← Κύπρος

A & X IFANTIS (CYPRUS) FOOD LIMITED ν. ACQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LIMITED κ.α., ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 7808/2015, 21/6/2019

A & X IFANTIS (CYPRUS) FOOD LIMITED ν. ACQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LIMITED κ.α., ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 7808/2015, 21/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:B16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ, Ε.Δ. ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 7808/2015 Μεταξύ: A & X IFANTIS (CYPRUS) FOOD LIMITED Παραπονούμενης -και-

  1. ACQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LIMITED, H.E.51343
  2. XXXXX ΦΙΛΙΠΠΟΥ Κατηγορούμενων Ημερομηνία꞉ 21.6.2019 Για την παραπονούμενη ꞉ κ. Ανδρέας Πλουτάρχου Για τους Κατηγορούμενους αρ.1 και 2꞉ κ. Αντώνης Ανδρέου, για Αντώνης Ανδρέου & Σία ΔΕΠΕ. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, η Κατηγορούμενη αρ. 1 εταιρεία αντιμετωπίζει τις κατηγορίες αρ. 1, 3, 5 και 7, οι οποίες αφορούν στο αδίκημα της «Πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία, κατά παράβαση των άρθρων 305Α

(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως αντικαταστάθηκε υπό του Νόμου 70(Ι)/2008, του άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως ετροποποιήθει υπό του Νόμου 164(Ι)/2003 και του άρθρου 3 του περί Δικαστηρίων (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμου 43/74». Ο Κατηγορούμενος αρ. 2 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες αρ. 2, 4, 6 και 8, οι οποίες αφορούν το αδίκημα της «Συμμετοχής στην πρόκληση μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία, κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως αντικαταστάθηκε υπό του Νόμου 70(Ι)/2008, του άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως ετροποποιήθει υπό του Νόμου 164(Ι)/2003 και του άρθρου 3 του περί Δικαστηρίων (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμου 43/74». Οι κατηγορίες αρ. 1 και 2 αφορούν στην επιταγή αρ. XXXXX
  1. Οι κατηγορίες αρ. 3 και 4 αφορούν στην επιταγή αρ. XXXXX
  2. Οι κατηγορίες αρ. 5 και 6 αφορούν στην επιταγή αρ. XXXXX
  3. Οι κατηγορίες αρ. 7 και 8 αφορούν στην επιταγή αρ. XXXXX
  4. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων επί του κατηγορητηρίου, όλες οι πιο πάνω επιταγές εκδόθηκαν επ ονόματι και /ή εις διαταγή της εταιρείας Α&Χ IFANTIS (CYPRUS) FOOD LIMITED από τη Λευκωσία εις λογαριασμό του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αμμοχώστου - Λάρνακας Λτδ και όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή δεν πληρώθηκαν, διότι η Κατηγορούμενη αρ. 1 άνευ ευλόγου αιτίας διά των σχετικών οδηγιών και/ή ενεργειών προς την πληρώτρια τράπεζα, προκάλεσε την μη εξόφληση τους, δηλαδή ανακάλεσε την πληρωμή τους και οι επιταγές επιστράφηκαν με την ένδειξη «Ανάκληση Πληρωμής - Stop Payment». Ο Κατηγορούμενος αρ. 2 συνέδραμε και/ή παρακίνησε και/ή συμβούλεψε την κατηγορούμενη 1 στην πρόκληση της μη εξόφλησης των επιταγών, διότι υπέγραψε το έντυπο της ανάκλησης των επιταγών. Αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι απάντησαν μη παραδοχή, γι' αυτό και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Δεν υπάρχει αντιδικία ως προς τα γεγονότα. Απεναντίας, κατά τη δικάσιμο ημερ. 11.4.2019, αμφότεροι οι συνήγοροι κατέθεσαν από κοινού κατάλογο παραδεκτών γεγονότων, ο οποίος σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Έγγραφο Α. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως εξής꞉
  5. Η εταιρεία Α & Χ IFAΝTΙS (CYPRUS) FOOD LΤD με αριθμό εγγραφής 137532 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επιταγών και παρουσίασης τους για πληρωμή και μεταγενέστερα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νομίμως εγγεγραμμένη στην Kυπριακή Δημοκρατία και εξακολουθεί να είναι μέχρι σήμερα.
  6. Η εταιρεία AQUA SOL HOTELS PUBLlC COMPANY LΤD, με αριθμό εγγραφής 51343, ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επιταγών και παρουσίασης τους για πληρωμή και μεταγενέστερα δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νομίμως εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία και εξακολουθεί να είναι μέχρι σήμερα.
  7. Διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επιταγων και παρουσίασης τους για πληρωμή και μεταγενεστερα ήτο και εξακολουθεί να είvαι ο κ. XXXXX Παναγή.
  8. Ο κατηγορούμενος 2 διορίστηκε στις 13.10.2014 ως Παραλήπτης - Διαχειριστής επί ολόκληρου του ενεργητικού της Κατηγορούμενης 1 και παραμένει μέχρι και σήμερα.
  9. Στις 4.9.2014 η Κατηγορούμενη 1 αντί νομίμου ανταλλάγματος, δηλαδή οφειλόμενο υπόλοιπο από αγορές αλλαντικών, εξέδωσε και παρέδωσε στην Παραπονούμενη εταιρεία τις κάτωθι επιταγές της, του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αμμοχώστου Λτδ: (α) αριθμός XXXXX6473, για το ποσό των €1841,66 με ημερομηνία πληρωμής 13.10.
  10. (β) αριθμός XXXXX4737 για το ποσό των €1904,61 με ημερομηνία πληρωμής 18.10.
  11. (γ) αριθμός XXXXX4738 για το ποσό των €1849,11 με ημερομηνία πληρωμής 23.10.
  12. (δ) αριθμός XXXXX6473 για το ποσό των €1313,35 με ημερομηνία πληρωμής 28.10.
  13. Οι ως άνω επιταγές, οι οποίες εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία υπογράφησαν νoμίμως υπό του Γιάννη Παναγή Διευθυντή της Κατηγορούμενης
  14. Για όλες τις επιταγές που αναφέρονται πιο πάνω, η Παραπονούμενη εταιρεία εξέδωσε την απόδειξη ημερομηνίας 4.9.2014 με αριθμό
  15. Η Παραπονούμενη εταιρεία παρουσίασε τις άνω επιταγές, την κάθε μια εντός μερικών ημερών από την ημερομηνία πληρωμής τους στην Τράπεζα επί των οποίων εξεδόθησαν προς πληρωμή, αλλά αυτές δεν επληρώθησαν καθότι ο Κατηγορούμενος 2 ενεργώντας σαν Παραλήπτης - Διαχειριστής της Κατηγορούμενης 1 με επιστολή του ημερ. 13.10.2014 πληροφόρησε την Τράπεζα για τον διορισμό του και επίσης ότι δεν θα πρέπει να γίνονται οποιεσδήποτε πληρωμές χωρίς την γραπτή συγκατάθεση του.
  16. Η Τράπεζα έθεσε επί των ως άνω επιταγών σφραγίδα στην οποίαν αναγράφεται «Οδηγίες να μην πληρώσουμε την επιταγή, όχι από τον εκδότη». Σε συνάρτηση προς τον πιο πάνω κατάλογο παραδεκτών γεγονότων, κατατέθηκαν τα κάτωθι έγγραφα εκ συμφώνου, για την αλήθεια του περιεχομένου τους, ως τεκμήρια:
  17. Πιστοποιητικό Σύστασης Παραπονούμενης εταιρείας Α & Χ ΙFΑΝΤΙS (CYPRUS) FOOD LTD), με αριθμό εγγραφής 137532 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1).
  18. Έρευνα Εφόρου Εταιρειών σε σχέση με την Κατηγορούμενη εταιρεία AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LTD Η.Ε51342 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2).
  19. Επιταγή αριθμός XXXXX4736 για το ποσό των €1841,66 με ημερομηνία πληρωμής 13.10.2011 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3).
  20. Επιταγή αριθμός XXXXX4737 για το ποσό των €1904,61 με ημερομηνία πληρωμής 18.10.2011 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4).
  21. Επιταγή αριθμός XXXX4738 για το ποσό €1849,11 με ημερομηνία πληρωμής 23.10.2014 (ΤΕΚΜΗΡΙO 5).
  22. Επιταγή αριθμός XXXX4739 για το ποσό των €1313,35 με ημερομηνία πληρωμής 28.10.2011 (ΤΕΚΜΗΡIΟ 6).
  23. Επιστολή ημερ. 13.10.2014 που απέστειλε ο Κατηγορούμενος 2 προς τον Συν. Ταμ. Αμμοχώστου - Λάρνακας Λτδ. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7).
  24. Αντίγραφο Δικαιολογητικού του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ημερ. 13/10/2014, μαζί με έγγραφα διορισμού (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8).
  25. Αντίγραφο Δικαιολογητικού του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ημερ. 09/12/2014 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9).
  26. Αντίγραφο Επιστολής της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημερ. 13/10/2014 (ΤΕΚΜΗΡlΟ 10).
  27. Αντίγραφο Επιστολής της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ημερ. 09/12/2014 για τον διορισμό του Κατηγορούμενου 2 ως Παραλήπτη και Διαχειριστή της Κατηγορούμενης 1 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11). Στη βάση των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων, έκλεισε την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή. Η υπεράσπιση δεν ήγειρε εισήγηση για το εκ πρώτης όψεως, με το σκεπτικό ότι το επίδικο θέμα είναι νομικό και μπορεί ν' αποφασιστεί στο τέλος της δίκης. Δεν προσφέρθηκε μαρτυρία από την Υπεράσπιση. Η ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ. Ο συνήγορος των παραπονουμένων, στην τελική του γραπτή αγόρευση αναφέρει τα εξής꞉ - Ο κατηγορούµενος 2 είναι ο πρόσωπο που ως Παραλήπτης/Διαχειριστής της κατηγορούµενης 1 µε πράξη του, την αποστολή της επιστολής Τεκµήριο 7, προς την πληρώτρια τράπεζα, συνέδραµε στην πρόκληση µη εξόφλησης των επίδικων επιταγών. - Η ενέργεια αυτή του κατηγορούµενoυ 2, δηλαδή να καλέσει την τράπεζα να µην προβαίνει σε πληρωµές από λογαριασµού της κατηγορούµενης 1 χωρίς την συγκατάθεση του και η οποία είχε σαν συνέπεια την µη πληρωµή των επίδικων επιταγών, σε καµία περίπτωση δεν ήτο ειλικρινής ούτε υπαγορεύτηκε από εύλογη αιτία. - Ο κατηγορούµενος 2 δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε µαρτυρία που να αποδεικνύει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωµα να σταµατήσει την πληρωµή των επιταγών (υποκειµενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθηση του αυτή ήταν εύλογη υπό τας περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειµενικά). - Ο κατηγορούµενος 2, υπό τη ιδιότητα του Παραλήπτη/ Διαχειριστή δεν είχε καµία εξουσία ή/και δικαίωµα να προκαλέσει την µη εξόφληση των επιταγών ή/και να δώσει εντολή για µη πληρωµή τους. Οι επιταγές εκδόθεισαν υπό της κατηγορούµενης 1 την 04/09/2014 και οι ηµερομηνίες πληρωµής τους ήτο πριν τον διορισµό του κατηγορούµενου
  28. - Τα άρθρα 89 και 300 του Περί Εταιρειών Νόµου κεφ. 113, καθορίζουν τη σειρά πληρωµής των χρεών µιας εταιρείας που τελεί υπό διαχείριση ή εκκαθάριση. Οι επιταγές δεν αποτελούν χρέος, αλλά αποτελούν πληρωµή για κάποιο αντάλλαγµα. - Στο οµόλογο κυµαινόµενης επιβάρυνσης της Τράπεζας Κύπρου ηµεροµηνίας 25/11/2009 (βλ. Τεκµήριο 8), δεν του παρήχετο καµία εξουσία να σταµατήσει την πληρωµή των επίδικων επιταγών. Σύµφωνα µε το άρθρο 337, Κεφ. 113, ο παραλήπτης/διαχειριστής που διορίζεται µε βάση εξουσίες που περιέχονται σε έγγραφο, δύναται να υποβάλει στο δικαστήριο αίτηση για οδηγίες σχετικά µε οποιοδήποτε θέµα που εγείρεται αναφορικά µε την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ο κατηγορούµενος 2, ενώ γνώριζε ότι µε το να δώσει οδηγίες µη πληρωµής των επιταγών διέπραττε ποινικό αδίκηµα, προτίµησε να το πράξει χωρίς να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο και να ζητήσει σχετικές οδηγίες. - Οι εκδοθείσες επιταγές €7000 περίπου, που εκδόθηκαν σε διάφορες ηµεροµηνίες, πριν ον διορισµό του κατηγορουµένου 2, ανήκουν στις «εκκρεμούσε χρεώσεις» (outstanding charges) και λανθασµένα ή/και χωρίς εύλογη αιτία ο κατηγορούµενος 2 έδωσε εντολή ή/και προκάλεσε τη µη εξόφληση τους. Είναι η θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι δεν στοιχειοθετείται ποινική ευθύνη του Κατηγορουμένου 2 για τον εξής λόγο꞉ Οι επίδικες επιταγές συντάχθηκαν και υπογράφτηκαν από την Κατηγορούμενη 1 μέσω του διευθυντή της κ. Γιάννη Παναγή και όχι από τον Κατηγορούμενο
  29. Προτού οι επιταγές καταστούν πληρωτέες, προέκυψε ο διορισμός του Κατηγορούμενου αρ. 2 ως Παραλήπτη - Διαχειριστή και συνεπώς η Παραπονούμενη απευθύνθηκε για πληρωμή τους μετά τον διορισμό του Παραλήπτη - Διαχειριστή. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τον διορισμό του Κατηγορούμενου 2 ως Παραλήπτη - Διαχειριστή της Κατηγορούμενης αρ. 1, τα γεγονότα, όπως προκύπτουν από τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως παραδεκτά για την αλήθεια του περιεχομένου τους, έχουν ως εξής꞉ (α) Η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στις 13/10/2014 και ώρα 12:47 μ.μ. διόρισε τον Κατηγορούμενο 2 ως Παραλήπτη - Διαχειριστή επί ολόκληρου του ενεργητικού της Κατηγορούμενης 1, δυνάμει των προνοιών Ομολόγων Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερ. 24/11/2009 που έχουν εγγραφεί προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και ημερ. 25/11/2009 προς όφελος της MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED. Αντίγραφο Δικαιολογητικού του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ημερ. 13/10/2014, μαζί με έγγραφα διορισμού έχουν καταχωρηθεί ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  30. Αντίγραφο Επιστολής της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημερ. 13/10/2014 για τον διορισμό του Κατηγορούμενου 2 ως Παραλήπτη - Διαχειριστή της Κατηγορούμενης 1 έχει καταχωρηθεί ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  31. (β) Ακολούθως, η Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ στις 09/12/2014 και ώρα 13.25 μ.μ. διόρισε τον Κατηγορούμενο 2 ως Παραλήπτη - Διαχειριστή επίσης επί ολόκληρου του ενεργητικού της Κατηγορούμενης 1, δυνάμει των προνοιών Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερ. 03/02/
  32. Αντίγραφο Δικαιολογητικού του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ημερ. 09/12/2014 μαζί με έγγραφα διορισμού έχει καταχωρηθεί ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  33. Αντίγραφο Επιστολής της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ημερ. 09/12/2014 για τον διορισμό του Κατηγορούμενου 2 ως Παραλήπτη - Διαχειριστή της Κατηγορούμενης 1 ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  34. Ο διορισμός του Παραλήπτη - Διαχειριστή στις 13/10/2014 και 09/12/2014 έγινε νομότυπα βάσει των όρων των ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης και δεν έχει μέχρι σήμερα ακυρωθεί ή τερματιστεί. Δεν αμφισβητείται τούτο από την Κατηγορούσα Αρχή. Επισημαίνει, λοιπόν, ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι είναι καθιερωμένη αρχή πως, όταν ο Παραλήπτης - Διαχειριστής διορίζεται δυνάμει ομολόγου, οι εξουσίες του καθορίζονται στο συγκεκριμένο ομόλογο. Τα άρθρα 10 και 11 των Ομολόγων Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερ. 24/11/2009 και 25/11/2009, προνοούν ότι «ο διορισθείς Παραλήπτης - Διαχειριστής θα είναι αντιπρόσωπος της Εταιρείας και μόνο η Εταιρεία είναι υπεύθυνη για τις πράξεις και παραλήψεις του». Μετά τον διορισμό Παραλήπτη Διαχειριστή, τα χρέη και οι οφειλές της εταιρείας παγοποιούνται και κατατάσσονται προς πληρωμή από τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας σύμφωνα με τα άρθρα 89 και 300 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, τις πρόνοιες των οποίων είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει ο Παραλήπτης - Διαχειριστής. Παρατίθενται πιο κάτω οι διατάξεις των άρθρων 89 και 300꞉ «Πληρωμή ορισμένων χρεών από ενεργητικό που υπόκειται σε κυμαινόμενη επιβάρυνση κατά προτεραιότητα έναντι αξιώσεων με βάση την επιβάρυνση 89.-
(1)Όταν διορίζεται παραλήπτης εκ μέρους των κατόχων χρεωστικών ομολόγων της εταιρείας εξασφαλισθέντων με κυμαινόμενη επιβάρυνση, ή οι κάτοχοι χρεωστικών ομολόγων ή πρόσωπο εκ μέρους των λαμβάνει κατοχή ιδιοκτησίας που περιλαμβάνεται ή υπόκειται στην επιβάρυνση, τότε αν η εταιρεία δεν βρίσκεται κατά το χρόνο εκείνο υπό εκκαθάριση, τα χρέη που σε κάθε εκκαθάριση πληρώνονται κατά προτεραιότητα των υπόλοιπων χρεών σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους V που σχετίζονται με προτιμησιακές πληρωμές που πληρώνονται κατά προτεραιότητα από άλλα χρέη, πληρώνονται από ενεργητικό που περιέρχεται στα χέρια του παραλήπτη ή άλλου προσώπου που λαμβάνει κατοχή όπως προαναφέρθηκε κατά προτεραιότητα οποιασδήποτε αξίωσης για κεφάλαιο ή τόκο αναφορικά με τα χρεωστικά ομόλογα.
(2)[...]
(3)[...]
(4)Οποιεσδήποτε πληρωμές που έγιναν με βάση το άρθρο αυτό θα εκπίπτουν κατά την έκταση που είναι δυνατό από το ενεργητικό της εταιρείας που είναι διαθέσιμο για την πληρωμή συνήθων πιστωτών. Προνομιακές πληρωμές 300.-
(1)Κατά την εκκαθάριση καταβάλλονται με προτεραιότητα σε σχέση με οποιαδήποτε άλλα χρέη: (α) Τα ακόλουθα ποσοστά και φόροι- (
  1. i)όλοι οι τοπικοί φόροι που οφείλονται από την εταιρεία τη σχετική ημερομηνία, τα οποία κατέστησαν οφειλόμενα και πληρωτέα μέσα σε δώδεκα μήνες αμέσως πριν από εκείνη την ημερομηνία· (
  2. ii)όλοι οι κυβερνητικοί φόροι και τέλη που οφείλονται από την εταιρεία τη σχετική ημερομηνία και οι οποίοι κατέστησαν οφειλόμενοι και πληρωτέοι μέσα σε δώδεκα μήνες πριν από εκείνη την ημερομηνία και, σε περίπτωση βεβαιωμένων φόρων, που δεν υπερβαίνει συνολικά βεβαίωση για ένα έτος· (β)(
  3. i)οφειλόμενες αποδοχές του μισθωτού και οποιοδήποτε ποσό που κατακρατήθηκε από τον εργοδότη από τις αποδοχές του μισθωτού για την πληρωμή υποχρεώσεων του μισθωτού, ή άλλως πως το οποίο ο εργοδότης δεν έχει καταβάλει· και (
  4. ii)οποιοδήποτε άλλο ποσό ή ωφέλημα του μισθωτού που απορρέει από σύμβαση ή σχέση εργοδότησης περιλαμβανομένου οποιουδήποτε ποσού που οφείλεται σε αναγνωρισμένη συντεχνία που απορρέει από την εργασιακή σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου ή διαφορετικά το οποίο ο εργοδότης δεν έχει καταβάλει. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση μισθωτού ιδιωτικής εταιρείας ο οποίος είναι μέτοχος ή μέλος του διοικητικού συμβουλίου της, εκτός εάν κατέχει μετοχές ή συμμετέχει στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα και κατά τρόπο πρόδηλα τυπικό και όχι ουσιαστικό και νοουμένου ότι μεταξύ του ιδίου και του αντιπροσωπευομένου δεν υφίσταται συγγένεια πρώτου ή δεύτερου βαθμού. (γ) κάθε ποσό αποζημίωσης που η εταιρεία είναι υποχρεωμένη να καταβάλει σε μισθωτό, λόγω σωματικής βλάβης που ο μισθωτός υπέστηκε συνέπεια ατυχήματος που προκλήθηκε από την απασχόληση και ενώ απασχολείτο ως μισθωτός της εταιρείας· Εξαιρείται η περίπτωση μισθωτού ιδιωτικής εταιρείας που είναι μέτοχος της, εκτός άν η εταιρεία διαλύεται εκούσια ή διαλύεται για σκοπούς αναδιάρθρωσης ή συγχώνευσης με άλλη εταιρεία· (δ) κάθε ποσό που οφείλεται στο μισθωτό, εξαιρούμενο μισθωτό ιδιωτικής εταιρείας που είναι μέτοχος της, για την άδεια που δικαιούται από την απασχόληση του από την εταιρεία για περίοδο απασχόλησης ενός μόνο έτους.
(2)[...]
(3)Τα προηγούμενα χρέη- (α) κατατάσσονται εξίσου μεταξύ τους και πληρώνονται στο ακέραιο, εκτός αν το ενεργητικό δεν είναι αρκετό για την ικανοποίηση τους, στην οποία περίπτωση οι οφειλές θα μειωθούν σε ίσες αναλογίες· και (β) στην έκταση που το ενεργητικό της εταιρείας το οποίο είναι διαθέσιμο για την πληρωμή γενικών πιστωτών δεν είναι αρκετό για την ικανοποίηση τους, έχουν προτεραιότητα έναντι των απαιτήσεων κατόχων χρεωστικών ομολόγων με βάση οποιαδήποτε κυμαινόμενη επιβάρυνση που δημιουργήθηκε από την εταιρεία, και θα πληρώνονται ανάλογα από οποιαδήποτε περιουσία που αποτελεί ή υπόκειται στην επιβάρυνση εκείνη.
(4)Με την επιφύλαξη της κατακράτησης τέτοιων ποσών που είναι αναγκαία για τα έξοδα και δαπάνες της εκκαθάρισης, τα προηγούμενα χρέη εξοφλούνται αμέσως στην έκταση που το ενεργητικό είναι αρκετό να τα καλύψει.
(5)[...]
(6)[...]
(7)[...].». Εξηγεί ο Συνήγορος Υπεράσπισης, παραπέμποντας στο Σύγγραμμα του Stanley Samwell «Corporate Receiverships, a practical approach», 2η έκδοση, 1988, The Institute of Chartered Accountants in England and Wales, σελ. 83, τί οφείλει να πράξει ο Παραλήπτης / Διαχειριστής άπαξ και διοριστεί (δεδομένης της αντιστοιχείας των άρθρων 88 και 300 του Κεφ. 113 προς τα άρθρα της Αγγλικής νομοθεσίας, ήτοι του Companies Act 1948 άρθρα 366-376): «In addition to the account which will normally be carried with the debenture holder, the company may carry accounts with other banks. The receiver must obtain a list of all banks accounts and write to those banks, advising them of his appointment and requesting them to freeze the accounts after debiting any outstanding charges. He should request the banks concerned then to forward to him statement of all accounts up to the date of his appointment. The bank should also be requested to cancel all standing orders and direct debit instructions, and forward a list of these to the receiver together with a list of all documents of value and securities held by them for the account of the company. Where his enquiries elicit the response that any of the accounts are in credit, he should in due course request that such balances be transferred to his receivership account.» Υπό το φως των πιο πάνω νομικών υποχρεώσεων του Παραλήπτη / Διαχειριστή, καταλήγει ο συνήγορος Υπεράσπισης να εισηγείται ότι - «Συνεπώς, η παγοποίηση (freeze) του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων μια εταιρείας η οποία είναι υπό διαχείριση η οποία είναι απόρροια τόσο νομοθετικών προνοιών όσο και των προνοιών του Ομολόγου, δεν μπορεί να αποτελεί λόγο για άσκηση ποινικής δίωξης εις βάρος του Παραλήπτη Διαχειριστή.». Περαιτέρω, ο συνήγορος Υπεράσπισης εισηγείται ότι ένας Παραλήπτης - Διαχειριστής δεν έχει οποιαδήποτε προσωπική ευθύνη ακόμα και για πράξεις και/ή παραλήψεις του ίδιου του παραλήπτη και την ευθύνη έχει μόνο η εταιρεία. Στηρίζει τη θέση του αυτή στο σύγγραμμα «The Law Relating to Receivers and Managers» του Hubert Picarda, Tottel Publishing, 4th edition στην σελίδα 112, όπου αναφέρονται τα πιο κάτω: «The debenture normally constitutes the receiver and manager agent of the company. That agency represents an agreed feature of the contract between the company and the debenture holder. The company will accordingly be bound by acts performed by the receiver and manager within his authority. He can therefore enter into contracts on behalf of the company and dispose of its property, validly conferring title on the disponee. The company will be liable for breaches of pre - existing contracts by the receiver George Barker (Transport) Ltd v Eynon [1974] 1 WLR 462, for debts contracted by him as receiver, Cully v Parsons [1923] 2 Ch 512, and for torts committed by him in the course of his performance of his duties, Cf Re Simms [1934] Ch
  1. Moreover, depending on the circumstances, the company may even be held responsible for criminal offences arising out of his performance of his duties Re John Willment (Ashford) Ltd [1979]2 All ER615.» Εφόσον μέχρι σήμερα δεν έχει τερματιστεί και/ή ακυρωθεί ο διορισμός του Κατηγορούμενου 2 ως Παραλήπτη - Διαχειριστή της υπό διαχείριση Κατηγορούμενης Εταιρείας, έπεται ότι αυτός συνεχίζει να έχει την υποχρέωση να διαφυλάξει την κινητή και ακίνητη περιουσία της Κατηγορούμενης αρ. 1 εταιρείας με σκοπό την διαχείριση της για την εξόφληση των πιστωτών της εταιρείας βάσει των άρθρων 89 και 300 του Κεφ.
  2. Οι παραπονούμενοι στην παρούσα υπόθεση αποτελούν μη εξασφαλισμένους - μη προνομιούχους πιστωτές της Κατηγορούμενης αρ. 1 και, συνεπώς, η πληρωμή οποιουδήποτε ποσού σε αυτούς πριν την εξόφληση των προνομιούχων πιστωτών θα ήταν κατά παράβαση των προνοιών των άρθρων 89 και 300 του Κεφ. 113, γεγονός το οποίο θα καθιστούσε τον κατηγορούμενο αρ.2 υπόλογο προς τους προνομιούχους, βάσει του Νόμου, πιστωτές. Επαναλαμβάνει ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος αρ.2 αντιμετωπίζει ποινική δίωξη χωρίς να έχει διενεργήσει οποιοδήποτε αδίκημα. Εφάρμοσε τον περί Εταιρειών νόμο, όπως ήταν υποχρεωμένος να πράξει υπό τη συγκεκριμένη του ιδιότητα ως παραλήπτη /διαχειριστή. Ειδικότερα, είναι η θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι η πράξη του Κατηγορούμενου 2 να προβεί στην παγοποίηση όλων των λογαριασμών της Κατηγορούμενης 1, δεν συνιστά πράξη που έγινε με σκοπό να μην πληρωθούν οι επίδικες επιταγές. Ισχυρίζεται ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι «Ακόμα και όταν ο Κατηγορούμενος 2 μετά τον διορισμό του προέβηκε στην παγοποίηση των λογαριασμών, δεν μπορούσε και ούτε ήταν σε θέση να γνωρίζει την ύπαρξη των επίδικων επιταγών.». Επισημαίνει, συναφώς, ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν ο συντάκτης των επιταγών, ούτε ήταν το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για την εταιρεία που τις υπέγραψε, ούτε γνώριζε το λόγο ή το αντάλλαγμα για το οποίο οι επιταγές εκδόθηκαν. Ο διορισμός του προέκυψε μετά την σύνταξη και υπογραφή των επιταγών. Η μη πληρωμή των επιταγών ήταν αποτέλεσμα της νόμιμης παγοποίησης (crystallization) της περιουσίας της Εταιρείας, η οποία επέρχεται ως αποτέλεσμα του διορισμού του Παραλήπτη - Διαχειριστή, εξ' υπαιτιότητας της υποχρέωσης του να εφαρμόσει τις πρόνοιες την νομοθεσίας που αναφέρονται πιο πάνω και τις πρόνοιες των σχετικών Ομολόγων. Ενόψει των πιο πάνω, είναι η θέση της Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος αρ. 2 θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαγεί. ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 305Α ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ. Το Άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154, προβλέπει: "Επιταγή" σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή." Μια επιταγή θεωρείται συναλλαγματική και εκτός εάν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Νόμο, διέπεται από τις ίδιες διατάξεις που εφαρμόζονται για τις συναλλαγματικές (βλ. C.H. HEALTΗ & BEUATY CARE LTD v. ΣΚΕΥΟΥ ΧΑΤΖΗΑΠΟΣΤΟΛΟΥ κ.α. Ποιν. Έφ. 188/18, ημερ. 25.1.12019). Το Άρθρο 23 του ΚΕΦ. 262 πρόβλεπει: «
  3. Κανένα πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη ως εκδότης, οπισθογράφος ή αποδέκτης συναλλαγματικής αν δεν υπέγραψε αυτήν υπό την ιδιότητα αυτή: [...].» Το άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, προβλέπει τα εξής꞉ «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί µε οποιαδήποτε πράξη τη µη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ηµεροµηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήµατος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούµενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωµής της, ο κατηγορούµενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυµα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή µη πληρωµής της.». Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.154, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Philippa Estates Ltd v. Ρούσου,
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία, είναι τα πιο κάτω: (α) Η έκδοση επιταγής. (β) Η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του. (γ) Η πράξη του εκδότη να γίνει καθ' οιονδήποτε χρόνο πριν ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Είναι ευθύνη της Κατηγορούσας Αρχής να προσκομίσει μαρτυρία ικανή και επαρκή για ν' αποδείξει όλα τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Από την άλλη, στην Υπεράσπιση εναπόκειται να αποδείξει ότι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης χωρεί εφαρμογής η υπεράσπιση της «εύλογης αιτίας», κάτι που αρκεί ν' αποδειχθεί στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έκδοση επιταγής από την εταιρεία ως νομικό πρόσωπο καθιστά υπεύθυνη την ίδια την εταιρεία ως την εκδότρια της επιταγής, αλλά ο διοικητικός σύμβουλος της εταιρείας που υπογράφει την επιταγή δύναται να είναι ποινικά υπεύθυνος ως συνεργός, νοουμένου ότι αποδεικνύεται η πρόθεση του σε σχέση με τη συνέργεια και τις περιστάσεις του αδικήματος. Όπως σημειώθηκε στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστάκη Πιρίκκη
(2001)2 Α.Α.Δ. 279, το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει τη δυνατότητα να κατηγορηθεί ο συνεργός ως αυτουργός (Βλ. Ajini και Άλλος ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319). Στην απόφαση ημερ. 17.6.2016 στις Ποινικές Εφέσεις Αρ. 297/2014 και 298/2014, Vrontis Builders Ltd ν. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, λέχθηκε ότι꞉ «Η συνέργεια αποτελεί ιδιαίτερο αδίκημα, η διάπραξη του οποίου μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, όπως προβλέπεται στο άρθρο 20 του Κεφ. 154. Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, ο δράστης του αδικήματος αυτού τυγχάνει μεταχείρισης ως ο αυτουργός του αδικήματος, τη διάπραξη του οποίου έχει εξυπηρετήσει με κάποιο από τους τρόπους που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο. Ουσιαστικά, τυγχάνει μεταχείρισης και αυτός ως αυτουργός για τη διάπραξη του βασικού αδικήματος, (βλ. Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, σελίδα 267). Στην προκειμένη περίπτωση, οι κατηγορίες στις οποίες καταδικάστηκε ο εφεσείων, όπως προκύπτει από τις λεπτομέρειές τους στο κατηγορητήριο, τον έφεραν, σύμφωνα με την πρόνοια του άρθρου 20(γ) του Κεφ. 154, ως συνεργό, ο οποίος παρέσχε συνδρομή για τη διάπραξη από την εφεσείουσα του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1), που αφορά στη μη πληρωμή επιταγής κατά την παρουσίασή της, για το λόγο ότι ο λογαριασμός επί του οποίου αυτή έχει εκδοθεί είναι κλειστός. Η συνδρομή δε αυτή συνίστατο στην υπογραφή των επίδικων επιταγών από τον εφεσείοντα, για την εφεσείουσα, υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της. Το γεγονός της υπογραφής των επιταγών, που συνέδραμε στη διάπραξη, ακολούθως, των αδικημάτων από την εφεσείουσα, αποτελεί την ένοχη πράξη, (actus reus), της συνέργειας. Για να υπάρχει, όμως, καταδίκη, πρέπει να διαπιστώνεται, συγχρόνως, και η ύπαρξη ένοχης γνώσης ή, όπως αλλιώς αναφέρεται, ένοχης διάνοιας, (mens rea). Το στοιχείο αυτό αφορά στην υποκειμενική υπόσταση της συνέργειας και σχετίζεται με τη γνώση που έχει ο συνεργός των περιστάσεων διάπραξης του βασικού αδικήματος, (βλ. Αλ-Χάματ και άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, σελίδες 137 έως 138), στην προκειμένη περίπτωση, των περιστάσεων των προαναφερθέντων αδικημάτων, τα οποία διαπράχθηκαν από την εφεσείουσα, κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1). Ο χρόνος, κατά τον οποίο πρέπει να διαπιστώνεται η ένοχη γνώση, είναι αυτός κατά τον οποίο τελείται η ένοχη πράξη, εν προκειμένω, η υπογραφή των επιταγών στις 31.3.2011, (βλ. Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd, πιο πάνω, και Militos Trading Limited v. Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609).». Κατά την προμνησθείσα νομολογία, (Μiltos Trading Ltd ν. Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609 και Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 A.A.Δ. 261) η συνέργεια συντελείται κατά το χρόνο έκδοσης και υπογραφής της επιταγής. Η συνέργεια δεν είναι όμως στιγμιαία. Συνεχίζει καθ΄ όλη τη διάρκεια της διενέργειας της αξιόποινης πράξης, μέχρι και την τυχόν αναίρεση της συνδρομής αυτής (Πουτζιουρής κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 309, σελ. 346 κ.ε.). Όπως εξηγείται και στον Archbold
(2006)σελ. 1730, παρ. 17-67, εκείνο που χρειάζεται να αποδειχθεί είναι ότι ο συνεργός κατά το χρόνο της παροχής της συνδρομής μπορούσε να αντιληφθεί ότι ήταν πραγματική η δυνατότητα ο αυτουργός (εδώ η εταιρεία), να διαπράξει το αδίκημα. Στην Corina Snacks Ltd v. Ορφανίδη, Ποιν. Εφ. 212/2015, ημερ. 29.5.2018 έγινε πλήρης ανάλυση της νομικής ευθύνης συνεργού, εν προκειμένω της υπογραφής επιταγής από Διευθυντή/Εκτελεστικό Πρόεδρο/Σύμβουλο εταιρείας. Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό μέρος: "Στην υπόθεση Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ν. Gastop Boutique Ltd κ.α., Ποινική ΄Εφεση 161/14, ημερ. 30.6.17 τονίστηκε ότι, για πολλά αδικήματα, τόσο η πρόθεση πρόκλησης κάποιου αποτελέσματος, όσο και η αδιαφορία ή η απερισκεψία ως προς την πρόκληση κάποιου αποτελέσματος (recklessness) συνιστούν επαρκή υποκειμενική υπόσταση (mens rea) για επιβολή ποινικής ευθύνης. Στην υπόθεση εκείνη έγινε αναφορά και στην υπόθεση Lim Weng Kee v. Public Prosecutor
(2003)2 LRC 658, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο της Σιγκαπούρης έκρινε ότι οι Διοικητικοί Σύμβουλοι εταιρείας έχουν καθήκον να ενεργούν έντιμα, και με εύλογη επιμέλεια. Στην υπόθεση Θεοχάρους & Υιος Λτδ ν. xxx Ορφανίδη, Ποινική Έφεση 115/14, ημερ. 23.10.15, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε ζήτημα γνώσης και ένοχης διάνοιας του υπογράφοντος επιταγή, εταιρείας και ανέφερε ότι το στοιχείο της γνώσης ανάγεται συνήθως στην πνευματική λειτουργία του Κατηγορουμένου και ότι η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που αποδεικνύουν, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη γνώση. Κρίθηκε, στην υπόθεση εκείνη, ότι και οι δύο Εφεσείοντες, Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Εκτελεστικός Σύμβουλος της Εταιρείας, γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ο λογαριασμός της εταιρείας είχε παγοποιηθεί από προηγουμένως και ότι για την πληρωμή των επιταγών που εξέδωσαν, θα έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο, που δεν υπήρχε. Στις πολύ πρόσφατες αποφάσεις στις υποθέσεις ΜETRON (CYPRUS) LTD v. Μιχαήλ Κάνιου, Ποινική Έφεση 64/15, ημερ. 28.11.2017 και Κίρλαππος ν. Πέτρου, Ποινική Έφεση 32/16, ημερ. 24.4.18, επιβεβαιώθηκαν οι αρχές που διατυπώθηκαν στις υποθέσεις Ιωαννίδης και Θεοχάρους (ανωτέρω). Στην υπόθεση Gilmartin (ανωτέρω), στην οποία ακολουθήθηκε η υπόθεση Reg. v. Charles
(1977)A.C. 177 (που ήταν ποινικές υποθέσεις), τονίστηκε ότι η έκδοση μιας επιταγής εξυπακούει, πρώτον, ότι ο εκδότης έχει λογαριασμό σε τράπεζα, δεύτερον, ότι έχει εξουσιοδότηση να εκδώσει την επιταγή για το συγκεκριμένο ποσό και, τρίτον, ότι η επιταγή, όπως συμπληρώθηκε, συνιστά έγκυρη διαταγή (προς την τράπεζα) για την πληρωμή του ποσού της επιταγής. Το τελευταίο στοιχείο περιλαμβάνει, εξυπακουόμενα, και τη διαβεβαίωση ότι η οικονομική κατάσταση του εκδότη είναι τέτοια ώστε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, η επιταγή θα τιμηθεί, κατά την ημερομηνία της παρουσίασης της (που είναι πληρωτέα)." [...] Η υπογραφή και έκδοση μιας επιταγής εταιρείας, με αδιαφορία (recklesness) εκ μέρους του Διοικητικού ή Εκτελεστικού Σύμβουλου-Διευθυντή που την υπογράφει και την εκδίδει, ως προς το κατά πόσο, κατά την ημερομηνία που θα καταστεί πληρωτέα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα υπάρχουν τα απαραίτητα κεφάλαια στο λογαριασμό της, για την πληρωμή της (όπως ήταν η παρούσα περίπτωση), ικανοποιεί το απαραίτητο νοητικό στοιχείο (mens rea) του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα. Ο Διοικητικός Σύμβουλος-Διευθυντής, σε τέτοια περίπτωση, υπέχει ποινική ευθύνη, δυνάμει του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, ως ο «Εκδότης».(Βλ. Κίρλαππος ν. Πέτρου, Ποινική Έφεση 32/16, ημερ. 24.4.18).[...]». ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα, η μόνη ενέργεια που έλαβε ο Κατηγορούμενος 2 και με την οποία συναρτάται η πρόκληση της μη πληρωμής των επίδικων επιταγών είναι η αποστολή προς την τράπεζα (Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου - Λάρνακας Λτδ) επιστολής ημερ. 13.10.2014 (βλ. το Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α, το οποίο είναι παραδεκτό για την αλήθεια του περιεχομένου του), με την οποία ενημέρωνε την τράπεζα για το διορισμό του την ίδια ημερομηνία ως Παραλήπτη / Διαχειριστή για ολόκληρο το ενεργητικό της Κατηγορούμενης αρ.1 εταιρείας και την πληροφορούσε, μεταξύ άλλων, ότι «Τέλος σημειώστε ότι δεν θα πρέπει να γίνονται οποιεσδήποτε πληρωμές χωρίς τη γραπτή συγκατάθεσή μου.». Κατά την κρίση μου, η πιο πάνω αναφερθείσα διαταγή του Κατηγορούμενου αρ. 2 προς την Τράπεζα ήταν, αφενός, σύννομη, στο πλαίσιο των εξουσιών και καθηκόντων που υπέχει ένας παραλήπτης διαχειριστής στο πλαίσιο του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, αφετέρου δεν εξυπακούει ότι δεν θα πληρώνονταν ποτέ οι συγκεκριμένες επιταγές που είναι εδώ επίδικες. Τούτο θα εκρίνετο από τον Παραλήπτη / Διαχειριστή μόλις ελάμβανε πλήρη εικόνα του ενεργητικού και παθητικού της Κατηγορούμενης αρ. 1 εταιρείας, έτσι ώστε να μεριμνήσει για την εξόφληση των χρεών με τη σειρά προτεραιότητας που καθορίζει το άρθρου 300 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  1. Ουδεμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μου από την Κατηγορούσα Αρχή ότι αφότου η παραπονούμενη έλαβε γνώση από την Τράπεζα για το λόγο μη πληρωμής, αυτή έλαβε μέτρα ώστε να θέσει υπόψη του Παραλήπτη / Διαχειριστή το χρέος που είχε έναντί της η εκδότρια της επιταγής εταιρεία. Η επιταγή αποτελεί μία μορφή εκκαθαρισμένης απαίτησης άπαξ και καταστεί πληρωτέα. Πρόκειται για χρέος επαληθεύσιμο. Θα έπρεπε η παραπονούμενη εταιρεία να «απαιτήσει» την εξόφλησή του στη βάση των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου και αν αυτό δεν εκπληρωνόταν με τη δέουσα σειρά προτεραιότητας βάσει του άρθρου 300 του Κεφ. 113, ενώ υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια προς τούτο, τότε και μόνον θα μπορούσε να εγερθεί παράπονο ακόμη και για ποινική ευθύνη του Κατηγορουμένου
  2. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 υπενθυμίζω ότι δεν ήταν εκδότης ούτε συνεργός κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών, εφόσον δεν συμμετείχε στην υπογραφή τους. Η κατηγορούμενη αρ. 1 εταιρεία δεν διώκεται, όπως προκύπτει από τα παραδεκτά γεγονότα και από την έκθεση των αδικημάτων επί του κατηγορητηρίου για τις ενέργειες της στο στάδιο έκδοσης των επιταγών βάσει του άρθρου 305Α
(1), αλλά για το στάδιο της μη πληρωμής τους. Τούτου δεδομένου, ούτε η εταιρεία υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη στη βάση του Τεκμηρίου 7 υπό Έγγραφο Α, αφού εκείνη ήταν μια ενέργεια του Παραλήπτη / Διαχειριστή, εκτός του πεδίου ελέγχου της εταιρείας και των διευθυντών της, η οποία ενέργεια ήταν εκ του περί Εταιρειών Νόμου απαιτούμενη. Καταλήγω να αθωώνω και απαλλάττω τους κατηγορούμενους 1 και 2 στο σύνολο των κατηγοριών που τους αφορούν. Τα έξοδα της δίκης επιδικάζονται εναντίον της παραπονούμενης εταιρείας και υπέρ των Κατηγορουμένων 1 και 2, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ)................................................. Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.