KYTHREOTIS κ.α. ν. HERCULES, Αρ. υποθεσης: 11931/2015, 22/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:B38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. υποθεσης: 11931/2015 ΜΕΤΑΞΥ: 1) XXXXX KYTHREOTIS γνωστός και ως XXXXX Κυθραιώτης ή/και XXXXX Κυθρεώτης (αρ. ΔΤ. ΧΧΧΧ63) 2) STARPORT MANAGEMENT LTD (HE 119307) 3) PKM MANAGEMENT LTD (HE 231439) -ν- XXXXX XXXXX HERCULES (ERACLEOUS) (αρ. ΔΤ.XXXXX08) Κατηγορούμενου Ημερομηνία꞉ 22.11.2019 Εμφανίσεις꞉ Για τους παραπονούμενους αρ. 1 έως 3꞉ κα Πατσιά, για Γεώργιο Θ. Κούμα Για τον Κατηγορούμενο꞉ ο Κατηγορούμενος αυτοπροσώπως. Ο Κατηγορούμενος παρών. Για να μεταφράζει από τα Ελληνικά στα Αγγλικά, παρών ο διερμηνέας / μεταφραστής κ. Άντης Χατζηφιλίππου. ΠΟΙΝΗ Με αιτιολογημένη απόφαση, ημερ. 11.11.2019, στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο ιδιωτική ποινική υπόθεση, ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος για το αδίκημα της κατηγορίας αρ. 1 όπως αυτή τροποποιήθηκε από το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 85 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, για το αδίκημα της «Παράνομης πρόσβασης σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, κατά παράβαση του άρθρου 4 του Ν.22(ΙΙΙ)/2004». Υπενθυμίζω ότι η κατηγορία αρ. 2 διακόπηκε στις 2.8.2019 και, ως εκ τούτου, ο Κατηγορούμενος απαλλάγηκε και αθωώθηκε σε εκείνην. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της τροποποιημένης κατηγορίας αρ. 1 επί του κατηγορητηρίου - «Ο Κατηγορούμενος από τις 11 Αυγούστου 2010 μέχρι την 1η Οκτωβρίου 2010, συμπεριλαμβανομένων και των δύο ημερομηνιών, με πρόθεση και χωρίς δικαίωμα, παραβίασε τα μέτρα ασφαλείας και πετυχαίνοντας πρόσβαση εισήλθε παράνομα σε σύστημα ηλεκτρονικού υπολογιστή των παραπονουμένων 1 - 3 που βρισκόταν στα γραφεία των παραπονουμένων στη Λεμεσό (Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ', YIOTA COURT, 4ος όροφος, Γραφεία 301 - 302, 3021». Η καταδίκη του για την εν λόγω κατηγορία ήταν απόρροια των ευρημάτων του Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας που προσφέρθηκε στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, κατέληξα σε εύρημα ότι: Στις 11.8.2010 και την 1.10.2010 ο Κατηγορούμενος εισήλθε στο γραφείο του ΜΚ2 (που είναι ο παραπονούμενος αρ. 1 στον τίτλο της υπόθεσης) εν τη απουσία του ΜΚ2 και εν αγνοία του ΜΚ2 εφάρμοσε τον κωδικό αριθμό ασφαλείας πρόσβασης που χρησιμοποιούσε ατομικά και αποκλειστικά για τον δικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή ο ΜΚ2, τον οποίο κωδικό ο Κατηγορούμενος κατάφερε να μάθει όταν κάθισε δίπλα στον ΜΚ2 το βράδυ της 10.8.2010 και είδε τον ΜΚ2 να τον χρησιμοποιεί. Με τη χρήση του συγκεκριμένου κωδικού, ο Κατηγορούμενος πέτυχε πρόσβαση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ΜΚ2 με πρόθεση, χωρίς δικαίωμα, και έπραξε τούτο για να εξεύρει έγγραφα και πληροφορίες που ήταν αποθηκευμένα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ΜΚ2 και μέσα στο λογισμικό πρόγραμμα που του παρείχε ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Αφότου εξασφάλισε διάφορα τέτοια δεδομένα από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ΜΚ2, τα οποία ο ΜΚ2 ουδέποτε προηγουμένως εκδήλωσε πρόθεση να αποκαλύψει στον Κατηγορούμενο ή/και σε τρίτα πρόσωπα, ο Κατηγορούμενος τα προώθησε μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του ΜΚ2 προς τη δική του ηλεκτρονική διεύθυνση. Πρόθεση του Κατηγορούμενου ήταν να τα διαβιβάσει σε αντίδικους δικηγόρους για σκοπούς συμμόρφωσης σε Δικαστικό Διάταγμα Αποκάλυψης Εγγράφων του High Court of Justice of England and Wales, ενώ γνώριζε με βεβαιότητα κατά ή περί την 1.10.2010 ότι ο ΜΚ2 δεν είχε πρόθεση να συμμορφωθεί με αυτό το Διάταγμα, αλλά αντίθετα είχε πρόθεση να μην αποκαλύψει τα ζητηθέντα δεδομένα, γι'αυτό και δεν θα συναινούσε με το να τα λάβει ο Κατηγορούμενος από το δικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή για να προβεί σε τέτοια χρήση. Σύμφωνα με τα στοιχεία που διαθέτουν οι παραπονούμενοι στην παρούσα υπόθεση, ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου. Οι παραπονούμενοι έχουν υποστεί δικηγορικά και πραγματικά έξοδα από την καταχώρηση και ακρόαση της παρούσας ποινικής υπόθεσης και αξιώνουν από το Δικαστήριο όπως τα επιδικάσει υπέρ τους και εναντίον του Κατηγορούμενου. ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΓΙΑ ΜΕΤΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Ο Κατηγορούμενος εφοδίασε το Δικαστήριο με γραπτό κείμενο αγόρευσης για μετριασμό της ποινής στην Αγγλική γλώσσα καθώς και πιστή μετάφραση αυτού στην Ελληνική γλώσσα. Επιλέγω να την παραθέσω αυτούσια: «Αυτή είναι η απολογία μου για μετριασμό μετά την απόφαση του Δικαστηρίου που με βρήκε ένοχο όσον αφορά την κατηγορία της απόκτησης παράνομης πρόσβασης στο ηλεκτρονικό σύστημα του καταγγέλλοντος. Θα ήθελα καταρχάς να δηλώσω ότι με την παραλαβή της εντολής δέσμευσης που εξέδωσε το Αγγλικό Ανώτατο Δικαστήριο κατά τη διαδικασία που άσκησε η ΒΤΑ Bank και άλλα συναφή έγγραφα στις 29ηΙουλίου και 5ηΑυγούστου 2010, ήμουν βαθύτατα συγκλονισμένος βλέποντας ότι κατηγορήθηκα ως συμμετέχοντας σε μια πολύ σοβαρή απάτη, για την οποία η ΒΤΑ Bank ζητούσε αποζημίωση ύψους $290 εκατομμυρίων δολαρίων και η οποία φέρεται να αποτελεί μέρος μιας πολύ μεγαλύτερης απάτης μεταξύ $4 -$8 δισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ. Κατηγορήθηκα ότι ήμουν στο επίκεντρο της πλάνης της αράχνης και αυτό ήταν εξαιρετικά ενοχλητικό και τρομακτικό για μένα, καθώς ήξερα ότι ήμουν εντελώς αθώος από όλες τις κατηγορίες εναντίον μου και απλώς διορίστηκα στο ρόλο ενός διευθυντή σε μία από τα εταιρείες από τον καταγγέλλοντα και πάντα υπέγραφα απλώς εγγράφαμε δικές του διαταγές ή του προσωπικού του. Από εκείνη την στιγμή ενεργούσα κάτω από μια τεράστια πίεση λόγω της σοβαρότητας των ισχυρισμών που έγιναν εναντίον μου. Ήμουν σε κατάσταση πανικού. Η εντιμότητα σας αναγνώρισε ότι οι πράξεις μου ήταν πάντοτε με την πρόθεση να συμμορφωθώ με τις εντολές του δικαστηρίου, όπως ήμουν νομικά δεσμευμένος να το πράξω. Η εντιμότητα σας αναγνώρισε επίσης ότι ο καταγγέλλων δεν συμμορφώθηκε με τις σχετικές δικαστικές εντολές και ότι ήξερα σίγουρα ότι δεν είχε καμία πρόθεση να το πράξει ή να με βοηθήσει να συμμορφωθώ. Ο καταγγέλλων μου άφησε αρχικά τη δυνατότητα να ορίσω κοινή νομική εκπροσώπηση, παρά το γεγονός ότι ήταν δική του ευθύνη να πράξει κάτι τέτοιο, το οποίο έκανα το συντομότερο δυνατό λόγω της νομικής απαίτησης της υποβολής ενόρκων δηλώσεων. Εντούτοις, ένα μήνα μετά τον διορισμό της κοινής νομικής εκπροσώπησης, πληροφορήθηκα από τον καταγγέλλοντα ότι ο δικηγόρος ο οποίος είχε διοριστεί από κοινού για να μας εκπροσωπήσει δεν θα μας εκπροσωπούσε πλέον και έπρεπε να ζητήσω την επιστροφή της αμοιβής του δικηγόρου για τις GBPE50.000 που ο καταγγέλλων είχε μεταφέρει. Ο καταγγέλλων είχε ενημερωθεί από τον πελάτη του ότι θα τον εκπροσωπούσε άλλη νομική εταιρεία, έξι εβδομάδες αργότερα από την αρχική επίδοση δικαστικών εγγράφων, αλλά αυτή η εταιρεία δεν μπορούσε να με εκπροσωπήσει λόγω σύγκρουσης συμφερόντων. Αυτή η σύγκρουση συμφερόντων ήταν ότι η πιθανή υπεράσπιση μου ήταν το γεγονός ότι ενεργούσα πάντα σύμφωνα με τις οδηγίες του καταγγέλλοντος, κάτι που μου εξήγησαν οι νέοι νόμιμοι εκπρόσωποι του καταγγέλλοντος. Κατά συνέπεια, ξαφνικά βρέθηκα χωρίς νομική εκπροσώπηση, παρά το γεγονός ότι έπρεπε να επικαλεστώ τον καταγγέλλοντα για να πληρώσω για μια τέτοια εκπροσώπηση. Παράλληλα, παραβίασα τις εντολές του Αγγλικού δικαστηρίου εναντίον μου, ήμουν σε περιφρόνηση δικαστηρίου και γνώριζα πλήρως ότι αντιμετώπιζα χρόνο φυλάκισης για τη μη συμμόρφωση μου, παρά το γεγονός ότι από την αρχή είχα την πρόθεση μου να συμμορφωθώ πλήρως. Ενώ εκτιμώ τη διαπίστωση της Εντιμότητας σας ότι έπρεπε να είχα περάσει από το νομικό σύστημα για να προσπαθήσω να προμηθευτώ από τον καταγγέλλοντα την τεκμηρίωση με την οποία είχα δικαστική εντολή να προμηθεύσω, πρέπει να σας ενημερώσω Εντιμότατη ότι αυτό θα ήταν μια άχρηστη άσκηση, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων δεν είχε την πρόθεση να μου παράσχει υπό οποιεσδήποτε συνθήκες πλήρη και σωστά αντίγραφα των απαραίτητων εγγράφων, καθώς είχε ήδη καταγράψει τα αρχεία και τροποποίησε και άλλαξε ημερομηνίες αναδρομικώς στα έγγραφα που έδωσε στους δικούς του νόμιμους εκπροσώπους στις 23 Σεπτεμβρίου
- Θα επαναλάβω και πάλι το γεγονός ότι στο Βρετανικό Ανώτατο Δικαστήριο και στο Εφετείο και στο Επαρχιακό Δικαστήριο της Λεμεσού αποδείχθηκε ότι ο καταγγέλλων υπέβαλε ψευδή και παραπλανητικά έγγραφα, βρέθηκε σε πολλές περιπτώσεις να είναι ψευδής και αναξιόπιστος μάρτυρας και έλαβε ποινή φυλάκισης 21 μηνών για Περιφρόνηση Δικαστηρίου στο Ηνωμένο Βασίλειο, ποινή φυλάκισης, την οποία υπηρέτησε εδώ στη Κύπρο. Επαναλαμβάνω περαιτέρω ότι ο καταγγέλλων ενώπιον των δικαστηρίων της Κύπρου και του Ηνωμένου Βασιλείου δεν είχε κανένα σεβασμό έναντι των Δικαστηρίων και του συστήματος της δικαστικής δικαιοσύνης εν γένει και δεν είχε καμιά τύψη να βρεθεί ενώπιον των δικαστηρίων και να υποβάλει ψευδή και παραπλανητική τεκμηρίωση υπό όρκο. Εάν είχα στηριχτεί στον καταγγέλλοντα για την απαραίτητη τεκμηρίωση και υπέβαλλα τα έγγραφα που επέμεινε, θα είχα και εγώ ποινή στερητική της ελευθερίας για περιφρόνηση δικαστηρίου. Παρά το γεγονός ότι είχα τον φάκελο της εταιρείας που ήμουν διευθυντής και μέτοχος, απειλήθηκα από τον καταγγέλλοντα ότι δεν μπορούσα να υποβάλω αυτά τα έγγραφα, καθώς δεν ήταν τα ίδια με εκείνα στα οποία προτίθετο να υποβάλει, αφού είχα κατατεθεί, παραποιηθεί και με ημερομηνίες αναδρομικά. Τώρα βρήκα τον εαυτό μου σε κατάσταση περιφρόνησης του δικαστηρίου, έλαβα μια ειδοποίηση Ποινής λόγω αυτής της μη συμμόρφωσης και μου επιδοτήθηκε Διάταγμα Anton Piller που εκδόθηκε εναντίον μου από το Κυπριακό δικαστήριο, την οποία ακολούθησα δεόντως. Υπάρχει επίσης το γεγονός ότι ο καταγγέλλων είχε πλαστογραφήσει την υπογραφή μου σε πολλές περιπτώσεις και δεν μπορούσα να βασιστώ σε τέτοιο άτομο να συμμορφωθεί πλήρως με τα δικαστικά διατάγματα, καθώς είχα χάσει την εμπιστοσύνη σ'αυτόν αφού ήταν έτοιμος να διαπράξει τέτοιες πράξεις πλαστογραφίας . Ζητώ Εντιμότατη να λάβετε υπόψη όλα αυτά τα γεγονότα και να λάβετε επίσης υπόψη την απίστευτα δύσκολη θέση στην οποία βρέθηκα. Υπό τις συνθήκες, ένιωθα ότι δεν είχα άλλη επιλογή παρά να προσπαθήσω να βρω τα σχετικά έγγραφα από τον υπολογιστή του καταγγέλλοντος, για να διασφαλίσω ότι θα συμμορφωθώ με τη σχετική δικαστική απόφαση. Η μόνη πραγματική εναλλακτική λύση ήταν να πω ψέματα, να παραπλανήσω το Αγγλικό δικαστήριο και να κινδυνεύσω να φυλακιστώ για περιφρόνηση δικαστηρίου. Αναγνωρίζω ότι ακόμη και αυτές οι ασυνήθεις περιστάσεις δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την παραβίαση του νόμου, αλλά ζητώ Εντιμότατη να λάβετε υπόψη αυτές τις πολύ σοβαρές περιστάσεις και να δείξετε επιείκεια. Ζητώ επίσης Εντιμότατη να λάβετε υπόψη ότι παρόλο που διαβίβασα μόνος μου έγγραφα από τον υπολογιστή του καταγγέλλοντος, αυτό διαγράφηκε αμέσως μετά τις απειλές και τον εκφοβισμό από μέρους του καταγγέλλοντος. Οι επιπτώσεις των ενεργειών μου στον καταγγέλλοντα ήταν ελάχιστες. Τέλος, σας ζητώ Εντιμότατη, να λάβετε υπόψη ως πολύ σημαντικό παράγοντα την τεράστια καθυστέρηση στην άσκηση της δίωξης από τον καταγγέλλοντα, η οποία είναι μια καθυστέρηση των πέντε ετών από την αρχική εκδήλωση και εννέα χρόνια όσον αφορά την περάτωση της παρούσας διαδικασίας. Θα ασχοληθώ τώρα με τις προσωπικές μου περιστάσεις. Είμαι πενήντα χρονών. Έχω καθαρό ποινικό μητρώο. Από τότε αυτού του γεγονόντος, η επιχείρηση μου επηρεάστηκε τόσο αρνητικά λόγω του γεγονότος ότι το όνομα μου συνδέεται με την πολύ σοβαρή περίπτωση απάτης στο Ηνωμένο Βασίλειο, υπάρχουν ακόμα άρθρα για μένα που βρίσκονται ακόμα στο διαδίκτυο. Αναφέρθηκα στην τηλεόραση Bloomberg και στους SundayTimes. η παροχή συμβουλευτικής μου τελικά απέτυχε λόγω της ασυνείδητης μου εμπλοκής σε μία από τις μεγαλύτερες περιπτώσεις εταιρικής απάτης που ήρθε ποτέ ενώπιον των δικαστηρίων του Ηνωμένου Βασιλείου και είμαι σήμερα άνεργος. Αυτή τη στιγμή ζώ στο σπίτι του πατέρα μου και δεν έχω εισροή εισοδήματος. Ψάχνω για απασχόληση και τυχόν πιθανότητες εύρεσης εργασίας θα επηρεάζονταν σοβαρά εάν επρόκειτο να λάβω οποιαδήποτε μορφή ποινικού μητρώου. Είμαι ένας περήφανος πατέρας δύο παιδιών ηλικίας 13 και 11 ετών και επί του παρόντος αγωνίζομαι να τα φροντίσω. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη στιγμή του περιστατικού πριν από εννέα χρόνια, οι πράξεις μου ήταν οι πράξεις ενός ατόμου από εκείνους που δεν μπορούσε να διακινδυνεύσει τον περιορισμό της ελευθερία του. Το αποτέλεσμα οποιασδήποτε ποινής στερητικής της ελευθερίας θα είχε για τα παιδιά μου δεν αξίζει να στο σκέφτομαι, τόσο τότε όσο και τώρα.». ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ Κατά την επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο αρχίζει από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής και ακολούθως ελέγχει τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων στην ενώπιον του υπόθεση για να προσαρμόσει την ποινή στα δεδομένα της υπόθεσης αφότου διακρίνει αν υφίστανται επιβαρυντικοί ή μετριαστικοί παράγοντες. Έπειτα, εξατομικεύει την ποινή, έτσι ώστε αυτή να μην αντανακλά μόνο στη σοβαρότητα του αδικήματος και τις συνθήκες διάπραξής του, αλλά και στις πραγματικές προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Όμως η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας των αδικημάτων ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα. Στην παρούσα υπόθεση αφετηρία για την επιμέτρηση της ποινής αποτελούν τα ανώτατα όρια ποινών που προέβλεψε ο Νομοθέτης θεσπίζοντας τον περί της Σύμβασης κατά του Εγκλήματος μέσω του Διαδικτύου (Κυρωτικός) Νόμο του 2004 (Ν.22(ΙΙΙ)/2004). Είναι ο Νόμος με τον οποίο κυρώθηκε η ομώνυμη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης που υπογράφηκε στη Βουδαπέστη στις 23.11.2001 και στην οποία η Κυπριακή Δημοκρατία προσχώρησε με Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με Αριθμό 54.571 και ημερομηνία 21.11.
- Στόχος του Ν.22(ΙΙΙ)/2004 είναι η ποινικοποίηση των δράσεων που πλήττουν την εμπιστευτικότητα (confidentiality), ακεραιότητα (integrity) και διαθεσιμότητα (availability) των δεδομένων και των συστημάτων των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ειδικότερα, το άρθρο 4 του Ν.22(ΙΙΙ)/2004 που ποινικοποιεί την παράνομη πρόσβαση σε σύστημα ηλεκτρονικό υπολογιστή προβλέπει ότι։ «
- Όποιος με πρόθεση και χωρίς δικαίωμα εισέρχεται στο σύνολο ή μέρος συστήματος ηλεκτρονικών υπολογιστών, παραβιάζοντας τα μέτρα ασφαλείας διαπράττει αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές.». Ο Κύπριος νομοθέτης, θεσπίζοντας την ως άνω διάταξη, θέλησε να ποινικοποιήσει τις περιπτώσεις όπου πληρούνται σωρευτικά τρία συστατικά στοιχεία, ήτοι (α) η είσοδος στο σύστημα ηλεκτρονικού υπολογιστή να έγινε «με πρόθεση», όχι τυχαία, (β) η είσοδος να έγινε «χωρίς δικαίωμα», ήτοι χωρίς εξουσιοδότηση, άδεια ή συγκατάθεση ρητή ή εξυπακουόμενη από τον νόμιμο ιδιοκτήτη ή νόμιμο χρήστη του ηλεκτρονικού υπολογιστή και (γ) να επετεύχθη η είσοδος επειδή ο Κατηγορούμενος «παραβίασε τα μέτρα ασφαλείας». Όπως εξήγησα στην αιτιολογημένη απόφασή μου, ημερ. 11.11.2019, με αναφορά - (α) στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου κατά την ενάσκηση της πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας του για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorary στις Πολιτικές Αιτήσεις 10/15 και 11/15 ημερ. 20/03/15, και (β) «Explanatory Report tο the Convention on Cybercrime», European Treaty Series No. 185, 23.11.2001, και (γ) στο Εγχειρίδιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, Cybercrime training for judges: training manual, (έκδοση 31ης Μαρτίου 2010), τα Κράτη Μέρη που προσχώρησαν στην εν λόγω Σύμβαση της Βουδαπέστης είχαν διακριτική ευχέρεια να ποινικοποιήσουν την απλή «χωρίς δικαίωμα» πρόσβαση ή, διαζευκτικά, να ποινικοποιήσουν εκείνες τις περιπτώσεις που συνδυάζουν πρόσθετα στοιχεία, όπως είναι η παραβίαση μέτρων ασφαλείας, προς το σκοπό απόκτησης δεδοµένων υπολογιστή, άλλο ανέντιµο σκοπό που δικαιολογεί την ποινική ευθύνη ή όπως το αδίκημα διαπραχθεί σε σχέση µε σύστηµα υπολογιστή το οποίο συνδέεται µε άλλο σύστηµα υπολογιστή. Ο Κύπριος νομοθέτης επέλεξε να ποινικοποιεί όχι κάθε απλή χωρίς δικαίωμα πρόσβαση, αλλά την πρόσβαση εκείνη που επετεύχθη με την παραβίαση «μέτρων ασφαλείας». Ωστόσο, ούτε η Σύμβαση ούτε ο Κύπριος Νομοθέτης καθορίζει την έννοια του όρου «μέτρο ασφαλείας» ούτε προκαθορίζει τον τρόπο παραβίασης των μέτρων ασφαλείας. Όπως ρητά αναφέρεται στο εγχειρίδιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, Cybercrime training for judges: training manual, (έκδοση 31ης Μαρτίου 2010), στην επεξηγηματική παρα. 4.1.2, η Σϋμβαση δεν ποινικοποιεί συγκεκριμένη μέθοδο απόκτησης πρόσβασης στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, γι'αυτό και προκύπτει η πρόκληση για τους εθνικούς δικαστές: · αφενός, ν' αντιμετωπίσουν με την εξέλιξη της τεχνολογίας τις «αυτοματοποιημένες επιθέσεις» (automated attacks) μέσω εξειδικευμένου λογισμικού και, · αφετέρου, να χειριστούν τις περιπτώσεις όπου δεν χρησιμοποιούνται τεχνολογικά μέσα, παρά μόνο η κοινωνική μηχανική (social engineering) για ν' αποκτηθεί η πρόσβαση στον υπολογιστή. Από έρευνα που έχω κάνει στη νομολογία των Αγγλικών Δικαστηρίων, η οποία παρήχθη βάσει αντίστοιχων νομοθετικών διατάξεων όπως είναι το Computer Misuse Act 1990 του Ηνωμένου Βασιλείου, προκύπτει ότι (βλ. R v. Mangham (Glen Steven) [2012] EWCA Crim 973; [2013] 1 Cr. App. R. (S) 11) οι ακόλουθοι παράγοντες θα πρέπει να αξιολογούνται και σταθμίζονται από τα Δικαστήρια κατά την επιμέτρηση της ποινής: · η μέθοδος απόκτηση πρόσβασης στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και ιδιαίτερα το κατά πόσον αυτή ήταν προσχεδιασμένη και επαναλαμβανόμενη (planned and persistent), · το είδος της ζημιάς που προκλήθηκε στο σύστημα του ηλεκτρονικού υπολογιστή και το κατά πόσον έβλαψε γενικότερα το δημόσιο συμφέρον (public interest) ή τη δημόσια / εθνική ασφάλεια (national security), · αν προκλήθηκε επέμβαση στην ιδιωτική ζωή (individual privacy), · αν επηρέασε τη δημόσια εμπιστοσύνη (public confidence) ή την εμπορική εμπιστευτικότητα (commercial confidentiality), · το κόστος που χρειάζεται για να αποκατασταθεί τυχόν βλάβη στο σύστημα του ηλεκτρονικού υπολογιστή (cost of remediation), · όπως επίσης και το κίνητρο (motive) που είχε ο Κατηγορούμενος ή/και το όφελος (benefit) που αποκόμισε ο ίδιος από την παράνομη πρόσβαση. Πέραν των πιο πάνω κριτηρίων τα οποία άπτονται της φύσης του αδικήματος, στην παρούσα υπόθεση είμαι υποχρεωμένη να αξιολογήσω και έναν άλλο ουσιώδη παράγοντα κατά την επιμέτρηση της ποινής, ήτοι το μέγεθος του χρόνου που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι τη μέρα που το Δικαστήριο καταλήγει να επιβάλλει ποινή, καθ' ότι η διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος αναφορικά με το χρόνο εκδίκασης των υποθέσεων αποτελεί πρωταρχική ευθύνη του Δικαστηρίου (Μιχάλης Μαγκάκης
(1990)1 Α.Α.Δ. 1068). Όσο μεγαλύτερο είναι το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής της ποινής, τόσο απομειώνεται η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, εφόσον στο μεσοδιάστημα παρατηρείται ριζική ή θετική μεταβολή των συνθηκών του Κατηγορούμενου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71). Αποτελεί πάγια πλέον θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώριση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της πονής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ 617). Τούτο διότι η δίωξη του παραβάτη, ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη του, αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη τη δίκαιη δίκη (βλ. M & M Loizou Ltd κ.α. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 Α.Α.Δ. 717). Έχει νομολογηθεί ότι, εκτός από τις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαία, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5, 10, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 77, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, 361, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267, 271, Γενικός Εισαγγελάς κ.ά. ν. Πότση κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272). Στη Γεωργίου (πιο πάνω) το Εφετείο είχε να αποφασίσει κατά πόσο η περίπτωση ήταν κατάλληλη για μετατροπή της ποινής προστίμου σε ποινή φυλάκισης, που το πρωτόδικο δικαστήριο, λανθασμένα δεν επέβαλε στον εφεσίβλητο. Έκρινε ότι υπεισέρχεται προς εξέταση ο παράγων του χρόνου των 3 ½ ετών που έχει διαρρεύσει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Με αναφορά στα νομολογηθέντα στις υποθέσεις Τέλλα και Αβρααμίδη (πιο πάνω) το Εφετείο, με απόφαση που δόθηκε από τον Κραμβή, Δ., θεώρησε ότι «ο χρόνος που πέρασε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα σε συνάρτηση προς το μεταγενέστερο γεγονός του γάμου του εφεσίβλητου το οποίο, ως τυχαία απόρροια του διαρρεύσαντος χρόνου, συνεπάγεται μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του εφεσίβλητου, αποτελεί παράγοντα ο οποίος καθιστά ανεπιθύμητη την επιβολή ποινής φυλάκισης στον εφεσίβλητο σ' αυτό το στάδιο». Υπό τις περιστάσεις έκρινε πως δεν υπάρχει ο,τιδήποτε το «απολύτως αναγκαίο» που να καθιστά απαραίτητη την επέμβαση του Εφετείου για μετατροπή των ποινών που το πρωτόδικο δικαστήριο επέβαλε στον εφεσίβλητο. Όταν, όμως, για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνονται οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι δεν μπορούν να την επικαλούνται ως ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Κουλλαπής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 273). ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Στην παρούσα υπόθεση η διάπραξη των αδικημάτων ανάγεται χρονικά πίσω στο
- Η καταχώρηση του παρόντος κατηγορητηρίου έγινε στις 2.12.
- Ήταν η πρώτη φορά που καταχωρήθηκε η υπόθεση εναντίον του. Δεν προηγήθηκε οποιαδήποτε άλλη καταχώρηση ποινικής υπόθεσης, η οποία να διακόπηκε για λόγους μη επίδοσης ή μη εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης ή, εν πάση περιπτώσει, για λόγους που να μπορούσαν να αποδοθούν στον ίδιο τον Κατηγορούμενο. Η αργοπορία των παραπονουμένων 1, 2 και 3 να προσάψουν στον Κατηγορούμενο την ποινική κατηγορία ως αυτή που εκδικάστηκε στην παρούσα υπόθεση οφείλεται, σύμφωνα με όσα επεσήμανε σήμερα η συνήγορος των παραπονουμένων, στους παράγοντες που κατέγραψε ο κ. Γ. Κούμας στις σελ. 42 και 43 της τελικής του αγόρευσης, τους οποίους και υιοθετεί για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Σημειώνω, ειδικότερα, τα σημεία 1, 2 και 3 της σελ. 42 της αγόρευσής του, όπου αναφέρεται ότι:
- Το κατ' ισχυρισμό αδίκημα διαπράχθηκε κατά ή περί τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2010 ενώ μέχρι τις 20/07/2012 εκκρεμούσαν κατά του παραπονουμένου δικαστικές διαδικασίες (Τεκμήριο 14), ενώ στη συνέχεια καταδικάστηκε σε 45 ημέρες φυλάκιση.
- Αποφυλακίστηκε το Σεπτέμβριο 2012 και δεδομένου ότι όλα του τα αρχεία είχαν χαθεί, έδωσε οδηγίες για έγερση της παρούσας κατά ή περί τον Ιούνιο
- Στη συνέχεια καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο της παρούσας στις 27/11/
- Να σημειωθεί επίσης ότι μέχρι και τουλάχιστον τις 20 Μαρτίου 2015 εκκρεμούσε η εκτέλεση ενταλμάτων σύλληψης εναντίον των R.L. και C.H. (Τεκμήριο 22) τα οποία εκδόθηκαν κατόπιν καταγγελίας του παραπονουμένου στην Αστυνομία Λεμεσού κατά ή περί το Μάιο του 2012 (Τεκμήριο 16), οπόταν ο παράπονου μένους, παρά τις δυσμενείς συνθήκες στις οποίες βρέθηκε, εντούτοις δεν παρέμεινε αδρανής.». Υπό το φως των ανωτέρω και παρά το ότι δόθηκε κάποια εξήγηση από μέρους του παραπονούμενου 1 για την καθυστέρηση δίωξης, κρίνω εντούτοις ότι ο Κατηγορούμενος δεν ευθύνεται για το γεγονός ότι καθυστέρησε η καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης από το 2010 μέχρι το
- Μετά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου, η επίδοση αυτού επετεύχθη με υποκατάστατη μέθοδο στις 8.3.2016 και η απάντηση του Κατηγορούμενου σε αυτό λήφθηκε στις 13.4.
- Ακολούθησε δική του προσπάθεια να εξασφαλίσει την αναστολή της ποινικής δίωξης από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, η οποία ωστόσο δεν τελεσφόρησε, αφού έλαβε αρνητική απάντηση στις 23.5.
- Εν συνεχεία, οι παραπονούμενοι 1, 2 και 3 αιτήθηκαν την τροποποίηση του κατηγορητηρίου, η οποία και έγινε στις 7.4.
- Αναπόφευκτα, μετά την ημερομηνία αυτή είναι που θα εξετάσω αν προκύπτει από τα στοχεία του φακέλου οποιαδήποτε καθυστέρηση οφειλόμενη στον Κατηγορούμενο για την ολοκλήρωση της δίκης. Έχοντας προβεί σε μια αναδρομή στα πρακτικά των δικασίμων που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, παρατηρώ ότι η υπόθεση στη βάση του τροποποιημένου κατηγορητηρίου ορίστηκε πρώτη φορά για ακρόαση στις 6.11.
- Αναβλήθηκε λόγω προγράμματος του Δικαστηρίου για τις 14.2.
- Ήταν απών ο Κατηγορούμενος στις δικασίμους ημερομηνίας 14.2.2018, 10.5.2018, 22.6.2018, 26.9.2018, 17.10.2018, εμφανίσθηκε στις 4.12.2018, αναβλήθηκε από το Δικαστήριο στις 15.1.2019, επανεμφανίστηκε ο Κατηγορούμενος στις 11.2.2019 και ορίστηκε από το Δικαστήριο υπό την παρούσα σύνθεσή του για ακρόαση στις 18.3.2019, ημερομηνία κατά την οποία άρχισε πράγματι η ακρόαση. Το ιστορικό αυτό φανερώνει υπαιτιότητα του Κατηγορουμένου για τις καθυστερήσεις σε ό,τι αφορά μόνο το χρονικό διάστημα από 14.2.2018 μέχρι 17.10.
- Άπαξ και άρχισε η ακρόαση στις 18.3.2019 και το Δικαστήριο με συνέπεια διεξήγαγε κάθε μήνα ακροαματικές συνεδρίες για την ολοκλήρωσή της στις 4.10.2019 και την έκδοση αιτιολογημένης απόφασης ημερ. 11.11.
- Δεν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην αποπεράτωση της ακρόασης. Κατά την κρίση μου, πάντως, ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί να κριθεί υπαίτιος για το συντριπτικό μέρος του χρόνου που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι την ημερομηνία που το Δικαστήριο καλείται να του επιβάλει ποινή, παρά μόνο για την περίοδο ενός σχεδόν έτους εντός του 2018 όπως την προσδιόρισα ανωτέρω. Συνεπώς, ο παράγων του διαρρεύσαντος χρόνου προσμετρά μετριαστικά στην περίπτωση του συγκεκριμένου Κατηγορούμενου. Είναι τόσο μεγάλο το χρονικό διάστημα που διέρρευσε που επιδρά καταλυτικά στην επιλογή του είδους της ποινής που θα επιβληθεί. Κρίνω πως θα ήταν εξαιρετικά παράκαιρη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά παρέλευσης 9 χρόνων από τη διάπραξη των αδικημάτων. Η χρηματική ποινή, υπό τις συνθήκες αυτές, μπορεί να επιτελέσει τον τιμωρητικό χαρακτήρα σε ικανοποιητικό βαθμό για χάριν αποτροπής επανάληψης παρόμοιου αδικήματος από τον ίδιο ή από άλλο επίδοξο παραβάτη. Ασφαλώς, κατά τον καθορισμό του εύρους της ποινής, θα λάβω υπόψη μου όλους τους παράγοντες που επί της ουσίας της υπόθεσης και της ιδιαίτερης φύσης του αδικήματος δέον να σταθμίζονται, όπως τους έχω εκθέσει ανωτέρω։ Ειδικότερα, λαμβάνω υπόψη μου ότι στην παρούσα υπόθεση, ο τρόπος δράσης του Κατηγορούμενου ήταν ατομικός και όχι οργανωμένος στο πλαίσιο ενός συστήματος οργανωμένης εγκληματικής ομάδας. Λαμβάνω, συναφώς, υπόψη ότι η δική του δράση, υποκινήθηκε από ατομικό συμφέρον, το οποίο αντιτάχθηκε στο συμφέρον του παραπονούμενου αρ. 1, αλλά όχι καθ'οιονδήποτε τρόπο στο δημόσιο συμφέρον ή στη δημόσια ασφάλεια ή στην εθνική ασφάλεια ή στην ιδιωτική ζωή τρίτου προσώπου, στοιχεία που, αν συνέτρεχαν, θα ήταν επιβαρυντικά. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος απέκτησε παράνομα μεν πρόσβαση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του παραπονούμενου, πλην όμως τούτη έγινε χωρίς τη χρήση οποιουδήποτε περίπλοκου εξειδικευμένου κακόβουλου λογισμικού (malware) ή αυτοματοποιημένου τρόπου δράσης (automated hacking), στοιχείο που, αν υπήρχε, θα ήταν επιβαρυντικό. Η απόσπαση ή/και αντιγραφή ή/και απομνημόνευση του κωδικού ασφαλείας του παραπονούμενου 1 από τον Κατηγορούμενο στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους συνεργασίας εμπίπτει κατά την κρίση μου στην έννοια της κοινωνικής μηχανικής (social engineering), εφόσον ήταν σταθερή η θέση του παραπονούμενου 1 ενώπιόν μου ότι, η κατ' αυτόν τον τρόπο απόσπαση και χρήση του κωδικού ασφαλείας του ηλεκτρονικού υπολογιστή του, έγινε χωρίς τη δική του συγκατάθεση ή έγκριση. Δεν παύει όμως από το να αποτελεί έναν πολύ απλό δράσης από πλευράς του Κατηγορούμενου, ο οποίος δεν υπήρξε μαρτυρία να άφησε ζημιά στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του Κατηγορούμενου, στοιχείο που επίσης θα ήταν επιβαρυντικό αν υφίστατο. Εδώ η ζημιά των παραπονουμένων, όπως το αντιλαμβάνομαι, σύγκειται στη διάρρηξη της εμπιστοσύνης μεταξύ προσώπων (ιδίως του παραπονούμενου 1 και του Κατηγορούμενου) που λειτουργούσαν προηγουμένως στη βάση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και καλής πίστης. Το ότι ο Κατηγορούμενος ενήργησε με πρόθεση να προκαλέσει ή να επιτρέψει την αποκάλυψη προς τρίτους εγγράφων που ο παραπονούμενος 1 είχε αποθηκευμένα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του και δεν επιθυμούσε να αποκαλύψει τους εν λόγω τρίτους είναι στοιχείο που συνιστά ακριβώς το λόγο διάρρηξης της εμπιστοσύνης. Η απόδειξη τέτοιας πρόθεσης δεν αποτελεί αναγκαίο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της παράνομης πρόσβασης ως είναι διατυπωμένο το άρθρο 4 του Ν.22(ΙΙΙ)/2004, αλλά είναι θεμιτό να λαμβάνεται υπόψη κατά την αξιολόγηση των παραγόντων που υπό τις συνθήκες της υπόθεσης προκαλούν ζημιά ή κίνδυνο ζημιάς προς τους παραπονούμενους. Το ότι ο Κατηγορούμενος ενδεχομένως να είχε καλό λόγο πρόσβασης στα εν λόγω έγγραφα, προκειμένου να επιτελέσει το δικό του ατομικό καθήκον συμμόρφωσης προς δικαστική διαταγή εκδοθείσα στο Ηνωμένο Βασίλειο εναντίον του, είναι στοιχείο που δεν αναιρεί το ότι χρησιμοποίησε παράνομο τρόπο για την πρόσβαση σε αυτά. Είχα ήδη την ευκαιρία στην απόφασή μου ημερ. 11.11.2019 να εξηγήσω ότι εν προκειμένω ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα, με παραπομπή σε αγγλική νομολογία (Tchenguiz and others v Imerman, 29.7.2010, [2010] EWCA Civ 908, [2010] WLR (D) 217, [2010] 2 FLR 814). Θα έπρεπε να βρει νόμιμη μέθοδο να εξαναγκάσει τον παραπονούμενο 1 να του δώσει πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα. Γι'αυτό και δεν είμαι διατεθειμένη να λάβω αυτόν τον παράγοντα (αναγκαιότητα πρόσβασης στα έγγραφα) ως μετριαστικό. Σε καμία περίπτωση όμως, διά της ποινής που θα επιβάλω, δεν θα καταστήσω υπόλογο τον Κατηγορούμενο για το γεγονός ότι ο παραπονούμενος 1 φυλακίστηκε στην Αγγλία ή/και στην Κύπρο ως εκ της δικής του επιλογής να μην αποκαλύψει όλα τα ζητηθέντα έγγραφα. Οι συνειδητές επιλογές του παραπονούμενου 1 (για παρακοή δικαστικού διατάγματος αποκάλυψης) θα πρέπει να διαχωρισθούν από ό,τι αποδόθηκε ως ποινική ευθύνη του Κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση, η οποία ευθύνη εστιάζεται στην παράνομη πρόσβαση και μόνο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε ζημιά, υλική ή άλλη, προς τις παραπονούμενες 2 και 3 εταιρείες. Δεν είχε αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση ή/και τον ίδιο τον Κατηγορούμενο η δική τους νομιμοποίηση να καταχωρήσουν την παρούσα ποινική δίωξη, γι'αυτό και δεν εξέτασα προηγουμένως αυτό το ζήτημα. Εν πάση περιπτώσει, τούτο σημειώνεται σε συνάρτηση προς το αν υφίσταται τέτοιο επιβαρυντικό στοιχείο ως είναι η βλάβη η οποία να μην επανορθώθηκε. Σταθμίζοντας όλους τους ανωτέρω παράγοντες, υπό το φως του λευκού ποινικού μητρώου του Κατηγορούμενου, της ηλικίας του, του γεγονότος ότι είναι πατέρας δύο ανήλικων τέκνων, ως επίσης του μορφωτικού του επιπέδου και μη παραγνωρίζοντας ότι στο παρόν στάδιο αυτός είναι σε αναζήτηση εργασίας, καταλήγω, υπό το φως της σοβαρότητας του αδικήματος και του χρόνου που παρήλθε, να του επιβάλλω χρηματική ποινή €1000 στην κατηγορία αρ.
- Περαιτέρω, ασκώ την εξουσία που μου παρέχει το άρθρο 168 του Κεφ. 155, το οποίο προβλέπει ότι «Όταν πρόσωπο καταδικάζεται για ποινικό αδίκημα, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει αυτό να καταβάλει τα έξοδα της κατηγορίας επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή η οποία δύναται να επιβληθεί σε αυτό [.]», και επιδικάζω τα έξοδα που προκλήθηκαν από την παρούσα δικαστική διαδικασία υπέρ των παραπονουμένων 1 έως 3 και εναντίον του Κατηγορούμενου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Α. Πανταζή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο