ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ν. AEROTRANS LINES LIMITED κ.α., ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 10244/2015, 4/6/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:B13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ, Ε.Δ. ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 10244/2015 Μεταξύ: ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ν. AEROTRANS LINES LIMITED, HE 109063 XXXXX Δημητρίου XXXXX Φανιέρος Κατηγορουμένων Ημερομηνία꞉ 4.6.2019 Κατηγορούσα Αρχή꞉ κ. Ν. Καππελλάκης, για Ε. Πελεκάνος &Σία Για τους Κατηγορούμενους αρ. 1 και 2꞉ κ. Γ. Πολυχρόνης Για τον Κατηγορούμενο αρ. 3꞉ καμία εμφάνιση (απεσύρθη η υπόθεση στις 3.2.2016) ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ 1 ΚΑΙ 2 ΠΕΡΙ ΜΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ΝΑ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΣΕΙ ΤΟΝ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΕΙ ΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΩΞΗ ΩΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΣ. Στην παρούσα υπόθεση, οι πιο πάνω Κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 αντιμετωπίζουν συνολικά τέσσερις κατηγορίες. Οι κατηγορίες αρ. 1 και 2 αφορούν στο αδίκημα της «Παράλειψης καταβολής τελών ελλιμενισμού σκάφους», κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5
(1)
(3)και 10
(3)του περί Ρυθμίσεως Μαρίνων Νόμου (Ν.4/77), όπως τροποποιήθηκε μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης του κατηγορητηρίου και κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)και 4 των περί Ρυθμίσεως της Μαρίνας Λάρνακας (Καταβλητέα Δικαιώματα) Κανονισμών του 2009 (ΚΔΠ 124/2009) και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Οι Κατηγορίες αρ. 3 και 4 αφορούν στο αδίκημα της «Παράλειψης καταβολής των τελών ηλεκτρισμού» κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5
(1)
(3)και 10
(3)του περί Ρυθμίσεως Μαρίνων Νόμου, Ν.4/77, όπως τροποποιήθηκε μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης του κατηγορητηρίου και των άρθρων 2, 3
(1)και 4 των περί Ρυθμίσεων της Μαρίνας Λάρνακας (Καταβλητέα Δικαιώματα) Κανονισμών του 2009 (ΚΔΠ 124/2009) και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων επί του κατηγορητηρίου, οι Κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 διώκονται υπό την ιδιότητά τους ως ιδιοκτήτες ή/και κυβερνήτες του σκάφους «SISI»꞉ - για παράλειψη καταβολής των τελών ελλιμενισμού του εν λόγω σκάφους στη Μαρίνα Λάρνακος για την περίοδο από 1/7/2014 μέχρι 31/12/2014 που ανέρχονται συνολικά σε €2.364,77σ. (βλ. την κατηγορία αρ. 1) και για παράλειψη καταβολής τέτοιων τελών για την περίοδο από 1/1/2015 μέχρι 22/9/2015 που ανέρχονται συνολικά σε €3.045,78σ. (βλ. την κατηγορία αρ. 2). - για παράλειψη καταβολής των τελών ηλεκτρισμού του ιδίου σκάφους σκάφους για την περίοδο από 1/7/2014 μέχρι 31/12/2014 που ανέρχονται σε €255,64σ., πλέον ΦΠΑ €48,57σ. (βλ. κατηγορία αρ. 3) και για παράλειψη καταβολής τέτοιων τελών για την περίοδο από 1/1/2015 μέχρι 22/9/2015 που ανέρχονται σε €132,93σ. πλέον ΦΠΑ €25,26σ. (βλ. κατηγορία αρ. 4). Το άρθρο 4
(2)του περί Ρυθμίσεως Μαρίνων Νόμου (Ν.4/77)και, αντίστοιχα, ο Κανονισμός 4 των περί Ρυθμίσεων της Μαρίνας Λάρνακας (Καταβλητέα Δικαιώματα) Κανονισμών του 2009 (ΚΔΠ 124/2009) προνοούν ότι πρόσωπο ένοχο για τα πιο πάνω αδικήματα υπόκειται, σε περίπτωση καταδίκης, σε ποινή φυλακίσεως μη υπερβαίνουσας τους έξι μήνες ή σε χρηματική ποινή μη υπερβαίνουσα τις πεντακόσιες λίρες Κύπρου (ισόποσο με €850) ή σε αμφότερες τις ποινές. Η ποινική δίωξη καταχωρήθηκε εναντίον των ως άνω Κατηγορουμένων από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού (στο εξής «ο ΚΟΤ») τον Οκτώβριο του 2015. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 στους οποίους επιδόθηκε το κατηγορητήριο εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο το Νοέμβριο του 2015 και απάντησαν «Μη παραδοχή» σε όλες τις κατηγορίες. Έκτοτε η υπόθεση εκκρεμούσε για έναρξη ακρόασης, η οποία αναβαλλόταν από καιρού εις καιρό για λόγους που φαίνονται στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ ΚΟΤ ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΚΟΤ. Στις 2.1.2019 και ενόσω εξακολουθούσε να μην έχει αρχίσει η ακρόαση της εν λόγω ποινικής υπόθεσης, τέθηκε σε ισχύ, βάσει του Ν.152(Ι)/2018, ο Νόμος που ψήφισε η Βουλή με τίτλο «o περί της Ίδρυσης Υφυπουργείου Τουρισμού και Διορισμού Υφυπουργού Τουρισμού παρά τω Προέδρω και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 2018» (Ν.123(Ι)/2018). Σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 3 του Ν.123(Ι)/2018, με την ίδρυση του Υφυπουργείου Τουρισμού χορηγήθηκαν εκ του νόμου σε αυτό διάφορες αρμοδιότητες που απαριθμούνται στο εν λόγω άρθρο, μεταξύ των οποίων είναι (βλ. την παρα. (θ) του άρθρου 3) «η εφαρμογή της τουριστικής νομοθεσίας αναφορικά με τις εξουσίες που αυτή παρείχε στον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένης της έκδοσης σχετικών αδειών». Το άρθρο 2 του Ν.123(Ι)/2018 ορίζει τον όρο «τουριστική νομοθεσία» κατά τρόπο που σημαίνει «τους νόμους και κανονισμούς που εκτίθενται στο Παράρτημα και περιλαμβάνει οποιουσδήποτε κανονισμούς εκδόθηκαν δυνάμει αυτών∙». Αν κοιτάξει κανείς το Παράρτημα του Ν.123(Ι)/2018, διαπιστώνει αμέσως ότι οι περί Ρυθμίσεως Μαρίνων Νόμοι του 1977 έως 2002 και οι δυνάμει αυτών εκδοθέντες κανονισμοί, στη βάση των οποίων υπενθυμίζω ότι ασκήθηκε η υπό κρίση ποινική δίωξη, εμπίπτουν στην «τουριστική νομοθεσία» με την εφαρμογή της οποίας επιφορτίζεται το Υφυπουργείο Τουρισμού, αναλαμβάνοντας τις εξουσίες που είχε προηγουμένως ο ΚΟΤ. Στην ουσία, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ν.123(Ι)/2018, ο ΚΟΤ διαλύθηκε και έπαυσε να έχει εξουσία να ασκεί πλέον οποιαδήποτε αρμοδιότητα, εκτός στο βαθμό που η άσκηση τέτοιας αρμοδιότητας χρησιμεύει για τους σκοπούς της οριστικής διάλυσής του. Παραθέτω αυτούσια τη διάταξη του άρθρου 15
(1)του Ν.123(Ι)/2018 προέβλεψε τα εξής꞉ «15.-
(1)Ανεξαρτήτως των διατάξεων του περί Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού Νόμου, με την έναρξη της ισχύος του παρόντος Nόμου ο Οργανισμός διαλύεται και δεν ασκεί καμία αρμοδιότητα, παρά μόνο στην έκταση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς οριστικής διάλυσής του.». Μετά τη διάλυση του ΚΟΤ, αυτός δεν διατηρεί έναντι τρίτων οποιοδήποτε κατάλοιπο εξουσιών, αφού απεναντίας το άρθρο 15
(2)του Ν.123(Ι)/2018 αναθέτει στο Υπουργικό Συμβούλιο την εξουσία έκδοσης «διατάγματος», το οποίο να περιλαμβάνει πρόνοιες που θεωρεί αναγκαίες για σκοπούς- «(α) Eκκαθάρισης των υποθέσεων του Οργανισμού· (β) επιβολής και διεκδίκησης επιβαρύνσεων προς αντιμετώπιση των υποχρεώσεων του Οργανισμού και των εξόδων της εκκαθάρισης, στο μέτρο που τέτοιες υποχρεώσεις και έξοδα δεν μπορούν να καλυφθούν από τα κεφάλαια ή από άλλα στοιχεία του ενεργητικού του Οργανισμού· (γ) χρησιμοποίησης οποιωνδήποτε πλεονάζοντων κεφαλαίων ή άλλων στοιχείων ενεργητικού για σκοπούς που καθορίζονται στο διάταγμα· και (δ) διάλυσης και εκκαθάρισης του Οργανισμού.». Η αφαίρεση από τον ΚΟΤ κάθε αρμοδιότητας επετεύχθη, αφενός, λόγω της διάλυσής του στη βάση του πιο πάνω άρθρου 15
(1)του Ν.123(Ι)/2018 και, αφετέρου, λόγω της κατάργησης, βάσει του άρθρου 21 του Ν.123(Ι)/2018, του ιδίου του περί Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού Νόμου (Ν.54/69μέχρι 35(Ι)/2005), βάσει του οποίου είχε συσταθεί ο ΚΟΤ και από τον οποίο αντλούσε πριν τη διάλυσή του τις όποιες αρμοδιότητές του είτε για επιβολή είτε για είσπραξη τελών και για τη λήψη δικαστικών μέτρων σε αστικά ή ποινικά δικαστήρια. Συνεπακόλουθα, ο Νομοθέτης, προέβλεψε στο Ν.123(Ι)/2018ότι, εφόσον ο ΚΟΤ διαλύθηκε και αφαιρέθηκαν από αυτόν οι όποιες αρμοδιότητες διέθετε προηγουμένως (βλ. άρθρο 15
