ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ (πρώην ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΝΤΕΑΣ ΛΤΔ) ν. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗ, Αρ. υποθεσης: 483/2014, 1/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:B20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. υποθεσης: 483/2014 ΜΕΤΑΞΥ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ (πρώην ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΝΤΕΑΣ ΛΤΔ) -ν- XXXXX XXXXX ΦΡΑΓΚΟΥΔΗ Κατηγορούμενου Ημερομηνία꞉ 1.7.2019 Εμφανίσεις꞉ Για την Κατηγορούσα Αρχή꞉ κ. Γαβριήλ Πέτρου, για Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Κατηγορούμενο꞉ κ. Ηλίας Χρίστου. Ο Κατηγορούμενος παρών. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 28.2.2019 Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο ιδιωτική ποινική υπόθεση, ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν πλήρους ακροαματικής διαδικασίας, με αιτιολογημένη απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ημερ. 18.2.2019, σε έξι συνολικά κατηγορίες που αφορούσαν στο αδίκημα της «Παράλειψης καταβολής προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, δόσεων κατά την ημερομηνία πληρωμής με δόσεις χρέους εκ δικαστικής αποφάσεως για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)(γ)
(3)και 4
(2)
(3)του Νόμου 60(Ι)/08.». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων επί του κατηγορητηρίου, εναντίον του Κατηγορούμενου εξεδόθη απόφαση την 4.10.2011 στην αγωγή 1406/2011 για το ποσό των €261.648,85σ., πλέον έξοδα, πλέον τόκοι, και ακολούθως εκδόθηκε εναντίον του Διάταγμα την 10.4.2012 με το οποίο ο Κατηγορούμενος διετάσσετο να καταβάλλει €850 μηνιαίως από 1.8.2012 για εξόφληση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους του στην προαναφερθείσα αγωγή, αλλά αυτός παραβίασε το εν λόγω Διάταγμα αφού παρέλειψε, για λόγους άλλους από φυσική ή οικονομική αδυναμία, να καταβάλει ποσό €2550 ανά κατηγορία, που αντιστοιχεί σε τρεις καθυστερημένες δόσεις (των €850 έκαστη), οι οποίες ήσαν πληρωτέες κατά τις εξής ημερομηνίες ꞉ Την 1.8.2012, την 1.9.2012 και την 1.10.2012 (1η κατηγορία). Την 1.11.2012, την 1.12.2012 και την 1.1.2013 (2η κατηγορία). Την 1.2.2013, την 1.3.2013 και την 1.4.2013 (3η κατηγορία). Την 1.5.2013, την 1.6.2013 και την 1.7.2013 (4η κατηγορία). Την 1.8.2013, την 1.9.2013 και την 1.10.2013 (5η κατηγορία). Την 1.11.2013, την 1.12.2013 και την 1.1.2014 (6η κατηγορία). Η ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ. Μετά από την απαγγελία της καταδικαστικής απόφασης στις 18.2.2019 και συγκεκριμένα την ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ορίστηκε για ν'αγορεύσει ο συνήγορος Υπεράσπισης για μετριασμό της ποινής, ήτοι στις 28.2.2019, η Κατηγορούσα Αρχή προχώρησε στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, η οποία εδράζεται στα άρθρα 3
(1)(γ), 4
(3)του Ν.60(Ι)/2008, στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 155 και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48, θ. 1-4, 8 και
- Με την αίτηση αυτή, ζητείται η έκδοση Διατάγματος που να διατάσσει «την είσπραξη των οφειλόμενων δόσεων του Κατηγορούμενου για το συνολικό ποσό των €15.300- ως χρηματικής ποινής σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155». Επιπρόσθετα, ζητείται να καταδικασθεί ο Κατηγορούμενος στα δικηγορικά έξοδα της αίτησης, πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης. Με δεδομένο ότι η Υπεράσπιση δήλωσε ότι θα είχε ένσταση στην αίτηση και ζητήθηκε νέα ημερομηνία για να καταχωρηθεί η σχετική Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης, το Δικαστήριο ολοκλήρωσε στις 28.2.2019 τη διαδικασία επιβολής ποινής στον Κατηγορούμενο στη βάση του κατηγορητηρίου και διαχώρισε την ακρόαση της υπό κρίση αίτησης, ορίζοντας αυτήν στις 20.3.2019, παρέχοντας ενδιάμεσα χρόνο για την καταχώρηση της ένστασης μέχρι τις 15.3.
- Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στη δικογραφία και στην ένορκη δήλωση της κας XXXXX Σολωμού Χριστοφόρου, ημερ. 28.2.
- Πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο που είχε καταθέσει και ως ΜΚ1 στην ακροαματική διαδικασία. Αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση και ότι γνωρίζει τα γεγονότα που αφορούσαν στην αγωγή 1406/2011, στο πλαίσιο της οποίας οι Παραπονούµενοι εξασφάλισαν την 4.10.2011 εναντίον του Κατηγορούµενου δικαστική απόφαση στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας µε αριθµό 1406/11 για το ποσό των €261.648,85 µε τόκο προς 9,75% ετησίως από 9.12.2010 µέχρι εξοφλήσεως, µε κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους, καθώς επίσης να καταβάλουν το ποσό των €1.385 έξοδα της αγωγής µε τόκο προς 5,5% ετησίως επί του ποσού των €1.326 από 2.5.2011 µέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α. και €20,00 έξοδα επίδοσης. Περαιτέρω, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι στις 10.4.2012 ο κατηγορούμενος διατάχθηκε να καταβάλλει το ποσό των €850 μηνιαίως από 1.8.2012 μέχρι πλήρους εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους και εξόδων, αλλά δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, παρά μόνο πιστώθηκε προς όφελός του στο λογαριασμό του, το ποσό της εγγύησης €52.002,72σ. που εισέπραξε η παραπονούμενη από τρίτο πρόσωπο. Σχετική κατάσταση λογαριασμού υπάρχει κατατεθειμένη στο φάκελο του Δικαστηρίου. Τέλος, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι, με απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ημερ. 18.2.2019, ο Κατηγορούμενος καταδικάσθηκε σε όλες τις κατηγορίες για παράλειψη καταβολής προς τον εκ δικαστικής αποφάσεων πιστωτή των μηνιαίων δόσεων ως αναγράφονταν στο κατηγορητήριο. Για τους λόγους αυτούς, η ενόρκως δηλούσα ζητεί ως η αίτηση. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ - ΚΑΘ'ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ Στις 25.4.2019 ο Κατηγορούμενος καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Η ένσταση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς Δ.39, Δ.48, θ.θ. 1- 4, 8, 9, στο άρθρο 24 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στον περί Καταδολίευσης Πιστωτών Νόμο 60(Ι)/2018, στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 155, και στις συμφυείς εξουσίες, πρακτική και νομολογία του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης είναι οι εξής꞉ 1) Η αίτηση βασίζεται σε ανακριβή γεγονότα, τα οποία παρουσιάζονται με τέτοιο τρόπο που παραπλανούν το Δικαστήριο και/ή δεν νομιμοποιούν την έκδοση του σχετικού Διατάγματος. 2) Η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη, αστήρικτη, παράτυπη, αντικανονική και ουσιαστικά αδικαιολόγητη και αντίθετη των διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής των Δικαστηρίων. 3) Η αίτηση είναι κακόπιστη και στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση καθ'ότι δεν περιλαμβάνεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο, άρθρο 24 (Ν.14/60). 4) Η υπό εξέταση αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. 5) Οι κατήγοροι δεν ήρθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και προέβαλαν αναληθείς ισχυρισμούς ή/και λανθασμένους ισχυρισμούς στην ένορκη δήλωση καθ'ότι τα γεγονότα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. 6) Υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης για έκδοση του παρόντος Διατάγματος, καθώς η αίτηση θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί ενωρίτερα. 7) Το Δικαστήριο, από τη στιγμή που δεν υπήρχε αίτηση για έκδοση διατάγματος αποζημίωσης στον φάκελο, δεν έπρεπε να δώσει περαιτέρω χρόνο στους παραπονούμενους για καταχώρηση της παρούσας αίτησης. 8) Δεν είναι δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης να εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα. 9) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη ή/και ελλειπής. 10) Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική ή/και ενοχλητική ή/και κακόβουλη, καθότι εάν επιτύχει θα προκαλέσει περιττά έξοδα στους Καθ'ων η αίτηση ή/και αχρείαστες διαδικασίες και θα σπαταλήσει δικαστικό χρόνο. 11) Το Δικαστήριο κατά την έκδοση της απόφασης δεν προέβηκε σε εύρημα κατά πόσο δύναται ο κατηγορούμενος να καταβάλει το ποσό που ζητείται να εισπραχθεί με την έκδοση διατάγματος αποζημίωσης. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση φαίνονται στην ένορκη δήλωση του κ. XXXXX XXXXX Φραγκούδη από τη Λάρνακα, ημερ. 24.4.
- Στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσής του, ο κ. Φραγκούδης αναφέρει ότι έπειτα από νομική συμβουλή που λαμβάνει, είναι νομικά αβάσιμη ή/και αστήρικτη αφού δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 24 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60), το οποίο αναφέρεται στην ποινική δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, το ύψος της αποζημίωσης που δύναται να διαταχθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι μέχρι το ποσό των 6.000 ευρώ. Οι Αιτητές με την υπό κρίση αίτηση εξαιτούνται το ποσό των 15.300 ευρώ, το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό των 6.000 ευρώ που προβλεπόταν βάσει του Νόμου. Επιπρόσθετα, η επίκληση του Νόμου 60(Ι)/2008, άρθρα 3
(1)(γ), 4
(3)εκ μέρους των Κατηγόρων - Αιτητών για είσπραξη των οφειλόμενων δόσεων είναι λανθασμένη και/ή στερείται νομικού ερείσματος, αφού ο περί Δικαστηρίων Νόμος, δεν επιτρέπει την έκδοση διατάγματος αποζημίωσης για ποσό πέραν των 6.000 ευρώ. Στην παραγραφο 6 της ένορκης δήλωσής του αναφέρει ότι «το σεβαστό Δικαστήριο στην απόφασή του δεν προέβηκε σε εύρημα ότι έχω την οποιαδήποτε οικονομική δυνατότητα για καταβολή οποιουδήποτε ποσού. Συνεπώς, η αίτηση είναι καταχρηστική και δεν μπορεί να προχωρήσει, καθώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε περαιτέρω εύρημα. Θα έπρεπε να αναφέρει, λοιπόν, κατά πόσον έχω τη δυνατότητα να καταβάλω οποιοδήποτε ποσό.». Στην παρα. 7 αναφέρει τα εξής꞉ «Η παρούσα αίτηση θα πρέπει να αποσυρθεί ή/και να μην ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, αφού δεν υποστηρίζεται από το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο. Τα γεγονότα στην ένορκη δήλωση στα οποία στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση είναι ανακριβή και επουδενί δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, καθώς το διάταγμα μηνιαίων δόσεων έχει τροποποιηθεί από 850 ευρώ σε 200 μηνιαίως.». Στην παρα. 8 της ένορκης δήλωσης αναφέρει τα εξής꞉ «Η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται με υπέρμετρη καθυστέρηση ή/και είναι κατ'ουσία αβάσιμη, αφού η πλευρά της Κατηγόρου - αιτήτριας προέβηκε σε καταχώρηση μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξέτασης και αντεξέτασης μαρτύρων και της έκδοσης απόφασης. Όπως συνάγεται και από το σώμα της απόφασης, το Σεβαστό Δικαστήριο λανθασμένα δίδει χρόνο στους παραπονούμενους να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση.». Στην παρα. 9 της ένορκης δήλωσης, αναφέρει τα εξής꞉ «Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική ή/και ενοχλητική ή/και κακόβουλη καθ'ότι εάν επιτύχει, θα προκαλέσει περιττά έξοδα στους Καθ'ων η αίτηση ή/και αχρείαστες διαδικασίες και θα σπαταλήσει δικαστικό χρόνο.». Στην παρα. 10 αναφέρει τα εξής꞉ «Περαιτέρω, εξ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω γεγονότα, οι κατηγόροι δεν έχουν καλή υπόθεση, δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο όλα τα ουσιαστικά γεγονότα και η υπό εξέταση αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.». Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο κ. Φραγκούδης (Καθ'ου η αίτηση) αιτείται την απόρριψη της αίτησης, με έξοδα εναντίον των Κατηγόρων. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στην ένορκη δήλωση του κ. XXXXX XXXXX Φραγκούδη, ημερ. 24.4.2019. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Αναφορικά με το αν η αίτηση υποβάλλεται σε κατάλληλο χρόνο και με κατάλληλη νομική βάση. Κρίνω ότι προέχει να εξεταστούν αυτά τα δύο ζητήματα πρώτα. Ξεκινώ επισημαίνοντας ότι, καθ' ον χρόνο καταχωρίστηκε το κατηγορητήριο, αλλά και μέχρι τέλους της ακρόασης που διεξήχθη στη βάση του εν λόγω κατηγορητηρίου, η Κατηγορούσα Αρχή δεν είχε καταχωρημένη εναντίον του Κατηγορούμενου οποιαδήποτε αίτηση είσπραξης των οφειλόμενων μηνιαίων δόσεων. Το γεγονός αυτό σχολιάστηκε από το παρόν Δικαστήριο στο πλαίσιο της απόφασής του ημερ. 18.2.2019, ως φαίνεται στο απόσπασμα που παραθέτω πιο κάτω: «Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω να απορρίπτω τις προβληθείσες υπερασπίσεις και να κρίνω τον κατηγορούμενο ένοχο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Δεδομένου του αποτελέσματος, θα καταδικάσω τον κατηγορούμενο στα έξοδα της παρούσας ποινικής διαδικασίας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα προχωρήσω στην επιβολή ποινής βάσει του άρθρου 4
(2)του Ν.60(Ι)/2008. Προτού, όμως, δώσω στο συνήγορο Υπεράσπισης της ευκαιρία να αγορεύσει για μετριασμό της ποινής, επιθυμώ να επισημάνω ότι δεν εντόπισα στο φάκελο της παρούσας ποινικής υπόθεσης οποιαδήποτε αίτηση της κατηγορούσας αρχής βάσει του άρθρου 4
(3)του Ν.60(Ι)/2008 για έκδοση διατάγματος είσπραξης των οφειλόμενων δόσεων από τον Κατηγορούμενο προς την Τράπεζα. Παραπέμπω λοιπόν στην απόφαση, ημερ. 20.2.2014, στην Ποινική Εφεση Αρ. 25/2012, Αμβρόσιος Μιχαήλ Προδρόμου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, όπου επισημάνθηκε η διάκριση ανάμεσα στην εξουσία του Δικαστηρίου να επιβάλει ποινή στον Κατηγορούμενο αν τον κρίνει ένοχο για τη διάπραξη του αδικήματος της καταδολίευσης και της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει Διάταγμα καταβολής του ποσού των οφειλόμενων μηνιαίων δόσεων. Η εξουσία για ποινή εδράζεται στο ίδιο το κατηγορητήριο, ενώ η εξουσία για την έκδοση διατάγματος δεν χωρεί να ασκηθεί παρά μόνο κατόπιν αίτησης. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα της απόφασης꞉ «Πέραν της ουσίας της απόφασης, ο εφεσείων ήγειρε και ένα άλλο θέμα, εκείνο της εκδόσεως διατάγματος πληρωμής του ποσού που διεπιστώθη σε σχέση με τις εν λόγω δόσεις. Το Δικαστήριο επέβαλε μια πολύ επιεική ποινή προστίμου €20 σε κάθε μια από δύο κατηγορίες, θεωρώντας ότι δεν έπρεπε να επιβάλει ποινή στις υπόλοιπες ενόψει του ότι είχε παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την υποχρέωση του εφεσείοντα να καταβάλει τις δόσεις του. Προχώρησε όμως να εκδώσει διάταγμα είσπραξης των οφειλόμενων δόσεων συμποσούμενο σε €18.794,62, ως προβλέπεται στο νόμο και δη στο άρθρο 4
(3). Είναι η θέση του εφεσείοντα όμως, ότι κακώς το Δικαστήριο εξέδωσε το εν λόγω διάταγμα στην προκείμενη περίπτωση, διότι τούτο δεν εκδίδεται αυτεπαγγέλτως ή υποχρεωτικώς παρά μόνο κατόπιν αιτήσεως, και αίτησις δεν είχε υποβληθεί. Ανατρέχοντας στο σχετικό άρθρο διαπιστώνουμε ότι πράγματι προβλέπεται ότι: «4.
(3)Το δικαστήριο σε περίπτωση καταδίκης δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 3, εκδίδει, εφόσον υποβληθεί αίτηση προς τούτο, διάταγμα είσπραξης των οφειλομένων δόσεων του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, ως χρηματικής ποινής, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ή οιουδήποτε άλλου νόμου καταργούντος ή τροποποιούντος τούτο. Το δικαστήριο κατά την έκδοση του εν λόγω διατάγματος δύναται να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσής του για περίοδο μέχρι έξι μήνες.» Δεν υπάρχει τρόπος να υπερβούμε την σαφή πρόνοια του νόμου με την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για την εφεσίβλητη ότι το Δικαστήριο εν πάση περιπτώσει έχει δικαίωμα αυτεπαγγέλτως να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Εδώ το θέμα ρυθμίζεται ρητώς και σαφώς διά νόμου και οι πρόνοιες του νόμου πρέπει να τηρηθούν. Εφόσον δεν είχε υπάρξει αίτηση προς είσπραξη των οφειλομένων δόσεων ως χρηματικής ποινής, το Δικαστήριο δεν είχε δικαίωμα να εκδώσει το διάταγμα. Δεν είναι τυπικής φύσεως η πρόνοια αυτή αλλά ουσιαστική, εφόσον η αίτηση η οποία μπορεί να υποβληθεί θα κριθεί αναλόγως των συνθηκών οι οποίες θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και αφορούν όχι μόνο την επιλογή της υποβολής αίτησης αλλά και την κρίση του Δικαστηρίου επί αυτής. Περαιτέρω, προκύπτει θέμα ενδεχόμενης ένστασης του καταδικασθέντος ώστε το Δικαστήριο να πρέπει να ασκήσει δικαστική κρίση. Πέραν τούτου, και λαμβανομένων υπόψη όλων των παραμέτρων που πρέπει να σταθμισθούν, υπάρχει και το θέμα της ενδεχόμενης αναστολής εκτελέσεως που προβλέπεται στο νόμο. Όλα αυτά μπορούν να εξετασθούν μόνο εφόσον υποβληθεί αίτηση. Για τους λόγους αυτούς θεωρούμε ότι η έφεση πρέπει να επιτύχει ως προς αυτή τη πτυχή και είναι απορριπτέα ως προς τα λοιπά. Επιτυγχάνει ως προς τούτο και παραμερίζεται το διάταγμα για είσπραξη των οφειλομένων δόσεων υπό μορφή χρηματικής ποινής.». Θα ακούσω το συνήγορο Υπεράσπισης όσον αφορά το μετριασμό της ποινής για τους σκοπούς του άρθρου 4
(2), ενώ ουδέν διάταγμα δύναμαι να εκδώσω εφόσον δεν υποβλήθηκε αίτηση βάσει του άρθρου 4
(3)του Ν.60(Ι)/2008.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Αντλώντας καθοδήγηση από την πιο πάνω απόφαση στην Ποινική Εφεση Αρ. 25/2012, στην ουσία το παρόν Δικαστήριο διευκρίνισε στις 28.2.2019 στο στάδιο επιβολής της ποινής βάσει του άρθρου 4
(2)ότι είναι αναγκαίος εκ των διατάξεων του Νόμου 60(Ι)/2008 ο διαχωρισμός της ποινής που επιβάλλεται για τα αδικήματα στη βάση του κατηγορητηρίου δυνάμει του άρθρου 4
(2)και της έκδοσης διατάγματος είσπραξης του ποσού των οφειλόμενων δόσεων δυνάμει του άρθρου 4
(3), αφού η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος προϋποθέτει την ύπαρξη αίτησης προς τούτο και ξεχωριστή δικαστική λειτουργία εξέτασης της αίτησης. Τίποτα, κατά την κρίση μου, δεν εμποδίζει τον παραπονούμενο - κατήγορο από το να αναμείνει την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου για καταδίκη του κατηγορούμενου στη βάση του κατηγορητηρίου που εδράζεται στο άρθρο 3 του Ν.60(Ι)/2008 προτού καταχωρήσει την αίτηση για διάταγμα είσπραξης βάσει του άρθρου 4
(3)του ιδίου Νόμου. Άλλωστε, η εξέταση μιας τέτοιας αίτησης από το Δικαστήριο χωρεί μόνο αν ο Καθ'ου έχει καταδικαστεί. Δεν χωρεί εναντίον ενός απλού κατηγορούμενου παρά μόνο εναντίον καταδικασθέντος. Συνεπώς, το ότι στην παρούσα υπόθεση η υπό κρίση αίτηση είσπραξης εκδόθηκε μετά την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης και όχι ενωρίτερα, ουδόλως αντιβαίνει το λεκτικό του άρθρου 4
(3)του Ν.60(Ι)/2008 που έχει ως νομική βάση. Ούτε είναι η περίπτωση που να ζητήθηκε άδεια του Δικαστηρίου για παράταση χρόνου καταχώρησης αίτησης. Δεν καθορίζεται στο Ν. 60(Ι)/2008οποιαδήποτε προθεσμία καταχώρησης της αίτησης, ώστε να ετίθετο θέμα να δοθεί χρόνος στους παραπονούμενους από το Δικαστήριο και να τίθεται θέμα ελέγχου της εξουσίας του Δικαστηρίου να δώσει χρόνο σε αυτούς. Από μόνοι τους οι παραπονούμενοι επέλεξαν το χρόνο καταχώρησης της αίτησής τους. Εν πάση περιπτώσει, δεν εντοπίζω υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της εν λόγω αίτησης, εφόσον εδώ η καταδικαστική απόφαση εκδόθηκε στις 18.2.2019 και η αίτηση καταχωρίστηκε στις 28.2.2019 προτού καν ολοκληρωθεί η διαδικασία επιβολής ποινής δυνάμει του άρθρου 4
(2)του Ν.60(Ι)/2008. Επομένως, καταχωρήθηκε σε κατάλληλο χρόνο, ήτοι μετά την έκδοση καταδικαστικής απόφασης, και εν πάση περιπτώσει εντός ευλόγου χρόνου από την έκδοση τέτοιας απόφασης. Όσον αφορά τη νομική βάση της αίτησης, το άρθρο 4
(3)του Ν.60(Ι)/2008, το οποίο έχει περιληφθεί στην υπό κρίση αίτηση, είναι αφ' εαυτού ικανή νομική βάση για την έκδοση διατάγματος είσπραξης οφειλόμενων δόσεων. Θα πρέπει να διακρίνουμε από αυτή τη νομική βάση, οποιαδήποτε άλλη νομική βάση η οποία θα μπορούσε δυνητικά να είχε περιληφθεί στην υπό κρίση αίτηση, αλλά δεν περιλήφθηκε. Για παράδειγμα, το άρθρο 24 του περί Δικαστηρίων Νόμου και το άρθρο 26 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προσφέρονται ως εναλλακτικές νομικές βάσεις για την επιβολή χρηματικής ποινής ή για την έκδοση διαταγμάτων αποζημίωσης εναντίον ενός κατηγορούμενους, αλλά οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες δύνανται να εφαρμοστούν δεν είναι οι ίδιες απαραιτήτως, δεν συμπίπτουν. Εφόσον, λοιπόν, η υπό κρίση αίτηση επουδενί λόγο δεν εδράζεται στα άρθρα 24 του περί Δικαστηρίων Νόμου ή 26 του Ποινικού Κώδικα, ουδόλως χωρεί η συζήτηση της αίτησης με αναφορά στις προϋποθέσεις που θέτουν εκείνα τα άρθρα. Σε σχέση με την υπό κρίση αίτηση, το μόνο που χρειάζεται να εξεταστεί είναι αν υπό τα πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση ημερ. 18.2.2019 και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, είναι κατάλληλο να διαταχθεί ο Καταδικασθής κ. Φραγκούδης να πληρώσει στον παραπονούμενο - Κατήγορο το ποσό που επιζητείται με την αίτηση είσπραξης δυνάμει του άρθρου 4
(3)του Ν.60(Ι)/
- Αναφορικά με το αν δικαιολογείται στη βάση των γεγονότων η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Υπενθυμίζω ότι ζητείται η έκδοση διατάγματος είσπραξης από τον καταδικασθέντα κ. Φραγκούδη ποσού €15.
- Τονίζω, συναφώς, ότι το άρθρο 4
(3)του Ν.60(Ι)/2008 δεν θέτει οποιοδήποτε ανώτατο όριο για το ποσό που θα διαταχθεί να εισπραχθεί από τον καταδικασθέντα. Δεν ισχύει το όριο των 6.000 ευρώ, όπως θα ίσχυε αν εφαρμοζόταν το άρθρο 24 του Ν.14/60 αντί το άρθρο 4
(3)του Ν.60(Ι)/2008. Επομένως, το ότι οι Παραπονούμενοι - Κατήγοροι αξιώνουν την έκδοση διατάγματος είσπραξης ποσού €15.300 δεν προσκρούει στις πρόνοιες του άρθρου 4
(3)του Ν.60(Ι)/2008, αλλά, για να δικαιούνται στην έκδοσή του, θα πρέπει να αποδείξουν ότι αυτό ήταν το ποσό των μηνιαίων δόσεων που παρέλειψε να καταβάλει ο καταδικασθείς στη βάση του συγκεκριμένου κατηγορητηρίου. Τα γεγονότα που θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο δεν μπορεί να είναι άλλα από αυτά που αποφασίσθηκαν στη δίκη επί του κατηγορητηρίου. Αλλιώς, δεν θα είχε νόημα το να αναμένεται η έκδοση της καταδικαστικής απόφασης για την καταχώρηση της αίτησης. Εν προκειμένω, το κατηγορητήριο, το οποίο απεδείχθη στην ολότητά του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ως αληθές, βάσει της καταδικαστικής απόφασης ημερ. 18.2.2019, αφορούσε στην παράλειψη του Κατηγορούμενου να καταβάλει στους Κατηγόρους - εξ αποφάσεως πιστωτές κατά την επίδικη στο κατηγορητήριο περίοδο ποσό €2550 σε έκαστη εκ των 6 κατηγοριών, άρα συνολικά το ποσό των €15.
- Τούτο και δικαιούνται να λάβουν. Αναφορικά με το αν απεκρύβησαν ουσιώδη γεγονότα. Το μόνο γεγονός που ο Καταδικασθής ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωσή του ότι απέκρυψαν οι Κατήγοροί του από το Δικαστήριο είναι το ότι «το διάταγμα μηνιαίων δόσεων έχει τροποποιηθεί από 850 ευρώ σε 200 μηνιαίως». Δεν λέει, όμως, ο κ. Φραγκούδης πότε επήλθε η τροποποίηση αυτή. Δεν διευκρινίζει αν η τροποποίηση αυτή συμφωνήθηκε μεταγενέστερα από την περίοδο που ήταν επίδικη στο κατηγορητήριο. Γνωρίζει, όμως, το Δικαστήριο στη βάση των δηλώσεων του συνηγόρου Υπεράσπισης που έγιναν στις 28.2.2019 στο πλαίσιο της αγόρευσης για μετριασμό της ποινής, ότι το διάταγμα τροποποποίησης εκδόθηκε στις 12.2.2018 στο πλαίσιο της αγωγής 1406/2011 με ισχύ του μειωμένου ποσού πληρωμής από 1.5.
- Επομένως, η συγκεκριμένη τροποποίηση ουδόλως επηρεάζει το δικαίωμα των Κατηγόρων να εισπράξουν ολόκληρο το ποσό των μηνιαίων δόσεων βάσει του διατάγματος που ίσχυε καθ' ον χρόνο αναφερόταν στις κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου. Κατάληξη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η αίτηση δεν είναι παράτυπη ούτε αβάσιμη ούτε υπέρμετρα καθυστερημένη ή καταχρηστική και συνεπώς απορρίπτω όλους τους λόγους ένστασης. Εκδίδεται διάταγμα δυνάμει του άρθρου 4
(3)του Ν.60(Ι)/2008 εναντίον του καταδικασθέντος και υπέρ των Κατηγόρων στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο ποινική υπόθεση, για είσπραξη του ποσού των €15.300 ως χρηματικής ποινής. Τέλος, παρατηρώ ότι ο Καταδικασθής σε κανένα σημείο της ένστασής του δεν πραγματεύτηκε το ζήτημα της δυνατότητας του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 4
(3)να αναστείλει την είσπραξη του ποσού για οποιαδήποτε περίοδο μέχρι έξι μήνες. Δεν υπεβλήθη τέτοιο αίτημα ενώπιον μου από την Υπεράσπιση. Συνεπώς, το διάταγμα είσπραξης θα έχει άμεση ισχύ για σκοπούς εκτέλεσης από σήμερα. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Κατηγόρων - Αιτητών και εναντίον του Κατηγορούμενου - Καθ'ου η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Α. Πανταζή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο