμένα. Ενδεικτικά παραπέμπω στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd
(1996)2 Α.Α.Δ 262: ″Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωση τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών (Βλ. Rainbow v. Republic
(1984)3 CLR 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Σχίζα κ.α. Ποιν. Εφέσεις αρ. 6081, 6082 και 6086, ημερ. 7.6.96)″. Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι: ″Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους″. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη, όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν δύναται να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του εγκλήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Στην παρούσα υπόθεση, προς όφελος και των τριών κατηγορουμένων λαμβάνω υπόψη μου ως μετριαστικούς παράγοντες, το λευκό τους ποινικό μητρώο και το ότι υπήρξε μερική συμμόρφωση μέσω της καταβολής σημαντικού μέρους του οφειλόμενου ποσού. Η παραδοχή των Κατηγορουμένων έστω και με κάποια αργοπορία, τιμήθηκε στη συνέχεια με την έμπρακτη μεταμέλεια που επέδειξαν καταβάλλοντας τα πιο πάνω αναφερόμενα από τους συνηγόρους τους ποσά στα Δημόσια Ταμεία. Το ότι δεν κατέβαλαν ½ μερίδιο ο καθένας, αντικρύζεται υπό το φως των διαφορετικών οικονομικών δυνατοτήτων που είχε καθένας εξ αυτών κατά το χρόνο που το έπραξε. Όσον αφορά την Κατηγορούμενη αρ. 1 λαμβάνω υπόψη μου ότι από το 2014 παραμένει αδρανής και ότι έχει διαγραφεί από το Μητρώο ΦΠΑ το 2016, χωρίς να αφήσει οποιεσδήποτε άλλες εκκρεμότητες πέραν της παρούσας. Λαμβάνοντας υπόψη το χρόνο που έχει παρέλθει από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, ήτοι από 10.7.2014, μέχρι σήμερα που επιβάλλεται η ποινή, η ανάγκη για επιβολή ποινής φυλάκισης εναντίον των διευθυντών της εταιρείας ατονεί σε συντριπτικό βαθμό. Χρηματική ποινή, υπό το φως του συνόλου των συνθηκών της παρούσας υπόθεσης, αποτελεί κατάλληλη και επαρκή ποινή. Καταληκτικά επιβάλλω στους Κατηγορούμενους χρηματικές ποινές ως ακολούθως: Στην κατηγορούμενη αρ. 1 χρηματική ποινή ύψους €1200. Στον κατηγορούμενο αρ. 2 χρηματική ποινή ύψους €500. Στον Κατηγορούμενο αρ. 3 χρηματική ποινή €350. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος είσπραξης του μη καταβληθέντος φόρου εναντίον των τριών Κατηγορουμένων. Να επισημάνω, κατ' αρχάς, ότι εκ παραδρομής φαίνεται να περιλήφθηκε στην Έκθεση του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου το εδάφιο
(14)του άρθρου 46, αντί το εδάφιο
(12)του άρθρου 46, το οποίο θα μπορούσε να στηρίξει το άιτημα του Εφόρου ΦΠΑ για την έκδοση τέτοιου διατάγματος. Κρίνω ότι έχω την ευχέρεια έστω και στο παρόν στάδιο να τροποποιήσω το κατηγορητήριο δυνάμει του άρθρου 83 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, για να εισάξω το άρθρο 46
(12), εφόσον δεν μεταβάλλει την κατηγορία για την οποία οι Κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι, ούτε προσθέτει ποινή, παρά μόνο παρέχει στο δικαστήριο εξουσία για έκδοση διατάγματος είσπραξης αυτού που ήδη οφείλεται. Οι συνήγοροι είχαν την ευκαιρία άλλωστε να αγορεύσουν ήδη για το ενδεχόμενο εφαρμογής του. Τροποποιώ, λοιπόν το κατηγορητήριο και προσθέτω το εν λόγω εδάφιο. Επαναλαμβάνω ότι προβλέπει꞉ «
(12)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το ποινικό δικαστήριο που κηρύσσει οποιοδήποτε πρόσωπο ένοχο για παράλειψη καταβολής στον Έφορο οποιουδήποτε ποσού που οφείλει με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένων χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκου, έχει εξουσία εκτός από την επιβολή ποινής, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τον καταδικασθέντα να καταβάλει στον Έφορο το εν λόγω ποσό. Βέβαιο είναι ότι η Κατηγορούμενη αρ. 1 εταιρεία, ως υπόχρεο για εγγραφή υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο, αποτελεί τον χρεώστη του φόρου, δηλαδή το πρόσωπο που το οφείλει, και ότι θα εκδοθεί Διάταγμα εναντίον της Στην απόφαση Σολομωνίδης, το νομικό πρόσωπο ήταν το υποκείμενο σε Φ.Π.Α., ενώ τα φυσικά πρόσωπα διώχθηκαν υπό την ιδιότητα τους ως διοικητικοί σύμβουλοι του νομικού προσώπου. Στην πρώτη απόφαση Σολομωνίδης (ημερ. 18.12.2018), αυτό το οποίο διασαφηνίσθηκε στη βάση των παλαιότερων αποφάσεων Μαρκίδης ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 316, Μελάς Λίνος κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, αλλά και βάσει του ίδιου του λεκτικού του άρθρου 48
(1), είναι ότι ο νομοθέτης ήθελε να αποδώσει κατ΄ αυστηρό τρόπο ευθύνη στους συμβούλους ή διευθύνοντες αξιωματούχους του νομικού προσώπου. Για αυτού του είδους τα αδικήματα δεν απαιτείται η απόδειξη ένοχης διάνοιας αναφορικά με τους αξιωματούχους της εταιρείας. (βλ. επίσης την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου, Ποινική Έφεση αρ. 276/2015, ημερ. 12.4.2017). Στη δεύτερη απόφαση Σολομωνίδης (ημερ. 14.2.2019), το Ανώτατο Δικαστήριο προχώρησε ενόψει της καταδίκης της εταιρείας και της καταδίκης των διευθυντών αυτής βάσει του άρθρου 48
(1)ανωτέρω, στην έκδοση βάσει του άρθρου 46
(12)του Νόμου Διατάγματος είσπραξης του μη καταβληθέντος φόρου έναντι και των τριών εφεσίβλητων, για τα αντίστοιχα ποσά για τα οποία κρίθηκαν από το Εφετείο ένοχοι στις αντίστοιχες κατηγορίες. Σημειωτέον ότι στην πιο πάνω υπόθεση Σολομωνίδης, τα αδικήματα διαπράχθηκαν σε απομακρυσμένο χρόνο, δηλαδή, το 2010, με αναφορά σε φορολογικές δηλώσεις του 2009 και τα Διατάγματα εκδόθηκαν εννέα σχεδόν χρόνια μετά τη διάπραξη των αδικημάτων και τρία και πλέον χρόνια μετά την άμεση ποινή φυλάκισης των επτά μηνών που είχε επιβληθεί σε ένα εκ των κατηγορουμένων διευθυντών πρωτοδίκως στις 18.12.2015. Η πιο πάνω απόφαση ομολογουμένως διαφοροποιεί το χειρισμό των διευθυντών συγκριτικά προς ό,τι ίσχυε βάσει προγενέστερης νομολογίας, την οποία μνημονεύω πιο κάτω. Στην Τάσος Μαρκίδης ν Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 316, στις 4.7.95 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής εναντίον του αιτητή διευθυντή της εταιρείας Diprose Ltd η οποία ήταν εγγεγραμμένη στο μητρώο Φ.Π.Α. Η εταιρεία παρέλειψε να πληρώσει τον υπ' αυτής οφειλόμενο φόρο για τις περιόδους που αναφέρονταν στο κατηγορητήριο. Για την παράλειψη αυτή η εταιρεία κατηγορήθηκε, κρίθηκε ένοχη και της επιβλήθηκε πρόστιμο στις 3.11.
- Η ποινική υπόθεση εναντίον του αιτητή, που οδήγησε στο υπό συζήτηση Υπόμνημα, καταχωρίστηκε στις 3.11.
- Ο αιτητής αντιμετώπιζε τις κατηγορίες σύμφωνα με ειδική διάταξη του Νόμου 246/90, Άρθρο 54, όπου προνοείται, μεταξύ άλλων, πως σε περίπτωση που διαπράττεται αδίκημα από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα φέρει εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, μεταξύ άλλων, και ο γενικός διευθυντής ή διευθύνων σύμβουλος του νομικού αυτού προσώπου. Η ποινική υπόθεση καταχωρίστηκε χωρίς να εξασφαλιστεί προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου. Ο δικηγόρος του αιτητή υποστήριξε πως σύμφωνα με το Άρθρο 9 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 θα έπρεπε να εξασφαλιστεί η άδεια του Δικαστηρίου πριν καταχωρηθεί η ποινική υπόθεση εναντίον του. 'Ηταν περαιτέρω η εισήγηση του αιτητή πως, εφόσον δεν του κοινοποιήθηκε η βεβαίωση του οφειλόμενου φόρου, ο ίδιος δεν είχε υποχρέωση να τον πληρώσει και επομένως δεν είχε ποινική ευθύνη. Αποφασίστηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο ότι πολύ ορθά η πρωτόδικη δικαστής επισήμανε ότι ο αιτητής-κατηγορούμενος δεν είχε την ιδιότητα του «χρεώστη», γι' αυτό και δεν είχε εφαρμογή το Άρθρο 9
(1)του περί Πτωχεύσεως Νόμου που προνοεί ότι κανένας πιστωτής στον οποίο ο χρεώστης οφείλει αναφορικά με οποιοδήποτε χρέος που δύναται να επαληθευτεί σε πτώχευση, δεν θα εγείρει αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία, εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου. Όπως χαρακτηριστικά επεσήμανε το Ανώτατο Δικαστήριο꞉ «Χρεώστης ήταν η εταιρεία Diprose Ltd. Ο αιτητής αντιμετώπιζε τις κατηγορίες σύμφωνα με ειδική διάταξη του Νόμου 246/90, άρθρο 54, όπου προνοείται, μεταξύ άλλων, πως σε περίπτωση που διαπράττεται αδίκημα από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα φέρει εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, μεταξύ άλλων, και ο γενικός διευθυντής ή διευθύνων σύμβουλος του νομικού αυτού προσώπου. Σκοπός δηλαδή του νομοθέτη είναι ο καταλογισμός ευθύνης και τιμωρίας των αξιωματούχων ενός νομικού προσώπου, όταν το τελευταία διαπράττει αδίκημα που προβλέπεται από το Νόμο. Και τούτο, προφανώς, για να διασφαλίζεται η εκπλήρωση των υποχρεώσεων του νομικού προσώπου, μέσω του κολασμού των φυσικών προσώπων, υπευθύνων της λειτουργίας του.». Στην Λίνος Μελάς ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412 οι Εφεσείοντες παραπονέθηκαν ότι ο εφεσίβλητος προώθησε την δίωξη των Εφεσειόντων για αλλότριο σκοπό και συγκεκριμένα για να ασκήσει πίεση στους Εφεσείοντες να καταβάλουν τον «βεβαιωθέντα φόρο». Κρίθηκε ότι αυτό το παράπονο των Εφεσειόντων δεν ευσταθούσε. Σημείωσε το Εφετείο συναφώς τα εξής꞉ «Όπως ορθά επισημαίνει ο δικηγόρος για τον εφεσίβλητο, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε δυνάμει του Νόμου, εξουσία έκδοσης απόφασης για την είσπραξη του φόρου. Η μόνη εξουσία που είχε ήταν για την επιβολή προστίμου. Δεν μπορούμε να δεχθούμε ότι επειδή υπήρχε κίνδυνος επιβολής ποινής στερητικής της ελευθερίας στους Εφεσείοντες, η καταχώρηση ποινικής υπόθεσης εναντίον των αξιωματούχων της εταιρείας, ισοδυναμεί με εκβιασμό εκ μέρους του εφεσίβλητου. Η εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αποδώσει στον εφεσίβλητο αλλότρια κίνητρα. Η δίωξη των Εφεσειόντων ήταν επιβεβλημένη, μετά την απόρριψη της Αναθεωρητικής Έφεσης και της επιβεβαίωσης του ποσού του φόρου που οφειλόταν.». Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στην εφεσείουσα εταιρεία και στον εφεσείοντα αρ.2 διευθυντή της, συνολικό πρόστιμο £3.600 στον καθένα. Το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της ποινής, σχολιάζοντας τα εξής꞉ «Τα αδικήματα αφορούν μη εκπλήρωση φορολογικών υποχρεώσεων. Η παράλειψη των Εφεσειόντων ενέχει μεγάλη σημασία στο δημόσιο, γι' αυτό άλλωστε και η επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερία δεν είναι ασυνήθης επιλογή, ιδιαίτερα σε περίπτωση μη καταβολής Φ.Π.Α., ο οποίος εισπράττεται αλλά δεν καταβάλλεται στο κράτος (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85). Στην παρούσα περίπτωση η ποινή που επιβλήθηκε ορθώς κρατήθηκε σε χαμηλά επίπεδα, ενόψει των ιδιαίτερων περιστάσεων [...] Ο Εφεσείων 2 μπορεί να μην έχει ιδιότητα του χρεώστη, αλλά ο σκοπός του νομοθέτη, όπως επισημαίνεται στη Μαρκίδης ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Νομικό Ερώτημα)
(2002)2 Α.Α.Δ. 316, στη σελ. 320, είναι ο καταλογισμός ευθύνης και τιμωρίας σε αξιωματούχους ενός νομικού προσώπου, ώστε να διασφαλίζεται η εκπλήρωση των νομικών υποχρεώσεων του νομικού προσώπου, μέσω του κολασμού των αξιωματούχων του. Ο βαθμός ανάμειξης του Εφεσείοντος 2 δεν ήταν παράγοντας που στην προκειμένη περίπτωση θα μπορούσε να μειώσει μία ήδη επιεική ποινή. Με αυτά τα δεδομένα, η ποινή που επιβλήθηκε με κανένα τρόπο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως έκδηλα υπερβολική και επομένως ο λόγος έφεσης κρίνεται ανεδαφικός.». Δηλαδή η νομολογία πριν τη Σολομωνίδης, διέκρινε τη θέση της εταιρείας ως χρεώστιδας από τη θέση των διευθυντών τους οποίους δεν μεταχειριζόταν ως χρεώστες. Η έκδοση διατάγματος χωρούσε μόνο εναντίον της χρεώστιδας και όχι εναντίον των διευθυντών, ο κολασμός των οποίων εξασφαλιζόταν μέσω των ποινών (φυλάκισης ή/και προστίμου). Καταλήγω, υπό το φως των ανωτέρω, να εκδίδω, δυνάμει του άρθρου 46
(12)του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμων, διάταγμα εναντίον της κατηγορουμένης 1 για καταβολή του ποσού των €7.549,44σ. με νόμιμο τόκο από 10.07.2014 μέχρι εξοφλήσεως. Όσον αφορά τους κατηγορουμένους 2 και 3, ενεργώντας βάσει του ότι το άρθρο 46
(12)παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια και όχι δέσμια αρμοδιότητα έκδοσης διατάγματος είσπραξης, καταλήγω να αποδέχομαι στο πλαίσιο ενάσκησης της διακριτικής μου εξουσίας την εισήγηση των συνηγόρων τους όπως μην εκδώσω διατάγματα εναντίον τους, λαμβάνοντας υπόψη ότι, ακόμη και αν η τρέχουσα προσέγγιση του άρθρου 46
(12)βάσει της απόφασης Σολομωνίδης είναι υπέρ της έκδοσης διαταγμάτων, εδώ ο ένας διευθυντής κατέβαλε ήδη το ½ μερίδιο ως είναι και το ποσοστό συμμετοχής του στην εταιρεία ενώ ο άλλος διευθυντής τελεί υπό οικονομική ανέχεια και δυσπραγία. (υπ.) ......................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο