← Κύπρος

AstroBank Limited ν. ΑQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LTD κ.α., Αρ. Υποθέσεως 12740/2015, 19/7/2019

AstroBank Limited ν. ΑQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LTD κ.α., Αρ. Υποθέσεως 12740/2015, 19/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:B25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως 12740/2015 Μεταξύ꞉ AstroBank Limited (ως η Ειδοποίηση ημερ. 25.2.2019 στο φάκελο του Δικαστηρίου, πρώην ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ.) Παραπονούμενης και

  1. ΑQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LTD
  2. PANAS HOTEL LTD
  3. MARISMARE LTD
  4. XXXXX ΠΑΝΑΓΗ
  5. XXXXX ΠΑΝΑΓΗ Κατηγορουμένων Ημερομηνία꞉ 19.7.2019 Εμφανίσεις꞉ Για την παραπονούμενη꞉ κα Γ. Ζαχαρίου, για Ανδρέας Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ. Για την Κατηγορούμενη αρ. 1꞉ κ. Χρ. Τσαγγαρός Για την Κατηγορούμενη αρ. 2: κ. Α. Σωτηρίου, για Αντωνάκης Σωτηρίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για τους Κατηγορούμενους αρ. 3, 4 και 5: κ. Ν. Πιριλλίδης με κα Α. Αργυρού, για N. Pirilides & Associates LLC. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο ιδιωτική ποινική υπόθεση αφορά σε τρεις κατηγορίες, οι οποίες στρέφονται εναντίον και των πέντε κατηγορουμένων ως εξής꞉ Η κατηγορία αρ. 1 αφορά σε αδίκημα «Εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 301(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου꞉ «Οι Κατηγορούμενοι περί τον Νοέμβριο του 2009 και/ή Φεβρουάριο του 2010 κατά τη σύναψη χρέους για ποσό εκ €6.043.100,00 από την Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, με ψευδείς παραστάσεις, οι οποίες συνίσταντο στη γραπτή δέσμευσή τους να ακυρώσουν τη συμφωνία μίσθωσης ημερ. 23/7/2001 μεταξύ των κατηγορουμένων 1 και 2, των οποίων διευθυντής είναι ο κατηγορούμενος 4, αφού εξασφάλισαν την ως άνω πίστωση, προέβησαν σε νέα συμφωνία με την οποία ακύρωσαν τη συμφωνία ακύρωσης ημερ. 03/02/2010, επαναφέροντας τη συμφωνία μίσθωσης ημερ. 23/7/2001 και ακολούθως υπογράφοντας συμφωνία εκχώρησης με τους κατηγορούμενους 3, των οποίων διευθυντής είναι η κατηγορούμενη 5.» Στη βάση πανομοιότυπων λεπτομεριών ως αυτών της κατηγορίας αρ. 1, προωθείται η κατηγορία αρ. 2 για το αδίκημα της «Εξασφάλισης πίστωσης με δόλο», κατά παράβαση του άρθρου 301(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε. Περαιτέρω, προωθούνται οι κατηγορίες αρ. 3 και 4 για «Συνωμοσία για διάπραξη πλημμελήματος», κατά παράβαση των άρθρων 372, 301(α), 20 και 35 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε, ότι δηλαδή συνωμότησαν για να εξασφαλίσουν την πίστωση με ψευδείς παραστάσεις ή με δόλο, ως αναφέρεται στις κατηγορίες αρ. 1 και 2, αντίστοιχα. Όλοι οι Κατηγορούμενοι απάντησαν μη παραδοχή στις ως άνω κατηγορίες, γι'αυτό και η υπόθεση εκκρεμεί για ακρόαση. Όσον αφορά το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την καταχώρηση της ως άνω ποινικής υπόθεσης μέχρι τις 14.5.2019 που καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση για έγερση προδικαστικού ζητήματος, συνοψίζω την πορεία της υπόθεσης αντλώντας στοιχεία από το δικαστικό φάκελο, ως εξής꞉ Το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 30.12.
  6. Ήταν πρώτη φορά ορισμένο για επίδοση στις 10.2.
  7. Επετεύχθη επίδοση προς τους Κατηγορούμενους 1, 3 και 4 στις 18.2.2016, ενώ για την κατηγορούμενη αρ. 5 εκκρεμούσε για επίδοση στις 25.4.
  8. Η επίδοση προς την Κατηγορούμενη 2 εκκρεμούσε μέχρι τη δικάσιμο 4.10.
  9. Συμπληρώθηκαν οι επιδόσεις και η υπόθεση ορίστηκε πρώτη φορά για ακρόαση στις 28.4.
  10. Για λόγους που φαίνονται στα πρακτικά του Δικαστηρίου, η ακρόαση αναβλήθηκε για τις 3.10.2017, ενώ αργότερα παρέμεινε για προγραμματισμό λόγω εξαίρεσης του αδελφού Δικαστή Ξ. Ξενοφώντος. Επαναορίστηκε για ακρόαση από άλλη αδελφή Δικαστή στις 17.5.
  11. Ακολούθως, στις 23.5.2018 δόθηκαν εκ νέου οδηγίες, να επιληφθεί της υπόθεσης ο Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ., ως φυσικός Δικαστής, ο οποίος την όρισε για ακρόαση στις 11.10.2018, ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο υπό την παρούσα σύνθεσή του άρχισε να επιλαμβάνεται της υπόθεσης. Ακολούθησαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αιτήματα αναβολών ακρόασης από 11.10.2018 στις 11.
  12. 2019, 25.1.2019, ενώ στις 26.3.2019 αναβλήθηκε λόγω άλλου προγράμματος του Δικαστηρίου για τις 14.5.
  13. Η υπό κρίση αίτηση Με γραπτή δια κλήσεως αίτηση, ημερομηνίας 14.5.2019, οι Κατηγορούμενοι εξαιτούνται τα εξής꞉ «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται και/ή διατάσσεται η προδικαστική εκδίκαση της ένστασης των Κατηγορουμένων / Αιτητών που άπτεται ζητήματος κατάχρησης διαδικασίας και/ή της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, μέσω της καταχώρησης και/ή προώθησης της ως άνω ποινικής υπόθεσης, ενόψει της ύπαρξης προγενέστερων αλλά και μεταγενέστερων δικαστικών διαδικασιών που έχουν την ίδια ή ουσιαστικά την ίδια βάση γεγονότων, στις οποίες γίνεται αναφορά στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση, αλλά και του μεσολαβούντος χρόνου από την τέλεση των αδικημάτων μέχρι και την καταχώρηση της εν λόγω ποινικής υπόθεσης. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η απόρριψη του κατηγορητηρίου και/ή η διακοπή της ως άνω ποινικής υπόθεσης, ως συνιστώσας κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, καθώς και την απαλλαγή των Κατηγορουμένων / Αιτητών εκ των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν. Γ. Οποιαδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθή και δίκαη υπό τις περιστάσεις. Δ. Έξοδα και ΦΠΑ.» Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 3 και 175 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  14. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση, ημερ. 14.5.2019, του κ. XXXXX Παναγή, από τη Λάρνακα. Δηλώνει ότι αυτ΄ςο είναι εξουσιοδοτημένος από όλους τους άλλους Κατηγορούμενους/ Αιτητές στην ως άνω υπόθεση, για να ορκιστεί τα γεγονότα που περιέχονται στην ένορκη δήλωσή του, εξ όσων κάλλιον τα γνωρίζει, εξ όσων πληροφορείται από τους συγκατηγορούμενούς του και βάσει νομικών συμβουλών από τους συνηγόρους τους. Είναι η θέση του κ. Παναγή ότι η παρούσα ποινική υπόθεση αποτελεί μία προσπάθεια ποινικοποίησης διαφορών αστικής φύσεως, με σκοπό να πιεστούν οι Κατηγορούμενοι να συμβιβάσουν τις εν λόγω διαφορές τους με την πρώην Τράπεζα Πειραιώς, νυν AstroBank. Προς επίρρωση της θέσης του, παραθέτει το ιστορικό των αγωγών και άλλων αστικής φύσεως δικαστικών διαδικασιών που κινήθηκαν εκατέρωθεν. Προς αποφυγή διπλής αναφοράς στα όσα ο κ. Παναγής αναφέρει, παραθέτω το εν λόγω ιστορικό όπως το παραθέτουν και σχολιάζουν οι συνήγοροι Υπεράσπισης στη γραπτή τους αγόρευση. Κατ' αρχάς, είναι η εισήγηση των συνηγόρων Υπεράσπισης ότι, ο χρόνος από την ισχυριζομένη τέλεση των επίδικων αδικημάτων (Νοέμβριος 2009 ή Φεβρουάριος 2010) μέχρι την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης (30.12.2015), φανερώνει την κατάχρηση της διαδικασίας. Όσον αφορά την ισχυριζόμενη ποινικοποίηση αστικών διαφορών για χάριν καταπίεσης του αντιδίκου, οι συνήγοροι Υπεράσπισης επισημαίνουν, συναφώς, στη γραπτή τους αγόρευση τα εξής꞉ «Όπως είναι κοινά παραδεκτό[1], την 10.07.2015 η Τράπεζα καταχώρησε εναντίον των κατηγορουμένων 1-4 την αγωγή 1352/2015 Ε.Δ Λάρνακας[2] με την οποία αξίωνε την πληρωμή υπολοίπου δανείου, διάταγμα ακύρωσης συμφωνίας ημερομηνίας κατά ή περί την 03.02.2010, με την οποία ακυρώθηκε η συμφωνία ημερ. 03.02.2010 ακύρωσης του ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερ. 23.07.2001, καθώς και της συμφωνίας εκχώρησης της συμφωνίας ενοικίασης του ξενοδοχείου Panas Tourist Village, στη βάση ισχυρισμών πως το εν λόγω δάνειο εξασφαλίστηκε τάχα δια ψευδών παραστάσεων και δόλου που έλαβε χώρα περί τον Νοέμβριο του 2009 και/ή Φεβρουάριο του 2010 και που λεπτομερώς περιγράφονται στις παραγράφους 12-17 της πιο πάνω αγωγής. Είναι επίσης κοινά παραδεκτό[3] ότι την 27.11.2015 εκδόθηκε εναντίον των κατηγορουμένων Απόφαση και Διατάγματα, ως η απαίτηση.[4] Με άλλα λόγια, μήνες ολόκληρους προ της καταχώρησης της παρούσας ποινικής υπόθεσης η Τράπεζα είχε καταχωρήσει εναντίον των κατηγορουμένων 1 έως 4 την εν λόγω αγωγή 1352/2015 Ε.Δ. Λάρνακας, στην οποία την 27.11.2015 εξασφάλισε εναντίον των εν λόγω κατηγορουμένων και Απόφαση, την οποία μάλιστα η Τράπεζα θεωρεί «έγκυρη, ισχυρή και δεσμευτική».[5] Όπως εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί, οι ισχυρισμοί περί ψευδών παραστάσεων και δόλου της πιο πάνω αγωγής, αντικατοπτρίζονται verbatim στις κατηγορίες και τις λεπτομέρειες των ισχυριζομένων αδικημάτων στην παρούσα ποινική. Επιδιώκεται δηλαδή η μέσω της παρούσας ποινικής υπόθεσης, εκδίκαση ή και επανεκδίκαση των ιδίων ισχυρισμών που στηρίζονται στα ίδια γεγονότα και επίδικα θέματα. Εναντίον της πιο πάνω Απόφασης καταχωρήθηκε την 16.12.2015 αίτηση παραμερισμού[6], η οποία απορρίφθηκε και εναντίον της εν λόγω απόρριψης οι κατηγορούμενοι καταχώρησαν σχετικές Εφέσεις που εκκρεμούν.[7] Ενώ, δηλαδή, εκκρεμεί η πιο πάνω αγωγή 1352/2015 (εφόσον εκκρεμούν οι Εφέσεις αν θα παραμεριστεί ή όχι η ερήμην εκδοθείσα Απόφαση, κάτι που θα γίνει στο πλαίσιο της τελικής Απόφασης του Εφετείου), η Τράπεζα προχώρησε για το ίδιο θέμα με την παρούσα ποινική υπόθεση για κατ' ισχυρισμό δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις που έλαβαν χώρα 6 και πλέον χρόνια προηγουμένως. Η πρωτόδικη Απόφαση, βεβαίως, είτε θα παραμείνει ως έχει είτε θα παραμεριστεί από το Εφετείο, πλην όμως η παράλληλη προώθηση και της παρούσας ποινικής για θέματα τα οποία βρίσκονται ήδη ενώπιον της δικαιοσύνης και με ενδεχόμενο μάλιστα την έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, είναι έκδηλα καταχρηστική. Η Τράπεζα δεν παρέμεινε στην καταχώρηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης, αφού, προς το σκοπό άσκησης περαιτέρω πίεσης των κατηγορουμένων, ακολούθησαν οι παραδεκτές διαδικασίες που προώθησε η Τράπεζα μέσω του εκ μέρους της διορισθέντα Παραλήπτη και Διαχειριστή της κατηγορούμενης 2, δηλ. της Πρωτογενούς Αίτησης 781/2016 Ε.Δ. Λευκωσίας,[8] με την οποία βασικά αξίωνε κατοχή του ξενοδοχείου Panas Tourist Village (το «Ξενοδοχείο») και της Αγωγής 313/2017 Ε.Δ. Αμμοχώστου,[9] με την οποία ο εν λόγω Παραλήπτης και Διαχειριστής επεδίωξε Δηλωτική Απόφαση ότι δικαιούται στην άμεση κατοχή όλων των περιουσιακών στοιχείων της κατηγορουμένης 2, καθώς και Διάταγμα που, μεταξύ άλλων, απαγόρευε στην κατηγορουμένη 2 να επεμβαίνει στο Ξενοδοχείο και από του να τον εμποδίζει να εισέρχεται εντός του Ξενοδοχείου, έχοντας βασιστεί στους ίδιους ακριβώς ισχυρισμούς, γεγονότα και επίδικα θέματα με αυτά της παρούσας ποινικής υπόθεσης.[10] Η εν λόγω Αγωγή 313/2017 Ε.Δ. Αμμοχώστου διακόπηκε εκ μέρους του Παραλήπτη και Διαχειριστή, αφού το Ξενοδοχείο πωλήθηκε «σε άλλη εταιρεία»[11]. Αποφεύγεται, βεβαίως, επιμελώς ν' αναφερθεί από την ενόρκως δηλώσασα για λογαριασμό της Τράπεζας ότι η λεγόμενη άλλη εταιρεία αποτελεί θυγατρική εταιρεία κατά 100% της Τράπεζας, η οποία μάλιστα σύμφωνα με παραδοχή της τελευταίας[12], αμέσως μετά την απόσυρση της Αγωγής 313/2017 Ε.Δ. Αμμοχώστου, καταχώρησε την Αγωγή 342/2017 Ε.Δ. Αμμοχώστου[13], επιδιώκουσα ανάκτηση κατοχής του Ξενοδοχείου. Όπως είναι επίσης παραδεκτό[14] η τελευταία εν λόγω Αγωγή 342/2017, την οποία η εν λόγω εταιρεία καταχρηστικά καταχώρησε, αναστάληκε από την Πρόεδρο του Ε.Δ. Αμμοχώστου κατ' ακολουθία αίτησης των κατηγορουμένων 2 και 3[15], ως διασταυρούμενη Αγωγή με την Αγωγή 343/2017[16] που καταχώρησαν οι κατηγορούμενοι 2 και 3 μαζί με τρίτο πρόσωπο εναντίον της Τράπεζας και άλλων συνδεδεμένων με αυτή προσώπων, με την οποία επιδιώκεται η ακύρωση της μεταβίβασης του Ξενοδοχείου επ' ονόματι της Gravieron Company Ltd καθώς και συναφείς Δηλωτικές Αποφάσεις και Γενικές Αποζημιώσεις. Προς προστασία των συμφερόντων της η κατηγορουμένη 3 καταχώρησε εναντίον της Τράπεζας και της εν λόγω «άλλης εταιρείας» την Αγωγή 354/2017 Ε.Δ. Αμμοχώστου[17] με την οποία επιδιώκονται Δηλωτικές Αποφάσεις ότι η κατηγορούμενη 3 κατέχει και διαχειρίζεται το Ξενοδοχείο νόμιμα καθώς και Διάταγμα που εμποδίζει την Τράπεζα και την «άλλη εταιρεία» από το να συνωμοτούν για την εκδιώξουν από το Ξενοδοχείο. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Τράπεζα και η «άλλη εταιρεία» με την Έκθεση Υπεράσπισης τους επαναλαμβάνουν τους ίδιους ισχυρισμούς και γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα ποινική υπόθεση.[18] Ακολούθησε η καταχώρηση Ειδοποίησης Πτώχευσης και υστερότερα της Αίτησης Πτώχευσης 06/2018 Ε.Δ. Λάρνακας για την πτώχευση του κατηγορούμενου 4 που αναστάληκε με Απόφαση του Δικαστηρίου[19] το οποίο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, «εάν δεν ανασταλεί η παρούσα διαδικασία τότε ακόμη και αν η Έφεση Ε208/2016 επιτύχει, ο Αιτητής θα έχει ενδεχομένως υποστεί τις δραστικές συνέπειες ενός Διατάγματος Πτώχευσης».[20] Διερχόμενος τις επιστολές/emails/κείμενα διευθέτησης που ανταλλάγησαν, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι αποσκοπούσαν σε μια συνολική διευθέτηση όλων των μεταξύ των διαδίκων εκκρεμουσών διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένης της παρούσας ποινικής, την απόσυρση της οποίας η Τράπεζα χρησιμοποιούσε σαν διαπραγματευτικό εργαλείο για να ασκήσει πίεση στους κατηγορούμενους να αποδεχτούν μια διευθέτηση στα δικά της μέτρα. Άλλωστε, εάν οι διαπραγματεύσεις όντως κατέληγαν σε μια συμφωνία «βολική» για την Τράπεζα θα ήταν επιεικώς αφελές να πιστέψει κανείς ότι η Τράπεζα θα ενεργούσε ως μία, ας μου επιτραπεί η έκφραση, ρομαντική θιασώτης της προάσπισης της δικαιοσύνης και δεν θα απέσυρε την ποινική υπόθεση, αλλά τουναντίον θα επέμενε στη διατήρηση και προώθηση της!». Η ένσταση της παραπονούμενης. Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
  15. Ο τίτλος της αίτησης είναι λανθασμένος
  16. Η αίτηση υποβάλλεται από λανθασμένους αιτητές και/ή χωρίς εξουσιοδότηση των αιτητών
  17. Η αίτηση είναι νομικά, δικονομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  18. Οι αιτητές δεν δικαιούνται στα αιτούμενα Διατάγματα.
  19. Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική.
  20. Η αίτηση βασίζεται σε ψεύδη και αναλήθειες.
  21. Οι ενόρκως δηλούντες δεν έχουν ούτε και αποκαλύπτουν γνώση των γεγονότων.
  22. Η αίτηση βασίζεται σε προνομιούχα μαρτυρία, η οποία παρουσιάζεται και με τρόπο ψευδή και παραπλανητικό.
  23. Οι ενόρκως δηλούντες δεν έχουν εξουσιοδότηση από τους αιτητές να προβούν στην παρούσα
  24. Η αίτηση είναι γενική και/ή αόριστη και/ή αστήριχτη.
  25. Οι αιτητές προβάλλουν ψευδείς και ανυπόστατους ισχυρισμούς.
  26. Δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων.
  27. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων.
  28. Οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα.
  29. Δεν παρατίθενται στοιχεία και τεκμήρια που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων.
  30. Η αίτηση είναι αδικαιολόγητα καθυστερημένη.
  31. Η αίτηση είναι πρόωρη υπό τη έννοια του ότι δεν υπάρχει υπόβαθρο γεγονότων. Η αίτηση βασίζεται στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 155, άρθρα 3 και 175, στη νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων, στη συμφυή εξουσία και πρακτική των Κυπριακών και Αγγλικών Δικαστηρίων. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα ένσταση, εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της κυρίας XXXXX Στροβολίδου, από Λευκωσία, ημερ. 30.5.
  32. Είναι υπάλληλος στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της παραπονούμενης τράπεζας. Ισχυρίζεται ότι ο κ. Παναγή δεν δύναται να ενεργεί ως εξουσιοδοτημένος από την κατηγορούμενη αρ. 1 εταιρεία, διότι εκείνη τελεί υπό διαχείριση και εκπροσωπείται από άλλους δικηγόρους στο Δικαστήριο. Εισηγείται ότι ουδόλως είναι καταχρηστική η καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης, αφού αποτελεί μία καλόπιστη προσπάθεια να τιμωρηθούν οι ένοχοι, εάν και εφόσον βρεθούν ένοχοι για τη διάπραξη των αδικημάτων. Η ποινική υπόθεση έχει διαφορετικό στόχο και σκοπό από την αστική. Οποιαδήποτε έκβαση της έφεσης εναντίον της απόφασης στην αγωγή 1352/2015, δεν θα επηρεάσει καθ'οιονδήποτε τρόπο την ποινική ευθύνη, εάν διαφανεί ότι υπάρχει. Προς αποφυγή διπλής αναφοράς στα όσα η κα Στροβολίδου αναφέρει, παραθέτω κατευθείαν τα όσα σχολιάζει η συνήγορος Υπεράσπισης στη γραπτή της αγόρευση. Πρώτον, αναφορικά με άλλες παράλληλες δικαστικές διαδικασίες. «Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι η ποινική υπόθεση είναι καταχρηστική και δεν μπορούσε ούτε να καταχωρηθεί αλλά ούτε και να προωθείται περαιτέρω λόγω της εκκρεμότητας πριν και μετά της καταχώρησης της άλλων διαδικασιών. Αναφορά γίνεται στις ακόλουθες διαδικασίες: Α) ΑΓΩΓΗ 1352/2015 - ΑΠΟΦΑΣΗ - ΑΙΤΗΣΕΙΣ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟΥ - ΕΦΕΣΗ ΣΤΗN ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟΥ Β) ΑΓΩΓΗ 313/2017 από το Διαχειριστή και παραλήτπη της εταιρείας Panas. Γ) ΑΓΩΓΗ 342/2017, η οποία αναστάληκε ως διασταυρούμενη με την 343/2017 και η απαίτηση των εκεί εναγόντων προστέθηκε στην αγωγή 343/2017 υπό μορφή ανταπαίτησης. Δ) ΑΓΩΓΗ 343/2017 για κατ' ισχυρισμό δόλo και απάτη στην πώληση του ξενοδοχειακού συγκροτήματος της εταιρεία Panas. Ε) ΑΙΤΗΣΗ 781/2016 από παραλήπτη - διαχειριστή και όχι τους παραπονούμενους έγινε βάση του άρθρου 337 του Κεφ.
