KYTHREOTIS κ.α. ν. HERCULES, Αρ. υποθεσης: 11931/2015, 11/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:B35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. υποθεσης: 11931/2015 ΜΕΤΑΞΥ: 1) XXXXX KYTHREOTIS γνωστός και ως XXXXX Κυθραιώτης ή/και XXXXX Κυθρεώτης (αρ. ΔΤ. ΧΧΧΧ63) 2) STARPORT MANAGEMENT LTD (HE 119307) 3) PKM MANAGEMENT LTD (HE 231439) -ν- XXXXX XXXXX HERCULES (ERACLEOUS) (αρ. ΔΤ.XXXXX08) Κατηγορούμενου Ημερομηνία꞉ 11.11.2019 Εμφανίσεις꞉ Για τους παραπονούμενους αρ. 1 έως 3꞉ κ. Γεώργιος Θ. Κούμα Για τον Κατηγορούμενο꞉ κα Μ. Καννάβα μέχρι τη δικάσιμο ημερ. 1.8.2019, ακολούθως ο Κατηγορούμενος αυτοπροσώπως. Ο Κατηγορούμενος παρών. Για να μεταφράζει από τα Ελληνικά στα Αγγλικά, παρών ο διερμηνέας / μεταφραστής κ. Άντης Χατζηφιλίππου. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο ιδιωτική ποινική υπόθεση, οι παραπονούμενοι 1 έως 3 πρόσαψαν στον Κατηγορούμενο δύο κατηγορίες (βλ. το τροποποιημένο κατηγορητήριο ημερ. 7.4.2017) για «Παράνομη παρέμβαση σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, κατά παράβαση του άρθρου 4 του Ν. 22(ΙΙΙ)/2004» (κατηγορία αρ. 1) και για «Απόπειρα παράνομης παρέμβασης σε ηλεκτρονικό υπολογιστή κατά παράβαση του άρθρου 13 του Ν.22(ΙΙΙ)/2004» (κατηγορία αρ. 2). Εν τέλει, η κατηγορία αρ. 2 διακόπηκε στις 2.8.2019, ευθύς μόλις έκλεισε την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή, και, ως εκ τούτου, παρέμεινε προς εκδίκαση μόνο η κατηγορία αρ. 1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας αρ. 1 επί του κατηγορητηρίου, «Ο Κατηγορούμενος από τις 11 Αυγούστου 2010 μέχρι την 1η Οκτωβρίου 2010, συμπεριλαμβανομένων και των δύο ημερομηνιών, με πρόθεση και χωρίς δικαίωμα, παραβίασε τα μέτρα ασφαλείας και πετυχαίνοντας πρόσβαση εισήλθε παράνομα σε σύστημα ηλεκτρονικού υπολογιστή των παραπονουμένων 1 - 3 που βρισκόταν στα γραφεία των παραπονουμένων στη Λεμεσό (Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ', YIOTA COURT, 4ος όροφος, Γραφεία 301 - 302, 3021 και υπέκλεψε δεδομένα προς τον σκοπό χρήσης των δεδομένων αυτών, προς όφελός του, για να απαλλαχθεί από δικαστικές διαδικασίες που καταχωρήθηκαν εναντίον του στο Ηνωμένο Βασίλειο». Δεδομένης της μη παραδοχής του Κατηγορούμενου, προς απόδειξη της υπόθεσής της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο 4 μάρτυρες κατηγορίας, ως ακολούθως։ Την κα XXXXX Πατσιά (ΜΚ 1), Δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους παραπονούμενους στην παρούσα υπόθεση. Τον κ. XXXXX Κυθραιώτη, ή αλλιώς XXXXX Κυθρεώτη (ΜΚ 2), που είναι ο Παραπονούμενος αρ. 1 στην παρούσα υπόθεση. Τον κ. XXXXX Κληρίδη (ΜΚ 3), ιδιώτη δικηγόρο. Τον κ. XXXXX Δημητρίου (ΜΚ 4), τεχνικό εξυπηρέτησης ηλεκτρονικών υπολογιστών. Κατάλογος του συνόλου των κατατεθέντων τεκμηρίων επισυνάπτεται ως Παράρτημα στην παρούσα απόφαση για ευκολία αναφοράς. Έκλεισε την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή στη βάση αυτής της μαρτυρίας. Ηγέρθηκε από τον Κατηγορούμενο εισήγηση περί μη ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Το Δικαστήριο, αναφερόμενο στις νομολογημένες αρχές για το εκ πρώτης όψεως, έκρινε κατάλληλο να καλέσει τον Κατηγορούμενο σε απολογία. Άπαξ και επεξηγήθηκαν σε αυτόν τα δικονομικά του δικαιώματα βάσει του άρθρου 74
(1)(β)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει δίδοντας διαβεβαίωση και, συνεπακόλουθα, να υποβληθεί στη βάσανο της αντεξέτασης. Δεν προσφέρθηκε μαρτυρία από άλλο μάρτυρα Υπεράσπισης. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΜΚ
- Η μαρτυρία της ΜΚ1 ήταν εντελώς τυπική. Όπως προκύπτει από όσα ανέφερε κατά τη δικάσιμο ημερ. 18.3.2019, η ίδια ουσιαστικά δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στα γεγονότα που εξετάζονται. Εργοδοτήθηκε στο δικηγορικό γραφείο «Γεώργιος Θ. Κούμα» μετά από το επίδικο συμβάν, από το 2016 κι έπειτα. Προσήλθε ως μάρτυρας απλώς και μόνο για να παρουσιάσει τα έγγραφα που περιείχε ο φάκελος του δικηγορικού γραφείου «Γεώργιος Θ. Κούμα» όπου εργάζεται και τα οποία σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση. Πρόκειται για τα Tεκμήρια 1, 2 και 3։ · Το Τεκμήριο 1 αποτελεί επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ημερ. 11.4.2016, προς τον κ. XXXXX Κούμα, με την οποία τον πληροφορεί για το αίτημα της συνηγόρου του Κατηγορουμένου, κας XXXXX Καννάβας, όπως ανασταλεί η παρούσα ιδιωτική ποινική δίωξη, η οποία επιδόθηκε δια θυροκόλλησης στον κατηγορούμενο και για το οποίο αυτός έλαβε γνώση μόλις στις 10.3.2016 (που είναι και η ημερομηνία επιστολής της κας Καννάβα προς το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, η οποία επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 1). Ο Γενικός Εισαγγελέας ζητεί από τον κ. Κούμα να εκφράσει τις απόψεις του επί του αιτήματος αναστολής. · Το Τεκμήριο 2 αποτελεί την απαντητική επιστολή του κ. Κούμα ημερ. 23.4.2016 προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, η οποία επιδόθηκε στην Γενική Εισαγγελία στις 26.4.
- Απορρίπτει ο κ. Κούμας τις θέσεις της κας Καννάβα περί κακόβουλης και/ή εκδικητικής και/ή παράτυπης δίωξης του πελάτη της η οποία ασκήθηκε για αλλότριους σκοπούς και διατυπώνει τις δικές του θέσεις. · Το Τεκμήριο 3 αποτελεί την επιστολή ημερ. 23.5.2016 του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας προς την κα Καννάβα, με την οποία την πληροφορεί ότι δεν αποδέχεται το αίτημά της για αναστολή της ποινικής δίωξης. Δεν υπάρχει οτιδήποτε το οποίο να χρήζει αξιολόγησης σε ό,τι αφορά την αξιοπιστία της ίδιας της ΜΚ1, εφόσον ήταν απλή κομιστής της πιο πάνω αλληλογραφίας. Το γεγονός ότι ανταλλάγηκε η πιο πάνω αλληλογραφία μεταξύ του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και των συνηγόρων των διαδίκων, δεν αμφισβητείται. Απεναντίας, από κοινού δηλώθηκε (βλ. το Τεκμήριο 4) ότι, όπου από λάθος αναγράφηκε ο αριθμός υπόθεσης XXXXX/15 στην πιο πάνω αναφερόμενη αλληλογραφία, δεν παύει από το να αφορά στην παρούσα υπόθεση με ορθό αριθμό XXXXX/
- Δεν εκκρεμεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας άλλη υπόθεση με τους ίδιους διαδίκους που να έχει αριθμό 11935/
- Σημειώνω, λοιπόν, ότι, από την πιο πάνω αλληλογραφία, η οποία ασφαλώς δεν ήταν παραδεκτή για την αλήθεια του περιεχομένου της, αντλείται το εξής ιστορικό υπόβαθρο για όσα διαδραματίστηκαν προ της καταχώρησης της υπό κρίση ιδιωτικής ποινικής δίωξης (βλ. το ιστορικό που καταγράφεται στο Επισυναπτόμενο 6 στην επιστολή του κου Κούμα - Τεκμήριο 2 ανωτέρω)։ Κατά η περί τις 21/5/2012 εκδόθηκε Δικαστικό ένταλμα σύλληψης από Κυπριακό Δικαστήριο κατά δύο Βρετανών Δικηγόρων που εργάζονταν στη δικηγορική εταιρεία Hogan Lovells International LLP στο Λονδίνο ως επίσης ζητήθηκε και η έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος εναντίον των ιδίων δικηγόρων, κατόπιν καταγγελίας που έγινε στο ΤΑΕ Λ/σου από τον κ. XXXXX Κυθραιώτη, από την Λ/σο, δικηγόρο ο οποίος διατηρεί γραφείο στην Λεμεσό με την ονομασία STARPORT MANAGEMENT LTD, όσον αφορά την ισχυριζόμενη από μέρους των εν λόγω Βρετανών δικηγόρων διάπραξη των αδικημάτων της Συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού κώδικα, Κεφ. 154, και Παράνομης Παρέμβασης σε Ηλεκτρονικό Υπολογιστή κατά παράβαση του άρθρου 4 του Ν.22(ΙΙΙ)/2004, στη βάση των εξής ισχυριζόμενων γεγονότων: Μέχρι τον Μάρτη - Απρίλιο του 2011 στα γραφείο του κ. XXXXX Κυθραιώτη στεγαζόταν ακόμα ένας δικηγόρος, ο XXXXX XXXXX Hercules από την Αγγλία (εδώ Κατηγορούμενος), με τον οποίο ήταν συνεργάτης. Τον Ιούλιο του 2010 έλαβαν στο γραφείο τους ένα διάταγμα EX PARTE, από Αγγλικό δικαστήριο σύμφωνα με το οποίο όφειλαν να δώσουν στο δικαστήριο, στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας με αρ. Α3/2010/2730, κάποιους φακέλους με όλα τα δεδομένα εταιρειών που αντιπροσώπευαν σαν γραφείο. Σύμφωνα με το πιο πάνω διάταγμα στην πιο πάνω διαδικασία εμπλεκόμενα μέρη ήταν η τράπεζα JSC BTA BANK εναντίον του ιδίου του κ. Κυθραιώτη, του XXXXX (εδώ Κατηγορούμενου), τεσσάρων άλλων εταιρειών που εκπροσωπούσαν και άλλων εταιρειών και ατόμων που δεν είχαν καμία σχέση μαζί τους. Εκπρόσωπος της πιο πάνω τράπεζας ήταν το δικηγορικό γραφείο HOGAN LOVELLS INTERNATIONAL LLP, το οποίο εδρεύει στο Λονδίνο και το ποσό που απαιτούσαν ήταν 290.000.000 δολάρια. Την 1/10/2010 ο κ. Κυθραιώτης επέστρεψε από το εξωτερικό και βρήκε τον XXXXX (εδώ Κατηγορούμενο) στο κομπιούτερ του στο γραφείο και, σε ερώτηση του τι έψαχνε αυτός, του απάντησε ότι έψαχνε τις εταιρείες που ήταν εμπλεκόμενες στην πιο πάνω αγωγή με σκοπό να πάρει και αυτός μια ιδέα κατά πόσο του έκρυβε κάποια στοιχεία. Ο κ. Κυθραιώτης, όταν κάθισε στο γραφείο του έλεγξε στα εξερχόμενα emails του και διαπίστωσε ότι ο XXXXX είχε στείλει στο δικό του email αρκετά emails που αφορούσαν τις πιο πάνω εταιρείες, αλλά και αρκετά emails τα οποία δεν αφορούσαν τις πιο πάνω εταιρείες. Όπως του ανάφερε ο XXXXX τα πιο πάνω emails τα έστειλε στο email του με σκοπό να τα προωθήσει στο δικηγορικό γραφείο HOGAN LOVELLS, με αντάλλαγμα να τον εξαιρέσουν από την πιο πάνω αγωγή. Ακολούθως ο XXXXX τα έσβησε. Στις 07/10/11 ο XXXXX του είπε ότι τον Αύγουστο του 2010 είχε μπει ξανά στο κομπιούτερ του και είχε πάρει τα πιο πάνω emails και τα είχε στείλει στους HOGAN LOVELLS, οι οποίοι τα είχαν χρησιμοποιήσει σε δικαστική διαδικασία στην Αγγλία. Όπως του είχε εξηγήσει ο XXXXX, αν έδινε αυτές τις πληροφορίες στους HOGAN LOVELLS, θα έβγαινε από την διαδικασία της πιο πάνω αγωγής πιο γρήγορα και για αυτό το έκανε. Η απαίτηση του κ. Κυθραιώτη για την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης και ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης κατά των Βρετανών δικηγόρων είχε γίνει με παράπονο ότι εκείνοι, με δόλιο τρόπο και χρησιμοποιώντας τον XXXXX (εδώ Κατηγορούμενο), ο οποίος ήταν συνεργάτης του κ. Κυθραιώτη, κατάφεραν και του έκλεψαν τους πιο πάνω φακέλους των πελατών του, καθώς επίσης και τα emails του. Η Κυπριακή Αστυνομία, στο πλαίσιο των ενεργειών της για διερεύνηση της καταγγελίας που έκανε ο κ. Κυθραιώτης κατά των Βρετανών δικηγόρων, κάλεσε στα γραφεία του ΤΑΕ Λ/σου τον XXXXX XXXXX Hercules (εδώ Κατηγορούμενο), ο οποίος σε κατάθεση του ανάφερε τα ακόλουθα: Στις 29/7/10 του επιδόθηκε διάταγμα παγιοποίησης των περιουσιακών του στοιχείων ανά το παγκόσμιο και διάταγμα αποκάλυψης σχετικά με υπόθεση απάτης, η οποία βρίσκεται στο Ανώτατο Δικαστήριο στην Αγγλία, με αρ. HC10C02462, στην οποία μια από τις εμπλεκόμενες εταιρείες ήταν και η MYMANA HOLDINGS IVNESTMENT LTD, της οποία ήταν διευθυντής. Το ποσό που απαιτούσε η παραπονούμενη εταιρεία JSC BTA BANK που τους κινούσε αγωγή ήταν 290.000.000 δολάρια και εκπροσωπείτο από το δικηγορικό γραφείο HOGAN LOVELLS. Επειδή ανησυχούσε, επικοινώνησε με το πιο πάνω δικηγορικό γραφείο μέσα στον Αύγουστο του 2010 και κανόνισε να τους συναντήσει στην Αγγλία. Μεταξύ των ημερομηνιών 27 - 30/9/10 συναντήθηκε με τους πιο πάνω ύποπτους δικηγόρους του πιο πάνω γραφείου, στους οποίους παρουσίασε όσα έγγραφα κατάφερε να βρει στο γραφείο που εργαζόταν και είχαν να κάνουν με την εταιρεία στην οποία ήταν διευθυντής. Περαιτέρω, του ζήτησαν και άλλα έγγραφα κα ως αντάλλαγμα θα τον εξαιρούσαν από την αγωγή. Την 01/10/10 πήγε εκ νέου στο γραφείο όπου εργαζόταν με τον Κυθραιώτη και, αφού άνοιξε τον Η/Υ άρχισε να ψάχνει τα email του, για να βρει συγκεκριμένες πληροφορίες. Κάποια από τα στοιχεία που βρήκε τα προώθησε στο δικό του email, αλλά τον αντιλήφθηκε ο Κυθραιώτης και τον ανάγκασε να σβήσει όλα τα email που είχε προωθήσει. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΟΥ (ΜΚ2). Η μαρτυρία του παραπονούμενου , κ. XXXXX Κυθραιώτη / Κυθρεώτη (ΜΚ2) συνίσταται στη γραπτή δήλωση που ο ίδιος συνέταξε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του στην παρούσα υπόθεση (βλ. το Τεκμήριο 5), καθώς και στη λοιπή ένορκη μαρτυρία που έδωσε εξεταζόμενος και αντεξεταζόμενος κατά τις δικασίμους ημερομηνίας 21.5.2019, 23.5.2019, 11.6.2019, 24.6.2019, 2.7.2019 και 1.8.
- Ο κ. Κυθραιώτης εισήξε μέσω της μαρτυρίας του στην παρούσα διαδικασία αποδεικτικά έγγραφα για όσα αναφέρονται στο ιστορικό υπόβαθρο που κατέγραψα ανωτέρω. Κρίνω, λοιπόν, κατάλληλο να σημειώσω, και πάλιν ως υπόβαθρο για την παρούσα υπόθεση, ότι, όπως προκύπτει μέσα από τα διάφορα τεκμήρια που κατέθεσε ο ΜΚ2 στο παρόν Δικαστήριο, τα ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης που εκδόθηκαν από Κυπριακά πρωτόδικα Δικαστήρια, πρώτη φορά το 2012 και δεύτερη φορά το 2014, κατά των δύο βρετανών δικηγόρων που, ως η καταγγελία του κ. Κυθραιώτη / Κυθρεώτη, συνωμότησαν με τον XXXXX XXXXX Hercules για να διαπράξουν τα προαναφερόμενα αδικήματα, ακυρώθηκαν εν τέλει από το Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου στο πλαίσιο της εξουσίας που του παρέχει το Άρθρο 155.4 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας για την άσκηση δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας και εγκυρότητας τέτοιων ενταλμάτων (σχετική η Πολιτική αίτηση 141/12 - Τεκμήριο 19, και οι Πολιτικές αιτήσεις 10/2015 και 11/2015 - Τεκμήριο 22). Όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 22, η ακύρωση των ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης έγινε δυνάμει προνομιακού εντάλματος Certiorary επί τω ότι ο αστυνομικός όρκος, στη βάση του οποίου ενήργησε το δικαστήριο εκδίδοντας πρωτοδίκως τα εντάλματα, δεν περιείχε εκείνα τα στοιχεία που να μπορούσαν να το οδηγήσουν σε συμπέρασμα εύλογης υπονοίας ότι οι Βρετανοί δικηγόροι (Αιτητές) διέπραξαν τα ισχυριζόμενα αδικήματα, υπόνοια που αποτελούσε προϋπόθεση για την άσκηση της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου για την έκδοση των επίδικων ενταλμάτων. Ο αστυνομικός όρκος κρίθηκε επίσης ανεπαρκής να δείξει τη σχέση των Αιτητών με οποιεσδήποτε ενέργειες του XXXXX XXXXX Hercules να εισέλθει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του παραπονούμενου κου Κυθραιώτη, αφού καμιά μαρτυρία δεν είχε τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι οι αιτητές ώθησαν ή ενθάρρυναν την ενέργειά του αυτή. Συγχρόνως, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε προβεί και σε ορισμένες επισημάνσεις σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αποδίδονταν στους Βρετανούς δικηγόρους βάσει του άρθρου 4 του Ν.22(ΙΙΙ)/
- Μετά την ακύρωση των εν λόγω ευρωπαίκών ενταλμάτων σύλληψης κατά των δυο βρετανών δικηγόρων της Hogan Lovells που έγινε τελευταία στις 20.3.2015, ο παραπονούμενος κ. Κυθραιώτης στράφηκε πλέον μόνον εναντίον του XXXXX XXXXX Hercules με την καταχώρηση της εδώ κρινόμενης ιδιωτικής ποινικής δίωξης αρ. XXXXX/2015 στις 2.12.
- Αναλύω πιο κάτω τη μαρτυρία που περιέχεται στη γραπτή δήλωση του ΜΚ2 προς απόδειξη της ενοχής του Κατηγορουμένου։ (α) Ποιος είναι ο παραπονούμενος (ΜΚ2). Όπως αναφέρει ο ΜΚ2 στη γραπτή δήλωσή του (Τεκμήριο 5), ο ίδιος σπούδασε νομικά σε Αγγλικά Πανεπιστήμια. Από το έτος 2004, δημιούργησε και διατηρούσε Γραφείο στη Λεμεσό, παρέχοντας κυρίως υπηρεσίες Επιτρόπου / Θεματοφύλακα / Διαχείρισης (Fiduciary Services). Ενεργούσε ως αντιπρόσωπος εταιρειών περιορισμένης ευθύνης και άλλων νομικών προσώπων, με μεγάλο κύκλο εργασιών, μεγάλων κεφαλαίων, υπεράκτιων εταιρειών, εταιρειών με ξένα συμφέροντα και έχαιρε εκτίμησης και εξαιρετικής φήμης, αλλά και εμπιστοσύνης στον τομέα εργασίας του, τόσο στη Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Από το γραφείο του διαχειριζόταν 1100 εταιρείες περίπου. Ο ΜΚ2 ήταν κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο διευθυντής των παραπονούμενων εταιρειών ως φαίνονται στο κατηγορητήριο υπ' αριθ. 2 και 3 (βλ. τα Τεκμήρια 6 και 7). (β) Ποια η σχέση του ΜΚ2 με τον Κατηγορούμενο. Η συνεργασία του ΜΚ2 με τον κατηγορούμενο, σε επαγγελματικό επίπεδο, άρχισε κατά η πέρι τις αρχές του
- Επειδή στο γραφείο του ΜΚ2 υπήρχε διαθέσιμος χώρος, συνεννοήθηκε με τον Κατηγορούμενο να του παραχωρήσει μέρος του γραφείου του, για να στεγάσει τη δική του επιχείρηση, πράγμα που έγινε. Με βάση τα λεγόμενα του ΜΚ2 η σχέση τους δεν ήταν εκείνη εργοδότη - εργοδοτούμενου, ούτε σχέση συνεταίρων. Λειτουργούσαν ως ανεξάρτητοι επαγγελματίες, οι οποίοι συστεγάζονταν. Όσον αφορά τη διαρρύθμιση του χώρου όπου στεγάζονταν, ο ΜΚ2 έδωσε την εξής περιγραφή։ «Η δραστηριότητα του XXXXX ήταν ανεξάρτητη από το δική μου. Ο XXXXX, είχε δικό του χώρο εντός του γραφείου, είχε δικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή, ο οποίος δεν είχε καμία σύνδεση με το ηλεκτρονικό μου σύστημα, δική του τηλεφωνική γραμμή και δική του συσκευή τηλεομοιοτυπίας (φαξ), με ξεχωριστή τηλεφωνική γραμμή, διαφορετικό από αυτό του γραφείου μου. Στο γραφείο μου υπήρχε κεντρική θύρα, της οποίας κλειδιά είχαν όλοι, συμπεριλαμβανομένου και του XXXXX, ενώ το κάθε εσωτερικό γραφείο είχε δική του θύρα, της οποίας κλειδί είχε μόνο όποιος διατηρούσε το συγκεκριμένο γραφείο. Δηλαδή στο γραφείο του XXXXX κανένας από τους εργοδοτούμενους ή εγώ θα μπορούσαμε να εισέλθουμε χωρίς να είναι ο ίδιος εντός και στο γραφείο των υπάλληλων μου ή στο δικό μου κανένας δε θα μπορούσε να εισέλθει εκτός αν ήταν οι ίδιοι ή εγώ εντός. Στο γραφείο το δικό μου μόνο εγώ είχα κλειδί της θύρας, στα γραφεία των υπαλλήλων μου κλειδί της θύρας είχαν μόνο οι ίδιοι και εγώ. Στο γραφείο του XXXXX μόνο ο ίδιος είχε κλειδί της θύρας εισόδου του και κανένας άλλος. Επισυνάπτω πρόχειρο σχεδιάγραμμα του γραφείου (βλ. Τεκμήριο 8.)». Όπως επίσης ισχυρίστηκε ο ΜΚ2, στο πλαίσιο της πιο πάνω επαγγελματικής συνεργασίας του με τον Κατηγορούμενο, αντί ο Κατηγορούμενος να του καταβάλλει ενοίκιο για τη στέγαση στο γραφείο του, οι δυο τους συμφώνησαν «ότι ο XXXXX θα διοριζόταν ως ανεξάρτητος εμπιστευματοδόχος (nominee) σε διάφορες από τις εταιρείες τις οποίες διαχειριζόμουν, αφού πρώτα θα προέβαινε σε ελέγχους και εφόσον ο ίδιος θα έγκρινε και θα επιθυμούσε. Το ίδιο γινόταν και σε εταιρείες τις οποίες διαχειριζόταν ο ίδιος, δηλαδή διοριζόμουν εγώ ως ανεξάρτητος εμπιστευματοδόχος.». (γ) Ποια η σχέση του ΜΚ2 και του Κατηγορούμενου με την αγωγή που καταχωρήθηκε κατά της εταιρείας MYMANA HOLDINGS INVESTMENTS LIMITED στο High Court of Justice του Ηνωμένου Βασιλείου. Μια από τις εταιρείες στις οποίες διορίστηκε ως nominee διευθυντής ο Κατηγορούμενος, ήταν η «KYMA Investment Holdings Ltd», η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε «MYMANA Holdings Investments Ltd» και η οποία ήταν εγγεγραμμένη στης Παρθένες Νήσους (British Virgin Islands - BVI). Το Τεκμήριο 9, όπως κατατέθηκε από τον ΜΚ2 στο παρόν Δικαστήριο, αποτελεί Συμφωνία παροχής Υπηρεσιών («Services Ageement), που εμφανίζει την παραπονούμενη αρ. 3 εταιρεία στο υπό κρίση κατηγορητήριο (PKM Management Ltd), της οποίας διευθυντής ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο ΜΚ2, να συμφωνεί με την εταιρεία KYMA Investment Holdings Ltd, εκ μέρους της οποίας υπογράφει τη Συμφωνία ως Διευθυντής της ο Κατηγορούμενος, να ενεργεί ως διαχειριστής («Administrator») και να της παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης όπως η ίδια θα απαιτεί, νοουμένου ότι πρόκειται για νόμιμες υπηρεσίες. Στην ίδια Συμφωνία εμφανίζεται ως συμβαλλόμενος και ο πραγματικός δικαιούχος της εταιρείας KYMA (κάποιο φυσικό πρόσωπο που δεν ενδιαφέρει για σκοπούς της παρούσας), ο οποίος και συμφωνεί με την παροχή των υπηρεσιών διαχείρισης από την PKM Management Ltd προς την KYMA. Η Συμφωνία υπογράφηκε στις 8.4.
- Τα γεγονότα που έφεραν εν τέλει τη ρήξη στις σχέσεις του ΜΚ2 με τον Κατηγορούμενο άρχισαν όταν κατά ή περί τον Ιούλιο του 2010, χωρίς οποιανδήποτε προειδοποίηση και προς έκπληξη του ΜΚ2, έλαβε τόσο αυτός όσο και ο Κατηγορούμενος ένα «EX-PARTE Διάταγμα Παγοποίησης Περιουσιακών μας στοιχείων και διάταγμα για αποκάλυψη πληροφοριών και εγγράφων και διάταγμα διατήρησης εγγράφων - Freezing Order / Penal Notice», ημερομηνίας 26.7.2010, από το High Court of Justice του Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο διάταγμα εκδόθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης υπ' αριθμό HC10C
- Σχετικό το Τεκμήριο 10 που κατέθεσε ο ΜΚ2 στο παρόν Δικαστήριο. Διάδικοι στο εν λόγω Διάταγμα (Τεκμήριο 10), εμφανίζονταν, αφενός, η τράπεζα «JSC BTA BANK» ως Ενάγοντες - Αιτητές, και Εναγόμενοι - Καθ'ων η αίτηση ήσαν οι
(1)[xxx] Solodchenko,
(2)XXXXX Kythreotis,
(3)XXXXX XXXXX Hercules,
(4)-
(7)[.],
(8)MYMANA HOLDINGS INVESTMENTS LIMITED (formerly known as KYMA INVESTMENT HOLDING LIMITED),
(9)-
(12)[.]. Όπως μαρτυρεί ο ΜΚ2, πέραν αυτού προσωπικά, και του XXXXX (εδώ Κατηγορούμενου), και της εταιρείας MYMANA Holdings Investments Ltd (πρώην ΚΥΜΑ), της οποίας διευθυντής ήταν ο XXXXX (δηλ. ο Κατηγορούμενος), αυτοί οι δύο εκπροσωπούσαν και τέσσερις άλλες από τις εναγόμενες εταιρείες. Η Ενάγουσα τράπεζα JSC BTA BANK (Αιτητές), εκπροσωπείτο από το δικηγορικό γραφείο Hogan Lovells International LLP, το οποίο εδρεύει στο Λονδίνο, και στο οποίο εργάζονταν και δυο Βρετανοί Δικηγόροι, οι κ.κ. CH και RL. Ο ΜΚ2 και ο Κατηγορούμενος αντέδρασαν με διαφορετικό τρόπο ο καθένας όταν τους επιδόθηκε το πιο πάνω Αγγλικό Διάταγμα Παγοποίησης Περιουσιακών μας στοιχείων και Διάταγμα για αποκάλυψη εγγράφων και πληροφοριών (Τεκμήριο 10). Όπως εξηγεί ο ΜΚ2 στη γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 5), αυτός άρχισε με διαφορές επαφές του, να ψάχνει δικηγόρους στην Αγγλία για να τον εκπροσωπήσουν. Επειδή το Διάταγμα στρεφόταν εναντίον αυτού και του XXXXX, ο ΜΚ2 θεώρησε σωστό «όπως ο κάθε ένας από εμάς εκπροσωπηθεί διαφορετικά και για αυτό το λόγο παρόλο που είχαμε συζητήσει το θέμα στην αρχή, στη συνέχεια απόφευγα την οποιαδήποτε λεπτομερή συζήτηση του θέματος με το XXXXX». (δ) Ποιο το επίδικο συμβάν. Παραθέτω αυτούσια την περιγραφή που έδωσε ο ΜΚ2 στη γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 5) για το συμβάν που αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση κατηγορίας αρ. 1 στο κατηγορητήριο της παρούσας ποινικής υπόθεσης։ «Την 01/10/2010 ημέρα Παρασκευή, η οποία λόγω του εορτασμού της Ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, ήταν αργία, ενώ το γραφείο μας ήταν κλειστό, έπρεπε να μεταβώ εκεί για να πάρω κάποια πράγματα που χρειαζόμουν. Εισερχόμενος στο γραφείο από τη κεντρική θύρα, προς μεγάλη μου έκπληξη, εντόπισα τη θύρα του γραφείου μου ανοικτή και στο γραφείο μου με τον ηλεκτρονικό μου υπολογιστή αναμμένο σε λειτουργία, βρήκα τον XXXXX να κάθεται μπροστά από τον ηλεκτρονικό μου υπολογιστή και να επεξεργάζεται χωρίς φυσικά την έγκριση μου, τα δεδομένα μου και χωρίς να είμαι σε θέση να γνωρίζω πως κατάφερε να εισέλθει σε αυτά. Το μόνο που είμαι σε θέση να γνωρίζω με απόλυτη βεβαιότητα, είναι ότι παραβίασε όχι μόνο τη θύρα του γραφείου μου, αλλά και όλους τους κωδικούς ασφαλείας του ηλεκτρονικού μου υπολογιστή και των ηλεκτρονικών μου ταχυδρομείων. Εκείνη τη στιγμή σοκαρίστηκα και του ζήτησα να μου εξηγήσει για ποίο λόγο ήταν στον υπολογιστή μου. Η πραγματικότητα ήταν ότι και εκείνος είχε σοκαριστεί και αιφνιδιαστεί και άρχισε να κλαίει. Σε ερώτηση μου για το τι έψαχνε, εκείνος μου απάντησε ότι έψαχνε πληροφορίες για τις εταιρείες, οι οποίες ήταν εμπλεκόμενες στην πιο πάνω αναφερμένη υπόθεση στην Αγγλία. Μου παραδέχθηκε ότι είχε επικοινωνία με τους Βρετανούς Δικηγόρους και ότι για να τον απαλλάξουν από την αγωγή και τη διαδικασία, του ζήτησαν ως αντάλλαγμα να παραβιάσει τον ηλεκτρονικό υπολογιστή μου, να εξασφαλίσει και να τους παραδώσει οτιδήποτε δεδομένο θα θεωρούσε σχετικό με την αγωγή δηλαδή με την υπόθεση της MYMANA Holdings Investments Ltd (πρώην KYMA Investment Holdings Ltd), όπως επίσης οτιδήποτε σχετικό με τις υπόλοιπες εταιρείες μου και πληροφορίες αναφορικά με τους Δικηγόρους οι οποίοι με αντιπροσώπευαν στην Αγγλία. Ζήτησα από τον XXXXX να μετακινηθεί από την καρέκλα μου και κάθισα στο γραφείο μου. Τότε συνειδητοποίησα ότι ο XXXXX είχε εισέλθει στα ηλεκτρονικά μου ταχυδρομεία, παραβιάζοντας όλους τους κωδικούς ασφάλειας, έλεγξα τα εξερχόμενα ηλεκτρονικά μου μηνύματα (Sent Items) και διαπίστωσα ότι ο XXXXX είχε αποστείλει και προωθήσει μεγάλο αριθμό ηλεκτρονικών μηνυμάτων (e-mails) στο δικό του ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, όχι μόνο στις 01/10/2010 αλλά και σε άλλες ημερομηνίες όπως π.χ. 17/09/2010 όταν ήμουν στο εξωτερικό και στις 10/08/2010 η ώρα 19:47 όταν είχα ήδη φύγει από το γραφείο (βλ. το Τεκμήριο 11). Τα μηνύματα αυτά αφορούσαν δεδομένα και έγγραφα των άνω αναφερόμενων εταιρειών και άλλα. Ωστόσο, αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι ο XXXXX, εξ όσων έχω διαπιστώσει, ελέγχοντας τα εξερχόμενα ηλεκτρονικά μου μηνύματα, είχε αποστείλει και άλλα ηλεκτρονικά μηνύματα στο ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο από τον υπολογιστή μου τα οποία δεν αφορούσαν τις ως άνω εταιρίες αλλά αναφέρονταν σε άλλα θέματα σχετικά με τις υπόλοιπες εταιρείες μου και συνομιλίες που είχα με άλλους. Ανάφερα στον XXXXX ότι θα ειδοποιούσα την Αστυνομία και μετά από κάποιο διάλογο μεταξύ μας, ο ίδιος τηλεφώνησε στην παρουσία μου στους Βρετανούς Δικηγόρους Hogan Lovells International LLP, και ανάφερε στο δικηγόρο XXXXX Hardman στα αγγλικά, - XXXXX caught me red handed and I cannot send you the data as agreed'' και τότε αυτός του απάντησε ''Oh dear, never mind'' και μετά από κάποια μικρή συνομιλία, έκλεισαν το τηλέφωνο.». (ε) Ποιες εξελίξεις επακολούθησαν του επίδικου συμβάντος. Όπως αναφέρει ο ΜΚ2 στη γραπτή του δήλωση, αυτός δεν είναι σε θέση να γνωρίζει με βεβαιότητα πότε δόθηκαν τα προσωπικά του αρχεία, αλλά και των πελατών του από τον XXXXX (εδώ Κατηγορούμενο) στους Βρετανούς δικηγόρους ή/και οπουδήποτε αλλού. Γνωρίζει όμως ότι, στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης XXX/10 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, εκδόθηκε στις 9.11.2010 Διάταγμα τύπου «Anton Piller» (βλ. το Τεκμήριο 12), με μονομερή αίτηση (Ex Parte), ημερομηνίας 05/11/10, που καταχώρησαν ως Ενάγοντες / Αιτητές η JSC ΒΤΑ BANK από το Καζακστάν, με Καθ' ου η αίτηση τον XXXXX (εδώ Κατηγορούμενο), διά του οποίου διατασσόταν ο XXXXX να επιτρέψει στους Κύπριους δικηγόρους των προαναφερθέντων Εναγόντων να ερευνήσουν το γραφείο, σπίτι, αυτοκίνητο του, κτλ, και να συλλέξουν πληροφορίες σχετικά με τις εταιρείες που αναφέρονται στην αγωγή της Αγγλίας, στην οποία είχε εκδοθεί αντίστοιχα Διάταγμα Παγοποίησης Περιουσιακών Στοιχείων και Αποκάλυψης ως το Τεκμήριο 10 ανωτέρω. Λίγους μήνες αργότερα, κατά ή περί τις 27/01/2011 οι ίδιοι Ενάγοντες - Αιτητές πέτυχαν στα πλαίσια Γεν. Αίτησης αρ. XXX/2011 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού την έκδοση αντίστοιχου Διατάγματος τύπου «Anton Piller» (βλ. το Τεκμήριο 13) εναντίον του ΜΚ2 για εξασφάλιση στοιχείων και εγγράφων που ήσαν αναγκαία στο πλαίσιο της ίδιας Αγγλικής υπόθεσης για την οποία είχε εκδοθεί στην Αγγλία το Διάταγμα παγοποίησης Περιουσιακών Στοιχείων και Αποκάλυψης Εγγράφων ως το Τεκμήριο 10, ανωτέρω. Όπως αναφέρει ο ΜΚ2 στη γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 5), διαφορετικά αντέδρασε αυτός απ' ότι ο XXXXX σε σχέση με τα Διατάγματα Anton Piller. O XXXXX συμμορφώθηκε με το εν λόγω Διάταγμα, ενώ ο ΜΚ2 ισχυρίζεται ότι «για λόγους πραγματικά πολύ σοβαρούς εγώ δεν μπορούσα να συμμορφωθώ». Αποτέλεσμα ήταν να δικαστεί ο ΜΚ2 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στα πλαίσια της Αίτησης αρ. 42/2011, ημερ. 03/10/11, για το αδίκημα της παρακοής σε Διάταγμα Δικαστηρίου και να βρεθεί με αιτιολογημένη απόφαση ημερ. 20/07/2012, ένοχος ηθελημένης παρακοής και να φυλακιστεί για περίοδο 45 ημερών περίπου (βλ. το Τεκμήριο 14). Λόγω του ότι ο ΜΚ2 επέλεξε ηθελημένα να μην συμμορφωθεί ούτε με το Διάταγμα του High Court of Justice of England and Wales Αγγλικού Δικαστηρίου που του είχε επιδοθεί πίσω στις 26/07/2010 (βλ. το Τεκμήριο 10 πιο πάνω), εκκρεμούσε εναντίον του και αίτηση φυλάκισής του για περιφρόνιση Δικαστικού Διατάγματος και στην Αγγλία. Απεναντίας, ο XXXXX, συμμορφούμενος προς τα Διατάγματα που είχαν εκδοθεί εναντίον του, πέτυχε να διαγραφεί από διάδικος στην υπόθεση ενώπιον του High Court of Justice of England and Wales. Για ν' αποδείξει αυτό το πράγμα, ο ΜΚ2 κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου։ Το «Third Witness Statement» ημερ. 1.11.2011 που κατατέθηκε ενώπιον του High Court, όπου το όνομα του XXXXX φαίνεται διαγραμμένο από τον τίτλο της Αγωγής ΗC10C02462 (βλ. το Τεκμήριο 17). Το «Order», ημερ. 21.12.2018 του High Court of Justice of England and Wales (βλ. το Τεκμήριο 18), όπου παρατηρώ ότι γίνεται ρητή αναφορά, στην παρα. 5 του εν λόγω εγγράφου, σε απόφαση διακοπής της αγωγής ΗC10C02462 εναντίον του Εναγομένου 3 (XXXXX XXXXX Hercules) - "The consent order made by Briggs J dated 15 April 2011 (i) discontinuing these proceedings as against the Third defendant only". Από την πιο πάνω εξέλιξη των παραγμάτων, ο ΜΚ2 συνάγει το συμπέρασμα (το οποίο καταγράφει στη γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 5) «ότι υπήρχε κίνητρο και σκοπός πίσω από τις παράνομες ενέργειες του XXXXX, ο οποίος επετεύχθη προς όφελος του, αφού δεδομένου ότι θα απαλλασσόταν και τελικά απαλλάχθηκε, εσκεμμένα και με πρόθεση, παραβίασε τους κωδικούς ασφαλείας του ηλεκτρονικού υπολογιστή μου.». (στ) Υπάρχει ομολογία εκ μέρους του Κατηγορουμένου για τη διάπραξη του αδικήματος που του αποδίδεται; Ήταν ο ισχυρισμός του ΜΚ2 στο πλαίσιο της γραπτής του δήλωσης (Τεκμήριο 5), ότι, ενόσω εκκρεμούσε η αίτηση φυλάκισης του για παρακοή διατάγματος τόσο στην Κύπρο όσο και στην Αγγλία, ο XXXXX (εδώ Κατηγορούμενος) «εισερχόμενος στο γραφείο μου στις 07 Οκτωβρίου 2011, και αφού προσφέρθηκε να με βοηθήσει για να ξεμπλέξω από τη δύσκολη κατάσταση στην οποία βρέθηκα, ο ίδιος ηθελημένα ετοίμασε και μου παρέδωσε την ίδια ημέρα δηλαδή στις 07 Οκτωβρίου 2011, ένα σημείωμα εξηγώντας μου και παραθέτοντας μου όλα τα γεγονότα και τις ενεργείες του από την ημέρα που επιδόθηκε το Διάταγμα της Αγγλίας στις 26/07/2010 μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου 2010» (βλ. το Τεκμήριο 15). Έγινε έξαλλος ο ΜΚ2 με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 15, όταν το διάβασε, γι'αυτό και πήγε στο ΤΑΕ Λεμεσού για να καταγγείλει τον XXXXX και τους δύο Βρετανούς δικηγόρους όπως ανέφερα εισαγωγικά ως ιστορικό υπόβαθρο της παρούσας υπόθεσης. Οφείλω να παρατηρήσω ότι την όποια κατάθεση έλαβε η Κυπριακή Αστυνομία από τον XXXXX (εδώ Κατηγορούμενο) στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού σε σχέση με την καταγγελία που έκανε εναντίον του ο ΜΚ2, ουδείς την προσκόμισε στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, για να κατατεθεί ως τεκμήριο. Επομένως, όσα ο ΜΚ2 αναφέρει στη γραπτή δήλωση ως το Τεκμήριο 5, περιγράφοντάς τα ως πράγματα που είπε ο Κατηγορούμενος στην κατάθεσή του στην Αστυνομία είναι φανερό ότι τα αντλεί από τα γραφόμενα στο Ευρωπαϊκό Ένταλμα σύλληψης (βλ. το Τεκμήριο 16) που εκδόθηκε κατά των Βρετανών Δικηγόρων, χωρίς όμως να έχει ούτε αυτός στην κατοχή του αυτούσια την κατάθεση που έδωσε ο Κατηγορούμενος στην Αστυνομία. Συνεπώς, το αν υπάρχει ομολογία του Κατηγορούμενου ή όχι, για οποιοδήποτε αδίκημα, κρίνεται μόνο στη βάση του Σημειώματος ως το Τεκμήριο
- Πάντως, ο ΜΚ2, άπαξ και έλαβε στην κατοχή του το Σημείωμα του XXXXX (εδώ Κατηγορούμενου) - Τεκμήριο 15 -, δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια. Επιχείρησε ο ίδιος να το χρησιμοποιήσει ενώπιον του Άγγλου Δικαστή (Lord Justice Jackson), στον οποίο απέστειλε επιστολή ημερ. 7.10.2011 (βλ. το Τεκμήριο 20) πριν την ακρόαση της αίτησης για περιφρόνηση εκ μέρους του ΜΚ2 του διατάγματος του Αγγλικού δικαστηρίου (εδώ Τεκμήριο 10), η οποία ακρόαση ήταν ορισμένη στις 10 και 11 Οκτωβρίου
- Με την επιστολή αυτή, ο ΜΚ2 καλούσε τον Άγγλο Δικαστή να διαβάσει προσεκτικά το Σημείωμα του XXXXX για να αντιληφθεί σε ποιες παράνομες ενέργειες προέβησαν οι δικηγόροι της Ενάγουσας τράπεζας JSC Bank σε συνέργεια με τον XXXXX προκειμένου να εξασφαλίσουν εμπιστευτικές πληροφορίες του ΜΚ
- Φαίνεται, όμως, ότι οι δικηγόροι των Εναγόντων στην Αγγλική υπόθεση (JSC BTA BANK), αφού έτυχαν ενημέρωσης για το Σημείωμα του XXXXX που απέστειλε ο ΜΚ2 προς τον Άγγλο Δικαστή με την επιστολή Τεκμήριο 20 ανωτέρω, αποτάθηκαν στο High Court της Αγγλίας και πέτυχαν στις 28.10.2011 την έκδοση «Διατάγματος Μη Αποκάλυψης» (βλ. το Τεκμήριο 21) μέρους του εν λόγω Σημειώματος του XXXXX επί τω ότι περιείχε πληροφορίες για προνομιούχα επικοινωνία μεταξύ των δικηγόροων των Εναγόντων και του XXXXX ως Εναγομένου 3 (εδώ Κατηγορούμενου). Συγκεκριμένα, με το εν λόγω διάταγμα Μη Αποκάλυψης, απαγορευόταν στον ΜΚ2 να αποκαλύπτει είτε ο ίδιος είτε μέσω άλλων προσώπων, το περιεχόμενο των παραγράφων 1 έως 11,14, 19 - 49, μέρος της παρα. 54 και ολόκληρες τις παρα 57 -
- Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ο ΜΚ2 εισηγήθηκε, μέσω της γραπτής του δήλωσης ως το Τεκμήριο 5, ότι ακόμη και τα μέρη του Σημειώματος (Τεκμήριο 15) που δεν εμποδίστηκε από το High Court της Αγγλίας από το να τα αποκαλύψει, δείχνουν ποιες είναι οι παράνομες πράξεις του XXXXX και ότι αυτές ήταν γνωστές προς τους Άγγλους δικηγόρους. Παρέπεμψε το παρόν Δικαστήριο στις εξής παραγράφους։ · «
- CH & RL were made fully aware as to how I had obtained the information. Not proud of myself for the way I obtained the information but needed to know more about the company. I was a director in as the information from the 2D was limited to say the least.». · «
- I went immediately to HL after the meeting with PCB at around 4.30pm.». · «
- I returned to Cyprus on the morning of the 1th October at 6.30am.». · «
- It was a holiday in Cyprus and presumed 2nd Defendant would not be in the office and thus I went to the office around 3.30pm on the 1st October. I switched on his computer and proceeded to look for his Microsoft Outlook for emails and or attachments [.] I began forwarding emails to my computer that had ΚΥΜΑ, SK, etc in title [.].» · «
- Unfortunately, 2D had a meeting in his office and I was caught in his office at his computer at around 4.pm.» · «
- He went mad, shouting that I didn't know who 1 was dealing with. If Ι showed the emails or documents to HL, the Kazakhs would put a bullet in my head. People in Moscow would be taken care of by secret police. You know how it is in these countries! If they didn't kill me, then he would do it himself. He was jumping up and down and ranting and raving about how much money was involved and did I understand the people who were involved etc. He repeated the threat of being killed several times and asked whether I wanted my children to grow up without a father.» · «
- The Second Defendant was obviously very angry when he caught me at his desk trying to find the emails/documents [.]». Ισχυρίζεται ο ΜΚ2 ότι από τα πιο πάνω αποσπάσματα του Σημειώματος του Κατηγορουμένου «Διαφαίνεται η αλήθεια και η παραδοχή του XXXXX», καθώς επίσης υποστηρίζει ότι «δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος με τη θέληση του προέβηκε στη σύνταξη του εν λόγω σημειώματος και οι πράξεις που περιγράφει ότι διέπραξε τις διέπραξε συνειδητά και με σκοπό να απαλλαχτεί από τις διαδικασίες που εγέρθηκαν εναντίον του, σκοπό τον οποίο έχει πετύχει.». Σε αυτό το σημείο, είναι αναγκαίο να επισημάνω ότι το Τεκμήριο 15 που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, είναι φωτοαντίγραφο αυτούσιου, δηλαδή ολόκληρου, του Σημειώματος που είχε συντάξει ο Κατηγορούμενος στις 7.10.
- Δεν έσβησε ούτε διέγραψε ο ΜΚ2 τις παραγράφους που όφειλε, βάσει του Αγγλικού Διατάγματος Μη Αποκάλυψης ως το Τεκμήριο 21, να μην αποκαλύψει. Δεν αναφέρθηκε κατά πόσον έπαυσε να ισχύει το εν λόγω Διάταγμα, λόγω ολοκλήρωσης της υπόθεσης που εκκρεμούσε ενώπιον του Αγγλικού High Court. Δεν ηγέρθηκε ένσταση στην κατάθεση του Σημειώματος επί τω ότι αυτό καλύπτετο από Διάταγμα Μη Αποκάλυψης, παρά μόνο η συνήγορος του Κατηγορουμένου ενώπιόν μου ήγειρε ένσταση στην κατάθεσή του λόγω του ότι κατ' ισχυρισμόν δεν περιέχει «θεληματική» ομολογία («δεν λήφθηκε με τη θέληση του πελάτη μου και λήφθηκε κατόπιν πίεσης ή/και εις αντάλλαγμα κάποιας υπόσχεσης»). Την οποία ένσταση εν συνεχεία απέσυρε η συνήγορος του Κατηγορουμένου, αναγνωρίζοντας ότι όταν συντάχθηκε το εν λόγω Σημείωμα από τον Κατηγορούμενο, θέτοντάς το υπόψη ή/και στην κατοχή του ΜΚ2, ο ΜΚ2 δεν βρισκόταν σε θέση «εξουσίας» εν σχέση προς τον Κατηγορούμενο (Βλ. το Σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, το Δίκαιο της Απόδειξης, στη σελίδα 894, για την έννοια του όρου «πρόσωπο σε θέση εξουσίας»), αφού δεν ήταν «εργοδότης» του με την τυπική έννοια του όρου, ούτε ήταν «παραπονούμενος» ή «κατήγορός του» κατά τον ουσιώδη χρόνο της σύνταξής του (βλ. συναφώς τα πρακτικά των δικασίμων 21.5.2019 και 23.5.2019). (ζ) Είχε τη συγκατάθεση του ΜΚ2 ή είχε δικαίωμα ο Κατηγορούμενος να εισέλθει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ΜΚ2; Στις σελ. 17 έως 18 της γραπτής δήλωσής του (Τεκμήριο 5), ο ΜΚ2 δηλώνει τα εξής։ «Θα ήθελα να ξεκαθαρίσω στο Δικαστήριο για ακόμα μια φορά, ότι ο XXXXX δεν είχε κανένα απολύτως δικαίωμα, συγκατάθεση και έγκριση από εμένα να χρησιμοποίει τον προσωπικό μου ηλεκτρονικό υπολογιστή ή οποιονδήποτε άλλο ηλεκτρονικό υπολογιστή του γραφείου μου. Σε καμία περίπτωση δεν είχε κανένα απολύτως δικαίωμα, συγκατάθεση και έγκριση από εμένα να έχει δικαίωμα πρόσβασης στο σύστημα του ηλεκτρονικό μου υπολογιστή ή σε οποιονδήποτε άλλο ηλεκτρονικό υπολογιστή του γραφείου μου ή/και να γνωρίζει τα μέτρα ασφαλείας όπου είχα εγκατεστημένα στον ηλεκτρονικό μου υπολογιστή, για παράδειγμα το username, ηλεκτρονικών ταχυδρομείων και κωδικούς ασφαλείας. Επιπλέον, είναι πασιφανές και λογικό ότι εφόσον εργαζόμουν και ενεργούσα ως αντιπρόσωπος σε μεγάλες διεθνής εταιρείες, ότι όλα τα δεδομένα και έγγραφα σχετικά με τις εν λόγω εταιρείες ήταν άκρως εμπιστευτικά και δεν επέτρεπα σε κανένα να έχει πρόσβαση στο ηλεκτρονικό μου σύστημα. Σχετική είναι επιστολή από το δικηγορικό γραφείο Λεύκος Κληρίδης που είναι ήδη κατατεθειμένη ενώπιόν σας.». (η) Παραβίασε ο Κατηγορούμενος οποιαδήποτε μέτρα ασφαλείας τα οποία να ήταν εγκατεστημένα στον υπολογιστή του ΜΚ2 προκειμένου να εισέλθει σε αυτόν; Ο ΜΚ2 έδωσε μαρτυρία για να αποδείξει ότι εφάρμοζε μέτρα ασφαλείας για την παρεμπόδιση μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή. Την παραθέτω πιο κάτω։ Στη γραπτή δήλωσή του (σελ. 2, Τεκμήριο 5), ο ΜΚ5 ισχυρίζεται ότι։ «Διαχειριζόμουν επίσης εκ μέρους των πελατών μου απόρρητες πληροφορίες που σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσα να μοιραστώ με κανένα. Επίσης, διαχειριζόμουν εμπιστευτικές πληροφορίες ξένων κρατών οι οποίες ήταν απόρρητες, οπόταν εκ των πραγμάτων ήμουν υποχρεωμένος να υπάρχουν κωδικοί ασφαλείας στον υπολογιστή μου τους οποίους μόνο εγώ γνώριζα.». Ειδικότερα, ο ΜΚ2 εξήγησε τα εξής στη σελ. 3 του Τεκμηρίου 5։ «Αναφορικά με τους παραπονούμενους 2 και 3, για τις δραστηριότητες τους και τις υπηρεσίες που πρόσφεραν, χρησιμοποιούσα τον προσωπικό μου ηλεκτρονικό υπολογιστή και ηλεκτρονικά ταχυδρομεία, ως εκ τούτου όλες οι πληροφορίες αλλά και όλα τα δεδομένα των εν λόγω εταιρειών (παραπονουμένων 2 και 3) ήταν αποθηκευμένα στον δικό μου ηλεκτρονικό υπολογιστή μόνο. Για τις υπηρεσίες που πρόσφερα χρησιμοποιούσα τις ακόλουθες ηλεκτρονικές διευθύνσεις, XXXXX@starportgroup.com ή/και XXXXX@starportgroup.com και σε αυτές πρόσβαση είχα ΜΟΝΟ εγώ και κανένας άλλος μέσω του ηλεκτρονικού μου υπολογιστή, αφού για να εισέλθω στον ηλεκτρονικό μου υπολογιστή και στη συνέχεια στο ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο, υπήρχαν κωδικοί ασφαλείας τους οποίους γνώριζα μόνο εγώ. Δηλαδή υπήρχε κωδικός για να ενεργοποιηθεί ο ηλεκτρονικός μου υπολογιστής και για να πετύχω πρόσβαση σε κάθε ηλεκτρονική μου διεύθυνση υπήρχε επίσης κωδικός ασφαλείας.». Καταλήγει στη σελ. 18 της γραπτής του δήλωσης (Τεκμήριο 5) να δηλώνει ο ΜΚ2 ότι։ «Ως αποτέλεσμα, είχα υπό την προστασία μου όλα τα δεδομένα των εταιρειών, των οποίων εργαζόμουν με κάθε δυνατό τρόπο. Γι' αυτό τον λόγο, είχα επικοινωνήσει και αναθέσει στην εταιρεία ComputerLand τον χειρισμό και την πλήρη συντήρηση όλων των ηλεκτρονικών υπολογιστών της εταιρείας μου, συγκεκριμένα υπήρχε υπάλληλος ο οποίος μου πρόσφερε IT Services, εν ονόματι κ. XXXXX Κυριακίδης ο οποίος ήταν ο IT Administrator μου μαζί φυσικά με το διευθυντή του κ. XXXXX Δημητρίου. Έτσι, ζήτησα από τον εν λόγω υπάλληλο να δημιουργήσει και να εγκαταστήσει ένα λογισμικό και ένα σύστημα στον ηλεκτρονικό μου υπολογιστή ούτως ώστε ο μόνος που θα μπορούσε να έχει πρόσβαση θα ήμουν εγώ. Έτσι, για να εισέλθω στον ηλεκτρονικό μου υπολογιστή και ηλεκτρονικό μου σύστημα χρησιμοποιούσα μέτρα ασφαλείας και κωδικούς ασφαλείας τα οποία μόνο εγώ γνώριζα. Φυσικά ούτε και ο κ. XXXXX Κυριακίδης γνώριζε τους κωδικούς πρόσβασης.». (θ) Παρενέβη ο Κατηγορούμενος στα δεδομένα του ηλεκτρονικού υπολογιστή του ΜΚ2; Στη σελ. 16 της δήλωσής του (Τεκμήριο 5), ο ΜΚ2 συνάγει συμπέρασμα παράνομης πρόσβασης του Κατηγορουμένου στον υπολογιστή του και παρέμβασης αυτού στα δεδομένα που είχε αποθηκευμένα ο ΜΚ2, για αποκόμιση ιδίου οφέλους. Λέγει ειδικότερα ότι։ «Όπως προκύπτει, είναι δεδομένο ότι ο XXXXX παράνομα και χωρίς την συγκατάθεση μου παραβίασε όχι μόνο τη θύρα του γραφείου μου αλλά και όλους τους κωδικούς ασφαλείας του ηλεκτρονικού μου υπολογιστή και αυτό το παραδέχτηκε πολλές φορές τόσο με δικό του σημείωμα, με κατάθεση του στην αστυνομία αλλά και δια μέσω των δικηγόρων του στην επιστολή τους με ημερ. 10/03/2016 προς τα Γενικό Εισαγγελέα. Είναι δεδομένο ότι ο XXXXX επαναλάμβανε αυτή τη παράνομη συμπεριφορά παραβίασης των μέτρων ασφαλείας του ηλεκτρονικού μου υπολογιστή εν αγνοία μου, αφού από την ημέρα επίδοσης του διατάγματος 29/07/10 όπως φαίνεται από τα όσα πιο πάνω αναφέρω και από τα έγγραφα που έχω καταθέσει, ο XXXXX όποτε έβρισκε ευκαιρία και χωρίς να γνωρίζω πως, κατάφερνε να μπαίνει στο γραφείο μου και να παραβιάζει τα μέτρα ασφαλείας του ηλεκτρονικού μου υπολογιστή και απέστελλε δεδομένα χωρίς την έγκριση μου από τον υπολογιστή μου στον υπολογιστή του, χωρίς φυσικά τη γνώση ή τη συγκατάθεση μου.». Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ Κ. XXXXX ΚΛΗΡΙΔΗ (ΜΚ3). Η μαρτυρία του κ. Ν. Κληρίδη (ΜΚ3) ήταν περιορισμένης έκτασης. Ολοκληρώθηκε κατά τη δικάσιμο ημερ. 2.8.2019, ως φαίνεται στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Ουσιαστικά, ο ΜΚ3 προσήλθε για να καταθέσει στο Δικαστήριο μία επιστολή ημερ. 12.2.2016 (βλ. το Τεκμήριο 26), την οποία υπογράφει ο ίδιος απευθυνόμενος προς τον Αρχηγό Αστυνομίας και τον Υπουργό Δικαιοσύνης, ενεργώντας κατ' εντολή του κ. XXXXX Κυθραιώτη (εδώ ΜΚ2) ως πελάτη του, στην οποία αναφέρεται ότι κατόπιν κάποιας καταγγελίας ενός άλλου δικηγόρου εναντίον του ΜΚ2, η Αστυνομία Κύπρου προχώρησε σε κατάσχεση των σκληρών δίσκων του Ηλεκτρονικού Υπολογιστή του ΜΚ2 και εφιστάται από τον ΜΚ3 η προσοχή της Αστυνομίας στο γεγονός ότι - «Ένας εκ των σκληρών δίσκων του πελάτη μας που κατέσχε η Αστυνομία περιέχει απόρρητα στοιχεία που άπτονται της Εθνικής Ασφάλειας της Ελληνικής Κυβέρνησης και η Ελληνική Κυβέρνηση ήταν ενήμερη για την κατοχή από τον πελάτη μας αυτών των στοιχείων και του είχε επιστήσει την προσοχή να διαφυλάξει το απόρρητο καθ'οτι αφορούν υψίστη ασφάλεια.». Ουδεμία σχέση αναφέρθηκε να έχει ή να είχε η καταγγελία τρίτου δικηγόρου κατά του ΜΚ2 με την παρούσα υπόθεση. Ο μόνος λόγος για τον οποίο φάνηκε ότι οι Κατήγοροι στην παρούσα υπόθεση κάλεσαν τον ΜΚ3 για να καταθέσει το Τεκμήριο 26 ήταν για να ενισχύσουν τη μαρτυρία του ΜΚ2 σε ό,τι αφορά αυτό που ανέφερε στη σελ. 2 του Τεκμηρίου 5, ότι - «διαχειριζόμουν εμπιστευτικές πληροφορίες ξένων κρατών, οι οποίες ήταν απόρρητες, οπόταν εκ των πραγμάτων ήμουν υποχρεωμένος να υπάρχουν κωδικοί ασφαλείας στον υπολογιστή μου, τους οποίους μόνο εγώ εγνώριζα». Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ Κ. XXXXX ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (ΜΚ4). Ουσιώδης κρίνεται η μαρτυρία του ΜΚ4, η οποία λήφθηκε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο ημερ. 2.8.
- Ο ΜΚ4, με στοιχεία ταυτότητας ως φαίνονται στο Τεκμήριο 27, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης που ετοίμασε ο ίδιος, την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Την παραθέτω αυτούσια։ «Ονομάζομαι XXXXX Δημητρίου και είμαι ιδρυτής και διευθυντής της εταιρείας V.D. Computerland Centre Ltd (HE 91788) γνωστής και ως ComputerLand με έδρα τη Λεμεσό. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 29 αντίγραφα πιστοποιητικών της εταιρείας μου. Έχω σπουδάσει στην Νέα Υόρκη, Ηνωμένων Πολιτειών και καταθέτω προς τεκμηρίωση τούτου τα ακόλουθα Πιστοποιητικά:
- MBA International Finance St., Johns University, New York
- Computer Information Systems, Baruch College, CUNY, New York Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 30 αντίγραφα των σχετικών μου πιστοποιητικών. Η εταιρεία μου ComputerLand είχε και έχει αρκετούς πελάτες εκ των οποίων και ο κ. XXXXX KYTHREOTIS γνωστός και ως XXXXX Κυθραιώτης ή/και ως XXXXX Κυθρεώτης με τις εταιρείες του STARPORT MANAGEMENT LTD και ΡΚΜ MANAGEMENT LTD, οι οποίοι διατηρούσαν γραφεία στην οδό Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ, ΥΙΟΤΑ COURT, 4ος όροφος, γραφεία 301-302, 3021 Λεμεσός, παρέχοντας όπως μου ανάφερε κυρίως υπηρεσίες Επιτρόπου / Θεματοφύλακα /Διαχείρισης (Fiduciary Services) όπου διαχειρίζονταν ταυτόχρονα εμπιστευτικές πληροφορίες και έγγραφα. Για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν χρειάζονταν ηλεκτρονικούς υπολογιστές και συστήματα. Οι υπηρεσίες της ειδικότητας μας που προσφέραμε στα γραφεία τους ήταν η πλήρης συντήρηση των ηλεκτρονικών συστημάτων τους και αναβάθμιση τους, όπου και όταν χρειαζόταν. Να αναφέρω ότι η συνεργασία μας άρχισε κατά το έτος 2004 και διήρκησε μέχρι και τον Αύγουστο 2012 περίπου, οπόταν ο κ. Κυθραιώτης σταμάτησε τις δραστηριότητες του. Στα γραφεία τους, υπήρχαν 5 υπολογιστές γραφείου, οι οποίοι ήταν συνδεδεμένοι μέσω Server, και είχαν κοινή πρόσβαση σε έγγραφα και αρχεία πλην, όμως, όχι σε όλα, αλλά σε μερικά στα οποία έγκριση έδινε μόνο ο κ. Κυθραιώτης. Σε κάθε περίπτωση, κανένας δεν μπορούσε να έχει πρόσβαση στον υπολογιστή ή/και στο φορητό υπολογιστή του κ. Κυθραιώτη χωρίς την ειδική έγκριση του και χωρίς ο ίδιος να πληκτρολογήσει τους κωδικούς του ασφαλείας, όπως θα εξηγήσω πιο κάτω. Να σημειώσω ότι ο κάθε εργαζόμενος ή/και χρήστης ηλεκτρονικού υπολογιστή, είχε δικούς του κωδικούς πρόσβασης, τους οποίους δεν γνώριζαν οι άλλοι παρά μόνο ο ίδιος ο χρήστης. Ο κ. Κυθραιώτης μου ανάφερε ότι στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή είχε απόρρητες πληροφορίες και μου ζήτησε να δημιουργήσω και να εγκαταστήσω ένα λογισμικό και ένα σύστημα στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή, ούτως ώστε ο μόνος που θα μπορούσε να έχει πρόσβαση θα ήταν ο ίδιος και κανένας άλλος. Κύριος και μοναδικός σκοπός του κ. Κυθραιώτη, ήταν να είναι βέβαιος ότι μόνο αυτός θα μπορούσε να έχει πρόσβαση στον υπολογιστή του και ειδικά στα ηλεκτρονικά του μηνύματα. Του εισηγήθηκα όπως δημιουργηθούν μέτρα ασφαλείας με το οποίο συμφώνησε. Ως εκ τούτου και κατόπιν οδηγιών του, δημιουργήθηκαν και εγκαταστάθηκαν στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή κωδικός ασφαλείας πρόσβασης, τον οποίο, μόνο ο ίδιος γνώριζε και εφόσον θα είχε πρόσβαση στον υπολογιστή του, δημιουργήθηκε και εγκαταστάθηκε δεύτερος κωδικός ασφαλείας, για να υπάρχει πρόσβαση στα ηλεκτρονικά του μηνύματα, τον οποίο κωδικό επίσης μόνο ο ίδιος γνώριζε. Δηλαδή, μόλις θα άναβε τον υπολογιστή του, αμέσως του ζητείτο να γράψει κωδικό ασφαλείας για να έχει περαιτέρω πρόσβαση και στη συνέχεια για να εισέλθει στα ηλεκτρονικά μηνύματα, θα έπρεπε να γράψει δεύτερο κωδικό ασφαλείας. Σε περίπτωση που οποιοσδήποτε κωδικός ήταν λάθος δεν θα μπορούσε να προχωρήσει περαιτέρω. Ακριβώς τα ίδια μέτρα ασφάλειας εγκαταστάθηκαν και στους διάφορους προσωπικούς φορητούς του υπολογιστές. Συμπληρωματικά αξίζει να αναφερθεί ότι κατόπιν οδηγιών του κ. Κυθραιώτη, για κάθε ηλεκτρονική διεύθυνση υπήρχε ξεχωριστό λογισμικό με ξεχωριστό κωδικό. Τους εν λόγω κωδικούς ασφαλείας, τους γνώριζε μόνο ο ίδιος και κανένας άλλος. Όποτε χρειαζόταν να εισέλθω στον υπολογιστή του για συντήρηση, ο κ. Κυθραιώτης άναβε τον υπολογιστή του, έβαζε τους κωδικούς και μετά με άφηνε να καθίσω μπροστά από τον υπολογιστή για τα περαιτέρω και πάντα ήταν μαζί μου. Αρκετές φορές χρειάστηκε να έχω πρόσβαση όταν δεν ήμουν στο γραφείο του κ. Κυθραιώτη και για να επιτευχθεί αυτό, γινόταν χρήση της γλώσσας υπολογιστών γνωστής ως Team Viewer. Δηλαδή ενώ ήταν ο κ. Κυθραιώτης ήδη στον υπολογιστή του, μου έδινε κωδικό πρόσβασης μέσω Team Viewer και ενώ ήταν και ο ίδιος στον υπολογιστή του προέβαινα σε οτιδήποτε χρειαζόταν. Ουδέποτε χειριζόμουν υπολογιστές του χωρίς να είναι παρών μαζί μου ο ίδιος. Οι ηλεκτρονικές διευθύνσεις του κ. Κυθραιώτη ήταν XXXXX@starportgroup.com ή/και XXXXX@starportgroup.com. Τέλος στα γραφεία του κ. Κυθραιώτη υπήρχε εντός του χώρου και άλλο γραφείο το οποίο χρησιμοποιούσε ο κ. XXXXX XXXXX HERCULES (ERACLEOUS), πλην όμως τα ηλεκτρονικά του συστήματα ουδέποτε συντηρήσαμε και σε καμία περίπτωση είχαν οποιαδήποτε σχέση με αυτά του κ. Κυθραιώτη και με κανένα τρόπο ήταν συνδεμένα με τα δικά του.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ. Ο Κατηγορούμενος κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου δίδοντας Διαβεβαίωση (αντί όρκου) ότι θα πει την αλήθεια, όλη την αλήθεια και μόνο την αλήθεια. Η μαρτυρία του λήφθηκε κατά τις δικασίμους 5.8.2019 και 8.8.2019, όπου και έκλεισε την υπόθεσή του βάσει αυτής. Ο ίδιος συνέταξε και υιοθέτησε ως μέρος της ένορκης μαρτυρίας του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης στην Αγγλική γλώσσα, που είναι μητρική του γλώσσα ή/και η γλώσσα την οποία κατανοεί καλύτερα (βλ. το Τεκμήριο 31), η οποία μεταφράστηκε πιστά από τον μεταφραστή κ. XXXXX Χατζηφιλίππου και κατατέθηκε στην Ελληνική γλώσσα για την παρούσα δικαστική διαδικασία (βλ. το Τεκμήριο 31Α). Πρόκειται για πολυσέλιδη γραπτή δήλωση 16 σελίδων πυκνογραμμένων με μικρή γραμματοσειρά, που καταλήγει να ανέρχεται σε 28 περίπου σελίδες όταν αναπροσαρμοστεί σε Arial 12, με πυκνότητα παραγράφων 1,5 ως είναι γραμμένη η παρούσα απόφαση. Θα επιχειρήσω ως εκ τούτου, αντί να την παραθέσω αυτούσια, να αναλύσω το περιεχόμενό της ως έπραξα και για τη γραπτή δήλωση του παραπονούμενου ΜΚ
- Στόχος του Κατηγορούμενου ήταν, όπως αναφέρει στη γραπτή του δήλωση (Τεκμήρια 31 και 31Α), να αποδείξει ότι «η μαρτυρία του XXXXX Κυθραιώτη (εφεξής καλούμενος ως «Κυθραιώτης») δεν είναι μόνο ανακριβής αλλά καθαρή κατασκευή». Εντοπίζονται τα εξής αντικρουστικά σημεία։ (α) Αντικρούει τον ισχυρισμό του ΜΚ2 ότι «είχα μovo εγώ πρόσβαση και κανείς άλλος μέσω του υπολογιστή μου», λέγοντας ότι - «Το παρόν δηλώνω δεν είναι σωστό, καθώς είχα προσωπικά δει το προσωπικό του, δηλαδή τη XXXXX, τη XXXXX και την XXXXX να πάνε στον υπολογιστή του σε πολλές περιπτώσεις. Θα πω περαιτέρω ότι κάθε υπάλληλος του Κυθραιώτη γνώριζε τα διαπιστευτήρια σύνδεσης του άλλου.». (β) Αντικρούει τον ισχυρισμό του ΜΚ2 ότι «για να μπω στον υπολογιστή μoυ και να ανοίξω το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μou (e-mail), υπήρχαν κωδικοί ασφαλείας που ήξερα εγώ μόνο», λέγοντας ότι (βλ. σελ. 2 του Τεκμηρίου 31) - «Δηλώνω ότι αυτό δεν είναι σωστό. Γνώριζα πολύ καλά τον απλό κωδικό του, για να εισέλθει στον υπολογιστή του, δηλαδή «XXXXX», καθώς ο ίδιος ο Κυθραιώτης μου τον είχε δώσει και είχα πρόσβαση στον υπολογιστή του για πολλούς λόγους, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης του σαρωτή του γραφείου για να σαρώνω έγγραφα, να του διαβιβάζω έγγραφα από τον υπολογιστή του όταν ήταν εκτός γραφείου και, γενικότερα, κατ' εντολήν του, κατά τα προηγούμενα δύο έτη ως το αναφερόμενο γεγονός. Υπήρχε μόνο αυτός ο απλός κώδικας που γνώριζα και είχα ενημερωθεί για να μπαίνω στον υπολογιστή και να έχω πρόσβαση. Χρησιμοποίησα, επίσης, τον υπολογιστή της XXXXX από καιρό σε καιρό, για να έχω πρόσβαση στον εκτυπωτή/σαρωτή της Starport, όταν είχα πολλά έγγραφα για να εκτυπώσω ή να σαρώσω. Αυτός ο κωδικός ήταν «XXXXX». Όλα αυτά έγιναν με πλήρη γνώση του Κυθραιτώτη και του προσωπικού του. Στην πραγματικότητα, το ηλεκτρονικό γράμμα της 7.47μμ της 10ης Αυγούστου 2010, μαρτυρία που εισήχθηκε από τον Κυθραιώτη, είναι ότι, όταν ταξινομώντας τα έγγραφα για να διαβιβαστούν στον προτεινόμενο κοινό νομικό εκπρόσωπο μας. τον XXXXX Riem, της PCB Litigation. (υπογεγραμμένη Επιστολή Πρόσληψης που υποβλήθηκε από τη δικηγόρο μου - βλ. το Τεκμήριο 25), ο Κυθραιώτης και εγώ καθόμασταν στο γραφείο του μαζί, καθώς έπρεπε να του επισημάνω τη σοβαρότητα της κατάστασης και την επιτακτική ανάγκη να διορίσουμε νομική εκπροσώπηση, καθώς ήταν πιθανό να περιφρονήσουμε το δικαστήριο για μη συμμόρφωση, και εκείνο το βράδυ, την 10η Αυγούστου 2010, αφού ο Κυθραιώτης είχε φύγει από το γραφείο, έμεινα για να τελειώσω την σάρωση της τεκμηρίωσης.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) (γ) Αντικρούει τον ισχυρισμό του ΜΚ2 ότι «υπήρχε ένας κωδικός για να ενεργοποιήσω τον υπολογιστή μου και για να αποκτήσω πρόσβαση στη διεύθυνση του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου μου υπήρχε επίσης ένας άλλος κωδικός ασφαλείας», λέγοντας ότι (βλ. σελ. 2 του Τεκμηρίου 31) - «Υπήρχε μόνο ένας κώδικας που γνώριζα και είχα ενημερωθεί και ο μοναδικός κώδικας που χρησιμοποίησα ως «XXXXX». Δεν υπήρχε κωδικός για να αποκτηθεί ξεχωριστή πρόσβαση στο Microsoft Outlook, μόνο ο κωδικός XXXXX για να εισέλθει στον υπολογιστή.». (δ) Αντικρούει τον ισχυρισμό του ΜΚ2 ότι «Στο γραφείο του XXXXX, κανένας υπάλληλος ή εγώ θα μπορούσε να μπει χωρίς τον XXXXX να είναι εκεί και στο γραφείο των υπαλλήλων μου ή μόνος μου, κανείς δεν θα μπορούσε να μπει εκτός αν ήταν οι ίδιοι ή εγώ εκεί. Στο γραφείο μου ήμουν ο μόνος που είχε κλειδιά της πόρτας, στα γραφεία των υπαλλήλων μου, οι υπάλληλοι μου, και είχα το κλειδί για την πόρτα τους. Στο γραφείο του XXXXX, μόνο αυτός είχε το κλειδί της πόρτας και κανείς άλλος», λέγοντας ότι - «Αυτό είναι και πάλι καθαρή κατασκευή. Δεν είχα ενημερωθεί ποτέ για αυτούς τους κανόνες πρόσβασης ή άρνησης πρόσβασης, ούτε υποθέτω είναι το προσωπικό του, εφόσον όλοι είχαν ελεύθερη πρόσβαση σε όλα τα δωμάτια εντός του γραφείου. Πήρα το γραφείο από τον Κυθραιώτη και μου έδωσε ένα δεύτερο κλειδί για το γραφείο μου, υποθέτω ότι θα κράτησε αυτός το πρώτο κλειδί.». (ε) Αντικρούει τον ισχυρισμό του ΜΚ2 ότι «αντί για ενοίκιο, συμφωνήσαμε ότι ο XXXXX θα πρέπει να διοριστεί ως ανεξάρτητος εμπιστευματοδόχος (nominee) σε αρκετές από τις εταιρείες που διαχειριζόμουν, μετά που θα έκαμνε ελέγχους και αφού θα ενέκρινε και όπως επιθυμούσε», λέγοντας ότι - «Δεν ήμουν ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ όπως ισχυρίζεται ο Κυθραιώτης, καθώς θα χρέωνε τους πελάτες του για την παροχή ενός εμπιστευματοδόχου διευθυντή και θα λάμβανε πληρωμή από τον πελάτη/τες του γι ' αυτό. Όλα τα έγγραφα που μου ζητήθηκε να υπογράψω ήταν από τον Κυθραιώτη και τους υπαλλήλους του/το προσωπικό του, (υποβολή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αποδεικτικών στοιχείων), ποτέ δεν είχα την ευκαιρία να δεχτώ ή να μην δεχτώ τον διορισμό ως διευθυντή, ποτέ δεν ολοκλήρωσα τους ελέγχους των UBOs οποιωνδήποτε εταιρειών, ήμουν πάντα ενημερωμένος μετά από το συμβάν. Δεν μου επιτρεπόταν να κρατήσω αντίγραφα των εγγράφων που υπέγραψα, ούτε είχα την ανάγκη να το κάνω, καθώς ακολουθούσα απλώς τις οδηγίες του Κυθραιώτη και του προσωπικού του από καιρό σε καιρό με αιτήματα για υπογραφή εγγράφων.» (στ) Προχωρεί ο Κατηγορούμενος και κατηγορεί τον ΜΚ2 ότι ενεργούσε εν αγνοία του, προχρονολογώντας έγγραφα που είχαν την υπογραφή του Κατηγορούμενου ή πλαστογραφώντας την υπογραφή του Κατηγορούμενου, λέγοντας ότι - «Στη συνέχεια, είχα ενημερωθεί ότι ορισμένα από αυτά τα έγγραφα είχαν προχρονολογηθεί (back dated) - Τεκμήριο
- Πράγματι, αργότερα ανακάλυψα ότι η υπογραφή μου χρησιμοποιήθηκε με δόλιο τρόπο σε πολλές περιπτώσεις από τον Κυθραιώτη. Στην πραγματικότητα η κύρια συμφωνία που υπεγράφη από την ΚΥΜΑ, η εταιρεία που συμμετείχε στις δικαστικές διαδικασίες του Ηνωμένου Βασιλείου, υπεγράφη στην πραγματικότητα από τον Κυθραιώτη που πλαστογράφησε την υπογραφή μου (βλ. Τεκμήρια 33 και 33Α). Κανονικά δεν είχα κανένα αρχείο των εγγράφων που είχα υπογράψει ή φέρεται να υπέγραψα, ούτε κανένα αρχείο των εταιρειών που δεν ήμουν μόνο διευθυντής αλλά και ως εγγεγραμμένος μέτοχος.» (ζ) Όσον αφορά τη σχέση του ΜΚ2 και του Κατηγορούμενου με την εταιρεία ΜΥΜΑΝΑ Investments Holdings Ltd, πρώην ΚΥΜΑ, ο Κατηγορούμενος αναφέρει τα εξής։ «Οι οδηγίες για να αλλάξει το όνομα ελήφθησαν στις 22.4.2010, με την XXXXX να προωθεί το εν λόγω email (Τεκμήριο 32). Το τι περιέχεται σε αυτό το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ήταν οδηγίες για να αλλάξει ο UBO (πραγματικός δικαιούχος) σε διάφορες εταιρείες και για τα έγγραφα αυτά να είναι προχρονολογημένα (backdated) για να κρύψει το γεγονός ότι ο [xxx] Shabalayev ήταν δικαιούχος. [.] Δεν σκέφτηκα τίποτα γι' αυτό τότε, αλλά μετά την παραλαβή των αρχικών δικαστικών εγγράφων διάβασα ξανά όλο το email και αυτό που είναι προφανές είναι η ξαφνική ανάγκη να αλλάξουν τα ονόματα των εταιρειών, οι μέτοχοι σε διάφορες συνδεδεμένες εταιρείες και πιο συγκεκριμένα να ξαναχρονολογούνται πίσω αυτές οι αλλαγές. Όλα αυτά συνέβησαν λίγους μήνες πριν από τη λήψη των εγγράφων του Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου στις 29.7.2010 και αυτό καθιστά εσφαλμένη την επόμενη δήλωση του Κυθραιώτη [ότι προς έκπληξή του παρέλαβε το Διάταγμα Παγοποίησης Περιουσιακών στοιχείων και Αποκάλυψης Εγγράφων τον Ιούλιο του 2010]. Ο Κυθραιώτης πρέπει να είχε επίγνωση της εκκρεμούσας νομικής διαδικασίας, καθώς είχε λάβει οδηγίες να αλλάξει τους UBOs, να ξαναχρονολογήσει πίσω τα έγγραφα κλπ, όπως αποδεικνύεται από τα τεκμήρια που κατάθεσα και, κυρίως, να αφαιρέσει έγγραφα που δείχνουν το XXXXX Shabalayev ως UBO.». Προχωρεί ο Κατηγορούμενος και λέγει ότι αναληθώς ο ΜΚ2 ισχυρίζεται στη γραπτή του δήλωση ότι ο ίδιος δεν γνώριζε ποιες ήταν οι συνεναγόμενές του εταιρείες στην υπόθεση αριθ. HC10C02462 του Δικαστηρίου της Αγγλίας, αφού - «οι εταιρίες που απαριθμούνται από τέταρτη έως όγδοη και η ενδέκατη εναγόμενη, έξι συνολικά, ήταν γνωστές στον Κυθραιώτη, (βλ. το Τεκμήριο 34, σελ. 2 παρα. 2.e), καθώς είχε προσπαθήσει να αποκρύψει τους αληθινούς UBOs των έξι εταιρειών.». (η) Αναφορικά με την ξεχωριστή εκπροσώπησή τους ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος εξηγεί ότι όταν αρχικά τους επιδόθηκε στις 29.7.2010 το Διάταγμα Παγοποίησης των Περιουσιακών τους στοιχείων και Αποκάλυψης Εγγράφων, ο ΜΚ2 τον διαβεβαίωνε "Μην ανησυχείς γι' αυτό, έχουμε δικηγόρους που φροντίζουν τα πάντα στο Λονδίνο/Αγγλία". Ωστόσο ο ίδιος ο Κατηγορούμενος αισθάνθηκε «τρομοκρατημένος στο να ανακαλύψω ότι κατηγορήθηκα ότι ήμουν μέρος του ιστού των αράχνης της εξαπάτησης και ισχυριζόμενος ότι βοήθησα σε μια τραπεζική απάτη των USD300million». Ο βρετανός δικηγόρος στον οποίο απευθύνθηκαν εισηγήθηκε ότι δεν θα μπορούσε να ενεργήσει για κανέναν από αυτούς και τους σύστησε κάπποιον άλλο, τον "AR/PCB", στον οποίο ο Κατηγορούμενος αποτάθηκε ήδη από 11.8.2010 (σχετική η αλληλογραφία ως το Τεκμήριο 36). Μετέπειτα όμως, κατά η πέρι τις 14.9.2010 και αφότου ο Μκ2 ζήτησε του Κατηγορούμενου να τον ενημερώσει για όλη την αλληλογραφία που είχε με τον "AR/PCB", «προς έκπληξη μου, μου ζήτησε ο Κυθραιώτης στις 14 Σεπτεμβρίου να γράψω μια επιστολή στο AR/PCB για να τους αποσυνδέσω. [.] Ο Κυθραιώτης, μέσω της βοήθειας του SH/LF, είχε διορίσει τον Byrne and Partners για τον εαυτό του και δεν ήταν σε θέση να ενεργήσει για μένα λόγω πιθανής σύγκρουσης συμφερόντων. Αργότερα ενημερώθηκα από τους δικηγόρους του Byrne and Partners, με ένα τηλεφώνημα από τον BoS, ότι η σύγκρουση συμφερόντων ήταν ότι η υπεράσπιση μου ήταν ότι είχα ακολουθήσει οδηγίες από τον Κυθραιώτη και ότι οι δηλώσεις μου προς XXXXX Lovells ερχόταν σε αντίθεση σε αυτά που ο Κυθραιώτης επιχειρούσε να αναφέρει στις ένορκες καταθέσεις του.». Εν τέλει, ενώ ο Κατηγορούμενος ήθελε να συμμορφωθεί με το Αγγλικό Διάταγμα Παγοποίησης, ο ΜΚ2 επέλεξε να μην συμμορφωθεί και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκιση 21 μηνών στις 28.10.2011 με απόφαση του Αγγλικού Court of Appeal (βλ. το Τεκμήριο 37). (θ) Αναφορικά με τις επίδικες πράξεις του Κατηγορουμένου ημερ. 11.8.2010, ο Κατηγορούμενος αντιπαραβάλλει τα λεγόμενα του ΜΚ2, με τη δική του εκδοχή ότι είχε τη ρητή συγκατάθεση του ΜΚ2 για πρόσβαση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ΜΚ2 ως εξής։ «Τη νύχτα της Τρίτης στις 10 Αυγούστου, ήμουν πράγματι στον υπολογιστή του XXXXX (XXXXX Κυθραιώτη), καθισμένος δίπλα του νωρίτερα το βράδυ, με την άδεια του και τον κωδικό πρόσβασης του που μου τον έδωσε αυτός, για να σαρώσω την Αίτηση Ex Parte, προκειμένου να σταλεί στον AR/PCB. Αυτή είναι η εξήγηση για το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της 7:47 μμ από τον υπολογιστή του στο δικό μου, για να προωθηθεί. Στη συνέχεια, προώθησα την υπογεγραμμένη επιστολή πρόσληψης στις 6.41 μμ στις 11 Αυγούστου στον AR/PCB υπογεγραμμένη από τον Κυθραιώτη και εμένα (βλ. Τεκμήρια 25 και 36). [.]. Ο AR/PCB επιβεβαίωσε την παραλαβή στις 3 Σεπτεμβρίου, με ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που στη συνέχεια διαβίβασα στον Κυθραιώτη (Τεκμήριο 36). [.] Μου ζητήθηκε από τον Κυθραιώτη να του διαβιβάσω όλα όσα είχα στείλει στον AR/PCB στις 9 Σεπτεμβρίου, έγγραφα που είχα σαρώσει χρησιμοποιώντας τον υπολογιστή του και της XXXXX, με την πλήρη γνώση και συγκατάθεση του χρησιμοποιώντας τους αντίστοιχους κωδικούς πρόσβασης που μου δόθηκαν από τα εν λόγω άτομα, XXXXX και XXXXX αντίστοιχα (Τεκμήριο 38).». (ι) Αναφορικά με τις επίδικες πράξεις του Κατηγορούμενου, ημερ. 1.10.2010, ο Κατηγορούμενος αντικρούει τη δήλωση του ΜΚ2 ότι δήθεν «Την 01/10/2010, [.] μπαίνοντας στο γραφείο από την κεντρική πόρτα προς την μεγάλη μου έκπληξη εντόπισα την πόρτα του γραφείου μου ανοιχτή και ο υπολογιστής μου ήταν ενεργοποιημένος, βρήκα τον XXXXX να κάθεται μπροστά στον υπολογιστή μου», λέγοντας τα εξής։ «Για άλλη μια φορά αυτό δεν είναι σωστό, καθώς θα ήταν αδύνατο για αυτόν να δει από την κεντρική πόρτα στο γραφείο, ότι η πόρτα του γραφείου του ήταν ανοιχτή και ο υπολογιστής του ενεργοποιημένος. Ο Κυθραιώτης δεν με βρήκε να κάθομαι στον υπολογιστή του. Αν και δεν αρνούμαι ότι ήμουν στον υπολογιστή του, είχα αποκτήσει πρόσβαση στον υπολογιστή του με τον κωδικό που μου είχε δώσει, και ακούγοντας το άνοιγμα της κύριας πόρτας προσπάθησα να φύγω από το γραφείο του. Δεν ήμουν σε θέση να το κάνω και ήμουν στην πόρτα του γραφείου του όταν με αντιμετώπισε με τρεις μεγάλους άνδρες, οι οποίοι αργότερα αποδείχθηκε ότι ήταν Τουρκοκύπριοι και με τους οποίους ο Κυθραιώτης προσπαθούσε να κάνει μια συμφωνία γης στο Βορρά. [.]». Και «Όπως έχω ήδη δηλώσει σε αυτή τη δήλωση σε πολλές περιπτώσεις, χρησιμοποίησα τον κωδικό πρόσβασης «XXXXX», τον οποίο μου είχε δώσει ο ίδιος ο Κυθραιώτης.». Και «Στα χρόνια μου στο γραφείο δεν θυμάμαι καμία εσωτερική πόρτα να είναι κλειδωμένη, μέχρι αυτό το στάδιο, βρήκα την πόρτα ανοιχτή.» Και «Δεν είχα αρχίσει να κλαίω σε αυτό το στάδιο. Ο Κυθραιώτης ήταν εξαιρετικά θυμωμένος και άρχισε να πηδάει πάνω και κάτω. Μου φώναζε, ένιωθα τρομοκρατημένος και φοβόμουν για σωματικές βλάβες από αυτόν και τους συνεργάτες του. Με ρώτησε αν ξέρω πόσα λεφτά εμπλέκονται, ποιοι εμπλέκονται; Οι Καζάκοι θα σκότωναν ανθρώπους στη Μόσχα; [.] Συνέχισε να με απειλεί ότι οι Καζάκοι θα μου βάλουν μια σφαίρα στο κεφάλι και αν δεν το έκαναν, θα το έκανε αυτός. Πήρα στα σοβαρά αυτές τις απειλές, καθώς ήξερα ότι είχε μια συλλογή από καραμπίνες. Αναστατώθηκα πολύ όταν με απείλησε κι απειλητικά ρώτησε αν ήθελα τα παιδιά μου να μεγαλώσουν χωρίς τον πατέρα τους. Τότε τα παιδιά μου ήταν 4 και 2 χρονών. Σε αυτό το στάδιο, μπορεί να είχα δάκρυα στα μάτια μου.». Και «Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι κατά την υποβολή της επιστολής που αναγκάστηκα να γράψω υπό πίεση στις 7 Οκτωβρίου 2011 (βλ. Τεκμήριο 15), ο Κυθραιώτης δεν αρνείται ότι έκανε αυτές τις απειλές κατά της ζωής μου και είναι παράξενο ότι επέτρεψε να συμπεριληφθεί αυτό στη δήλωση της 7ης Οκτωβρίου 2011, η οποία έγινε υπό πίεση.» (ια) Αναφορικά με τον ισχυρισμό του ΜΚ2 ότι ο Κατηγορούμενος παραβίασε τα μέτρα ασφαλείας του υπολογιστή του, ο Κατηγορούμενος δίδει την εξής αντικρουστική μαρτυρία։ «Όπως επιβεβαιώθηκε από τον μάρτυρα 4, για να σπάσει κάποιος τους υποτιθέμενους κώδικες, κάποιος θα πρέπει να έχει μια ορισμένη εμπειρογνωμοσύνη σε υπολογιστές. Έχω ένα πτυχίο Νομικής, Πιστοποίηση Νομικής Πρακτικής και ένα Μεταπτυχιακό στο Διεθνές Φορολογικό Δίκαιο, ωστόσο απέχω πολύ μακριά από το να είμαι ένας ειδικός στους υπολογιστές και απλά έχω το πιο βασικό της γνώσης και δεν θα ήξερα από πού να ξεκινήσω στην προσπάθεια να σπάσω τους κωδικούς ασφαλείας του υπολογιστή. Ούτε ο Κυθραιώτης ή ο τέταρτος μάρτυρας μπόρεσαν να εξηγήσουν επαρκώς ότι αν υπήρχαν τέτοιοι κωδικοί, τότε πώς τους παραβιάζουμε με τις βασικές γνώσεις των υπολογιστών που κατέχω. Ο τέταρτος μάρτυρας επιβεβαίωσε, σε κάθε περίπτωση, ότι ο Κυθραιώτης θα μπορούσε να έχει δώσει τέτοιους "κώδικες" σε οποιονδήποτε άλλο, αν το επιθυμούσε.». (ια) Η εξήγηση που δίδει ο Κατηγορούμενος, γιατί μπήκε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ΜΚ2, προκύπτει από το ακόλουθο απόσπασμα του Τεκμηρίου 31Α։ «Ο Κυθραιώτης παρακρατούσε πληροφορίες από μένα και ήμουν παρών, όταν, την Πέμπτη, στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, όταν οι δικηγόροι του Β & Ρ ήταν στην Κύπρο, και προτού οι τέσσερις μας, εγώ, ο XXXXX και δύο δικηγόροι [.] πάμε στο Columbia Steakhouse στη Λεμεσό για μεσημεριανό γεύμα, για να συζητήσουμε την υπόθεση και τις επαφές μου με τους Hogan Lovells μέχρι τότε, ο Κυθραιώτης έδωσε εντολή στη XXXXX και τη XXXXX να αρχίσουν να αφαιρούν έγγραφα από ορισμένα αρχεία της εταιρείας, σχετικά με ορισμένα άτομα, συμπεριλαμβανομένου του αρχείου της ΚΥΜΑ, της εταιρείας στην οποία διορίστηκα διευθυντής και nominee μέτοχος. Αυτό αποδεικνύεται από [.]. Με ανησυχούσε αυτό, καθώς είχα ήδη σαρώσει το πλήρες αρχείο της εταιρείας Kyma και το είχα στον υπολογιστή μου και έτσι τα έγγραφα μου που ήμουν υπό δικαστική εντολή να υποβάλω δεν θα ήταν πλέον τα ίδια με τα έγγραφα που έπρεπε να υποβάλει ο Κυθραιώτης στους δικηγόρους του.». (ιβ) Πώς χρησιμοποίησε ο Κατηγορούμενος τα δεδομένα από τον υπολογιστή του ΜΚ2 στα οποία απέκτησε πρόσβαση. Ο Κατηγορούμενος αναφέρει στη σελ. 8 του Τεκμηρίου 31 τα εξής։ «Ο Κυθραιώτης απαίτησε να διαγράψω τα έγγραφα που είχα διαβιβάσει από τον υπολογιστή του και του είπα ότι το έκανα. Πήρε το λόγο μου ότι το έκανα αυτό και δεν ζήτησε να έχω πρόσβαση στον υπολογιστή μου, για να το επιβεβαιώσει. Το τηλεφώνημα στον CH δεν έγινε παρουσία του Κυθραιώτη. Συμφώνησα να πάω στο γραφείο μου, να μιλήσω με τον CH και να εξηγήσω την κατάσταση μου. Μου έγινε σαφές από τον Κυθραιώτη ότι έπρεπε να υποβάλω τα ίδια έγγραφα με αυτόν και ότι τα έγγραφα που είχα σαρώσει στην εταιρεία Kyma, δεν θα μπορούσα να τα υποβάλω. Αν έκανα αυτό που απαιτούσε ο Κυθραιώτης, θα ήμουν κι εγώ ένοχος Περιφρόνησης και για Ψευδορκία.». (ιγ) Αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Κατηγορούμενος συνέταξε το Σημείωμα ημερ. 7.10.2011 (Τεκμήριο 15), ο Κατηγορούμενος δηλώνει τα εξής։ «Δεν το έκανα πρόθυμα και ενεργούσα υπό πίεση. Μετά βίας επέστρεψα στο γραφείο μετά την επίδοση του Διατάγματος Anton Pillar εναντίον μου και μετακόμισα εντελώς στις αρχές του
- Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε ξεκίνησαν τα τηλεφωνήματα, αλλά ο XXXXX Κ συνέχιζε να τηλεφωνεί και να ζητά τη βοήθεια μου, καθώς ήθελε να ξεκινήσει νομικές αγωγές εναντίον των Hogan Lovells. Αν και νόμιζα ότι αυτό ήταν γελοίο, βασιζόμενος στην ανέντιμη συμπεριφορά του σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας εναντίον των δύο μας, τη μη συμμόρφωση του, τα ξεκάθαρα ψέματα του στις ένορκες καταθέσεις του και τις ενέργειες του όταν οι λειτουργοί των δικαστηρίων προσπάθησαν, με δικαστικά διατάγματα να αποκτήσουν πρόσβαση στο σπίτι και γραφείο του, είπα ότι θα βοηθούσα, αλλά προσπαθούσα να τον αποφύγω. Στο τέλος, έκανα λάθος και επανέγραψα κάποιες σημειώσεις που έπρεπε να περιγράφω τους Hogan Lovells αρνητικά.». (Η έμφαση είναι του Δικαστηρίου.) ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462. Το βάρος απόδειξης αυτό βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Κατά συνέπεια, δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Σε ποινικές υποθέσεις, κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν τις κατηγορίες ατεκμηρίωτες και έκθετες σε απόρριψη (Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατηγορίας κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων. Κατά τη διάρκεια της αποτίμησης της αξιοπιστίας τους, είχα κατά νου ότι αυτό είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α. Δ. 614). Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η μαρτυρία εξετάζεται από τo Δικαστήρίο συνολικά και όχι αποσπασματικά (βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση της Μιχαηλίδου, Δ., ημερ. 8.4.2014, στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 273/2010, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason ν. Αντώνη Αντωνίου κ.α). Η κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας καθενός μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Όσον αφορά την επιλογή του Κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση να δώσει Διαβεβαίωση αλήθειας, αντί να ορκιστεί, είναι κατάλληλο να σημειωθεί ότι νομολογιακά έχει αποφασισθεί ότι η ορκοδοσία δεν αποτελεί προϋπόθεση αξιοπιστίας του μάρτυρα (R v Majid
(2009)EWCA Crim 2563, R v Robinson
(2001)EWCA Crim 214). Η Διαβεβαίωση δυνάμει του άρθρου 50
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 θεωρείται εξίσου δεσμευτική για τη συνείδηση του μάρτυρα, όσο και ο όρκος (Μούρτζινος ν Του Πλοίου «Galaxias» και Άλλων
(1997)1(Α) ΑΑΔ 80). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω κριτήρια αξιολόγησης της αξιοπιστίας της δοθείσας μαρτυρίας, καταγράφω πιο κάτω την εκτίμησή μου. Όσον αφορά την εξωτερική εντύπωση που μου έκαναν οι μάρτυρες αρκεί να αναφέρω ότι είναι εμφανής η διαφορά στην ιδιοσυγκρασία των δύο κύριων παραγόντων της παρούσας υπόθεσης: από τη μια, ο ΜΚ2 ήταν προσεκτικός στο λόγο του, συγκρατημένος στον τόνο του, έτσι που να μπορώ να αντιληφθώ άνθρωπον που «υπολογίζει» τα πράγματα πριν λειτουργήσει, ενώ από την άλλη ο Κατηγορούμενος μου φάνηκε άτομο ασυγκράτητο, επιπόλαιο, νευρώδες στο εδώλιο του μάρτυρα. Δεν θα μπορούσα όμως να καθοδηγηθώ με ασφάλεια για το ποιος από τους δύο λέγει την αλήθεια, αν δεν ανέλυα προσεκτικά την έγγραφη μαρτυρία που κατέθεσαν, μέσα από την οποία καταγράφηκε σε ανύποπτο χρόνο η δράση τους. Κομβικής σημασίας στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής ήταν η ισχυριζόμενη ομολογία του Κατηγορουμένου για τη διάπραξη του αδικήματος που του καταλογίζεται, όπως τούτη καταγράφεται από τον ίδιο στο Σημείωμα που κατέθεσε ο ΜΚ2 ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 15. Θυμίζω ότι η συνήγορος Υπεράσπισης δεν επέμεινε στην ένσταση που είχε εγείρει για την κατάθεση του εν λόγω τεκμηρίου, όταν προβληματίστηκε για το αν το Δικαστήριο θα αποδεχόταν τη θέση της για το κατά πόσον ο ΜΚ2 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο σύνταξης του εν λόγω Σημειώματος «προσωπο εξουσίας» εν σχέση προς τον Κατηγορούμενο. Εν πάση περιπτώσει, στο παρόν στάδιο που προβαίνω σε τελική και συνολική αξιολόγηση της μαρτυρίας εξηγώ πιο κάτω γιατί εξακολουθώ να θεωρώ αποδεκτή μαρτυρία, ως θεληματική μαρτυρία, αυτήν που περιέχεται στο Τεκμήριο 15, συμπέρασμα το οποίο στηρίζω, αφενός, στη διαπίστωση ότι ο ΜΚ2 δεν ήταν σε θέση εξουσίας προς τον Κατηγορούμενο όταν αυτός συνέταξε το Τεκμήριο 15 και, αφετέρου στη διαπίστωση ότι δεν υπέστη απειλές καθ'ον χρόνο το συνέταξε. Στηρίζω το συμπέρασμά μου στα εξής επιμέρους σημεία։ (α) Το Σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, «το Δίκαιο της Απόδειξης», στη σελίδα 894, λέει τα εξής։ «Η Ομολογία Πρέπει Να Δίδεται Προς Πρόσωπα Σε Εξουσία Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί την αποδοχή ομολογίας που λαμβάνεται λόγω παράνομης ή απαράδεκτης συμπεριφοράς προσώπου σε εξουσία (Psaras and Another v. The Republic
(1987)2 CLR 132, Solomou v The Republic
(1978)2 CLR 117). (α) Ο Ορισμός Της Έννοιας Πρόσωπο Σε Εξουσία Το πρόσωπο σε εξουσία, είναι εκείνο που σχετίζεται με τη σύλληψη, κράτηση, ανάκριση και καταχώριση κατηγορίας εναντίον υπόπτου, σε βαθμό που ο ύποπτος να πιστεύει ότι το πρόσωπο αυτό μπορεί να ασκήσει έλεγχο ή επίδραση πάνω του και στον τρόπο μεταχείρισης του κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων (Commissioners of Customs and Excise v Harz and Another
(1967)1 ALL ER 177). Πρόσωπο σε εξουσία, μπορεί να περιλαμβάνει κατά περίπτωσιν, εκτός από αστυνομικό που έχει υπό κράτηση τον κατηγορούμενο (R v Shepherd
(1836)7 C & P 579), κατήγορο (R v Nowell
(1948)1 ALL ER 794), Δικαστή (R v Grewal
(1975)Crim LR 159), εργοδότη όταν το αδίκημα στρέφεται εναντίον του ή κατά της περιουσίας του (R v Moore
(1852)2 Den 522), θανατικό ανακριτή (R v Waltho, The Times 17.6.1905), στρατιωτικό, ιεραρχικώς ανώτερο του υπόπτου (R v Smith
(1959)2 ALL ER 193), όχι όμως ψυχίατρο που καλείται να εξετάσει ύποπτο που βρίσκεται υπό κράτηση (Vrakas and Another v The Republic
(1973)2 CLR 139, R v Nowel
(1948)1 ALL ER 794), ή υπό κάλυψη πράκτορα της Αστυνομίας προς τον οποίο ο κατηγορούμενος προέβη σε ομολογία δίχως να γνωρίζει την ιδιότητα του (Deokinanan v Reginam
(1968)2 ALL ER 346).». (β) Το επίδικο Σημείωμα ως το Τεκμήριο 15 υπογράφηκε από τον Κατηγορούμενο στις 7.10.
- Κατ' εκείνην την ημερομηνία ο Κατηγορούμενος δεν τελούσε υπό οποιαδήποτε αστυνομική κράτηση, ούτε το συνέταξε στην παρουσία ή υπό την εποπτεία ή υπό οποιανδήποτε υπόσχεση Αστυνομικού. Ο Κατηγορούμενος δεν αντιμετώπιζε οποιαδήποτε ποινική κατηγορία, αφού ο ΜΚ2 δεν τον είχε μέχρι τότε κατηγορήσει. Μετά τη σύνταξη του εν λόγω Σημειώματος είναι που τον κατήγγειλε στην Αστυνομία. Η παρούσα ποινική δίωξη ασκήθηκε από τον ΜΚ2 ως ιδιώτη κατήγορο μόλις στις 2.12.
- Συνεπώς, ο ΜΚ2 δεν τελούσε υπό καθεστώς «κατηγόρου» έναντι του XXXXX όταν έγραφε το Τεκμήριο
- Ούτε όμως ήταν εργοδότης του ή/και συνεργάτης του κατά ή περί τις 7.10.2011, αφού όπως ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δηλώνει στο Τεκμήριο 31 «μετακόμισα εντελώς από το γραφείο του ΜΚ2 στις αρχές του 2011». Πέραν αυτού, ο Κατηγορούμενος έπαυσε ήδη από 15.4.2011 να είναι συνεναγόμενος του ΜΚ2 στα Αγγλικά Δικαστήρια, εφόσον πέτυχε τη διακοπή της υπόθεσης εναντίον του (βλ. το Τεκμήριο 18, παρα. 5). Επομένως, ο ΜΚ2 δεν είχε λόγο πλέον να του προσφέρει οποιοδήποτε αντάλλαγμα ή να προβεί σε οποιαδήποτε υπόσχεση προς όφελος του Κατηγορούμενου κατά ή περί τις 7.10.2011, εφόσον ο ίδιος είχε ήδη «καθαρίσει» το όνομά του. (γ) Όσον αφορά το αν και πότε δέχθηκε απειλές ο κατηγορούμενος από τον ΜΚ2, το ίδιο το Τεκμήριο 15 ομιλεί αφ' εαυτού και θυμίζω ότι στο Τεκμήριο 31 ο ίδιος ο Κατηγορούμενος αναγνωρίζει ότι ο ΜΚ2 δεν τον εμπόδισε από το να καταγράψει ελεύθερα πότε εκτοξεύτηκαν απειλές και ποιες ήταν αυτές. Οι απειλές αυτές περιγράφονται από τον κατηγορούμενο στην παρα. 53 και 55 του Τεκμηρίου
- Ανάγονται χρονικά στα όσα διαδραματίστηκαν την 1.10.2010 όταν ο ΜΚ2 τον «έπιασε στα πράσα» («caught red handed» κατά την έκφραση του Κατηγορούμενου) να είναι στο γραφείο του. Συνεπώς, όλες οι ισχυριζόμενες απειλές εκτοξεύτηκαν κατά του Κατηγορουμένου την ημερομηνία του επίδικου συμβάντος, 1 ολόκληρο χρόνο πριν τη σύνταξη του Σημειώματος που αναφέρεται σε αυτές, ως το Τεκμήριο
- Δεν μπορεί το παρόν Δικαστήριο να δεχθεί τον ισχυρισμό ότι το Τεκμήριο 15 συντάχθηκε υπό το κράτος των απειλών που είχαν εκτοξευτεί 1 χρόνο πριν, όταν μάλιστα μέσα στο διάστημα αυτό που διέρρευσε, μεταβλήθηκε ευνοϊκά για τον ίδιο η θέση του Κατηγορούμενου όπως εξήγησα στην παρα. (β) ανωτέρω. Καταλήγω να πιστεύω ότι ο Κατηγορούμενος συνέταξε με ελεύθερη βούληση το Τεκμήριο 15, υπό την πεποίθηση ότι έτσι θα βοηθούσε τον ΜΚ2 να στοιχειοθετήσει ενδεχόμενη άμυνα σε διαδικασίες που εκκρεμούσαν εναντίον εκείνου, παρά για λάβει ο ίδιος ο Κατηγορούμενος από τον ΜΚ2 οποιαδήποτε υπόσχεση ως αντάλλαγμα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι το Τεκμήριο 15 ως παραδεκτή μαρτυρία. Από το Τεκμήριο 15, όπως κατατέθηκε ενώπιόν μου, διαφαίνεται ως σχετική με όσα καταλογίζει ο ΜΚ2 στον Κατηγορούμενο, όχι μόνον η παρα. 51 ανωτέρω αλλά και η παρα.
- Τις παραθέτω σε συνδυασμό με τις παρα. 13 - 14, 50, 52 και 57 που δείχνουν αντιδράσεις, σκέψεις, συναισθήματα του κατηγορούμενου για τον τρόπο με τον οποίο απέκτησε πρόσβαση σε πληροφορίες ή έγγραφα που ήταν αποθηκευμένα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ΜΚ2 σε δύο ξεχωριστές ημερομηνίες, ήτοι στις 11.8.2010 και την 1.10.2010։ 11.8.2010 «
- HL wanted to know what, if any, information did I have on file for the company KYMA and any of the other companies, t explained to CH & RL I did not receive direct email instructions from the 2D and or his staff, did not keep a file for the company and that I did not have direct access to the company files of the 2D. However, I explained that I had gone into the office of the 2D on the night of Wednesday the ll'h August, around 10.30pm, to scan the file. I searched through the files of the 2D and found the Kyma file. This was also to educate me in the company and what I was alleged to have dishonestly assisted in I proceeded to read through the file. I wanted a scanned copy for my records so used the 2D staff computer and the 2D office scanner to scan the file and copied it in PDF format data to a 4gb memory stick. I also wanted to send a copy of the file to my prospective lawyer, A[xxx] R[xxx] at PCB Litigation. Whilst scanning the file to the computer of the 2D staff member, I performed a search through the Microsoft Outlook on the 2D staff computer with particular references and forwarded the emails to my own computer.
- CH & RL were made fully aware as to how I had obtained the information. Not proud of myself for the way I obtained the information but needed to know more about the company. I was a director in as the information from the 2D was limited to say the least.
- HL asked me to think about handing over this file or letting them have sight of it in another WP meeting. I said I was uncomfortable to hand anything over without legal advice and based on the methods used to obtain the information. Και 1.10.2010
- I returned to Cyprus on the morning of the 1th October at 6.30am.
- It was a holiday in Cyprus and presumed 2nd Defendant would not be in the office and thus I went to the office around 3.30pm on the 1st October. I switched on his computer and proceeded to look for his Microsoft Outlook for emails and or attachments HL had requested/suggested would be beneficial my position. I began forwarding emails to my computer that had ΚΥΜΑ, SK, etc in title, and the information requested by HL in 40 above.
- Unfortunately, 2D had a meeting in his office and I was caught in his office at his computer at around 4.pm.
- 2D had telephoned his solicitors immediately after slightly calming down and they were ready to go to the High court to obtain an injunction to prevent me from handing over any emails/documentation I had dishonestly obtained. I agreed with the 2D that I would delete the emails and documents i had dishonestly forwarded from his computer to mine and by doing so, Byrne and Partners had agreed to stand down on their injunction application.
- After this standoff, I had telephoned CH on the Γ1 October at around 4.30pm to explain what had just happened with the 2D. I explained that to CH that I am a family man and the safety of my family is paramount. As I had been threatened I was not able to hand over the PDF file of the documents I had dishonestly obtained due to a genuine fear for the safety of myself and my family. [.] Κρίνω άξια σχολιασμού τα εξής։ (α) Πρώτον, η παραδοχή του Κατηγορούμενου στην παρα. 13 του Τεκμηρίου 15 ότι «δεν ένιωθε περήφανος για τον εαυτό του» σε σχέση με τις πράξεις που έκανε όπως αυτές περιγράφονται στην παρα. 12 προκειμένου να εξασφαλίσει τις πληροφορίες και τα έγγραφα που χρειαζόταν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ΜΚ2 στις 11.8.2010, δείχνει ότι δεν μπορεί να θεωρούσε κατ' εκείνον τον χρόνο που αποκτούσε πρόσβαση στον υπολογιστή του ότι είχε ο ίδιος «δικαίωμα» ή ότι είχε τη συγκατάθεση του να εισέλθει εκείνη τη μέρα στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή για να αποκτήσει πρόσβαση στα συγκεκριμένα έγγραφα ή σε οποιαδήποτε άλλα έγγραφα. (β) Δεύτερον, με τη χρήση του όρου «έγγραφα που λήφθηκαν ανέντιμα (dishonestly obtained)» την 1.10.2010, από τον Κατηγορούμενο στις παρα. 56 και 57 του Τεκμηρίου 15, φράση την οποία ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για να δηλώσει ότι δήθεν η δράση του ήταν «ανήθικη» αλλά «όχι παράνομη», κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί παρά να υποδήλωνε ότι ήταν «εν γνώση του» πως δεν ετύγχαναν της έγκρισης του ΜΚ2 οι πράξεις του κατά τον ουσιώδη χρόνο που απέκτησε πρόσβαση στον υπολογιστή του ο Κατηγορούμενος και παρά ταύτα ο Κατηγορούμενος ενήργησε «με πρόθεση» να αποκτήσει τα έγγραφα από τον υπολογιστή του ΜΚ2 χωρίς την εξουσιοδότηση του ΜΚ
- Όντας και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος νομικός, είμαι βέβαιη ότι αντιλαμβάνεται τη σημασία της συγκεκριμένης φρασεολογίας που χρησιμοποίησε. Ήταν φανερό κατά την κρίση μου από όλη τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου ότι αυτός θεωρεί ότι διέπραξε πράγματι κάτι ανέντιμο μεν, ως πιο πάνω το αναλύω, αλλά δεν διέπραξε κάτι παράνομο, κατά παράβαση του άρθρου 4 του Ν.22(ΙΙΙ)/2004 όπως του καταλογίζεται, επειδή αυτός χρησιμοποίησε τον κωδικό πρόσβασης του ΜΚ2, τον οποίο είχε λάβει από τον ίδιο τον ΜΚ
- Σε αυτό το σημείο συγκρούεται κάθετα η μαρτυρία των δύο τους. Ο ΜΚ2 θυμίζω ότι αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι επέτρεψε οποτεδήποτε σε τρίτο πρόσωπο, περιλαμβανομένου και του Κατηγορούμενου, να δει ή να χρησιμοποιήσει τους κωδικούς του αριθμούς. Αξιολογώ την αξιοπιστία της μαρτυρίας τους ως προς αυτό το επίδικο θέμα, το οποίο είναι κομβικής σημασίας, ως εξής։ (α) Πρώτον, ο (ΜΚ4), ο οποίος προσήλθε ως εμπειρογνώμονας για τα θέματα συστημάτων ασφαλείας του ηλεκτρονικού υπολογιστή του ΜΚ2, δήλωσε ευθαρσώς ότι τα τεχνικά μέσα προστασίας που εφάρμοσε ο ΜΚ2 για να ελέγχει (control) την πρόσβαση στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή και ειδικότερα για να ελέγχει την πρόσβαση στο ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο, ήταν η χρήση «κωδικών ασφαλείας πρόσβασης» (passwords) (βλ. τη σελ. 3 του Τεκμηρίου 28). Δεν χρειάζεται επομένως να εξετάσω αν υπήρξε παραβίαση οποιουδήποτε πιο εξειδικευμένου λογισμικού προγράμματος, παρά μόνο αν υπήρξε παραβίαση των κωδικών ασφαλείας πρόσβασης, κοινώς passwords. (β) Ο ίδιος ο ΜΚ4, ως εμπειρογνώμονας, δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι κλήθηκε από τον ΜΚ2 για να εξετάσει τον επίδικο υπολογιστή του μετά τα γεγονότα της 1.10.
- Δεν θα μπορούσε επομένως να ξέρει ο ΜΚ4 αν ο Κατηγορούμενος απέκτησε πρόσβαση εκείνην την ημερομηνία στον υπολογιστή του ΜΚ2 με τρόπο που να φανερώνει οποιοδήποτε «σπάσιμο» των κωδικών ασφαλείας πρόσβασης με τεχνικά μέτρα ή με τη χρήση λογισμικού ή αν απλώς γνώριζε τον κωδικό του ΜΚ2 και τον εφάρμοσε απλά και εύκολα ωσάν να ήταν νόμιμος δικαιούχος χρήσης του. Ελλείψει εξειδικευμένης μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής που να μαρτυρεί το αντίθετο, και εφόσον ούτε ο ΜΚ2 εντόπισε οτιδήποτε διαφορετικό, καταλήγουμε να εξετάζουμε μόνο την αλήθεια ή μη της εκδοχής του Κατηγορούμενου ότι το μόνο που αυτός έπραξε για να αποκτήσει πρόσβαση ήταν να βάλει τον κωδικό ασφαλείας πρόσβασης που χρησιμοποιούσε κανονικά ο ΜΚ2 και τον οποίο ο ίδιος γνώριζε επειδή του τον είχε δώσει ο ΜΚ
- (γ) Επί τούτου, επισημαίνω ότι ο Κατηγορούμενος εξέθεσε συγκεκριμένη εκδοχή για το πώς και πότε έμαθε τον κωδικό πρόσβασης του ΜΚ
- Συγκεκριμένα, μέσω της γραπτής του δήλωσης (Τεκμήριο 31, σελ. 5) διευκρινίζει ότι έλαβε γνώση του κωδικού αυτού το βράδυ της 10ης Αυγούστου 2010 όταν κάθισε δίπλα στον ΜΚ2 στον υπολογιστή του για να σκανάρει τα έγγραφα του Αγγλικού Διατάγματος παγοποίησης των περιουσιακών τους στοιχείο με σκοπό να τα αποστείλει σε δικηγόρο (AR/PCB) που θα αναλάμβανε την από κοινού εκπροσώπησή τους. καθόταν μαζί με τον ΜΚ2 δίπλα του στο γραφείο του ΜΚ
- Σε άλλα σημεία της μαρτυρίας του, παρατηρώ ότι ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι υπήρξαν και άλλες φορές στο παρελθόν που ο ίδιος απέκτησε πρόσβαση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ΜΚ2 κατ' εντολή ή/και με την άδειά του για να του προωθήσει έγγραφα ενόσω εκείνος βρισκόταν στο εξωτερικό ή για να σκανάρει έγγραφα με πρόγραμμα που είχε εγκατεστημένο ο ΜΚ
- Κρίνω ότι, όποια και αν ήταν η κατάσταση μέχρι τις 10.8.2010 όπως την παρουσιάζει ο Κατηγορούμενος για την ύπαρξη συγκατάθεσης από μέρους του ΜΚ2 να αποκτά ο Κατηγορούμενος πρόσβαση στον υπολογιστή του ΜΚ2, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα στις μεταξύ τους σχέσεις άλλαξε ριζικά όταν πλέον ο ΜΚ2 αποκάλυψε στον Κατηγορούμενο ότι δεν συμφωνούσε μαζί του στον τρόπο χειρισμού της Αγγλικής Διαταγής Παγοποίησης Περιουσιακών Στοιχείων και Αποκάλυψης Εγγράφων και δη όταν του δήλωσε ότι θα διαχώριζε τη θέση του διορίζοντας άλλο δικηγόρο με πρόθεση να μην συμμορφωθεί με τη διαταχθείσα Αποκάλυψη Εγγράφων. Με βάση τα τεκμήρια που προσκόμισε ο Κατηγορούμενος, καταλήγω να κρίνω ότι μπορεί αυτός στις 11.8.2010 να ενεργούσε θεωρώντας ακόμη ότι θα είχαν κοινή νομική εκπροσώπηση, αλλά αυτός σίγουρα έμαθε για την επιλογή του ΜΚ2 για αποσύνδεση της νομικής τους εκπροσώπησης τουλάχιστον από τις 14.9.2010 (βλ. σελ. 6 του Τεκμηρίου 31 και την αλληλογραφία του Τεκμηρίου 36). Επομένως, επουδενί λόγο δεν μπορώ να δεχθώ ότι κατά ή περί την 1.10.2010 είχε οποιοδήποτε κοινό συμφέρον με τον ΜΚ2 από το οποίο να αντλεί εξυπακουόμενη συγκατάθεση αυτού στο να εισέλθει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του για να αντλήσει έγγραφα που ο ΜΚ2 συνειδητά επέλεξε να μην αποκαλύψει προς το Αγγλικό Δικαστήριο, έστω και με κίνδυνο να διαπράξει περιφρόνηση δικαστηρίου. Υπό τις περιβάλλουσες συνθήκες, ακόμη και αν γνώριζε τον κωδικό ασφαλείας για να αποκτήσει πρόσβαση στον υπολογιστή του ΜΚ2, δεν μπορεί να θεωρούσε ότι είχε δικαίωμα να πράξει τούτο. Επαναλαμβάνω καταληκτικά, ότι η εντύπωση που μου δημιούργησε ο Κατηγορούμενος με τη φρασεολογία που χρησιμοποίησε στο Τεκμήριο 15 (περί ανεντιμότητας - dishonestly), είναι ότι δεν ήταν απλώς απερίσκεπτος (reckless) για το αν είχε τη δεδομένη στιγμή της 11.8.2010 ή της 1.10.2010 την άδεια του ΜΚ2 να χρησιμοποιήσει τους κωδικούς του για να εισέλθει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, αλλά αντίθετα εσκεμμένα και ηθελημένα παρέκαμψε τη συνήθη πολιτική του γραφείου που ήταν να έχει ο καθένας πρόσβαση μόνο στον δικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή με τον δικό του αποκλειστικά ατομικό κωδικό ασφαλείας. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ. Υπό το φως της προεκτεθείσας αξιολόγησης της μαρτυρίας καταλήγω σε εύρημα γεγονότων ότι στις 11.8.2010 και την 1.10.2010 ο Κατηγορούμενος εισήλθε στο γραφείο του ΜΚ2 εν τη απουσία του ΜΚ2 και εν αγνοία του ΜΚ2 εφάρμοσε τον κωδικό αριθμό ασφαλείας πρόσβασης που χρησιμοποιούσε ατομικά και αποκλειστικά για τον δικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή ο ΜΚ2, τον οποίο κωδικό ο Κατηγορούμενος κατάφερε να μάθει όταν κάθισε δίπλα στον ΜΚ2 το βράδυ της 10.8.2010 και είδε τον ΜΚ2 να τον χρησιμοποιεί. Με τη χρήση του συγκεκριμένου κωδικού, ο Κατηγορούμενος πέτυχε πρόσβαση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ΜΚ2 με πρόθεση, χωρίς δικαίωμα, και έπραξε τούτο για να εξεύρει έγγραφα και πληροφορίες που ήταν αποθηκευμένα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ΜΚ2 και μέσα στο λογισμικό πρόγραμμα που του παρείχε ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Αφότου εξασφάλισε διάφορα τέτοια δεδομένα από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ΜΚ2, τα οποία ο ΜΚ2 ουδέποτε προηγουμένως εκδήλωσε πρόθεση να αποκαλύψει στον Κατηγορούμενο ή/και σε τρίτα πρόσωπα, ο Κατηγορούμενος τα προώθησε μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του ΜΚ2 προς τη δική του ηλεκτρονική διεύθυνση. Πρόθεση του Κατηγορούμενου ήταν να τα διαβιβάσει σε αντίδικους δικηγόρους για σκοπούς συμμόρφωσης σε Δικαστικό Διάταγμα Αποκάλυψης Εγγράφων του High Court of Justice of England and Wales, ενώ γνώριζε με βεβαιότητα κατά ή περί την 1.10.2010 ότι ο ΜΚ2 δεν είχε πρόθεση να συμμορφωθεί με αυτό το Διάταγμα, αλλά αντίθετα είχε πρόθεση να μην αποκαλύψει τα ζητηθέντα δεδομένα, γι'αυτό και δεν θα συναινούσε με το να τα λάβει ο Κατηγορούμενος από το δικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή για να προβεί σε τέτοια χρήση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ. Η παρούσα υπόθεση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε ό,τι αφορά τη νομική πτυχή. Το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί για την ποινική ευθύνη του Κατηγορουμένου στη βάση του άρθρου 4 του περί της Σύμβασης κατά του Εγκλήματος μέσω του Διαδικτύου (Κυρωτικός) Νόμου του 2004 (Ν.22(ΙΙΙ)/2004), με τον οποίο κυρώθηκε η ομώνυμη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης που υπογράφηκε στη Βουδαπέστη στις 23.11.2001 και στην οποία η Κυπριακή Δημοκρατία προσχώρησε με Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με Αριθμό 54.571 και ημερομηνία 21.11.
- Μεταξύ άλλων, στο Ν.22(ΙΙΙ)/2004ποινικοποιούνται οι δράσεις που πλήττουν την εμπιστευτικότητα, ακεραιότητα και διαθεσιμότητα των δεδομένων και των συστημάτων των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Το άρθρο 2 του Ν.22(ΙΙΙ)/2004 ορίζει την έννοια του όρου «σύστημα υπολογιστή» κατά τρόπο που σημαίνει «συσκευή ή ομάδα συσκευών που είναι εσωτερικά συνδεδεμένες μεταξύ τους ή συνδεδεμένες συσκευές, οι οποίες επεξεργάζονται αυτόματα δεδομένα με τη χρήση προγράμματος». Στο ίδιο άρθρο 2, ορίζεται και η έννοια του όρου «δεδομένα υπολογιστών», κατά τρόπο που σημαίνει «τα ηλεκτρονικά δεδομένα που σχετίζονται με την επικοινωνία μέσω συστήματος ηλεκτρονικών υπολογιστών, τα οποία δημιουργήθηκαν από το σύστημα ηλεκτρονικών υπολογιστών και αποτελούν μέρος της αλυσίδας επικοινωνίας δεικνύοντας προέλευση, προορισμό, δίοδο ή οδό, ώρα, ημερομηνία, μέγεθος, διάρκεια, τύπο της υπηρεσίας δικτύου που υποδεικνύει την επικοινωνία». Καθορίζεται πότε είναι παράνομη η «πρόσβαση» σε τέτοια συστήματα (βλ. το άρθρο 4 του Ν.22(ΙΙΙ)/2004), πότε υπάρχει παράνομη «παρέμβαση» σε δεδομένα ηλεκτρονικών υπολογιστών (βλ. το άρθρο 5) και πότε υπάρχει παράνομη «επέμβαση σε δεδομένα (βλ. το άρθρο 6) ή «επέμβαση σε σύστημα ηλεκτρονικού υπολογιστή» (βλ. το άρθρο 7). Το κάθε ένα από αυτά τα αδικήματα έχει τα δικά του ιδιαότερα συστατικά στοιχεία. Το άρθρο 4 του Ν.22(ΙΙΙ)/2004 προβλέπει ότι։ «
- Όποιος με πρόθεση και χωρίς δικαίωμα εισέρχεται στο σύνολο ή μέρος συστήματος ηλεκτρονικών υπολογιστών, παραβιάζοντας τα μέτρα ασφαλείας διαπράττει αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές.». Για να δείξω τη διαφορά στα συστατικά στοιχεία των δύο διακριτών ποινικών αδικημάτων (παράνομης προσβασης ν. παρανομης παρέμβασης), παραθέτω πιο κάτω και τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ν.22(ΙΙΙ)/2004։ «
- Όποιος με πρόθεση και χωρίς δικαίωμα παρεμβαίνει με τεχνικά μέσα σε δεδομένα ηλεκτρονικού υπολογιστή τα οποία δεν εκπέμπονται δημόσια από, προς ή μέσα σ' ένα σύστημα ηλεκτρονικού υπολογιστή, διαπράττει αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές։ Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, δεδομένα ηλεκτρονικού υπολογιστή περιλαμβάνουν και τα δεδομένα που είναι αποθηκευμένα ή μεταδίδονται με ηλεκτρονικό ή μαγνητικό ή άλλο τρόπο από σύστημαηλεκτρονικού υπολογιστή που μεταφέρει τέτοια δεδομένα». Από την άλλη, για να υπάρχει παράνομη επέμβαση σε δεδομένα υπολογιστή, πρέπει βάσει του άρθρου 6 να αποδειχθεί ότι υπήρξε «καταστροφή, διαγραφή, μεταβολή ή απόκρυψη» τέτοιων δεδομένων, ενώ για να υπάρχει παράνομη επέμβαση σε υπολογιστή πρέπει βάσει του άρθρου 7 να υπάρχει «σοβαρή παρεμπόδιση του υπολογιστή μέσω εισαγωγής, μεταφοράς, καταστροφής, διαγραφής, μεταβολής, προσθήκης, απόκρυψης δεδομένων». Το πρώτο, λοιπόν, που επιθυμώ να επισημάνω είναι ότι στην παρούσα υπόθεση, ενώ στην Έκθεση Αδικήματος στο υπό κρίση κατηγορητήριο αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος διώκεται για «παράνομη παρέμβαση σε ηλεκτρονικό υπολογιστή», εντούτοις η δίωξη ασκείται κατ' επίκληση του άρθρου 4 του Ν.22(ΙΙΙ)/2004, το οποίο κανονικά ποινικοποιεί την «παράνομη πρόσβαση» και όχι οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια αυτού που εξασφαλίζει την παράνομη πρόσβαση, όπως είναι η παρέμβαση ή η επέμβαση σε δεδομένα ή σε σύστημα ηλεκτρονικού υπολογιστή. Σε κανένα στάδιο της δίκης δεν επιχειρήθηκε από τους Κατηγόρους τροποποίηση της έκθεσης του αδικήματος, ώστε να προστεθεί κατηγορία βάσει του άρθρου 5 που αφορά σε παράνομη παρέμβαση. Η ερμηνεία του άρθρου 4 σε αντιδιαστολή και προς το άρθρο 5 του Ν.22(ΙΙΙ)/2004 απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου κατά την ενάσκηση της πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας του για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorary στις Πολιτικές Αιτήσεις 10/15 και 11/15 ημερ. 20/03/15 (Τεκμήριο 22). Όπως επεσήμανε η Έντιμη Δικαστής κα Παναγή։ «Τα αδικήματα των άρθρων 4 και 5 του Νόμου, διαφέρουν μεταξύ τους, αφού έχουν διαφορετικά συστατικά στοιχεία το καθένα. Απαραίτητο συστατικό στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης (actus reus) του αδικήματος του άρθρου 4 είναι όπως η πρόσβαση γίνει με παραβίαση «μέτρων ασφαλείας». Σύμφωνα δε με το άρθρο 5, η παρέμβαση πρέπει να γίνεται με «τεχνικά μέσα». [.] Περαιτέρω, το άρθρο 5 δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση πρόσβασης σε δεδομένα που είναι αποθηκευμένα σ' ένα σύστημα ηλεκτρονικού υπολογιστή, όπως παρουσιάζεται να είναι η περίπτωση που εδώ απασχολεί. Εν προκειμένω, σημασία έχει η έννοια της λέξης «παρέμβαση» η οποία αντιστοιχεί στη λέξη «interception» στο αγγλικό κείμενο της Σύμβασης (Άρθρο 3), το οποίο υπερισχύει σε περίπτωση διαφοράς από το ελληνικό κείμενο (βλ. άρθρο 3
(2)του Νόμου) και η οποία, κατά τη συνήθη λεξικολογική έννοια της, σημαίνει «παρεμβολή»[1] (στην προκείμενη περίπτωση, σε δεδομένα που δεν εκπέμπονται δημόσια). Καθοδήγηση για την εμβέλεια εφαρμογής του Άρθρου 3 της Σύμβασης, οι πρόνοιες του οποίου ενσωματώθηκαν στο άρθρο 5 του Νόμου, μπορεί να αντληθεί από το ακόλουθο απόσπασμα από το εγχειρίδιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, Cybercrime training for judges: training manual, (έκδοση 31ης Μαρτίου 2010), το οποίο υποστηρίζει και την πιο πάνω θεώρηση του Δικαστηρίου για το ζήτημα: «Practical Information for judges: One of the key challenges with regard illegal interception is the fact that the applicability of the provision is very much limited. As a result of the fact that the provision focuses on the criminalisation of the interception of a transfer process, that is characterised by the fact that information is transferred from the sender to the recipient, the provision is not applicable in those cases where the offender illegally obtains information stored on a computer system.The access to stored information is not considered as an interception of a transmission. Due to the requirement of data transfer processes, the provision is furthermore not applicable with regard to data collected by key-loggers.» (Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου.) Σε ό, τι αφορά το αδίκημα του άρθρου 4 του Νόμου, [.] ο όρος «μέτρα ασφαλείας» δεν ορίζεται στο Νόμο. Ούτε η Σύμβαση παρέχει οποιαδήποτε καθοδήγηση ως προς την ανάλυση των στοιχείων που απαιτούνται για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος. Γίνεται, όμως, σαφής διαχωρισμός στην ίδια την πρόνοια μεταξύ της «μη εξουσιοδοτημένης» ή «χωρίς δικαίωμα» πρόσβασης αφενός και των «μέτρων ασφαλείας» αφετέρου. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει για το ζήτημα που εδώ απασχολεί, στην Επεξηγηματική Έκθεση σε σχέση με τη Σύμβαση, «Explanatory Report tο the Convention on Cybercrime», από την οποία προκύπτει ότι η μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση από μόνη της δεν συνιστά παραβίαση «μέτρων ασφαλείας», ούτε αποτελεί μέτρο ασφαλείας το να είναι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής κλειστός και εκτός λειτουργίας, ώστε το άνοιγμα του να συνιστά παραβίαση «μέτρου ασφαλείας». Συγκεκριμένα, αναφέρεται στην παράγραφο 45 της εν λόγω έκθεσης, επιβεβαιώνοντας τη διάκριση μεταξύ της πρόσβασης και των μέτρων ασφαλείας πως «The most effective means of preventing unauthorized access is, of course, the introduction and development of effective security measures.». Περαιτέρω, στην παράγραφο 50 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Parties can take the wide approach and criminalise mere hacking in accordance with the first sentence of Article
- Alternatively, Parties can attach any or all of the qualifying elements listed in the second sentence: infringing security measures, special intent to obtain computer data, other dishonest intent that justifies criminal culpability, or the requirement that the offence is committed in relation to a computer system that is connected remotely to another computer system»[2] Σε ελεύθερη μετάφραση: «Τα Κράτη Μέρη μπορούν να υιοθετήσουν ευρεία προσέγγιση και να ποινικοποιήσουν το απλό hacking σύμφωνα με την πρώτη πρόταση του Άρθρου
- Διαζευκτικά, Κράτος Μέρος μπορεί να προσθέσει οποιοδήποτε ή όλα από τα περιοριστικά στοιχεία που απαριθμούνται στη δεύτερη πρόταση: παραβιάζοντας μέτρα ασφαλείας, προς το σκοπό απόκτησης δεδοµένων υπολογιστή, άλλο ανέντιµο σκοπό που δικαιολογεί την ποινική ευθύνη ή όπως το αδίκημα διαπραχθεί σε σχέση µε σύστηµα υπολογιστή το οποίο συνδέεται µε άλλο σύστηµα υπολογιστή». Ο Κύπριος νομοθέτης, ο οποίος είχε τη δυνατότητα να ποινικοποιήσει την απλή μη εξουσιοδοτημένη ή την χωρίς δικαίωμα πρόσβαση, επέλεξε την περιοριστική οδό, απαιτώντας επιπλέον όπως η πρόσβαση, για να συνιστά ποινικό αδίκημα, επιτυγχάνεται με την παραβίαση «μέτρων ασφαλείας». Από την πιο πάνω εξαιρετικά χρήσιμη ανάλυση του θέματος από την Έντιμη κα Παναγή, συγκρατώ τα εξής δύο στοιχεία σε ό,τι αφορά τη νομική πτυχή του άρθρου 4 που εδώ ενδιαφέρει։ · Πρώτον, ότι η μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση από μόνη της δεν συνιστά παραβίαση «μέτρων ασφαλείας», · Δεύτερον, ότι δεν αποτελεί μέτρο ασφαλείας το να είναι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής κλειστός και εκτός λειτουργίας, γι'αυτό και το απλό άνοιγμά του δεν συνιστά παραβίαση «μέτρου ασφαλείας». · Τρίτον, ότι ούτε η Σύμβαση ούτε ο Κύπριος Νομοθέτης καθορίζει την έννοια του όρου «μέτρο ασφαλείας». Έχω ανατρέξει και η ίδια προσωπικά στο «Explanatory Report tο the Convention on Cybercrime», European Treaty Series No. 185, 23.11.2001, και παραθέτω πιο κάτω ορισμένες επεξηγηματικές παραγράφους που θεωρώ εξίσου σημαντικές։ · Τί σημαίνει πρόσβαση։
- "Access" comprises the entering of the whole or any part of a computer system (hardware, components, stored data of the system installed, directories, traffic and content-related data). However, it does not include the mere sending of an e-mail message or file to that system. "Access" includes the entering of another computer system, where it is connected via public telecommunication networks, or to a computer system on the same network, such as a LAN (local area network) or Intranet within an organisation. The method of communication (e.g. from a distance, including via wireless links or at a close range) does not matter. · Τί σημαίνει «χωρίς δικαίωμα»։
- The act must also be committed "without right". In addition to the explanation given above on this expression, it means that there is no criminalisation of the access authorised by the owner or other right holder of the system or part of it (such as for the purpose of authorised testing or protection of the computer system concerned). Moreover, there is no criminalisation for accessing a computer system that permits free and open access by the public, as such access is "with right."
- [.] The maintenance of a public web site implies consent by the web site-owner that it can be accessed by any other web-user. The application of standard tools provided for in the commonly applied communication protocols and programs, is not in itself 'without right', in particular where the rightholder of the accessed system can be considered to have accepted its application, e.g. in the case of 'cookies' by not rejecting the initial instalment or not removing it. Έχω επίσης ανατρέξει η ίδια προσωπικά στο εγχειρίδιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, Cybercrime training for judges: training manual, (έκδοση 31ης Μαρτίου 2010), και παραθέτω απόσπασμα από την επεξηγηματική παρα. 4.1.2 που κατά την κρίση μου παρουσιάζει ενδιαφέρον։ «Analysis of the various national approaches to criminalising illegal access shows a great degree of inconsistency. Some countries, such as Romania criminalise even just illegal access to a computer system103, while others limit the criminalisation by prosecuting these offences only in cases where the accessed system is protected by security measures, or where the perpetrator has harmful intentions, or where data was obtained, modified or damaged.104 Others do not criminalise mere access, but only subsequent offences.105 [.] The provision does not criminalise a specific method of gaining access to a computer system. To ensure that not every development of new technology requires an amendment to the legislation, the provision was drafted by using terms that are neutral to the technology used. The provision requires that the offender acts intentionally107 and "without right". [.] Practical Information for judges: Two main challenges related to illegal access are the automation of attacks and use of social engineering techniques to get access to a computer system. As pointed out previously, surveys estimate that more than 200 million hacking attacks are carried out every month.109 Such great numbers are the result of the availability of software tools that enable the offender to automate attacks and by this attack several hundred computer systems per day.110 One practical challenge for judges and courts in general is the fact, that unlike the offender, they can hardly automate the necessary proceedings. This is especially relevant if the prosecution is based on incidents reported by single victims. Another challenge appears if the offender did not use technical means, but social engineering, to get access to the computer system. Social engineering describes the manipulation of human beings - for example with the intention of gaining access to computer systems.111 If the offender is able to manipulate the user and, for example, get his password, it is in general not sufficient to proof that he did not belong to the group of legitimate users. In this case it is - depending on the requirements regarding the consent of the victim - necessary to precisely analyse the context in which the victim disclosed the information that enabled the offender to access the computer system, in order to prove that the discloser is not legitimising the offence.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Προκύπτει από την πιο πάνω επεξηγηματική παρα. 4.1.2 ότι σε περίπτωση όπου η πρόσβαση στον ηλεκτρονική υπολογιστή δεν αποκτήθηκε διά της χρήσης αυτοματοποιημένης επίθεσης βάσει ειδικού λογισμικού προγράμματος παρά μόνο με τη χρήση του κωδικού πρόσβασης (password) τον οποίο τεχνιέντως (με το λεγόμενο social engineering method) απέσπασε ο κατηγορούμενος από τον νόμιμο χρήστη του ηλεκτρονικού υπολογιστή, δεν αρκεί για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν εξ αρχής νόμιμος δικαιούχος χρήσης του εν λόγω κωδικού πρόσβασης, αλλά θα πρέπει να ελέγξει δικαστικά τις συνθήκες υπό τις οποίες του αποκαλύφθηκε ο κωδικός πρόσβασης, για να πεισθεί ότι δεν νομιμοποιήθηκε στη χρήση του εν λόγω κωδικού, ήτοι ότι δεν του δόθηκε όντως δικαίωμα χρήσης του. Περαιτέρω, έχω προβεί και σε έρευνα στην νομολογία των Αγγλικών Δικαστηρίων η οποία παρήχθη βάσει αντίστοιχων νομοθετικών διατάξεων όπως είναι το Computer Misuse Act 1990 του Ηνωμένου Βασιλείου. Ειδικότερα, έχω εντοπίσει στο διαδίκτυο τις κατευθυντήριες γραμμές που παρέχονται προς τους κατηγόρους του Η. Β., με τελευταία επικαιροποίηση τις 18.12.2018, τις οποίες και παραθέτω πιο κάτω. Όσον αφορά το actus reus τονίζεται βάσει του άρθρου 1 CMA: Unauthorised access to computer material ότι: «The access to the program or data which the accused intends to secure must be 'unauthorised' access.», και σε ό,τι αφορά το mens rea τονίζεται ότι «There must be knowledge that the intended access was unauthorised; and There must have been an intention to secure access to any program or data held in a computer. There has to be knowledge on the part of the offender that the access is unauthorised; mere recklessness is not sufficient. This covers not only hackers but also employees who deliberately exceed their authority and access parts of a system officially denied to them.». Ενδιαφέρον παρουσιάζει η καθοδήγηση που δίδεται στους κατηγόρους του Η.Β. για το πότε υπάρχει στο εργασιακό περιβάλλον «μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση» σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και πότε υπάρχει «εξουσιοδοτημένη πρόσβαση για μη εξουσιοδοτημένη χρήση». Είναι πάντοτε ζήτημα στάθμισης γεγονότων και συνθηκών. Διαφοροποιείται, πάντως, η νομική μεταχείριση των εν λόγω δύο περιπτώσεων. Δίδονται τα εξής παραδείγματα από τη νομολογία του House of Lords։ - In the case of R v Bow Street Magistrates' Court and Allison (AP) Ex Parte Government of the United States of America (Allison) [2002] 2 AC 216, the House of Lords considered whether an employee, who was authorised to access certain client accounts, could commit an offence securing unauthorised access. It was held that the employee clearly came within the provisions of Section 1 of the CMA, as she intentionally caused a computer to give her access to data she knew she was not authorised to access (which she then passed on to others who were able to forge credit cards). The House of Lords made it clear that an employee would only be guilty of an offence, if the employer clearly defined the limits of the employee's authority to access a program or data. - This judgment contrasts with the earlier case of DPP v Bignell [1998] 1 Cr App R8, where two police officers, who were authorised to request information from the police national computer (PNC) for policing purposes only, requested a police computer operator to obtain information from the PNC which, unbeknown to the operator, was for their own personal use. The Divisional Court held that the two officers had not committed a Section 1 unauthorised access offence. The House of Lords, in Allison, did not overrule the decision in Bignell, but stated that the conclusion of the Divisional Court in the earlier case was probably right. The House of Lord's went on to say that: "it was a possible view of the facts that the role of the officers in Bignell had merely been to request another to obtain information by using the computer. The computer operator did not exceed his authority. His authority permitted him to access the data on the computer for the purpose of responding to requests made to him in proper form by police officers. No offence had been committed under section 1 of the CMA." - In R v Lennon [2006] EWHC 1201(Admin), the court considered the circumstances in which authority might be implied in the context of emails, saying that the owner of a computer able to receive emails would ordinarily be taken to have consented to the sending of emails to his computer such implied consent was not without limits, and did not cover emails that had been sent in order to interrupt the computer system. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Εφαρμόζοντας στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όσα ανέλυσα υπό τη νομική πτυχή ανωτέρω, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να κριθεί ένοχος για το αδίκημα της «παράνομης πρόσβασης σε ηλεκτρονικό υπολογιστή», κατά παράβαση του άρθρου 4 του Ν.22(ΙΙΙ)/2004, και ασκώ προς τούτο την εξουσία που μου παρέχει το άρθρο 85 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 για να προβώ σε τροποποίηση της Έκθεσης Αδικήματος της κατηγορίας αρ. 1 με αντικατάσταση του όρου «παρέμβαση» με τον όρο «πρόσβαση» ώστε να ανταποκρίνεται στο αδίκημα ου προβλέπει το άρθρο 4 του Ν.22(ΙΙΙ)/
- Ο Κατηγορούμενος δεν κινδυνεύει να υποστεί οποιαδήποτε βλάβη ως εκ της τροποποίησης αυτής, εφόσον εκ των πραγμάτων η γραμμή Υπεράσπισής του αντιμετώπιζε εξ αρχής το ζήτημα παράνομης πρόσβασης, αλλά και διότι οι ποινές που επισύρει το αδίκημα αυτό είναι οι ίδιες με εκείνες της παράνομης παρέμβασης. Ο λόγος που τον κρίνω ένοχο για παράνομη πρόσβαση είναι διότι αυτός κατά τον ουσιώδη χρόνο και ιδίως την 1.10.2010 παραβίασε τα μέτρα ασφαλείας του ηλεκτρονικού υπολογιστή του ΜΚ2, εφόσον χρησιμοποίησε τον κωδικό πρόσβασης του ΜΚ2, ενόσω δεν είχε δικαίωμα να τον χρησιμοποιεί, με πρόθεση να αποκτήσει πρόσβαση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του ΜΚ2 ενόσω γνώριζε ότι δεν είχε τη συγκατάθεση του ΜΚ2 να εισέλθει στον υπολογιστή του για να αποκτήσει πρόσβαση σε έγγραφα ή δεδομένα ως αυτά που ο Κατηγορούμενος αναζήτησε και απέσπασε. Ο Ν.22(ΙΙΙ)/2004δεν αφήνει περιθώρια για να ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε υπεράσπιση στη βάση της ανάγκης (necessity) του Κατηγορουμένου να αποκτήσει τα εν λόγω έγγραφα ή δεδομένα, προκειμένου να ανταποκριθεί σε Δικαστική διαταγή αποκάλυψης. Εάν ο Κατηγορούμενος ήθελε να τα αποκτήσει νόμιμα, θα έπρεπε να λάμβανε κατά τον ουσιώδη χρόνο νομική συμβουλή για τα μέτρα που θα μπορούσε να εφαρμόσει προκειμένου να εξαναγκάσει τον ΜΚ2 να τον εφοδιάσει με αυτά, ώστε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που του έθετε το Διάταγμα Αποκάλυψης που εκδόθηκε εναντίον τους στις 26.7.2010 (Τεκμήριο 10). Δεν ακολούθησε τέτοια νόμιμη οδό. Ενήργησε εν κρυπτώ και εν αγνοία του ΜΚ2 για να τα αποσπάσει. Αξίζει να παραπέμψω και στην απόφαση του Court of Appeal του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση Tchenguiz and others v Imerman, 29.7.2010, [2010] EWCA Civ 908, [2010] WLR (D) 217, [2010] 2 FLR 814 (Lord Neuberger MR, Moses LJ, Munby LJ, όπου τα γεγονότα της υπόθεσης ήταν ως εξής: η W ανέμενε ότι ο σύζυγος της (Mr Imerman) θα παρέλειπε να αποκαλύψει όλα τα περιουσιακά του στοιχεία ως είχε υποχρέωση σε δικαστική διαδικασία. Τα αδέρφια της, απέκτησαν παράνομη πρόσβαση στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές του συζύγου της για να λάβουν στοιχεία για τα περιουσιακά του. Εξασφάλισε ο σύζυγος δικαστικό διάταγμα που να τους αναγκάζει να του τα επιστρέψουν. Κατ' έφεση κατά του εν λόγω δικαστικού διατάγματος, η εφεσείουσα ισχυρίστηκε ότι ο Νόμος που προστατεύει την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών του συζύγου της θα έπρεπε συγχρόνως να ανταποκριθεί στην ανάγκη να διασφαλιστεί ότι ο σύζυγός της δεν θα απέφευγε να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη 'the law which protects Mr Imerman's confidential information and documents should yield to the need to ensure that he cannot escape his true liability by concealing his assets. The law should, she says, recognise her right to truthful disclosure, even if that can only be achieved by unlawful methods.' Το Αγγλικό Εφετείο απέρριψε την έφεση καθιστώντας σαφές ότι δεν υπάρχει καθοερωμένος νομολογιακός κανόνας ο οποίος να επιτρέπει στον οποιοδήποτε διάδικο να αποστεί από την υποχρέωση να συμμορφώνεται με το νόμο ή που να δικαιολογεί την παράνομη πρόσβαση στις πληροφορίες «The rule in Hildebrand should be read as stated, and not extended. 'What was done here cannot be justified under the so-called Hildebrand rules. There are no such rules. There are no rules which dispense with the requirement that a spouse obeys the law.' Καταδικάζεται, ως εκ τούτου, ο Κατηγορούμενος για το αδίκημα της κατηγορίας αρ. 1, ως την έχω τροποποιήσει ανωτέρω. Έχει ήδη απαλλαγεί και αθωωθεί για το αδίκημα της κατηγορίας αρ. 2, η οποία διακόπηκε από τους κατηγόρους προγενέστερα. (Υπ.) ...................................... Α. Πανταζή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΚΑΤΑΤΕΘΕΝΤΩΝ ΤΕΚΜΗΡΙΩΝ
- Επιστολή από γραφείο Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 11/04/16 συνοδευόμενη από επιστολή υπογεγραμμένη από κα Καννάβα ημερ. 10/03/
- Επιστολή εκ μέρους Παραπονουμένων προς γραφείο Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 23/04/16 που επιδόθηκε στις 26/04/
- Επιστολή από Γραφείο Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 23/05/
- Εκ συμφώνου δήλωση δικηγόρων.
- Γραπτή κατάθεση ΜΚ
- Εκτύπωση έρευνας από το ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιριών των στοιχείων που αφορούν την Παραπονούμενη 2 εταιρία.
- Εκτύπωση έρευνας από το ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιριών των στοιχείων που αφορούν την Παραπονούμενη 3 εταιρία.
- Πρόχειρο σχεδιαγράφημα που ετοίμασε ο ΜΚ
- Έγγραφο που τιτλοφορείται Services Agreement ημερομηνίας 08/04/08 με επισυνημμένη επιστολή ημερ. 18/09/09 και επισυνημμένη δεύτερη επιστολή της ίδιας ημερομηνίας.
- Αντίγραφο PENAL NOTICE ημερ. 26/07/
- Δεκασέλιδη δέσμη αποτελούμενη από σειρά ηλεκτρονικών μηνυμάτων.
- Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στη Γενική Αίτηση υπ' αριθμό 552/10 ημερ. 09/11/
- Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στη Γενική Αίτηση υπ' αριθμό 42/11 ημερ. 27/01/
- Εκτύπωση απόφασης στην αίτηση υπ' αριθμό 42/11 από την ιστοσελίδα cylaw.org.
- Σημείωμα υπογεγραμμένο από τον ΜΥ 1 ημερ.07/10/
- Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εναντίον του C. H.
- Έγγραφο που τιτλοφορείται Third Witness Statement of R. I. L.
- Επιστολή Άγγλων δικηγόρων ημερ. 03/01/19 με επισυνημμένο order κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων.
- Φωτοαντίγραφο απόφασης ημερ. 05/10/12 στην Πολιτική Έφεση υπ' αριθμό 141/
- Σημείωμα ΜΚ 2 ημερ. 07/10/
- Διάταγμα μη αποκάλυψης ημερ. 28/10/
- Δέσμη αποφάσεων ημερ. 20/03/15 στις Πολιτικές Εφέσεις 10/15 και 11/
- Δέσμη εγγράφων από έρευνα του Γραφείου του Εφόρου Εταιρειών - Starprot Management Ltd.
- Δέσμη εγγράφων από έρευνα του Γραφείου του Εφόρου Εταιρειών - PKM Management Ltd.
- Διοριστήρια επιστολή των δικηγόρων PCB Litigation.
- Επιστολή από δικηγορικό γραφείο Λεύκος Κληρίδης & Υιοι Λτδ ημερ. 12/2/
- Αντίγραφο της ταυτότητας του κ. Βαρνάβα Δημητρίου (ΜΚ 4).
- Γραπτή κατάθεση του ΜΚ
- Δέσμη εγγράφων που αφορούν την εταιρεία του ΜΚ
- Αντίγραφα πτυχίων του ΜΚ
- Γραπτή κατάθεση ΜΥ 1 στην Αγγλική γλώσσα. 31 Α. Γραπτή κατάθεση ΜΥ 1 στην Ελληνική γλώσσα.
- Δέσμη ηλεκτρονικών μηνυμάτων.
- Συμφωνία μεταξύ της JSC BTA BANK και KYMA INVESTMENT HOLDINGS LTD. 33 A. Γραπτά Ψηφίσματα ημερ. 5/01/09, 23/05/08 και 14/05/
- Supplementary Skeleton Argument.
- Αλληλογραφιά με το δικηγορικό γραφείο Hogan Lovells.
- Αλληλογραφία που αφορά στο θέμα διορισμού δικηγόρων.
- Απόφαση Αγγλικού Εφετείου 28/10/
- Ηλεκτρονικά μηνύματα από ΜΥ 1 προς ΜΚ
- Δέσμη ηλεκτρονικών μηνυμάτων.
- Αλληλογραφία 07/10/
- 16η κατάθεση του C. G. H.
- Α Ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 20/09/10, 1.49 pm, 42.Β Ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 20/09/10, 2:25 pm.
- Δήλωση Καταπιστεύματος μαζί με άλλα 3 έγγραφα.
- Επιστολή από τους δικηγόρους Hogan Lovells ημερ. 13/10/
- Διάταγμα με το Παράρτημα και τις επισυνημμένες Ένορκες Δηλώσεις.
- Δυο επιπρόσθετα μηνύματα από τη κα Χριστοφόρου.
- Δέσμη ηλεκτρονικών μηνυμάτων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο