← Κύπρος

ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ν. Σταυρίδης, ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 11813/2014, 10/6/2019

ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ν. Σταυρίδης, ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 11813/2014, 10/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:B14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ, Ε.Δ. ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 11813/2014 Μεταξύ: ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ν. XXXXX Σταυρίδης Κατηγορουμένου Ημερομηνία꞉ 10.6.2019 Κατηγορούσα Αρχή꞉ κ. Νεκτάριος Καππελλάκης, για Ε. Πελεκάνος & Σία ΔΕΠΕ Για τον Κατηγορούμενο꞉ κ. Α. Χατζησέργης ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΠΕΡΙ ΜΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ΝΑ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΣΕΙ ΤΟΝ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΕΙ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΩΞΗ ΩΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΣ. Στην παρούσα υπόθεση, ο πιο πάνω Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι λειτουργούσε τουριστικά καταλύματα χωρίς άδεια λειτουργίας από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού (στο εξής «ο ΚΟΤ»), κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 8

(1)
(2), 11, 23Α
(1)(α)(γ)
(2)(α)(β)
(4)των περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμων 1969 έως 1993 και του άρθρου 46
(2)(στ) της ΚΔΠ 192/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, το αδίκημα διαπράχθηκε από τις 19.6.2014 μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης του κατηγορητηρίου στο Δικαστήριο (ήτοι μέχρι 2.9.2014), όταν ο Κατηγορούμενος ως επιχειρηματίας των τουριστικών καταλυμάτων με την ονομασία «PALM SEA 2 HOTEL APTS» λειτούργησε τα εν λόγω τουριστικά καταλύματα χωρίς την άδεια του ΚΟΤ. Η ποινική δίωξη καταχωρήθηκε εναντίον του Κατηγορούμενου από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού (στο εξής «ο ΚΟΤ»). Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία στις 25.10.2018 και ολοκληρώθηκε η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής κατά τη δικάσιμο ημερ. 18.12.
  2. Ορίστηκε στις 21.1.2019 για αγορεύσεις αναφορικά με το αν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Μεσολάβησε, πριν τη δικάσιμο ημερ. 21.1.2019, η έναρξη της ισχύος στις 2.1.2019 του «περί της Ίδρυσης Υφυπουργείου Τουρισμού και Διορισμού Υφυπουργού Τουρισμού παρά τω Προέδρω και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 2018» (Ν.123(Ι)/2018, όπως τροποποιήθηκε με το 152(Ι)/2018), γι' αυτό και ο συνήγορος του Κατηγόρου ζήτησε χρόνο για να λάβει οδηγίες από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως προς τον περαιτέρω χειρισμό. Στις 22.3.2019 ο συνήγορος του Κατηγόρου προσκόμισε γραπτή εξουσιοδότηση, ημερ. 26.2.2019, από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας όπως αυτός συνεχίσει να εμφανίζεται για το Υφυπουργείο Τουρισμού (πρώην ΚΟΤ) στην παρούσα ποινική υπόθεση. Η εξουσιοδότηση φέρει το εξής λεκτικό꞉ «κ.κ. Ε. Πελεκάνος & Σία [...] Θέμα꞉ Χειρισμός Ιδιωτικών Ποινικών Υποθέσεων ΚΟΤ Αναφέρομαι στο πιο πάνω θέμα και στην επιστολή σας ημερ. 21 Ιανουαρίου 2019 και σας επισυνάπτω εξουσιοδότηση, υπογραμμένη από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για να μπορέσετε να συνεχίσετε να εκπροσωπείτε το Υφυπουργείο Τουρισμού (πρώην ΚΟΤ) ενώπιον του Δικαστηρίου Λάρνακας στην ποινική υπόθεση αρ. 11813/
  3. Παρακαλώ όπως κρατάτε το γραφείο μας ενήμερο για την πορεία και εξέλιξη της υπόθεσης.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Στις 12.4.2019 αγόρευσε ο συνήγορος Υπεράσπισης εγείροντας κατά προτεραιότητα, πριν από το ζήτημα του εκ πρώτης όψεως, ζήτημα μη νομιμοποίησης του Υφυπουργείου Τουρισμού να συνεχίσει την ποινική δίωξη που άρχισε εξ ονόματος του ΚΟΤ. Στις 8.5.2019 τοποθετήθηκε επί της ένστασης αυτής ο συνήγορος του Κατηγόρου με γραπτή αγόρευση και ακολούθως επιφυλάχθηκε η παρούσα ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Ο ΝΟΜΟΣ 123(Ι)/
  4. Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 3 του Ν.123(Ι)/2018, με την ίδρυση του Υφυπουργείου Τουρισμού χορηγήθηκαν εκ του νόμου σε αυτό διάφορες αρμοδιότητες που απαριθμούνται στο εν λόγω άρθρο, μεταξύ των οποίων είναι (βλ. την παρα. (θ) του άρθρου 3) «η εφαρμογή της τουριστικής νομοθεσίας αναφορικά με τις εξουσίες που αυτή παρείχε στον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένης της έκδοσης σχετικών αδειών». Το άρθρο 2 του Ν.123(Ι)/2018 ορίζει τον όρο «τουριστική νομοθεσία» κατά τρόπο που σημαίνει «τους νόμους και κανονισμούς που εκτίθενται στο Παράρτημα και περιλαμβάνει οποιουσδήποτε κανονισμούς εκδόθηκαν δυνάμει αυτών∙». Αν κοιτάξει κανείς το Παράρτημα του Ν.123(Ι)/2018, διαπιστώνει αμέσως ότι «οι περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμοι του 1969 έως 2014 και κανονισμοί οι οποίοι εκδίδονται δυνάμει αυτών», στη βάση των οποίων υπενθυμίζω ότι ασκήθηκε η υπό κρίση ποινική δίωξη, εμπίπτουν στην «τουριστική νομοθεσία» με την εφαρμογή της οποίας επιφορτίζεται το Υφυπουργείο Τουρισμού, αναλαμβάνοντας τις εξουσίες που είχε προηγουμένως ο ΚΟΤ. Στην ουσία, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ν.123(Ι)/2018, ο ΚΟΤ διαλύθηκε και έπαυσε να έχει εξουσία να ασκεί πλέον οποιαδήποτε αρμοδιότητα, εκτός στο βαθμό που η άσκηση τέτοιας αρμοδιότητας χρησιμεύει για τους σκοπούς της οριστικής διάλυσής του. Παραθέτω αυτούσια τη διάταξη του άρθρου 15
(1)του Ν.123(Ι)/2018 προέβλεψε τα εξής꞉ «15.-
(1)Ανεξαρτήτως των διατάξεων του περί Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού Νόμου, με την έναρξη της ισχύος του παρόντος Nόμου ο Οργανισμός διαλύεται και δεν ασκεί καμία αρμοδιότητα, παρά μόνο στην έκταση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς οριστικής διάλυσής του.». Μετά τη διάλυση του ΚΟΤ, αυτός δεν διατηρεί έναντι τρίτων οποιοδήποτε κατάλοιπο εξουσιών, αφού απεναντίας το άρθρο 15
(2)του Ν.123(Ι)/2018 αναθέτει στο Υπουργικό Συμβούλιο την εξουσία έκδοσης «διατάγματος», το οποίο να περιλαμβάνει πρόνοιες που θεωρεί αναγκαίες για σκοπούς- «(α) Eκκαθάρισης των υποθέσεων του Οργανισμού· (β) επιβολής και διεκδίκησης επιβαρύνσεων προς αντιμετώπιση των υποχρεώσεων του Οργανισμού και των εξόδων της εκκαθάρισης, στο μέτρο που τέτοιες υποχρεώσεις και έξοδα δεν μπορούν να καλυφθούν από τα κεφάλαια ή από άλλα στοιχεία του ενεργητικού του Οργανισμού· (γ) χρησιμοποίησης οποιωνδήποτε πλεονάζοντων κεφαλαίων ή άλλων στοιχείων ενεργητικού για σκοπούς που καθορίζονται στο διάταγμα· και (δ) διάλυσης και εκκαθάρισης του Οργανισμού.». Η αφαίρεση από τον ΚΟΤ κάθε αρμοδιότητας επετεύχθη, αφενός, λόγω της διάλυσής του στη βάση του πιο πάνω άρθρου 15
(1)του Ν.123(Ι)/2018 και, αφετέρου, λόγω της κατάργησης, βάσει του άρθρου 21 του Ν.123(Ι)/2018, του ιδίου του περί Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού Νόμου (Ν.54/69μέχρι 35(Ι)/2005), βάσει του οποίου είχε συσταθεί ο ΚΟΤ και από τον οποίο αντλούσε πριν τη διάλυσή του τις όποιες αρμοδιότητές του είτε για επιβολή είτε για είσπραξη τελών και για τη λήψη δικαστικών μέτρων σε αστικά ή ποινικά δικαστήρια. Συνεπακόλουθα, ο Νομοθέτης, προέβλεψε στο Ν.123(Ι)/2018ότι, εφόσον ο ΚΟΤ διαλύθηκε και αφαιρέθηκαν από αυτόν οι όποιες αρμοδιότητες διέθετε προηγουμένως (βλ. άρθρο 15
(1)), καθώς επίσης εφόσον ο Νόμος περί ίδρυσης του ΚΟΤ καταργείτο (βλ. το άρθρο 21), τότε δεν απέμενε κανένα αντικείμενο για άσκηση αρμοδιότητας από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΚΟΤ, παρά μόνο στην έκταση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς οριστικής διάλυσής του (βλ. το άρθρο 17). Οι μόνες διατάξεις που εντοπίζονται στο Ν.123(Ι)/2018για μεταβατική ρύθμιση των ζητημάτων που είχαν αρχίσει και παρέμεναν εκκρεμούντα ενώπιον Δικαστηρίου πριν τη διάλυση του ΚΟΤ, είναι αυτές των άρθρων 16 και 20, τις οποίες παραθέτω αυτούσιες πιο κάτω꞉ «Εκκρεμείς δικαστικές διαδικασίες και βάσεις αγωγής 16.-
(1)Οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή βάση αγωγής η οποία εκκρεμεί ή δημιουργήθηκε μεταξύ του Οργανισμού και των υπαλλήλων ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου και αφορά ζητήματα τα οποία προέκυψαν πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου συνεχίζεται ή ασκείται κατά της Δημοκρατίας.
(2)Από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου και εντεύθεν οποιαδήποτε υποχρέωση εγείρεται σε σχέση με τις διαδικασίες που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)καθίσταται υποχρέωση της Δημοκρατίας και οποιεσδήποτε θεραπείες προβλέπονται σε αυτές ή εν σχέσει με αυτές εκτελούνται εναντίον της Δημοκρατίας. Μεταβατικές διατάξεις 20.-
(1)Οποιαδήποτε αναφορά στην τουριστική νομοθεσία ή σε συναφή δημόσια έγγραφα σε- (α) «Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού» λογίζεται ως αναφορά στο Υφυπουργείο Τουρισμού όπως αυτό ορίζεται στον παρόντα Νόμο· [...].
(2)Οποιαδήποτε έγκριση, άδεια ή πράξη οποιασδήποτε φύσης η οποία δόθηκε ή διενεργήθηκε δυνάμει των διατάξεων των περί Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού Νόμων του 1969 έως 2005 λογίζεται ότι δόθηκε ή διενεργήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(3)Η ισχύς οποιασδήποτε άδειας η οποία εκδόθηκε από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις οποιουδήποτε Νόμου ή κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε Νόμου, δεν επηρεάζεται από την κατάργηση των περί Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού Νόμων του 1969 έως 2005 και λήγει κατά την καθορισμένη σε αυτή ημερομηνία λήξης αυτής.». Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ ΣΕ ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ. Με αναφορά στις πρόνοιες του άρθρου 16 του Ν.123(Ι)/2018, ο συνήγορος Υπεράσπισης στη γραπτή αγόρευση που παρέδωσε στο Δικαστήριο στις 12.4.2019 εισηγήθηκε ότι δεν μπορεί να προχωρήσει περαιτέρω η ακρόαση της παρούσας ποινικής υπόθεσης, διότι꞉ «Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο του Νόμου, εύκολα διαπιστώνει κάποιος ότι αναφέρεται ρητά σε συνέχιση ή άσκηση διαδικασίας κατά της Δημοκρατίας. Πουθενά και σε κανένα σημείο του εν λόγω άρθρου αναφέρεται σε διαδικασία που μπορεί να συνεχίσει η Δημοκρατία εναντίον τρίτου προσώπου, αλλά ούτε και σε οποιοδήποτε άλλο άρθρο του Νόμου υπάρχει οποιαδήποτε σχετική πρόνοια η οποία να καλύπτει το κενό που δημιουργείται. Ως εκ τούτου, καθίσταται προφανές ότι, η Δημοκρατία δεν νομιμοποιείται να συνεχίσει διαδικασίες εναντίον τρίτων προσώπων που καταχωρίστηκαν από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού. Στην προκειμένη περίπτωση, υπάρχει μια δικαστική διαδικασία, η οποία εκκρεμεί από τον ΚΟΤ εναντίον τρίτου προσώπου, η οποία προέκυψε πριν από την έναρξη ισχύος του Νόμου και από τη στιγμή που υπάρχει το εν λόγω κενό στο Νόμο δεν μπορεί η υπόθεση να προχωρήσει αφού η Δημοκρατία δεν νομιμοποιείται να συνεχίζει τις διαδικασίες αυτές.». Η ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥ. Από την άλλη συνήγορος του Κατηγόρου, αφού παραθέτει τα άρθρα 16 και 20 του Ν.123(Ι)/2018 στη γραπτή του αγόρευσή του, απαντά επί της ένστασης λέγοντας τα εξής (παραθέτω σχετικά αποσπάσματα)꞉ Βλ. δεύτερη σελίδα της αγόρευσης꞉ «Μέσα από το γράμμα του Νόμου προκύπτει ότι ο Νομοθέτης προβαίνει σε διάκριση μεταξύ των περιπτώσεων, όπου κατά την έναρξη ισχύος του Νόμου, δηλαδή την 2/1/2019, εκκρεμούν δικαστικές διαδικασίες και των περιπτώσεων όπου είχε δημιουργηθεί βάση αγωγής πριν την έναρξη ισχύος του Νόμου, αλλά δεν είχε κινηθεί οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία. Ειδικότερα, οι δικαστικές διαδικασίες που έχουν εγερθεί μεταξύ του ΚΟΤ και οποιουδήποτε άλλου προσώπου πριν την έναρξη της ισχύος του Νόμου, συνεχίζονται κανονικά. Ενώ, στην περίπτωση που η βάση αγωγής δημιουργήθηκε πριν την την έναρξη ισχύος του Νόμου, δηλαδή πριν την 2.1.2019 και δεν έχει κινηθεί οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία γι' αυτήν πριν από αυτή τη χρονική στιγμή, τότε αυτή θα ασκείται από ή κατά της Δημοκρατίας. Μέσα από μελέτη του κειμένου του Νόμου, παρατηρούμε ξεκάθαρα ότι οι πρόνοιες του Νόμου αυτές καθ' εαυτές δεν προβλέπουν εξαιρέσεις, ούτως ώστε να μην είναι δυνατή και επιτρεπτή η κανονική συνέχιση της διαδικασίας, η οποία ξεκίνησε ενώπιον του Δικαστηρίου πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου, δηλαδή πριν την 2/1/2019. Αν ο Νομοθέτης ήθελε οι περιπτώσεις αυτές να μην εμπίπτουν εντός του Νόμου ή να πρέπει να γίνει οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή να αρχίσουν νέες διαδικασίες με διαφορετικά διάδικα μέρη, θα το έπραττε ρητά, προβλέποντας συγκεκριμένα και ειδικά τον τρόπο αντιμετώπισης της περίπτωσης αυτής. Όχι μόνο αυτό δεν γίνεται, αντιθέτως ο Νόμος αναφέρει ρητά ότι οι εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες συνεχίζονται χωρίς οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή και οποιοδήποτε άλλο δικαστικό διάβημα.». Βλ. τέταρτη σελίδα της αγόρευσης꞉ «Σε περίπτωση που δινόταν διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση στο Νόμο, ούτως ώστε να μην ήταν επιτρεπτή η συνέχιση των δικαστικών διαδικασιών, οι οποίες έχουν εγερθεί πριν την 2/1/2019 και εκκρεμούν μέχρι και σήμερα, θα καταλήγαμε σε άδικα και παράλογα συμπεράσματα αφού αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα είτε την απόρριψη είτε την απόσυρση όλων των υποθέσεων που υπάρχουν μεταξύ του ΚΟΤ και οποιωνδήποτε άλλων προσώπων με αποτέλεσμα τα πρόσωπα που έχουν παραβιάσει την ισχύουσα τουριστική νομοθεσία και υπόκεινται στις προβλεπόμενες εκ του νόμου ποινές, να «απαλλαγούν» από τα αδικήματα που έχουν διαπράξει.». Βλ. πέμπτη σελίδα της αγόρευσης꞉ «Ο σκοπός του Νομοθέτη θα πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με όλο τον Νόμο, όπου ως ήδη αναφέραμε, έχουμε μια συνέχεια του ΚΟΤ από το Υφυπουργείο Τουρισμού. Σε όλα τα άρθρα του Νόμου είναι φανερή η προσέγγιση της συνέχειας αυτής των εργασιών, των καθηκόντων και των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του ΚΟΤ, οι οποίες συνεχίζονται από το Υφυπουργείο Τουρισμού. Θα ήταν παράλογο να οδηγηθούμε στο συμπερασμα ότι το Υφυπουργείο Τουρισμού έχει μόνο υποχρεώσεις και όχι δικαιώματα, τα οποία οφείλει να προστατεύσει η Κυπριακή Δημοκρατία διά μέσω του Γενικού Εισαγγελέα. [...]». Βλ. έκτη σελίδα της αγόρευσης꞉ «Ο σκοπός του Νομοθέτη στα άρθρα 3 και 16 του Νόμου 123(Ι)/2018 ήταν η συνέχεια του από την Δημοκρατία και σε αυτό το σκοπό θα πρέπει να υποτακτεί και η γλωσσική ερμηνεία προκειμένου ο Νόμος να είναι λειτουργικός, σε αντίθετη περίπτωση θα οδηγούμασταν σε παράλογα αποτελέσματα όπου οι όποιες παρανομίες επεσυνέβησαν προ της δημιουργίας του Υφυπουργείου, θα πρέπει να παραμείνουν στο απυρόβλητο.» ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Οφείλω να επισημάνω κατ' αρχάς ότι, το Υφυπουργείο Τουρισμού δεν αποτελεί διάδοχη κατάσταση της ίδιας οντότητας με αυτήν που ήταν ο ΚΟΤ προηγουμένως. Ο Νόμος 123(Ι)/2018 δεν μετονομάζει απλώς τον ΚΟΤ, διατηρώντας τη νομική προσωπικότητά του, αλλά αντίθετα τον διαλύει και δημιουργεί μία νέα οντότητα με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Βάσει του άρθρου 3 του Νόμου του ΚΟΤ (Ν.54/69), ο ΚΟΤ αποτελούσε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου («νομικόν πρόσωπον κεκτημένον πάσας τας ιδιότητας νομικού προσώπου και διέπεται υπό του παρόντος Νόμου.»). Προϊστατο αυτού ένα Διοικητικό Συμβούλιο, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5 του Ν.54/69, το οποίο Διοικητικό Συμβούλιο διοικούσε τον Οργανισμόν, διαχειριζόταν την περιουσίαν και τους πόρους αυτού και τον εκπροσωπούσε ενώπιον πάσης αρχής. Ο ΚΟΤ είχε, βάσει του άρθρου 13 του Ν.54/69, χωριστό ταμείο, στο οποίο κατατίθονταν, βάσει της παρα. (ζ) του εν λόγω άρθρου - «(ζ) Τα πρόστιμα ή άλλαι χρηματικαί ποιναί επιβαλλόμεναι και εισπραττόμεναι δυνάμει των περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμων και Κανονισμών, του περί Τουριστικών Επαγγελμάτων και Σωματείων Νόμου και των δυνάμει τούτου εκδοθέντων Κανονισμών, του περί Ρυθμίσεως Μαρίνων Νόμου και των δυνάμει τούτου εκδοθέντων Κανονισμών, των περί Τουριστικών Κέντρων Νόμων και των δυνάμει τούτων εκδοθέντων Κανονισμών ως και των περί Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού Νόμων και των δυνάμει τούτων Κανονισμών». Από την άλλη, το Υφυπουργείο Τουρισμού δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Δεν έχει δική του χωριστή νομική προσωπικότητα, αφού υπάγεται στην κυβερνητική δομή της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συγκεκριμένα, βάσει του άρθρου 4
(1)του Ν.123(Ι)/2018, «Το Υφυπουργείο Τουρισμού στελεχώνεται, λειτουργεί και διοικείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου και των δυνάμει αυτών εκδιδόμενων Κανονισμών.». Ο Υφυπουργός Τουρισμού, ο οποίος διορίζεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας δυνάμει του άρθρου 6 του Ν.123(Ι)/2018, αποτελεί βάσει του άρθρου 4
(3)του ιδίου Νόμου τον πολιτικό προϊστάμενο και την αρμόδια αρχή για τους υπαλλήλους του Υφυπουργείου Τουρισμού, ο οποίος ενεργεί μέσω του Γενικού Διευθυντή του Υφυπουργείου, κατ' αναλογία των αρμοδιοτήτων των υπουργών για τους υπαλλήλους των υπουργείων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου. Ο Γενικός Διευθυντής του Υφυπουργείου είναι ο αρμόδιος λειτουργός για την άσκηση διοίκησης του Υφυπουργείου. Δεδομένης της εγερθείσας ένστασης από το συνήγορο Υπεράσπισης σε συνέχιση της ακρόασης της υπόθεσης λόγω της διάλυσης του ΚΟΤ, απαιτείται να αποφασισθεί δικαστικά κατά πόσον το άρθρο 16 σε συνδυασμό οποιαδήποτε άλλα άρθρα του Ν.123(Ι)/2018 παρέχουν επαρκή νομική βάση για συνέχιση της ποινικής δίωξης ως έχει, ήτοι εξ ονόματος του ΚΟΤ, παρά τη διάλυσή του, τονίζοντας άλλωστε ότι ουδεμία αίτηση τροποποίησης του κατηγορητηρίου έχει μέχρι τώρα τεθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από πλευράς κατηγόρου. Το λεκτικό του άρθρου 16 είναι, κατά την κρίση μου, προδήλως ελλειπές σε ό,τι αφορά το ποιος δύναται να συνεχίζει τις εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες που είχαν εγερθεί πριν τη διάλυση του ΚΟΤ από τον ίδιο τον ΚΟΤ. Έχει δίκαιο ο συνήγορος Υπεράσπισης να μιλά για «κενό ρύθμισης». Δεν προβλέπει το άρθρο 16 ποιος δύναται να συνεχίσει τις ήδη εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες που ηγέρθησαν από τον ΚΟΤ, παρά μόνο προβλέπει για όσες διαδικασίες εκκρεμούσαν κατά του ΚΟΤ ή που χωρούσε να εγερθούν κατά του ΚΟΤ. Γι'αυτές προβλέπεται ρητά ότι θα εγείρονται ή συνεχίζονται «κατά της Δημοκρατίας». Το παραθέτω ξανά꞉ «Εκκρεμείς δικαστικές διαδικασίες και βάσεις αγωγής 16.-
(1)Οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή βάση αγωγής η οποία εκκρεμεί ή δημιουργήθηκε μεταξύ του Οργανισμού και των υπαλλήλων ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου και αφορά ζητήματα τα οποία προέκυψαν πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου συνεχίζεται ή ασκείται κατά της Δημοκρατίας.» Δεν θα μπορούσα να υπεισέλθω είτε σε γραμματική είτε σε τελεολογική ερμηνεία ανύπαρκτης πρόνοιας. Εκεί όπου υπάρχει πρόνοια και είναι σαφής, ακολουθείται η γραμματική ερμηνεία των όρων, εκεί όπου είναι ασαφής ενδέχεται να χρησιμοποιηθεί η τελεολογική ερμηνεία, όπου όμως υπάρχει κενό ρύθμισης, αυτό δεν διασώζεται με τη χρήση οποιασδήποτε από τις εν λόγω μεθόδους ερμηνείας των Νόμων από τα Δικαστήρια, αφού το Δικαστήριο δεν δύναται να ενεργεί ως νομοθέτης για να συμπληρώνει κενά νόμων ή να προσθέτει λέξεις (βλ. Δημοκρατία ν. Ιωσηφίδη
(2006)3 ΑΑΔ 702). Εφόσον ο Νομοθέτης δεν χρησιμοποίησε στο άρθρο 16 τη λέξη «από» τη Δημοκρατία, παρά μόνο τη λέξη «κατά» της Δημοκρατίας, δεν μπορεί από μόνο του το Δικαστήριο να προσθέσει τη λέξη «από» στο κείμενό του, για να επιλύσει το πρόβλημα που προέκυψε. Έχω ανατρέξει στο Σύγγραμμα με τίτλο «Legistlative Drafting», 4th edition, Butterworths, London Dublin Edinburgh, 1996, όπου ο G. C. Thornton (OBE, QC, MA, LLB) περιγράφει τους κανόνες για τη βέλτιστη πρακτική σε ό,τι αφορά τη νομοτεχνική επιμέλεια και σύνταξη των νόμων. Προκειμένου περί διατήρησης αυτών που είχαν γίνει πριν την ακύρωση ενός νομοθετήματος, ο G. C. Thornton εισηγείται (βλ. σελ. 387 του Συγγράμματος) την ενσωμάτωση στο νέο Νόμο διάταξης που να τα διασώζει (savings provision)꞉ "A savings provision is used to preserve what already exists; It cannot create new rights or obligations. Such a provision is of no application to transactions which are complete at the time the savings provision comes into force. A savings provision is frequently included in legislation to establish beyond doubt that the provisions of that legislation are to be construed as additional to and not in derogation of existing law. The possibility of repeal by implication is thus excluded. In the following two examples, the operation of the common law is saved." Το ίδιο Σύγγραμμα επεξηγεί και ποια είναι η κατάλληλη διατύπωση που πρέπει να έχει η μεταβατική ρύθμιση εκκρεμουσών δικαστικών διαδικασιών (βλ. σελ. 389 του Συγγράμματος)꞉ «CONTINUANCE OF PENDING PROCEEDINGS Every proceeding commenced under a repealed enactment may be continued and completed (
  1. a)If the proceeding has been wholly or partly heard, as if the enactments repealed by this Act were still in force; And (
  2. b)in other cases, as if the proceeding had been commenced under this Act. Except as may be expressly provided in this Act, this Act does not affect the rights of any party to any proceeding commenced in any court before this Act came into force. Except as otherwise expressly provided in this Act, every matter and proceeding commenced in any court under an enactment repealed by this Act and pending or in progress immediately before this Act came into force may be continued, completed and enforced under this Act.». Ειδικά σε ό,τι αφορά ποινικές δικαστικές διαδικασίες, ο G. C. Thornton εισηγείται την ενσωμάτωση στον καταργητικό Νόμο μιας μεταβατικής διάταξης ως εξής (βλ. σελ. 390 του Συγγράμματος)꞉ «PROVISION OF OFFENCES All proceedings in respect of offences committed or alleged to be committed against an enactment repealed by this Act may be commenced or continued as if this Act had not come into force.». Όσον αφορά την κατάργηση και διαδοχή νομικών προσώπων, είτε ιδιωτικού δικαίου είτε δημοσίου δικαίου, ο G. C. Thornton εισηγείται (βλ. σελ. 395 του Συγγράμματος) την ενσωμάτωση στον καταργητικό νόμο μιας μεταβατικής διάταξης ως εξής꞉ «BODIES CORPORATE A proposal to establish a new body corporate intended to take the place of an existing body, whether corporate or unincorporated, requires that consideration be given to existing assets and liabilities, contractual and otherwise, existing offices, staff and pending proceedings. The circumstances may be such that there are other matters that require to be dealt with by specific provision to smooth the transitional process. The following transitional provision is suitable for adaptation: "
(1)On the day when this Act comes into force, the former Branch is dissolved and (
  1. a)[.] (
  2. b)[.] (
  3. c)any proceedings pending immediately before the coming into force of this Act to which the former Branch was a party may be continued as if the Society was a party to those proceedings instead of the former Branch;".». Στην περίπτωση του Ν.123(Ι)/2018 δεν περιλήφθηκε σε αυτόν μια τέτοια διάταξη που να καθορίζει ρητά ότι όλες οι ποινικές υποθέσεις που είχαν εγερθεί από τον ΚΟΤ πριν τη διάλυσή του, συνεχίζονται μετά τη διάλυσή του ωσάν να μην είχε τεθεί ποτέ σε ισχύ ο Νόμος που διαλύει τον ΚΟΤ ή ότι όλες οι ποινικές υποθέσεις στις οποίες ο ΚΟΤ ήταν διάδικος πριν τη διάλυσή του συνεχίζονται από τη Δημοκρατία ωσάν να ήταν η Δημοκρατία εξ υπαρχής ο διάδικος. Το ίδιο αποτέλεσμα, όμως, κρίνω ότι επιτυγχάνεται στη βάση του άρθρου 10 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1. Το εν λόγω άρθρο 10 καθορίζει ποιες είναι οι συνέπειες από την ακύρωση προνοιών ενός Νόμου από έναν άλλο Νόμο ως εξής꞉ «10.-
(1)Όταν Νόμος ακυρώνει και επαναθεσπίζει, με ή χωρίς τροποποίηση, οποιαδήποτε πρόνοια του προηγούμενου Νόμου, αναφορές σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο στην ακυρωθείσα πρόνοια, θα ερμηνεύονται, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, ως αναφορές στην πρόνοια που επαναθεσπίσθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα- (α) επαναφέρει οτιδήποτε που δεν ισχύει ή δεν υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αρχίζει να ισχύει η ακύρωση~ (β) επηρεάζει την προηγούμενη ισχύ νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό ή οτιδήποτε που τελέστηκε κανονικά ή που επιτράπηκε με βάση το νομοθέτημα που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό~ ή (γ) επηρεάζει δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ή ευθύνη που εξασφαλίζεται, προέρχεται ή προκύπτει, βάσει νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό~ ή (δ) επηρεάζει ποινή, κατάσχεση, ή τιμωρία που προέκυψε σχετικά με ποινικό αδίκημα που διαπράχθηκε εναντίον νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό~ ή (ε) επηρεάζει έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, και τέτοια έρευνα, νομική διαδικασία, ή θεραπεία, μπορεί να εγερθεί, συνεχιστεί, ή εκτελεσθεί και τέτοια ποινή, κατάσχεση, ή τιμωρία μπορεί να επιβληθεί ωσάν ο ακυρωτικός Νόμος δεν ψηφιζόταν.» Εφόσον ο Νομοθέτης θεσπίζοντας το Ν.123(Ι)/2018ήταν σιωπηρός για το ποιος συνεχίζει τις υποθέσεις που ήγειρε ο ΚΟΤ, έπεται ότι δεν εκδηλώθηκε οποιαδήποτε αντίθετη πρόθεση από αυτήν που το ίδιο το άρθρο 10
(2)(ε) του Κεφ. 1, ήθελε να προσδώσει. Να συνεχισθεί δηλαδή η νομική διαδικασία, ωσάν να μην είχε ψηφιστεί ο Ν.123(Ι)/2018και άρα ωσάν, πλασματικά, να συνέχιζε να υπάρχει ο ΚΟΤ. Υπ'αυτή την έννοια και με αυτή τη νομική βάση είναι που καταλήγω να θεωρώ διασωθείσα την παρούσα ποινική υπόθεση εξ ονόματος του ΚΟΤ, χωρίς να είναι αναγκαία οποιαδήποτε τροποποίηση του τίτλου του Κατηγορητηρίου. Εξάλλου, παραπέμπω στις πρόνοιες του άρθρου 20 του Ν.123(Ι)/2018 που διασφαλίζει ότι η αναφορά σε «δημόσια έγγραφα» στον «Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού» θα λογίζεται ως αναφορά στο Υφυπουργείο Τουρισμού. Έχω την άποψή ότι ως δημόσιο έγγραφο μπορεί να νοηθεί και το κατηγορητήριο μιας ποινικής υπόθεσης, εφόσον ο όρος "δημόσιο έγγραφο", ερμηνεύεται στον περί Ερμηνείας Νόμο, Κεφ. 1, κατά τρόπο που σημαίνει «διάταγμα, διακήρυξη, κανονισμούς, κανόνες, διατάξεις, ειδοποίηση, ή μητρώο που έγινε, εκδόθηκε ή τηρήθηκε με βάση εξουσία Νόμου.». Λαμβάνω υπόψη ότι το κατηγορητήριο αποτελεί την «ειδοποίηση» που εκδίδεται «βάσει νόμου» και δίδεται προς έναν κατηγορούμενο για να αρχίσει μία «δημόσια» ακροαματική διαδικασία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, θα προγραμματίσω για συνέχιση την ακρόαση της παρούσας ποινικής υπόθεσης στη βάση του υπάρχοντος κατηγορητηρίου. (υπ)................................................. Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.