  33. ΣΤ) ΑΓΩΓΗ 354/2017 από Marismare ως προς το ότι δικαιούνται στην κατοχή και διαχείριση του ξενοδοχείου Panas Tourist Village. Ζ) ΑΙΤΗΣΗ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ εναντίον της περιουσίας ΠΑΝΑΓΗ, η οποία αναστάληκε εκκρεμούσης της έφεσης με όρους για μη αποξένωση περιουσίας κλπ, ως προκύπτει από την απόφαση. Πριν προχωρήσω στη νομική ανάλυση αυτής της εισήγησης, είναι σημαντικο να δούμε το σκοπό της κάθε διαδικασίας, αφού όπως έχει ξεκαθαρίσει με την απόφαση της Ολομέλειας στην ποινική έφεση 7063 ανωτέρω η κατάχρηση της διαδικασίας δυνατόν να ενυπάρχει όταν επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός με διαφορετικά ένδικα μέσα. Χωρεί μόνο εκεί όπου η διαδικασία απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου και ασκείται φειδωλά. Λέχθηκε επίσης , ανατρέποντας την προηγούμενη αντίθετη νομολογία ότι : «δεν πετυχαίνουν οι σκοποί του δικαίου με το να μένει ατιμώρητος ο παραβάτης, επειδή έχει ληφθεί απόφαση υπέρ του παραπονουμένου για το οφειλόμενο από τον παραβάτη ποσό». · Με την αγωγή 1352/2015 εκδόθηκε απόφαση για την οφειλή, αλλά και απόφαση με την οποία ακυρώθηκε η ακύρωση της ακύρωσης του ενοικιαστηρίου εγγράφου και το ίδιο το ενοικιαστήριο έγγραφο. Δηλαδή σκοπός εντελώς διαφορετικός από την τιμωρία των κατηγορουμένων λόγω δόλου και απάτης που κατά τη θέση των καθ' ΄ων η αίτηση έλαβε χώρα. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι ακόμη κι αν εξοφληθεί ολόκληρο το εξ αποφάσεως χρέος, η ποινική ευθύνη των κατηγορούμενων δεν επηρεάζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο, το γεγονός της αποζημίωσης της ζημιά που προκλήθηκε στους παραπονούμενους λόγω του δόλου, ενδεχομένως να αποτελέσει μετριαστικό παράγοντα και τίποτα περισσότερο. · Η αγωγή 313/2017 είχε καταχωριστεί από το διαχειριστή και παραλήπτη της εταιρείας Panas Hotels Ltd, τότε ιδιοκτήτριας του ξενοδοχείου και όχι τους καθ ών η αίτηση, και αφορούσε την παράνομη επέμβαση της εταιρείας Marismare Ltd, η οποία κατακρατούσε το ξενοδοχείο της εταιρείας Panas Hotels Ltd παρά το ότι η προς την Marismare παραχώρηση της συμφωνίας ενοικίασης είχε ακυρωθεί μέσα από την απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή 1352/2015, συμπαρασυρόμενη από την ακύρωση της συμφωνίας ενοικίασης, η οποία απόφαση είναι μέχρι σήμερα σε ισχύ και με την οποία ακυρώθηκε τόσο η συμφωνία ενοικίασης του εν λόγω ξενοδοχείου από την Panas Hotels Ltd προς την AQUA SOL HOTELS PUBLIC COMPANY LIMITED όσο και κατά συνέπεια η εκχώρηση των δικαιωμάτων της ενοικίασης εκείνης προς την εταιρεία Marismare Ltd, την οποία το Δικαστήριο έκρινε και αποφάσισε ότι ήταν δόλια. Η εν λόγω αγωγή διεκόπη με απόφαση Δικαστηρίου για το λόγο ότι στο μεσοδιάστημα, εκκρεμούσης της αγωγής, ιδιοκτησία του ξενοδοχειακού συγκροτήματος που αποτελούσε το αντικείμενο της αγωγής 313/2017 είχε πωληθεί σε άλλη εταιρεία ήτοι την Gravieron Company Ltd. · Η αγωγή 342/2017 αφορά αγωγή που η νέα ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου κίνησε εναντίον των παρανόμως επεμβαίνοντων σε αυτό. Η εν λόγω αγωγή ουδέποτε αναστάληκε ως καταχρηστική, αλλά για τους λόγους που φαίνονται στην απόφαση, γιατί κρίθηκε ως διασταυρούμενη με την αγωγή 343/2017, ως φαίνεται στη σελίδα 12 της απόφασης ,με αποτέλεσμα να ανασταλεί η 342/2017 επειδή, μεταξύ άλλων, το βάρος απόδειξης, και μάλιστα αυξημένο, βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων στην αγωγή 343/2017 και όχι στους παραπονούμενους στην παρούσα. Σχετικές είναι οι σελίδες 14 και 15 της απόφασης, την οποία ο ενόρκως δηλών επισυνάπτει μεν, αλλά όχι μόνο αποκρύβει, αλλά αποδίδει διαφορετικό νόημα και σκεπτικό από εκείνο του Δικαστηρίου, προφανώς για να δημιουργήσει εντυπώσεις. · Η αγωγή 343/2017 καταχωρήθηκε από κάποιους από τους κατηγορούμενους στην παρούσα και αφορά απαίτηση για αποζημιώσεις συνεπεία ισχυριζόμενου δόλου και απάτης από πλευράς του διαχειριστή και παραλήπτη και της εταιρείας που απέκτησε το ξενοδοχειακό συγκρότημα που ήταν αρχικά ιδιοκτησία της εταιρείας Panas για ποσό πέριξ των €12.000.000, μειώνοντας έτσι αναλόγως το εξ αποφάσεως χρέος στην αγωγή 1352/
  34. Στην αγωγή 343/2017, οι αιτητές στην παρούσα, επεδίωξαν και εξασφάλισαν προσωρινό διάταγμα μονομερώς, το οποίο ακυρώθηκε πρωτίστως και κυρίως λόγω απόκρυψης στοιχείων, όπως κάνουν και στην προκείμενη περίπτωση. Ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της αίτησης εκείνης ήταν ο ενόρκως δηλών και στην παρούσα XXXXX ΠΑΝΑΓΗ. · Η αίτηση 781/2016 καταχωρήθηκε όχι από τους παραπονούμενους -, αλλά από τον διαχειριστή και παραλήπτη, ο οποίος διορίστηκε μεν εκ μέρους της Τράπεζας, δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης, ο οποίος όμως βάση των αρχών που διέπουν τις υποχρεώσεις και καθήκοντα τέτοιων προσώπων δεν είναι αντιπρόσωπος της τράπεζας, αλλά της εταιρείας. [...] Η εν λόγω αίτηση εν πάση περιπτώσει αφορούσε αίτηση δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου και ειδικότερα του άρθρου 337 λόγω της μη τήρησης των υποχρεώσεων των διευθυντών της υπό διαχείρισης εταιρείας, Panas Hotels Ltd προς τον διαχειριστή και παραλήπτη. Η εν λόγω αίτηση στρέφετο εναντίον του διευθυντή της εταιρείας, XXXXX ΠΑΝΑΓΗ, κυρίως λόγω μη συνεργασίας με τον διαχειριστή και παραλήπτη και λόγω μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που είχε ο διευθυντής της εταιρείας βάσει της Νομοθεσίας και όχι εναντίον της κατηγορούμενης 2 εταιρείας. · Η αγωγή 354/2017 αφορά σε αγωγή από την Marismare εναντίον των παραπονούμενων και της εταιρείας Gravieron, ζητώντας δηλωτικές αποφάσεις ότι δικαιούνται σε κατοχή και διαχείριση του ξενοδοχειακού συγκροτήματος, αρxικά ιδιοκτησίας της εταιρείας Panas, το οποίο πωλήθηκε στη εταιρεία Gravieron για νόμιμο αντάλλαγμα. · Η αίτηση πτώχευσης αφορά την αφερεγγυότητα του XXXXX ΠΑΝΑΓΗ, η οποια επιβεβαιώνεται και από τη μη εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, σύμφωνα με την απόφαση στην αγωγή 1352/2015, η οποία είναι μέχρι σήμερα ισχυρή. Όντως, η εν λόγω αίτηση αναστάληκε εκκρεμούσης της έφεσης, με όρους όμως ως προς τις αποξενώσεις κλπ. Πριν την καταχώρηση έφεσης καταχωρήθηκε πτωχευτική ειδοποίηση η οποία επιχειρήθηκε με 2 αιτήσεις, τεκμήρια Α και Β επι της ένστασης να παραμεριστεί ανεπιτυχώς, με τις αποφάσεις τεκμήρια Γ και Δ επί της ένστασης. Με δεδομένα τα πιο πάνω, είναι φανερό ότι ο σκοπός των πιο πάνω διαδικασιών δεν συμπίπτει με την ποινική διαδικασία ούτε οι πιο πάνω διαδικασίες επηρεάζονται από την ποινική υπόθεση αλλά ούτε και αντίστροφα. (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.)». Δεύτερον, αναφορικά με ισχυριζόμενες διαπραγματεύσεις προς απόσυρση της παρούσας ποινικής. Λέγει η κα Ζαχαρίου στην αγόρευσή της τα εξής꞉ «Η πλευρά των αιτητών προσπάθησαν, να πείσουν το Δικαστήριο, με τρόπο άκομψο, αναληθή και ξεκάθαρα ψευδή, εν γνώσει τους, ότι στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων είχε συζητηθεί και έγινε αποδεκτό από τους παραπονούμενους να αποσύρουν την ποινική υπόθεση, για να επικαλεστούν κακοπιστία από πλευράς καθ' ών η αίτηση και κατάχρηση. Επισυνάπτουν δε, δήθεν προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, ανταλλαγή αλληλογραφίας, ΑΝΕΥ ΒΛΑΒΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ, η οποία δεν μπορεί καν να παρουσιάζεται και κατά συνέπεια ούτε και να ληφθεί υπόψιν, στην οποία επισυνάπτουν κείμενο συμφωνίας στο οποίο περιέχεται αναφορά σε απόσυρση της ποινικής υπόθεσης. Καταλήγουν ότι τον Ιανουάριο του 2018 οι διαπραγματεύσεις τερματίστηκαν χωρίς κατάληξη. Ουδέν αναληθέστερο ως ξεκάθαρα διαφάνηκε από την ένσταση, την οποία και υιοθετούμε στην ολότητα της. Συγκεκριμένα, αυτό που προκύπτει με τεκμήρια, στα οποία θα γινεί αναφορά στη συνέχεια, όντως έγιναν διαπραγματεύσεις, άνευ βλάβης δικαιωμάτων, με σκοπό την επίλυση των διαφορών τους και όχι τη διευθέτηση των ποινικών ευθυνών των κατηγορουμένων. Περί την 25.1.2017, οι δικηγόροι της παραπονούμενης τράπεζας, απέστειλαν στον XXXXX ΠΑΝΑΓΗ με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, τεκμήριο Ε, επι της ένστασης, διάφορες προτεινόμενες συμφωνίες. Για ότι αφορά την παρούσα, η συμφωνία διευθέτησης που επισυνάφθηκε στο εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα, τεκμήριο Ε, η οποία παρουσιάζεται ως, τεκμήριο Στ, είχε τη μορφή που φαίνεται στο τεκμήριο Στ, όπου δεν περιλαμβάνεται καμία αναφορά στην ποινική υπόθεση 12740/
  35. Στη συνέχεια, κατόπιν διαπραγματεύσεων και συνάντησης, στάληκε και πάλιν από πλευράς τράπεζας - παραπονουμένων ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 14.12.2017, τεκμήριο Ζ, στο οποίο επισυναπτόταν μεταξύ άλλων η συμφωνία διευθέτησης, τεκμήριο Η, στη μορφή που φαίνεται στο εν λόγω τεκμήριο Η, χωρίς καμία αναφορά στην ποινική υπόθεση 12740/
  36. Ακολούθησε την 29.12.2017 ηλεκτρονικό μήνυμα από τον κύριο XXXXX ΠΑΝΑΓΗ, τεκμήριο Θ, στο οποίο η συνημμένη ως συμφωνία διευθέτησης είχε τη μορφή του εγγράφου , τεκμήριο Ι, το οποίο εκτυπώθηκε σε μορφή όπου φαίνονται οι τροποποιήσεις επί αυτού ( track changes format) με κόκκινο χρώμα και στο οποίο φαίνεται ότι η προσθήκη, μεταξύ άλλων της ποινικής υπόθεσης 12740/2015 έγινε από πλευράς εναγομένων - κατηγορουμένων στην παρούσα. Το τεκμήριο Κ, ήτοι η συμφωνία σε μορφή printscreen ( δηλαδή φωτογράφηση της οθόνης του υπολογιστή) του κειμένου της συμφωνίας που ήταν επισυνημμένο στο ηλεκτρονικό μήνυμα του XXXXX ΠΑΝΑΓΗ 29.12.2017, φαίνεται ότι για πρώτη φορά η αναφορά στην ποινική υπόθεση 12740/2015 έγινε από την πλευρά του ενόρκως δηλούντα και των λοιπών εναγομένων - κατηγορουμένων στην παρούσα και οι 2 σχετικές προσθήκες έγιναν η μεν στη σελίδα 2 της συμφωνίας από το κ. Τίτο Πιριλίδη στις 21.12.2017 και ώρα 10:07:00 πμ και η αλλαγή στη σελίδα 3 έγινε από τον κύριο XXXXX Πιριλιδη στις 21.12.2017 και ώρα 10:10:
  37. Το εν λόγω μήνυμα ακολούθησε μήνυμα από πλευράς της τράπεζας προς τον XXXXX ΠΑΝΑΓΗ και τους δικηγόρους του ημερομηνίας 8.1.2018 και ώρα αποστολής 2:58 pm, τεκμήριο Λ, στο οποίο η μορφή της συμφωνίας διευθέτησης ήταν και πάλιν χωρίς αναφορά σε ποινική υπόθεση, όπως φαίνεται στο τεκμήριο Μ. Στη συνέχεια στάληκε από το κύριο Τιτο Πιριλίδη ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 8/1/2018 και ώρα 6:16 μ.μ., τεκμήριο Ν, στο οποίο επισυνάπτεται και πάλιν κείμενο ως συμφωνία διευθέτησης, που περιλαμβάνει την ποινική υπόθεση 12740/
  38. Το τεκμήριο Η, το οποίο αποτελεί το επισυνημμένο στο ηλεκτρονικό μήνυμα Πιριλίδη, τεκμήριο Ν, σε έγχρωμη μορφή όπου φαίνονται οι τροποποιήσεις επί αυτού (track changes format) με κόκκινο χρώμα, αποκαλύπτει ότι η προσθήκη, μεταξύ άλλων της ποινικής υπόθεσης 12740/2015 έγινε από πλευράς εναγομένων/κατηγορουμένων στην παρούσα. Το τεκμήριο Ο, ήτοι η εκτύπωση του εν λόγω έγγραφου και σε μορφή printscreen ( δηλαδή φωτογράφηση της οθόνης του υπολογιστή) όπου όταν πατήσεις πάνω σε κάθε αλλαγή φαίνεται ποιος την έκανε και πότε δείχνει ότι η αναφορά στην ποινική υπόθεση 12740/2015 έγινε από την πλευρά του ενόρκως δηλούντα και των λοιπών εναγομένων στην αγωγή - κατηγορουμένων στην παρούσα και οι 2 σχετικές προσθήκες έγιναν η μεν στη σελίδα 2 της συμφωνίας από το κ. XXXXX Πιριλίδη στις 1.8.2018 και ώρα 4:44:00 πμ και η αλλαγή στη σελίδα 3 έγινε από τον κύριο Τίτο Πιριλιδη στις 1.8.2018 και ώρα 4:45:00π.μ Μετά την 8.1.2018 οι διαπραγματεύσεις ναυάγησαν. Είναι συνεπώς ηλίου φαεινότερο ότι η τράπεζα ουδέποτε αποδέχτηκε την απόσυρση ούτε και την συμπερίληψη της ποινικής υπόθεσης 12740/2015 στις διαπραγματεύσεις, παρά τις έντονες προσπάθειες των κατηγορούμενων και των δικηγόρων τους προς το σκοπό αυτό, ως έχει καταδειχθεί πιο πάνω και συνεπώς η προσπάθεια να μεταφερθεί το μήνυμα από πλευράς αιτητών στο Δικαστήριο ότι η απόσυρση της ποινικής υπόθεσης αποτελούσε θέση για την οποία οι πλευρές είχαν συμφωνήσει ενώ ήταν θέμα που πρόσθεταν οι κατηγορούμενο κα αφαιρούσαν οι παραπονούμενοι από τη συμφωνία, είναι ξεκάθαρα προσπάθεια εσκεμμένης παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Το να προσπαθούν οι κατηγορούμενοι 2-5 αιτητές, να παρουσιάσουν μια ψεύτικη εκδοχή στο Δικαστήριο προωθώντας ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΕΙΣΗΓΗΣΗ η οποία ουδέποτέ έγινε δεκτή ως ΠΡΟΤΑΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ δεν είναι ούτε ορθό, ούτε αληθές ούτε και έχει οποιαδήποτε σχέση με την πραγματικότητα και η συμπεριφορά τους αυτή τους αποστερεί το δικαίωμα να επικαλούνται συμφυείς εξουσίες και την αρωγή του Δικαστηρίου για αν αποδοθεί κατ ισχυρισμό δικαιοσύνη βασιζόμενοι σε ψεύδη, αφού δεν προσέγγισαν το Δικαστήριο με ειλικρίνεια ούτε και με καθαρά χέρια. Την πιο πάνω συμπεριφορά και αναληθείς αναφορές σε ένορκη δήλωση και μαλιστα προσώπου καταρτισμένου στη νομική επιστήμη, θα πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο εάν πρέπει να την παραπέμψει προς εξέταση από το Γενικό Εισαγγελέα, για ενδεχόμενη διάπραξη άλλων ποινικών αδικημάτων. Συνοψίζοντας, επαναλαμβάνοντας τα ανωτέρω και υιοθετώντας την ένσταση των καθ ών αίτηση στην ολότητα της, εισηγούμαστε ότι η αίτηση είναι απορριπτέα λόγω κατάχρησης, κακοπιστίας, ως επίσης και για το λόγο ότι βασίζεται σε ψεύδη και ανακρίβειες, έγινε δε με μοναδικό σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης. Περαιτέρω είναι η θέση μας ότι το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του κανένα αδιαμφησβήτητο γεγονός για να μπορέσει να καταλήξει σε ευρήματα και θα πρέπει να αφεθεί η υπόθεση να εκδικαστεί, να ακουστεί μαρτυρία και να κριθεί και αυτό το θέμα στο τέλος της διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει καμία κατάχρηση υπάρχει, ακόμη δε πιο ανύπαρκτος ο οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός συνεπεία της κατ ισχυρισμό κατάχρησης και συνεπώς η αίτηση, το αντικείμενο της οποίας εγκρίνεται μόνο φειδωλά και σε εξαιρετικές περιπτώσεις, τόσο προδικαστικά όσο και επι της ουσίας της, θα πρέπει να απορριφθεί, με έξοδα υπέρ των καθ' ών αίτηση και εναντίον των αιτητών, και με στόχο και ελπίδα η ακροαματική διαδικασία, να προχωρήσει τάχιστα.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι της κας Ζαχαρίου.) Ισχυρισμός ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την αίτηση δεν είναι παραδεκτά και ότι τούτο συνιστά απόρριψη της αίτησης. Επισημαίνει η κα Ζαχαρίου τα εξής꞉ «Περαιτέρω, κατ' αναλογία, ως προς το θέμα του κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορούσε να επιτρέψει την προδικαστική εξέταση του ζητήματος της κατάχρησης σε αυτό το στάδιο και δη προδικαστικά, θα μπορούσε να εφαρμοστεί η νομολογία που ισχύει σε αστικές υποθέσεις σε περιπτώσεις όπου επιζητείται η προδικαστική εκδίκαση θεμάτων βάση της Δ.27 όπου το απαύγασμα της νομολογίας ξεκαθαρίζει ότι για να μπορεί να αποφασιστεί προδικαστικά οποιοδήποτε ζήτημα πρέπει να υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Στην απόφαση Κυριάκος Ματθαίου Σωκράτους v. Ξανθίππης Χριστάκη Σοφοκλέους[21], το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση εναντίον της απόφασης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει την αίτηση βάση της Δ.27, ανέφερε μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο σε ενδιάμεση απόφαση του απέρριψε την αίτηση αφήνοντας την αγωγή να προχωρήσει κανονικά, επειδή υπήρχε μεγάλη διάσταση σε σχέση με τα γεγονότα μεταξύ των διαδίκων και, όπως ανέφερε και ο Νικήτας Δ., στην υπόθεση The Cyprus Potato Marketing Board v. Pimlarks (Pacific Violet) B.V. και Άλλου

(1990)1 Α.Α.Δ. 219, θα ήταν παρακινδυνευμένο υπό τις περιστάσεις και χωρίς μαρτυρία να διαμορφώσει το Δικαστήριο γνώμη.» Ομοίως στην απόφαση Κυριάκος Σάββα ν. Λαική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ[22] όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε να εξεταστεί προδικαστικά το ζήτημα καθότι δεν ήταν όλα τα γεγονότα παραδεκτά..» Μη καταχρηστική η καθυστέρηση στην καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Λέγει η κα Ζαχαρίου τα εξής꞉ «Η αίτηση πάσχει και για ακόμη ένα σοβαρό λόγο. Τα όσα οι αιτητές επικαλούνται για να δικαιολογήσουν και ενισχύσουν τη θέση τους περί κατάχρησης ή και καθυστέρησης ανατρέχουν πίσω είτε στο 2015 ή και ακόμη στον Ιανουάριο του 2018 που διακόπηκαν οι διαπραγματεύσεις. Από τον Ιανουάριο του 2018 μέχρι την καταχώρηση της αίτησης μεσολάβησαν τουλάχιστον 10 εμφανίσεις ενώπιον Δικαστηρίου και ουδέποτε τέθηκε το θέμα αυτό. Οι αιτητές ανέμεναν την υστάτη, χωρίς να δώσουν καμία δικαιολογία περί τούτου, να αποστείλουν επιστολή για να προσπαθήσουν να δημιουργήσουν υπόβαθρο αναγκαιότητας υποβολής αίτησης, λίγες μέρες πριν την προγραμματισμένη δικάσιμο της υπόθεσης με σκοπό να ξεκινήσει και να καταχωρήσουν τελικά την αίτηση την μέρα της ακρόασης, για να ζητήσουν προδικαστική εκδίκαση αυτών των θεμάτων. Είναι ξεκάθαρη η παρελκυστική τακτική, η οποία μάλιστα ακολουθήθηκε και στο παρελθόν με συνεχείς και συχνές απουσίες των κατηγορούμενων και είναι φανερό ότι η αίτηση είναι κακόπιστη καταχρηστική. Η αιτηση ξεκάθαρα αποσκοπούσε στην αποφυγή της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας, η οποία αφορά σοβαρά ποινικά αδικήματα, τα οποία εάν αποδειχθούν επισύρουν σοβαρές ποινές και είναι εν πάση περιπτώσει αδικαιολόγητα καθυστερημένη. Αυτός ο παράγοντας θα πρέπει επίσης να επενεργήσει υπέρ της απόρριψης της αίτησης, χωρίς καν να εξεταστεί η ουσία της.». Οι αιτητες προφασίζονται καθυστέρηση στην έγερση της ποινικής υπόθεσης, αφού τα αδικήματα φαίνεται να διαπράχθηκαν αρχές του 2010. Το γεγονός και μόνο του ότι ο δόλος έγινε περί το 2010, δεν μπορεί να αποδώσει γνώση στους παραπονούμενους ότι αυτό έγινε τότε. Προφανώς και δεν γνώριζαν τη δόλια ακύρωση της ακύρωσης της συμφωνίας ενοικίασης οι καθ' ών η αιτηση, αφού γι' αυτό άλλωστε, θεωρώντας ότι ο εκ των όρων που έθεσαν και που ο ίδιος ο ενόρκως δηλών XXXXX Παναγη ανέλαβε ανέκκλητα να εκπληρώσει, εκ μέρους των εμπλεκομένων εταιρειών, για τη δανειοδότηση ήτοι το να ακυρωθεί η συμφωνία ενοικίασης είχε εκπληρωθεί, αποδέσμευσαν το ποσό των €6.000.000 περίπου. Εάν γνώριζαν τότε ότι αυτό δεν έγινε ουδέποτε θα έδιναν τα χρήματα. Ο ουσιώδης χρόνος είναι το πότε έλαβε γνώση κάποιος για το θέμα για το οποίο παραπονείται. Η θέση των παραπονουμενων προκύπτει ξεκάθαρα από την ένσταση να είναι ότι γνώση των γεγονότων, τα οποία έπρεπε να μελετηθούν από τους δικηγόρους τους για να δοθεί συμβουλή εάν αποτελούσαν ποινικό αδίκημα, την έλαβαν σε χρόνο πολύ κοντινό με την καταχώρηση της ποινής υπόθεσης.» Οι Αιτητές δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια. Καλεί η κα Ζαχαρίου το Δικαστήριο να εξετάσει τα εξής꞉ «Ένα άλλο θέμα που θα πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο είναι το κατά πόσο η σύμφυτη εξουσία που επικαλούνται οι αιτητές μπορούν να αποδώσουν θεραπεία σε πρόσωπα που έρχονται ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς να έχουν καθαρά χέρια. Είναι η θέση μας ότι θα ήταν σχήμα οξύμωρο κάποιος που προσεγγίζει το Δικαστήριο με κακοπιστία και με αναφορά σε ψεύδη και αναλήθειες, η οποία αναφορά γίνεται μάλιστα εις γνώση του και με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο , ως θα εξηγηθεί στη συνέχεια, να μπορεί να ζητά από το Δικαστήριο να ενεργοποιήσει τις εξουσίες που έχει για να βεβαιωθεί ότι η ενώπιον του διαδικασία είναι δίκαιη. Είναι ξεκάθαρο, εισηγούνται οι καθ' ών η αίτηση, ότι οι αιτητές και ο ενόρκως δηλών ΔΕΝ ήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αλλά προσπάθησαν εν γνώσει τους να παραπλανήσουν το Δικαστήριο με ψεύδη και αναλήθειες ως θα εξηγηθεί αναλυτικά στη συνέχεια, κατά την ανάλυση του θέματος των διαπραγματεύσεων και της ισχυριζόμενης πρόθεσης απόσυρσης της ποινικής υπόθεσης. Εάν παρ' ελπίδαν ο Δικαστήριο αποφασίσει ότι μπορεί να προχωρήσει και να εξετάσει την αίτηση , είναι η θέση και εισήγηση των καθ' ών η αίτηση ότι και επι της ουσίας η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η απάντηση των Κατηγορουμένων-Αιτητών. Απαντούν οι συνήγοροι Υπεράσπισης στο λόγο ένστασης που ήγειρε η παραπονούμενη αναφορικά με την αίτησή τους για εξέταση της προδικαστικής ένστασης που ήγειραν. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την αγόρευση της Υπεράσπισης꞉ «Η εισήγηση της άλλης πλευράς, ότι το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του «αδιαμφισβήτητα γεγονότα», για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η παρούσα ποινική διαδικασία συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας[23] είναι τουλάχιστον άστοχη, αφού: · Η Τράπεζα στις 10.07.2015 καταχώρησε εναντίον των κατηγορουμένων 1 έως 4 την Αγωγή 1352/2015 Ε.Δ. Λάρνακας στη βάση ισχυρισμών για ψευδείς παραστάσεις και δόλο που καθ' ισχυρισμό έλαβαν χώρα το Νοέμβριο του 2009 και/ή το Φεβρουάριο του 2010 και που επαναλαμβάνονται αυτολεξεί στην ποινική υπόθεση. · Στις 27.11.2015 στο πλαίσιο της πιο πάνω Αγωγής εξασφάλισε Απόφαση και Διατάγματα ως η απαίτηση. · Η ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε την 30.12.2015 και αφού εν τω μεταξύ είχε καταχωρηθεί την 16.12.2015 εναντίον της πιο πάνω Απόφασης αίτηση παραμερισμού της και αργότερα (26.05.2016) 2 Εφέσεις εναντίον της απόρριψης της εν λόγω αίτησης, οι οποίες αφού εκδικαστούν θα έχουν ως αποτέλεσμα η εν λόγω Απόφαση είτε να παραμείνει ως έχει είτε να παραμεριστεί από το Εφετείο με ορατό το ενδεχόμενο ως εκ της εν λόγω παράλληλης προώθησης της ποινικής υπόθεσης για θέματα που βρίσκονται ήδη ενώπιον της δικαιοσύνης την έκδοση αντιφατικών αποφάσεων. · Η θέση της άλλης πλευράς ότι τα επίδικα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση της Τράπεζας περί το 2014, πέραν του ότι είναι αόριστη και εν πολλοίς ανεπαρκής για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση για 6 και πλέον έτη από την ισχυριζόμενη ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, ακόμα και να ήταν ορθή και πάλιν δεν μπορεί να αποχαρακτηρίσει την ποινική διαδικασία ως καταχρηστική, αφού μεταξύ των παραγόντων που το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη είναι, μεταξύ άλλων, και η πάροδος του χρόνου από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου[24]. Η Τράπεζα σκοπίμως παραλείπει να σχολιάσει ή να τοποθετηθεί στο εύλογο ερώτημα που προκύπτει ως προς την επιλογή της να προχωρήσει για τα ίδια επίδικα ζητήματα μέσω της Αγωγής 1352/2015 και μετά την εξασφάλιση Απόφασης σ' αυτή, στην καταχώρηση της παρούσας ποινικής διαδικασίας που εδράζεται πάνω στα ίδια γεγονότα και ισχυρισμούς.». Λένε οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων / Αιτητών ότι, η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος για απόρριψη του κατηγορητηρίου/ποινικής υπόθεσης ως συνιστώσας κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, δεν μπορεί να επενεργήσει ως παράγων απόρριψης του αιτήματος, αφού απώτερος σκοπός απόρριψης μίας καταχρηστικής διαδικασίας είναι η προστασία του κύρους και της υπόληψης του όλου συστήματος απονομής της δικαιοσύνης.[25] Η περαιτέρω προώθηση της παρούσας ιδιωτικής ποινικής είναι έκδηλα καταχρηστική, αφού έχει την ίδια βάση γεγονότων ή, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Πρόεδρος του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, κ. Καλογήρου, έχουν «κοινό σπόρο» και/ή «ρίζα», τα οποία σε συνδυασμό με τον διαδραμόντα χρόνο από την ισχυριζόμενη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων δηλαδή πέραν των 6 και πλέον ετών αποτελούν κλασική περίπτωση για την απόρριψη της ποινικής στο πλαίσιο της σύμφυτης εξουσίας του Σεβαστού Δικαστηρίου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ. Κατ' αρχάς, σημειώνω ότι το βάρος της απόδειξης ότι μια δικαστική διαδικασία είναι καταχρηστική βρίσκεται στους ώμους του διάδικου που εγείρει το ζήτημα αυτό. Οφείλει αυτός να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή της διαδικασίας (βλ. Ex parte Badhan [1991] 2 Q.B.78 και Ex parte Thomas [1992] Crim L.R.116). Ειδικότερα, θα πρέπει να αποδείξει, όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση, αλλά και ότι επηρεάζεται δυσμενώς, συνεπεία αυτής (βλ. Attorney Generals Reference (No.2 of 2001) [2004] 2 A.C.72 HL). Τούτο, διότι η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί, μόνο εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του διάδικου που εγείρει το ζήτημα της κατάχρησης (Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522). Στην Χαραλαμπίδης ν Κωμοδρόμος υιοθετήθηκε απόσπασμα από την απόφαση D.P.P. v. Hussain, The Times, June 1, 1994, το οποίο παραθέτει και σχολιάζει ως εξής ο Archbold, έκδοση 1995, παραγρ. 4-44β, στη σελίδα 1/439: «In D.P.P. v. Hussain, The Times, June 1, 1994, the Divisional Court reiterated the exceptional nature of an order staying proceedings on the ground of abuse of process and stated that such an order should never be made where there were other ways of achieving a fair hearing of the case, still less where there was no evidence of prejudice to the defendant.» Η δικαιοδοσία για πάταξη καταχρηστικών χρήσεων δικαστικής διαδικασίας δεν έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μια εξουσία του Δικαστηρίου σύμφυτη, αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της. Στην υπόθεση Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, ο Πικής Π., διέγραψε τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα και το σκοπό που τη διαπνέει, υπογραμμίζοντας ότι «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Όσον αφορά το χρονικό σημείο κατά το οποίο είναι κατάλληλο να εγείρεται ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (υπό Παρπαρίνου, Δ.), ημερ. 11.11.2015, στην Ποινική Έφεση 223/2014, Σπύρος Σπύρου ν Βαρβάρας Α. Ξενή, αναφέρθηκαν τα εξής꞉ «Με την υπό εξέταση έφεση θίγεται ένα ενδιαφέρον ζήτημα που αφορά την λειτουργία και εξουσίες των Δικαστηρίων. Ειδικότερα αφορά την εξουσία του Δικαστηρίου που ασκεί ποινική δικαιοδοσία να καταστέλλει καταχρηστικές διαδικασίες. Όπως είναι γνωστό όταν τεθεί κατηγορητήριο ενώπιον Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος θα πρέπει ν' απαντήσει και σε περίπτωση μη παραδοχής η υπόθεση προχωρεί σε εκδίκαση. Παρ' όλα τούτα ο κατηγορούμενος μπορεί ν' επιτύχει την απαλλαγή του από το κατηγορητήριο πριν απαντήσει σ' αυτή εφ' όσον εγείρει επιτυχώς μια ή περισσότερες από τις τρείς ειδικές απαντήσεις στην κατηγορία που προβλέπονται στο άρθρο 69 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Αυτές είναι: (i) έλλειψη δικαιοδοσίας καθ' ύλη ή κατά τόπο του Δικαστηρίου να επιληφθεί της κατηγορίας (ii) Καταδίκη ή αθώωση του σε προηγούμενη ποινική υπόθεση (iii) Χορήγηση προεδρικής χάρης. Θα πρέπει στα πιο πάνω να προστεθεί και η περίπτωση καταχώρησης αναστολής ποινικής δίωξης, nolle prosequi, από τον Γενικό Εισαγγελέα (βλ. άρθρο 154
(1)
(3)του Κεφ. 155). Πέραν των πιο πάνω θεσμοθετηθεισών περιπτώσεων η νομολογία πρόσθεσε ακόμη μια περίπτωση απαλλαγής του κατηγορουμένου. Είναι η περίπτωση που το Δικαστήριο δεν επιτρέπει την εκδίκαση της υπόθεσης όταν διαπιστώσει κατάχρηση της διαδικασίας. Ο Sir Jack I.H. Jacob στο άρθρο του «The inherent Jurisdiction of the Court"
(1970)C.L.P 23 αναφέρει:[.]" Δηλαδή, αυτό το οποίο το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνώρισε με την πιο πάνω απόφασή του είναι το δικαίωμα ενός Κατηγορούμενου, όχι στη στενή βάση του άρθρου 69 του Κεφ. 155, αλλά στη βάση της νομολογίας περί της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου να καταστέλλει τις καταχρηστικές διαδικασίες, να εγείρει τέτοιο ζήτημα καταχρηστικότητας, ακόμη και προτού αυτός απαντήσει στο κατηγορητήριο, για να κατασταλεί από το Δικαστήριο εξ υπαρχής μια τέτοια καταχρηστική διαδικασία. Το ζήτημα κατάχρησης δύναται ασφαλώς να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αναλόγως του διαβήματος στο οποίο αφορά και δέον να γίνεται με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Το Δικαστήριο εξετάζει το κατά πόσον πράγματι υφίσταται κατάχρηση με βάση τις συνθήκες που ισχύουν κατά το χρόνο ακρόασης του εν λόγω προδικαστικού ζητήματος (βλ. Evand Promotions Ltd κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1175). Όταν διαπιστώνεται κατάχρηση, η Κυπριακή νομολογία δίδει στο Δικαστήριο την ευχέρεια είτε να υιοθετήσει το μέτρο της απόρριψης της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) είτε το μέτρο της αναστολής της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348). Χωρίς να επιχειρείται η διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα, κρίθηκε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα, αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία, τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας. Το Δικαστήριο προτού προχωρήσει σε αναστολή ή απόρριψη μιας διαδικασίας ως καταχρηστικής, θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι η περίπτωση είναι ξεκάθαρα καταχρηστικής φύσης (βλ. Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιομετόχου v. Κωνσταντίνου Χριστοφίδης Ποινική Εφ. 4/2014, ημερ.3.3.2016). Στην David Scattergood v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2005)1 A.Α.Δ. 142 λέχθηκε ότι «Κατάχρηση διαδικασίας έχουμε συνήθως όταν η διαδικασία καταστρατηγεί την καλή πίστη, είναι άσχετη, εκδικητική ή καταπιεστική». Στην Hui Chi-Ming v. R.
(1992)1 A.C. 34 P.C., η κατάχρηση της διαδικασίας καθορίστηκε ως «something so unfair and wrong that the Court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respect a regular proceeding." Η Κυπριακή νομολογία αναγνωρίζει ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και η εξουσία για αναστολή ή απόρριψη δικαστικής διαδικασίας, λόγω κατάχρησης, ασκείται με φειδώ και στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της θα προκαλέσει έκδηλη αδικία (βλ. Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Παρέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217 , Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149, Ευάγγελος Εμπεδοκλή κ.α. (Αρ.3)
(2009)1 ΑΑΔ 529, Σπύρος Σπύρου ν. Βαρβάρας Ξενή, ECLI:CY:AD:2015:B742, Ποιν. Έφ. 223/2014, απόφαση ημερομηνίας 11/11/2015, κ.α.). Και η αγγλική νομολογία έχει υπογραμμίσει ότι η άσκηση τέτοιας δραστικής εξουσίας ασκείται φειδωλά (Βλ., για παράδειγμα, R. v. Oxford City Justices, ex p. Smith 75 Crim. App. Rep. 200, 204). Διαφαίνεται επίσης από αυτές ότι η κάθε υπόθεση εξετάζεται υπό το πρίσμα των δικών της πραγματικών περιστατικών. Στο Σύγγραμμα Archbold, έκδ. 1995, παραγρ. 4-44β, σελ. 1/439, δίνονται παραδείγματα στα οποία κρίθηκε πως υπήρξε κατάχρηση, καθώς και περιπτώσεις όπου αποφασίστηκε το αντίθετο. Στην R. v. Brentford Justices, ex. p. Wong, 73 Cr. App. Rep. 65 D.C., θεωρήθηκε κατάχρηση όταν ο κατήγορος κατέθεσε δίωξη, αλλά δεν επέδιδε την κλήση για μερικούς μήνες, με σκοπό να έχει την ευχέρεια να αποφασίσει αν τελικά θα την προωθούσε. Στην R. v. Grays Justices, ex p. Low 88 Crim. App. R. 291 D.C., δεν επιτράπηκε η συνέχιση ιδιωτικής ποινικής δίωξης σε σχέση με κατηγορία για την οποία οι διωκτικές αρχές απέσυραν προηγούμενη δίωξη κατά του κατηγορούμενου, αφού ο ίδιος δεσμεύθηκε να τηρεί την τάξη. Στην Κύπρο, στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska DD
(1996)1 A.A.Δ. 911, αποφασίστηκε ότι υπάρχει κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας όταν επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός με διαφορετικά ένδικα μέσα. Εκεί έγιναν παράλληλα δύο όμοιες εφέσεις κατά των ίδιων αποφάσεων. Δηλαδή, επρόκειτο για δύο παράλληλες διαδικασίες, ανεξάρτητες δικονομικά, αλλά όμοιες ως προς το αντικείμενο τους και, ως εκ τούτου, προς αποτροπήν κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η μεταγενέστερη έφεση θα έπρεπε να απορριφθεί.» Στην Περέλλα Τζεννάρο, το πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε την έκδοση του εφεσιβλήτου - φυγοδίκου. Η αίτηση έκδοσής του ξεκίνησε στη βάση εξουσιοδότησης του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία όμως εσφαλμένα και παράνομα εκδόθηκε πριν την υποβολή της επίσημης αίτησης από την αιτούσα την έκδοση χώρα, την Ιταλία, γι'αυτό και κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στο πλαίσιο αίτησης για Habeas Corpus του φυγοδίκου, ότι η διαδικασία έκδοσης ήταν εξ υπ' αρχής άκυρη. Ακολούθως. ο Υπουργός Δικαιοσύνης παρέσχε νέα εξουσιοδότηση βάσει της οποίας υποβλήθηκε νέα αίτηση έκδοσης του φυγοδίκου (Αίτηση 1/94). Η αίτηση υποβλήθηκε στις 10.5.94. Στις 27.5.94 η Δημοκρατία άσκησε έφεση αρ. 9173 με την οποία ζητούσε τον παραμερισμό της απόφασης για τη χορήγηση του προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus και την αποκατάσταση του αρχικού διατάγματος έκδοσης. Τότε, ο εφεσίβλητος αποτάθηκε στο πρωτόδικο Επαρχιακό Δικαστήριο και αξίωσε την απόρριψη της δεύτερης αίτησης έκδοσης αρ. 1/94, ως μέτρο συνεπαγόμενο την κατάχρηση της καλόπιστης επίκλησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Κρίθηκε ότι η Πολιτική Έφεση 9173 και η Αίτηση 1/94 του Επαρχιακού Δικαστηρίου, έχουν τον ίδιο σκοπό, την έκδοση του Τζεννάρο Περρέλλα. Το Ανώτατο Δικαστήριο δέχθηκε, λοιπόν, το επιχείρημα ότι υπήρχε κατάχρηση διαδικασίας, λέγοντας τα εξής꞉ «Αντιμετωπίζει επομένως ο Περρέλλα δύο παράλληλες διαδικασίες, ανεξάρτητες δικονομικά αλλά όμοιες ως προς το αντικείμενό τους για την έκδοσή του. Η Αίτηση 1/94 υποθεμελιώνεται στην κατάρρευση και κατ'επέκταση στην έκλειψη της πρώτης αίτησης για την έκδοση του Τζεννάρο Περρέλλα. Το βάθρο της Αίτησης 1/94 διασαλεύθηκε με την άσκηση της έφεσης, σκοπός της οποίας ήταν η αναζωπύρωση της πρώτης διαδικασίας για την έκδοση του Τζεννάρο Περρέλλα.». Στη Γιάλλουρου κ.ά. ν. Οδοντοτεχνικού Εργαστηρίου Γ. Α. Βαριάνος Λτδ κ.ά.
(2007)2 Α.Α.Δ. 151, κρίθηκε ότι δεν είναι επιθυμητό να γίνεται χρήση από ιδιώτες του δικαιώματος να ασκούν ποινική δίωξη, ιδιαίτερα, όταν, μέσω της ποινικής δίωξης, επιδιώκεται η προώθηση αστικού δικαιώματος, το οποίο, λόγω, ακριβώς, της φύσης του, δεν είναι ορθό να γίνεται αντικείμενο ποινικής δίωξης. Κάθε υπόθεση, βέβαια, εξετάζεται υπό το φως των δικών της πραγματικών περιστατικών - (βλ. Archbold, Criminal Pleading, Evidence & Practice, έκδοση 1995, παράγραφοι 4-44(b) σελ. 1/439). Μια διαδικασία είναι δυνατόν να θεωρηθεί καταχρηστική αν είναι καταπιεστική. Στην υπόθεση Connelly v. DPP [1964] AC 1254, αποφασίστηκε, ως γενική αρχή, ότι θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στο ίδιο κατηγορητήριο όλα τα αδικήματα τα οποία προκύπτουν από το ίδιο ή ουσιαστικά το ίδιο πλαίσιο γεγονότων. Το Δικαστήριο, σε περίπτωση καταχώρισης δεύτερου κατηγορητηρίου, οφείλει να αναστείλει τη διαδικασία αν διαπιστώσει ότι το αντικείμενο (subject matter) έπρεπε να συμπεριληφθεί στο πρώτο. Ο λόγος είναι διότι η δεύτερη υπόθεση είναι πλέον καταπιεστική (oppressive). Αν όμως υπάρχουν ειδικές περιστάσεις για την καταχώριση δεύτερου κατηγορητηρίου, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τη συνέχιση της υπόθεσης (βλ. επίσης Dwyer v. R [2012] EWCA CRIM 10). Παραθέτω αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση Connelly ανωτέρω꞉ - Στη σελίδα 1347, ο Lord Devlin αναφέρει: "I consider it to be within this power for the court to declare that the prosecution must as a general rule join in the same indictment charges that "are founded on the same facts, or form or are a part of a series of offences of the same or a similar character" (I quote from the Indictments Act, 1915, Schedule I, rule 3, which I shall later examine); and power to enforce such a direction (as indeed is already done in the civil process) by staying a second indictment if it is satisfied that its subject-matter ought to have been included in the first. " - Στη σελίδα 1360: "But a second trial on the same or similar facts is not always and necessarily oppressive, and there may in a particular case be special circumstances which make it just and convenient in that case. The judge must then, in all the circumstances of the particular case, exercise his discretion as to whether or not he applies the general rule." Στην R. v. Gore
(2009)EWCA Crim.1424 οι κατηγορούμενοι είχαν αντιμετωπίσει αρχικά κατηγορία δημόσιας ανησυχίας και τους είχε επιβληθεί εξώδικο πρόστιμο. Για τα ίδια γεγονότα, διώχθηκαν την επόμενη μέρα για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Αποφασίζοντας το θέμα της κατάχρησης της διαδικασίας, που είχε τεθεί από τους κατηγορούμενους, το Εφετείο αποφάνθηκε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε κατάχρηση ή αντικανονικότητα ή εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα διώκονταν εάν προέκυπταν πιο σοβαρές επιπτώσεις από την συμπεριφορά τους στην βάση νέας μαρτυρίας. Η σχετική περικοπή στη σελ. 2459 έχει ως ακολούθως: «There was here no improper escalation of charge, nor any departure from any reasonable expectation that either appellant would not be prosecuted, if any more serious consequences of their conduct, and evidence justifying prosecution for an offence of violence came to light after the issue of the notice.». Συνεπώς, δεν είναι επιθυμητή η διαδοχική δίωξη κάποιου στην βάση των ίδιων γεγονότων, ωστόσο, το Δικαστήριο εξετάζοντας κατά πόσον η δεύτερη δίωξη είναι καταχρηστική θα πρέπει να εξετάζει ποια η φύση και ο επιδιωκόμενος σκοπός της δεύτερης δίωξης, αν θα υπήρχε καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της πρώτης δίωξης αν προστίθονταν σε αυτή οι κατηγορίες που εισάγονται στη δεύτερη και αν υπάρχει επικάλυψη του μαρτυρικού υλικού που προσφέρθηκε στην πρώτη δίωξη με αυτό που απαιτείται να παρουσιαστεί στη δεύτερη δίωξη. Εάν θα προκαλείτο σημαντική καθυστέρηση στην εκδίκαση του πρώτου κατηγορητηρίου από την προσθήκη των κατηγοριών που εισάγονται στη δεύτερη και αν η επικάλυψη του μαρτυρικού υλικού της πρώτης στη δεύτερη υπόθεση δεν είναι πολύ μεγάλη, τότε δεν προκύπτει αδικία από την καταχώριση του δεύτερου κατηγορητηρίου. Αυτό αποφασίστηκε στην R v. South East Hampshire Magistrates' Court, ex parte CPS [1998] Crim.L.R. 422, DC (βλ. Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice, 2015, Sweet & Maxwell, para. 4-88, p.387)꞉ "It is not necessarily an abuse of process to prosecute a person for an offence which could have been included in a previous indictment on which he was acquitted; it is important to scrutinize the true nature of the second set of proceedings; where the first trial would have been significantly delayed if the second matter had been joined, and the evidential overlap was not great, nο principle of propriety or fairness had been flouted.» Στην υπόθεση Σοφία Νικολάου Βασιλείου v. Μάριου Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133 αποφασίστηκε ότι:
  1. Η χρήση διαδικασίας για σκοπό άλλο από εκείνον για τον οποίο προορίζεται χάριν της εξασφάλισης παρεμφερούς οφέλους, καθώς και η χρήση διαδικασίας, για σκοπό ο οποίος απολήγει σε καταπιεστικό μέτρο για την άσκηση των δικαιωμάτων του αντιδίκου, μπορεί να περισταλεί ως κατάχρηση της διαδικασίας.
  2. Το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να περιστείλει καταχρήσεις διαδικασίας.
  3. Η απόφαση στη Νεοφύτου v. Κυριακίδη (Αρ. 3)
(1999)2 Α.Α.Δ. 299, λήφθηκε χωρίς αναφορά στην προηγούμενη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως προς καταχρήσεις της διαδικασίας του Δικαστηρίου, ενώ η αρχή η οποία υιοθετείται σ' αυτή συγκρούεται με το λόγο της προηγούμενης νομολογίας. Ως εκ τούτου ο λόγος της Νεοφύτου v. Κυριακίδη καθίσταται ανίσχυρος.
  1. Η χρήση της ποινικής διαδικασίας ως μοχλού πίεσης για την επιτυχία της πολιτικής αγωγής του εφεσίβλητου αποκαλύπτεται παραστατικά από όσα ακολούθησαν την ετυμηγορία του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσείουσα ήταν ένοχη και πριν της επιβληθεί ποινή.
  2. Η χρήση της ποινικής διαδικασίας για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους προορίζεται ήταν εμφανής τόσο από τη σύζευξή της με την πολιτική αγωγή, όσο και από την ίδια την κατάθεση του εφεσίβλητου ο οποίος ευθέως είπε στη μαρτυρία του ότι η ποινική διαδικασία απέβλεπε στην ανάκτηση του χρέους που διεκδικούσε από την εφεσείουσα.
  3. Σκοπός της ποινικής δίωξης δεν είναι η αποκόμιση οφέλους αλλά η τιμωρία του εγκλήματος και μέσω της τιμωρίας η αποτροπή επανάληψης του εγκλήματος από τον ίδιο και κάθε επίδοξο εγκληματία. Όσον αφορά την καταχρηστικότητα μιας διαδικασίας ως εγερθείσας με μεγάλη καθυστέρηση, σχετική είναι η απόφαση, ημερ. 2.10.2018, του Έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Στ. Ναθαναήλ, στην Ποινική Αίτηση 14/18, L.C.A. Domiki Ltd, όπου σημειώθηκαν τα εξής: «..Το Δικαστήριο θεώρησε ότι είναι ασυμβίβαστο με την ίδια τη φύση και το σκοπό της συνοπτικής δίκης, η θέση που προβλήθηκε από πλευράς της παραπονούμενης εταιρείας και νυν αιτήτριας στο Ανώτατο Δικαστήριο σε ό,τι αφορά την καθυστέρηση στην προτεινόμενη δίωξη. Η καθυστέρηση αυτή αναγόταν σε προσπάθειες μεταξύ των διαδίκων για διευθέτηση ή ρύθμιση της διαφοράς, ή των διαφορών, αλλά, όπως σημείωσε το Δικαστήριο, αυτές οι προσπάθειες δεν δικαιολογούσαν την καθυστέρηση της ποινικής δίωξης κατηγορουμένου που σκοπό έχει βεβαίως την τιμωρία του σε περίπτωση καταδίκης. Το Δικαστήριο αναφέρθηκε σε σχετική νομολογία R. V. Gateshead Justices ex parte Tesco Stores Ltd
(1981)2 W.L.R. 419 και R. (Kay and another) v. Leeds Magistrates Court
(2018)EWHC 1233 (Admin.), για την ικανοποίηση πταισματοδίκη στην Αγγλία ως προς τα όσα θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την καταχώρηση κατηγορητηρίου, αλλά και νομολογία (Ευθυμίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 424 και Ευσταθίου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294, για τη φύση της ποινικής διαδικασίας και το επιθυμητό της σύντομης δίωξης ούτως ώστε η τιμωρία να είναι και αποτελεσματική και να μην χρησιμοποιείται απλώς ως μοχλός πίεσης σε δεδομένα τα οποία αφορούν στην ουσία αστική διαφορά που έχουν, δηλαδή, προκύψει από εμπορικές δοσοληψίες μεταξύ των διαδίκων.». Στην πιο πάνω υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου - Αίτηση αρ. 14/2018 - το Δικαστήριο θεώρησε ότι η καταχώρηση κατηγορητηρίου με αδικήματα που έχουν διαπραχθεί προ πενταετίας και με γεγονότα τα οποία κάλλιστα μπορούσαν ν' αποτελέσουν το αντικείμενο επίλυσης της αντιπαράθεσης των διαδίκων σε άλλες ευχερέστερες διαδικασίες, ήταν καταχρηστική και απέρριψε την καταχώρηση του κατηγορητηρίου, τονίζοντας ότι: «Ένα κατηγορητήριο δεν πρέπει να είναι μόνο διατυπωμένο ορθά και νομότυπα ώστε να αποφεύγεται σύγχυση ή κατάχρηση ή πίεση σε ένα κατηγορούμενο πρόσωπο, αλλά πρέπει και να συνάδει με τους σκοπούς της ποινικής δίωξης ευρύτερα. Μεταξύ των παραγόντων που το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη είναι και η πάροδος του χρόνου, η φύση των αδικημάτων, η δυνατότητα εναλλακτικής ή πρόσθετης θεραπείας και βεβαίως η ενόχληση που μπορεί να προκύψει στο όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης λόγω μακράς καθυστέρησης ή κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας.». Στις ποινικές εφέσεις 102/2016, 103/2016, 106/2016[26], όπου υπήρχε αποδεδειγμένα καθυστέρηση, κρίθηκε ότι το θέμα της καθυστέρησης και του χρόνου δεν μπορεί να εξετάζεται « in abstracto». Το ακόλουθο απόσπασμα είναι σχετικό: «Συμφωνώ, παρά την ύπαρξη των πιο πάνω προβλημάτων ότι υπήρχε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην ποινική ευθύνη των κατηγορούμενων. Όμως η καθυστέρηση δεν είναι κατά την άποψη μου ικανή για δικαιολογήσει την διακοπή της δίκης και την απαλλαγή των κατηγορούμενων από μόνη της με δεδομένο ότι οι κατηγορούμενοι έχουν βρεθεί ένοχοι σοβαρών κατηγοριών που αφορούν καταδολίευση εις βάρος του δημοσίου αξίας πολλών εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ. Αυτός ο παράγοντας μπορεί να ληφθεί υπόψη στο επόμενο στάδιο αυτής της διαδικασίας αλλά όχι ως απαλλαγή από τα σοβαρά αδικήματα που έχουν διαπράξει." Στην Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 λέχθηκε ότι: "Ως γενική αρχή δεν θα πρέπει να διατάσσεται η αναστολή της δίκης εκτός εάν δεν είναι πλέον δυνατόν η διεξαγωγή της δίκαιας δίκης ή κάποιου άλλου πειστικού λόγου που καθιστά την διεξαγωγή της δίκης άδικη για τον κατηγορούμενο υπό τις περιστάσεις. Από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην οποία στηρίζεται η δική μας επί του Θέματος νομολογία, προκύπτει ότι η συνέπεια της παραβίασης του συνταγματικού δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για εκδίκαση της υπόθεσης του μέσα σε εύλογο χρόνο δεν είναι τόσο αυστηρή όπως διατυπώθηκε στην Ευσταθίου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) και υποθέσεις που ακολούθησαν την ίδια γραμμή. Προκύπτει ότι το θέμα πρέπει να εξετάζεται ανάλογα με την έκταση της παραβίασης και κατά πόσο ο κατηγορούμενος επηρεάστηκε στην υπεράσπιση του. Εκεί δε που διαπιστώνεται τέτοια παραβίαση αυτή λαμβάνεται υπόψη σοβαρά ως μετριαστικός παράγοντας. Αυτό προκύπτει μεταξύ άλλων και από την υπόθεση Beck v. Norway, Application No. 26390/9, ημερ. 26/9/01 (Final) στην οποία ο κατηγορούμενος αντιμετώπισε κατηγορίες για σοβαρά αδικήματα απάτης, παράνομη έκδοση επιταγών εκ μέρους αναξιόχρεης εταιρείας και κατηγορίες σχετικά με Φ.Π.Α. (V.Α. Τ.)..»" ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Στην παρούσα υπόθεση κρίνω ότι η αίτηση για απόρριψη ή αναστολή της παρούσας ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης ως καταχρηστικής δεν μπορεί να επιτύχει για τους εξής λόγους꞉ Πρώτον, το αίτημα δεν ηγέρθηκε με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Δεν ηγέρθηκε ζήτημα κατάχρησης προτού οι Κατηγορούμενοι απαντήσουν στο κατηγορητήριο, ούτε ευθύς μετά που απάντησαν «μη παραδοχή». Αφέθηκε να διαρρεύσει ένα χρονικό διάστημα δύο τουλάχιστον ετών, με απανωτές αναβολές ακροαματικών συνεδριάσεων του Δικαστηρίου χωρίς να προβληθεί ζήτημα κατάχρησης. Δεύτερον, η καταχρηστικότητα της διαδικασίας, στο βαθμό που προβάλλεται κατ' επίκληση της καθυστέρησης στην καταχώριση της ποινικής υπόθεσης εν σχέση προς το χρόνο που διαπράχθηκε το ισχυριζόμενο αδίκημα εξασφάλισης πίστωσης με δόλο ή με ψευδείς παραστάσεις, δεν έχει αποδειχθεί ή/και τεκμηριωθεί από τους Κατηγορούμενους που το εγείρουν. Ειδικότερα, δεν έχει αποδειχθεί στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων πόσο πιο νωρίς από τις 30.12.2015 που καταχωρήθηκε η ποινική δίωξη, γνώριζε η Τράπεζα για τη δόλια συμπεριφορά ή για το ότι η παράσταση των Κατηγορουμένων στη βάση της οποίας ενήργησε η Τράπεζα εκ των πραγμάτων απεδείχθη ψευδής. Απεναντίας, η αγωγή με την οποία η Τράπεζα εκδήλωσε τη γνώση της για το ότι η συμπεριφορά των Κατηγορουμένων κατά ή περί τη σύναψη του δανείου ήταν δόλια ή/και ότι η παράσταση στη βάση της οποίας εξασφάλισαν το δάνειο ήταν ψευδής, και με την οποία αγωγή η Τράπεζα επιχείρησε να λάβει θεραπεία κατά της εν λόγω συμπεριφοράς, χρονολογείται επίσης το 2015 (βλ. αγωγή 1352/2015). Δεν μπορεί το Δικαστήριο να υπολογίζει το χρόνο καθυστέρησης από 3.2.2010 που συνήφθη η συμφωνία με την οποία οι Κατηγορούμενοι κατ'ισχυρισμόν αναίρεσαν την αρχική τους παράσταση προς την Τράπεζα, χωρίς να καταδειχθεί η ημερομηνία από την οποία η Τράπεζα κατέστη ενήμερη για τη σύναψη της επίμαχης συμφωνίας ημερ. 3.2.2010. Τρίτον, ο σκοπός μιας αγωγής διαφέρει σημαντικά από το σκοπό μιας ποινικής δίωξης. Η αγωγή 1352/2015 μπορεί να αποδώσει χρηματική αποζημίωση στην Τράπεζα για τη ζημιά της, ήτοι για την παραχώρηση δανείου στους Κατηγορούμενους έναντι ψευδούς παράστασης, μπορεί να επιτύχει την ακύρωση της συμφωνίας 3.2.2010 στη σφαίρα του δικαίου των συμβάσεων, ενώ η παρούσα ποινική υπόθεση συνιστά τη δικαστική διαδικασία μέσω της οποίας μπορεί να εξασφαλιστεί η τιμωρία και ο ποινικός κολασμός των Κατηγορουμένων, αν αποδειχθεί η ποινική τους ευθύνη. Τέταρτον, το ότι η Τράπεζα ανέμενε το αποτέλεσμα στην αγωγή της ή/και το εξασφάλισε στις 27.11.2015, δηλαδή πριν τις 30.12.2015 που ήγειρε την παρούσα ποινική, δείχνει ότι δεν επεδίωκε τον ίδιο ακριβώς σκοπό με δύο παράλληλες διαδικασίες. Πέμπτον, ακόμη και αν οι Κατηγορούμενοι επιτύχουν, κατ' έφεση, τον παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης στην αγωγή 1352/2015, αυτό που θα αποκτήσουν είναι δικαίωμα προβολής υπεράσπισης στην αγωγή. Στο ποινικό δικαστήριο τίποτα δεν τους εμποδίζει από το να παρουσιάσουν την υπεράσπισή τους. Δεν διαβλέπω καταπίεσή τους στην ποινική διαδικασία. Έκτον, εάν οι Κατηγορούμενοι έχουν πρόθεση να συμβιβάσουν εξωδίκως τις αστικές τους διαφορές ή επιθυμούν πράγματι ν' αποδώσουν στην Τράπεζα το ποσό του επίδικου δανείου, τούτο ενδεχομένως να συνιστά αφ' εαυτού τη θεραπεία στην αγωγή, ενώ στην ποινική υπόθεση αποτελεί μία παράμετρο μετριασμού της ποινής. Το Δικαστήριο σε καμία περίπτωση δεν αποφασίζει δικαιοδοτικά ζητήματα στη βάση των ορέξεων των διαδίκων για εξώδικο συμβιβασμό ή μη. Εκεί όπου εκδηλώνεται πρωτοβουλία εξώδικου συμβιβασμού, και μάλιστα στη βάση επιστολών άνευ βλάβης, τούτο δεν σημαίνει ότι καθίσταται άνευ αντικειμένου ή/και καταχρηστική η δικαστική διαδικασία που εκκρεμεί, ακόμη και όταν αυτή είναι αστικής φύσεως, πόσο μάλλον όταν είναι ποινική. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, το Δικαστήριο έχει εξετάσει τους ισχυρισμούς περί κατάχρησης, πλην όμως τους απορρίπτει ως αβάσιμους ή ατεκμηρίωτους. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της παραπονούμενης Τράπεζας - Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Κατηγορουμένων 1 έως 5 - Αιτητών, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, αλλά θα είναι πληρωτέα στο τέλος της ποινικής δίκης. Η υπόθεση θα προγραμματιστεί εκ νέου για ακρόαση. (υπ.)................................. Α. Πανταζή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Παράγρ. 5 της Ένορκης Δήλωσης Στροβολίδου [2] Τεκμήριο 1 στην Ένορκη Δήλωση Γ. Παναγή [3] Παράγρ. 5 της Ένορκης Δήλωσης XXXXX Στροβολίδου [4] Τεκμήριο 1(Α) στην Ένορκη Δήλωση Γ. Παναγή [5] Παράγρ. 5 της Ένορκης Δήλωσης XXXXX Στροβολίδου [6] Τεκμήριο 1(Β) στην Ένορκη Δήλωση Γ. Παναγή [7] Τεκμήρια 1(Γ) και 1(Δ) στην Ένορκη Δήλωση Γ. Παναγή [8] Τεκμήριο 2(Α) στην Ένορκη Δήλωση Γ. Παναγή [9] Τεκμήριο 3(Α) στην Ένορκη Δήλωση Γ. Παναγή [10] Τεκμήριο 3(Β) στην Ένορκη Δήλωση Γ. Παναγή και συγκεκριμένα παραγρ. 4 έως 7 της Ε/Δ Μάριου Καλλία [11] Παράγρ. 9 της Ένορκης Δήλωσης XXXXX Στροβολίδου [12] Παράγρ. 10 της Ένορκης Δήλωσης XXXXX Στροβολίδου [13] Τεκμήριο 4(Α) στην Ένορκη Δήλωση Γ. Παναγή [14] Παράγρ. 10 της Ένορκης Δήλωσης XXXXX Στροβολίδου [15] Τεκμήρια 4(Β) και (Γ) στην Ένορκη Δήλωση Γ. Παναγή [16] Τεκμήρια 5(Α) και (Β) στην Ένορκη Δήλωση Γ. Παναγή [17] Τεκμήρια 6(Α) και (Β) στην Ένορκη Δήλωση Γ. Παναγή [18] Τεκμήριο 6(Γ) στην Ένορκη Δήλωση Γ. Παναγή και συγκεκριμένα στις παραγρ. 5 και 6 της Ε/Υ [19] Τεκμήριο 7 στην Ένορκη Δήλωση Γ. Παναγή [20] Σελ.8 της Απόφασης - Τεκμηρίου 7 στην Ένορκη Δήλωση Γ. Παναγή [21]
(1995)1 ΑΑΔ
  1. [22] 92009) 1 Α.Α.Δ.
  2. [23] Παράγρ. 28 της Ένορκης Δήλωσης της XXXXX Στροβολίδου [24] Ποινική ECLI:CY:AD:2018:D424, Αίτηση αρ.14/2018, ημερ. 02.10.2018, σελ. 4 του κ. Ναθαναήλ (δέστε ανωτέρω) [25] Απόφαση στην υπόθεση Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, ημερ. 14.12.2018 υπ' αρ. 284/2017 Δημοκρατία v. Aνδρέα Ηλιάδη κ.ά., σελ.
  3. [26] ΑΒΡΑΑΜ Κ.Α. ν ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, ημερ. 13.12.2017 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.