← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Kama, Αρ. Ποιν. Υποθ.: 3200/19, 18/7/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Kama, Αρ. Ποιν. Υποθ.: 3200/19, 18/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:B24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή, Ε.Δ. Αρ. Ποιν. Υποθ.: 3200/19 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. XXXXX Kama Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 18 Ιουλίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή, εμφανίζεται η κα. Α. Παντελή. Για τον Κατηγορούμενο, εμφανίζεται η κα Μ. Μικελλίδου Ο Κατηγορούμενος λαμβάνει δωρεάν νομική αρωγή. Παρούσα η κα Δέσποινα Alhandat, για να μεταφράζει από Ελληνικά στα Γαλλικά. ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ. Ο κατηγορούμενος βρίσκεται ενώπιον μου αντιμέτωπος με δύο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση των άρθρων 35 και 360 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και Νόμος 166/87. Η 2η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της εισόδου στην Δημοκρατία της Κύπρου ως επιβάτης δια αέρος και παράλειψη παρουσιάσεως αυτοπροσώπως στον πλησιέστερο λειτουργό μετανάστευσης κατά παράβαση των άρθρων 2 και 12

(3)και
(5)του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 50/88 και 60(Ι)/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ως η κατηγορία αρ.1, ο κατηγορούμενος στις 31.03.2019 και περί ώρα 10:50 στο αεροδρόμιο Λάρνακας στη Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακας επί σκοπώ καταδολίευσης του Αστ. XXXXX Σ. Πολίτη του ΚΕΔ Αεροδρομίου Λάρνακας ψευδώς παρέστησε τον εαυτό του ως άλλο πρόσωπο δηλαδή παρουσιάστηκε ως XXXXX Landry κάτοχος του διαβατηρίου Γαλλίας με αριθμό XXXXX
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες ως η κατηγορία 2, ο κατηγορούμενος μεταξύ των ημερ. 01.03.19 και 15.03.19, συμπεριλαμβανομένων, σε ημερομηνία άγνωστη για την κατηγορούσα αρχή, στο αεροδρόμιο Λάρνακας, ενώ ήταν πρόσωπο που εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία ως επιβάτης δια αέρος, παρέλειψε να παρουσιαστεί αμέσως αυτοπροσώπως στον πλησιέστερο λειτουργό μετανάστευσης. Αφού απαγγέλθηκαν οι κατηγορίες, ο Κατηγορούμενος δήλωσε παραδοχή για το αδίκημα της κατηγορίας αρ.2, ενώ δεν παραδέχθηκε ενοχή για το αδίκημα της κατηγορίας αρ.1, γι' αυτό και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση όσον αφορά την 1η κατηγορία. Για ν' αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες, οι οποίοι έδωσαν ένορκη μαρτυρία, καθώς επίσης κατατέθηκε μια γραπτή κατάθεση ως παραδεκτή για την αλήθεια του περιεχομένου της, την οποία αναφέρω πιο κάτω. Οι μάρτυρες που έδωσαν ένορκη μαρτυρία στο Δικαστήριο ήταν οι εξής꞉ Πρώτη μάρτυρας (MK1) κατέθεσε η Γ/Αστ. XXXXX XXXXX Ανδρέου στις 03.06.
  3. Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας (Μ.Κ.2) κατέθεσε ο Αστυφύλακας XXXXX, XXXXX Πολίτης στις 06.06.
  4. Τρίτη μάρτυρας κατηγορίας (Μ.Κ.3) κατέθεσε η Γ/Αστ. XXXXX XXXXX Γερασίμου στις 26.06.
  5. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ Μ.Κ.1 Η Μ.Κ.1 υιοθέτησε στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής της το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης, ημερ. 4.4.19, την οποία ετοίμασε υπό την ιδιότητα της ως εξετάστριας της παρούσας υπόθεσης (Τεκμήριο 1). Όπως καταγράφεται στο τεκμήριο 1, η Μ.Κ.1 ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης στις 31.03.2019, αφού παρέλαβε περί ώρα 18:30 εκείνη την ημερομηνία από τον Αρχιαστυφύλακα XXXXX XXXXX Ασημάκη (βλ. το Τεκμήριο 11 που κατατέθηκε ως παραδεκτό για την αλήθεια του περιεχομένου του), Διαβατήριο Γαλλίας με αριθμό XXXXX5063 στο όνομα XXXXX Landry, ημερ. Γεν. 10.01.77, δύο κάρτες επιβίβασης στο όνομα XXXXX Landry, μια για τη πτήση ΟΒ138 για Βουκουρέστι και μια για τη πτήση ΟΒ1215 για Ρώμη. Έθεσε τα εν λόγω έγγραφα στη φύλαξη της και τα σφράγισε ως Τεκμήρια. Ενώπιον του Δικαστηρίου τα παρουσίασε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 (βλ. το διαβατήριο) και Τεκμήρια 3 και 4 (βλ. τις δύο κάρτες επιβίβασης). Η ίδια η Μ.Κ.1 είναι το πρόσωπο που έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο με την μέθοδο των ερωτοαπαντήσεων και με την βοήθεια της διερμηνέως της Γαλλικής Γλώσσας, κας Καλοδώτης XXXXX, αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε για την υπόθεση την οποία διερευνά εναντίον του και του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στο Νόμο. Η ανακριτική κατάθεση στην μητρική γλώσσα του κατηγορουμένου, δηλαδή στα Γαλλικά κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την Μ.Κ.1, ως Τεκμήριο
  6. Μετάφραση αυτής στα ελληνικά κατατέθηκε από την Μ.Κ.1 ενώπιον του Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  7. Όπως αναφέρει η Μ.Κ.1 στο Τεκμήριο 1, η διερμηνέας έδωσε στον ανακρινόμενο την ευκαιρία να διαβάσει την κατάθεση του και η Μ.Κ.1 τον πληροφόρησε ότι είχε το δικαίωμα να προβεί σε οποιεσδήποτε αλλαγές, προσθήκες ή διορθώσεις ήθελε στο περιεχόμενο της. Ο ίδιος δήλωσε ότι ήταν ορθή η κατάθεση του και υπέγραψε μόνο την πρώτη σελίδα της κατάθεσης. Αρνήθηκε, όμως, να υπογράψει το ιδιόχειρο λεκτικό στις σελίδες 2 και 3 της κατάθεσης του στη μητρική γλώσσα ως το Τεκμήριο 5, το οποίο ιδιόχειρο λεκτικό ως παρατηρώ είναι διατυπωμένο από την Αστυφύλακα στα ελληνικά. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 6, που είναι η ανακριτική κατάθεση μεταφρασμένη στα ελληνικά, η Μ.Κ.1 ρώτησε τον κατηγορούμενο ποια είναι τα πραγματικά του στοιχεία και ο ίδιος απάντησε ότι είναι εκείνα που γράφει το διαβατήριο, Τεκμήριο
  8. Ισχυρίστηκε ότι ταξίδεψε από το αεροδρόμιο Orly της Γαλλίας στις 16.03.2019 και αφίχθηκε στο αεροδρόμιο της Λάρνακας χρησιμοποιώντας το ίδιο διαβατήριο ως το Τεκμήριο
  9. Ακολούθως, στις 20.03.2019 πήγε για μια μέρα στα κατεχόμενα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας από τον Τουρκικό στρατό και επέστρεψε την ίδια ημέρα στις ελεύθερες περιοχές. Σε νέα ερώτηση της Μ.Κ.1 προς τον κατηγορούμενο ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε άφιξη στην Δημοκρατία με τα στοιχεία που αναγράφονται στο διαβατήριο που παρουσίασε, αυτός απάντησε «Δεν το δέχομαι». Ισχυρίστηκε ότι ήρθε στην Κύπρο για να εργαστεί στον τομέα των ηλεκτρολογικών ή και σε κάποιο εστιατόριο και διέμενε σε ξενοδοχείο της Αγίας Νάπας. Η Μ.Κ.1 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι στο διαβατήριο που αυτός παρουσίασε στο αεροδρόμιο Λάρνακας στις 31.03.19 υπάρχει φωτογραφία άλλου προσώπου και όχι η δική του αλλά εκείνος απάντησε «Είναι δικό μου το έγγραφο». Δεν θέλησε να πει οτιδήποτε περαιτέρω. Κληθείσα η Μ.Κ.1 από την συνήγορο της κατηγορούσας αρχής να περιγράψει ποιες άλλες ενέργειες έκαμε κατά τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, η Μ.Κ.1 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι «Μέσω της INTERPOL Λευκωσίας στείλαμε μήνυμα στην INTERPOL Γαλλίας με το οποίο ζητούσαμε να μας στείλουν φωτογραφία του κατόχου του διαβατηρίου και να μας απαντήσουν με ποιο τρόπο και υπό ποιες περιστάσεις εκδόθηκε το συγκεκριμένο διαβατήριο». Λόγω του ότι η Μ.Κ.1 δεν ήταν η συντάκτρια του εν λόγω μηνύματος της INTERPOL Λευκωσίας, ημερ. 04.04.19, η συνήγορος υπεράσπισης ήγειρε ένσταση στην κατάθεση του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος ως κανονικού τεκμηρίου στο Δικαστήριο, γι΄ αυτό η Κατηγορούσα αρχή περιορίστηκε εν τέλη να το καταθέσει απλώς ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση. Ερωτηθείσα στη συνέχεια η Μ.Κ.1 από την συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, αν λήφθηκε απάντηση από την INTERPOL Γαλλίας, η Μ.Κ.1 απάντησε καταφατικά λέγοντας ότι η απάντηση που έλαβαν ήταν ότι «το εν λόγω διαβατήριο αν και αποκτήθηκε με κανονική διαδικασία, εν τούτοις η έκδοση του καθίσταται παράτυπη διότι το πρόσωπο που το αιτήθηκε παρουσίασε πλαστό δελτίο ταυτότητας για την έκδοση του εν λόγω διαβατηρίου, ως εκ τούτου οι Γαλλικές Αρχές, ζητούν όπως η Κυπριακή Δημοκρατία τους αποστείλει πίσω το εν λόγω διαβατήριο». Το αίτημα της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής όπως η Μ.Κ.1 καταθέσει στο Δικαστήριο την απάντηση της INTERPOL Γαλλίας, ως ανωτέρω, προσέκρουσε σε ένσταση της συνηγόρου υπεράσπισης επί το ότι επρόκειτο για εξ ακοής μαρτυρία, εφόσον δεν είχε καμία εμπλοκή η Μ.Κ.1 στην σύνταξη του εν λόγω εγγράφου ή και στην έρευνα που τυχόν προηγήθηκε από τις Γαλλικές Αρχές και ότι δεν θα ήταν δίκαιο για τον κατηγορούμενο να κατατεθεί δια μέσω της Μ.Κ.1 το εν λόγω έγγραφο ως κανονικό τεκμήριο. Το Δικαστήριο αποδέχθηκε την ένσταση και απέρριψε το αίτημα κατάθεσης του τεκμηρίου για την αλήθεια του περιεχομένου του, εφόσον δεν δόθηκε καμία αιτιολογία περί μη εφικτού κλήτευσης οποιουδήποτε άλλου προσώπου που είχε εμπλακεί στην σύνταξη του εν λόγω εγγράφου. Κατά την αντεξέταση της Μ.Κ.1 αυτό που ερωτήθηκε ήταν εάν στάληκε το διαβατήριο για εξέταση προκειμένου να διαπιστωθεί αν ήταν αυθεντικό ή πλαστό original or fake. Η Μ.Κ.1 ανέφερε χαρακτηριστικά ότι δεν ηγέρθηκαν σε κανένα στάδιο υποψίες όσον αφορά την γνησιότητα του διαβατηρίου, παρά ταύτα το υπέβαλαν στο εργαστήριο εντύπων και εκτυπώσεων ασφαλείας στην υπηρεσία εγκληματολογικών ερευνών για εξέταση και υπάρχει έτοιμη έκθεση πραγματογνωμοσύνης με αρ. αναφοράς ΥΠ.ΕΓ.Ε. 1949/2019 (Τεκμήριο 7), το οποίο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για γνήσιο διαβατήριο Γαλλίας. Ερωτήθηκε στη συνέχεια η Μ.Κ.1 πώς συμβαίνει να προέβηκαν σε έρευνα μέσω της INTERPOL αναφορικά με το εν λόγω διαβατήριο εφόσον η έκθεση του επιστημονικού εργαστηρίου δείχνει ότι πρόκειται για γνήσιο έγγραφο; Η Μ.Κ.1 απάντησε ότι οι ενέργειες μέσω της INTERPOL διεξήχθηκαν προτού ετοιμαστεί η έκθεση του εν λόγω εργαστηρίου. Δήλωσε η Μ.Κ.1 ότι αυτή είναι που έδωσε τις οδηγίες προς την συνάδελφο στην Interpol Λευκωσίας για το τι να ερωτηθεί η Interpol Γαλλίας κατά ή περί της 04.04.16 και με αυτήν της την ενέργεια ολοκλήρωσε τις δικές τις εξετάσεις στις 05.04.19, ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε η παρούσα ποινική υπόθεση στο Δικαστήριο. Εν προκειμένω επεσήμανε η Μ.Κ.1 ότι αυθημερόν, δηλαδή στις 04.04.19, έλαβαν την απάντηση της INTERPOL Γαλλίας. Δεν μίλησε η ίδια με οποιοδήποτε μέλος της INTERPOL Γαλλίας αφού δεν μιλούν οι ανακριτές παρά μέλη της INTERPOL Λευκωσίας μαζί τους. Εκ των υστέρων, δηλαδή μετά της 05.04.19, όπως δήλωσε η Μ.Κ.1, ζητήθηκε από την Γαλλία να αποστείλει στην Κύπρο τυχόν έγγραφα είχε παρουσιάσει το πρόσωπο που αιτήθηκε την έκδοση του επίδικου διαβατηρίου αλλά δεν έλαβαν εκ τότε καμία απάντηση από την INTERPOL Γαλλίας. Δεν υπήρχε επανεξέταση της Μ.Κ.
  10. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ Μ.Κ.2 Ο Μ.Κ.2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης ημερομηνίας 31.03.2019 (βλ. Τεκμήριο 8). Όπως εκεί αναφέρει, στις 31.03.2019 περί ώρα 10:50 π.μ., ενώ αυτός βρισκόταν σε θυρίδα ελέγχου αναχωρήσεων και διεξήγαγε διαβατηριακό έλεγχο στο πλαίσιο των καθηκόντων του προσήλθε ο κατηγορούμενος ενώπιον του και του παρουσίασε το Γαλλικό Διαβατήριο με αριθμό ως αναγράφεται στο κατηγορητήριο και ημερομηνία γέννησης 10.01.
  11. Ανέφερε ως τελικό του προορισμό την Ιταλία και παρουσίασε προς τον Μ.Κ.2 δύο κάρτες επιβίβασης όπου το πρώτο σκέλος ήταν από Λάρνακα προς Βουκουρέστι και το δεύτερο σκέλος ήταν από Βουκουρέστι προς Ιταλία. Τότε, ο Μ.Κ.2 παρατήρησε ότι «το πρόσωπο του επιβάτη διέφερε εμφανώς από την φωτογραφία στο Γαλλικό διαβατήριο που του παρουσίασε» και ως εκ τούτου του δημιουργήθηκε εύλογη υπόνοια «ότι πρόκειται για διαφορετικό πρόσωπο». Συγκεκριμένα, πρόσεξε ότι τα αυτά του διέφεραν από την φωτογραφία όπως επίσης η μύτη του και το σχήμα του προσώπου του. Ο Μ.Κ.2 ενημέρωσε αμέσως τον Λοχία 560 υπεύθυνο αναχωρήσεων για τα ευρήματα του και ο αλλοδαπός οδηγήθηκε για περαιτέρω εξετάσεις. Ο Μ.Κ.2 διεξήγαγε έρευνα στις αποσκευές του εν λόγω αλλοδαπού χωρίς να εντοπίσει οποιοδήποτε έγγραφο και σε σωματικό έλεγχο που του έκανε εντόπισε χαρτονομίσματα αξίας €1835 Ευρώ και 800 Δολαρίων Αμερικής. Δεν εντοπίστηκαν τα στοιχεία του στο σύστημα αφιξοαναχωρίσεων της Κυπριακής Αστυνομίας ούτε εντοπίστηκαν τα στοιχεία του στο σύστημα του τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Για τούτο το λόγο, ο Μ.Κ.2 τον πληροφόρησε για το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας και αφού επίστησε την προσοχή του στο Νόμο ο αλλοδαπός δεν έδωσε καμία απάντηση. Τον συνέλαβε για αυτόφωρο αδίκημα περί ώρα 1300 και αφού επέστησε την προσοχή του στο Νόμο ο αλλοδαπός και πάλι δεν έδωσε καμία απάντηση. Ο Μ.Κ.2 τον πληροφόρησε για τα δικαιώματα του προμηθεύοντας τον με σχετικό έντυπο των δικαιωμάτων στη Γαλλική γλώσσα την οποία δήλωσε ότι γνώριζε και το υπέγραψε στην παρουσία του Μ.Κ.
  12. Το Γαλλικό διαβατήριο παραδόθηκε από τον Μ.Κ.2 στον Αστ. 2477 του ΤΑΕ Λάρνακας για συνέχιση των εξετάσεων. Αντεξετάστηκε ο Μ.Κ.2 επί του περιεχομένου της ως άνω γραπτής του κατάθεσης. Ερωτήθηκε εάν είχε απλώς υποψία ή αν ήταν απόλυτα σίγουρος ότι το πρόσωπο που εμφανίστηκε ενώπιον του για αναχώρηση ήταν διαφορετικό από το πρόσωπο που φαινόταν στην φωτογραφία επί του διαβατηρίου και τότε ο Μ.Κ.2 απάντησε ότι ξεκίνησε ως «υποψία» με την 1η επαφή που είχε με τον επιβάτη αλλά για να προχωρήσει ο Μ.Κ.2 στη σύλληψη του εν λόγω επιβάτη είναι διότι πλέον «θεώρησε» ότι το πρόσωπο που είχε ενώπιον του δεν ήταν το ίδιο με εκείνο στην φωτογραφία. Ερωτηθείς να πει αν είναι εμπειρογνώμονας της Αστυνομίας για να δηλώνει αυτά τα συμπεράσματα ο Μ.Κ.2 απάντησε ότι δεν έχει πτυχίο αλλά παρακολούθησε σειρά σεμιναρίων για εντοπισμό πλαστών εγγράφων ή παραποιημένων ή διαβατηρίων που δεν ανήκουν στα πρόσωπα που τα κατέχουν. Κληθείς να σχολιάσει το ενδεχόμενο αυτή η φωτογραφία να λήφθηκε πριν από 10 χρόνια και γι΄ αυτό να διαφέρει από τον άνθρωπο που είχε ενώπιον του ο Μ.Κ.2 απάντησε «Προφανώς θα διαφωνήσω για την προκειμένη περίπτωση. Σε καμία περίπτωση ο ίδιος δεν ήταν το πρόσωπο που φαίνεται στην φωτογραφία ακόμα και αν πέρασαν 10 χρόνια από τότε που λήφθηκε». Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο κατηγορούμενος είναι το ίδιο πρόσωπο με αυτό που φαίνεται στην φωτογραφία του τεκμηρίου
  13. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ Γ/ΑΣΤ. XXXXX XXXXX ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ Η Μ.Κ.3 Γ/Αστ. XXXXX XXXXX Γερασίμου υπηρετεί στο Γραφείο της INTERPOL στη Λευκωσία. Μέσα στα καθήκοντα της είναι η παραλαβή αλληλογραφίας από το εξωτερικό ή και άλλες υπηρεσίες της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς επίσης και η διαβίβαση των διαφόρων αιτημάτων προς άλλα κράτη και ενημέρωση των υπηρεσιών της Κύπρου για της απαντήσεις που παραλαμβάνονται από τα άλλα κράτη. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, η Μ.Κ.3 είναι αυτή η οποία ετοίμασε και διαβίβασε το μήνυμα στην INTERPOL Γαλλίας στηριζόμενη στην αναφορά του Λοχία XXXXX XXXXX Χ¨Σέργη ημερ. 04.04.2019, η οποία αναφορά φαίνεται στο Τεκμήριο
  14. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 9, η Αστυνομία Κύπρου ζητούσε να γίνει έλεγχος για να διαπιστωθεί κατά πόσο τα στοιχεία του κατηγορουμένου είναι τοποθετημένα στην βάση καταζητούμενων προσώπων της INTERPOL, επιπλέον να γίνει έλεγχος μέσω της INTERPOL Γαλλίας για να διαπιστωθεί κατά πόσον το επίμαχο γαλλικό διαβατήριο δηλώθηκε ως κλοπιμαίο ή απολεσθέν, επίσης να ελεγχθεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει απασχολήσει τις αρχές της Γαλλίας και αν διαμένει με την οικογένεια του στη Γαλλία. Τέλος, ζητείτο να διαβιβαστεί ηλεκτρονικά στο γραφείο της INTERPOL φωτοαντίγραφο του γαλλικού διαβατηρίου που παρουσίασε στο αεροδρόμιο ο κατηγορούμενος δεδομένης της δικής του άρνησης για διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο. Η επιστολή που ετοίμασε η Μ.Κ.3 ανταποκρινόμενη στο αίτημα του Λοχία XXXXX είναι αυτή που φαίνεται στο έγγραφο που κατέθεσε η Μ.Κ.3 στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  15. Στάληκε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ημερ. 04.04.19 ώρα 07:23 προς την INTERPOL Γαλλίας. Παραλείφθηκε από την Μ.Κ.3 στην ίδια διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου η απάντηση της INTERPOL Γαλλίας την οποία επιχείρησε η Μ.Κ.3 να καταθέσει στο Δικαστήριο ως τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου του. Προσέκρουσε σε ένσταση της συνηγόρου υπεράσπισης το αίτημα αυτό με την αιτιολογία και πάλι ότι η Μ.Κ.3 δεν είναι η συντάκτρια των δηλώσεων που περιέχονται στο εν λόγω έγγραφο, δεν είναι πρόσωπο που να αναμίχθηκε στις έρευνες της INTERPOL Γαλλίας και δεν θα μπορούσε να αντεξεταστεί για την αλήθεια των δηλώσεων που περιγράφονται σε αυτό. Πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρίας για την οποία δεν γνωρίζει η υπεράσπιση ποιος είναι ο συντάκτης των αρχικών δηλώσεων και ποιες έρευνες έγιναν για να καταλήξουν στις δηλώσεις αυτές. Το Δικαστήριο έκαμε αποδεκτή την ένσταση με το σκεπτικό ότι, αν και δεν αποκλείεται η εξ ακοής μαρτυρία για τον μόνο λόγο ότι αυτή είναι εξ ακοής (άρθρο 24 του Κεφ. 9), εντούτοις είναι καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάσει αν είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης το να μην αποδεχθεί την κατάθεση της εξ ακοής μαρτυρίας. Δηλαδή, το Δικαστήριο μπορεί να την αποκλείσει αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί τους σκοπούς της απονομής της δικαιοσύνης. Σχετική είναι η αναφορά στην Muskita Aluminium v. Alsaco
(2009)(αρ. 2) 1 ΑΑΔ
  1. Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο έκρινε πολύ σημαντικό το γεγονός ότι εφόσον το επίδικο διαβατήριο στην βάση του οποίου κατηγορείται για πλαστοπροσωπία δεν εκδόθηκε στην Κύπρο, αλλά στην Γαλλία είναι μεγάλης σημασίας αποδεικτικής το να ληφθεί με τον κατάλληλο τρόπο η θέση των Γαλλικών Αρχών. Δεν θα μπορούσε η Μ.Κ.3 που ανήκει στην Κυπριακή INTERPOL να επιβεβαιώσει η να επαληθεύσει τα όσα καταγράφονται στο μήνυμα της Γαλλικής INTERPOL, εφόσον δεν είναι η Μ.Κ.3 η συντάκτης της δήλωσης και δεν έκαμε καμία έρευνα που να οδηγεί στις πληροφορίες που καταγράφει η Γαλλική INTERPOL. Δεν έχει λεχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ότι είναι άφαντος ή ότι είναι δύσκολο να εντοπιστεί αυτός που συνέταξε το εν λόγω μήνυμα της Γαλλικής INTERPOL, ώστε να εντοπιστεί και να έρθει στην Κύπρο να καταθέσει το εν λόγω έγγραφο ως κανονικό τεκμήριο στο Δικαστήριο. Γι΄ αυτό το λόγο, το Δικαστήριο απέρριψε την κατάθεση του συγκεκριμένου ηλεκτρονικού μηνύματος της INTERPOL Γαλλίας ως κανονικού τεκμηρίου για την αλήθεια του περιεχομένου του. Κατόπιν τούτου η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ζήτησε όπως το ίδιο έγγραφο κατατεθεί απλώς ως τεκμήριο προς αναγνώριση και σημειώθηκε με την ένδειξη Τεκμήριο Β προς αναγνώριση. Αντεξετάστηκε η μάρτυρας και επιβεβαίωσε ότι η ίδια δεν έχει προβεί σε οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες πέραν αυτών που ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της και ότι οι μόνες απαντήσεις που έλαβε από την Γαλλική INTERPOL είναι αυτές που φαίνονται στο Τεκμήριο Β προς αναγνώριση. Δεν υπήρξε επανεξέταση της μάρτυρος. Έκλεισε την υπόθεση της η Κατηγορούσα αρχή στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας. Ακολούθως, η συνήγορος υπεράσπισης, ήγειρε εισήγηση περί μη ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης όσον αφορά την κατηγορία
  2. Στήριξε την εισήγηση της στα εξής σημεία: Ότι σύμφωνα με την μαρτυρία και ειδικότερα την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, το επίδικο διαβατήριο, Τεκμήριο 2, εξετάστηκε επιστημονικά και διαπιστώθηκε ότι δεν είναι πλαστό. Δεύτερο, κατηγορείται για πλαστοπροσωπία ο κατηγορούμενος στη βάση υποψίας και μόνο ότι το πρόσωπο του διαφέρει από αυτό που φαίνεται στις φωτογραφίες. Δεδομένου ότι, αυτός δεν κατηγορήθηκε για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και εφόσον δεν προσκομίστηκε μαρτυρία στο Δικαστήριο για το ποιο είναι αυτό το άλλο πρόσωπο, ζωντανό ή νεκρό, που ο κατηγορούμενος παρέστησε ως τον εαυτό του, έπεται ότι δεν υπάρχει επαρκής μαρτυρία για απόδειξη των συστατικών στοιχείων του αδικήματος. Οι πληροφορίες που η Γαλλική INTERPOL συνέλεξε, δεν παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από αυτόν που έκανε την έρευνα. Επομένως, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει παρουσιάσει εκείνη την αναγκαία μαρτυρία που θα έδινε το έναυσμα για να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία. Από την άλλη, η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας που προσκομίστηκε και ιδιαίτερα στη βάση της μαρτυρίας του Μ.Κ.2, ο οποίος εκδήλωσε βεβαιότητα στο τέλος της ημέρας για το ότι το πρόσωπο του κατηγορούμενου δεν είναι το ίδιο με αυτό που φαίνεται στη φωτογραφία επί του διαβατηρίου. Είναι η εισήγησή της ότι επαρκεί η μαρτυρία αυτή, χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί ποιο είναι το άλλο πρόσωπο που παριστάνει ο κατηγορούμενος. ΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ. Τα κριτήρια αυτά είναι απλά και καλά καθιερωμένα από τη νομολογία. Με την άρνηση των Κατηγοριών, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Βεβαίως, το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο παρόν στάδιο είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία τέτοιας φύσεως, από την οποία δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία. Δικαιολογείται η κλήση του σε απολογία, εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία, εξ όψεως, όχι σε βάθος, εγείρει θέμα ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Σύγγραμμα «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο», Γεώργιου Μ. Πική, 2η έκδοση, σελίδα 197). Η απόφαση αποδοχής ή απόρριψης της εισήγησης για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, δεν εξαρτάται από το κατά πόσο το Δικαστήριο θα καταδίκαζε ή θα αθώωνε τον κατηγορούμενο σε αυτό το στάδιο, αλλά από το κατά πόσο η μαρτυρία είναι τέτοια που θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορουμένου (βλ. προαναφερόμενο σύγγραμμα κ. Πική, σελίδα 198). Όπως αναφέρθηκε και στη γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133: « Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου». Το κριτήριο, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Στο υπό εξέταση στάδιο της δίκης, το δικαστήριο περιορίζεται στη φαινομενική όψη της μαρτυρίας, σε αντίθεση με τη δεύτερη και τελική θεώρησή της, κατά το πέρας της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση, ο Κατηγορούμενος θα καλείτο, όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Επομένως, το πρώτο που πρέπει να έχει κατά νου το Δικαστήριο είναι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, για να συσχετίσει προς αυτά την προσκομισθείσα μαρτυρία. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ. Σύμφωνα με το άρθρο 360 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, «Όποιος, με σκοπό καταδολίευσης οποιουδήποτε προσώπου, παριστάνει τον εαυτό του ψευδώς ότι είναι άλλο πρόσωπο, ζωντανό ή πεθαμένο, είναι ένοχος πλημμελήματος.» Προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 360 του Κεφ. 154, ως πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, «ο κατηγορούμενος να παρουσιάζει τον εαυτό του ως κάποιο άλλο πρόσωπο», δεύτερο, τούτο να το πράττει «ψευδώς», τρίτο, η προαναφερθείσα ψευδής παράσταση να γίνεται «με σκοπό καταδολίευσης οποιουδήποτε προσώπου». Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας, εφόσον ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου. Μπορεί, όμως, ν' αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 289). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης, σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold 35th edition σελ. 775, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P.
(1960)44 Cr. App. R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: " 'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss". Στην υπόθεση Saleh Alsaleh
(2012)2 Α.Α.Δ. 34, o εφεσείων, κρίθηκε ένοχος σε πέντε από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε αναφορικά με συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατηγορία πλαστοπροσωπίας και κατηγορία παράνομης εισόδου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης και ο τελευταίος εφεσίβαλε την καταδίκη του. Ήταν η θέση του πρωτοδίκως ότι αυτός δεν είναι ο Saleh Alsaleh αλλά ο Ahmad Alsaleh, ότι βρισκόταν νόμιμα στην Κύπρο, είναι νυμφευμένος με την Κασσάνδρα Κυριάκου, με την οποία και απέκτησε και ένα παιδί. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεδομένης της άρνησης του εφεσείοντα ότι αυτός ήταν ο Saleh Alsaleh, αξιολόγησε τη μαρτυρία και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ότι πράγματι αυτός ήταν ο Saleh Alsaleh και όχι ο Ahmad Alsaleh όπως ο ίδιος ισχυριζόταν. Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, έλαβε υπόψη του, αρκετά στοιχεία. Ο εφεσείων, όπως ο ίδιος δέχτηκε, ζήτησε από τον αδελφό του να του εξασφαλίσει άδεια οδήγησης, χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις για κατοχή της και την χρησιμοποιούσε όταν οδηγούσε μοτοποδήλατο, γνωρίζοντας ότι αυτή έφερε τη δική του φωτογραφία, όχι, όμως, τα στοιχεία του. Η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αναφορικά με τις ανακρίσεις που έκανε η Αστυνομία, στο πλαίσιο των οποίων είχε την ευκαιρία να δει ζωντανά τον αδερφό του Εφεσείοντος, να τον ρωτήσει το όνομά του στην παρουσία του Εφεσείοντος, όπου εκείνος απάντησε ότι ήταν ο Ahmad Alsaleh χωρίς καμία αντίδραση του Εφεσείοντος για να τον διαψεύσει, έλαβε σωρεία εγγράφων του αδερφού του Εφεσείοντος και σύγκρινε τη φωτογραφία που χρησιμοποιούσε ο Εφεσείων με τα στοιχεία του αδερφού του στην άδεια οδήγησης. Η παράσταση του Εφεσείοντος ότι αυτός ήταν ο Ahmad Alsaleh κρίθηκε από το Δικαστήριο ως εκ των υστέρων εφεύρημά του σε μια προσπάθειά του να εκμεταλλευθεί τα προσωπικά στοιχεία του αδελφού του, για να μπορεί ελεύθερα να πηγαινοέρχεται στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στην παρούσα υπόθεση, κρίνοντας τη μαρτυρία που προσκομίστηκε αντικειμενικά και μάλιστα στο απώγειό της (at its highest), αυτό το οποίο υπάρχει ενώπιον μου είναι μαρτυρία του ΜΚ2 ότι υπάρχουν οφθαλμοφανείς διαφορές ανάμεσα στο πρόσωπο του Κατηγορούμενου (τον οποίο είδε ζωντανά ενώπιον του στον Αερολιμένα Λάρνακας κατά την επιθεώρηση του διαβατηρίου του) και τη φωτογραφία που υπάρχει στο διαβατήριο που κατείχε ο Κατηγορούμενος κατά τον έλεγχό του από τον ΜΚ
  1. Στη βάση αυτών των οφθαλμοφανών διαφορών, δηλαδή αυτών που ο ΜΚ2 ήταν σε θέση να αντιληφθεί με γυμνό μάτι, χωρίς οποιοδήποτε άλλο επιστημονικό έλεγχο, στηριζόμενος στην πείρα και εκπαίδευση βάσει σεμιναρίων για επιθεώρηση των διαβατηρίων, δημιουργήθηκαν στον ΜΚ2 τέτοιες «υποψίες» που στο τέλος αυτός «θεώρησε» ότι ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να παραστήσει τον εαυτό του για άλλο πρόσωπο. Δηλαδή, προσπάθησε να παραστήσει ως τον " XXXXX Kama". Επισημαίνω, όμως, ότι δεν έχει δώσει ο ΜΚ2 οποιαδήποτε μαρτυρία που να μπορεί να αποδείξει ότι ο Κατηγορούμενος είναι άλλος από τον " XXXXX Kama". Λέγω τούτο με την έννοια ότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος διώκεται με δικά του στοιχεία το όνομα XXXXX Kama και αρ. διαβατηρίου FRA XXXXX
  2. Δεν είναι η ίδια περίπτωση με τον «Saleh Alsaleh» ανωτέρω που παρίστανε τον εαυτό του ως τον «Ahmad Alsaleh». Εδώ το κατηγορητήριο αναφέρει ότι ο «XXXXX Kama» με «αρ. διαβατηρίου FRA XXXXX5063» παρέστησε τον εαυτό του ως τον «XXXXX Kama» με «αρ. διαβατηρίου FRA XXXXX5063». Ελλείπει, επομένως, μαρτυρία για το ότι ο Κατηγορούμενος παρέστησε τον εαυτό του ως άλλο πρόσωπο και ποιο είναι το εν λόγω άλλο πρόσωπο. Η πιο πάνω διατύπωση του κατηγορητηρίου είναι, προφανώς, επακόλουθο του γεγονότος ότι το διαβατήριο που κατείχε ο Κατηγορούμενος κατά τον έλεγχό του στο αεροδρόμιο, εξετάστηκε από το Επιστημονικό Εργαστήρι της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Εξετάσεων του Αρχηγείου Αστυνομίας και βάσει της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης με αρ. αναφοράς ΥΠ.ΕΓ.Ε. 1949/2019 (τεκμήριο 7), κρίθηκε από τους πραγματογνώμονες ότι δεν εγείρει υποψίες για μη γνησιότητα. Υπάρχει, άλλωστε, ενώπιον του Δικαστηρίου και αναφορά εκ μέρους της ΜΚ3 ότι η Ιντερπόλ Γαλλίας εντοπίζει ότι εκδόθηκε γνήσιο διαβατήριο με τον αριθμό ως αυτού που βρέθηκε στην κατοχή του Κατηγορούμενου, ότι δεν δηλώθηκε ποτέ ως απωλεσθέν ή ως κλοπιμαίο και ότι ο εν λόγω αριθμός ανήκει στον «XXXXX Kama». Οποιαδήποτε αναφορά της Γαλλικής Ιντερπολ στην ηλεκτρονική της αλληλογραφία με την Ιντερπολ Κύπρου, η οποία βρίσκεται κατατεθειμένη ενώπιον μου ως Τεκμήριο προς αναγνώριση (βλ. Τεκμήριο Β προς αναγνώριση) και η οποία περικλείει εξ ακοής μαρτυρία, περί του ότι ενδεχομένως, όμως, το εν λόγω διαβατήριο να εκδόθηκε εξ αρχής στη Γαλλία στη βάση ψευδών στοιχείων ταυτότητας που παρουσίασε στις Γαλλικές αρχές ο Κατηγορούμενος, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το παρόν Δικαστήριο για το λόγο που εξηγώ πιο κάτω. Κατάθεση εγγράφου ως τεκμηρίου προς αναγνώριση γίνεται, όταν το έγγραφο δεν μπορεί να κατατεθεί κανονικώς για οποιοδήποτε λόγο από το πρόσωπο που το σύνταξε, υπέγραψε ή είχε στην κατοχή του (βλ. το Σύγγραμμα των Τάκης Ηλιάδης και Νικόλας Γ. Σάντης «Το Δίκαιο της Απόδειξης. Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» Hippasus Publishing Ltd, Λευκωσία 2014, σελ.396). Εδώ εν προκειμένω, η ΜΚ3 δεν ήταν η συντάκρια του ηλεκτρονικού μηνύματος της Γαλλικής Ιντερπολ, δεν υπήρχε υπογραφή της επ'αυτού, δεν ενεπλάκηκε στην έρευνα που διεξήγαγαν οι Γαλλικές αρχές, γι'αυτό και, αποφασίζοντας επί σχετικής ένστασης της Υπεράσπισης, το Δικαστήριο δεν της επέτρεψε να το καταθέσει ως κανονικό τεμήριο. Έχει νομολογιακά αποσαφηνιστεί ότι η μαρτυρία που αναφέρεται στο περιεχόμενο του τεκμηρίου προς αναγνώριση παραμένει αδρανής μέχρι να υπάρξει αναγνώριση και κατάθεση του εγγράφου από το πρόσωπο που το υπέγραψε ή το συνέταξε ή το είχε στην κατοχή του, για να μπορεί πλέον να μετατραπεί σε κανονικό τεκμήριο, οπόταν και η μαρτυρία που προκύπτει από τις απαντήσεις ως προς το περιεχόμενό του καθίσταται ενεργός. Έγγραφο που παρουσιάζεται για σκοπούς αναγνώρισης και παραμένει ως τέτοιο χωρίς τελικώς να κατατεθεί ως κανονικό τεκμήριο στη διαδικασία, δεν αποτελεί μαρτυρία (Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου ν Πλοίου "Arabella"
(2003)1(B) ΑΑΔ 900, Δήμος Λευκωσίας ν ELK Trading Ltd
(2003)2 ΑΑΔ 120, Οδυσσέως ν Χατζηλουκά
(2000)1(Α) ΑΑΔ 185, κ.α.). Επομένως, το Τεκμήριο Β προς αναγνώριση δεν μπορεί να αξιολογηθεί για τη διαμόρφωση οποιωνδήποτε συμπερασμάτων του Δικαστηρίου σε σχέση με την αλήθεια του περιεχομένου του. Άλλωστε, εδώ ο Κατηγορούμενος δεν διώκεται για την κυκλοφορία πλαστού εγγράφου ή/και για καταρτισμό πλαστού εγγράφου, ώστε η μαρτυρία που περιέχει το Τεκμήριο Β προς αναγνώριση να ήταν σχετική. Δεν περικλείεται στο κατηγορητήριο κατηγορία βάσει του άρθρου 333(δ)(
  1. iv)του Κεφ. 154, το οποίο προβλέπει ότι «Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (δ) υπογράφει έγγραφο- (
