Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Suleyman κ.α., Αρ. Ποιν. Υποθ.: 9342/18, 18/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:B32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή, Ε.Δ. Αρ. Ποιν. Υποθ.: 9342/18 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν.
- XXXXX Αναστασίου
- XXXXX Chalil
- XXXXX Suleyman Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 18 Σεπτεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή꞉ ο κος Α. Αντωνίου με κα. Α. Παντελή. Για τον Κατηγορούμενο 1꞉ ο κ. Κωνσταντίνος Χριστοφόρου. Για τον Κατηγορούμενο 3꞉ ο κ. Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτου. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 παρόντες. Οι Κατηγορούμενοι λαμβάνουν δωρεάν νομική αρωγή. Ποινή στον 3ο Κατηγορούμενο για την κατηγορία αρ.
- Μετά την απαγγελία της ενδιάμεσης απόφασής μου, ημερ. 18.6.2019, αναφορικά με το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, το παρόν Δικαστήριο κάλεσε τον Κατηγορούμενο αρ. 3 σε απολογία στην κατηγορία αρ. 11 μόνο. Αυτός ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου ν' αλλάξει απάντηση από «Μη παραδοχή» σε «Παραδοχή». Η εντέκατη κατηγορία αφορά στο αδίκημα των αμελών και απερίσκεπτων πράξεων, κατά παράβαση των άρθρων 236(α) και 35 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος 3 την 1.5.2018 στην οδό XXXXX στην Ορόκλινη, οδήγησε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XXXXX09 με τρόπο αμελή και βεβιασμένο, θέτοντας σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή. Τα γεγονότα που αφορούν στην κατηγορία αυτή, όπως τα έθεσε ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, είναι ως εξής: Την 01/05/2018 και ώρα 16:55, κατόπιν πληροφορίας για ύποπτο όχημα και στα πλαίσια ερευνών για ποινικά αδικήματα, δύο μέλη του ΤΑΕ Λάρνακας μετέβηκαν στην οδό Ωκεανίας στην Ορόκλινη, όπου εντόπισαν σταθμευμένο ένα αυτοκίνητο μάρκας Nissan Micra με αριθμούς εγγραφής XXXXX
- Ο οδηγός, όπως διαπιστώθηκε στη συνέχεια, ήταν ο κατηγορούμενος αρ.
- Έγινε προσπάθεια να προσεγγιστεί το όχημα με το υπηρεσιακό αυτοκίνητο της Αστυνομίας για να ανακοπεί, δηλαδή να αποκλειστεί και να μπορέσουν να το προσεγγίσουν οι αστυνομικοί, αλλά επειδή ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση του αστυνομικού οχήματος ένα διπλοκάμπινο με αποτέλεσμα να βρεθεί δίπλα από το Nissan Micra, κατέβηκαν πεζοί από το αυτοκίνητο για να τον προσεγγίσουν, το διπλοκάμπινο όμως προχώρησε και την ώρα που έφτασε ο ένας αστυνομικός δίπλα από την πόρτα του οδηγού φωνάζοντας "Αστυνομία" και προσπαθώντας να ανοίξει την πόρτα, το αυτοκίνητο ανέπτυξε ταχύτητα και κινήθηκε προς το μέρος του δεύτερου αστυνομικού στην προσπάθεια του να διαφύγει. Ταυτόχρονα, το μέλος της Αστυνομίας που είχε προσεγγίσει και προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα του αυτοκινήτου, έριξε δύο πυροβολισμούς στο μπροστινό ελαστικό του αυτοκινήτου και στη συνέχεια και ο δεύτερος αστυφύλακας ο οποίος κινδύνευσε από την οδήγηση του Micra προς το μέρος του, επίσης πυροβόλησε το όχημα. Ακολούθησε καταδίωξη, αλλά δεν κατέστη δυνατό να ανακοπεί το όχημα και εντοπίστηκε στη συνέχεια ακινητοποιημένο. Μέσω πληροφορίας που λήφθηκε, κατέληξε το ΤΑΕ στον Κατηγορούμενο αρ.3, ο οποίος και αναγνωρίστηκε ως ο οδηγός του οχήματος. Επίσης ταυτίστηκε και με γενετικό υλικό από τα κλειδιά του αυτοκινήτου κι άλλα αντικείμενα. Ο κ. Α. Αντωνίου ζήτησε όπως επιδικαστούν €20 έξοδα εναντίον του Κατηγορούμενου. Τέλος, ο κ. Αντωνίου δήλωσε ότι ο Κατηγορούμενος αρ. 3 είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο συνήγορος Υπεράσπισης αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής σημείωσε ότι οι Αστ. XXXXX και XXXXX, που ήταν τα άτομα τα οποία προσέγγισαν το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 3, δεν ήταν με αστυνομική περιβολή, ούτε και κρατούσαν αυτοκίνητο που είχε τα σήματα της Αστυνομίας. Στις καταθέσεις του αστυφύλακα XXXXX και του αστυφύλακα XXXXX, φαίνεται να λέει ο ένας ότι κινδύνευσε ο άλλος. Η πραγματικότητα είναι ότι ο ένας πήγε μπροστά για την ανακοπή και ο άλλος στο πλευρό, αυτός που πήγε να ανοίξει την πόρτα. Ο κατηγορούμενος 3 προσπάθησε να φύγει το αυτοκίνητο, επειδή του είπε ο συνοδηγός του, που ήταν ο XXXXX Χουσεΐν ότι "Αστυνομία, έχω πρόβλημα, φύγε" τζιαί εκκίνησε το αυτοκίνητο και έφυγε από τη σκηνή. Ο λόγος που βρέθηκε σε αυτό το σημείο ο κατηγορούμενος 3, είναι διότι ο Μουχάμετ Χουσεΐν τον πήρε τηλέφωνο ότι θα ήθελε να έρθει Ορόκλινη, ότι αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα με τα μάτια του κι αν μπορούσε να οδηγήσει αυτός το αυτοκίνητο της φιλενάδας του, της XXXXX Χιουντάι από την Ουγγαρία, την οποία γνώριζε ο κατηγορούμενος 3 και η οποία τη δεδομένη χρονική περίοδο απουσίαζε και το αυτοκίνητο της το κρατούσε ο Χουσεΐν. Ο κατηγορούμενος φοβήθηκε, του είπε ο συνοδηγός "φύγαμε, έχω προβλήματα με την Αστυνομία" και μάλιστα πυροβολήθηκε το αυτοκίνητο και στα ελαστικά και είχε και σφαίρες στην πόρτα του συνοδηγού. Αυτό και μόνο ήταν μία στιγμή πανικού που έπρεπε και ο ίδιος να φύγει και να προφυλάξει τον εαυτό του, διότι δεν ήξερε τι ακριβώς συνέβηκε. Τόνισε ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι δεν τραυματίστηκε οποιοδήποτε πρόσωπο, αλλά ούτε και προκλήθηκαν οποιεσδήποτε ζημιές σε περιουσία τρίτων προσώπων, δύο πολύ σημαντικά στοιχεία. Ο κατηγορούμενος απολογείται και ζητά την επιείκεια του Δικαστηρίου. Είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου, νεαρό άτομο. Η παραδοχή του έγινε σε κάποιο προχωρημένο στάδιο, όμως θα πρέπει να ληφθεί υπόψη έστω και σε αυτό το στάδιο που έκανε την παραδοχή. Ο κατηγορούμενος προέρχεται από μίαν πολυμελή οικογένεια, είναι Κύπριος υπήκοος, η καταγωγή του πατέρα είναι Τουρκοκύπριος και η μητέρα του από την Ιορδανία. Είναι ο τέταρτος στη σειρά από έξι παιδιά, προέρχεται από μία συγκροτημένη οικογένεια, ο πατέρας του είναι εργάτης στον Δήμο Λευκωσίας και με τον περιορισμένο μισθό του κατάφερε να σπουδάσει τον κατηγορούμενο 3 και να φοιτήσει μέχρι την Ε' τάξη της Αμερικάνικης Ακαδημίας στη Λευκωσία, πλην όμως λόγω των προβλημάτων των οικονομικών που αντιμετώπιζε ο πατέρας, έφυγε στην Ε' τάξη από την Αμερικάνικη Ακαδημία. Προσπάθησε ο ίδιος τότε να καταταγεί στις τάξεις της Εθνικής Φρουράς για να υποβάλει αίτηση για την Αστυνομία, αλλά δεν τον δέχτηκαν στον στρατό λόγω της καταγωγής του, επειδή ο πατέρας του είναι Τουρκοκύπριος. Για τον ίδιο λόγο δεν μπορούσε ούτε να υποβάλει αίτηση για να γίνει μέλος της Αστυνομικής Δύναμης της Κύπρου. Μετά από αυτά τα γεγονότα, μετέβηκε στην Αγγλία για 2 με 3 χρόνια και εργάστηκε σε διάφορα εργοστάσια και επέστρεψε στην Κύπρο. Πρόθεσή του είναι να υποβάλει αίτηση για να γίνει αστυνομικός στο SBA, δηλαδή στις βάσεις Ακρωτηρίου και Δεκέλειας. Ήταν η θέση του κ. Χατζηπαναγιώτου ότι ο Κατηγορούμενος 3 έχει τιμωρηθεί και με το παραπάνω σε αυτήν την υπόθεση. Βρισκόταν από τις 27/07/2018 υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές για την ποινική υπόθεση 7150/18 του Κακουργιοδικείου Λάρνακας που αφορούσε μια πανομοιότυπη κατηγορία, η οποία τελικά στις 15/10/2018, μετά από έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα, η υπόθεση παραπέμφθηκε από το Κακουργιοδικείο στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας όπου καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση ως νέα υπόθεση. Από τις 15/10/2018 που τέθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, υπό την παρούσα σύνθεσή του, ο Κατηγορούμενος 3 παρέμεινε υπό κράτηση ως υπόδικος μέχρι τις 29/01/
- Κατέληξε να παραμένει περίπου 6 μήνες έγκλειστος στις Κεντρικές Φυλακές (εν μέρει ως υπόδικος για την υπόθεση στο Κακουργιοδικείο και εν μέρει ως υπόδικος για την υπόθεση στο Επαρχιακό, πάντοτε όμως για την ίδια ουσιαστικά κατηγορία). Αν το Δικαστήριο θεωρεί ότι η ποινή θα πρέπει να είναι στερητική της ελευθερίας, ο συνήγορος Υπεράσπισης θεωρεί ότι υπάρχουν όλα εκείνα τα δεδομένα που δίδουν το δικαίωμα στο Δικαστήριο σε αυτήν την περίπτωση να αναστείλει την εκτέλεση μίας τέτοιας ποινής για τον κατηγορούμενο 3, καθότι πρόκειται για άτομο λευκού ποινικού μητρώου που βρίσκεται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου και οι συνθήκες διάπραξης τούτου του αδικήματος είναι τέτοιες που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να τον αντιμετωπίζει με επιείκεια ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Η κατηγορία αρ. 11 εδράζεται στο άρθρο 236(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο προνοεί ως εξής: «
- Όποιος, με τέτοιο αλόγιστο τρόπο, βεβιασμένο ή αμελή, ώστε να θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή ή να είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άλλο - (α) οδηγεί όχημα ή ιππεύει σε οποιαδήποτε δημόσια διάβαση ή [...] είναι ένοχος πλημμελήματος:[...]». Το άρθρο 236(α) δεν καθορίζει την ποινή. Δεδομένου όμως ότι πρόκειται για πλημμέλημα, η ποινή προδιαγράφεται στο άρθρο 35 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει ότι: «
- Όταν στον Κώδικα αυτό δεν προβλέπεται ειδικά ποινή για οποιοδήποτε πλημμέλημα, τα πλημμελήματα τιμωρούνται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια, ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες, ή και με τις δύο αυτές ποινές.». Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα του αδικήματος διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Οι συνθήκες διάπραξης ενός αδικήματος λαμβάνονται ασφαλώς πάντοτε υπόψη, προκειμένου να καθοριστεί η σοβαρότητά του και να ανιχνευθούν τυχόν επιβαρυντικοί ή μετριαστικοί παράγοντες. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής ώστε να αρμόζει στις συνθήκες του συγκεκριμένου παραβάτη δεν ατονεί, ακόμη και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (βλ. Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245). Η εξατομίκευση αυτή, όμως, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής, ειδικά σε περιπτώσεις όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Στη Σάββα v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 115 σημειώθηκε ότι αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου «η καθήλωση, μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που, στην περίπτωση της οδικής αμέλειας, χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας». Θέματα που έχουν σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής (βλ. μεταξύ άλλων την Ποινική Έφεση 161/05, Γιαννάκης Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, απόφαση ημερ. 3.3.2006, καθώς και την Γεώργιου Κ. Σπύρου ν. Σπύρου Χριστοδούλου
(1996)1Β Α.Α.Δ 1193 με παραπομπή στην Shacolas v. Agathangelou and Another
(1983)1 C.L.R. 1007). Όπως επισημαίνεται στην R. v. Boswell [1984] 3 All E.R. 353 και στην R v. Guilfoyle
(1973)2 ALL E.R. 844, η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια του κατηγορούμενου εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν τον δρόμο, ενώ το λευκό ποινικό μητρώο αποτελεί παράγοντα που μπορεί σε οριακές περιπτώσεις να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην επιβολή ή όχι ποινή φυλάκισης. Η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδείκνυται στις περιπτώσεις εκείνες που το κύριο χαρακτηριστικό της αμέλειας του κατηγορουμένου είναι στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία σε συνδυασμό με λευκό ή καλό ποινικό μητρώο. (Βλ Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Mohamed El Sayed Awad v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 290). Το μέγιστο της ποινής μειώνεται ανάλογα με τους θεσμοθετημένους ή νομολογιακά καθιερωμένους μετριαστικούς παράγοντες στην υπόθεση. Ως τέτοιοι θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό ποινικό μητρώο, η άμεση και ειλικρινής παραδοχή και μεταμέλεια του παραβάτη, καθώς και η προσφορά γνήσιας απολογίας στα θύματα της παρανομίας του Κατηγορουμένου, και όπου τούτο ισχύει, και χρηματικής αποζημίωσης (βλ., μεταξύ άλλων, την Ποινική Έφεση Αρ. 183/2007 ΣΑΒΒΑΣ ΣΑΒΒΑ v Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 242). Η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμοίβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή, ενθαρρύνοντας έτσι τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή ώστε να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Το νεαρό της ηλικίας ενός κατηγορουμένου λαμβάνεται, γενικά, υπόψη ως ελαφρυντικός παράγοντας. Στην παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως έχουν εκτεθεί, λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικούς παράγοντες το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος επέδειξε αλόγιστη, αμελή και βεβιασμένη οδήγηση, δημιουργώντας κίνδυνο για τη ζωή δύο αστυνομικών, σε χρόνο που αυτός γνώριζε ότι επρόκειτο για Αστυνομικούς, εφόσον του το υπέδειξε ο ίδιος ο συνοδηγός του και εφόσον άκουσε τους Αστυνομικούς να ανακοινώνουν την ιδιότητά τους αυτή την ώρα που πλησίασαν στο όχημά του. Το ότι η συμπεριφορά του καθοδηγήθηκε από τις οδηγίες τρίτου προσώπου, του συνοδηγού του, υπό καθεστώς φόβου ή/και πανικού, που ενδεχομένως να μείωσε την ικανότητα αυτοελέγχου του Κατηγορούμενου αρ. 3 κατά την οδηγική του συμπεριφορά, λαμβάνεται υπόψη ως εν δυνάμει ελαφρυντικός παράγοντας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να σταλεί μήνυμα ανοχής επικίνδυνης οδήγησης υπό παρόμοιες συνθήκες. Κρίνω ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης είναι μέτρο αναγκαίο προκειμένου να κατασταλεί η εγωιστική αντικοινωνική και επικίνδυνη συμπεριφορά ενός οδηγού που παραβλέπει τον κίνδυνο για τη ζωή άλλων ανθρώπων, και δη αστυνομικών που επιχειρούν να ανακόψουν ένα όχημα για έλεγχο. Προχωρώ να εξετάσω ποιοι μετριαστικοί παράγοντες μπορούν να ληφθούν υπόψη στην παρούσα. Ο Κατηγορούμενος είναι νεαρό πρόσωπο μεγαλωμένο στην Κύπρο, με λευκό ποινικό μητρώο και έχει προβεί σε αλλαγή απάντησης από μη παραδοχή σε παραδοχή ευθύς μετά που κρίθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος. Το ότι δήλωνε μη παραδοχή προηγουμένως, συσχετίζεται προφανώς με το ότι αμφισβητούσε την ανάμειξή του σε όλες τις άλλες κατηγορίες που αφορούσαν σε διάρρηξη και κλοπή, καθώς και σε συνωμοσία για διάρρηξη και κλοπή. Δεν απεδείχθη εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του για τις υπόλοιπες κατηγορίες. Κρίνω ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, μπορεί να δοθεί έκπτωση στην ποινή που θα του επιβληθεί χάριν του λευκού του ποινικού μητρώου, του νεαρού της ηλικίας του και της έμπρακτης μεταμέλειας που επέδειξε με το να αλλάξει απάντηση σε παραδοχή έστω και σε αυτό το στάδιο. Το ότι δεν προκλήθηκαν εν τέλει τραυματισμοί των αστυνομικών, θα προσμετρηθεί επίσης ως μετριαστικός παράγοντας. Έχοντας πάντοτε υπόψη μου ως αφετηρία το μέγιστο όριο ποινής που προδιέγραψε ο Νομοθέτης να επιβάλλω ποινή φυλάκισης 4 μηνών στον Κατηγορούμενο. Θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου προβλέπει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι χωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373, Λιασίδης ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 94 Όπως έχει σημειωθεί στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303, μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος, το μητρώο του Κατηγορούμενου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Λαμβάνοντας εδώ υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, την αλλαγή απάντησής του σε παραδοχή ευθύς μόλις κρίθηκε από το Δικαστήριο εκ πρώτης όψεως ένοχος, ως δείχτη της μεταμέλειάς του, σε συνδυασμό με το ότι από την οδήγησή του δεν προέκυψε μόνιμη βλάβη ή τραυματισμός σε τρίτο πρόσωπο, καθώς και το ότι πρόκειται για νεαρό πρόσωπο, , καταλήγω να αποφασίζω την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισής του για περίοδο 3 ετών από σήμερα, έτσι ώστε να του δοθεί μία ευκαιρία για αναμόρφωση της συμπεριφοράς του.. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είχε παραμείνει υπό κράτηση ως υπόδικος με οδηγίες του παρόντος Δικαστηρίου για περίοδο από 15.10.2018 μέχρι 29.1.2019, αλλά εκείνο το μέτρο αφορούσε στην αναγκαιότητα εξασφάλισης της παρουσίας του στη δίκη προκειμένου να κριθεί η εμπλοκή του και σε άλλες πολύ σοβαρότερες κατηγορίες. Σε κάθε περίπτωση, το διάστημα εκείνο θα πρέπει να λειτουργεί κατά τρόπο που να θυμίζει στον Κατηγορούμενο τί σημαίνει στέρηση προσωπικής ελευθερίας, ώστε να αποφύγει στο μέλλον οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά που ενδεχόμενα να ενεργοποιήσει την επιβληθείσα σήμερα ποινή φυλάκισης με αναστολή. [Επεξηγείται από το Δικαστήριο η σημασία της αναστολής.] Ο Κατηγορούμενος αρ. 3 καταδικάζεται στα έξοδα €20. (Υπ.) ...................................... Α. Πανταζή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο