← Κύπρος

Κυπριακή Δημοκρατία ν. Πέτρου, Αρ. Υπόθεσης: 1708/16, 24/6/2019

Κυπριακή Δημοκρατία ν. Πέτρου, Αρ. Υπόθεσης: 1708/16, 24/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:B17 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1708/16 Μεταξύ: Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Εσωτερικών, διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Κατηγορούσα Αρχή - ν - XXXXX Πέτρου, ΔΤ 97ΧΧΧΧ, εκ XXXXX αρ. 9, XXXXX, Λάρνακα Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 24.6.2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή꞉ κα Λυσιώτη για κ. Μάριο Ναθαναήλ Για τον Κατηγορούμενο꞉ κα Μαρία Κυπριανού Ο Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Στην παρούσα υπόθεση, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής για τα αδικήματα ως οι κατηγορίες αρ. 1 έως 4 επί του κατηγορητηρίου꞉ Η κατηγορία αρ. 1 αφορά στο αδίκημα της «Ανέγερσης οικοδομής άνευ άδειας της αρμόδιας αρχής». Η κατηγορία αρ. 2 αφορά στο αδίκημα της «Επίτρεψης ανέγερσης οικοδομής και έναρξης εργασιών ανέγερσης οικοδομής άνευ άδειας της αρμόδιας αρχής». Η κατηγορία αρ. 3 αφορά στο αδίκημα της «Ανοχής ανέγερσης οικοδομής και εργασιών οικοδομής άνευ άδειας της αρμόδιας αρχής». Η κατηγορία αρ. 4 αφορά στο αδίκημα της «Κατοχής και χρήσης οικοδομής άνευ πιστοποιητικού τελικής έγκρισης από την Αρμόδια αρχή». Όλες οι πιο πάνω κατηγορίες εδράζονται στην ίδια νομική βάση, ήτοι στα άρθρα 2, 3

(1)(β)(στ), 9, 10, 20
(1)(α)(β)(γ)(δ)
(2)
(3)(3Α) του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, ως ετροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, του άρθρου 21 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου (90/1971), του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και του Ν. 166/
  1. Ο Κατηγορούμενος προέβηκε σε άμεση παραδοχή όλων των κατηγοριών στις 23.3.2016 και η υπόθεση εκκρεμούσε για σκοπούς συμμόρφωσης και, εν τέλει, για επιβολή ποινής. Τα γεγονότα, όπως εκτέθηκαν από το συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, έχουν ως εξής꞉ Ανεγέρθη μία επέκταση, βασικά μιά σαλοτραπεζαρία και δημιουργήθηκε ένα άλλο υπνοδωμάτιο, χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Η Επαρχιακή Διοίκηση έγινε δέκτης πολλών παραπόνων από τους υπόλοιπους ένοικους. Επειδή μένουν μεγάλοι σε ηλικία άνθρωποι στην πολυκατοικία, υπήρξαν αντιδράσεις για το ότι η επέκτασης εμπόδιζε την πρόσβασή τους στον ανελκυστήρα της πολυκατοικίας. Η εν λόγω παράνομη οικοδομή συνεχίζει να υφίσταται, γι'αυτό η Κατηγορούσα Αρχή ζητεί την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης. Ο Κατηγορούμενος είναι Λευκού Ποινικού Μητρώου. Από την άλλη, η συνήγορος Υπεράσπισης αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, επιπρόσθετα παρουσίασε ιατρικά πιστοποιητικά σχετικά με την κατάσταση της υγείας της συζύγου του Κατηγορουμένου (βλ. τα Έγγραφα Α και Β, ημερ. δικασίμου 8.3.2019) και τέλος κατέθεσε γραπτώς τις θέσεις της αναφορικά με το κατά πόσον νομιμοποιείται η συγκεκριμένη Κατηγορούσα Αρχή να αξιώνει την κατεδάφιση του επίδικου οικοδομήματος. Η ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ. Η Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, η οποία ετοιμάστηκε τελευταία περί τις 27.9.2016, αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 33 ετών, έγγαμος, πατέρας τριών παιδιών, ηλικίας 14, 10 και 5 ετών. Ο ίδιος είναι εργάτης σε οικοδομές στη Λάρνακα, με μηνιαίο εισόδημα περί τα €
  2. Η σύζυγός του είναι θαλασσαιμική και πάσχει από σοβαρή οστεοπόρωση, παρουσιάζει νευραλγικό πόνο, υπέστη κάταγμα δεξιού ποδιού και είναι ανίκανη για χειρονακτική εργασία. Χρήζει βοήθειας. Τους παραχωρείται δημόσιο βοήθημα από το Κράτος περί τα €1457,18 μηνιαίως για το νοικοκυριό τους. Διαμένουν σε Τουρκοκυπριακή οικία. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗΣ - ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ. Η Κατηγορούσα Αρχή αξιώνει την έκδοση Διατάγματος Κατεδάφισης στη βάση του άρθρου 20 του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.
  3. Διατηρεί το Δικαστήριο διακριτική εξουσία και καλείται από την Υπεράσπιση να αξιοποιήσει την ευχέρεια του να μην προβεί σε έκδοση τέτοιου διατάγματος, λόγω των προσωπικών συνθηκών και ασθενειών της συζύγου του Κατηγορουμένου, της ανάγκης στέγασης του τρίτου τους παιδιού, αφού αν κατεδαφιστεί το δωμάτιο που χρησιμέυει ως το υπνοδωμάτιό του, τότε θα αναγκάζεται να κοιμάται στο υπνοδωμάτιο των γονένων του ή στο καθιστικό. Υπάρχουν, όμως, και νομικοί λόγοι για τους οποίους η Υπεράσπιση θεωρεί ότι η Κατηγορούσα αρχή δεν δικαιούται καθόλου να ζητεί την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης, τόσο για λόγους επιείκειας όσο και για λόγους θνησιγένειας του κατηγορητηρίου. Συγκεκριμένα, η συνήγορος Υπεράσπισης λέγει ότι είναι ο Διευθυντής του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως που παραχώρησε στον Κατηγορούμενο «άδεια χρήσης» της επίδικης οικίας. Αντίγραφο της σχετικής άδειας που υπεγράφη στις 14.1.2009 μεταξύ του εν λόγω Διευθυντή και του Κατηγορούμενου, επισυνάπτεται στη γραπτή αγόρευση της συνηγόρου Υπεράσπισης. Όπως ρητά αναφέρεται στην παρα. 6 της εν λόγω Άδειας Χρήσης, «
  4. Ο Αδειούχος αναγνωρίζει ότι η ενέργεια του Ιδιοκτήτου να επιτρέψει εις αυτόν και τα λοιπά μέλη της οικογένειάς του ως εμφαίνονται εις τον κάτωθι Πίνακα να κατοικήσει εις το περί ού ο λόγος ακίνητον, ουδόλως δημιουργεί σχέσεις Ιδιοκτήτου και Ενοικιαστού μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και οιονδήποτε δικαίωμα κατοχής ή αποζημιώσεως προς όφελος αυτού». 'Αρα, ο Αδειούχος δεν είναι ενοικιαστής. Από την άλλη, στην Άδεια Χρήσης ως Ιδιοκτήτης καθορίζεται ρητά ότι είναι ο Διευθυντής του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως. Στη βάση αυτών των έννομων σχέσεων, η συνήγορος Υπεράσπισης υποστηρίζει ότι꞉ Ο Υπουργός Εσωτερικών δεν νομιμοποιείται να εκδοθεί διάταγμα κατεδάφισης εναντίον του Αδειούχου. Προς επίρρωση της θέσης της, η συνήγορος Υπεράσπισης παραπέμπει στην υπόθεση Πυρίλλη Γεωργίας ν. Σολωμού Πυρίλλη
(2004)2 ΑΔΔ 607, όπου το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέδωσε διάταγμα κατεδάφισης για το λόγο ότι δεν συνενώθηκε στο κατηγορητήριο ο συνιδιοκτήτης, πόσο μάλλον στην παρύσα υπόθεση που ο κατηγορούμενος δεν είναι ιδιοκτήτης, ούτε είναι ενοικιαστής, αλλά ένας απλός αδειούχος. Εισηγείται ότι υπάρχει σωρεία αποφάσεων στην Κυπριακή Νομολογία που δείχνει ότι απλοί κάτοχοι δεν μπορούν να διαταχθούν σε κατεδάφιση και όπου διώκονται απλοί κάτοχοι το κατηγορητήριο θεωρείται ελλειμματικό και λανθασμένο. Ενδεικτικά, παραπέμπει στην υπόθεση Επάρχου Λάρνακας ν. Marinakis Developers κ.ά., Ποιν Εφεση αρ.173/2014, στην οποία επικυρώθηκε η θέση του Πρωτόδικου Δικαστή, ο οποίος δεν προέβηκε σε έκδοση διατάγματος κατεδάφισης. Ο Υπουργός Εσωτερικών δεν είναι το αρμόδιο πρόσωπο να απαιτεί την κατεδάφιση. Στον περί Οδών και Οικοδομών Νόμο, Κεφ. 96, άρθρο 2, ερμηνεύεται ο όρος «αρμόδια αρχή» κατά τρόπο που «σημαίνει την αρμόδια αρχή που καθιδρύεται ή που διορίζεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3, η οποία ασκεί εξουσίες σε σχέση με οποιοδήποτε σχετικό ζήτημα δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού εντός της περιοχής αναφορικά με την οποία εγκαθιδρύεται ή διορίζεται». Στο άρθρο 3
(2)ως αρμόδιες αρχές αναφέρονται ο Δήμος, Ο Έπαρχος και το Τμήμα Πολεοδομίας. Συνεπώς, λέγει η συνήγορος Υπεράσπισης, «το Υπουργικό Συμβούλιο σε καμία περίπτωση δεν είναι αρμόδια αρχή». Επισημαίνει η συνήγορος ότι σε όλες τις υποθέσεις κατηγορούσα αρχή είναι πάντοτε ο αρμόδιος Έπαρχος και ουδέποτε ο Υπουργός Εσωτερικών. Στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει ο τουρκοκύπριος ιδιόκτήτης να αξιώνει κατεδάφιση της επίδικης οικίας που του ανήκει. Από την άλλη, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής δήλωσε ότι αφήνει στην κρίση του Δικαστηρίου την έκδοση ή μη του αιτούμενου διατάγματος κατεδάφισης, διατηρώντας όμως την αξίωση της έκδοσης αυτού. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ. Το άρθρο 3
(1)(β)(στ) του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε προβλέπει ότι: «3.-
(1)Κανένα πρόσωπο δεν δύναται- (β) να ανεγείρει ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να ανεγείρεται οικοδομή ή να κατεδαφίζει ή να ανοικοδομεί ή να προβαίνει σε μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή σε οποιαδήποτε υφιστάμενη οικοδομή ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να γίνει οποιαδήποτε τέτοια κατεδάφιση ή ανοικοδόμηση ή οποιαδήποτε τέτοια μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή (στ) να αρχίζει προβαίνοντας σε οποιαδήποτε από τις εργασίες ή από τα ζητήματα που εκτίθενται πιο πάνω, χωρίς άδεια γι' αυτό, η οποία λαμβάνεται προηγουμένως από την αρμόδια αρχή όπως καθορίζεται στο εδάφιο
(2)ή, όταν η άδεια εκδίδεται δυνάμει της δεύτερης επιφύλαξης του εδαφίου
(2)του άρθρου 14, από το Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως: Νοείται ότι, άδεια δυνάμει του παρόντος άρθρου είναι δυνατό να αφορά αποκλειστικά συγκεκριμένο τμήμα οικοδομής ή οποιαδήποτε προσαρτήματα σε αυτή και αυτή η άδεια δε θα αποτελεί άδεια για άλλα τμήματα της οικοδομής για τα οποία δεν έχει εκδοθεί άδεια μετά την εξέταση σχετικής αίτησης.». Το άρθρο 3
(2)του ιδίου Νόμου καθορίζει ποια είναι η αρμόδια αρχή για την εξασφάλιση της απαιτούμενης άδειας: «3.-
(2)Η αρμόδια αρχή εντός- (α) οποιασδήποτε περιοχής Δήμου, είναι το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου αυτού: [...] (β) Οποιασδήποτε περιοχής, η οποία δεν είναι περιοχή Δήμου, είναι ο Έπαρχος της Επαρχίας: Νοείται ότι αντί του Επάρχου το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να διορίζει ως αρμόδια αρχή για τέτοια περιοχή συμβούλιο που αποτελείται από όχι περισσότερα από έξι πρόσωπα μαζί με τον Έπαρχο ως Πρόεδρο: Νοείται περαιτέρω ότι σε οποιαδήποτε περιοχή Κοινοτικού Συμβουλίου το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να διορίζει ως αρμόδια αρχή για τη συγκεκριμένη περιοχή το Κοινοτικό Συμβούλιο το οποίο καθιδρύεται για την περιοχή αυτή δυνάμει των διατάξεων του περί Κοινοτήτων Νόμου.». Το άρθρο 10 του ιδίου Νόμου προβλέπει ότι: «10.-
(1)Ουδέν πρόσωπο κατέχει ή χρησιμοποιεί ή ενεργεί, ώστε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οικοδομή ή τμήμα οικοδομής, μέχρις ότου εκδοθεί πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή σε σχέση με την εν λόγω οικοδομή ή τμήματος αυτής, ανεξάρτητα αν χορηγήθηκε άδεια για την οικοδομή ή τμήμα της, με βάση το άρθρο 3 του παρόντος Νόμου.». Παράβαση των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 3 και 10, ως επίσης του άρθρου 9 το οποίο προβλέπει ότι η αρμόδια αρχή δύναται να επιβάλλει όρους κατά την έκδοση της άδειας που αναφέρεται στο άρθρο 3, ποινικοποιείται δυνάμει του άρθρου 20 του ιδίου Νόμου, το οποίο προβλέπει τα εξής: «20.-
(1)Ανεξαρτήτως από την επιβολή οποιουδήποτε διοικητικού προστίμου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πρόσωπο το οποίο - (α) Ανεγείρει οικοδομή χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει άδεια οικοδομής, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3· (β) παραβιάζει τις διατάξεις του εδαφίου
(2)του άρθρου 10∙ (γ) κατέχει ή χρησιμοποιεί ή ενεργεί, ώστε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οικοδομή ή τμήμα οικοδομής πριν από την έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης από την αρμόδια αρχή, όπως απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 10∙ (δ) υποβάλει στην αρμόδια αρχή παραπλανητικά στοιχεία αναφορικά με τα καθοριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 3Β∙ (ε) παραβαίνει οποιοδήποτε όρο επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 6 ή 9∙ (στ) παραβαίνει διάταγμα στο οποίο καθορίζεται ο τύπος και ο τρόπος υποβολής αίτησης για έκδοση άδειας για οποιαδήποτε οδό ή οικοδομή με βάση τον παρόντα Νόμο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3Α∙ (ζ) παραβαίνει διάταγμα που εξαιρεί από την υποχρέωση έκδοσης οποιασδήποτε άδειας με βάση τον παρόντα Νόμο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4Β∙ (η) παραβαίνει οποιαδήποτε ειδοποίηση επιδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 15Β∙ (θ) ενεργεί κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 9Α, διαπράττει αδίκημα για το οποίο υπόκειται σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο ποινές μαζί και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο ποινές μαζί.
(3)Επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή που καθορίζεται από το άρθρο αυτό, το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου καταδικάζεται πρόσωπο για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1), δύναται να διατάξει- (α) όπως η οικοδομή ή οποιοδήποτε τμήμα αυτής, ανάλογα με την περίπτωση, σε σχέση με την οποία το ποινικό αδίκημα διαπράχτηκε κατεδαφιστεί ή μετακινηθεί εντός τέτοιου χρόνου ως ήθελε καθοριστεί σε τέτοιο διάταγμα, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ ληφθεί άδεια σε σχέση με αυτή από την αρμόδια αρχή: Νοείται ότι η αρχή αυτή δύναται, κατά τη χορήγηση τέτοιας άδειας, να επιβάλει τέτοιους όρους ως ήθελε αυτή θεωρήσει σκόπιμο και οι διατάξεις του άρθρου 4 εφαρμόζονται σε κάθε τέτοια άδεια. (β) σε περίπτωση οικοδομής για την οποία δε χορηγήθηκε το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10, ή όταν η συγκεκριμένη χρήση οικοδομής δεν είναι σύμφωνη με την εγκεκριμένη, με βάση τη σχετική άδεια, χρήση, τον τερματισμό της χρήσης της οικοδομής αυτής μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται στο διάταγμα του Δικαστηρίου, αλλά δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ εξασφαλιστεί το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης ή η σχετική άδεια για τη συγκεκριμένη χρήση από την αρμόδια αρχή: Νοείται ότι η αρμόδια αρχή, κατά την έκδοση της πιο πάνω αναφερόμενης άδειας, δύναται να επιβάλλει τους όρους που θεωρεί σκόπιμους και οι διατάξεις του άρθρου 4 εφαρμόζονται για κάθε τέτοια άδεια ή πιστοποιητικό. (γ) το πρόσωπο που καταδικάστηκε να καταβάλει τα έξοδα της διαδικασίας και οποιαδήποτε δικαιώματα που σχετίζονται με την κατηγορία, τα οποία το πρόσωπο αυτό ώφειλε να είχε καταβάλει και τα οποία παρέλειψε ή αρνήθηκε ή αμέλησε να καταβάλει.». Αδικήματα παράβασης του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, διαπράττονται με ανησυχητική σσυχνότητα. Συχνά πολίτες αυθαιρετούν, αρχίζοντας ή/και αποπερατώνοντας οικοδομήματα, επεκτάσεις και μετατροπές χωρίς να αιτηθούν ή χωρίς να αναμένουν την έγκριση της αίτησης για άδεια από την αρμόδια αρχή. Αντλώ δικαστική γνώση για το φαινόμενο αυτό, μέσω του μεγάλου αριθμού υποθέσεων που καταχωρούνται καθημερινά στο Δικαστήριο. Για αδικήματα που συχνά διαπράττονται οι ποινές πρέπει να είναι αποτρεπτικές. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη, όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου για σκοπούς μετριασμού της ποινής το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος εμφανίζεται ενώπιον μου ως πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, βιοπαλαιστής, πατέρας τριών παιδιών, η σύζυγος του οποίου ταλαιπωρείται από τα χρόνια προβλήματα υγείας του, μη μπορώντας να συνεισφέρει οικονομικά στην οικογένειά της. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι οι επεκτάσεις και μετατροπές της επίδικης οικίας συσχετίζονται με την άνεση στέγασης της οικογένειας και ιδίως του τρίτου της παιδιού που στερείτο υπνοδωματίου. Ορθότερο όμως υπό τις περιστάσεις, θα ήταν να είχαν αιτηθεί μετεγκατάστασή τους από το Κράτος σε άλλη οικία, πιο κατάλληλη για το μέγεθος της οικογένειάς τους, παρά να επεμβαίνουν επί της οικοδομής στην οποία το Κράτος τους πρόσφερε στέγη. Αδειούχος ο οποίος υπερβαίνει τα όρια της άδειας και επεμβαίνει χωρίς την εξουσιοδότηση του ιδιοκτήτη στο επίδικο ακίνητο, όπως συνέβει στην παρούα υπόθεση, μετατρέπεται σε επεμβασία και ο ιδιοκτήτης έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της επέμβασης. Οι αρχές οι οποίες διέπουν την ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου αναφορικά με την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης οικοδομής που κτίστηκε παράνομα έχουν πλήρως αποκρυσταλλωθεί μέσα από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Αδελφοί Λαμπριανίδη κ.ά. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερίου
(1989)2 Α.Α.Δ. 390 έγινε σύνοψη των εν λόγω αρχών. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα της απόφασης: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία έγινε εκτεταμένη αναφορά από το πρωτόδικο Δικαστήριο υποστηρίζει ότι ο πρωταρχικός παράγοντας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης είναι η διασφάλιση της εγκυρότητας της πολεοδομικής νομοθεσίας (Περί Οδών και Οικοδομών Νόμος και Κανονισμοί) και η αποκατάσταση της νομιμότητας. Η έκδοση διατάγματος για την κατεδάφιση παράνομων οικοδομών μπορεί να αποφευχθεί μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που η παρέκκλιση από τους όρους οικοδομής είναι ασήμαντη σε τέτοιο βαθμό που η κατεδάφιση του συνόλου της οικοδομής θα συνιστούσε τιμωρία δυσανάλογη προς τη βαρύτητα του πταίσματος. Όμως και στην περίπτωση που η παρέκκλιση από τους όρους είναι ασήμαντη, και το μέρος της οικοδομής το οποίο συνιστά την παρανομία διαχωρίζεται από το υπόλοιπο και σ' εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται έκδοση διατάγματος κατεδάφισης του συγκεκριμένου μέρους που συνιστά την παράβαση.» Στην υπόθεση Delkasa Estates Limited και Άλλη ν. Δήμου Αγίου Αθανασίου,
(2011)2 Α.Α.Δ. 263 λέχθηκαν τα εξής: «Στην προκείμενη περίπτωση οι προσθήκες/μετατροπές στην υφιστάμενη οικοδομή ήταν εκτενείς και ουσιώδεις, στοιχείο που το πρωτόδικο δικαστήριο έλαβε σοβαρά υπόψη. Η έκδοση των επίδικων διαταγμάτων κατεδάφισης ήταν υπό τις περιστάσεις αναγκαία γιατί διαφορετικά ο συγκεκριμένος σκοπός του νόμου θα καθίστατο μάταιος. Η μη έκδοση διατάγματος κατεδάφισης, όπως ορθά σημειώνεται στην εκκαλούμενη απόφαση, στην ουσία θα ισοδυναμούσε με έγκριση και συνέχιση της παρανομίας ώστε αυτός που παρανομεί να αισθάνεται ότι μπορεί να διαπράττει τέτοιου είδους αδικήματα και να απολαμβάνει τους καρπούς της παρανομίας του καταβάλλοντας μόνο χρηματική ποινή. Βλ. Αδελφοί Λαμπριανίδη (ανωτέρω) και Φωτίου ν. Δήμου Πάφου
(1991)2 Α.Α.Δ. 294. Το πρωτόδικο δικαστήριο στάθμισε όλους τους σχετικούς παράγοντες και επέβαλε τις αρμόζουσες ποινές. Το χρονικό περιθώριο αναστολής εκτέλεσης των διαταγμάτων καθορίζεται εκ του νόμου χωρίς δυνατότητα επέκτασης του.». Στην υπόθεση Σταυρινίδης ν. Δήμου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 429, τονίστηκε η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος κατεδάφισης εναντίον οποιουδήποτε προσώπου παραβαίνει τις διατάξεις του άρθρου 3, όπως ρητά προνοείται στο άρθρο 20, εν πάση περιπτώσει όταν συνεχίζει να έχει κατοχή της οικοδομής. Στην υπόθεση Αναφορικά με Τρύφωνος
(1991)1 Α.Α.Δ. 1124 το Ανώτατο Δικαστήριο αρνήθηκε την έκδοση ενταλμάτων Certiorari και Prohibition που να ακυρώνουν διάταγμα κατεδάφισης υποστατικού του οποίου ο αιτητής ήταν θέσμιος ενοικιαστής (και όχι ιδιοκτήτης) και τη μετέπειτα καταδίκη του αιτητή για παρακοή του διατάγματος κατεδάφισης. Στην παρούσα υπόθεση, ιδιοκτήτης της οικοδομής στην οποία δόθηκε η άδεια χρήσης της οικίας στον Κατηγορούμενο είναι ο Διευθυντής του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συνεπώς, κατ'ουσίαν η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ο ιδιοκτήτης ως οι όροι της Άδειας, που η ίδια η συνήγορος Υπεράσπισης παρουσίασε στο Δικαστήριο ως επισυνημμένη στη γραπτή της αγόρευση. Υπ' αυτή την έννοια, εφόσον το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως υπάγεται στο Υπουργείο Εσωτερικών, το γεγονός ότι η παρούσα ιδιωτική ποινική δίωξη προωθήθηκε «από τον Υπουργό Εσωτερικών εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας», δεν σημαίνει ότι υπάρχει αυθαίρετη ή παράνομη συμμετοχή του Υπουργικού Συμβουλίου στην έγερση της παρούσας ποινικής δίωξης όπως το θέτει η συνήγορος Υπεράσπισης. Απεναντίας, λαμβάνονται μέτρα εκ μέρους του ιδιοκτήτη της οικοδομής εντός της έννοιας της άδειας που είναι η Κυπριακή Δημοκρατία, γι'αυτό και η δίωξη προωθείται μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, όπςω αναγράφεται στον τίτλο του κατηγορητηρίου. Καταλήγω να εκδίδω Διάταγμα κατεδάφισης της επίδικης προσθήκης / μετατροπής επί της υφιστάμενης οικοδομής, όπως αυτή περιγράφεται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων επί του κατηγορητηρίου. Αναστέλλω την εκτέλεση του Διατάγματος για περίοδο 2 μηνών από σήμερα, όπως επιτρέπει το άρθρο 20 του Νόμου. Περαιτέρω, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Κατηγορία αρ. 1 - €300. Κατηγορία αρ. 2 - καμία Κατηγορία αρ. 3 - καμία Κατηγορία αρ. 4 - €300. Τέλος, επιδικάζω τα έξοδα της παρούσας δίκης εναντίον του Κατηγορουμένου και υπέρ της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστηριο. (υπ.) ......................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.