  2. iv)με το όνομα προσώπου, πλαστοπροσωπουμένου από εκείνο που υπογράφει το έγγραφο, νοουμένου ότι οι συνέπειες του εγγράφου εξαρτώνται από την ταύτιση εκείνου του προσώπου που υπογράφει το έγγραφο με το πρόσωπο το οποίο αυτός ισχυρίζεται ότι είναι.». Πέραν τούτου, η ποινή που επισύρει η κυκλοφορία πλαστού εγγράφου βάσει του άρθρου 339 του Κεφ. 154 είναι μεγαλύτερη από εκείνην που επισύρει το αδίκημα της πλαστοπροσωπείας βάσει του άρθρου 35 και του άρθρου 360 του Κεφ. 154. Υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές στα συστατικά τους στοιχεία και αλλιώς προετοιμάζει η Υπεράσπιση την υπόθεσή της όταν αντεξετάζει μάρτυρες κατηγορίας για καταρτισμό ή/και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, απ' ότι όταν τους αντεξετάζει για πλαστοπροσωπεία. Επομένως, στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως θα ήταν άδικο για την υπεράσπιση να προστεθεί από το Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 83 του Κεφ. 155, τέτοια νέα κατηγορία (Nedi Charalambous v. Municipality of Nicosia
(1965)2 Α.Α.Δ. 63), για να κληθεί ο Κατηγορούμενος να δώσει εξηγήσεις για το ποια στοιχεία ταυτότητας έδωσε όταν εκδίδετο το διαβατήριό του. Ένα τελευταίο σχόλιο. Σε κανένα στάδιο της διερεύνησης που έκανε η Κυπριακή Αστυνομία, δεν φωτογραφήθηκε από ειδικό αστυνομικό φωτογράφο ο Κατηγορούμενος, έτσι ώστε να σταλούν οι φωτογραφίες του στη Γαλλική Ιντερπόλ, για να τοποθετηθεί εκείνη αν διαφέρει από το πρόσωπο προς το οποίο οι Γαλλικές Αρχές εξέδωσαν το συγκεκριμένο διαβατήριο. Η αλληλογραφία μεταξύ Κυπριακής Ιντερπόλ και Γαλλικής Ιντερπολ περικλείει μόνο το φωτοαντίγραφο του Τεκμηρίου 2 και αντίστοιχο φωτοαντίγραφο του διαβατηρίου που εξέδωσαν οι Γαλλικές αρχές στο όνομα Kama Landry, τα οποία δύο φωτοαντίγραφα ταιριάζουν μεταξύ τους. Κατάληξη. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι, το κατηγορητήριο δεν αποκαλύπτει αδίκημα στη βάση του άρθρου 360 του Κεφ. 154, εφόσον ο Κατηγορούμενος, με το συγκεκριμένο διακριτικό στοιχείο ως ο αριθμός διαβατηρίου του επί του κατηγορητηρίου, κατηγορείται ότι παριστάνει τον εαυτό του, δηλαδή το πρόσωπο με το ίδιο διακριτικό στοιχείο, αντί κάποιο άλλο άτομο. Διαφορετική θα ήταν η κατάληξη μου αν ο Κατηγορούμενος περιγραφόταν ως πρόσωπο αγνώστων στοιχείων, το οποίο να παριστάνει τον εαυτό του ως Landry Kama με το συγκεκριμένο αριθμό διαβατηρίου ή/και αν κατηγορείτο συγχρόνως ότι κυκλοφόρησε πλαστό έγγραφο, δηλαδή έγγραφο που εξασφάλισε έχοντας πλαστοπροσωπήσει τον εαυτό του ως τον XXXXX Landry. Για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, κρίνω ότι δεν είναι η κατάλληλη περίπτωση για να επιφέρω οποιαδήποτε τροποποίηση του κατηγορητηρίου στο παρόν στάδιο δυνάμει του άρθρου
  1. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία αρ.
  2. Στην Κυπριακή Ιντερπόλ εναπόκειται να ενημερώσει την Γαλλική Ιντερπόλ για την έκβαση της παρούσας υπόθεσης, έτσι ώστε να προβούν οι Γαλλικές αρχές σε όποιες ενέργειες κρίνουν δέουσες για την εξακρίβωση των συνθηκών υπό τις οποίες εκδόθηκε στο έδαφος της Γαλλίας το εν λόγω διαβατήριο (του οποίου η έκδοση ως φαίνεται στο Τεκμήριο 2 χρονολογείται από το 2009) και για τη νομιμότητα της κατοχής του από τον Κατηγορούμενο, εάν και εφόσον εξακριβώσουν ότι αυτός είναι άλλος από αυτόν που αναφέρεται στο εν λόγω έγγραφο. Ελλείψει τέτοιων στοιχείων, το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί στη βάση της υποψίας και μόνον του ΜΚ2, να βρει εκ πρώτης όψεως ένοχο τον Κατηγορούμενο για πλαστοπροσωπεία. Τέλος, εφιστώ την προσοχή των Κυπριακών Αστυνομικών Αρχών, για τις όποιες δικές τους δέουσες ενέργειες, στο γεγονός ότι το επίδικο διαβατήριο ως το Τεκμήριο 2 αναφέρει ως ημερομηνία λήξης του τις 6.7.2019, συνεπώς εξέπνευσε διαρκούσης της παρούσας δίκης. (υπ.)........................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.