ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ν. Σταυρίδης, ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 11813/2014, 26/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:B27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ, Ε.Δ. ΑΡ. ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: 11813/2014 Μεταξύ: ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ν. XXXXX Σταυρίδης Κατηγορουμένου Ημερομηνία꞉ 26.7.2019 Κατηγορούσα Αρχή꞉ κ. Νεκτάριος Καππελλάκης, για Ε. Πελεκάνος & Σία ΔΕΠΕ Για τον Κατηγορούμενο꞉ κ. Α. Χατζησέργης ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ Στην παρούσα υπόθεση, ο πιο πάνω Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι λειτουργούσε τουριστικά καταλύματα χωρίς άδεια λειτουργίας από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού (στο εξής «ο ΚΟΤ»), κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 8
(1)
(2), 11, 23A
(1)(α)(γ)
(2)(α)(β)
(4)των περί Ξενοδοχείων και Τουριστικών Καταλυμάτων Νόμων 1969 έως 1993 και του άρθρου 46
(2)(στ) της ΚΔΠ 192/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, το αδίκημα διαπράχθηκε από τις 19.6.2014 μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης του κατηγορητηρίου στο Δικαστήριο (ήτοι μέχρι 2.9.2014), όταν ο Κατηγορούμενος ως επιχειρηματίας των τουριστικών καταλυμάτων με την ονομασία «PALM SEA 2 HOTEL APTS» λειτούργησε τα εν λόγω τουριστικά καταλύματα χωρίς την άδεια του ΚΟΤ. Η ποινική δίωξη καταχωρήθηκε εναντίον του Κατηγορούμενου από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού (στο εξής «ο ΚΟΤ»). Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο μία μάρτυρα την κα Νίκη Πάτσαλου, (Μ.Κ.1), η οποία έδωσε ένορκη μαρτυρία κατά τις δικασίμους 25.10.18 και 15.11.18, καθώς επίσης δηλώθηκαν ορισμένα γεγονότα ως παραδεκτά κατά την δικάσιμο ημερομηνίας 18.12.
- Ενόσω η υπόθεση εκκρεμούσε για αγορεύσεις για το εκ πρώτης όψεως προέκυψε η διάλυση του ΚΟΤ και η ανάληψη των αρμοδιοτήτων του από το Υφυπουργείο Τουρισμού δυνάμει του Περί της Ίδρυσης Υφυπουργείου Τουρισμού και Διορισμού Υφυπουργού Τουρισμού παρά το Προέδρω και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2018 (Ν. 123(I)/2018), η οποία έδωσε το έρεισμα για έγερση ένστασης από πλευράς υπεράσπισης στην συνέχιση της δικαστικής διαδικασίας η οποία ένσταση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με ενδιάμεση αιτιολογημένη απόφαση ημερομηνίας 10.06.
- Κατέθεσαν τις αγορεύσεις τους οι συνήγοροι για το εκ πρώτης όψεως κατά την δικάσιμο ημερομηνίας 08.07.
- ΟΙ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ Είναι η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι υπάρχει ουσιώδης και πλήρης διάσταση στην μαρτυρία που έχει δοθεί από πλευράς κατηγορούσας αρχής σε σχέση με τα άρθρα του Νόμου που στοιχειοθετούν την διάπραξη του αδικήματος όπως αυτό εκτίθεται στην έκθεση αδικήματος με αποτέλεσμα να μην έχει στοιχειοθετηθεί και/ή αποδειχθεί κανένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Συγκεκριμένα, επισημαίνει ο συνήγορος υπεράσπισης ότι τα άρθρα στα οποία βασίζεται η έκθεση του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου παραπέμπουν σε αδίκημα λειτουργίας ξενοδοχείου και όχι στο αδίκημα της λειτουργίας τουριστικών καταλυμάτων. Πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά αδικήματα. Η νομική βάση στην έκθεση του αδικήματος, ήτοι τα άρθρα 7, 8 και 23Α αφορά στην λειτουργία ξενοδοχείων και προβλέπονται διαφορετικά συστατικά στοιχεία για την διάπραξη αδικήματος λειτουργίας ξενοδοχείου χωρίς την άδεια του ΚΟΤ από ότι προβλέπεται σε ξεχωριστά εντελώς άρθρα, ήτοι τα άρθρα 17 και 18 του ίδιου Νόμου που αφορούν συγκεκριμένα το αδίκημα της λειτουργίας τουριστικών καταλυμάτων με τα δικά του αυτοτελή συστατικά στοιχεία. Οι λεπτομέρειες του αδικήματος ως φαίνονται στο κατηγορητήριο αφορούν σε λειτουργία τουριστικού καταλύματος χωρίς άδεια από τον ΚΟΤ και καμία σχέση έχουν με την έκθεση του αδικήματος που εδράζεται στα άρθρα 7, 8 και 23Α αντί στα άρθρα 17 και
- Επικαλείται ο συνήγορος υπεράσπισης τα άρθρα 38 και 39 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου από τα οποία προκύπτει υποχρέωση στο κατηγορητήριο να καθορίζεται το Νομικό υπόβαθρο δηλαδή το άρθρο ή τα άρθρα του Νόμου κατά τρόπο που να συνάδει με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, έτσι ώστε ο κατηγορούμενος να αντιλαμβάνεται την κατηγορία για την οποία κατηγορείται και να αποδεικνύονται όλα τα συστατικά στοιχεία του συγκεκριμένου αδικήματος. Καταλήγει να εισηγείται ο συνήγορος υπεράσπισης ότι δεν έχει αποδειχθεί κανένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της λειτουργίας ξενοδοχείου από τον κατηγορούμενο ως απαιτείται να αποδειχθεί στην βάση των άρθρων 7, 8 και 23Α του Νόμου, αφού όλη η μαρτυρία που προσήγαγε η Μ.Κ.1 υποστηρίζει την εκδοχή ότι τα επίδικα υποστατικά λειτουργούσαν ως τουριστικά καταλύματα και όχι ως τουριστικά ξενοδοχεία. Από την άλλη ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής κατά την δικάσιμο ημερομηνίας 08.07.2019 απαντώντας προφορικά στην εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης όπως πιο πάνω παρατίθεται, δήλωσε προς το Δικαστήριο ότι το Δικαστήριο διατηρεί εξουσία ακόμα και στο παρόν στάδιο της δίκης να προβεί από μόνο του σε τροποποίηση του κατηγορητηρίου για να προσθέσει στην έκθεση του αδικήματος τα άρθρα 17(ΣΤ) και 18
(4)
(6)του ιδίου Νόμου. Θεωρεί ότι η μη συμπερίληψη τους στο αρχικό κατηγορητήριο δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της διαδικασίας. Χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω προφορικής του εισήγησης, ο συνήγορος Κατηγορούσας Αρχής στο γραπτό κείμενο αγόρευσης του ανέφερε ότι αποδεικνύεται από την μαρτυρία της Μ.Κ.1 το συστατικό στοιχείο του αδικήματος που δημιουργεί το άρθρο 23Α
(1)(γ) το οποίο υπάρχει ήδη στο κατηγορητήριο και αφορά στην λειτουργία τουριστικού καταλύματος χωρίς άδεια. Επισημαίνει ότι τα άρθρα 17 και 18 αυτό που κατ΄ ουσία πράττουν είναι να εξειδικεύουν την έννοια του όρου τουριστικό κατάλυμα. Επί της ουσίας, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, εισηγείται ότι με την προσφερθείσα μαρτυρία έχουν αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ως το άρθρο 23Α
(1)(γ), διότι: (α) Κατά την επιθεώρηση εμφανίστηκε ο κατηγορούμενος ως υπεύθυνος των διαμερισμάτων. (β) Υπήρχε χώρος υποδοχής-γραφείου με διαφημιστική πινακίδα «Palm Sea 2 Hotel Apts». (γ) Διαπιστώθηκαν πέντε
(5)επιπλωμένα διαμερίσματα, υπήρχε επίσης δίοδος και αυλή, και σύμφωνα με δηλώσεις του Κατηγορουμένου σε 2 από αυτά διέμεναν Άγγλοι τουρίστες έναντι συγκεκριμένου ποσού που ανάφερε ο κατηγορούμενος στους επιθεωρητές. (δ) Υπήρχε επίσης τρόλεϊ με καθαριστικά στον διάδρομο έξω από τα διαμερίσματα που σαφέστατα υποδηλώνει την παροχή υπηρεσιών καθαρισμού. (ε) Για την λειτουργία της εν λόγω επιχείρησης δεν υπήρχε άδεια από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΙΣΧΥΡΙΖΟΜΕΝΗ ΕΛΑΤΤΩΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΗΡΙΟΥ. Στο βαθμό που εγείρεται ζήτημα αναντιστοιχίας μεταξύ της Έκθεσης του αδικήματος και των λεπτομερειών αυτού επί του κατηγορητηρίου, κατά τρόπο που δεν επιτρέπει στον Κατηγορούμενο να γνωρίζει σαφώς ποιο αδίκημα κατηγορείται ότι έχει διαπράξει, έχω να σημειώσω τα εξής꞉ Σύμφωνα με το άρθρο 37 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, «η ποινική δίωξη προσώπου αρχίζει με κατηγορητήριο που απαγγέλλεται εναντίον του προσώπου αυτού ενώπιον Δικαστηρίου». Σύμφωνα με το άρθρο 66 του ιδίου Νόμου - «Οποιαδήποτε ένσταση στο κατηγορητήριο [ή σε κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο] για οποιοδήποτε εκ πρώτης όψεως τυπικό μειονέκτημα αυτού προβάλλεται αμέσως μετά την ανάγνωση στον κατηγορούμενο του κατηγορητηρίου [ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο] και προτού αυτός απαντήσει σε αυτό αλλά όχι αργότερα.». Το τί συνιστά «τυπικό ελάττωμα», αποφασίζεται από το Δικαστήριο με αναφορά στις διατάξεις του άρθρου 39 του Κεφ. 155, το οποίο προσδιορίζει ποιος είναι ο επιτρεπτός τρόπος σύνταξης ενός κατηγορητηρίου. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Σάββας Σάββα ν Δήμου Πάφου
(2011)2 Α.Α.Δ. 496 «Η υποχρέωση ενός κατηγορουμένου να εγείρει ένσταση στο κατηγορητήριο, πριν απαντήσει στην κατηγορία, σύμφωνα με το Άρθρο 66 του Κεφ. 155, υπάρχει αν το ελάττωμα είναι τυπικό.» Εάν, όμως, το ελάττωμα ήταν ουσιώδες, τότε ο κατηγορούμενος διατηρεί το δικαίωμα να ενστεί στο κατηγορητήριο ακόμη και στο στάδιο της αγόρευσής του για το εκ πρώτης όψεως της υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση, εάν ευσταθούσε η παρατήρηση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι το κατηγορητήριο είναι ουσιωδώς ελαττωματικό διότι κατηγορεί τον κατηγορούμενο για διαφορετικό ποινικό αδίκημα από εκείνο για το οποίο δίδει λεπτομέρειες γεγονότων και καταλήγει να προσφέρει μαρτυρία η Κατηγορούσα Αρχή για άλλο αδίκημα από εκείνο που αναγράφει η Έκθεση Αδικήματος, τότε θα μπορούσε η εισήγησή της αυτή να ακουσθεί για πρώτη φορά έστω και στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Λαμβάνω υπόψη μου ότι, νομολογιακά, έχει κριθεί ότι ένα κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό, ακόμη και όταν δεν περιλαμβάνεται σε αυτό τέτοιο αδίκημα ως αυτό που αποκαλύπτεται από τα περιστατικά της υπόθεσης και την προσκομισθείσα μαρτυρία (fails to charge an offence which is disclosed therein). Σε περίπτωση που διαπιστωθεί δικαστικά, στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, τέτοια ελαττωματικότητα του κατηγορητηρίου, η μόνη διαθέσιμη νομική βάση για θεραπεία της ελαττωματικότητάς του από το Δικαστήριο είναι αυτή του άρθρου 83
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ακολουθώντας εν συνεχεία αναπόδραστα τη διαδικασία του άρθρου 84 του Κεφ. 155. Δεν εφαρμόζεται το άρθρο 85 του Κεφ. 155, αφού εκείνο αρμόζει μόνο όταν ολόκληρη η δίκη περατωθεί, ήτοι αφότου παρουσιάσει και η Υπεράσπιση την υπόθεσή της. Στηρίζω την κρίση μου αυτή στις πιο κάτω αυθεντίες꞉ Στην υπόθεση Nedi Charalambous v. Municipality of Nicosia
(1965)2 Α.Α.Δ. 63, το κατηγορητήριο όπως αρχικά καταχωρίστηκε περιείχε τρεις κατηγορίες στη βάση του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, σε σχέση με τις οποίες διεξήχθη μέχρι τέλους η δίκη. Το πρωτόδικο Δικαστήριο στο τέλος της δίκης αθώωσε τον Κατηγορούμενο / Εφεσείοντα και στις τρεις κατηγορίες, αλλά εν συνεχεία πρόσθεσε μία νέα κατηγορία βάσει του άρθρου 85
(4)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, για το αδίκημα της ανοχής ανέγερσης οικοδομής χωρίς άδεια από αρμόδια αρχή κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)(β) και 20 του Κεφ. 96, καταδικάζοντας τον Κατηγορούμενο στην κατηγορία αυτή και επιβάλλοντάς του πρόστιμο και έξοδα, καθώς επίσης εκδίδοντας εναντίον του διάταγμα κατεδάφισης της παράνομης οικοδομής. Κατ' έφεση, αποφασίστηκε ότι υπήρχαν ουσιώδεις διαφορές στις λεπτομέριες του αδικήματος ως η νεοεισαχθείσα κατηγορία συγκριτικά προς τις κατηγορίες στις οποίες κατηγορήτο αρχικά και πως, συνεπακόλουθα, υπήρχε ουσιώδης επηρεασμός του δικαιώματός του σε αποτελεσματική υπεράσπιση αφού δεν του είχε δοθεί η ευκαιρία να προβάλει στους μάρτυρες κατηγορίας την εκδοχή και υπεράσπισή του εν σχέση προς τις λεπτομέριες της νέας κατηγορίας. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα꞉ «
(1)in the present case, mere comparison of the particulars of the offence of the added count 3A, with those of the counts on which the appellant was tried and acquitted, shows substantial differences where the appellant has had no opportunity of presenting her aspect of the case, and making her defence. We, therefore, think that the view taken by the learned trial Judge that "the accused has not been prejudiced with her defence", cannot be justified. In view of the possibility of future proceedings on a similar count, we do not think that we should go further into the matter or deal with the other grounds of appeal.
(2)On the ground that the procedure provided in section 85
(4)could not be adopted in the circumstances of this case, without prejudice to the accused in her defence, we are unanimously of the opinion that the appeal must succeed and the conviction and sentence imposed on the added count, including the demolition order, and the order for costs, must be set aside.
(3)It should be added, however, that as the appellant has not been tried on the added count, neither her conviction thereon in the District Court, nor her discharge in this appeal, can prejudice or in any way affect future proceedings for the offence described in the added count 3A. Such conviction and sentence (including the demolition order and the order for costs) are set aside as a nullity.». Στην υπόθεση Georgios Chr. Leonidou v The Police
(1987)2 Α.Α.Δ. 96, διευκρινίστηκε ότι το άρθρο 85 του Κεφ. 155 εφαρμόζεται μόνο κατά το πέρας της δίκης και συνεπώς στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως το μόνο άρθρο που χωρεί εφαρμογής είναι το άρθρο 83 του Κεφ. 155, με αποτέλεσμα η άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου για μεταβολή του κατηγορητηρίου να πρέπει να εδράζεται στα κριτήρια του άρθρου 83 και να τηρείται η διαδικασία του άρθρου 84. Επεξηγήθηκε στο πλαίσιο της συγκεκριμένης απόφασης του Εφετείου πότε ένα κατηγορητήριο θεωρείται «ελαττωματικό» κατά την έννοια του άρθρου 83 του Κεφ. 155. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα꞉ Held, allowing the appeal:
(1)An indictment is defective not only when it is bad on the face of it, but also: (
- i)When it does not accord with the evidence before the committing magistrates, either because of inaccuracies or deficiencies in the indictment or because the indictment charges offences not disclosed in that evidence or fails to charge an offence which is disclosed therein, (
- ii)When for such reasons it does not accord with the evidence given at the trial: R. v. Hall [1968] 52 Cr. App. R. 528; R. v. Johal and Ram [1972] 56 Cr. App. R. 348 (A passage from Archbold's Criminal Pleading, Evidence and Practice, 40th Ed. p. 52 para. 53 adopted). [...]
(5)In the present case the trial had not been concluded and the only section which could be invoked at that stage of the proceedings was section 83
(1)and not section 85
(4)which is applicable in cases where the trial has been concluded. Κατά την κρίση μου, παρά το γεγονός ότι η Υπεράσπιση δεν στερείται του δικαιώματος να εγείρει τον ισχυρισμό της περί ελαττωματικού κατηγορητηρίου ακόμη και στο παρόν στάδιο, εφόσον η αναντιστοιχεία της έκθεσης αδικήματος με τις λεπτομέρειες του αδικήματος και την προσαχθείσα μαρτυρία πληροί τα χαρακτηριστικά της ουσιώδους ελαττωματικότητας κατά την έννοια της νομολογίας, εντούτοις δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υφίσταται πράγματι τέτοια ελαττωματικότητα. Έχει δίκαιο ο συνήγορος Υπεράσπισης όταν λέγει προς το Δικαστήριο ότι το υπάρχον άρθρο 23Α
(1)(γ) του Νόμου 40/1969 καλύπτει όχι μόνο τα ξενοδοχεία, αλλά και τα τουριστικά καταλύματα και, επομένως, ουδέν κενό ή έλλειμμά εμφανίζει η νομική βάση στην Έκθεση του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου προκειμένου περί του αδικήματος που προδιαγράφει στον τίτλο της 1ης κατηγορίας αλλά και στις λεπτομέρειες του εν λόγω αδικήματος, όπου αναφέρεται για λειτουργία τουριστικών καταλυμάτων χωρίς την άδεια του Κ.Ο.Τ. Συγκεκριμένα, για να γίνει αντιληπτό αυτό που λέγω, παραθέτω αυτούσια τη διάταξη του άρθρου 23Α
(1)(γ)꞉ «23Α.-
(1)Πας όστις - (γ) διατηρεί ή λειτουργεί ξενοδοχείον, ξενοδοχειακήν μονάδα ή τουριστικόν κατάλυμα άνευ άδειας λειτουργίας εκδοθείσης ή η άδεια του οποίου έχει ανακληθεί δυνάμει του άρθρου 8, είναι ένοχος αδικήματος και, εν περιπτώσει καταδίκης, υπόκειται εις [...]». Το διαζευκτικό «ή» εξυπακούει ότι καλύπτεται από το συγκεκριμένο άρθρο και η περίπτωση των τουριστικών καταλυμάτων ως ξεχωριστή περίπτωση, ανεξάρτητη από εκείνην της λειτουργίας ξενοδοχείων. Ορθά συνταχθέν, το κατηγορητήριο διά του τίτλου που αποδίδει στο αδίκημα μέσα από την Έκθεση Αδικήματος αλλά και μέσα από την διατύπωση των λεπτομερειών του αδικήματος, δίδει με επαρκή σαφήνεια στον κατηγορούμενο να αντιληφθεί ότι αυτός διώκεται για τη λειτουργία τουριστικών καταλυμάτων χωρίς άδεια του ΚΟΤ και όχι για τη λειτουργία ξενοδοχείου. Το άρθρο 2 του ιδίου Νόμο, το οποίο ήδη υπάρχει στην Έκθεση του Αδικήματος, δίδει ξεχωριστή ερμηνεία στον όρο ξενοδοχείο απ' ότι στον όρο τουριστικό κατάλυμα και καθοδηγεί τόσο τον Κατηγορούμενο όσο και το Δικαστήριο που τον δικάζει. Επομένως, δεν θα υιοθετήσω την εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης επί της ουσίας της, ότι ελλείπει η κατάλληλη νομική βάση ή/και ότι η προσφερθείσα μαρτυρία δεν συνάδει με την κατηγορία για τη λειτουργία «ξενοδοχείου», αφού κρίνω ότι ουδόλως το κατηγορητήριο προδιαγράφει αδίκημα λειτουργίας «ξενοδοχείου», αλλά αντίθετα προδιαγράφει ξεκάθαρα το αδίκημα της λειτουργίας «τουριστικού καταλύματος» χωρίς άδεια. Αν η Υπεράσπιση επιθυμεί να προβάλει ως θέση της ότι το επίδικο υποστατικό δεν αποτελεί «τουριστικό κατάλυμα» εντός των περιπτώσεων τέτοιων καταλυμάτων που προβλέπει ο Νόμος στα άρθρα 17 και 18, τούτο είναι άλλο θέμα που εναπόκειται στην Υπεράσπιση να προβάλει καθ' ον χρόνο αντεξετάζει τους μάρτυρες κατηγορίας και εν συνεχεία, μετά την κλήση σε απολογία, μέσα από τη δική της μαρτυρία. Απεναντίας, η Κατηγορούσα Αρχή το μόνο που οφείλει να παρουσιάσει είναι μαρτυρία ότι το επίδικο υποστατικό πληροί τα γενικά χαρακτηριστικά του «τουριστικού καταλύματος» κατά την έννοια του άρθρου 2 του Νόμου, ήτοι ότι πρόκειται για «κατάστημα ή οργανωμένον χώρο, άλλον ή ξενοδοχείο, εν τω οποίω παρέχεται κατ' επάγγελμα στέγη διαμονής ή ευκολίαι προς κατασκήνωσιν υπό όρους επαρκών ανέσεων·». ΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ. Με την άρνηση των Κατηγοριών, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Βεβαίως, το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο παρόν στάδιο είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία τέτοιας φύσεως, από την οποία δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία. Δικαιολογείται η κλήση του σε απολογία, εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία, εξ όψεως, όχι σε βάθος, εγείρει θέμα ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Σύγγραμμα «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο», Γεώργιου Μ. Πική, 2η έκδοση, σελίδα 197). Η απόφαση αποδοχής ή απόρριψης της εισήγησης για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, δεν εξαρτάται από το κατά πόσο το Δικαστήριο θα καταδίκαζε ή θα αθώωνε τον κατηγορούμενο σε αυτό το στάδιο, αλλά από το κατά πόσο η μαρτυρία είναι τέτοια που θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορουμένου (βλ. προαναφερόμενο σύγγραμμα κ. Πική, σελίδα 198). Όπως αναφέρθηκε και στη γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133: « Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου». Το κριτήριο, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Στο υπό εξέταση στάδιο της δίκης, το δικαστήριο περιορίζεται στη φαινομενική όψη της μαρτυρίας, σε αντίθεση με τη δεύτερη και τελική θεώρησή της, κατά το πέρας της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση, ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Επομένως, το πρώτο που θα πρέπει να έχει κατά νου το Δικαστήριο είναι τα συστατικά στοιχεία ενός εκάστου εκ των αδικημάτων ως φαίνονται επί του κατηγορητηρίου, για να συσχετίσει προς αυτά την προσκομισθείσα μαρτυρία. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ. Η ΜΚ1, η οποία ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο της επιθεώρησης στο επίδικο υποστατικό, ήτοι στις 19.6.2014, επιθεωρήτρια στο Γραφείο Επιθεωρητών Λάρνακας του ΚΟΤ, δήλωσε ενόρκως ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία επιθεώρησε το επίδικο υποστατικό με την ονομασία Palm Sea 2 Hotel Apartments, στην οδό Ευανθίας Πιερίδου 17 στη Λάρνακα, συνοδευόμενη από δύο συναδέλφους της και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για κτίριο που συμπεριλάμβανε διαμερίσματα και χώρο υποδοχής στο ισόγειο. Η ΜΚ1 και η συνοδεία της επιθεώρησαν 5 διαμερίσματα με αριθμούς 101, 401, 402, 403 και
- Όλα τα διαμερίσματα ήταν πλήρως εξοπλισμένα και επιπλωμένα, με εξαίρεση το 101 που τελούσε υπό ανακαίνιση. Ήταν οργανωμένη η λειτουργία των διαμερισμάτων κατά τρόπο που υπήρχε στο διάδρομο του συγκεκριμένου ορόφου καροτσάκι με είδη καθαρισμού, κάτι που φανέρωνε κατά την αντίληψη της ΜΚ1 ότι παρείχετο σε συστηματική βάση υπηρεσία καθαριότητας των διαμερισμάτων. Υπήρχε επίσης ο χώρος υποδοχής στο ισόγειο. Υπεύθυνος στο χώρο ήταν ο Κατηγορούμενος, αφού κανέναν άλλον δεν συνάντησε η ΜΚ1 εκεί. Τον Κατηγορούμενο τον ξαναείδε και αναγνώρισε η ΜΚ1 ενώπιον του Δικαστηρίου. Από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο η ΜΚ1 είχε πληροφορηθεί στη σκηνή της επιθεώρησης ότι στα διαμερίσματα 403 και 404 διέμενε μια οικογένεια Άγγλων μόλις για 3 ημέρες, ήτοι από 16/6/2014 μέχρι 19/6/
- Ήατν η θέση της ΜΚ1 ότι εφόσον από την έρευνα που η ίδια διεξήγαγε σε ιστοσελίδα που αναγράφετο σε πινακίδα στην είσοδο του κτιρίου, διαφημιζόταν η δυνατότητα κράτησης των εν λόγω διαμερισμάτων για διαμονή βραχυπρόθεσμη. Στο χώρο υποδοχής υπήρχαν και διαφημιστικά έντυπα για τα διαμερίσματα, όπως είπε η ΜΚ
- Τα ενοικίαζε ο Κατηγορούμενος σε ημερήσια βάση, ήτοι για διάστημα μικρότερο από ένα μήνα. Επομένως, οι ένοικοι στα διαμερίσματα για διάστημα μικρότερο του ενός μηνός, θεωρούνται επισκέπτες, τουρίστες, όχι μόνιμοι κάτοικοι. Δεν είχε άδεια του ΚΟΤ να λειτουργεί ως οργανωμένος χώρος για παροχή, κατ' επάγγελμα, διαμονής, διότι ουδέποτε εκδόθηκε πολεοδομική άδεια για τα επίδικα διαμερίσματα. Δεν εντόπισε η ΜΚ1 τέτοια άδεια στο φάκελο του ΚΟΤ. Η πολεοδομική άδεια πρέπει να υπάρχει για να αδειοδοτεί τη χρήση των διαμερισμάτων για τουριστικούς σκοπούς. Θα έπρεπε ο Κατηγορούμενος, κατά την κρίση της ΜΚ1, να είχε αιτηθεί την αλλαγή χρήσης των διαμερισμάτων ως οργανωμένων ή τουριστικών και εφόσον εξασφάλιζε τέτοια πολεοδομική άδεια, τότε θα μπορούσε να προχωρήσει να αιτηθεί την άδεια του ΚΟΤ. Αντεξετάστηκε εκτενώς η ΜΚ1 αναφορικά με την πιο πάνω μαρτυρία της. Αμφισβήτησε σχεδόν όλα τα σημεία ο συνήγορος Υπεράσπισης, με σκοπό να πλήξει την αξιοπιστία της ΜΚ
- Δεν παρέχεται ευχέρεια στο Δικαστήριο κατά το παρόν στάδιο να προβεί σε λεπτομερειακή και εις βάθος αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΚ
- Ούτε είναι κατάλληλο στάδιο να προβεί σε συμπεράσματα για την αξιοπιστία της. Περιορίζομαι μόνον να αναφέρω ότι δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε το αντινομικό στη μαρτυρία της ΜΚ1, ούτε άλλωστε υπήρξε τέτοια εισήγηση από πλευράς Υπεράσπισης και δεν στερείται πειστικότητας η μαρτυρία της σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο να μην μπορεί να δεχθεί ότι υπάρχει πραγματική πιθανότητα καταδίκης του κατηγορούμενου στη βάση αυτής. Ως εκ τούτου, καλώ τον Κατηγορούμενο σε απολογία για την κατηγορία αρ.
- [Επεξηγούνται τα δικονομικά του δικαιώματα δυνάμει του άρθρου 74
(1)(β)(γ) του Κεφ. 155.] (υπ.)........................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο