← Κύπρος

Γεωργίου ν. Berriman, Αρ. Υποθέσεων: 418/2015, 419/2015 και 420/2015, 5/8/2019

Γεωργίου ν. Berriman, Αρ. Υποθέσεων: 418/2015, 419/2015 και 420/2015, 5/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:B28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεων: 418/2015, 419/2015 και 420/2015 XXXXX Γεωργίου, εκ Λάρνακας Κατήγορος ν. XXXXX Berriman, εκ Λάρνακας Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 5 Αυγούστου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: κ. Λ. Λουκαΐδης Για την Κατηγορούμενη: κ. Πουτζιουρής Η Κατηγορούμενη παρούσα. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΠΙ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΕΝΣΤΑΣΕΩΝ. Εισαγωγή. Οι τρεις Ιδιωτικές Ποινικές υποθέσεις με αριθμούς 418/2015, 419/2015 και 420/2015 εκδικάζονται ξεχωριστά. Λόγω της ταύτισης των προδικαστικών ενστάσεων που ηγέρθηκαν από την Υπεράσπιση σε καθεμιά από αυτές, εκδίδεται ένα κοινό κείμενο απόφασης, αφού αντίστοιχα κοινός ήταν και ο χειρισμός εκ μέρους των συνηγόρων όσον αφορά τις εκατέρωθεν αγορεύσεις τους αναφορικά με τις προβληθείσες προδικαστικές ενστάσεις. Και οι τρεις ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις, προκύπτει από το σώμα του κατηγορητηρίου ότι καταχωρήθηκαν από την ίδια παραπονούμενη την ίδια ημερομηνία, ήτοι την 13/01/

  1. Στρέφονται κατά του ιδίου φυσικού προσώπου. Οι κατηγορίες που περιέχονται στα τρία κατηγορητήρια αφορούν σε αδικήματα «Κλοπής» κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  2. Ειδικότερα꞉ Η υπόθεση 418/2015 περιέχει 15 συνολικά κατηγορίες για ισχυριζόμενες κλοπές που διαπράχθηκαν από την Κατηγορούμενη εντός του 2014 σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ 25.11.2014 και 10.12.2014 για διάφορα ποσά. Η υπόθεση 419/2015 περιέχει συνολικά 98 κατηγορίες για ισχυριζόμενες κλοπές που διαπράχθηκαν από την Κατηγορούμενη εντός του 2013 σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ 4.3.2013 και 18.11.2013 για διάφορα ποσά. Η υπόθεση 420/2015 περιέχει συνολικά 100 κατηγορίες για ισχυριζόμενες κλοπές που διαπράχθηκαν από την Κατηγορούμενη εντός του 2014 σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ 2.5.2014 και 20.11.2014 για διάφορα ποσά. Η Κατηγορούμενη απάντησε «Μη παραδοχή» σε όλες τις κατηγορίες σε έκαστη εκ των υποθέσεων. Η ακρόαση των πιο πάνω τριών υποθέσεων δεν έχει ακόμη αρχίσει. Ο συνήγορος Υπεράσπισης έχει εγείρει προδικαστικές ενστάσεις, τις οποίες καλεί το Δικαστήριο να εξετάσει κατά προτεραιότητα. Ο συνήγορος της παραπονούμενης δεν αντιτίθεται στην εξέταση των εν λόγω προδικαστικών ενστάσεων από απόψεως δικονομίας, πλην όμως έχει αγορεύσει επί της ουσίας τους και κάλεσε το Δικαστήριο να τις απορρίψει ως αβάσιμες και απαράδεκτες. Παρά το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατόν να συμφωνήσουν οι συνήγοροι των διαδίκων στον καταρτισμό ενός καταλόγου παραδεκτών γεγονότων, ως υπόβαθρου για την εξέταση των προδικαστικών ενστάσεων, εντούτοις ο συνήγορος Υπεράσπισης εισηγείται προς το παρόν Δικαστήριο ότι υπάρχει ένα τουλάχιστον στοιχείο για το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει δικαστική γνώση, ήτοι για το περιεχόμενο της δημοσιευθείσας πρωτόδικης απόφασης, ημρομηνίας 29.6.2018, στην Ιδιωτική Ποινική Υπόθεση 2305/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, που κίνησε η ίδια παραπονούμενη εναντίον της ίδιας κατηγορούμενης και πάλιν για αδικήματα κλοπής που ανάγονταν χρονικά στην περίοδο από 23/02/2012 μέχρι και την 31/12/
  3. Η εν λόγω υπόθεση έχει εκδικαστεί από το Δικαστήριο με άλλη σύνθεση. Απερρίφθη η δίωξη στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, κατόπιν διαπίστωσης του Δικαστηρίου ότι η παραπονούμενη στερείτο locus standi για να καταχωρήσει εξ ονόματός της την εν λόγω ιδιωτική ποινική υπόθεση, εφόσον η ισχυριζόμενη κλαπείσα περιουσία ανήκε σε εταιρεία στην οποία αυτή ήταν μέτοχος αντί στην ίδια και ότι, άρα, ο δικός της επηρεασμός από την επίδικη πράξη δεν ήταν άμεσος αλλά έμμεσος. Για διευκόλυνση του παρόντος Δικαστηρίου, η Υπεράσπιση επισύναψε στην αγόρευσή της αντίγραφο της πρωτόδικης απόφασης του Δικαστηρίου στην Ιδιωτική Ποινική Υπόθεση 2305/2015, ως Παράρτημα 1, και το κατηγορητήριο της, που είχε καταχωρηθεί στις 16.3.2015, ως Παράρτημα
  4. Οι εγερθείσες προδικαστικές ενστάσεις. Διακρίνονται δύο προδικαστικές ενστάσεις στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου Υπεράσπισης꞉ Πρώτον, περί κατάχρησης διαδικασίας. «Ενώ η υπόθεση που εκδικάστηκε ήδη μεταξύ των ίδιων διαδίκων καταχωρήθηκε μεταγενέστερα των τριών επίδικων υποθέσεων φαίνεται ότι η παραπονούμενη καταπιεστικά και καταχρηστικά, ενώ θα μπορούσε να συμπεριλάβει όλες τις κατηγορίες στην υπόθεση 2305/2015, εντούτοις καταχώρησε ξεχωριστές ποινικές υποθέσεις με σκοπό να ταλαιπωρεί την κατηγορούμενη και να της προκαλεί άγχος και έξοδα.». Δεύτερον, περί δεδικασμένου. «Η εκδίκαση της 2305/2015 που καταχωρήθηκε μεταγενέστερα των άλλων τριών υποθέσεων δημιουργεί δεδικασμένο για αυτές τις υποθέσεις και δεν πρέπει το Δικαστήριο να επιτρέψει την συνέχιση τους εφόσον δεδικασμένο δημιουργείται όχι μόνο για τα αδικήματα που εκδικάστηκαν αλλά και για αυτά που θα μπορούσαν να εκδικαστούν στην πιο πάνω υπόθεση και δεν εκδικάστηκαν από επιλογή της κατηγορούσας αρχής.». Η επιχειρηματολογία που παραθέτει ο συνήγορος Υπεράσπισης προς υποστήριξη των ανωτέρω προδικαστικών ενστάσεων έχει ως εξής꞉ «
  5. Οι κατηγορίες των τριών επίδικων υποθέσεων ήταν ήδη γνωστές στην κατηγορούσα αρχή την ημερομηνία που καταχωρούσε την 23/05/2015 και θα μπορούσε να τις προσθέσει στο κατηγορητήριο της εν λόγω υπόθεσης εξασφαλίζοντας αναστολή ποινικής δίωξης από τον Γενικό Εισαγγελέα και κάνοντας αίτημα για να συμπεριληφθούν στο κατηγορητήριο στην υπόθεση 2305/2015 και όμως δεν το έπραξαν. Να σημειώσουμε ότι ενώπιον του άλλου Δικαστηρίου που εκδίκασε την υπόθεση είχαμε αναφέρει ότι είμαστε έτοιμοι να αποδεχθούμε τέτοιο αίτημα συμπερίληψης των κατηγοριών των τριών υποθέσεων στο κατηγορητήριο της 2305/
  6. Η καταχώρηση τριών κατηγορητηρίων την 13/01/2015 με τρεις ξεχωριστές ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις για κατηγορίες που ήδη ήταν γνωστές στην κατηγορούσα αρχή την ημέρα που καταχωρούσε τα τρία κατηγορητήρια των υποθέσεων 418/2015, 419/2015 και 420/2015 αποτελεί κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας αφού θα μπορούσαν όλες να συμπεριληφθούν είτε στην 2305/2015 που ήδη εκδικάστηκε είτε σε μία ποινική υπόθεση ούτως ώστε να συμπεριλαμβάνει όλες τις κατηγορίες των τριών υποθέσεων. Αυτό που κάνει η κατηγορούσα αρχή, να καταχωρεί συνεχώς κατηγορητήρια εναντίον της κατηγορούμενης, είναι καταπιεστικό και παραβιάζει τα δικαιώματα της κατηγορούμενης για δίκαια δίκη, εφόσον στην ουσία η παραπονούμενη εκμεταλλεύεται το δικαίωμα της ιδιωτικής δίωξης με την καταχώρηση πολλαπλών ποινικών υποθέσεων με σκοπό να επιτύχει την καταδίκη της κατηγορούμενης με πολλαπλές ευκαιρίες αν αποτύχει σε κάποια από αυτές.
  7. Ένας άλλος κίνδυνος που υπάρχει είναι για τα ίδια γεγονότα να έχουμε διαφορετικές δικαστικές αποφάσεις από διαφορετικούς δικαστές που είναι ένας από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν όταν εξετάζεται περίπτωση κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας. Αυτό συμβαίνει και στην παρούσα περίπτωση όπου η κατηγορούμενη θα παρουσιάσει την ίδια υπεράσπιση σε πολλές δικαστικές διαδικασίες και η κατηγορούσα αρχή θα παρουσιάσει την ίδια υπόθεση σε αυτές. Έστω και αν οι κατηγορίες αφορούν ξεχωριστές κατηγορίες και ποσά και σε διαφορετικούς χρόνους εντούτοις πηγάζουν από το ίδιο πλέγμα γεγονότων και αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο πράξεων που αποδίδονται στην κατηγορούμενη ως ποινικά κολάσιμες πράξεις από την κατηγορούσα αρχή. Όσον αφορά την επιλογή του χρόνου έγερσης της προδικαστικής ένστασης περί κατάχρησης διαδικασίας, ο συνήγορος Υπεράσπισης αναφέρει στην αγόρευσή του ότι꞉ «Θεωρούμε Εντιμοτάτη ότι, στο στάδιο στο οποίο βρίσκονται και οι 3 υποθέσεις και πριν την έναρξη της ακροαματική διαδικασίας είναι το πλέον κατάλληλο για την έγερση του θέματος της κατάχρησης της διαδικασίας, αφού η τυχόν έναρξη της ακρόασης της παρούσας υπόθεσης, χωρίς την εξέταση του θέματος αυτού, θα δημιουργήσει συνθήκες μη δίκαιης δίκης και παραβίασης των Συνταγματικών δικαιωμάτων της κατηγορούμενης για τους λόγους που θα αναφερθούν πιο κάτω.» Εισηγείται ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι, αν επιτραπεί να προχωρήσουν οι τρεις εναπομείνασες ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις, τότε θα αντλήσει πλεονέκτημα η κατήγορος, διότι꞉ «Αναμφίβολα παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των όπλων, αφού η Κατηγορούσα Αρχή θα έχει την ευκαιρία να προβάρει συνολικά ΤΡΕΙΣ φορές την υπόθεση της εναντίον της ίδιας κατηγορούμενης, αφού αυτό το γεγονός θα δώσει την ευκαιρία στην Κατηγορούσα Αρχή να διορθώσει τυχόν λάθη και παραλείψεις της πρώτης δίκης ή/και της δεύτερης και της τέταρτης εφόσον όπως αναφέρουμε πιο πάνω έχει ήδη εκδικαστεί μία υπόθεση.». Επισημαίνει ότι꞉ «Η αρχή της ισότητας των όπλων, συνεπάγεται ότι οποιοσδήποτε είναι μέρος σε μια διαδικασία - ποινική ή μη ποινική - πρέπει να έχει εύλογη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση του στο Δικαστήριο, κάτω από συνθήκες που δεν τον θέτουν σε μειονεκτική θέση έναντι του αντιδίκου του (Kaufman v. Belgium No 10938/85 50 D.R 98,115

(1986)». Θεωρεί ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι η Κατήγορος αδιαφόρησε για τη δυνατότητα που της παρέχει το άρθρο 40 του Κεφ. 155 για ενσωμάτωση στο ίδιο κατηγορητήριο των διαφόρων κατηγοριών꞉ Το άρθρο 40
(1)του Κεφαλαίου 155 αναφέρει τα πιο κάτω: «Σώρευση κατηγοριών στο κατηγορητήριο και εξουσίες του Δικαστηρίου 40.-
(1)Οποιοσδήποτε αριθμός κατηγοριών είτε για το ίδιο ποινικό αδίκημα είτε για διαφορετικά ποινικά αδικήματα δύναται να περιληφθεί στο ίδιο κατηγορητήριο και το Δικαστήριο δύναται είτε να καταδικάσει είτε να αθωώσει τον κατηγορούμενο γενικά για ολόκληρο το κατηγορητήριο είτε να τον καταδικάσει για μια ή μερικές από τις κατηγορίες και να τον αθωώσει για άλλες.» Ο συνήγορος Υπεράσπισης ζητεί από το παρόν Δικαστήριο να θεραπεύσει την εγγενή αδικία που υφίσταται η πελάτιδά του, διά της καταστολής της κατάχρησης. Παραπέμπει στην απόφαση Connelly ν. Director of Public Prosecutions
(1964)2 All E.R. 401, στην οποία τονίστηκε ότι το Δικαστήριο έχει γενική και εγγενή εξουσία να προστατεύει την διαδικασία. Προσθέτει ότι꞉ «Στην εξουσία αυτή, περιλαμβάνεται και η εξουσία για την προστασία του κατηγορούμενου από καταπίεση και επηρεασμό. Αναγνωρίστηκε επίσης, διακριτική ευχέρεια στα εκδικάζοντα Δικαστήρια να διατάξουν την αναστολή άλλης εκκρεμούσης ποινικής υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου, όταν η ξεχωριστή ακρόαση των δύο υποθέσεων θα αποτελούσε κατάχρησης της διαδικασίας. Ένας από τους λόγους που μπορεί, σύμφωνα με την Connelly, να οδηγήσει σε κατάχρηση διαδικασίας συνίσταται στη παράλειψη χρήσης από την Κατηγορούσα Αρχή των σχετικών διατάξεων του Περί Κατηγοριών Νόμου (Ιindictments Act 1915) ιδιαίτερα του Κανονισμού 3 βάσει του οποίου κατηγορίες που έχουν συνάφεια μεταξύ τους και αναφέρονται στο ίδιο πλέγμα γεγονότων, μπορεί να συνενωθούν στο ίδιο κατηγορητήριο. Στην υπόθεση Γιαννάκης Π. Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149, με αναφορά και την υπόθεση Connelly, o Δικαστής Πικής, αναφέρει ότι ένας από τους λόγους ο οποίος μπορεί να οδηγήσει σε κατάχρηση της διαδικασίας, συνίσταται στην παράλειψη χρήσης από την Κατηγορούσα Αρχή των σχετικών διατάξεων του Νόμου «Indictments Act» του 1915, σύμφωνα με τον οποίο, κατηγορίες οι οποίες έχουν συνάφεια μεταξύ τους και αναφέρονται στο ίδιο πλέγμα γεγονότων, μπορούν να συνενωθούν στο ίδιο κατηγορητήριο. Μετά από επισήμανση, ότι οι Κυπριακοί δικονομικοί κανόνες για την διαμόρφωση του κατηγορητηρίου δεν είναι πανομοιότυποι με τους αντίστοιχους Αγγλικούς και ούτε και υπάρχει πρόνοια η οποία να αντιστοιχεί επακριβώς με το r.3, εντούτοις αναφέρει ότι στην απόφαση Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 AAΔ 348 αποφασίστηκε ότι η εξουσία του Δικαστηρίου για έλεγχο των διαδικασιών ενώπιον του Δικαστηρίου, αποτελεί συστατικό στοιχείο της αυτονομίας και αυτοτέλειας της δικαστικής εξουσίας. Συμπεραίνεται από την σχετική νομολογία, ότι το Δικαστήριο έχει την εξουσία να διατάξει την αναστολή εκκρεμούσης διαδικασίας, όταν η συνέχιση της θα αποτελούσε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Η άσκηση όμως αυτής της εξουσίας, δικαιολογείται μόνο όταν αναντίλεκτα προκύπτει ότι η συνέχιση της συγκεκριμένης διαδικασίας θα αποτελούσε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών, δηλαδή χρήσης τους για άλλους σκοπούς, από εκείνους για τους οποίους τις προορίζει ο νόμος, και θα πρέπει η εξουσία αυτή να ασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η παρούσα υπόθεση είναι κατά την άποψη μας η κατάλληλη αφού το Δικαστήριο μόνο από την όψη των τριών κατηγορητηρίων μπορεί να διαπιστώσει την κατάχρηση της Δικαστικής διαδικάσίας.». Όσον αφορά την προβαλλόμενη υπεράσπιση περί δεδικασμένου, ο συνήγορος Υπεράσπισης επιχειρηματολογεί ως εξής꞉ «Αν οι κατηγορίες των τριών υπό εκδίκαση ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν στην υπόθεση 2305/2015 που ήδη εκδικάστηκε και αθωώθηκε η κατηγορούμενη, τότε υπάρχει δεδικασμένο και το Δικαστήριο θα μπορούσε να απαλλάξει την κατηγορούμενη από τις σχετικές κατηγορίες. Στην υπόθεση Πουλλαούας ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 494, εξετάστηκε το θέμα του Δεδικασμένου και αναφέρθηκε η σχετική νομολογία και είμαστε της άποψης ότι έχει πλήρη ισχύ και στην παρούσα υπόθεση. Οι κατηγορίες των υποθέσεων έστω και αν τα κατηγορητήρια τους καταχωρήθηκαν την ίδια ημέρα δηλαδή την 13/01/2015 προγενέστερα της καταχώρησης της 2305/2015 που καταχωρήθηκε την 16/03/2015 εντούτοις θα μπορούσαν να περιληφθούν σε αυτό το κατηγορητήριο και θα έπρεπε να εκδικαστούν στα πλαίσια της εν λόγω υπόθεσης. Δεν υπήρχε κανένα κώλυμα για την προσθήκη των κατηγοριών των επίδικων υποθέσεων στο κατηγορητήριο της 2305/2015 με τον κατάλληλο δικονομικό χειρισμό από την κατηγορούσα αρχή και επομένως η εκδίκαση της 2305/2015 αποτελεί δεδικασμένο και θα πρέπει να απορριφθούν και οι τρεις υποθέσεις από το Δικαστήριο εναντίον της κατηγορούμενης.». Στην προμνησθείσα υπόθεση Πουλλαούας ν. Αστυνομίας, ο Εφεσείων αντιμετώπιζε κατηγορία για διάπραξη του αδικήματος της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία κατά παράβαση του Άρθρου 122(β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Τα γεγονότα στο κατηγορητήριο δεν συνιστούσαν το αδίκημα της πιο πάνω κατηγορίας, και το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του Άρθρου 85
(4)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, προχώρησε στην προσθήκη δεύτερης κατηγορίας εναντίον του εφεσείοντος για "απόπειρα παρεμπόδισης της κανονικής πορείας της δικαιοσύνης κατά παράβαση των Άρθρων 121(β) και 35 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154". Μετά την προσθήκη της δεύτερης κατηγορίας το πρωτόδικο Δικαστήριο αθώωσε και απάλλαξε τον εφεσείοντα στην 1η κατηγορία. Τον βρήκε ένοχο στη δεύτερη κατηγορία και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 8 μηνών. Με την έφεση που ασκήθηκε, αμφισβητήθηκε η ορθότητα της πρωτόδικης κατάληξης σε σχέση με την εφαρμογή του Άρθρου 121(β) του Κεφ. 154. Η θέση των διαδίκων ήταν ότι η καταδίκη με βάση το Άρθρο 121(β) ήταν εσφαλμένη. Ο δικηγόρος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε ότι το εφαρμοστέο άρθρο είναι το 122(β) δυνάμει του οποίου ο εφεσείων είχε κατηγορηθεί στην αρχική πρώτη κατηγορία και κάλεσε το Εφετείο να καταδικάσει τον εφεσείοντα για το αδίκημα της αρχικής πρώτης κατηγορίας - κατ' εφαρμογή του Άρθρου 145
(1)(γ) του Κεφ. 155 - με τροποποιημένες όμως λεπτομέρειες του αδικήματος. Αποφασίστηκε ότι: 1. Ενόψει της αθώωσης και απαλλαγής του εφεσείοντος, επί της κατηγορίας στην οποία το Εφετείο καλείτο τώρα να τον καταδικάσει βάσει του Άρθρου 145
(1)(γ) του Κεφ. 155, μια δεύτερη ποινική δίωξη για το αδίκημα για το οποίο έχει αθωωθεί θα είχε να αντιμετωπίσει το δόγμα του δεδικασμένου.
  1. Το γεγονός ότι οι λεπτομέρειες του προτεινόμενου αδικήματος είναι κάπως διαφορετικές από εκείνες της αρχικής - πρώτης κατηγορίας - δεν εμποδίζει την επίκληση του δόγματος autrefois acquit.
  2. Η προτεινόμενη κατηγορία αναφέρεται στο ίδιο αδίκημα και βασίζεται πάνω στα ίδια γεγονότα και στον ίδιο Νόμο. Αποτελεί κατηγορία για την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο θα μπορούσε να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Επομένως, σε περίπτωση άσκησης νέας ποινικής δίωξης εναντίον του εφεσείοντος, με βάση κατηγορητήριο το οποίο θα περιέχει την προτεινόμενη κατηγορία, ο εφεσείων θα μπορούσε να προβάλει επιτυχώς το δόγμα του autrefois acquit. Ενόψει της απουσίας έφεσης κατά της αθωωτικής απόφασης και της εμβέλειας του δόγματος του autrefois acquit, το Εφετείο δεν έχει εξουσία να εξετάσει θέμα καταδίκης του εφεσείοντος επί της προτεινόμενης κατηγορίας κατ' επίκληση του Άρθρου 145
(1)(γ) του Κεφ.
  1. Από το προτεινόμενο αδίκημα ελλείπει ένα ουσιαστικό στοιχείο - η δικαστική διαδικασία. Η έλλειψη του στοιχείου αυτού σημαίνει πως ο εφεσείων δεν διέπραξε το προτεινόμενο αδίκημα. Κατά συνέπεια απουσιάζει η πρώτη προϋπόθεση για εφαρμογή του Άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155, ήτοι ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε αδίκημα που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο. Η ύπαρξη των προϋποθέσεων του Άρθρου 85
(4)είναι αναγκαίες για την άσκηση των εξουσιών που παρέχονται στο Εφετείο από το Άρθρο 145
(1)(γ) του Κεφ.
  1. Καταληκτικά, ο συνήγορος Υπεράσπισης ζητεί από το παρόν Δικαστήριο τα εξής꞉ «10.Συνεπώς, με βάση όλα τα πιο πάνω, και υπό τις περιστάσεις, το Σεβαστό Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτική του ευχέρειας, προς παρεμπόδιση της κατάχρησης της διαδικασίας η οποία αναμφίβολα διαπιστώνεται αναφορικά με την ποινική δίωξη της κατηγορούμενης οφείλει να ανακόψει και να αναστείλει την όλη διαδικασία ως άκυρη και η κατηγορούμενη να απαλλαχτεί από τις εναντίον τους κατηγορίες. 11.Ζητούμε τα έξοδα ξεχωριστά και στις τρεις υποθέσεις εναντίον της παραπονούμενης όπως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.». Η απάντηση του συνηγόρου της Κατηγόρου. Από την άλλη, ο συνήγορος της Κατηγόρου, αγορεύοντας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής (συνοψίζω)꞉ Είναι άγνωστη στο δίκαιο η γραμμή που προωθεί η Υπεράσπιση ότι δεν μπορεί να κατηγορηθεί σε νέο κατηγορητήριο ένα πρόσωπο για διαφορετικές περιπτώσεις κλοπής (διαφορετικής ημερομηνίας κλοπές διαφορετικών ποσών), απλώς και μόνον είναι κάθε φορά το ίδιο πρόσωπο που κλέβει. Όπως άγνωστη στο δίκαιο είναι και η γραμμή της υπεράσπισης περί δεδικασμένου. Το ότι αθωώθηκε και απαλλάγηκε σε μια υπόθεση για κάποιες κλοπές, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να κατηγορηθεί ξανά για άλλες, νέες, κλοπές. Είναι άλλα τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, εφόσον διαφέρουν οι ημερομηνίες και τα ποσά. Θα έχει την ευκαιρία η Υπεράσπιση να απαντήσει για κάθε κατηγορία ενός εκάστου κατηγορητηρίου, για να εξηγήσει τί συνέβηκε. Δεν υπάρχει κίνδυνος μη δίκαιης δίκης. Δεν υπάρχει ανισότης όπλων. Το επιχείρημα ότι καταπιέζεται η Κατηγορούμενη λόγω της καταχώρησης ξεχωριστών κατηγορητηρίων αγνοεί το ότι η ίδια η κατηγορούμενη καταπιέζει μόνη της τον εαυτό της ενόσω συνεχίζει να κλέβει. Δεν ισχύει οποιοδήποτε κώλυμα (estoppel) σε ποινικές υποθέσεις. Δεν ισχύει το δεδικασμένο σε ποινική δίκη, με την έννοια που το έθεσε ο συνήγορος Υπεράσπισης, διότι δεν υπάρχει κλοπή με τα ίδια ακριβώς γεγονότα. Προς επίρρωση των ως άνω θέσεών του, ο συνήγορος Υπεράσπισης παρέπεμψε το Δικαστήριο αποσπάσματα από το Σύγγραμμα «Blackstone's Criminal Practice, 2007, p. 1575» και από το «Archbold Criminal Pleadings, Evidence & Practice, 2010, p. 455». Παρέπεμψε ειδικότερα στην απόφαση DPP v Humphrys [1977] AC 1 όπου αποφασίστηκε ότι "the civil doctrine of issue estoppel as distinct from that of res judicata has no application to the criminal law". O Archbold εξηγεί ότι «The doctrine of res judicata does apply to the criminal law in the form of the maxim nemo debet bis vexari proeadem causa, or nemo debet bis puniri pro uno delicto - "no-one should be twice put in jeopardy of being convicted and punished for the same offence (the rule against double jeopardy). The pleas of autrefois convict and acquit are founded on these maxims.». Τέλος, ο συνήγορος Υπεράσπισης σχολίασε το γεγονός ότι στην υπόθεση που επικαλείται ο συνήγορος Υπεράσπισης υπ' αριθ. 2305/2015, την οποία εκδίκασε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας υπό άλλη σύνθεση, η αθώωση και απαλλαγή της Κατηγορούμενης έγινε με το σκεπτικό του εν λόγω δικαστηρίου ότι η κλοπή έγινε κατά της περιουσίας εταιρείας και ότι έπρεπε να είχε έρθει η ίδια η εταιρεία ως κατήγορος. Διαφωνεί με την πρωτόδικη κρίση ο κ. Λουκαΐδης, επισημαίνοντας ότι δεν μπορούσε η εταιρεία να αποφασίσει από μόνη της να έρθει στο Δικαστήριο, ούτε να έρθει με τα πόδια της. Είναι μέσω φυσικών προσώπων που μπορεί να το πράξει. Ήρθε μέσω της κας Γεωργίου, η οποία ήταν και είναι μέτοχος και διευθύντριά της και η οποία υφίσταται ζημιά από τις κλοπές κατά της εταιρικής περιουσίας. Η κατηγορούμενη είναι επίσης μέτοχος και διευθύντρια, αλλά είναι αυτή που κλέβει. Γι'αυτό και ο κ. Λουκαΐδης χαρακτηρίζει ως ατυχή την πρωτόδικη κατάληξη στην υπ' αριθ. 2305/
  2. Νομική πτυχή. Κατ' αρχάς, σημειώνω ότι το βάρος της απόδειξης ότι μια δικαστική διαδικασία είναι καταχρηστική βρίσκεται στους ώμους του διάδικου που εγείρει το ζήτημα αυτό. Οφείλει αυτός να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή της διαδικασίας (βλ. Ex parte Badhan [1991] 2 Q.B.78 και Ex parte Thomas [1992] Crim L.R.116). Ειδικότερα, θα πρέπει να αποδείξει, όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση, αλλά και ότι επηρεάζεται δυσμενώς, συνεπεία αυτής (βλ. Attorney Generals Reference (No.2 of 2001) [2004] 2 A.C.72 HL). Τούτο, διότι η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί, μόνο εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του διάδικου που εγείρει το ζήτημα της κατάχρησης (Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522). Στην Χαραλαμπίδης ν Κωμοδρόμος υιοθετήθηκε απόσπασμα από την απόφαση D.P.P. v. Hussain, The Times, June 1, 1994, το οποίο παραθέτει και σχολιάζει ως εξής ο Archbold, έκδοση 1995, παραγρ. 4-44β, στη σελίδα 1/439: «In D.P.P. v. Hussain, The Times, June 1, 1994, the Divisional Court reiterated the exceptional nature of an order staying proceedings on the ground of abuse of process and stated that such an order should never be made where there were other ways of achieving a fair hearing of the case, still less where there was no evidence of prejudice to the defendant.» Η δικαιοδοσία για πάταξη καταχρηστικών χρήσεων δικαστικής διαδικασίας δεν έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μια εξουσία του Δικαστηρίου σύμφυτη, αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της. Στην υπόθεση Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, ο Πικής Π., διέγραψε τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα και το σκοπό που τη διαπνέει, υπογραμμίζοντας ότι «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Όσον αφορά το χρονικό σημείο κατά το οποίο είναι κατάλληλο να εγείρεται ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (υπό Παρπαρίνου, Δ.), ημερ. 11.11.2015, στην Ποινική Έφεση 223/2014, Σπύρος Σπύρου ν Βαρβάρας Α. Ξενή, αναφέρθηκαν τα εξής꞉ «Με την υπό εξέταση έφεση θίγεται ένα ενδιαφέρον ζήτημα που αφορά την λειτουργία και εξουσίες των Δικαστηρίων. Ειδικότερα αφορά την εξουσία του Δικαστηρίου που ασκεί ποινική δικαιοδοσία να καταστέλλει καταχρηστικές διαδικασίες. Όπως είναι γνωστό όταν τεθεί κατηγορητήριο ενώπιον Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος θα πρέπει ν' απαντήσει και σε περίπτωση μη παραδοχής η υπόθεση προχωρεί σε εκδίκαση. Παρ' όλα τούτα ο κατηγορούμενος μπορεί ν' επιτύχει την απαλλαγή του από το κατηγορητήριο πριν απαντήσει σ' αυτή εφ' όσον εγείρει επιτυχώς μια ή περισσότερες από τις τρείς ειδικές απαντήσεις στην κατηγορία που προβλέπονται στο άρθρο 69 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Αυτές είναι: (i) έλλειψη δικαιοδοσίας καθ' ύλη ή κατά τόπο του Δικαστηρίου να επιληφθεί της κατηγορίας (ii) Καταδίκη ή αθώωση του σε προηγούμενη ποινική υπόθεση (iii) Χορήγηση προεδρικής χάρης. Θα πρέπει στα πιο πάνω να προστεθεί και η περίπτωση καταχώρησης αναστολής ποινικής δίωξης, nolle prosequi, από τον Γενικό Εισαγγελέα (βλ. άρθρο 154
(1)
(3)του Κεφ. 155). Πέραν των πιο πάνω θεσμοθετηθεισών περιπτώσεων η νομολογία πρόσθεσε ακόμη μια περίπτωση απαλλαγής του κατηγορουμένου. Είναι η περίπτωση που το Δικαστήριο δεν επιτρέπει την εκδίκαση της υπόθεσης όταν διαπιστώσει κατάχρηση της διαδικασίας. Ο Sir Jack I.H. Jacob στο άρθρο του «The inherent Jurisdiction of the Court"
(1970)C.L.P 23 αναφέρει:[.]" Δηλαδή, αυτό το οποίο το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνώρισε με την πιο πάνω απόφασή του είναι το δικαίωμα ενός Κατηγορούμενου, όχι στη στενή βάση του άρθρου 69 του Κεφ. 155, αλλά στη βάση της νομολογίας περί της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου να καταστέλλει τις καταχρηστικές διαδικασίες, να εγείρει τέτοιο ζήτημα καταχρηστικότητας, ακόμη και προτού αυτός απαντήσει στο κατηγορητήριο, για να κατασταλεί από το Δικαστήριο εξ υπαρχής μια τέτοια καταχρηστική διαδικασία. Το ζήτημα κατάχρησης δύναται ασφαλώς να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αναλόγως του διαβήματος στο οποίο αφορά και δέον να γίνεται με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Το Δικαστήριο εξετάζει το κατά πόσον πράγματι υφίσταται κατάχρηση με βάση τις συνθήκες που ισχύουν κατά το χρόνο ακρόασης του εν λόγω προδικαστικού ζητήματος (βλ. Evand Promotions Ltd κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 1175). Όταν διαπιστώνεται κατάχρηση, η Κυπριακή νομολογία δίδει στο Δικαστήριο την ευχέρεια είτε να υιοθετήσει το μέτρο της απόρριψης της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) είτε το μέτρο της αναστολής της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348). Χωρίς να επιχειρείται η διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα, κρίθηκε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα, αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία, τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας. Το Δικαστήριο προτού προχωρήσει σε αναστολή ή απόρριψη μιας διαδικασίας ως καταχρηστικής, θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι η περίπτωση είναι ξεκάθαρα καταχρηστικής φύσης (βλ. Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιομετόχου v. Κωνσταντίνου Χριστοφίδης Ποινική Εφ. 4/2014, ημερ.3.3.2016). Στην David Scattergood v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2005)1 A.Α.Δ. 142 λέχθηκε ότι «Κατάχρηση διαδικασίας έχουμε συνήθως όταν η διαδικασία καταστρατηγεί την καλή πίστη, είναι άσχετη, εκδικητική ή καταπιεστική». Στην Hui Chi-Ming v. R.
(1992)1 A.C. 34 P.C., η κατάχρηση της διαδικασίας καθορίστηκε ως «something so unfair and wrong that the Court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respect a regular proceeding." Η Κυπριακή νομολογία αναγνωρίζει ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και η εξουσία για αναστολή ή απόρριψη δικαστικής διαδικασίας, λόγω κατάχρησης, ασκείται με φειδώ και στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της θα προκαλέσει έκδηλη αδικία (βλ. Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Παρέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217 , Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149, Ευάγγελος Εμπεδοκλή κ.α. (Αρ.3)
(2009)1 ΑΑΔ 529, Σπύρος Σπύρου ν. Βαρβάρας Ξενή, ECLI:CY:AD:2015:B742, Ποιν. Έφ. 223/2014, απόφαση ημερομηνίας 11/11/2015, κ.α.). Μια διαδικασία είναι δυνατόν να θεωρηθεί καταχρηστική αν είναι καταπιεστική. Στην υπόθεση Connelly v. DPP [1964] AC 1254, αποφασίστηκε, ως γενική αρχή, ότι θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στο ίδιο κατηγορητήριο όλα τα αδικήματα τα οποία προκύπτουν από το ίδιο ή ουσιαστικά το ίδιο πλαίσιο γεγονότων. Το Δικαστήριο, σε περίπτωση καταχώρισης δεύτερου κατηγορητηρίου, οφείλει να αναστείλει τη διαδικασία αν διαπιστώσει ότι το αντικείμενο (subject matter) έπρεπε να συμπεριληφθεί στο πρώτο. Ο λόγος είναι διότι η δεύτερη υπόθεση είναι πλέον καταπιεστική (oppressive). Αν όμως υπάρχουν ειδικές περιστάσεις για την καταχώριση δεύτερου κατηγορητηρίου, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τη συνέχιση της υπόθεσης (βλ. επίσης Dwyer v. R [2012] EWCA CRIM 10). Παραθέτω αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση Connelly ανωτέρω꞉ - Στη σελίδα 1347, ο Lord Devlin αναφέρει: "I consider it to be within this power for the court to declare that the prosecution must as a general rule join in the same indictment charges that "are founded on the same facts, or form or are a part of a series of offences of the same or a similar character" (I quote from the Indictments Act, 1915, Schedule I, rule 3, which I shall later examine); and power to enforce such a direction (as indeed is already done in the civil process) by staying a second indictment if it is satisfied that its subject-matter ought to have been included in the first. " - Στη σελίδα 1360: "But a second trial on the same or similar facts is not always and necessarily oppressive, and there may in a particular case be special circumstances which make it just and convenient in that case. The judge must then, in all the circumstances of the particular case, exercise his discretion as to whether or not he applies the general rule." Στην R. v. Gore
(2009)EWCA Crim.1424 οι κατηγορούμενοι είχαν αντιμετωπίσει αρχικά κατηγορία δημόσιας ανησυχίας και τους είχε επιβληθεί εξώδικο πρόστιμο. Για τα ίδια γεγονότα, διώχθηκαν την επόμενη μέρα για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Αποφασίζοντας το θέμα της κατάχρησης της διαδικασίας, που είχε τεθεί από τους κατηγορούμενους, το Εφετείο αποφάνθηκε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε κατάχρηση ή αντικανονικότητα ή εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα διώκονταν εάν προέκυπταν πιο σοβαρές επιπτώσεις από την συμπεριφορά τους στην βάση νέας μαρτυρίας. Η σχετική περικοπή στη σελ. 2459 έχει ως ακολούθως: «There was here no improper escalation of charge, nor any departure from any reasonable expectation that either appellant would not be prosecuted, if any more serious consequences of their conduct, and evidence justifying prosecution for an offence of violence came to light after the issue of the notice.». Συνεπώς, δεν είναι επιθυμητή η διαδοχική δίωξη κάποιου στην βάση των ίδιων γεγονότων, ωστόσο, το Δικαστήριο εξετάζοντας κατά πόσον η δεύτερη δίωξη είναι καταχρηστική θα πρέπει να εξετάζει꞉ - ποια η φύση και ο επιδιωκόμενος σκοπός της δεύτερης δίωξης, - αν θα υπήρχε καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της πρώτης δίωξης αν προστίθονταν σε αυτή οι κατηγορίες που εισάγονται στη δεύτερη, και - αν υπάρχει επικάλυψη του μαρτυρικού υλικού που προσφέρθηκε στην πρώτη δίωξη με αυτό που απαιτείται να παρουσιαστεί στη δεύτερη δίωξη. Εάν θα προκαλείτο σημαντική καθυστέρηση στην εκδίκαση του πρώτου κατηγορητηρίου από την προσθήκη των κατηγοριών που εισάγονται στη δεύτερη και αν η επικάλυψη του μαρτυρικού υλικού της πρώτης στη δεύτερη υπόθεση δεν είναι πολύ μεγάλη, τότε δεν προκύπτει αδικία από την καταχώριση του δεύτερου κατηγορητηρίου. Αυτό αποφασίστηκε στην R v. South East Hampshire Magistrates' Court, ex parte CPS [1998] Crim.L.R. 422, DC (βλ. Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice, 2015, Sweet & Maxwell, para. 4-88, p.387)꞉ "It is not necessarily an abuse of process to prosecute a person for an offence which could have been included in a previous indictment on which he was acquitted; it is important to scrutinize the true nature of the second set of proceedings; where the first trial would have been significantly delayed if the second matter had been joined, and the evidential overlap was not great, nο principle of propriety or fairness had been flouted.» Στην Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22 λέχθηκε ότι: "Ως γενική αρχή δεν θα πρέπει να διατάσσεται η αναστολή της δίκης εκτός εάν δεν είναι πλέον δυνατόν η διεξαγωγή της δίκαιας δίκης ή κάποιου άλλου πειστικού λόγου που καθιστά την διεξαγωγή της δίκης άδικη για τον κατηγορούμενο υπό τις περιστάσεις. Από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην οποία στηρίζεται η δική μας επί του Θέματος νομολογία, προκύπτει ότι η συνέπεια της παραβίασης του συνταγματικού δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για εκδίκαση της υπόθεσης του μέσα σε εύλογο χρόνο δεν είναι τόσο αυστηρή όπως διατυπώθηκε στην Ευσταθίου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) και υποθέσεις που ακολούθησαν την ίδια γραμμή. Προκύπτει ότι το θέμα πρέπει να εξετάζεται ανάλογα με την έκταση της παραβίασης και κατά πόσο ο κατηγορούμενος επηρεάστηκε στην υπεράσπιση του. Εκεί δε που διαπιστώνεται τέτοια παραβίαση αυτή λαμβάνεται υπόψη σοβαρά ως μετριαστικός παράγοντας. Αυτό προκύπτει μεταξύ άλλων και από την υπόθεση Beck v. Norway, Application No. 26390/9, ημερ. 26/9/01 (Final) στην οποία ο κατηγορούμενος αντιμετώπισε κατηγορίες για σοβαρά αδικήματα απάτης, παράνομη έκδοση επιταγών εκ μέρους αναξιόχρεης εταιρείας και κατηγορίες σχετικά με Φ.Π.Α. (V.Α. Τ.)..»" Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 31.5.2019, στην Ποινική Έφεση αρ. 348/2018, Δημοκρατίας ν Ηλιάδη, εξετάστηκε το ζήτημα της κατάχρησης διαδικασίας λόγω καταπίεσης διά της καταχώρισης τριών ξεχωριστών κατηγορητηρίων για αδικήματα που ενέπιπταν κατ' ισχυρισμό στο ίδιο πλαίσιο γεγονότων και το Ανώτατο Δικαστήριο προσέγγισε το ζήτημα ως εξής꞉ «ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Δ.: Αποτελεί αξίωμα του Δικαίου ότι υπέρτατο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προώθηση της Δικαιοσύνης και η παρεμπόδιση πρόκλησης αδικίας. Στο πλαίσιο του προαναφερθέντος καθήκοντος έχει αναγνωριστεί, με πάγια νομολογία, ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία αναστολής ή απόρριψης υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας όταν αυτή απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Υπό την προϋπόθεση όμως ότι, επειδή η υπό αναφορά εξουσία συνιστά κατ΄ εξαίρεση δικαιοδοσία, η άσκηση της πρέπει να γίνεται με περίσκεψη και φειδώ και μόνο στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα προκαλέσει έκδηλη αδικία στο πρόσωπο που επικαλείται την κατάχρηση, το οποίο έχει και το βάρος απόδειξης της κατάχρησης βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522 όπου γίνεται ευρεία επισκόπηση της μέχρι τότε κυπριακής και αγγλικής νομολογίας και η οποία - μαζί με την απόφαση στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 - θεωρείται σταθμός για το ζήτημα. Σε βαθμό που οι νομολογιακές αρχές που αποκρυσταλλώθηκαν στην εν λόγω απόφαση να επαναλαμβάνονται σε όλες τις μεταγενέστερες αποφάσεις. Όπως στις Εμπεδοκλής κ.α. (Αρ.3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529, Μεταφορές Ν. Γερολέμου Λτδ ν. Αδελφοί Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.α.
(2013)2 Α.Α.Δ. 591, Σπύρου ν. Ξενή, ECLI:CY:AD:2015:B742, Ποιν. Εφ. 223/2014 ημερ. 11.11.2015, Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιομετόχου ν. Χριστοφίδης, ECLI:CY:AD:2016:B137, Ποιν. Εφ. 4/2014 ημερ. 3.3.2016, Παναγιώτου Λτδ ν. Plyntex Public Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2017:B291, Ποιν. Εφ. 11/2015 ημερ. 11.9.2017 και άλλες. Στην υπό κρίση περίπτωση το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, στη βάση συμφωνηθέντος πραγματικού πλαισίου, έκανε αποδεκτή προδικαστική ένσταση των εφεσιβλήτων ότι η τρίτη στη σειρά ποινική υπόθεση εναντίον τους - η υπ΄ αρ. 284/17 - συνιστούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ως αποτέλεσμα διέκοψε την εναντίον τους διαδικασία και τους απάλλαξε από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν, οι οποίες αφορούσαν, κατ΄ ισχυρισμό, ποινικώς κολάσιμες πράξεις που οδήγησαν στην κατάρρευση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Ο Έντιμος Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας θεωρεί ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι εσφαλμένη για 3 βασικά λόγους. Πρώτο, γιατί είναι προϊόν πλημμελούς εφαρμογής και ερμηνείας του Νόμου επί των πραγματικών γεγονότων, αφού το Κακουργιοδικείο δεν εξέτασε κατά πόσο οι εφεσίβλητοι απέσεισαν το βάρος απόδειξης ότι οι 3 ποινικές υποθέσεις είχαν την ίδια ή ουσιαστικά την ίδια βάση γεγονότων που κατά τη θέση τους ήταν τα Ελληνικά Ομόλογα, δεύτερο, γιατί προέβη σε εύρημα ότι και οι 3 ποινικές υποθέσεις είχαν ως κοινή βάση τα Ελληνικά Ομόλογα χωρίς να υπάρχει ενώπιον του σχετική μαρτυρία και, τρίτο, τα επιμέρους ευρήματα του Κακουργιοδικείου δεν δικαιολογούν και δεν υποστηρίζουν το τελικό του συμπέρασμα ότι η υπόθεση συνιστούσε κατάχρηση διαδικασίας (Λόγοι Έφεσης 1, 2 και 3 αντιστοίχως). Όπως γίνεται αντιληπτό, προς εξέταση των Λόγων Έφεσης καθίσταται αναγκαία η αναφορά στο συμφωνηθέν πραγματικό πλαίσιο εφόσον η κατάχρηση είναι «ζήτημα που εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων» (βλ. Εμπεδοκλής, ανωτέρω), το οποίο και διατυπώνουμε ως ακολούθως:- [...] Δυόμιση περίπου χρόνια μετά την καταχώριση της πρώτης υπόθεσης και ενώ τόσο αυτή όσο και η δεύτερη υπόθεση βρίσκονταν σε προχωρημένο στάδιο εκδίκασης, καταχωρίστηκε, στις 27.1.2017, εναντίον των εφεσιβλήτων και 5 άλλων προσώπων - των xxx Χατζημιτσή, xxx Καρυδά, xxx Πατσαλίδη, xxx Λειβαδιώτου και xxx Κυριακίδου - και η τρίτη υπόθεση (η υπ΄ αρ. 284/2017) που είναι και η επίδικη. [...] Τέλος, στο συμφωνηθέν πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης, έγινε αναφορά και στο δικαστικό αποτέλεσμα των δύο πρώτων υποθέσεων. Δηλώθηκε συναφώς ότι στην πρώτη υπόθεση (α) ο εκ των εφεσιβλήτων xxx Ηλιάδης αθωώθηκε στις 3 από τις 4 κατηγορίες που αντιμετώπιζε και καταδικάστηκε μόνο στη μία, με αποτέλεσμα να του επιβληθεί ποινή φυλάκισης 2.5 ετών, αλλά τελικά αθωώθηκε (κατά πλειοψηφία) από το Εφετείο και σ΄ αυτή την κατηγορία αφού εξέτισε ποινή φυλάκισης 8.5 μηνών (βλ. Ηλιάδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 2/2018 ημερ. 12.9.2018) και (β) ο εφεσίβλητος xxx Κυπρή αθωώθηκε στην πρώτη υπόθεση σ΄ όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Σε σχέση δε με τη δεύτερη υπόθεση, δηλώθηκε ότι αμφότεροι απαλλάχτηκαν των κατηγοριών που αντιμετώπιζαν κατ΄ ακολουθία της απόφασης που έκδωσε το Ανώτατο Δικαστήριο σε διαδικασία certiorari (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Πολ. Αιτ. 69/2017 ημερ. 6.12.2017). Με δεδομένο το πιο πάνω συμφωνηθέν πραγματικό πλαίσιο, το Κακουργιοδικείο θεώρησε ότι η εν τέλει απόφασή του για το εγερθέν ζήτημα της κατάχρησης ήταν άμεσα συνυφασμένη με την απάντηση που θα μπορούσε να δοθεί σε δύο ερωτήματα. Το πρώτο, κατά πόσο οι δύο πρώτες υποθέσεις και η ενώπιον του (τρίτη) υπόθεση είχαν την ίδια ή ουσιαστικά την ίδια βάση (same or substantially the same) που περιστρεφόταν γύρω από τα Ελληνικά Ομόλογα και, αν ναι, (το δεύτερο), πότε το θέμα των Ελληνικών Ομολόγων περιήλθε σε γνώση της Κατηγορούσας Αρχής. Εξετάζοντας επί του προκειμένου το ενώπιον του (συμφωνηθέν) πραγματικό πλαίσιο, κατέληξε σε εύρημα ότι και «οι 3 υποθέσεις έχουν την ίδια ή ουσιαστικά την ίδια βάση γεγονότων η οποία δεν είναι άλλη από τα Ελληνικά Ομόλογα» εφόσον το ζήτημα των Ελληνικών Ομολόγων αναδεικνυόταν τόσο από την έκθεση των A & M όσο και από την τελική έκθεση «Τσολάκη», τις οποίες είχε στην κατοχή του ο Γενικός Εισαγγελέας από το Μάρτιο του 2013 και Ιούλιο του 2014, αντιστοίχως. Έχοντας, το Κακουργιοδικείο, απαντήσει τα δύο ερωτήματα ως ανωτέρω, αποφάνθηκε ότι η ενώπιον του διαδικασία ήταν καταχρηστική, με αποτέλεσμα να την διακόψει και να απαλλάξει τους εφεσίβλητους από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Παραθέτουμε συναφώς αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση, το οποίο βασικά βρίσκεται στο επίκεντρο και των 3 Λόγων Έφεσης. «Δεν υποτιμούμε το εύρος ή την πολυπλοκότητα της όλης υπόθεσης ούτε και την ανάγκη για πλήρη διερεύνηση κάθε πτυχής της. Εξάλλου - στη γενικότητα της - η υπόθεση ήταν πολύ σοβαρή αφού είχε δυσμενέστατες επιπτώσεις στην οικονομία του τόπου. Ομοίως δεν μεμφόμαστε τους εν γένει χειρισμούς της Αστυνομίας και πολύ περισσότερο της Νομικής Υπηρεσίας. Όπως υποδείξαμε προηγουμένως δεν είναι αυτή η αποστολή του Δικαστηρίου. Η αποστολή και το καθήκον του Δικαστηρίου είναι η διασφάλιση του κύρους και της υπόληψης του συστήματος απονομής δικαιοσύνης στον τόπο μας. Στην υπόθεση Connelly v. DPP [1964] AC 1254, αποφασίστηκε ότι, ως γενική αρχή, θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στο ίδιο κατηγορητήριο όλα τα αδικήματα τα οποία προκύπτουν από το ίδιο ή ουσιαστικά το ίδιο πλαίσιο γεγονότων. Το Δικαστήριο, σε περίπτωση καταχώρισης δεύτερου κατηγορητηρίου, οφείλει να αναστείλει τη διαδικασία αν διαπιστώσει ότι το αντικείμενο (subject matter) έπρεπε να συμπεριληφθεί στο πρώτο. Ο λόγος είναι διότι η δεύτερη υπόθεση είναι πλέον καταπιεστική (oppressive). Αν όμως υπάρχουν ειδικές περιστάσεις για την καταχώριση δεύτερου κατηγορητηρίου, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τη συνέχιση της υπόθεσης (βλ. επίσης Dwyer v. R [2012] EWCA CRIM 10). Στην υπόθεση R v.Beedie [1997] 2 Cr Αpp R 167, αποφασίστηκε ότι η αγωνία των συγγενών ή το δημόσιο συμφέρον δεν αποτελούν ειδικές περιστάσεις για την καταχώριση δεύτερης υπόθεσης. Σ' αυτό θα προσθέταμε ότι η πίεση συγγενών ή ακόμα μια πιο γενικευμένη κοινωνική κατακραυγή, δεν δικαιολογούν την εσπευσμένη καταχώριση μιας υπόθεσης ή τον κατακερματισμό της και τη διαδοχική προσαγωγή των ίδιων ανθρώπων σε ψυχοφθόρες διαδικασίες ενώπιον των Δικαστηρίων. Στην εδώ περίπτωση δεν βρίσκουμε να υπάρχουν ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούσαν την καταχώριση δεύτερης υπόθεσης, πόσο μάλλον τρίτης, 2 και πλέον χρόνια μετά την καταχώριση της πρώτης και 7 χρόνια μετά τα όσα τους καταλογίζονται στο κατηγορητήριο. [...] Όπως και να έχει, θεωρούμε ότι η παρούσα υπόθεση, περιλαμβάνοντας μέρος μόνο των όσων φέρονται να έπραξαν και να διέπραξαν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 και λαμβάνοντας υπόψη τα όσα τους καταλογίστηκαν στις δυο προηγούμενες υποθέσεις, είναι καταχρηστική της δικαστικής διαδικασίας. Αν χρειάζεται επιπλέον να καταδειχθεί δυσμενής επηρεασμός των κατηγορουμένων 1 και 2, απόρροια της κατάχρησης, σαφέστατα βρίσκουμε ότι καταδεικνύεται. Πρώτον, πρόκειται για τις διώξεις των κατηγορουμένων 1 και 2 ενώπιον τριών διαφορετικών κακουργιοδικείων σε τρία διαφορετικά έτη, το 2014, το 2015 και το 2017. Στο πλαίσιο αυτό έχει δίκαιο ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 1, κ. Τριανταφυλλίδης υποδεικνύοντας ότι οι οικονομικές δυνατότητες ενός ιδιώτη να αντιμετωπίσει διαδοχικές ποινικές υποθέσεις αυτής της εμβέλειας, δεν είναι ανεξάντλητες. Ούτε και οι φυσικές αντοχές, του οποιουδήποτε, θα προσθέταμε, είναι ανεξάντλητες. Δεύτερον, η αθώωση (απαλλαγή στη μια) του κατηγορουμένου 2 και στις δύο προηγηθείσες υποθέσεις και η εν τέλει αθώωση (απαλλαγή στη μια) και του κατηγορούμενου 1 αφού εξέτισε στην πρώτη υπόθεση - αδίκως ως αποφάνθηκε το εφετείο - ποινή φυλάκισης 8 ½ μηνών και τρίτο, η χρονική πλέον απομάκρυνση από τα επίδικα γεγονότα και τα όσα δυσμενή για την υπεράσπιση των κατηγορουμένων συνεπάγεται το γεγονός αυτό. Η συνάρτηση όλων αυτών των παραγόντων, καταδεικνύει, κατά την κρίση μας, το δυσμενή επηρεασμό των κατηγορουμένων συνεπεία της κατάχρησης.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Το Εφετείο, επικυρώνοντας το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως νομικά ορθό, επεσήμανε τα εξής꞉ «Στον πυρήνα λοιπόν και των τριών υποθέσεων βρίσκονταν τα ΟΕΔ, τα οποία αναμφίβολα ήταν σε γνώση της Κατηγορούσας Αρχής από το 2013 και 2014 όταν της κοινοποιήθηκαν οι εκθέσεις των Α & Μ και Τσολάκη που αποτέλεσαν και τη βάση για τις περαιτέρω αστυνομικές έρευνες, οι οποίες οδήγησαν εν τέλει στην καταχώριση των τριών υποθέσεων εναντίον των εφεσιβλήτων και άλλων προσώπων. Οι απαντήσεις επομένως του Κακουργιοδικείου στα δύο ερωτήματα που έθεσε (ανωτέρω) είναι ορθές και ό,τι είχε απομείνει για άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας επί του εγερθέντος ζητήματος της κατάχρησης, ήταν κατά πόσο η καταχώριση εναντίον των εφεσιβλήτων των τριών υποθέσεων με πυρήνα τα ΟΕΔ επηρέασε δυσμενώς τους εφεσίβλητους (Attorney Generals Reference (No.2 of 2001) [2004] 2 A.C. 72HL). Απεφάνθη ότι όντως επηρεάστηκαν δυσμενώς, ως το απόσπασμα από την απόφασή του που παρατίθεται ανωτέρω. Η εφεσείουσα αντικρούοντας την κρίση του Κακουργιοδικείου ότι οι εφεσίβλητοι επηρεάστηκαν δυσμενώς, αντέτεινε πως το Κακουργιοδικείο έδωσε υπέρμετρη βαρύτητα σε ζητήματα που αφορούσαν τους εφεσίβλητους, παραλείποντας να εξετάσει το δημόσιο συμφέρον που απαιτεί την προσαγωγή των αδικοπραγούντων ενώπιον της δικαιοσύνης. Παρέπεμψε συναφώς στην R. v. Babos, 2014 SCC 16 [2014] 1 S.C.R.E. 309 para 43 για να τονίσει ότι σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να εξισορροπούνται τα δύο συμφέροντα, κάτι που το Κακουργιοδικείο παρέλειψε να πράξει. Περαιτέρω, απορρίπτοντας τις επισημάνσεις του Κακουργιοδικείου ότι οι φυσικές και οικονομικές αντοχές του οποιουδήποτε δεν είναι ανεξάντλητες, υπέδειξε ότι οι εφεσίβλητοι δεν παρέμειναν ούτε μια μέρα υπό κράτηση και αν είχαν οικονομικό πρόβλημα θα μπορούσαν να επιδιώξουν το ευεργέτημα της νομικής αρωγής. Εξετάσαμε και αυτές τις θέσεις, οι οποίες δεν μας βρίσκουν σύμφωνους. Ναι μεν το δημόσιο συμφέρον απαιτεί την προσαγωγή των αδικοπραγούντων ενώπιον της δικαιοσύνης, αλλά δεν γνωρίζουμε νομική αρχή που επιτρέπει την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας για σκοπούς εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος και η R. v. Babos δεν εισάγει τέτοια αρχή. Σ΄ ό,τι δε αφορά το δεύτερο σκέλος της εισήγησης, είναι νομίζουμε αρκετό να παρατηρήσουμε ότι η καταχρηστική άσκηση ποινικών διώξεων εναντίον οποιουδήποτε, αφ΄ εαυτής, δεν μπορεί παρά να επηρεάζει δυσμενώς τόσο τον ίδιο όσο και το οικογενειακό του περιβάλλον, για ευνόητους λόγους.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Έχοντας ενώπιον μου τα κατηγορητήρια των τριών εκκρεμουσών ποινικών υποθέσεων (αρ. 418/15, 419/15 και 420/15), το Δικαστήριο συνάγει, κατ' αρχάς, το εξής αυταπόδεικτο συμπεράσμα, ότι δηλαδή το γεγονός ότι όλες οι εκκρεμούσες σήμερα υποθέσεις καταχωρήθηκαν την ίδια ακριβώς ημερομηνία (ήτοι στις 13.1.2015), φανερώνει αφ' εαυτού ότι, κατά την εν λόγω ημερομηνία, η κατήγορος γνώριζε για όλες τις ισχυριζόμενες κλοπές της περιόδου από 4.3.2013 μέχρι 10.12.2014. Δεν έδωσε ενώπιον μου οποιαδήποτε εξήγηση για την καταχώρηση πολλαπλών κατηγορητηρίων, έτσι ώστε να μπορούσε να υποστηρίξει την ύπαρξη «ειδικών περιστάσεων» που να δικαιολογούσαν την καταχώρηση τριών κατηγορητηρίων αντί ενός ενιαίου κατηγορητηρίου βάσει της δυνατότητας που παρέχει το άρθρο 40
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 και σε ευθυγράμμιση με τα κριτήρια που θέτει η νομολογία επί του θέματος (Connelly v. DPP [1964] AC 1254, Dwyer v. R [2012] EWCA CRIM 10, R. v. Gore
(2009)EWCA Crim.1424, Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice, 2015, Sweet & Maxwell, para. 4-88, p.387) όπως τα ανέλυσα ανωτέρω. Ανεξάρτητα από το ότι κάθε κλοπή αποτελεί αυτοτελές αδίκημα, εντούτοις από όσα λέχθηκαν ενώπιον μου προκύπτει ότι όλες οι ισχυριζόμενες κλοπές εντάσσονται σε ένα κοινό πλαίσιο γεγονότων, υπό την έννοια ότι διαπράττονταν κατ' ισχυρισμόν από την Κατηγορούμενη σε βάρος της περιουσίας της ίδιας εταιρείας Berriman Investments Ltd. Επομένως, ελλείψει οποιασδήποτε εξήγησης, κρίνω ότι η καταχώρηση τριών κατηγορητηρίων αντί ενός, για το ταυτοχρόνως γνωστό προς την κατηγορούμενη πλαίσιο γεγονότων, απολήγει σε καταπίεση της Κατηγορούμενης, η οποία αναγκάζεται να υποβληθεί σε τρεις χωριστές δίκες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε σχέση με φυσική φθορά και έξοδα, χωρίς μάλιστα να αποκλείεται και το ενδεχόμενο αποκόμισης πλεονεκτήματος από πλευράς κατηγορούσας αρχής, η οποία θα έχει την ευκαιρία σε κάθε μεταγενέστερη δίκη να διορθώνει ατέλειες που είχε στην παρουσίαση της υπόθεσής της στις προηγούμενες δίκες. Υπό το πρίσμα των πιο πάνω παρατηρήσεών μου, θα θεωρούσα προς όφελος της δικαιοσύνης, για χάριν καταστολής της καταχρηστικής διάσπασης της υπόθεσης σε πολλαπλά κατηγορητήρια, το να ανέστελλα τις δύο εκ των τριών υποθέσεων, χωρίς επηρεασμό του δικαιώματος της Κατηγόρου να ζητούσε τροποποίηση του πρώτου κατά σειρά καταχωρηθέντος κατηγορητηρίου, έτσι ώστε όλες οι κατηγορίες να ενσωματώνονταν στο κατηγορητήριο της πρώτης σε αριθμό και να υποβαλλόταν σε μία ενιαία δίκη η Κατηγορούμενη. Παραταύτα, απομένει ενώπιον μου το ζήτημα που θέτει ο συνήγορος Υπεράσπισης για την κατάχρηση διαδικασίας που προκύπτει και μέσα από το γεγονός ότι η ίδια Κατήγορος είχε, μεταγενέστερα από την καταχώρηση των εκκρεμουσών κατηγορητηρίων (ήτοι στις 15.3.2015), καταχωρήσει και τέταρτη ιδιωτική ποινική υπόθεση (αρ. 2305/2015) εναντίον της ίδιας κατηγορούμενης για αδικήματα κλοπής που έλαβαν κατ' ισχυρισμό χώρα προγενέστερα (ήτοι εντός του 2012), μέσα στο ίδιο πλέγμα γεγονότων (ήτοι κλοπών κατά της περιουσίας της εταιρείας Berriman Investments Ltd), η οποία μάλιστα ποινική υπόθεση έχει ήδη εκδικαστεί και οδηγήσει στην αθώωση της Κατηγορούμενης. Εφόσον εκείνη η ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε μεταγενέστερα των άλλων τριών, θεωρώ ότι είναι στο πλαίσιο εκείνης που θα έπρεπε να είχε εγερθεί από την Υπεράσπιση (όχι απλώς εισήγηση προς την κατήγορο για τροποποίηση των κατηγορητηρίων της ώστε να ενσωματώνονταν οι κατηγορίες της εντός του κατηγορητηρίου της πρώτης σε αριθμό εκκρεμούσας ποινικής υπόθεσης) αίτημα για καταστολή της κατάχρησης ως εκ της πολλαπλότητας κατηγορητηρίων. Δεν μπορώ να προβώ τώρα σε εύρημα ότι οι παλαιότερες καταχωρήσεις είναι καταχρηστικές εν σχέση προς τη νεώτερη καταχώρηση. Κρίνω ότι είναι με καθυστέρηση που υποβάλλεται το αίτημα περί κατάχρησης στο βαθμό που συσχετίζεται με την 2305/2015, καθαρά και μόνο στη βάση της πολλαπλότητας κατηγορητηρίων. Ωστόσο, το έτερο ζήτημα που αναφύεται είναι κατά πόσον δημιουργήθηκε δεδικασμένο, ως εκ της αθωωτικής απόφασης στη νεώτερη υπόθεση 2305/2015 κατόπιν αξιολόγησης από το Δικαστήριο, υπό το φως της εκεί προσκομισθείσας μαρτυρίας όσον αφορά τη μετοχική δομή της εταιρείας Berriman Investments Ltd και του ποσοστού μετοχικής συμμετοχής που διέθεταν η Κατήγορος (41.5%) και η Κατηγορούμενη (43,5%) στην εν λόγω εταιρεία, ενός νομικού ζητήματος που επηρεάζει το locus standi της κατηγόρου κατά τρόπο κοινό σε όλα τα κατηγορητήρια, που εκκρεμούσαν κατά το χρόνο έκδοσης της εν λόγω απόφασης ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αδερφή δικαστής που επιλήφθηκε της υπόθεσης 2305/2015, αφού αναφέρθηκε στις γενικές αρχές που διέπουν το locus standi για καταχώρηση ποινικών διώξεων από ιδιώτες (βλ. Παναγιώτου ν Ευαγγέλου, ECLI:CY:AD:2014:B917, Π.Ε. 194/2013, απόφαση ημερομηνίας 2/12/2014), καθώς επίσης στον κανόνα της Foss v Harbottle [1843] 2 Hare 461, στις εξαιρέσεις που αναγνωρίσθηκαν από τον εν λόγω κανόνα (βλ. Πιριλλής κ.α. ν Κουής
(2004)1Α Α.Α.Δ. 136), έκρινε ότι δεν έδωσε η Κατήγορος οποιαδήποτε μαρτυρία ότι προσπάθησε να κινήσει τον εταιρικό μηχανισμό, από κοινού με την τρίτη μέτοχο που κατείχε το 15%, εναντίον της Κατηγορούμενης και ότι αυτό απέτυχε, ούτε έδειξε άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων της ώστε να νομιμοποιείται να εγείρει η ίδια εξ ονόματός της την ποινική δίωξη εναντίον της συγκεκριμένης κατηγορούμενης για κλοπή κατά της περιουσίας της εταιρείας. Γι'αυτό και απέρριψε τη δίωξη. Είμαι της άποψης ότι, εφόσον με την αγόρευσή του ο συνήγορος της κατηγόρου δεν αρνήθηκε ότι ισχύουν τα ίδια στοιχεία στο κατηγορητήριο των τριών εκκρεμουσών υποθέσεων με εκείνα τα στοιχεία που υπήρχαν στο κατηγορητήριο της ήδη εκδικασθείσας υπόθεσης όσον αφορά (α) το όνομα της κατηγόρου, (β) το όνομα της κατηγορούμενης, (γ) το ότι οι κλοπές από μέρους της κατηγορούμενης δεν στρέφονταν κατά ατομικής ιδιοκτησίας της παραπονούμενης αλλά κατά της περιουσίας της εταιρείας Berriman Investments Ltd, διαφαίνεται ότι η εκ νέου υποβολή της Κατηγορούμενης σε δίκη ενόσω έχει αθωωθεί υπό τα ίδια στοιχεία, θα παραβιάζει την αρχή του autrefois acquit. Συγχρόνως, θα απέληγε σε καταπίεση για την Κατηγορούμενη και σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, η επαναληπτική δίκη επί του ιδίου πραγματικού και νομικού θέματος σε κάθε κατηγορητήριο που εκκρεμεί ανάμεσα στους ίδιους διάδικους. Είναι η κατάλληλη στιγμή να δανεισθώ τα λόγια του Έντιμου Δικαστή Μ. Χριστοδούλου, Δ. στην προμνησθείσα υπόθεση Δημοκρατίας ν Ηλιάδη, ότι «Ναι μεν το δημόσιο συμφέρον απαιτεί την προσαγωγή των αδικοπραγούντων ενώπιον της δικαιοσύνης, αλλά δεν γνωρίζουμε νομική αρχή που επιτρέπει την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας για σκοπούς εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος». Υπό το φως όλων των προλεχθέντων, καταλήγω να διακόπτω τα κατηγορητήρια στις υποθέσεις 418/15 έως 420/15 και απαλλάσσω την Κατηγορούμενη από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει σε αυτά. Λαμβάνοντας υπόψη το λόγο στη βάση του οποίου έχω διακόψει τη δίκη στις εν λόγω τρεις υποθέσεις, κρίνω δίκαιο να επιδικάσω υπέρ της Κατηγορούμενης και εναντίον της Παραπονούμενης τα έξοδα που προκλήθηκαν κατά τις δικασίμους που επακολούθησαν την έκδοση της απόφασης στην Ιδιωτική ποινική υπόθεση 2305/2015, ήτοι από 29.6.2018 μέχρι σήμερα. Όσον αφορά τα έξοδα των δικασίμων που προηγήθηκαν της 29ης Ιουνίου 2018, κρίνω δίκαιο να είναι κάθε πλευρά τα έξοδά της, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν είχε εγερθεί μέχρι τότε προς απόφαση από το Δικαστήριο το ζήτημα της κατάχρησης. (υπ.) ............................................. Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.