← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Λο?ζου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7950/2016, 9/8/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Λο?ζου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7950/2016, 9/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:B29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πανταζή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7950/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας και

  1. XXXXX Λοΐζου
  2. XXXXX Γεωργίου Ημερομηνία: 9.8.2019 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Παντελή Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Ν. Δημητρίου Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν από κοινού τρεις κατηγορίες꞉ Η πρώτη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, κατά παράβαση των άρθρων 4, 35, 114 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  3. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, μεταξύ των ημερομηνιών 1/1/2016 - 1/2/2016 οι Κατηγορούμενοι συνωμότησαν στην επαρχία Λάρνακας για να δώσουν ψευδείς πληροφορίες σε Αστυνομικό. Η δεύτερη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της παροχής ψευδούς πληροφορίας σε Αστυνομικό, κατά παράβαση των άρθρων 20 και 114 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και Νόμος 166/
  4. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, οι Κατηγορούμενοι γνωρίζοντας ότι διαπράχθηκε ποινικό αδίκημα όσον αφορά την αγοραπωλησία μοτοσικλέτας, έδωσαν ψευδείς πληροφορίες σε Αστυνομικό που διεξήγαγε ανάκριση. Η τρίτη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία, κατά παράβαση των άρθρων 20 και 122(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  5. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, οι Κατηγορούμενοι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, με σκοπό την παρεμπόδιση της κανονικής πορείας της δικαιοσύνης, προέβησαν σε πράξη η οποία ήταν προορισμένη ή ενδεχομένως να παρεμπόδιζε ή να επηρέαζε Αστυνομική έρευνα που διεξαγόταν με σκοπό έναρξη δικαστικής διαδικασίας, δηλαδή δήλωσαν ψευδώς όσο αφορούσε την αγοραπωλησία της μοτοσικλέτας. Οι Κατηγορούμενοι απάντησαν μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Για ν' αποδείξει την υπόθεσή της, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε στο πλαίσιο της κυρίως δίκης τους ακόλουθους μάρτυρες: · Τον Αστ. XXXXX, XXXXX Ιωάννου (στο εξής «ο ΜΚ1»). · Τον Αστ. XXXXX, XXXXX Μουττά (στο εξής «ο ΜΚ2»). · Τον κ. XXXXX Μιχαηλίδη (στο εξής «ο ΜΚ3»). · Τον κ. XXXXX Chamchoum (στο εξής «ο ΜΚ4»). · Τον Λοχία XXXXX, XXXXX Κόνσολο (στο εξής «ο ΜΚ5»). Περαιτέρω, κατατέθηκαν από κοινού, ως παραδεκτές για την αλήθεια του περιεχομένου τους, οι εξής γραπτές καταθέσεις: · Η γραπτή κατάθεση του Αστ. XXXXX Γ. Πιερίδη, ημερ. 1.2.2015 (βλ. το Τεκμήριο 24). · Η γραπτή κατάθεση της Αστ. XXXXX XXXXX Μπότσαρη, ημερ. 19.1.2016 (βλ. το Τεκμήριο 25). · Η γραπτή κατάθεση του 1ου Κατηγορούμενου, XXXXX Λοΐζου, ημερ. 2.2.2016 (βλ. το Τεκμήριο 26). · Η Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης με αρ. αναφοράς ΥΠΕΓΕ 633/2016 (βλ. το Τεκμήριο 27). Περιγραφικός κατάλογος όλων των άλλων τεκμηρίων που κατατέθηκαν από τους ΜΚ1 έως ΜΚ5 στο πλαίσιο της δίκης, βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Θ' αναφερθώ σ' αυτά, καθώς θα αναλύω την προσκομισθείσα ένορκη προφορική μαρτυρία. Υπενθυμίζω ότι, εν μέσω της μαρτυρίας του ΜΚ1, διεξήχθη δίκη εντός δίκης, όπως αποτυπώνεται στο πλαίσιο της ενδιάμεσης αιτιολογημένης γραπτής απόφασής μου, ημερ. 28.5.
  6. Τα κριτήρια για το εκ πρωτης οψεως. Τα κριτήρια αυτά είναι απλά και καλά καθιερωμένα από τη νομολογία. Με την άρνηση των Κατηγοριών, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Βεβαίως, το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο παρόν στάδιο είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία τέτοιας φύσεως, από την οποία δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία. Δικαιολογείται η κλήση του σε απολογία, εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία, εξ όψεως, όχι σε βάθος, εγείρει θέμα ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Σύγγραμμα «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο», Γεώργιου Μ. Πική, 2η έκδοση, σελίδα 197). Η απόφαση αποδοχής ή απόρριψης της εισήγησης για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, δεν εξαρτάται από το κατά πόσο το Δικαστήριο θα καταδίκαζε ή θα αθώωνε τον κατηγορούμενο σε αυτό το στάδιο, αλλά από το κατά πόσο η μαρτυρία είναι τέτοια που θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορουμένου (βλ. προαναφερόμενο σύγγραμμα κ. Πική, σελίδα 198). Όπως αναφέρθηκε και στη γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Χριστοδούλου

(1990)2 Α.Α.Δ. 133: « Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου». Το κριτήριο, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Στο υπό εξέταση στάδιο της δίκης, το δικαστήριο περιορίζεται στη φαινομενική όψη της μαρτυρίας, σε αντίθεση με τη δεύτερη και τελική θεώρησή της, κατά το πέρας της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση, ο Κατηγορούμενος θα καλείτο, όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Επομένως, το πρώτο που πρέπει να έχει κατά νου το Δικαστήριο είναι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, για να συσχετίσει προς αυτά την προσκομισθείσα μαρτυρία. Νομική πτυχή των κατηγοριών. Παραθέτω πιο κάτω αυτούσιες τις διατάξεις στις οποίες εδράζονται τα κατηγορητήρια꞉ «Ψευδείς πληροφορίες σε αστυνομικό.
  1. Όποιος, γνωρίζει ή έχει λόγο να πιστεύει ότι διαπράχτηκε ποινικό αδίκημα, παρέχει πληροφορίες γι' αυτό σε αστυνομικό ή άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για τη διενέργεια ανάκρισης για τέτοιο αδίκημα, τις οποίες αυτός γνωρίζει ή πιστεύει ότι είναι ψευδείς, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή σε φυλάκιση ενός χρόνου.» «Παρεμπόδιση δικαστών, κλπ. και παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία.
  2. Όποιος προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη- (α) [.] (β) προορισμένη ή η οποία είναι ενδεχόμενο να παρεμποδίσει ή με οποιοδήποτε τρόπο να επηρεάσει οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή οποιαδήποτε αστυνομική έρευνα που διεξάγεται με σκοπό έναρξη δικαστικής διαδικασίας ή έρευνα που διεξάγεται με βάση τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.». «Συνωμοσία για διάπραξη πλημμελήματος.
  3. Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει πλημμέλημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν πλημμέλημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος πλημμελήματος.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Συστατικά στοιχεία αδικήματος παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία. Σύμφωνα με το Σύγγραμμα του Archbold, «Criminal Pleading, Evidence and Practice», Thomson Reuters, Sweet & Maxwell, p.2704, para.28-22꞉ «In R v. Selvage and Morgan [1982] Q.B. 372, 73 Cr. App. R., CA, it was held that in order to lay a charge of attempting or conspiring to pervert the course of public justice, a course of justice must have been embarked upon in the sense that proceedings of some kind are in being or imminent or investigations which could or might bring proceedings about are in progress.» Εμπίπτει λοιπόν στην έννοια της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία η πράξη της παρέμβασης σε ανακρίσεις οι οποίες μπορεί ή ενδέχεται να οδηγήσουν στην έναρξη δικαστικής διαδικασίας. Στο ίδιο Σύγγραμμα, στην παρα. 28-23, σελ. 2765, διασαφηνίζεται ότι꞉ «Even if a police investigation establishes that no offence has been committed, the inquiry is still part of the administration of justice.» Δηλαδή, η τελική κατάληξη των ανακρίσεων (ήτοι, το αν στοιχειοθετήθηκε το αδίκημα σε σχέση με το οποίο διεξάγονται οι ανακρίσεις) δεν είναι καθοριστικής σημασίας για το αν διαπράχθηκε ή όχι το αδίκημα της παρέμβασης σε αυτές. Οι πράξεις που νομολογιακά έχει γίνει δεκτό ότι αποτελούν παρέμβαση στη δικαστική διαδικασία, περιλαμβανομένου του ανακριτικού έργου, δεν είναι εύκολο να αποτυπωθούν σε κατάλογο εξαντλητικά. Σίγουρα τέτοιες είναι η απόκρυψη ή καταστροφή μαρτυρίας (the concealment or destruction of evidence relevant to an investigation). Έχει γίνει εξίσου δεκτό ότι το να προβληθεί προς την Αστυνομία ένας ισχυρισμός αναληθής, ο οποίος να θέτει σε κίνδυνο να κατηγορηθεί ένα αθώο άτομο ή να συλληφθεί ή να καταδικασθεί, θεωρείται επίσης ότι δύναται να αποτελεί παρέμβαση, αλλά πολύ περισσότερο κατατάσσεται κάτω από τις πρόνοιες που αφορούν στην κατασπατάληση του χρόνου της Αστυνομίας (βλ. παρα. 28-3, σελ. 2760 του Archbold). Από την άλλη, το να προβληθεί στην Αστυνομία ένας αναληθής ισχυρισμός προς υποβοήθηση κάποιου να αποφύγει τη σύλληψη από την Αστυνομία, αποτελεί ενέργεια εξίσου ικανή να παρέμβει στη δικαστική διαδικασία, με την έννοια της παρέμβασης στις αστυνομικές ανακρίσεις (βλ. παρα. 28-7, σελ. 2761 του Archbold). Για όλες τις πιο πάνω περιγραφόμενες ενέργειες, ο Κυπριακός Ποινικός Κώδικας περιέχει και ξεχωριστές διατάξεις που τις ποινικοποιούν. Τέτοιες είναι οι κατωτέρω διατάξεις꞉ «Δημόσια βλάβη
  4. Όποιος γνωρίζει ότι δίνει σε οποιοδήποτε αστυνομικό ψευδή κατάθεση σε συνάφεια με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος δημόσιας βλάβης, και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή σε φυλάκιση ενός χρόνου. Κατάρτιση πλαστών αποδεικτικών στοιχείων
  5. Όποιος, με σκοπό παραπλάνησης Δικαστηρίου σε οποιαδήποτε διαδικασία- (α) πλάθει αποδεικτικό στοιχείο με μέσα διαφορετικά από ψευδορκία ή πρόκληση σε ψευδορκία ή (β) εν γνώσει του χρησιμοποιεί τέτοιο πλαστό αποδεικτικό στοιχείο, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων. Δόση ψευδούς όρκου.
  6. Όποιος ορκίζεται με ψευδή όρκο ή προβαίνει σε ψευδή βεβαίωση ή δήλωση ενώπιον προσώπου εξουσιοδοτημένου να επαγάγει όρκο ή να δεχτεί δήλωση υπό τέτοιες περιστάσεις, ώστε αν ο ψευδής όρκος δινόταν ή η ψευδής δήλωση γινόταν σε δικαστική διαδικασία θα ισοδυναμούσε με ψευδορκία, είναι ένοχος πλημμελήματος. Υποκίνηση μαρτύρων σε ψευδή ή σε απόκρυψη αληθινής μαρτυρίας
  7. Όποιος, παρέχει, προσφέρει ή υπόσχεται ανταμοιβή σε μάρτυρα ή πρόσωπο το οποίο πρόκειται να κληθεί ως μάρτυρας σε δικαστική διαδικασία βάσει οποιασδήποτε συμφωνίας ή συνεννόησης ότι η μαρτυρική κατάθεση του δυνατόν ως εκ τούτου να επηρεαστεί, ή αυτός που αποπειράται με οποιοδήποτε μέσο να υποκινήσει μάρτυρα στην παροχή ψευδών αποδεικτικών στοιχείων ή σε απόκρυψη αληθινής μαρτυρίας, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Καταστροφή αποδεικτικού στοιχείου
  8. Όποιος, εν γνώσει του ότι βιβλίο, έγγραφο ή άλλο πράγμα οποιουδήποτε είδους δυνατόν να χρησιμοποιηθεί ή δυνατόν να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό στοιχείο σε δικαστική διαδικασία, με σκοπό να αποτρέψει τη χρήση του ως αποδεικτικό στοιχείο, εσκεμμένα καταστρέφει ή καθιστά αυτό δυσανάγνωστο ή ακατανόητο ή αδύνατο να προσδιοριστεί η ταυτότητα του, είναι ένοχος πλημμελήματος.». Συστατικά στοιχεία αδικήματος παροχής ψευδών πληροφοριών σε αστυνομικό. Σε αντιδιαστολή προς όλες τις ανωτέρω διατάξεις είναι που θα πρέπει να διαβάζεται η διάταξη του Άρθρου 114 για «Ψευδείς πληροφορίες σε αστυνομικό (η οποία μας ενδιαφέρει βάσει του κατηγορητηρίου στην παρούσα υπόθεση), για να διακριβωθεί πότε ακριβώς εφαρμόζεται. Αναλύοντας τις διατάξεις της, διακρίνω τα εξής συστατικά στοιχεία꞉ Πρώτον, ο Κατηγορούμενος πρέπει να αποδειχθεί ότι γνωρίζει ή ότι έχει λόγο να πιστεύει ότι διαπράχτηκε ποινικό αδίκημα. Δεύτερον, ο Κατηγορούμενος πρέπει να αποδειχθεί ότι παρέχει πληροφορίες σε αστυνομικό ή άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο για τη διενέργεια ανάκρισης για τέτοιο αδίκημα. Τρίτον, πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος γνωρίζει ή πιστεύει ότι οι πληροφορίες που δίδει είναι ψευδείς. Συγκρίνοντας τις πρόνοιες του Άρθρου 114 με εκείνες του Άρθρου 115, κοινό συστατικό στοιχείο είναι ότι το αδίκημα εστιάζεται στην παροχή ψευδών πληροφοριών προς αστυνομικόν, αλλά εκείνο που διαφοροποιεί τα συστατικά στοιχεία στην όψη του λεκτικού των δύο διατάξεων είναι ότι αφετηρία στην περίπτωση του άρθρου 114 αποτελεί η γνώση για τη διάπραξη αδικήματος ενώ στην περίπτωση του άρθρου 115 αφετηρία αποτελεί η γνώση ότι δεν διαπράχθηκε αδίκημα, ότι η αναφορά σε αδίκημα είναι κατά φαντασία του κατηγορουμένου. Πώς διεξάγεται το ανακριτικό έργο. Πότε συλλέγονται πληροφορίες και πότε μαρτυρία. Θεωρώ χρήσιμη την αναφορά στους Δικαστικούς κανόνες του 1964, οι οποίοι ρυθμίζουν το ανακριτικό έργο. Όπως επεξηγείται στο Σύγγραμμα του Γεώργιου Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η αναθεωρημένη έκδοση, σελ. 262, εξάγεται από το κείμενο των Δικαστικών Κανόνων ότι υπάρχουν τρία στάδια στη διαδικασία ανάκρισης: (α) Η συλλογή πληροφοριών. Πληροφορίες μπορεί να ληφθούν από οποιονδήποτε, περιλαμβανομένου και του ύποπτου, εις την οποίαν περίπτωση δεν απαιτείται προειδοποίηση. (β) Συλλογή μαρτυρίας στο πρώτο στάδιο. Σε αυτήν την περίπτωση, ο ανακρίνων λειτουργός υποχρεούται να προειδοποιήσει τον ανακρινόμενο. (γ) Το τελικό στάδιο της πρόσαψης κατηγορίας εναντίον ατόμου. Στο στάδιο της συλλογής πληροφοριών εφαρμόζεται ο Δικαστικός Κανόνας Ι, σύμφωνα με τον οποίο: Όπου αξιωματικός της Αστυνομίας προσπαθεί να ανακαλύψει κατά πόσο ή από ποιον διεπράχθη αδίκημα, δικαιούται να ανακρίνει οποιοδήποτε πρόσωπο , ασχέτως από το αν είναι ύποπτο ή όχι, από το οποίο πρόσωπο πιστεύει ότι μπορεί να ληφθούν χρήσιμες πληροφορίες επί του προκειμένου. Ο Κανόνας δηλαδή αυτός δείχνει ότι η υποψία και μόνο δεν επιβάλλει καθήκον προειδοποίησης. Μόνο όταν ο ανακριτής έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι ο ύποπτος ενέχεται στη διάπραξη αδικήματος οφείλει να τον προειδοποιεί για τους κινδύνους που ενέχει πιθανή ζημιογόνος για τον ίδιο κατάθεση του, εκτός εάν ηθελημένα επιθυμεί να προβεί σε αυτήν. Η αιτιολογία αυτή αντανακλά πρατηρήσεις δικαστών του Κοινού Δικαίου ότι η ανάγκη προστασίας του υπόπτου από αυτοενοχοποίηση συνιστά θεμελιώδη αρχή κάτω από το ανακριτικό μας σύστημα που διέπει τη διεξαγωγή ποινικής ανάκρισης (βλ. Petri v The Police
(1968)2 CLR 40). Στο δεύτερο στάδιο, όπου εγείρονται βάσιμες υπόνοιες ότι ο ύποπτος ενέχεται στη διάπραξη του αδικήματος, εφαρμόζεται ο Δικαστικός Κανόνας ΙΙ για ν' αρχίσει να λαμβάνεται μαρτυρία: ο αστυνομικός έχει καθήκον να προειδοποιήσει ή να δώσει οδηγίες όπως προειδοποιηθεί πριν του υποβάλει ερώτηση ή περαιτέρω ερωτήσεις αναφερόμενες στο αδίκημα. Η επιβαλλόμενη προειδοποίηση έχει ως εξής: «Δεν είσαι υποχρεωμένος να πεις οτιδήποτε, εκτός εάν επιθυμείς να πράξεις τούτο, αλλά οτιδήποτε πεις θα καταγραφεί και θα δοθεί ως μαρτυρία». Το Τρίτο στάδιο, όπου δηλαδή ο ύποπρος κατηγορείται από τον αστυνομικό ή πληροφορείται ότι θα διωχθείθ για τη διάπραξη αδικήματος, η σχετική προειδοποίηση μεταβάλλεται ως εξής: «Επιθυμείς να πεις οτιδήποτε; Δεν είσαι υποχρεωμένος να πεις οτιδήποτε, εκτός εάν εσύ επιθυμείς να το πράξεις, αλλά οτιδήποτε πεις θα καταγραφεί και μπορεί να δοθεί ως μαρτυρία.». Συστατικά στοιχεία αδικήματος συνωμοσίας. Αρκούντως διαφωτιστική για το πότε στοιχειοθετείται αδίκημα συνωμοσίας είναι η Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134, από την οποία προκύπτουν τα εξής: Το αδίκημα συντελείται από τη στιγμή που δυο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία προς επίτευξη οποιουδήποτε από τους προαναφερόμενους στόχους (βλ. Eminiyet κ.α. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ 216). Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο (βλ. Mulcany v. R. [1868] L.R. 34 H.L. 328 O'Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall [1876] 2 Q.B.D. 48, Archbold, σελ. 2035 παρ. 28-4). Αν ένας κατηγορούμενος αθωωθεί στην κατηγορία για τη διάπραξη ενός αδικήματος, τούτο δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να απαλλαγεί και στην κατηγορία με την οποία κατηγορείται για συνωμοσία διάπραξης εκείνου του αδικήματος (βλ. Λαζάρου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 633). Η ύπαρξη συμφωνίας συμπληρωμένης είναι συστατικό του αδικήματος της συνωμοσίας. Έτσι, στις περιπτώσεις που φαίνεται ή δεν αποκλείεται να παράμειναν οι επίδοξοι συνωμότες στο στάδιο των διαπραγματεύσεων ή διαφορετικά στο στάδιο της εξέτασης της πιθανότητας να διαπράξουν αδίκημα δεν υπάρχει τελική συμφωνία και επομένως, ούτε συνωμοσία. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του πότε συμβαίνει το ένα και πότε το άλλο είναι πολύ λεπτή, δεν είναι δυνατό να καθοριστεί. Το ζήτημα είναι πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. R. v. King and King [1966] Crim. L.R. 280, R. v. Mills 27 Cr. App. R. 49, R. v. Walker [1962] Crim. L.R. 458, R. v. O'Brien 59 Cr. App. R. 222, Archbold σελ. 2039 παρ. 28-9). Σε περίπτωση που οι επίδοξοι συνωμότες διατυπώσουν κάποια επιφύλαξη ως προς την οριστικότητα της συμφωνίας τους, το αποτέλεσμα ενδεχομένως να είναι διαφορετικό. Η επίδραση κάθε επιφύλαξης ρητής ή εξυπακουόμενης είναι και αυτό ζήτημα πραγματικό. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλ. σύγγραμμα Archbold 2004, παρ. 34-4). Είναι, λοιπόν, άνευ σημασίας και το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν πότε συναντηθεί φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Τέλος, πέραν της συμφωνίας χρειάζεται και απόδειξη της πρόθεσης στη σκέψη καθενός εκ των επίδοξων συνωμοτών να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (βλ. Λαζάρου ανωτέρω και R. v. Thompson, 50 Cr. App. R. 1). Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). Η προσκομισθείσα μαρτυρία και η εκτίμηση για το εκ πρώτης όψεως. Δεν θεωρώ σκόπιμο να καταγράψω αυτολεξεί τη δοθείσα μαρτυρία. Έτσι είναι καταγεγραμμένη στα επίσημα πρακτικά του Δικαστηρίου. Περιορίζομαι για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης ν'αναλύσω τη μαρτυρία με τρόπο που να απαντήσω κατά ευχερέστερο τρόπο στο ερώτημα αν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση για τα αδικήματα που περιγράφονται στο κατηγορητήριο. Παρά το ότι παρέλασαν αρκετοί μάρτυρες, κρίνω ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό αναδιπλώνεται μέσα από τη μαρτυρία του ΜΚ
  1. Πρόκειται για τον ανακριτή - εξεταστή στην παρούσα υπόθεση, Λοχία XXXXX XXXXX Κόνσολο, ο οποίος υπηρετεί στο ΤΑΕ Λάρνακας και ο οποίος επεξήγησε το σκεπτικό με το οποίο η Αστυνομία πρόσαψε στους κατηγορούμενους τις κατηγορίες ως αυτές που αναγράφονται στο κατηγορητήριο. Θέτω, για χάριν συζήτησης, τα ερωτήματα που χρειάζεται να απαντηθούν για να φανεί αν η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε μαρτυρία ικανή και επαρκή για να καλύψει όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και συσχετίζω τις απαντήσεις σε αυτά με τη μαρτυρία του ΜΚ
  2. Το πραγματικό υπόβαθρο εκκίνησης της παρούσας υπόθεσης όπως το περιέγραψε ο ΜΚ5, έχει ως εξής꞉ Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης serious 6/2016 από το ΤΑΕ Λάρνακας, με κατηγορούμενο τον XXXXX Λοΐζου (εδώ 1ο Κατηγορούμενο) και τη σύζυγο του, είχε συσταθεί μια ομάδα ανακριτών η οποία διερευνούσε τη συγκεκριμένη υπόθεση. Στα πλαίσια εκείνης της υπόθεσης είχε παραληφθεί στις 28.1.2016 κατόπιν έρευνας στο ταπελλογραφείο του XXXXX Λοΐζου (εδώ 1ου Κατηγορούμενου) ένα έντυπο μεταβίβασης «Τ.Ο.Μ. 9», για το οποίο εγέρθηκε υποψία ότι δεν ήταν ένα κανονικό έγγραφο μεταβίβασης και, ως εκ τούτου, κρίθηκε αναγκαίο να κληθεί στα γραφεία του ΤΑΕ Λάρνακας για ανάκριση ο XXXXX Γεωργίου (εδώ ο 2ος Κατηγορούμενος), του οποίου το όνομα ήταν γραμμένο στο έντυπο μεταβίβασης στη θέση του αγοραστή. 1) Ποιο είναι το ποινικό αδίκημα σε σχέση με το οποίο οι Κατηγορούμενοι έδωσαν τις επίδικες πληροφορίες. Ο 2ος Κατηγορούμενος έδωσε για πρώτη φορά την 1.2.2016 ανοικτή γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία (βλ. το Τεκμήριο 5), χωρίς να τύχει οποιασδήποτε προειδοποίησης βάσει των Δικαστικών κανόνων που ισχύουν στο στάδιο που η αστυνομία συλλέγει απλώς πληροφορίες. Εξιστόρησε τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτός αγόρασε τη μοτοσικλέτα ως αναγράφεται στο επίδικο έντυπο μεταβίβασης. Ισχυρίστηκε ότι την αγόρασε για το ποσό των 11000 ευρώ περίπου από κάποιο κατάστημα στη Λεμεσό χωρίς να πάρει απόδειξη για το ποσό που πλήρωσε και ότι η πληρωμή έγινε με χρήματα δικά του που είχε φυλαγμένα στο σπίτι του, γιατί δεν είχε εμπίστοσύνη στις τράπεζες μετά το κούρεμα να καταθέτει το μισθό του. Ο ίδιος έχει λογαριασμό μόνο στη ΣΠΕ Κοντέας στη Δρομολαξιά. Το έντυπο μεταβίβασης το συμπλήρωσε, αλλά το άφησε στο σπίτι της αδερφής του, που είναι σύζυγος του 1ου κατηγορούμενου, μέχρι να πάει να κάνει τη μεταβίβαση. Τη μοτόρα την άφησε στο σπίτι του 1ου Κατηγορούμενου τους τελευταίους τρεις μήνες λόγω του ότι είχε κτυπήσει το χέρι του και δεν μπορούσε να την οδηγήσει ο ίδιος. Κάποτε την οδηγούσε ο 1ος κατηγορούμενος. Ο 1ος Κατηγορούμενος ανακρίθηκε από την Αστυνομία στις 2.2.2016 για σωρεία αδικημάτων στην υπόθεση του ΤΑΕ Λάρνακας serious 6/2016, ως φαίνεται στο Τεκμήριο 26 που είναι η ανακριτική του κατάθεση꞉ ήτοι για κλοπή από κλειδωμένο κιβώτιο, παράνομη κατοχή περιουσίας, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τα οποία διαπράχθηκαν μεταξύ Μαρτίου 2015 και Ιανουαρίου
  3. Κατ' ουσίαν, στον 1ο Κατηγορούμενο αποδόθηκε ότι ενώ αυτός κατά ή περί τις 28.1.2016 εξακολουθούσε να είναι πτωχεύσας μη αποκατασταθείς, εντούτοις κατά τον αναφερόμενο χρόνο προέβηκε σε εξοφλήσεις δανείων ενώ συγχρόνως βρέθηκε να υπάρχει εγγεγραμμένο στο όνομα αυτού ή της συζύγου του αριθμός αυτοκινήτων ή μοτοσικλετών, μεταξύ των οποίων και μια μοτοσικλέτα Spider, την οποία η Αστυνομία είχε πληροφορίες ότι αγόρασε ο 1ος Κατηγορούμενος πληρώνοντας ο ίδιος τον πωλητή σε μετρητά. Στο πλαίσιο της ανακριτικής αυτής κατάθεσης, ο 1ος Κατηγορούμενος επέλεξε να μην δώσει καμία πληροφορία στην Αστυνομία, απαντώντας σε κάθε ερώτησης ότι «Δεν έχω να πω τίποτε. Ότι έχω να πω, θα το πω στο Δικαστήριο». Για το δικαίωμα να τηρήσει σιγή, επιστήθηκε η προσοχή του από τον ανακριτή ο οποίος του δήλωσε ότι «Δεν είσαι υπόχρεος να πεις οτιδήποτε εκτός αν θέλεις να πεις, αλλά οτιδήποτε πεις, δυνατό να γραφεί και να δοθεί ως μαρτυρία». Επανήλθε η Αστυνομία στον 2ο Κατηγορούμενο (όπως φαίνεται στη γραπτή κατάθεση του ΜΚ5, ημερομηνίας 11.2.2016, η οποία βρίσκεται κατατεθειμένη ως Τεκμήριο 18), και τον ανέκρινε πλέον, στις 4.2.2016, για το πλαστό αδίκημα της πλαστογραφίας επίσημου εγγράφου και ειδικότερα της πλαστογραφίας μεταβίβασης ιδιοκτησίας μηχανοκίνητου οχήματος που διαπράχθηκαν μεταξύ Ιανουαρίου 2016 και 1ης Φεβρουαρίου 2016, καθώς επίσης για παροχή ψευδών πληροφοριών σε αστυνομικό και παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία, καθώς και για συνωμοσία διάπραξης των αδικημάτων αυτών. Η ανακριτική κατάθεση του 2ου κατηγορούμενου βρίσκεται κατατεθειμένη στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  4. Το επίμαχο Έγγραφο Μεταβίβασης είναι κατατεθειμένο ως Τεκμήριο
  5. Το επίδικο μηχανοκίνητο όχημα είναι μια μοτοσικλέτα Spider με αρ. εγγραφής XXXXX
  6. Ανακρινόμενος στις 4.2.2016 ο 2ος Κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει μαρτυρία για να αιτιολογήσει το γεγονός ότι στο επίδικο έντυπο μεταβίβασης εμφανίζεται ο ίδιος ως αγοραστής της επίδικης μοτοσικλέτας. 2) Τί δήλωσαν οι Κατηγορούμενοι και σε τί συνίσταται το ψεύδος που περιέχουν οι δηλώσεις τους; Ο 2ος Κατηγορούμενος ανακρινόμενος στη βάση του 2ου Δικαστικού Κανόνα (βλ. το Τεκμήριο 19) δήλωσε ότι ο ίδιος αγόρασε την επίδικη μοτοσικλέτα με δικά του λεφτά πληρώνοντας τον ιδιοκτήτη της €13.000 σε μετρητά τα οποία πήρε ο ίδιος προσωπικά. Είχε χρήματα στη ΣΠΕ Κοντέας τα οποία μετά το κούρεμα τα έβγαζε από την τράπεζα σιγά σιγά (βλ. την ερώτηση 3 της κατάθεσης ως το Τεκμήριο 19). Δεν θυμόταν πόσα λεφτά είχε στην εν λόγω τράπεζα, αλλά αυτός ήταν και ο μόνος τραπεζικός λογαριασμός που διατηρούσε. Όπως ανέφερε ο ΜΚ5, κατά την ανάκριση του στο ΤΑΕ Λάρνακας σε σχέση με το συγκεκριμένο έγγραφο μεταβίβασης, η θέση της Αστυνομίας είναι ότι ο 2ος Κατηγορούμενος προσπάθησε να δικαιολογήσει το συγκεκριμένο έγγραφο, αναφέροντας ψευδώς ότι η εν λόγω μοτοσικλέτα αγοράστηκε από τον ίδιο για λογαριασμό του με δικά του χρήματα, ενώ, στην πραγματικότητα, διαπιστώθηκε ότι η συγκεκριμένη μοτοσικλέτα αγοράστηκε από τον XXXXX Λοΐζου για τον XXXXX Λοΐζου (που είναι ο 1ος Κατηγορούμενος). Σε αυτό το σημείο συνίσταται, κατά τον ΜΚ5, η παροχή ψευδούς πληροφορίας προς Αστυνομικό από μέρους των δύο Κατηγορουμένων κατά την έννοια των αδικημάτων ως οι κατηγορίες 1 και 2 που τους έχουν απαγγελθεί. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ5 αιτιολόγησε περαιτέρω την πιο πάνω θέση του, στη βάση των εξής επιμέρους στοιχείων περιστατικής μαρτυρίας: · Πρώτον, η μοτοσικλέτα βρέθηκε στην κατοχή του 1ου Κατηγορουμένου στην οικία του. Και όχι στην οικία ή στην κατοχή του υποτιθέμενου αγοραστή, ήτοι του 2ου κατηγορουμένου. Σε κανένα χρονικό σημείο δεν φαίνεται να είχε τη μοτοσικλέτα στην κατοχή του ο 2ος κατηγορούμενος που ισχυρίζεται ότι είναι και ιδιοκτήτης. · Δεύτερο, το έντυπο μεταβίβασης βρέθηκε στο ταπελλογραφείο του 1ου Κατηγορουμένου και όχι στην κατοχή του υποτιθέμενου αγοραστή, 2ου κατηγορούμενου. · Τρίτον, ο κύριος XXXXX Μιχαηλίδης, o πωλητής, δεν γνωρίζει τον δεύτερο κατηγορούμενο. Ούτε τον είδε την ημέρα της αγοραπωλησίας στο κατάστημα του. Μίλησε μόνο με τον 1ο κατηγορούμενο, αφού εκείνος αποτάθηκε κοντά του για την αγορά. · Τέταρτον, τα χρήματα της αγοραπωλησίας πληρώθηκαν από τον 1ο κατηγορούμενο και όχι από τον υποτιθέμενο αγοραστή - 2ο κατηγορούμενο. · Πέμπτον, ο 2ος κατηγορούμενος στην κατάθεση του ισχυρίστηκε ότι είχε επαφές με τον XXXXX, αλλά o ίδιος ο Λάκης αναφέρει ότι μόνο με τον 1ο κατηγορούμενο μίλησε για τη συγκεκριμένη αγοραπωλησία. · Έκτον, ο 2ος Κατηγορούμενος στην κατάθεση του ανάφερε ότι δεν θυμάται τους αριθμούς εγγραφής της μοτοσικλέτας. · Έβδομον, ο 2ο Κατηγορούμενος ανάφερε ότι ο 1ος κατηγορούμενος δοκίμασε τη μοτοσικλέτα στη Λεμεσό πριν την αγορά, γιατί αυτός είναι καλύτερος γνώστης και θα του έλεγε αν ήταν καλή, ενώ κατά την ανάκριση του απάντησε ότι o ίδιος είναι ιδιοκτήτης μοτοσικλέτας μεγάλου κυβισμού και ασχολείται με μοτοσικλέτες. Ως γνώστης και ιδιοκτήτης μοτοσικλέτας είναι σε θέση να γνωρίζει τι αγοράζει. · Όγδοον, ο δεύτερος κατηγορούμενος ουδέποτε προχώρησε σε μεταβίβαση της μοτοσικλέτας στο όνομα του και δεν ξεκαθάρισε τους λόγους που δεν το έπραξε. Επίσης, δεν φαίνεται το χρονικό σημείο που o ίδιος συμπλήρωσε τα στοιχεία του και την υπογραφή του (όσο κα αν είναι δεκτό ότι τούτο έγινε πριν τις 28.1.2016 που παραλήφθηκε το έγγραφο από την Αστυνομία ήδη υπογεγραμμένο και ανεξαρτήτως του ότι βάσει της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης που ετοίμασε το εργαστήριο γραφολογίας της Αστυνομίας δεν προκύπτει αμφισβήτηση της γνησιότητας του εγγράφου της μεταβίβασης και δη της υπογραφής του 2ου Κατηγορούμενου στο σημείο του αγοραστή - βλ. το Τεκμήριο 8). · Έννατον, τα χρήματα που ισχυρίστηκε ο 2ος Κατηγορούμενος ότι πλήρωσε δεν φαίνεται να δικαιολογούνται βάσει του ισχυρισμού του που έδωσε ότι τα έκανε ανάληψη κατά διαστήματα από συνεργατικό ίδρυμα. 9 σημεία. Σας ανάφερα 9 σημεία νομίζω είναι ξεκάθαρα ότι σε καμία περίπτωση δεν οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι είναι o ιδιοκτήτης αυτής της μοτοσικλέτας. Για να αντικρούσει τους ισχυρισμούς περί ψευδούς πληροφορίας και/ή περί συνωμοσίας για παροχή ψευδούς πληροφορίας, ο συνήγορος Υπεράσπισης αντεξέτασε τον ΜΚ5 σε σχέση με τα εξής σημεία꞉ · Ο συνήγορος Υπεράσπισης επεσήμανε ότι η μοτοσικλέτα είχε κατασχεθεί από την κατοικία του πρώτου κατηγορουμένου, πριν καν ο πρώτος κατηγορούμενος ανακριθεί. Συμφώνησε ο ΜΚ5 ότι έτσι είχαν τα πράγματα. Ο κ. Δημητρίου επεσήμανε επίσης προς τον ΜΚ5 ότι ο Γενικός Εισαγγελέας, αφού αξιολόγησε τα γεγονότα, αποφάσισε ότι κακώς οι ανακριτικές αρχές κατακρατούσαν τη μοτοσικλέτα και έδωσε οδηγίες άμεσες να επιστραφεί στον 2ο Κατηγορούμενο. Ο ΜΚ5 δεν γνώριζε το περιεχόμενο της γνωμάτευσης αυτής, αλλά δεν αρνήθηκε ότι έγινε η επιστροφή της μοτοσικλέτας στον 2ο Κατηγορούμενο. · Ερώτησε ο συνήγορος Υπεράσπισης τον ΜΚ5 αν η Αστυνομία μπήκε στον κόπο να ερευνήσει τον ισχυρισμό του 2ου κατηγορούμενου ότι τα λεφτά για την αγορά της μοτοσικλέτας τα έκανε ανάληψη από την ΣΠΕ Κοντέας. Ήταν η θέση του ΜΚ5 ότι φυσικά και διερευνήθηκε, ότι εκδόθηκε διάταγμα αποκάλυψης τραπεζικών δεδομένων και λήφθηκαν τα τραπεζικά δεδομένα του συγκεκριμένου λογαριασμού, αλλά δεν βρέθηκε οποιαδήποτε ανάληψη που να υποδηλώνει το ποσό εκείνο. Επανήλθε ο συνήγορος Υπεράσπισης για να υποδείξει στον ΜΚ5 την κατάσταση λογαριασμού ως το Τεκμήριο 7 και υπέβαλε τη θέση ότι αυτή είναι ελλιπής, διότι δεν αναφέρονται ούτε καν τα εμβάσματα της μισθοδοσίας του κατηγορουμένου πάνω. Απλώς, είναι ένας κλειστός λογαριασμός που είχε μαζί με τη μάνα του. Επέμεινε, όμως, ο ΜΚ5 ότι έχει εκδοθεί διάταγμα αποκάλυψης τραπεζικών δεδομένων και στα πλαίσια αυτού του διατάγματος παραλήφθηκαν όλοι οι λογαριασμοί που αφορούν τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο. Απ' ό,τι αντιλήφθηκα από τον έλεγχο που έγινε, φαίνεται ότι δεν είχε καμία ανάληψη ως οι ισχυρισμοί του. Συνεπώς, ο ισχυρισμός ότι έκανε αναλήψεις, για να πληρώσει γι' αυτή τη μοτοσικλέτα απορρίφθηκε και από τα διατάγματα αποκάλυψης. · Περαιτέρω, ο κ. Ν. Δημητρίου ρώτησε τον ΜΚ5 αν η Αστυνομία διερεύνησε τον ισχυρισμό του 2ου Κατηγορούμενου ότι «στο μεταξύ διάστημα είχε σπάσει το χέρι του και επειδή δεν μπορούσε να οδηγήσει, μετέφερε τη μοτοσικλέτα στο σπίτι του πρώτου κατηγορουμένου» και αν έχει λόγο να πιστεύει ότι δεν είναι αλήθεια αυτός ο ισχυρισμός. Ο ΜΚ5 απάντησε ότι «Δεν τον αμφισβήτησα τον ισχυρισμό. Δεν είδα το χέρι του σπασμένο εκείνο τον καιρό για να ξέρω. Επειδή δεν είχα γνώση του συγκεκριμένου ιατρικού περιστατικού, δεν το αμφισβήτησα. [.] Ήταν κάτι που λέει είχε σπάσει το χέρι του το 2015, το 2016, πού να ξέρω αν το είχε σπάσει. Είναι ένας ισχυρισμός που δεν τον αμφισβήτησα.». · Διερωτήθηκε ο κ. Ν. Δημητρίου, γιατί η Αστυνομία δεν κατηγόρησε τον κ. XXXXX Αβραάμ για αυτά τα αδικήματα, δηλαδή της συνωμοσίας και της παροχής ψευδούς πληροφορίας σε αστυνομικό, όταν και εκείνος στην κατάθεσή του (βλ. το Τεκμήριο 9) είπε ότι πήγε αυτός, o XXXXX Λοΐζου και ο 2ος Κατηγορούμενος, για ν' αγοράσει τη μοτοσικλέτα ο 2ος Κατηγορούμενος; Ο ΜΚ5 απάντησε λέγοντας «Δεν διέπραξε οποιοδήποτε αδίκημα. Ποια ήταν η ψευδής πληροφορία, O άνθρωπος είπε τα γεγονότα που έζησε στη Λεμεσό. Έμεινε έξω από το συμβάν.». Του υπέδειξε τότε ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι, με τη λογική της Αστυνομίας ότι η ψευδής πληροφορία αφορά στον ισχυρισμό του 2ου κατηγορούμενου ότι αυτός αγόρασε τη μοτοσικλέτα, τότε δεν είναι ψευδές το ότι ο κ. Αβραάμ είπε «Ότι πήγε μαζί με τον δεύτερο κατηγορούμενο και τον XXXXX Λοΐζου για ν' αγοράσει μοτοσικλέτα;». Η απάντηση του ΜΚ5 επί τούτου ήταν ότι «Δεν είναι αυτή η ουσία της υπόθεσης.», με τον κ. Ν. Δημητρίου ν' ανταπαντά ότι «Εγώ δεν κατάλαβα την ουσία της υπόθεσης.». · Στην προσπάθεια προσδιορισμού του χρονικού σημείου κατά το οποίο πραγματοποιήθηκε η αγοραπωλησία της μοτοσικλέτας, ο ΜΚ5 συμφώνησε ότι, βάσει των γραπτών καταθέσεων που συνέλεξε, την πράξη αγοραπωλησίας της μοτοσικλέτας τη διαπραγματεύτηκε ο κ. XXXXX Μιχαηλίδης με τον 1ο Κατηγορούμενο, ενώ ο μέχρι τότε ιδιοκτήτης της μοτοσικλέτας Oliver άφησε το Λάκη να διαπραγματευτεί εκ μέρους του. Σύμφωνα με τη γραπτή κατάθεση του Λάκη, τον Ιούλιο του 2015 αγόρασε τη μοτοσικλέτα από αυτόν ο Oliver και αρχές Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς τον ενημέρωσε ότι ήθελε να την πουλήσει. Άρα η πράξη αγοραπωλησίας της μοτοσικλέτας έγινε μετά τις αρχές Σεπτεμβρίου
  7. · Υπεβλήθη στον ΜΚ5 ότι την ίδια μέρα που o Oliver υπέγραψε το έγγραφο μεταβίβασης ως ιδιοκτήτης της μοτοσικλέτας, ο 2ος κατηγορούμενος πήρε τηλέφωνο την Κεντρική Ασφαλιστική εταιρεία και έδωσε οδηγίες να του εκδώσουν ένα ασφαλιστικό συμβόλαιο του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX
  8. Αυτό έγινε στις 3.10.
  9. Εκείνη τη μέρα έγινε η πράξη της αγοραπωλησίας και την οδήγησε ο 2ος κατηγορούμενος βάσει του πιστοποιητικού ασφάλισης. Ο ΜΚ5 δεν αντιλήφθηκε τί σημασία έχει το ποιος οδήγησε τη μοτοσικλέτα από το κατάστημα του XXXXX στη Λεμεσό μέχρι τη Λάρνακα. Συνέχισε ο συνήγορος Υπεράσπισης, για να καταδείξει τη σημασία της υποβληθείσας θέσης, λέγοντας ότι «το ασφαλιστήριο συμβόλαιο εντοπίστηκε μαζί με το έγγραφο μεταβίβασης της μοτοσικλέτας και τον τίτλο ιδιοκτησίας της μοτοσικλέτας. Ένα σώμα. Και όλως παραδόξως, ουδέποτε εμφανίστηκε σε οποιονδήποτε φάκελο είτε αυτόν του Κακουργιοδικείου, είτε αυτό στον υφιστάμενο φάκελο». Προκάλεσε η δήλωση αυτή του κ. Δημητρίου, την έντονη αντίδραση του ΜΚ5 ο οποίος απάντησε ως εξής꞉ «A. Είναι σημαντικά πράγματα αυτά που λέτε κύριε Δημητρίου. Εγώ, όπως έχω εξηγήσει και προηγουμένως, στη διερεύνηση της υπόθεσης δεν είχα οποιανδήποτε ανάμειξη και, όταν κλήθηκα κατόπιν οδηγιών να διερευνήσω αυτή την υπόθεση, το μοναδικό έγγραφο που ήρθε στην αντίληψη μου και στην κατοχή μου και στην κατοχή του χειριστή τεκμηρίων, ανακριτή αστυφύλακα XXXXX, o οποίος εκείνος υπέδειξε το συγκεκριμένο τεκμήριο στον XXXXX Γεωργίου, το έντυπο μεταβίβασης, γιατί εκείνος το είχε στην κατοχή του, σε καμία περίπτωση δεν μου έχει υποδειχθεί ή παραδοθεί για να χειριστώ τόσο το συγκεκριμένο έντυπο (ασφαλιστήριο ή πιστοποιητικό εγγραφής της μοτοσικλέτας), όσο και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο έχει να κάνει με την ύπαρξη της μοτοσικλέτας.». · Ανασκεύασε τότε τη θέση του ο κ. Δημητρίου, λέγοντας ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο περιήλθε στην κατοχή του 2ου κατηγορούμενου αργότερα από την έρευνα που έγινε στο ταπελλογραφείο του 1ου κατηγορούμενου. Ειδικότερα, όπως εξήγησε ο κ. Δημητρίου, «Όταν ο 2ος κατηγορούμενος ήρθε στο γραφείο για νομική συμβουλή, του είχα αναφέρει κύριε Κόνσολε ότι με αυτή τη μαρτυρία κινδυνεύεις να καταδικαστείς για οδήγηση της μοτοσικλέτας χωρίς πιστοποιητικό ασφάλισης. Η απάντηση που μου είπε, «αυθημερόν έβγαλα ασφάλεια». «Πού είναι;» του λέω. «Ήταν μαζί με το κοτσιάνι και το έντυπο μεταβίβασης». Απλώς λέω αυτήν τη θέση. Μετά ο δεύτερος κατηγορούμενος επικοινωνεί με την Κεντρική Ασφαλιστική και στις 5 Μαΐου 2017 η ώρα 12:54 από το fax με αριθμό XXXXX9051, το οποίο ανήκει στην Κεντρική Ασφαλιστική, του έστειλαν αυτό το έγγραφο και για του λόγου του αληθές, δες από πάνω το τι λέει.». · Ο ΜΚ5 τοποθετήθηκε επί των νέων λεγόμενων του κ. Δημητρίου ως εξής꞉ «Σχετικά με το εν λόγω έγγραφο που μου υποδεικνύετε κύριε Δημητρίου, δεν είμαι σε θέση να κάνω κανένα άλλο σχόλιο για τους εξής λόγους꞉ Πρώτο, είναι ένα φωτοαντίγραφο που μου υποδεικνύετε αυτή τη στιγμή και θα ήταν καλύτερο και πιο τίμιο και για τους κατηγορούμενους και θα ήταν και πιο ξεκάθαρο στο Δικαστήριο, να προσκομίσετε, να καλέσετε τον ασφαλιστικό σύμβουλο που το έκδωσε. Είναι ένα έγγραφο το οποίο παρουσιάζεται εκ των υστέρων. Εγώ, αν δεν κάνω λάθος, ήμουν ο δεύτερος ή ο τρίτος ανακριτής που είδε τον Παναγιώτη πριν να πιάσω κατάθεση. Δεν νομίζω μιας τέτοιας έκτασης υπόθεση, με τόσα δικαιώματα που κατέχει οποιοσδήποτε ύποπτος και κρατούμενος τη σήμερον ημέρα, ο κατηγορούμενος 2 να είχε στην κατοχή του τέτοιο έγγραφο ή να γνώριζε την ύπαρξη τέτοιου εγγράφου ή/και όπως και να το πιθανολογήσω, όπως το πιθανολογεί ο κύριος Δημητρίου, γιατί αφήνει σοβαρές μομφές ότι το κατείχε η Αστυνομία και το απέκρυψε—[...] Ας πιθανολογήσουμε ότι η Αστυνομία αποφάσισε να αποκρύψει αυτό το έγγραφο, που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει αυτό το πράγμα. Αφού ο κατηγορούμενος γνωρίζει την ύπαρξη του και υποψιάζεται ότι η Αστυνομία κακόβουλα θέλει να το αποκρύψει, δεν νομίζω με ένα τηλεφώνημα στον ασφαλιστικό σύμβουλο την ίδια ώρα, το ίδιο λεπτό να μην μπορεί να το επανεκδώσουν και να το παραδώσουν στον δικηγόρο και ο δικηγόρος την ίδια ώρα να κάνει επέμβαση κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, είτε εκ των υστέρων, για να κατατεθεί ως τεκμήριο. Γι' αυτό τον λόγο δεν μπορώ να πω οτιδήποτε. Όλα αυτά μου ακούγονται παράξενα.». · Επέμεινε ο κ. Ν. Δημητρίου να ρωτά τον ΜΚ5 αν «μπήκε στον κόπο κάποιος να ρωτήσει είτε τον πρώτο κατηγορούμενο, είτε τον δεύτερο κατηγορούμενο, που οδήγησαν τη μοτοσικλέτα, ο μεν πρώτος είναι η θέση μου ως την Γερμασόγεια και ο άλλος από τη Γερμασόγεια μέχρι τη Λάρνακα, αν καλυπτόταν από κάποιο πιστοποιητικό ασφάλισης;». Η τοποθέτηση του ΜΚ5 επί τούτου ήταν ότι «Η αναφορά που κάνει τώρα ο κύριος Δημητρίου αφορά τροχαία αδικήματα που στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Αστυνομία εκείνη την ώρα είχε να διερευνήσει τα αδικήματα τα οποία επεξήγησα που αφορούσαν πλαστογραφίες κλπ.». Αντέταξε ο κ. Δημητρίου τη θέση του ότι «αυτά που κατά τη γνώμη σας είναι ασήμαντα, για εμάς είναι ουσιαστικά, δυστυχώς για να αποδείξουμε, για οποιαδήποτε σημασία έχει τώρα, ότι η μοτοσικλέτα αγοράστηκε από τον δεύτερο κατηγορούμενο προς όφελος του δεύτερου κατηγορουμένου με χρήματα του δεύτερου κατηγορουμένου, την οποία διαπραγματεύτηκε ο πρώτος κατηγορούμενος, είτε με τον Oliver, είτε με τον XXXXX.». Εξήγησε ο κ. Δημητρίου ότι «Σε ένα ασφαλιστήριο έγγραφο η ασφαλιστική εταιρεία το πρώτο το οποίο ζητά είναι το όνομα του ιδιοκτήτη του οχήματος. Ας είναι και 90 χρονών ο ιδιοκτήτης. Και ακολουθούν κάτω τα πρόσωπα τα οποία δικαιούνται να οδηγούν τη μοτοσικλέτα. Άρα, ο δεύτερος κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε στην ασφαλιστική εταιρεία ως ιδιοκτήτης ή/και κάτοχος της μοτοσικλέτας, γι' αυτό είναι το όνομα του πάνω ως πρώτο.». Αντέταξε ο ΜΚ5 τη θέση του ότι «Εξ' όσων γνωρίζω, όμως, και οι ασφαλιστικές εταιρείες ζητούν τη μεταβίβαση για να σου εκδώσουν ασφαλιστικό συμβόλαιο και στη συγκεκριμένη περίπτωση η μεταβίβαση δεν είχε γίνει μέχρι εκείνο το σημείο.». · Ο συνήγορος Υπεράσπισης αμφισβήτησε και το κατά πόσον ήταν νόμιμη η κατακράτηση του έντυπου μεταβίβασης της επίδικης μοτοσικλέτας από τις Αστυνομικές αρχές. Ζήτησε από τον ΜΚ5 να του παρουσιάσει βάσει ποιου δικαστικού διατάγματος κατακρατήθηκε. Ο ΜΚ5 επικοινώνησε με τους ανακριτές της υπόθεσης serious 6/16 και ενημερώθηκε από αυτούς ότι εκδόθηκαν 4 διατάγματα κατακράτησης σε σχέση με την υπόθεση που εκκρεμούσε στο Κακουργιοδικείο, αλλά δεν ήταν εφικτό να εντοπισθούν στο παρόν στάδιο για να τα παρουσιάσει στην παρούσα δίκη ο ΜΚ
  10. Ο συνήγορος Υπεράσπισης, ο οποίος συμμετείχε στην ακρόαση της υπόθεσης εκείνης ως συνήγορος Υπεράσπισης του Μάριου Λοίζου, υπέδειξε στον ΜΚ5 τα σχετικά διατάγματα και ζήτησε να κατατεθούν ως τεκμήρια ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με σκοπό να τα επιθεωρήσει το Δικαστήριο για να φανεί ότι σε κανένα από αυτά τα διατάγματα κατακράτησης δεν γίνεται αναφορά για το επίμαχο έντυπο μεταβίβασης της επίδικης μοτοσικλέτας. Δεν υπήρξε ένσταση από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, γι'αυτό και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 20, 21, 22 και 23, αλλά τόσο η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής όπως και ο ΜΚ5 διευκρίνισαν ότι οι ίδιοι, μη έχοντας εμπλοκή στην υπόθεση του Κακουργιοδικείου, δεν είναι σε θέση να πουν αν αυτά είναι τα μόνα διατάγματα που εξασφαλίστηκαν ex parte ή αν κατατέθηκαν στο Κακουργιοδικείο. Πράγματι, όμως, σε κανένα από αυτά τα διατάγματα δεν γίνεται περιγραφή του έντυπου μεταβίβασης ως αντικειμένου προς κατακράτηση. 3) Ποια η μαρτυρία αναφορικά με την ισχυριζόμενη παρέμβαση στη δικαστική διαδικασία ή και στις ανακρίσεις. Παρά τις πιο πάνω διευκρινίσεις που έδωσε ο ΜΚ5, ο συνήγορος Υπεράσπισης εξακολουθούσε να ζητεί από τον ΜΚ5 να απαντήσει πού συνίσταται το ποινικό αδίκημα, ποιο είναι το πρόβλημα της Πολιτείας στη βάση των ανωτέρω. Αυτούσια η απάντηση που έδωσε ο ΜΚ5 παρατίθεται πιο κάτω: «Μάρτυρας: Κύριε Δημητρίου δεν θα έχει πρόβλημα η Πολιτεία εάν ο κύριος XXXXX Γεωργίου ερχόταν στην Αστυνομία και ανέφερε πραγματικά γεγονότα της αγοραπωλησίας. Προσπάθησε με την κατάθεση του να βγάλει ένα βάρος που πάνω του XXXXX Λοΐζου κατά τη διερεύνηση της πρώτης υπόθεσης. Είναι πολύ απλό αυτό το πράγμα.». Προέκυψε, σε συνέχεια της ανωτέρω δήλωσης του ΜΚ5, το ερώτημα, εφόσον το επίμαχο έγγραφο μεταβίβασης υπογράφηκε πριν τις 28.1.2016 από τον 2ο κατηγορούμενο και η έρευνα για την άλλη υπόθεση εναντίον του XXXXX Λοΐζου έγινε στις 28.1.2016, πώς συμβαίνει να το υπέγραψε για να τον βοηθήσει σε σχέση με την άλλη υπόθεση; Παραθέτω αυτούσια όσα επακολούθησαν: «Μάρτυρας: Δεν το έκανε το συγκεκριμένο χρονικό σημείο που γινόταν η διερεύνηση. Αυτό το ξεκαθαρίσαμε από πριν. Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Οπόταν πώς αφαιρούσε ένα βάρος από την άλλη υπόθεση; Μάρτυρας: Κοιτάξετε. Σε τέτοιες περιπτώσεις Εντιμοτάτη, που δεν υπάρχει το χρονικό σημείο που υπογράφτηκε το συγκεκριμένο έγγραφο που βρέθηκε στην κατοχή του πρώτου κατηγορουμένου κατά εκείνο το στάδιο, εύλογα μπορεί κάποιος να αναφέρει ότι με το να γραφτεί ένα όνομα πάνω σε ένα έντυπο μεταβίβασης που στο τέλος της ημέρας δεν κατέληξε σε καμία αρμόδια υπηρεσία, στην ουσία δεν υπήρχε οποιαδήποτε... δεν υπήρχε οποιαδήποτε ουσία εκείνου του εγγράφου. Ήταν ένα ανούσιο έγγραφο. Δηλαδή στην ουσία δεν λέει τίποτε το συγκεκριμένο έγγραφο. Ήταν ένα έγγραφο που γράφτηκε ένα όνομα πάνω μέσα σε ένα συρτάρι. Κατά συνέπεια τόσο το χρονικό σημείο που προσπαθούμε να καθορίσουμε τόση ώρα ή οποιοδήποτε άλλο σημείο, κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης αυτής δεν είχε καμία σημασία. Διερωτήθηκε το Δικαστήριο, υπό το φως των προλεχθέντων του ΜΚ5, «Τελικά, αυτή η άλλη υπόθεση τί αφορούσε, έτσι ώστε να μπορούσε ένα ανούσιο έγγραφο, προγενέστερο της έρευνας 28.1.2016, να απαλύνει με οποιονδήποτε τρόπο τη θέση του 1ου κατηγορουμένου; Αυτό θα με απασχολήσει εμένα.». Η απάντηση του ΜΚ5 ήταν ως εξής: «Μάρτυρας: Να σας αναφέρω. Διότι ο πρώτος κατηγορούμενος, XXXXX Λοΐζου, στις καταθέσεις που έδωσε για εκείνη την υπόθεση, αν θυμούμαι καλά, οι ισχυρισμοί του εν πάση περιπτώσει, διότι είναι από πληροφορίες που έχω από τους συναδέλφους μου, ισχυριζόταν ότι το συγκεκριμένο μοτοποδήλατο ότι δεν είναι δικό του με σκοπό να μην κατασχεθεί στα πλαίσια εκείνης της έρευνας και ότι είναι του XXXXX Γεωργίου και ο XXXXX Γεωργίου ήρθε να τον επιβεβαιώσει. Και το κυριότερο που δεν απαντήθηκε ποτέ, είναι γιατί δεν έγινε αυτή η θρυλική μεταβίβαση της μοτοσικλέτας στον ιδιοκτήτη της XXXXX Γεωργίου;». Ο κ. Δημητρίου δεν δίστασε να αποκαλύψει τη σχέση εξ αγχιστείας που συνδέει τους δύο κατηγορούμενους της παρούσας υπόθεσης. Η σύζυγος του 1ου κατηγορουμένου είναι αδελφή του 2ου κατηγορουμένου. Ο ΜΚ5 συμφώνησε με τις θέσεις που του υπέβαλε ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι, καθ'ον χρόνο οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 ανακρίνονταν, είχαν δικαίωμα ο καθένας από αυτούς να μην πει τίποτε ή να λέει ό,τι θέλει. Παραδέχθηκε ο ΜΚ5 ότι του έτυχε σε διάφορες περιπτώσεις να ανακρίνει ύποπτο ή υπόπτους και στις καταθέσεις τους, ως είναι το δικαίωμα τους, να λένε ό,τι θέλουν, δηλαδή να προβάλλουν διάφορες εκδοχές. Όπως το έθεσε ο ΜΚ5, σε μια ανάκριση δεν μπορείς να προσδιορίσεις αρχικά το μέγεθος και την ποιότητα της μαρτυρίας. Ζήτησε ο συνήγορος Υπεράσπισης από τον ΜΚ5 να του πει έστω και μία περίπτωση, στην οποία να άσκησαν ποινική δίωξη για ψευδείς πληροφορίες και παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία εναντίον προσώπου που ανακρινόμενο έδωσε μία εκδοχή, μόνο και μόνο επειδή η εκδοχή του ήταν αναληθής. Η απάντηση του ΜΚ5 ήταν ως εξής꞉ «Να σας απαντήσω. Επισημαίνω ότι κατά τη διάρκεια της οποιασδήποτε κατάθεσης στην Αστυνομία, στην παρούσα περίπτωση της ανακριτικής κατάθεσης, στην ουσία ο κατηγορούμενος έχει την ευκαιρία και του δίδεται η ευκαιρία, να απαντήσει σε αριθμό ερωτήσεων. Εκείνη την ώρα είναι η ώρα του να αναφέρει είτε τον δικό του ισχυρισμό, την αλήθεια του με λίγα λόγια, είτε όπως το αναφέρετε εσείς το ψέμα του. Εκείνη την ώρα λαμβάνει την επιλογή του. Ό,τι πει ή ό,τι δεν πει προσμετράται στο σύνολο της μαρτυρίας στο τέλος.». Παραδέχθηκε ο ΜΚ5 ότι, βάσει ακριβώς της τελικής αξιολόγησης που έκανε η Αστυνομία, στο σύνολο της μαρτυρίας, όταν την αξιολόγησε, ασφαλώς και δεν εντόπισε αδίκημα πλαστογραφίας του έντυπου μεταβίβασης. Πρόσθεσε ο ΜΚ5, σε κατοπινό στάδιο της μαρτυρίας τους τα εξής꞉ «[...] εδώ φαίνεται και η τίμια διερεύνηση. Ξεκίνησε η διερεύνηση με 6 αδικήματα και η Αστυνομία κατέληξε να κατηγορήσει τους κατηγορουμένους για δύο αδικήματα, ακριβώς γι' αυτό τον λόγο. Διότι, βάσει της μαρτυρίας, γιατί το τμήμα ειδικά το δικό μου μόνο με μαρτυρίες προχωρεί σε ποινικές διώξεις κατηγορουμένων, για να κατηγορήσει για δύο κατηγορίες. Αν υπήρχε μαρτυρία για τα υπόλοιπα αδικήματα που διερευνήθηκαν, τα υπόλοιπα 4, θα κατηγορούνταν και για τα υπόλοιπα. Αλλά η μαρτυρία που περισυλλέχθηκε ήταν μόνο για εκείνα τα δύο αδικήματα. Βάσει των γεγονότων και της εξασφαλισθείσας μαρτυρίας.». Ο κ. Δημητρίου διευκρίνισε περαιτέρω τη θέση της Υπεράσπισης ως εξής: «Ακριβώς και εάν ακόμα στο κατηγορητήριο υπήρχε κατηγορία πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, απόσπαση μοτοσικλέτας με ψευδείς παραστάσεις και πάλι αυτές οι δύο κατηγορίες δεν έχουν έδαφος. Προς Θεού, να ποινικοποιούμε το συνταγματικό δικαίωμα κάποιου κατηγορουμένου ή υπόπτου να πει ό,τι θέλει στην Αστυνομία; Κλείνουμε το μαγαζί για πάντα.». Η εισήγηση για μη ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Στην ανάγκη για χάριν βασικών αρχών δικαίου, να μην ποινικοποιηθεί η παροχή από μέρους των ανακρινόμενων με βάση την ελεύθερη βούλησή τους η όποια εκδοχή γεγονότων επιθυμούν να προτάξουν, αποδίδει κατά κύριο λόγο ο κ. Δημητρίου την εισήγηση περί μη ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Θέση του είναι ότι οι κατηγορίες που εμφαίνονται στο κατηγορητήριο δεν αποκαλύπτουν γνωστό στο Νόμο ποινικό αδίκημα γι'αυτό και το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να συνεχίσει την υπόθεση, διαζευκτικά ότι η δοθείσα μαρτυρία δεν αποκαλύπτει αδικήματα και τέλος ότι η δοθείσα μαρτυρία υπήρξε σημαντικά αντιφατική. Εκτίμηση Δικαστηρίου. Κατά την ταπεινή μου κρίση, στην παρούσα υπόθεση το μόνο στάδιο κατά το οποίο η Αστυνομία συνέλεξε πληροφορίες είναι εκείνο που έλαβε από τον 2ο Κατηγορούμενο την ανοικτή γραπτή κατάθεση ως το Τεκμήριο
  11. Σε μετέπειτα στάδιο αυτό που συνέλεξε πλέον ήταν μαρτυρία και όχι απλώς πληροφορίες. Τούτο συνάγεται από το γεγονός ότι τόσο η κατάθεση που λήφθηκε από τον 1ο Κατηγορούμενο (βλ. Τεκμήριο 26) όσο και η ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον 2ο Κατηγορούμενο (βλ. το Τεκμήριο 19) περιέχουν στην 1η σελίδα την προειδοποίηση που αρμόζει στο δεύτερο στάδιο της ανακριτικής διαδικασίας, ήτοι πληροφορήθηκαν από τον ανακριτή ότι διερευνώνται εναντίον τους συγκεκριμένα αδικήματα (για διαφορετικά ο ένας απ'ότι ο άλλος), διότι υπάρχει μαρτυρία που δημιουργεί εύλογη υποψία ότι ενέχονται στη διάπραξή τους και ότι δεν είναι υπόχρεοι να πουν οτιδήποτε, εκτός αν θέλουν να το πουν, αλλά οτιδήποτε πουν δυνατό να γραφεί και να δοθεί ως μαρτυρία. Προβληματικά για την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής είναι κατά την κρίση μου τα εξής στοιχεία: ότι ο 1ος Κατηγορούμενος επέλεξε να τηρήσει σιγή, επομένως δεν προέβηκε σε καμία δήλωση, τέτοια που να μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για να κατηγορηθεί για παροχή ψευδών πληροφοριών. Το ότι στο ταπελλογραφείο του εντοπίστηκε ένα έντυπο μεταβίβασης που μιλά αφ' εαυτού για το περιεχόμενό του, δεν μπορεί να αποδοθεί στον 1ο Κατηγορούμενο ως δικά του λεγόμενα εν τη απουσία δικής του κατ' ελεύθερη βούληση υιοθέτησης του περιεχόμενού του. Στερείται, συνεπακόλουθα, βάσης η κατηγορία για συνωμοσία για την παροχή ψευδών πληροφοριών. Απορρίπτω τις κατηγορίες αρ. 1 και 2 όσον αφορά τον 1ο Κατηγορούμενο. Από την άλλη, σε σχέση με το 2ο Κατηγορούμενο, υπάρχει κατά την κρίση μου μαρτυρία που να αποκδεικνύει εκ πρώτης όψεως υπόθεση ότι οι πληροφορίες που έδωσε μέσω της ανοικτής του κατάθεσης (Τεκμήριο 5) για τις συνθήκες αγοραπωλησίας της μοτοσικλέτας και τις οποίες επανέλαβε αργότερα στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 19) ήταν ψευδείς. Ωστόσο, είναι προβληματικό κατά την κρίση μου το γεγονός ότι στις λεπτομέρειες του αδικήματος της 2ης κατηγορίας αναφέρεται κατά τρόπο πολύ αόριστο ότι έδωσε αυτές τις πληροφορίες «γνωρίζων ότι διαπράχθηκε ποινικό αδίκημα όσον αφορά την αγοραπωλησία της μοτοσικλέτας». Ποιο ήταν το ποινικό αυτό αδίκημα δεν προσδιορίζεται στο κατηγορητήριο. Αυτό που του αναφέρθηκε στο στάδιο που ανακρινόταν (βλ. το Τεκμήριο 19), ήταν ότι το αδίκημα ήταν εκείνο της πλαστογραφίας της μεταβίβασης της μοτοσικλέτας, ενώ εν τέλει προσφέρθηκε μαρτυρία από τον ΜΚ5 ότι τέτοιο αδίκημα είναι παραδεκτό ότι δεν διαπράχθηκε γι'αυτό και δεν υπάρχει τέτοια κατηγορία επί του κατηγορητηρίου. Επομένως, δεν μπορεί εκ πρώτης όψεως να στοιχειοθετηθεί ότι ο 2ος Κατηγορούμενος ενήργησε γνωρίζων ότι διαπράχθηκε ένα αδίκημα που δεν διαπράχθηκε. Τούτο από μόνο του εκβαραθρώνει την κατηγορία αρ. 2 αναφορικά και με τον 2ο Κατηγορούμενο. Αν, αντίθετα, η κατηγορούσα αρχή ήθελε να προωθήσει την εκδοχή ότι το αδίκημα με το οποίο συσχετίζονται οι πληροφορίες που έδωσε ο 2ος κατηγορούμενος είναι άλλο και ειδικότερα ότι αφορά σε διευρευνώμενη υπόθεση νομιμοποίησης εσόδων από παράνομη δραστηριότητα εκ μέρους του 1ου Κατηγορούμενου, τότε θα έπρεπε να είχε προειδοποιηθεί ότ ανακρίνεται σε σχέση με τέτοιο αδίκημα, ενώ το Τεκμήριο 19 δεν αποκαλύπτει να του δόθηκε τέτοια προειδοποίηση και εν πάση περιπτώσει θα έπρεπε οι λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου να διατυπώνονταν με επαρκή σαφήνεια. Ούτε όμως συνέργεια για παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία στοιχειοθετείται εκ πρωτης όψεως, αφ' ης στιγμής, αφενός, η σύνταξη του εγγράφου μεταβίβασης προηγήθηκε της έναρξης της έρευνας της αστυνομίας κατά του 1ου Κατηγορούμενου και, αφετέρου, όσα δήλωσε ο 2ος κατηγορούμενος ήταν στο πλαίσιο της κανονικής και συνήθους ανακριτικής διαδικασίας που τα είπε κατόπιν νόμιμων ενεργειών της αστυνομίας για εξασφάλιση των θέσεών του. Πέραν τούτου, τόσο το έντυπο μεταβίβασης όσο και η μοτοσικλέτα κατασχέθηκαν από την Αστυνομία. Εκ των πραγμάτων, δεν παρεμποδίστηκε στο έργο της. Εάν η Αστυνομία, θεωρεί ότι είναι ψευδής η εκδοχή που πρόταξε ο 2ος κατηγορούμενος για το ποιος ήταν ο πραγματικός αγοραστής της μοτοσικλέτας ή αν θεωρεί ότι αυτός ο κατηγορούμενος υπήρξε συνεργός στην προσπάθεια του 1ου κατηγορούμενου να νομιμοποιήσει τα έσοδά του από παράνομες δραστηριότητες, κατά την ταπεινή μου κρίση υπάρχουν άλλα ευχερή διαβήματα να λάβει, όπως το να κατηγορήσει τον 2ο Κατηγορούμενο για τέτοια συνέργεια. Κατάληξη. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, αθωώνω και απαλλάσσω τους κατηγορούμενους από όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ......................................... Α. Πανταζή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.