(1)), καθώς επίσης εφόσον ο Νόμος περί ίδρυσης του ΚΟΤ καταργείτο (βλ. το άρθρο 21), τότε δεν απέμενε κανένα αντικείμενο για άσκηση αρμοδιότητας από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΚΟΤ, παρά μόνο στην έκταση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς οριστικής διάλυσής του (βλ. το άρθρο 17). Οι μόνες διατάξεις που εντοπίζονται στο Ν.123(Ι)/2018για μεταβατική ρύθμιση των ζητημάτων που είχαν αρχίσει και παρέμεναν εκκρεμούντα ενώπιον Δικαστηρίου πριν τη διάλυση του ΚΟΤ, είναι αυτές των άρθρων 16 και 20, τις οποίες παραθέτω αυτούσιες πιο κάτω꞉ «Εκκρεμείς δικαστικές διαδικασίες και βάσεις αγωγής 16.-
(1)Οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή βάση αγωγής η οποία εκκρεμεί ή δημιουργήθηκε μεταξύ του Οργανισμού και των υπαλλήλων ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου και αφορά ζητήματα τα οποία προέκυψαν πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου συνεχίζεται ή ασκείται κατά της Δημοκρατίας.
(2)Από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου και εντεύθεν οποιαδήποτε υποχρέωση εγείρεται σε σχέση με τις διαδικασίες που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)καθίσταται υποχρέωση της Δημοκρατίας και οποιεσδήποτε θεραπείες προβλέπονται σε αυτές ή εν σχέσει με αυτές εκτελούνται εναντίον της Δημοκρατίας. Μεταβατικές διατάξεις 20.-
(1)Οποιαδήποτε αναφορά στην τουριστική νομοθεσία ή σε συναφή δημόσια έγγραφα σε- (α) «Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού» λογίζεται ως αναφορά στο Υφυπουργείο Τουρισμού όπως αυτό ορίζεται στον παρόντα Νόμο· [...].
(2)Οποιαδήποτε έγκριση, άδεια ή πράξη οποιασδήποτε φύσης η οποία δόθηκε ή διενεργήθηκε δυνάμει των διατάξεων των περί Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού Νόμων του 1969 έως 2005 λογίζεται ότι δόθηκε ή διενεργήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(3)Η ισχύς οποιασδήποτε άδειας η οποία εκδόθηκε από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις οποιουδήποτε Νόμου ή κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε Νόμου, δεν επηρεάζεται από την κατάργηση των περί Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού Νόμων του 1969 έως 2005 και λήγει κατά την καθορισμένη σε αυτή ημερομηνία λήξης αυτής.». Η ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ. Ενόψει όλων των ανωτέρω καταργητικών διατάξεων, και χωρίς να παραβλέπει τις προεκτεθείσες μεταβατικές διατάξεις του Ν.123(Ι)/2018, ο συνήγορος Υπεράσπισης των Κατηγορουμένων αρ. 1 και 2 θεωρεί ότι ο ΚΟΤ έχει «αποβιώσει» και ότι δεν παρέχεται κανένα έρεισμα στη βάση της Ποινικής Δικονομίας της Κύπρου και της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου η οποία την ερμηνεύει, για να μπορεί να διασωθεί η υπό κρίση ποινική δίωξη. Ειδικότερα, εισηγείται ότι δεν δύναται το Υφυπουργείο Τουρισμού να υποκαταστήσει αναδρομικά τον ΚΟΤ ως παραπονούμενο ή/και ως κατήγορο και ότι δεν είναι επιτρεπτή η τροποποίηση του κατηγορητηρίου για αλλαγή του ονόματος του Κατηγόρου. Προς επίρρωση της εισήγησής του ότι δεν μπορεί να υποκατασταθεί ο παραπονούμενος/κατήγορος από άλλο πρόσωπο για σκοπούς συνέχισης της δίκης, ο κ. Πολυχρόνης παραπέμπει στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης στην απόφαση ημερ. 10.7.2015 στην Ποινική Έφεση 61/2013, Ντίνος Φιλίππου ν. Maricasa Estate Ltd, όπου λέχθηκαν τα εξής꞉ «[...] Η παρούσα υπόθεση δεν είναι αγωγή, δηλαδή πολιτική αγωγή, και δεν αφορά σε οποιαδήποτε βάση αγωγής η οποία επιβιώνει μετά το θάνατο του ενάγοντα. Η παρούσα υπόθεση είναι ποινική έφεση μετά από αθωωτική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου στην οποίαν ο εφεσείων ήταν ο Κατήγορος σε ιδιωτική ποινική υπόθεση, η οποία αφορούσε έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρυσμα και πρόκληση μη πληρωμής επιταγής, κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(1)και
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Η αίτηση βασίζεται και στις συμφυείς εξουσίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αυτό όμως είναι χωρίς πραγματικό περιεχόμενο εφόσον ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα δεν μας παρέπεμψε σε οποιαδήποτε συμφυή εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η οποία να επιτρέπει την τροποποίηση του τίτλου της παρούσας ποινικής έφεσης με την αντικατάσταση του ονόματος του αποβιώσαντος εφεσείοντα με τα ονόματα των διαχειριστών της περιουσίας του. Μια αίτηση είναι θεμελιωμένο ότι πρέπει να αναφέρει την ουσιαστική και δικονομική βάση στην οποία βασίζεται με σαφήνεια και ακρίβεια. Στην προκείμενη περίπτωση η αίτηση αναφέρεται σε ουσιαστικές και δικονομικές πρόνοιες, οι οποίες όμως δεν παρέχουν εξουσία στο δικαστήριο να εγκρίνει τη θεραπεία, η οποία ζητείται με την αίτηση. Εν πάση περιπτώσει η Κυπριακή νομολογία δεν φαίνεται να παρέχει γενικό δικαίωμα σε προσωπικούς αντιπροσώπους αποβιώσαντος κατηγόρου να υποκατασταθούν στη θέση του για σκοπούς προώθησης της ποινικής υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων. Στην υπόθεση Ttofinis v. Theocharides and Another
(1983)2 CLR 363, αποφασίστηκε ότι, σύμφωνα με το κοινό δίκαιο, το δικαίωμα έγερσης ποινικής δίωξης περιορίζεται στα άτομα τα οποία υφίστανται ζημία (injured) από την εγκληματική πράξη.». Σχετικό και το ακόλουθο απόσπασμα, στο οποίο παραπέμπει ο κ. Πολυχρόνης, από την προμνησθείσα απόφαση για να δείξει ότι τα άρθρα 83 και 85 της Ποινικής Δικονομίας δεν καλύπτουν ή και δεν επιτρέπουν τροποποίηση του τίτλου του κατηγορητηρίου, όπου αναγράφεται το όνομα του παραπονούμενου/ κατηγόρου꞉ «Τα άρθρα 83 και 85 της Ποινικής Δικονομίας, επί των οποίων βασίζεται η αίτηση, αφορούν σε μεταβολή ελαττωματικού κατηγορητηρίου και απόδειξη μέρους του κατηγορητηρίου, αντίστοιχα. Συγκεκριμένα, το άρθρο 83, προνοεί ότι το δικαστήριο δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, στο οποίο φαίνεται ότι το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, να εκδώσει διάταγμα μεταβολής του είτε με τροποποίηση του είτε με υποκατάσταση του ή με προσθήκη σ΄ αυτό νέας κατηγορίας, ως το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο, ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης. Τα άρθρα 83 και 85 του Κεφ. 155 επίσης δεν παρέχουν εξουσία στο δικαστήριο για τροποποίηση του τίτλου ποινικής έφεσης.». Αγορεύοντας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, ο κ. Πολυχρόνης επεσήμανε στο Δικαστήριο τη θέση του ότι το άρθρο 16 του Ν.123(Ι)/2018 δεν αποτελεί δικονομικό κανόνα, δεν τροποποιεί τις πρόνοιες του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 ούτε και τις νομολογιακές αρχές που αφορούν στη σύνταξη και τροποποίηση κατηγορητηρίων. Τόνισε, επίσης, ο κ. Πολυχρόνης ότι, σε αντίθεση με τον ΚΟΤ που είχε δική του νομική προσωπικότητα το Υφυπουργείο Τουρισμού δεν έχει δική του νομική προσωπικότητα, και πως κατά συνέπεια το Υφυπουργείο Τουρισμού δεν μπορεί να είναι διάδικος, μόνο η ίδια η Κυπριακή Δημοκρατία. Εντοπίζει, κατ' επέκταση, σφάλμα στη διατύπωση της εξουσιοδότησης που έδωσε ο Γενικός Εισαγγελέας στους συνηγόρους που εμφανίζονται για τον κατήγορο μετά τη θέσπιση του Ν.123(Ι)/2018, αφού δεν μπορεί αυτοί να εξουσιοδοτούνται να εμφανιστούν για το Υφυπουργείο Τουρισμού, όταν το ίδιο το Υφυπουργείο δεν δύναται να αποτελεί αφ' εαυτού διάδικο. Η ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥ. Λέγει ο συνήγορος του Κατηγόρου στη γραπτή του αγόρευση επί της προδικαστικής ένστασης ότι꞉ Βλ. τρίτη παρα. στη σελ. 1 της αγόρευσης꞉ «[...] ουδέποτε ισχυριστήκαμε ότι μετά την εφαρμογή του περί της Ίδρυσης Υφυπουργείου Τουρισμού και Διορισμού Υφυπουργού Τουρισμού παρά τω Προέδρω και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2018, το Υφυπουργείο Τουρισμού είναι πλέον αρμόδιο να συνεχίσει τις τυχόν εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις, ούτως ώστε να χρειάζεται και τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Αντίθετα, αποτελεί θέση μας ότι ο Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού εξακολουθεί να έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει τις υφιστάμενες εκκρεμείς υποθέσεις και άρα η παρούσα υπόθεση μπορεί να προχωρήσει ως έχει με τον ίδιο Κατήγορο χωρίς να χρειάζεται η τροποποίηση του κατηγορητηρίου.». Βλ. τις τελευταίες δύο παρα. στη σελ. 2 της αγόρευσης꞉ «Από τη γραμματική ερμηνεία του πιο πάνω άρθρου [15], προκύπτει ότι αρμόδιος να συνεχίσει και εκκαθαρίσει τις υποθέσεις του, παραμένει ο ίδιος ο Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού, παρά τη διάλυσή του [...]. Ωσότου περατωθεί η εκκαθάριση εκκρεμουσών υποθέσεων και για τις ανάγκες της ο Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού θεωρείται ότι υπάρχει. Το αληθές νόημα του άρθρου 15
(1)είναι ότι μετά τη διάλυσή του ο Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού έχει ατελή ικανότητα δικαίου (και δικαιοπραξίας), περιοριζόμενη στην έκταση που καθορίζουν οι ανάγκες της εκκαθαρίσεως των εκκρεμουσών υποθέσεων.». Βλ. τρίτη σελ. της αγόρευσης꞉ «Το Άρθρο 15 συμπληρώνει το άρθρο 16, σύμφωνα με το οποίο για όσες διαδικασίες εκκρεμούν ενώπιον των δικαστηρίων μετά την έναρξη της ισχύος του εν λόγω Νόμου, αρμόδια είναι η Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Γενικός Εισαγγελέας με σχετική επιστολή του ημερομηνίας 26/2/2019 έχει εξουσιοδοτήσει τους δικηγόρους οι οποίοι χειρίζονταν μέχρι πρότινος την παρούσα υπόθεση όπως συνεχίσουν να χειρίζονται την υπόθεση εκπροσωπώντας τη Δημοκρατία.» Σημειωτέον ότι η εμφάνιση του συνηγόρου του Κατηγόρου από 26.2.2019 διενεργείται στη βάση γραπτής εξουσιοδότησης που του παρείχε ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, η οποία κατατέθηκε στο φάκελο του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο ημερ. 5.4.2019 και η οποία φέρει το εξής λεκτικό꞉ «κ.κ. Ε. Πελεκάνος & Σία [...] Θέμα꞉ Χειρισμός Ιδιωτικών Ποινικών Υποθέσεων ΚΟΤ Αναφέρομαι στο πιο πάνω θέμα και στην επιστολή σας ημερ. 21 Ιανουαρίου 2019 και σας επισυνάπτω εξουσιοδότηση, υπογραμμένη από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για να μπορέσετε να συνεχίσετε να εκπροσωπείτε το Υφυπουργείο Τουρισμού (πρώην ΚΟΤ) ενώπιον του Δικαστηρίου Λάρνακας στην ποινική υπόθεση αρ. 10244/15. Παρακαλώ όπως κρατάτε το γραφείο μας ενήμερο για την πορεία και εξέλιξη της υπόθεσης.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Πράγματι, το Υφυπουργείο Τουρισμού δεν αποτελεί διάδοχη κατάσταση της ίδιας οντότητας με αυτήν που ήταν ο ΚΟΤ προηγουμένως. Ο Νόμος 123(Ι)/2018 δεν μετονομάζει απλώς τον ΚΟΤ, διατηρώντας τη νομική προσωπικότητά του, αλλά αντίθετα τον διαλύει και δημιουργεί μία νέα οντότητα με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Βάσει του άρθρου 3 του Νόμου του ΚΟΤ (Ν.54/69), ο ΚΟΤ αποτελούσε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου («νομικόν πρόσωπον κεκτημένον πάσας τας ιδιότητας νομικού προσώπου και διέπεται υπό του παρόντος Νόμου.»). Προϊστατο αυτού ένα Διοικητικό Συμβούλιο, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5 του Ν.54/69, το οποίο Διοικητικό Συμβούλιο διοικούσε τον Οργανισμόν, διαχειριζόταν την περιουσίαν και τους πόρους αυτού και τον εκπροσωπούσε ενώπιον πάσης αρχής. Ο ΚΟΤ είχε, βάσει του άρθρου 13 του Ν.54/69, χωριστό ταμείο, στο οποίο κατατίθονταν, βάσει της παρα. (ζ) του εν λόγω άρθρου - «(ζ) Τα πρόστιμα ή άλλαι χρηματικαί ποιναί επιβαλλόμεναι και εισπραττόμεναι δυνάμει των περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμων και Κανονισμών, του περί Τουριστικών Επαγγελμάτων και Σωματείων Νόμου και των δυνάμει τούτου εκδοθέντων Κανονισμών, του περί Ρυθμίσεως Μαρίνων Νόμου και των δυνάμει τούτου εκδοθέντων Κανονισμών, των περί Τουριστικών Κέντρων Νόμων και των δυνάμει τούτων εκδοθέντων Κανονισμών ως και των περί Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού Νόμων και των δυνάμει τούτων Κανονισμών». Από την άλλη, το Υφυπουργείο Τουρισμού δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου. Δεν έχει δική του χωριστή νομική προσωπικότητα, αφού υπάγεται στην κυβερνητική δομή της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συγκεκριμένα, βάσει του άρθρου 4
(1)του Ν.123(Ι)/2018, «Το Υφυπουργείο Τουρισμού στελεχώνεται, λειτουργεί και διοικείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου και των δυνάμει αυτών εκδιδόμενων Κανονισμών.». Ο Υφυπουργός Τουρισμού, ο οποίος διορίζεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας δυνάμει του άρθρου 6 του Ν.123(Ι)/2018, αποτελεί βάσει του άρθρου 4
(3)του ιδίου Νόμου τον πολιτικό προϊστάμενο και την αρμόδια αρχή για τους υπαλλήλους του Υφυπουργείου Τουρισμού, ο οποίος ενεργεί μέσω του Γενικού Διευθυντή του Υφυπουργείου, κατ' αναλογία των αρμοδιοτήτων των υπουργών για τους υπαλλήλους των υπουργείων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου. Ο Γενικός Διευθυντής του Υφυπουργείου είναι ο αρμόδιος λειτουργός για την άσκηση διοίκησης του Υφυπουργείου. Δεδομένης της εγερθείσας προδικαστικής ένστασης, κατά την ταπεινή μου κρίση αυτό που απαιτείται να αποφασισθεί δικαστικά είναι πρώτα και κύρια το κατά πόσον το άρθρο 15 σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του Ν.123(Ι)/2018 παρέχουν επαρκή νομική βάση για συνέχιση της ποινικής δίωξης ως έχει, ήτοι εξ ονόματος του ΚΟΤ, παρά τη διάλυσή του, τονίζοντας άλλωστε ότι ουδεμία αίτηση τροποποίησης του κατηγορητηρίου έχει μέχρι τώρα τεθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από πλευράς κατηγόρου. Το λεκτικό του άρθρου 16 είναι, κατά την κρίση μου, προδήλως ελλειπές σε ό,τι αφορά το ποιος δύναται να συνεχίζει τις εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες που είχαν εγερθεί πριν τη διάλυση του ΚΟΤ από τον ίδιο τον ΚΟΤ. Δεν προβλέπει ποιος δύναται να τις συνεχίσει. ¨Εχει γίνει πρόνοια μόνο για όσες διαδικασίες εκκρεμούσαν κατά του ΚΟΤ ή που χωρούσε να εγερθούν κατά του ΚΟΤ. Γι'αυτές προβλέπεται ρητά ότι θα συνεχίζονται ή εγείρονται «κατά της Δημοκρατίας». Το παραθέτω ξανά꞉ «Εκκρεμείς δικαστικές διαδικασίες και βάσεις αγωγής 16.-
(1)Οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή βάση αγωγής η οποία εκκρεμεί ή δημιουργήθηκε μεταξύ του Οργανισμού και των υπαλλήλων ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου και αφορά ζητήματα τα οποία προέκυψαν πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου συνεχίζεται ή ασκείται κατά της Δημοκρατίας.» Δεν θα μπορούσα να υπεισέλθω είτε σε γραμματική είτε σε τελεολογική ερμηνεία ανύπαρκτης πρόνοιας. Εκεί όπου υπάρχει πρόνοια και είναι σαφής, ακολουθείται η γραμματική ερμηνεία των όρων, εκεί όπου είναι ασαφής ενδέχεται να χρησιμοποιηθεί η τελεολογική ερμηνεία, όπου όμως υπάρχει κενό ρύθμισης, αυτό δεν διασώζεται με τη χρήση οποιασδήποτε από τις εν λόγω μεθόδους ερμηνείας των νόμων από τα Δικαστήρια, αφού το Δικαστήριο δεν δύναται να ενεργεί ως νομοθέτης για να συμπληρώνει κενά νόμων ή να προσθέτει λέξεις (βλ. Δημοκρατία ν. Ιωσηφίδη
(2006)3 ΑΑΔ 702). Εφόσον ο Νομοθέτης δεν χρησιμοποίησε στο άρθρο 16 του Ν.123(Ι)/2018 τη λέξη «από» τη Δημοκρατία, παρά μόνο τη λέξη «κατά» της Δημοκρατίας, δεν μπορεί από μόνο του το Δικαστήριο να προσθέσει τη λέξη «από» στο κείμενο του συγκεκριμένου νόμου, για να επιλύσει το πρόβλημα που προέκυψε. Απορρίπτω την εισήγηση του συνηγόρου που εμφανίζεται για τον Κατήγορο, ότι το άρθρο 15 διατηρεί εν ζωή τον ΚΟΤ μέχρις ότου εκκαθαριστούν οι «δικαστικές υποθέσεις του», περιλαμβανομένων των ποινικών υποθέσεών του, αφού, αν αυτή ήταν η πρόθεση του Νομοθέτη, θα έπρεπε να το προέβλεπε ρητά. Αντίθετα, η μόνη ρητή πρόβλεψη του Νομοθέτη εκφράζει την πρόθεσή του, βάσει του άρθρου 15
(1), να διατηρήσει τον ΚΟΤ εν ζωή μόνο για σκοπούς αποπεράτωσης των πράξεων που άπτονται της διαδικασίας διάλυσής του. Όσον αφορά «την εκκαθάριση των υποθέσεων του ΚΟΤ», το άρθρο 15
(2)προβλέπει ότι μεσολαβεί η θέσπιση διατάγματος από το Υπουργικό Συμβούλιο, κάτι που εν προκειμένω δεν έχει συμβεί. Τονίζω πως, ούτε και θα μπορούσε, στα πλαίσια συνταγματικής νομιμότητας, να ρυθμιστεί μια δικαστική υπόθεση με παρεμβολή ενέργειας της εκτελεστικής εξουσίας. Συνεπώς, ερμηνεύω το άρθρο 15
(2)(α) ως αναφερόμενο μόνο σε υποθέσεις που άπτονται της εκτελεστικής λειτουργίας, οι οποίες μπορούν να ρυθμιστούν με διάταγμα του Υπουργικού. Έχω ανατρέξει στο Σύγγραμμα με τίτλο «Legistlative Drafting», 4th edition, Butterworths, London Dublin Edinburgh, 1996, όπου ο G. C. Thornton (OBE, QC, MA, LLB) περιγράφει τους κανόνες για τη βέλτιστη πρακτική σε ό,τι αφορά τη νομοτεχνική επιμέλεια και σύνταξη των νόμων. Προκειμένου περί διατήρησης αυτών που είχαν γίνει πριν την ακύρωση ενός νομοθετήματος, ο G. C. Thornton εισηγείται (βλ. σελ. 387 του Συγγράμματος) την ενσωμάτωση στο νέο Νόμο διάταξης που να τα διασώζει (savings provision)꞉ "A savings provision is used to preserve what already exists; It cannot create new rights or obligations. Such a provision is of no application to transactions which are complete at the time the savings provision comes into force. A savings provision is frequently included in legislation to establish beyond doubt that the provisions of that legislation are to be construed as additional to and not in derogation of existing law. The possibility of repeal by implication is thus excluded. In the following two examples, the operation of the common law is saved." Το ίδιο Σύγγραμμα επεξηγεί και ποια είναι η κατάλληλη διατύπωση που πρέπει να έχει η μεταβατική ρύθμιση εκκρεμουσών δικαστικών διαδικασιών (βλ. σελ. 389 του Συγγράμματος)꞉ «CONTINUANCE OF PENDING PROCEEDINGS Every proceeding commenced under a repealed enactment may be continued and completed (
- a)If the proceeding has been wholly or partly heard, as if the enactments repealed by this Act were still in force; And (
- b)in other cases, as if the proceeding had been commenced under this Act. Except as may be expressly provided in this Act, this Act does not affect the rights of any party to any proceeding commenced in any court before this Act came into force. Except as otherwise expressly provided in this Act, every matter and proceeding commenced in any court under an enactment repealed by this Act and pending or in progress immediately before this Act came into force may be continued, completed and enforced under this Act.». Ειδικά σε ό,τι αφορά ποινικές δικαστικές διαδικασίες, ο G. C. Thornton εισηγείται την ενσωμάτωση στον καταργητικό Νόμο μιας μεταβατικής διάταξης ως εξής (βλ. σελ. 390 του Συγγράμματος)꞉ «PROVISION OF OFFENCES All proceedings in respect of offences committed or alleged to be committed against an enactment repealed by this Act may be commenced or continued as if this Act had not come into force.». Όσον αφορά την κατάργηση και διαδοχή νομικών προσώπων, είτε ιδιωτικού δικαίου είτε δημοσίου δικαίου, ο G. C. Thornton εισηγείται (βλ. σελ. 395 του Συγγράμματος) την ενσωμάτωση στον καταργητικό νόμο μιας μεταβατικής διάταξης ως εξής꞉ «BODIES CORPORATE A proposal to establish a new body corporate intended to take the place of an existing body, whether corporate or unincorporated, requires that consideration be given to existing assets and liabilities, contractual and otherwise, existing offices, staff and pending proceedings. The circumstances may be such that there are other matters that require to be dealt with by specific provision to smooth the transitional process. The following transitional provision is suitable for adaptation: "
(1)On the day when this Act comes into force, the former Branch is dissolved and (
- a)[.] (
- b)[.] (
- c)any proceedings pending immediately before the coming into force of this Act to which the former Branch was a party may be continued as if the Society was a party to those proceedings instead of the former Branch;".». Στην περίπτωση του Ν.123(Ι)/2018 δεν περιλήφθηκε σε αυτόν μια τέτοια διάταξη που να καθορίζει ρητά ότι όλες οι ποινικές υποθέσεις που είχαν εγερθεί από τον ΚΟΤ πριν τη διάλυσή του, συνεχίζονται μετά τη διάλυσή του ωσάν να μην είχε τεθεί ποτέ σε ισχύ ο Νόμος που διαλύει τον ΚΟΤ ή ότι όλες οι ποινικές υποθέσεις στις οποίες ο ΚΟΤ ήταν διάδικος πριν τη διάλυσή του συνεχίζονται από τη Δημοκρατία ωσάν να ήταν η Δημοκρατία εξ υπαρχής ο διάδικος. Το ίδιο αποτέλεσμα, όμως, κρίνω ότι επιτυγχάνεται στη βάση του άρθρου 10 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1. Το εν λόγω άρθρο 10 καθορίζει ποιες είναι οι συνέπειες από την ακύρωση προνοιών ενός Νόμου από έναν άλλο Νόμο ως εξής꞉ «10.-
(1)Όταν Νόμος ακυρώνει και επαναθεσπίζει, με ή χωρίς τροποποίηση, οποιαδήποτε πρόνοια του προηγούμενου Νόμου, αναφορές σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο στην ακυρωθείσα πρόνοια, θα ερμηνεύονται, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, ως αναφορές στην πρόνοια που επαναθεσπίσθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα- (α) επαναφέρει οτιδήποτε που δεν ισχύει ή δεν υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αρχίζει να ισχύει η ακύρωση~ (β) επηρεάζει την προηγούμενη ισχύ νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό ή οτιδήποτε που τελέστηκε κανονικά ή που επιτράπηκε με βάση το νομοθέτημα που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό~ ή (γ) επηρεάζει δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ή ευθύνη που εξασφαλίζεται, προέρχεται ή προκύπτει, βάσει νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό~ ή (δ) επηρεάζει ποινή, κατάσχεση, ή τιμωρία που προέκυψε σχετικά με ποινικό αδίκημα που διαπράχθηκε εναντίον νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό~ ή (ε) επηρεάζει έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, και τέτοια έρευνα, νομική διαδικασία, ή θεραπεία, μπορεί να εγερθεί, συνεχιστεί, ή εκτελεσθεί και τέτοια ποινή, κατάσχεση, ή τιμωρία μπορεί να επιβληθεί ωσάν ο ακυρωτικός Νόμος δεν ψηφιζόταν.» Εφόσον ο Νομοθέτης θεσπίζοντας το Ν.123(Ι)/2018ήταν σιωπηρός για το ποιος συνεχίζει τις υποθέσεις που ήγειρε ο ΚΟΤ, έπεται ότι δεν εκδηλώθηκε οποιαδήποτε αντίθετη πρόθεση από αυτήν που το ίδιο το άρθρο 10
(2)(ε) του Κεφ. 1, ήθελε να προσδώσει. Να συνεχισθεί δηλαδή η νομική διαδικασία, ωσάν να μην είχε ψηφιστεί ο Ν.123(Ι)/2018και άρα ωσάν, πλασματικά, να συνέχιζε να υπάρχει ο ΚΟΤ. Υπ'αυτή την έννοια και με αυτή τη νομική βάση είναι που καταλήγω να θεωρώ διασωθείσα την παρούσα ποινική υπόθεση εξ ονόματος του ΚΟΤ, χωρίς να είναι αναγκαία οποιαδήποτε τροποποίηση του τίτλου του Κατηγορητηρίου. Εξάλλου, παραπέμπω στις πρόνοιες του άρθρου 20 του Ν.123(Ι)/2018 που διασφαλίζει ότι η αναφορά σε «δημόσια έγγραφα» στον «Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού» θα λογίζεται ως αναφορά στο Υφυπουργείο Τουρισμού. Έχω την άποψή ότι ως δημόσιο έγγραφο μπορεί να νοηθεί και το κατηγορητήριο μιας ποινικής υπόθεσης, εφόσον ο όρος "δημόσιο έγγραφο", ερμηνεύεται στον περί Ερμηνείας Νόμο, Κεφ. 1, κατά τρόπο που σημαίνει «διάταγμα, διακήρυξη, κανονισμούς, κανόνες, διατάξεις, ειδοποίηση, ή μητρώο που έγινε, εκδόθηκε ή τηρήθηκε με βάση εξουσία Νόμου.». Λαμβάνω υπόψη ότι το κατηγορητήριο αποτελεί την «ειδοποίηση» που εκδίδεται «βάσει νόμου» και δίδεται προς έναν κατηγορούμενο για να αρχίσει μία «δημόσια» ακροαματική διαδικασία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, θα προχωρήσω να προγραμματίσω την ακρόαση της παρούσας ποινικής υπόθεσης για σκοπούς κανονικής συνέχισής της στη βάση του υπάρχοντος κατηγορητηρίου. (υπ)................................................. Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο