← Κύπρος

ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ ΑΕ ν. ΑΚΟΥΑ ΣΟΛ ΜΥΘΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1837/15, 2/12/2019

ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ ΑΕ ν. ΑΚΟΥΑ ΣΟΛ ΜΥΘΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1837/15, 2/12/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:B37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Πανταζή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1837/15 ΜΕΤΑΞΥ: ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ ΑΕ Παραπονουμένων -και-

  1. ΑΚΟΥΑ ΣΟΛ ΜΥΘΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.
  2. XXXXX ΠΑΝΑΓΗ
  3. XXXXX ΜΠΟΥΡΝΗΣ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 2 Δεκεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενους - Κατηγόρους꞉ κ. Γ. Διογένους για Αρετή Χαριδήμου & Συνεργάτες Για τους Κατηγορουμένους αρ. 1 και 2꞉ κ. Α. Σωτηρίου με κ.κ. Στ. Σταύρου και Μ. Χριστοφή, για Αντωνάκης Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ο Κατηγορούμενος αρ. 2 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ. Α. Εισαγωγή. Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο ιδιωτική ποινική υπόθεση, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετώπιζαν κατά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου μαζί με τον κατηγορούμενο 3, συνολικά 32 κατηγορίες. Από αυτές είναι πλέον ξεκάθαρο, κατόπιν σχετικής δήλωσης του κ. Διογένους κατά την δικάσιμο ημερ. 1/11/2019 ότι αποσύρθηκαν οι κατηγορίες με αρ. 3, 4, 7, 8, 11, 12, 15, 16, 19, 20, 23, 24, 27, 28, 31 και 32, για το λόγο ότι η κατηγορούσα Αρχή δεν προσέφερε μαρτυρία, για να τις αποδείξει. Ως εκ τούτου, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 απαλλάσσονται και αθωώνονται σε αυτές. Όσον δε αφορά τον Κατηγορούμενο 3, προκύπτει από τα πρακτικά στο φάκελο του Δικαστηρίου ημερ. 2/4/2018 ότι αποσύρθηκε η υπόθεση εναντίον του για το σύνολο των κατηγοριών που αντιμετώπιζε (αρ. 3, 4, 7, 8, 11, 12, 15, 16, 19, 21, 24, 27, 28, 31 και 32) πριν την έναρξη της ακρόασης και απαλλάγηκε αυτών από τον αδελφό Δικαστή που επιλαμβανόταν τότε της υπόθεσης. Συνεπώς, στο παρόν στάδιο η υπόθεση εξετάζεται σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 1 και 2 μόνο, αναφορικά με τις εξής κατηγορίες: · Ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει μόνος του τις κατηγορίες 1, 5, 9, 13, 17, 21, 25, 29, οι οποίες αφορούν το αδίκημα που περιγράφεται στο κατηγορητήριο ως «Έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του Ποινικού Κώδικος Κεφ. 154, Άρθρον 20, 26, 29 και άρθρον 305Α

(1),
(2),
(3),
(4),
(6), όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμον 186/86, Ν.166/87, Ν.36(I)/97, Ν.37/99, Ν.129(I)/99 του Ν.25(Ι)/2003 και του Ν.164(Ι)/03 και 70(Ι)/08». · Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει μόνος του τις κατηγορίες 2, 6, 10, 14, 18, 22, 26 και 30, οι οποίες αφορούν το αδίκημα που περιγράφεται στο κατηγορητήριο ως «Συνδρομή στην έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του Ποινικού Κώδικος Κεφ. 154, Άρθρον 20, 26, 29 και άρθρον 305Α
(1),
(2),
(3),
(4),
(6), όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμον 186/86, Ν.166/87, Ν.36(I)/97, Ν.37/99, Ν.129(I)/99 του Ν.25(Ι)/2003 και του Ν.164(Ι)/03 και 70(Ι)/08». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται ο Κατηγορούμενος 1, αυτός, κατά ή περί τις ημερομηνίες που προσδιορίζω στον Πίνακα που ακολουθεί, εξέδωσε στην Επαρχία Λάρνακας επί της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας μεταχρονολογημένες επιταγές, με αριθμούς τους οποίους προσδιορίζω στον Πίνακα που ακολουθεί και για ποσά ως αναφέρω στον ίδιο Πίνακα, πληρωτέα στο όνομα και εις διαταγήν του Κατηγορουμένου
  1. Ο Κατηγορούμενος 3 οπισθογράφησε τις εν λόγω επιταγές και ακολούθως τις παρέδωσε στους παραπονούμενους. Οι παραπονούμενοι παρουσίασαν στην τράπεζα τις επιταγές, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία που αυτές κατέστησαν πληρωτέες, πλην όμως δεν τιμήθηκαν, λόγω του ότι δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα στον τραπεζικό λογαριασμό και παρέμεναν απλήρωτες μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης του κατηγορητηρίου (18/2/2015), παρά το ότι παρήλθε χρονική περίοδος πέραν των 15 ημέρων από την ημέρα παρουσίασης τους στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων για τα οποία κατηγορείται ο Κατηγορούμενος 2, αυτός εξέδωσε και/ή κατέστησε δυνατή την έκδοση και/ή παρείχε συνδρομή στην έκδοση των επιταγών με τις λεπτομέρειες αριθμών, ποσών και ημερομηνιών που αναφέρονται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει αντίστοιχα ο Κατηγορούμενος
  2. Στον πιο κάτω Πίνακα επιλέγω, για ευκολία αναφοράς, να σημειώσω μαζί με τις λεπτομέρειες των επίδικων επιταγών, τον αριθμό τεκμηρίου που αυτές έλαβαν κατά την κατάθεση τους στην δίκη. Αρ. Κατηγορίας Αρ. Επιταγής Ημερ. Έκδοσης Πληρωτέο ποσό Τεκμήριο Αρ. Κατηγορία 1: Κατηγορία 2: XXXXX9652 » 26/10/2012 » €10.000,00- » Τεκμ. 3 υπό Έγγραφο Α Κατηγορία 5 Κατηγορία 6: XXXXX9653 » 26/10/2012 » €10.000,00- » Τεκμ. 5 υπό Έγγραφο Α Κατηγορία 9: Κατηγορία 10: XXXXX9654 » 26/10/2012 » €10.000,00- » Τεκμ. 7 υπό Έγγραφο Α Κατηγορία 13: Κατηγορία 14: XXXXX9655 » 26/10/2012 » €10.000,00- » Τεκμ. 9 υπό Έγγραφο Α Κατηγορία 17: Κατηγορία 18: XXXXX9659 » 26/10/2012 » €10.000,00- » Τεκμ. 11 υπό Έγγραφο Α Κατηγορία 21: Κατηγορία 22: XXXXX9660 » 26/10/2012 » €10.000,00- » Τεκμ. 13 υπό Έγγραφο Α Κατηγορία 25: Κατηγορία 26: XXXXX9656 » 26/10/2012 » €10.000,00- » Τεκμ. 15 υπό Έγγραφο Α Κατηγορία 29: Κατηγορία 30: XXXXX9658 » 26/10/2012 » €10.000,00- » Τεκμ. 17 υπό Έγγραφο Α Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αρνήθηκαν καθεμία από τις ανωτέρω κατηγορίες, γι' αυτό και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Β. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. Για ν' αποδείξουν την υπόθεσή τους, οι Παραπονούμενοι - Κατήγοροι παρουσίασαν 13 συνολικά μάρτυρες για να δώσουν ενόρκως διά ζώσης μαρτυρία στο Δικαστήριο. Η ακρόαση διήρκησε από 24/1/2019 μέχρι 1/11/
  3. Μαρτυρία έδωσαν οι ακόλουθοι: · κ. XXXXX Μαστρογιαννάκης (ΜΚ1) - Βλ. πρακτικά δικασίμων ημερ. 24/1/2019, 8/2/2019, 11/2/
  4. · κα XXXXX Αρτέμη (ΜΚ2) - Βλ. πρακτικά δικασίμου ημερ. 1/3/
  5. · κ. XXXXX Νικολάου (ΜΚ3) - Βλ. πρακτικά δικασίμων ημερ. 5/4/2019 και 10/4/
  6. · κα XXXXX Νικολάου (ΜΚ4) - Βλ. πρακτικά δικασίμων ημερ. 14/5/
  7. · κα XXXXX Κουμπαρίδου (ΜΚ5) - Βλ. πρακτικά δικασίμου ημερ. 5/6/
  8. · κ. XXXXX Κωνσταντίνου (ΜΚ6) - Βλ. πρακτικά δικασίμου ημερ. 5/6/
  9. · κα XXXXX Κουμπάρου (ΜΚ7) - Βλ. πρακτικά δικασίμου 22/7/
  10. · κ. XXXXX Πανιέρας (ΜΚ8) - Βλ. πρακτικά δικασίμων 23/7/2019 και 24/7/
  11. · κα XXXXX Χαραλάμπους (ΜΚ9) - Βλ. πρακτικά δικασίμου 6/8/
  12. · κ. XXXXX Χατζηγιακουμής (ΜΚ10) - Βλ. πρακτικά δικασίμου 6/8/
  13. · κ. XXXXX Καϊσης (ΜΚ11) - Βλ. πρακτικά δικασίμου 5/9/
  14. · κα XXXXX Λεοντίου (ΜΚ12) - Βλ. πρακτικά δικασίμου 6/9/
  15. · κα XXXXX Αντωνίου (ΜΚ13) - Βλ. πρακτικά δικασίμου 25/9/
  16. Με το κλείσιμο της υπόθεσης των Κατηγόρων στις 4/10/2019, η υπόθεση ορίστηκε την 1/11/2019 για αγορεύσεις σε σχέση με το ζήτημα του εκ πρώτης όψεως. Ο συνήγορος Υπεράσπισης ήγειρε εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση για τους λόγους που ανάπτυξε στο κείμενο γραπτής αγόρευσης, την οποία παρέδωσε στο Δικαστήριο, προβαίνοντας συγχρόνως προφορικά σε συγκεκριμένες διευκρινήσεις επί της αγόρευσης του. Από δικής του πλευράς ο συνήγορος των Παραπονουμένων - Κατηγόρων απάντησε αγορεύοντας προφορικά κατά την ίδια δικάσιμο, ημερ. 1.11.2019, υποστηρίζοντας ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ότι είναι δίκαιο να κληθούν οι Κατηγορούμενοι σε απολογία. Γ. Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΠΕΡΙ ΜΗ ΥΠΑΡΞΗΣ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Παραθέτω πιο κάτω, μία προς μία, τις επιμέρους εισηγήσεις του κ. Σταύρου, ο οποίος σημειωτέον χειρίστηκε την υπόθεση καθ' όλα τα στάδια από πλευράς της Υπεράσπισης, εκ μέρους του δικηγορικού γραφείου Αντωνάκης Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για ευκολία αναφοράς, αναφέρομαι στον ευπαίδευτο συνήγορο, χρησιμοποιώντας την περιγραφή «η Υπεράσπιση». Γ.
  17. ΠΟΛΛΑΠΛΟΤΗΤΑ. Είναι η θέση της υπεράσπισης ότι οι κατηγορίες 1, 2, 5, 6, 9, 10, 13, 14, 17, 18, 21, 22, 25, 26, 29 και 30 πάσχουν από πολλαπλότητα αφού οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι διέπραξαν δύο διαφορετικά αδικήματα με την ίδια κατηγορία. Συγκεκριμένα, επισημαίνει η Υπεράσπιση ότι, σε όλες τις πιο πάνω κατηγορίες, στην έκθεση αδικήματος συμπεριλαμβάνεται τόσο το άρθρο 305Α
(1)του ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όσο και το άρθρο 305Α
(2)του Νόμου. Λέγει η Υπεράσπιση ότι πρόκειται για διαφορετικά αδικήματα, τα οποία επηρεάζουν και την μορφή της υπεράσπισης των κατηγορουμένων, αφού διερωτώνται οι κατηγορούμενοι ποιο αδίκημα αντιμετωπίζουν. Υποστηρίζει η Υπεράσπιση ότι «μέσα από την ανάγνωση των λεπτομερειών των αδικημάτων δεν μπορεί να διακριβωθεί ποιο αδίκημα προωθούν οι παραπονούμενοι εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 όταν μάλιστα όπως και στην περίπτωση μας παρουσίασαν αντικρουόμενη μαρτυρία για ανεπαρκή υπόλοιπα και μαρτυρία ότι για τις συγκεκριμένες επιταγές έγινε αίτημα πριν την κατάθεση τους για ανάκληση τους και πληρώθηκε και σχετικό τέλος.». Τονίζει η Υπεράσπιση ότι στην παρούσα υπόθεση είναι ξεκάθαρο ότι προκλήθηκε σύγχυση σε σχέση με τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 2. Ειδικότερα, η Υπεράσπιση προβάλλει τον ισχυρισμό ότι «ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει αδικήματα τα οποία δεν του επιτρέπουν να προβάλει ορθά την υπεράσπιση του, εφόσον διαφορετική είναι η υπεράσπιση που προδιαγράφει το αδίκημα του άρθρου 305Α
(1)του Κεφαλαίου 154 και διαφορετική αυτού του 305Α
(2). Το αδίκημα του άρθρου 305Α
(1), σε συνδυασμό με άρθρο 20 του Κεφαλαίου 154 σε σχέση με συνεργεία φυσικού προσώπου, προδιαγράφει υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος (mens rea), η οποία θα πρέπει να αποδειχθεί από πλευράς παραπονουμένων. Από την άλλη το άρθρο 305Α
(2)σε συνδυασμό με το άρθρο 20 του Κεφαλαίου 154 δεν προνοεί οποιαδήποτε υποχρέωση των παραπονουμένων να αποδείξουν την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος (mens rea), αφού αυτό που αρκεί είναι να αποδείξουν την έκδοση της επιταγής και ότι αυτή έχει ανακληθεί. Από εκεί και έπειτα είναι στους ώμους του κατηγορουμένου το βάρος να αποδείξει ότι είχε εύλογη αιτία να πιστεύει ότι μπορεί να ανακαλέσει την επιταγή.» Τέλος, η Υπεράσπιση σημειώνει ότι «οι παραπονούμενοι σε κανένα στάδιο της διαδικασίας δεν προχώρησαν με αίτημα για τροποποίηση των κατηγοριών τους, ούτως ώστε να ξεκαθαρίσουν για ποια αδικήματα κατηγορούν τους κατηγορούμενους 1 και 2. Τουναντίον, προώθησαν μία διαδικασία γεμάτη ασάφειες και ελλείψεις με μοναδικό σκοπό να προκαλέσουν ζημία στους κατηγορούμενους και να μην τους επιτρέψουν να προβάλουν την υπεράσπιση τους προκαλώντας σύγχυση στους κατηγορούμενους.». Από την άλλη, ο συνήγορος των Κατηγόρων απαντά στις ανωτέρω θέσεις της Υπεράσπισης λέγοντας ότι։ Πρώτον, η Υπεράσπιση κωλύεται να εγείρει ζήτημα πολλαπλότητας στο παρόν στάδιο, διότι το είχε εγείρει και σε προηγούμενο στάδιο και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Δεύτερον, δεν ευσταθεί η θέση της Υπεράσπισης περί πρόκλησης σύγχυσης σε αυτήν λόγω της αναφοράς των εδαφίων
(1)και
(2)του άρθρου 305Α στην έκθεση του αδικήματος, εφόσον η εκδοχή γεγονότων που προωθούν οι Κατήγοροι, όπως αυτή αποτυπώθηκε στις λεπτομέρειες των αδικημάτων επί του κατηγορητηρίου χαρακτηρίζεται από «μονολιθικότητα», δηλαδή πρόκειται για μία και μόνο εκδοχή, αυτή της έκδοσης επιταγών που δεν τιμήθηκαν λόγω ανεπαρκών υπολοίπων. Αυτό ήρθαν να αποδείξουν και οι 13 μάρτυρες κατηγορίας. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο κ. Διογένους, «παρά το ότι υπάρχει το 305A εδάφια
(1)και
(2), όπως και άλλα άρθρα, εντούτοις Εντιμότατη στις λεπτομέρειες αδικήματος, υπάρχει μονολιθικότητα, γιατί λέμε ξεκάθαρα για ποιο αδίκημα ο κατηγορούμενος είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι αυτό που τόνισα πάμπολλες φορές σε αυτήν τη διαδικασία, γιατί ρωτήθηκα από το Δικαστήριο και απάντησα ξεκάθαρα ότι εμείς δικάζουμε σε σχέση με το άρθρο 305Α
(1)που έχει να κάνει με επιταγές, οι οποίες επιστράφησαν απλήρωτες. Αυτό Εντιμότατη, αναφέρεται σε κάθε και έκαστη κατηγορία την οποίαν αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος.», και «έχουμε καλέσει και όλους αυτούς τους μάρτυρες υποβάλλοντας ξεκάθαρα τη θέση μας, ότι η θέση μας ήταν ότι οι επιταγές αυτές έμειναν απλήρωτες λόγω ανεπαρκών υπόλοιπων και πάνω σε αυτά Εντιμότατη, σε αυτήν την ξεκάθαρη θέση, έχει αντεξετάσει ο συνάδελφος 13 μάρτυρες γιατί αναγκάστηκα να φέρω 13». Ως προς το πρώτο σημείο, ο συνήγορος των Κατηγόρων, κ. Διογένους, υποστήριξε ότι ηγέρθηκε το ζήτημα της πολλαπλότητας κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 30/11/2018 και ότι έχει εκδοθεί σχετικό ruling του Δικαστηρίου, το οποίο αποτυπώνεται στα στενοτυπημένα πρακτικά της εν λόγω δικασίμου στις σελ. 2 έως 4. Κανένα νέο στοιχείο δεν εισάγεται από την Υπεράσπιση στο παρόν στάδιο υπό τον ισχυρισμό για «πολλαπλότητα», γι' αυτό και ο κ. Διογένους υποστηρίζει ότι κωλύονται να εγείρουν εκ νέου το ίδιο θέμα, εφόσον δεσμεύει την Υπεράσπιση το ήδη εκδοθέν ruling του Δικαστηρίου. Προς υποστήριξη της θέσης του αυτής, ο κ. Διογένους παρέπεμψε το παρόν Δικαστήριο στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ιωάννης Ανδρονίκου ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486. Ως προς το δεύτερο σημείο, ο συνήγορος των Κατηγόρων υποστήριξε, παραπέμποντας στην Marcos Panteli v. District Labour Officer Famagusta
(1985)2 Α.Α.Δ 205 και στην Ηλίας Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, ότι «το γεγονός και μόνο ότι επί του τίτλου του Κατηγορητηρίου όπου αναγράφονται οι νόμοι, υπάρχει πολλαπλότητα, αυτό από μόνο του δεν μπορεί να απορρίψει, δεν είναι «fatal» για να απορρίψει το Κατηγορητήριο.». Ο κ. Διογένους παρέπεμψε, επίσης, στην Όμηρος Ομήρου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 588, ως προς τη σημασία που ενέχει η «μονολιθικότητα» των λεπτομερειών του αδικήματος, προκειμένου να αποφανθεί το Δικαστήριο αν προκαλείται σε συνδυασμό με την έκθεση αδικήματος, σύγχυση στον κατηγορούμενο για το ποια κατηγορία αντιμετωπίζει. Στην Ιωάννης Ανδρονίκου ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486 αποφασίστηκαν τα εξής։ «ii) Πολλαπλότητα των κατηγοριών 21 και 24 (λόγοι έφεσης αρ. 2-5). Σε αυτή την ενότητα εμπλέκονται δύο ουσιαστικά θέματα. Το πρώτο είναι η εισήγηση ότι λανθασμένα η πλειοψηφία αρνήθηκε να εξετάσει το θέμα της πολλαπλότητας των κατηγοριών στο στάδιο της τελικής απόφασης και το δεύτερο αφορά την ουσία της ίδιας της θέσης ότι οι κατηγορίες έπασχαν από πολλαπλότητα. Όσον αφορά το πρώτο, η πλειοψηφία δεν αρνήθηκε στην ουσία ότι της παρέχεται η δυνατότητα επανεξέτασης και αναθεώρησης της ενδιάμεσης απόφασης της και η σχετική κρίση που εμπεριέχεται στις σελ. 102-104, πρέπει να ιδωθεί σφαιρικά. Εκείνο το οποίο στην ουσία αποφασίστηκε ήταν ότι ενδιάμεση απόφαση που εκδίδεται με αναφορά στην πολλαπλότητα των κατηγοριών δεν θα ήταν δυνατόν να τύχει επανεξέτασης από το ίδιο το Δικαστήριο, το οποίο σε τέτοια περίσταση θα ενεργούσε ως Εφετείο του εαυτού του. Εάν η θέση της πλειοψηφίας παρέμενε ως εδώ, τότε αυτό θα ισοδυναμούσε με σφάλμα αρχής, διότι αποτελεί γενικό κανόνα ότι το Δικαστήριο στην ποινική δίκη έχει δικαίωμα να αναψηλαφήσει όλη τη μαρτυρία, να προβεί σε τελικά ευρήματα και να υπαγάγει τα ευρήματα αυτά στις νομικές αρχές που ισχύουν για τις συγκεκριμένες κατηγορίες. Σε αυτό το τελικό στάδιο είναι που το Δικαστήριο ολοκληρώνει το έργο του και καθορίζει πλέον με σαφήνεια την αθώωση ή την ενοχή του κατηγορουμένου. Εάν ενδιαμέσως είτε στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, είτε με αφορμή οποιαδήποτε αίτηση ή εισήγηση, έχει αποφασισθεί οποιοδήποτε θέμα υπέρ του κατηγορουμένου προσώπου, τότε αυτό βέβαια δεν μπορεί να τύχει επανεξέτασης κατά τρόπο που θα αποβεί σε εκ των υστέρων δυσμενή επηρεασμό του. Αυτό είναι η λογική και αναγκαία απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας που διαπερνά όλη τη δίκη και επενεργεί υπέρ του κατηγορουμένου μέχρι την τελική ετυμηγορία για την τυχόν ενοχή του. Αντίθετα, όταν αποφασίζονται σε διάφορα στάδια θέσεις που είναι εναντίον του κατηγορουμένου, όπως, για παράδειγμα, η αποδοχή της κατάθεσης του στις ανακριτικές αρχές ως θεληματικής ή ζητήματα που έχουν σχέση με την ορθή διατύπωση των κατηγοριών ή την αποδοχή διαφόρων τεκμηρίων, αυτά αποφασίζονται πάντοτε εκ πρώτης όψεως και με κάθε δυνατή προσοχή, χωρίς να αξιολογείται τελεσίδικα η μαρτυρία, για να επαναξιολογηθούν, βεβαίως, υπό το φως της ολότητας των δεδομένων ενώπιον του Δικαστηρίου, στο τέλος της δίκης. Εκείνο το οποίο ανέφερε η πλειοψηφία ήταν ότι δεν είχε προκύψει οτιδήποτε το νέο από πλευράς στοιχείων για να τεθεί θέμα επανεξέτασης. Κατά κανόνα, ζητήματα που αφορούν την πολλαπλότητα, παραμένουν εκ της φύσεως τους αναλλοίωτα μέχρι το τέλος της δίκης διότι η πολλαπλότητα, όπως θα αναφερθεί και στη συνέχεια, σχετίζεται με τον τρόπο διατύπωσης του κατηγορητηρίου, καθώς και στη συσχέτιση του κατηγορητηρίου προς τη μαρτυρία. Εκείνο το οποίο προέκυψε ήταν η εκ νέου επιχειρηματολογία που δεν αφίστατο όμως εκείνης στη βάση της οποίας κρίθηκε με τη σχετική ενδιάμεση απόφαση ότι δεν έπασχαν οι κατηγορίες από πολλαπλότητα. Η υπόθεση Φάντης
(1995)1 Α.Α.Δ. 714, στην οποία στηρίχθηκε ο κ. Γεωργίου για τη δυνατότητα επανεξέτασης, δεν εφαρμόζεται στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Υπάρχει μια σημαντική διαφορά και αυτή έγκειται στο γεγονός ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, η Κατηγορούσα Αρχή είχε ήδη προσφέρει όλη τη μαρτυρία που ήταν στη διάθεση της όταν υποβλήθηκε το θέμα της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης περιλαμβανομένης και της εισήγησης για πολλαπλότητα. Στη Φάντης, είχε τεθεί ζήτημα τροποποίησης του κατηγορητηρίου πριν από την απάντηση του κατηγορουμένου, αλλά και μετά. Είχε διατυπωθεί εκεί η θέση, η οποία απερρίφθη από το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι η αποδοχή της δεύτερης τροποποίησης ήταν λανθασμένη, ενόψει του ότι είχε επιτραπεί αντικατάσταση των κατηγοριών, χωρίς το Δικαστήριο να απορρίψει τις παλιές αθωώνοντας τον κατηγορούμενο. Είχε αποφασιστεί ότι η διαπίστωση της ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου δεν το εμπόδιζε από του να επιληφθεί εκ νέου του θέματος, δυνάμει του Άρθρου 83
(1)του Κεφ. 155 και να ασκήσει ανάλογη εξουσία. Επί της ουσίας του θέματος, το ζήτημα της πολλαπλότητας, όπως έχει αποφασισθεί και στην Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, σελ. 265-266, συναρτάται με την εκ μέρους του κατηγορουμένου σαφή γνώση των κατηγοριών που έχει να αντιμετωπίσει, αλλά και τη διαπίστωση της εκ των υστέρων διακρίβωσης των πιθανών απαντήσεων autrefois convict και autrefois acquit. Περαιτέρω, στην Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 111, σελ. 116, αποφασίστηκε ότι η τυχόν πολλαπλότητα πρέπει να συνεξεταστεί με τη δυνατότητα εξ αυτής να επέρχεται ακυρότητα στην κατηγορία. Είναι σαφές ότι πρέπει το κατηγορούμενο πρόσωπο να παραπλανείται κατά ουσιώδη τρόπο στην έγερση της υπεράσπισης του εξ αιτίας της πολλαπλότητας για να έχει αυτή οποιαδήποτε επίπτωση. [.] Η ουσία της υπόθεσης εδώ είναι, όπως και στην Akritas v. Regina 20 C.L.R. 110, που αναφέρθηκε στην Azinas, ότι δεν έχει δημιουργηθεί αδικία στους εφεσείοντες ούτε έχουν παραπλανηθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Ήταν δυνατο να ζητηθούν είτε λεπτομέρειες (οι οποίες είχαν δοθεί μέσα από τις καταθέσεις και τη μαρτυρία πριν την έναρξη της δίκης), ή, να γίνει οποιοδήποτε άλλο αίτημα για εξέταση από το Κακουργιοδικείο.». Στην Marcos Panteli v. District Labour Officer Famagusta
(1985)2 Α.Α.Δ 205, λέχθηκε ότι։ «Simply, a double charge is one setting forth in the same count more than one offence. It matters not that, the offences are similar in nature, committed in succession or that they conform to the same pattern. The test is whether the charge encompasses two or more offences. If so, it is bad for duplicity. To determine whether more offences than one were included in each of the counts preferred against the accused we must turn to the definition of the offences of failure to pay social insurance contributions. By virtue of the provisions of s. 4
(1)and s 80 of Law 41/80, and Reg. 11 of the Social Insurance Contribution Regulations, an obligation is imposed to pay social insurance contributions, for every person in his employment, the month folIowing the engagement or his services, a corresponding offence is committed in case of failure to do so. Liability to pay other contributions, the subject of counts 2 - 5, is coincident on liability to pay social insurance contributions, and an offence is committed in case of failure to make the appropriate payment. It is clear that each count contained a multitude of offences which though similar in nature were separate and distinct the one from the other; they could only be made the subject of separate counts. Consequently, the charges were bad for duplicity. There remains to examine the effects of duplicity on appeal. Judicial opinion is divided on the implications of duplicity. Earlier authority suggests that proceedings founded on duplicitous charges are illegal and cannot be saved by amendment. Later authority is to the contrary effect. In Frangiskos Kyriacou v. The welfare officer, the proceedings were save by allowing an appropriate amendment on appeal, an approach not dissimilar to that in R. V. Thoumpson, where the proviso was applied in the absence of a substantial miscourage of justice. The correct approach appears to be that while duplicitous charge does not render per se the proceedings a nullity, this may be the unavoidable result if the irregularity is massive and destroys in its wake the foundation of a criminal trial, the certainty in the charges necessary to enable the accused to defend himself effectively. In this case, duplicity was not only on a massive scale but the counts were in their inception oppressive requiring the accused to account indiscriminately for activities stretching over a period of six years. No valid verdict could be founded on any one of the charges. Therefore, the proceedings were abortive in their entirety.». Στην Όμηρος Ομήρου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 588 προσάφθηκε στον Κατηγορούμενο κατηγορία διατυπωθείσα ως εξής "Επηρεασμός μάρτυρα σε ποινική διαδικασία κατά παράβαση των Άρθρων 118, 121(β) και 122 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154". Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι։ «Η πρώτη κατηγορία έπασχε, εξ ορισμού θα λέγαμε, από πολλαπλότητα. Απέδιδε στον εφεσείοντα τη διάπραξη αδικήματος κατά παράβαση των τριών άρθρων που σημειώσαμε στην αρχή και το κάθε ένα από αυτά δημιουργεί ξεχωριστό αδίκημα. Ανεξάρτητα από την εναλλακτική εισήγηση του κ. Κληρίδη πως θα υπήρχε πολλαπλότητα ακόμα και στην περίπτωση που η κατηγορία θα αφορούσε μόνο στο άρθρο 121(β), την οποία δεν είναι ανάγκη να εξετάσουμε, κατά την πρώτη κατηγορία ο εφεσείων διέπραξε περισσότερα του ενός αδικήματα. Ο κ. Μαππουρίδης είδε το πρόβλημα αλλά, όπως εισηγήθηκε, υπάρχουν περιθώρια για επικύρωση της καταδίκης. Στήριξε την άποψή του στην αντίληψη του ότι οι λεπτομέρειες του αδικήματος ήταν διατυπωμένες με τρόπο που άφηνε καθαρά να εννοηθεί ότι αποδιδόταν στον εφεσείοντα η διάπραξη αδικήματος μόνο κατά παράβαση του άρθρου 121(β). Πρότεινε επομένως πως, γι' αυτό το λόγο, δεν είχε επηρεαστεί δυσμενώς ο εφεσείων. Δεν είναι ορθό πως οι λεπτομέρειες είχαν τέτοια μονολιθικότητα για να δικαιολογείται να εξετάσουμε θέμα όπως το τεθέν. Ο εφεσείων φερόταν να προσπάθησε μεταξύ άλλων, "να επηρεάσει" την παραπονούμενη, ενέργεια που δεν εμφανίζεται ως συστατικό στο άρθρο 121(β) αλλά, αντίθετα, ως δυνητικός στόχος στην περίπτωση του άρθρου 118 αλλά και του άρθρου 122(β). Παρεμβάλλουμε πως η πρώτη κατηγορία φέρει τον εφεσείοντα να έχει διαπράξει αδίκημα και κατά παράβαση του άρθρου 122 γενικά, ενώ οι δυο παράγραφοι του άρθρου δημιουργούν δυο αδικήματα. Μάλιστα, το άρθρο 122 (α) αναφέρεται και σε ενέργεια που είναι δυνατόν να αποτρέψει μάρτυρα, και εμφανίζεται και αυτό το ρήμα στις λεπτομέρειες του αδικήματος, σύμφωνα με τις οποίες ο εφεσείων "προσπάθησε να μεταπείσει, αποτρέψει και επηρεάσει" την παραπονούμενη. Όσα προτάθηκαν ως ενδεικτικά μή δυσμενούς επηρεασμού του εφεσείοντα δεν ευσταθούν, η πρώτη κατηγορία έπασχε θεμελιωδώς και δεν μπορούμε να δούμε οτιδήποτε που θα δικαιολογούσε θετική διαπίστωση πως, παρά τα ριζικά ελαττώματα που υπήρχαν, θα ήταν δυνατό να επικυρωθεί η καταδίκη με το αιτιολογικό ότι ο εφεσείοντας δεν επηρεάστηκε δυσμενώς. Πολύ λιγότερο αν έχουμε υπόψη και την προσέγγιση του ζητήματος από την πρωτόδικο δικαστή. Είδε η πρωτόδικος δικαστής πως η πρώτη κατηγορία αφορούσε σε πλείονα αδικήματα, καταγράφει τα άρθρα, δεν στρέφει την προσοχή της προς το ελάττωμα και εξετάζει αν στοιχειοθετήθηκαν, κάθε ένα ξεχωριστά. Και αυτό, όμως, κατά τρόπο ατελή και με σύμμειξη του ενός με το άλλο. Ενώ ασχολείτο με ένα από τα συστατικά του αδικήματος που προβλέπει το άρθρο 118 αφήνει το θέμα εκεί εξηγώντας πως εκείνη η σκέψη της οδηγούσε στο επόμενο άρθρο. Καταγράφει στη συνέχεια όσα θεωρεί ότι προκύπτουν ως συστατικά των αδικημάτων του άρθρου 121(β) και του άρθρου 122 και, χωρίς οτιδήποτε άλλο, καταλήγει: "Κρίνεται επομένως ότι με βάση τα ανωτέρω έχει αποδειχθεί το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σ΄αυτή". Χωρίς καν την εξειδίκευση που είδε ο κ. Μαππουρίδης και χωρίς τελικά να προσδιορίσει, όπως ορθά εισηγήθηκε ο κ. Κληρίδης, το συγκεκριμένο αδίκημα της πρώτης κατηγορίας για το οποίο βρέθηκε ένοχος ο εφεσείων. Καταλήγουμε ότι η καταδίκη του εφεσείοντα στην πρώτη κατηγορία πρέπει να παραμεριστεί.». Στην Ηλίας Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14 αποφασίστηκαν τα εξής։ «Η "πολλαπλότητα" Δεν αποκαλύπτεται πολλαπλότητα από το κατηγορητήριο το ίδιο. Δέχθηκε όμως το πρωτόδικο Δικαστήριο και δεν εκδηλώθηκε αντιγνωμία ως προς αυτή την πτυχή της απόφασης του πως μπορεί να τεθεί θέμα "ελαττώματος" ως εκ του συσχετισμού του κατηγορητηρίου προς τη μαρτυρία που προσάγεται προς απόδειξη του. Παρέπεμψε σχετικά στην υπόθεση R. v. Radley [1974] 58 Cr. App. R. 394. Αποτελεί αντικείμενο συζήτησης αν ο όρος "πολλαπλότητα" ταιριάζει μόνο στην περίπτωση που το ίδιο το κατηγορητήριο περιέχει περισσότερα του ενός αδικήματα ή αν δικαιολογείται να χρησιμοποιείται και στην περίπτωση που προκύπτει από τη μαρτυρία ότι το ένα αδίκημα που αναφέρεται στο κατηγορητήριο στην πραγματικότητα συντίθεται από δυο ή περισσότερα. (Βλ. R. v. Greenfield [1973] 57 Cr. App. Rep. 849, R. v. Ballysingh [1953] 37 Cr. App. Rep. 28, Jemmison v. Puddle [1972] 56 Cr. App. Rep. 229, Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice 41η έκδοση παράγραφος 1 - 57 κ.επ.). Εκείνο που τελικά έχει σημασία είναι πως και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει ελάττωμα με όμοιες ενδεχομένως συνέπειες ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως η μαρτυρία δεν αποκάλυπτε δύο αδικήματα. Θεώρησε ότι αφορούσε σε ένα "ενιαίο φορέα παρανομίας" ή "ένα ενιαίο αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε σε δύο ουσιαστικά φάσεις που δεν είναι ασύνδετες μεταξύ τους και καθιστούσαν την όλη παράνομη συμπεριφορά ένα συνεχές αδίκημα". Διέκρινε ως συνδετικό κρίκο το ότι ο εφεσείων "ενήργησε με την ίδια πρόθεση στη διαδικασία απόσπασης των χρημάτων εκ της θέσης του η δε απόσπαση σχετιζόταν με το σύνολο του ποσού (έστω και αν δεν πρόλαβε ο κατηγορούμενος ναι πάρει όλα τα χρήματα που περιείχοντο στο ένταλμα κινητών.)" Διαπιστώνουμε σφάλμα σ' αυτή την προσέγγιση. Η πρόθεση μόνιμης αποστέρησης του ιδιοκτήτη από το αντικείμενο της κλοπής, ενδιαφέρει ως συστατικό του αδικήματος εφόσον υπήρχε κατά το χρόνο λήψης του αντικειμένου ή όταν η περίπτωση εμπίπτει στην επιφύλαξη στο άρθρο 255 του Κεφ. 154, εφόσον συνοδεύει την "ιδιοποίηση" του. Αυτή την αναγκαιότητα τη διαπιστώνει στην πορεία και το πρωτόδικο Δικαστήριο. Όπως σημείωσε, εφόσον μπορεί η κατοχή των επιταγών από τον Εφεσείοντα να έγινε αρχικά με τη συγκατάθεση του Διευθυντή της εταιρείας, δημιουργείται ζήτημα αξιόποινης συμπεριφοράς από τη στιγμή που οι επιταγές ως έγγραφα μετατράπηκαν σε χρήματα τα οποία πέρασαν στην προσωπική κατοχή του κατηγορούμενου, καθαρά έξω από τη συγκατάθεση του προσώπου που τις εξέδωσε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο με αναφορά στην υπόθεση R. v. John Mckinsei Jones and Others [1974] 59 Cr. App. Rep. 120 ορθά εξέτασε αν η μαρτυρία αποκάλυπτε μια ενιαία δραστηριότητα. Το ερώτημα, ως θέμα γεγονότων και βαθμού, απαντάται με γνώμονα τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια ενιαία δραστηριότητα. Η ενδόμυχη σκέψη ή το σχέδιο του εφεσείοντα όταν συμφωνούσε με το Διευθυντή να πάρει τις επιταγές, δεν ήταν ουσιώδης από την άποψη της στοιχειοθέτησης του αδικήματος της κλοπής, όσο και αν τα τότε διαμειφθέ-ντα μπορούσαν να είναι σχετικά ως αποδεικτικά στοιχεία. Οι δύο περιπτώσεις ήταν ξεχωριστές και αυτοτελείς. Ό,τι καταλογιζόταν ως αντικειμενική υπόσταση (actus reus) του αδικήματος απείχε χρονικά μεταξύ της μιας και της άλλης σε σημείο που εξουδετέρωνε την κάποια σύνδεση τους εξ αιτίας της ομοιότητας του τρόπου ενέργειας. 'Οταν εκδηλώθηκε η δεύτερη, η πρώτη είχε πλέον από πολλών ημερών συμπληρωθεί και δεν ήταν συνεχιζόμενες. Η διαπίστωση του ελαττώματος όπως και αν αυτό χαρακτηριστεί, δεν ακυρώνει τη δίκη. Μπορεί να οδηγήσει ή να μην οδηγήσει σ' αυτό το αποτέλεσμα ανάλογα με τα περιστατικά. Εφόσον το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνει πως το ελάττωμα δεν επηρέασε τον εφεσείοντα στην υπεράσπιση του ή γενικότερα πως δεν προκάλεσε αδικία, οφείλει να επικυρώσει την καταδίκη. (Βλ. συναφώς Frangiskos Kyriakou v. The Welfare Officer
(1961)CLR 227, Panteh v. Distr. Labour Officer F'sta
(1985)2 CLR 205, Karasamanis v. Police
(1986)2 CLR 229). Στην υπόθεση αυτή είναι σαφές ότι δεν επηρεάστηκε ο κατηγορούμενος με οποιονδήποτε τρόπο ούτε και προκλήθηκε αδικία. Δεν υπήρχε οτιδήποτε που θα μπορούσε να θεωρηθεί ιδιαίτερο περιστατικό που αφορούσε στη μια και όχι στην άλλη περίπτωση. Τα ουσιώδη γεγονότα ήταν παραδεκτά. Η υπεράσπιση του εφεσείοντα ήταν συγκεκριμένη και προβλήθηκε ως ισχύουσα και για τις δύο περιπτώσεις, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Αφορούσε στην υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος και είχε ως κεντρικό της σημείο τη μή στοιχειοθέτηση της ενόψει της κατ' ισχυρισμό πρόθεσης του εφεσείοντα να επιστρέψει τελικά τα χρήματα έναντι της οφειλής της εταιρείας, όταν ερχόταν ο χρόνος γι' αυτό. Σημειώνουμε παρεμπιπτόντως ότι ήταν εξ αρχής γνωστό πως οι £15.000 του κατηγορητηρίου ήταν το άθροισμα του αντικρύσματος των δύο επιταγών. Επίσης δεν επηρεάστηκε η προβολή της άποψης ως προς το εσφαλμένο της πρόσαψης κατηγορίας για κλοπή χρημάτων αντί επιταγών, αφού και αυτή θα μπορούσε να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το κατηγορητήριο περιείχε μια κατηγορία και για τις δύο περιπτώσεις.». Εκτίμηση παρόντος Δικαστηρίου. Κατ' αρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι το θέμα της πολλαπλότητας μπορεί να εγερθεί όχι μόνο πριν από την απάντηση του κατηγορουμένου στις κατηγορίες, αλλά και σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο της δίκης (βλ. Archbold, 41η έκδοση παρ. 1-62 σελ. 53 και Α. Σ. Κοιλιάρης Λτδ ν. Επαρχ. Λειτ. Εργασίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 194). Πολλαπλότητα μπορεί να διαγνωσθεί στην όψη του κατηγορητηρίου ή κατόπιν συσχετισμού του κατηγορητηρίου με την προσαχθείσα μαρτυρία (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14). Ως πολλαπλότητα ορίζεται η συμπερίληψη στην ίδια κατηγορία πέραν του ενός αδικήματος. Η αρχή ότι το κατηγορητήριο δεν πρέπει να πάσχει από πολλαπλότητα, ότι δηλαδή δεν θα πρέπει στην ίδια κατηγορία ο κατηγορούμενος να αντιμετωπίζει την διάπραξη δύο ή περισσοτέρων αδικημάτων είναι καλά καθιερωμένη αρχή τόσο στο Αγγλικό όσο και στο Κυπριακό Δίκαιο (βλ. Archbold 41η έκδοση, παρ. 1-57 σελ. 48, Araouzos & Son v. Police
(1980)2 C.L.R. 131 και άρθρο 39(α) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155). Αυτό για να γνωρίζει η υπεράσπιση επακριβώς τι είναι που αντιμετωπίζει. Αλλιώς ενδέχεται να επηρεαστεί δυσμενώς. Και για να παρέχεται η δυνατότητα διακρίβωσης προηγούμενης καταδίκης ή αθώωσης autrefois convict ή acquit για το ίδιο αδίκημα σε περίπτωση μεταγενέστερης κατηγορίας (βλ. Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249). Το κατά πόσο η ποινική διάταξη αποβλέπει στην δημιουργία μόνο ενός αδικήματος ή περισσοτέρων, είναι ζήτημα ερμηνείας, «με πρακτική μάλλον παρά με αναλυτική διάθεση, υπό το φως της κοινής λογικής και του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις» (βλ. D.P.P. v. Merriman [1973] AC 584 και Wilson [1979] 69 Cr App. R. 83). Χωριστά αδικήματα στην ίδια διάταξη έχουμε όταν προβλέπεται για το καθένα διαφορετική, από την φύση της, πράξη (βλ. Kyriacou v. The Welfare Office
(1961)C.L.R. 227 και Mallon and another v. Allon [1963] 3 All E.R. 843). Όταν ο νόμος προσδιορίζει τους τρόπους, με τους οποίους μπορεί να διαπραχθεί το αδίκημα, με μια ή περισσότερες πράξεις που έχουν κοινό πυρήνα (όταν δηλ. η πράξη είναι βασικά του ίδιου είδους αλλά διαφέρει στη μορφή της), δεν έχουμε παρά μόνο ένα αδίκημα (βλ. Attorney General v. Hadjiconstanti
(1969)2 C.L.R. 5 και Police v. Economides & Others
(1951)XX (Part II) C.L.R. 11). Όμως, ένα αδίκημα μπορεί να διαπράττεται με περισσότερο από ένα τρόπο, είτε ως προς την αντικειμενική υπόσταση είτε ως προς την υποκειμενική. Σε τέτοια περίπτωση επιτρέπονται στην ίδια κατηγορία οι διαζεύξεις (βλ. Ακκελίδου ανωτέρω). Το ζήτημα της πολλαπλότητας πρέπει να αποφασίζεται αποκλειστικά και μόνο με αναφορά στο κείμενο της κατηγορίας (βλ. Criminal Procedure in Cyprus, σελ. 48-52). Μια κατηγορία δεν πάσχει από πολλαπλότητα, όταν οι λεπτομέρειες που αναφέρει καταδεικνύουν ένα μόνο αδίκημα (βλ. Archbold, 2009, σελ. 96, παρ. 1-137). Στο σύγγραμμα Blackstone΄s Criminal Practice, 2002, στη σελ. 1272, αναφέρονται τα ακόλουθα αναφορικά με τα κριτήρια με τα οποία θα πρέπει να εξετάζεται το ζήτημα της πολλαπλότητας: «The test of whether it is proper to have a single count is: Can the separate acts attributed to the accused fairly be said to form a single activity or transaction? (see D10.20). It follows from that test that, if the particulars of a count can sensibly be interpreted as alleging a single activity, it will not be bad for duplicity, even if a number of distinct criminal acts are implied. Thus, the rule against duplicity rests ultimately on common sense and pragmatic considerations of what is fair in all the circumstances». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να εξετασθεί ποιος ο επηρεασμός των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων. Παλαιότερες αυθεντίες είχαν αποφασίσει ότι διαδικασίες που στηρίχθηκαν σε κατηγορητήρια που έπασχαν από πολλαπλότητα ήταν άκυρες. Σύμφωνα όμως με τη νομολογία, ως διαμορφώθηκε και ισχύει σήμερα, η πολλαπλότητα στο κατηγορητήριο δεν οδηγεί αυτόματα σε ακυρότητα των κατηγοριών παρά μόνον εάν διαφανεί ότι λόγω αυτής ο κατηγορούμενος επηρεάστηκε δυσμενώς ή παραπλανήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην υπεράσπιση του (βλ. Παπαδόπουλος ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ.111 και Α.Σ. Κοιλιάρης Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 194). Όπως λέχθηκε στην Σ.Π. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 207/2013, ημερ. 25.6.14, με αναφορά στην Ανδρονίκου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, για να υπάρχει ουσιώδης επίπτωση επί του ασφαλούς της καταδίκης πρέπει το κατηγορούμενο πρόσωπο να έχει παραπλανηθεί κατά ουσιώδη τρόπο. Υπάρχει δε πάντοτε η δυνατότητα αναζήτησης λεπτομερειών επί του κατηγορητηρίου και κατά πόσο υπήρξε παραπλάνηση ή αδικία συνεξετάζεται και με το κατά πόσο ζητήθηκαν τέτοιες λεπτομέρειες έχοντας ταυτόχρονα υπόψη και όλες τις άλλες πληροφορίες που είναι διαθέσιμες στον κατηγορούμενο μέσα από καταθέσεις και άλλη μαρτυρία ή υλικό, όπου υπάρχει, πριν την έναρξη της δίκης κ.α. που στην περίπτωση μας δεν ισχύει. Στην πρόσφατη απόφαση, ημερ. 6.11.2019, στην Πολιτική Αίτηση 184/2019, Μονομερής Αίτηση της Λειβαδιώτη εκ Λευκωσίας για την έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorary, η Αιτήτρια, στα πλαίσια ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, αντιμετώπιζε έξι κατηγορίες για έκδοση προς τον παραπονούμενο - κατήγορο επιταγών κατά παράβαση του άρθρου 305Α. Στην έκθεση αδικήματος κάθε κατηγορίας αναφερόταν αρχικά το αδίκημα της «έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 20, 29, και 305Α
(1),
(2),
(3),
(4),
(5),
(7)και
(8)του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186/86, 36(Ι)/97, 37(Ι)/99, 129(Ι)/99, 25(Ι)/03 και 164/03». Οι λεπτομέρειες των αδικημάτων είχαν ως κοινή βάση τον ισχυρισμό ότι, όταν οι επιταγές εμφανίστηκαν στην τράπεζα κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες δεν εξοφλήθηκαν και επιστράφηκαν με ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ» και παρέμειναν απλήρωτες πέραν των 15 ημερών. Μετά την περάτωση της υπόθεσης του κατηγόρου, αντί άλλης ενέργειας, η αιτήτρια καταχώρισε αίτηση ζητώντας όπως η ποινική υπόθεση απορριφθεί ως καταχρηστική της διαδικασίας. Το Επαρχιακό Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση εκείνη στις 2.9.2019. Ακολούθησε αίτηση για άδεια προς τον σκοπό καταχώρισης αίτησης Certiorari προς ακύρωση της εν λόγω απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου, ημερ. 2.9.2019, η οποία απερρίφθη στις 17.9.2019 (Αναφορικά με την Αίτηση Λειβαδιώτη, Πολ. Αιτ. Αρ. 163/19, ημερ. 17.9.2019). Ακολούθως, η Αιτήτρια ζήτησε παραμερισμό του κατηγορητηρίου προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι τούτο είναι ανύπαρκτο ή άκρως ελαττωματικό. Μεταξύ άλλων εισηγήθηκε ότι το κατηγορητήριο πάσχει από πολλαπλότητα, εφόσον στην έκθεση των αδικημάτων αναφέρονται όλα τα εδάφια του άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα. Το αποτέλεσμα, εισηγήθηκε η Αιτήτρια, ήταν να επηρεαστεί δυσμενώς η Αιτήτρια στην προετοιμασία της υπόθεσης της, εφόσον της ζητήθηκε να υπερασπιστεί για διαφορετικά αδικήματα, χωρίς να εξειδικεύεται στο κατηγορητήριο επί ποιου συγκεκριμένου άρθρου/εδαφίου τούτο εδράζεται. Το Επαρχιακό Δικαστήριο με απόφαση ημερ. 17.10.2019 απέρριψε το αίτημα για παραμερισμό του κατηγορητηρίου, θεωρώντας ότι, ναι μεν η σύνταξη θα μπορούσε να ήταν καλύτερη, εντούτοις όμως η ελαττωματικότητα δεν ήταν τέτοιας φύσης και έκτασης και δεν συνιστούσε ακυρότητα που να δικαιολογούσε απαλλαγή της αιτήτριας. Αντ΄ αυτού προχώρησε σε τροποποίησή του, ώστε η Έκθεση Αδικήματος να περιοριστεί μόνο σε αδίκημα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2), δηλαδή το αδίκημα της «πρόκλησης, χωρίς εύλογη αιτία, μη εξόφλησης επιταγής με οποιαδήποτε πράξη του εκδότη της». Στην απόφασή του ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τ. Οικονόμου επεσήμανε τα εξής։ «Με την παρούσα αίτηση η αιτήτρια ζητά άδεια για να καταχωρίσει αίτηση Certiorari προς ακύρωση της εν λόγω απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου, επαναλαμβάνοντας τα ίδια επιχειρήματα. Εκείνο όμως που έχει σημασία είναι ότι το δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να εξετάσει το αίτημα που η ίδια η αιτήτρια του έθεσε και να το αποδεχθεί ή όχι, με παράλληλη ευχέρεια να τροποποιήσει το κατηγορητήριο, με βάση το άρθρο 83
(1)[παρατίθεται]. Όπως υποδείχθηκε και στην προηγούμενη, προαναφερθείσα αίτηση υπ΄ αρ. 163/19, δεν είναι η ορθότητα της απόφασης που ελέγχεται στη διαδικασία Certiorari, αλλά η νομιμότητα. Εάν το δικαστήριο έκανε λάθος, το λάθος αυτό ενσωματώνεται στην τελική απόφαση, όπως ενσωματώνεται και το καίριο ζήτημα της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και μπορεί να ελεγχθεί με έφεση, όπως υποδηλώνει, ακριβώς, η νομολογία στην οποία παρέπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος της αιτήτριας. Πέραν τούτου, η κατατεμάχιση της δίκης που επιδιώκει η αιτήτρια, η οποία δεν έθεσε τέτοια ζητήματα πριν απαντήσει στο κατηγορητήριο αλλά μόνο στο προχωρημένο αυτό στάδιο της δίκης, αντενδείκνυται ως ζήτημα αρχής, αλλά και από πρακτικής πλευράς δημιουργεί περιπλοκές και καθυστερήσεις που πρέπει να αποφεύγονται. Η αίτηση απορρίπτεται.». Υπό το φως όλης της προμνησθείσας νομολογίας και των αρχών που αναδύονται από αυτήν, προχωρώ να εξετάσω την ενώπιον μου εκατέρωθεν επιχειρηματολογία. Κατ' αρχάς, κρίνω πως πρώτη φορά εγείρεται στο παρόν στάδιο της δίκης από την Υπεράσπιση το ζήτημα της πολλαπλότητας του κατηγορητηρίου. Συγκεκριμένα, από μελέτη των πρακτικών που υπάρχουν στο φάκελο του Δικαστηρίου, διαπιστώνω ότι։ Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 απάντησαν στο κατηγορητήριο στις 11.5.2015 χωρίς να εγείρουν προδικαστική ένσταση περί ελαττωματικότητας αυτού λόγω πολλαπλότητας. Ουδέν αίτημα εντοπίζω να έγινε ενώπιον του Δικαστηρίου από την Υπεράσπιση προς τους Κατηγόρους για παροχή περισσότερων λεπτομερειών όσον αφορά τις λεπτομέρειες των αδικημάτων. Παρά το ότι η απάντηση «Μη παραδοχής» των Κατηγορουμένων δόθηκε στις 11.5.2015, εντούτοις παρέμενε για προγραμματισμό λόγω του ότι εκκρεμούσε η επίδοση ή/και η εκτέλεση εντάλματος σύλληψης σε σχέση με τον Κατηγορούμενο
  1. Άπαξ της διακοπής της υπόθεσης για τον Κατηγορούμενο 3 στις 2.4.2018, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση όσον αφορά τους κατηγορουμένους 1 και 2 στις 25.10.2018 και δεδομένης της απουσίας του Κατηγορούμενου 2 αναβλήθηκε για τις 30.11.
  2. Το πρακτικό ημερ. 30.11.2018, το οποίο επικαλείται ο κ. Διογένους στο παρόν στάδιο για να υποστηρίξει τη θέση του ότι έχει ήδη αποφανθεί το Δικαστήριο επί εγερθείσας εκείνην τη δικάσιμο ένστασης των Κατηγορουμένων 1 και 2 σε ό,τι αφορά την πολλαπλότητα, κατά την κρίση μου αποκαλύπτει ακριβώς το αντίθετο. Ότι δηλαδή το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί αυτού του ζητήματος, αφού και το μόνο για το οποίο αποφάνθηκε το Δικαστήριο εκείνην τη δικάσιμο ήταν το αίτημα της Υπεράσπισης για αναβολή της ακρόασης λόγω απουσίας του Κατηγορουμένου. Ενημέρωσε ο κ. Σταύρου το Δικαστήριο προκαταρκτικά ότι αυτός εντόπισε ζήτημα πολλαπλότητας, για το οποίο συνομίλησε με τον αντίδικό του πριν προσέλθουν στο Δικαστήριο και εξήγησε στο Δικαστήριο ποιο ήταν το ζήτημα αυτό, πλην όμως ενόψει της αναβολής της έναρξης της ακρόασης, το Δικαστήριο τον προέτρεψε να εξετάσει αυτό το ζήτημα από κοινού με τον αντίδικό του μέχρι την επόμενη δικάσιμο που θα άρχιζε η ακρόαση. Παρατίθεται πιο κάτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα։ «Δικαστήριο: Ο κατηγορούμενος 2 που είναι φυσικό πρόσωπο είναι παρών σήμερα; κ. Στ. Σταύρου: Απουσιάζει στο εξωτερικό και για προσωπικούς λόγους και επιστρέφει στην Κύπρο 5 Δεκεμβρίου και θα αναχωρήσει ξανά στις
  3. Έχω ενημερώσει τον συνάδελφο σήμερα σχετικά. Θα προέβαινε σήμερα σε αίτημα για να προχωρήσει η υπόθεση στην απουσία του κατηγορουμένου σε σχέση με τη σημερινή δικάσιμο και δεν θα είχα ένσταση, όμως μελετώντας Εντιμοτάτη το κατηγορητήριο, έχω σημειώσει κάποια θέματα τα οποία έχω αναφέρει στον συνάδελφο, σε σχέση με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων και της έκθεσης των αδικημάτων. Δικαστήριο (προς κ. Στ. Σταύρου): Τι λέτε για τις λεπτομέρειες; κ. Στ. Σταύρου: Στην XXXX/15 σε σχέση με την έκθεση αδικήματος, αυτό που είχα αναφέρει και στον συνάδελφο, αναφέρεται στο Άρθρο 305Α
(1)
(2)
(3)
(4)και
(6)και θεωρώ ότι υπάρχει μια πολλαπλότητα σε σχέση με τα αδικήματα γιατί πρέπει να καθοριστεί για ποιο αδίκημα κατηγορείται ο κατηγορούμενος 2, όσο και η κατηγορουμένη 1 στην εταιρεία. Ως επίσης Εντιμοτάτη και στις λεπτομέρειες αδικήματος. Δεν αναφέρεται η ημερομηνία πληρωμής των επιταγών. Κάτι το οποίο επίσης επαναφέρει και θεωρώ ότι χρήζει τροποποίησης του κατηγορητηρίου εκ μέρους των παραπονουμένων. Αυτό ισχύει σε σχέση με το αδίκημα. Στην έκθεση αδικήματος αναφέρεται το Άρθρο 305Α
(1)
(2)
(3)
(4)και
(6), το οποίο θεωρώ ότι είναι ξεχωριστά αδικήματα. Είναι ξεχωριστό αδίκημα το 305Α
(1)και ξεχωριστό το 305Α
(2). Αυτό σε σχέση Εντιμοτάτη με την πρώτη και δεύτερη κατηγορία. Και σε σχέση με την τέταρτη κατηγορία‑‑ Δικαστήριο (προς κ. Στ. Σταύρου): Για την ημερομηνία πληρωμής είπατε; κ. Στ. Σταύρου: Μάλιστα, για την ημερομηνία πληρωμής. Δεν αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος η ημερομηνία πληρωμής των επιταγών. Δικαστήριο (προς κ. Στ. Σταύρου): Εννοείτε η ημερομηνία που παρουσιάστηκαν; κ. Στ. Σταύρου: Ναι, η ημερομηνία πληρωμής. Η ημερομηνία που παρουσιάστηκαν. Δικαστήριο (προς κ. Στ. Σταύρου): Εδώ έγραψαν εντός εύλογου χρόνου. Αυτό έγραψαν και θα πρέπει να φέρουν μαρτυρία για να αποδείξουν ποιος ήταν αυτός ο χρόνος και αν ήταν όντως εύλογος χρόνος. κ. Στ. Σταύρου: Μάλιστα. Δικαστήριο (προς κ. Διογένους): Τώρα όσον αφορά το στοιχείο πολλαπλότητας, υπάρχει κάτι το οποίο θέλετε πράγματι να μελετήσετε κύριε Διογένους επί τούτου ή έχετε απάντηση να δώσετε; κ. Γ. Διογένους: Εντιμοτάτη, το Άρθρο 305Α
(1)
(2)
(3)
(4)και
(6), τώρα είμαστε στην υπόθεση 1836/15; Δικαστήριο: Μάλιστα. κ. Γ. Διογένους: Δώστε μου ένα λεπτό. Απ' ό,τι θυμάμαι το
(1)αναφέρεται στις επιταγές που δεν έχουν αντίκρισμα, το άλλο στις επιταγές που ανακλήθηκαν. Είναι ξεκάθαρο από τις λεπτομέρειες του αδικήματος για ποιο άρθρο αναφέρομαι. Είναι ξεκάθαρη η κατηγορία μέσα από τις λεπτομέρειες. Μπορώ να το περιορίσω Εντιμοτάτη, αλλά νομίζω δεν υπάρχει λόγος. Είναι ξεκάθαρο μέσα από τις λεπτομέρειες. Αν έβαζα το 305Α σκέτο, θα υπήρχε πρόβλημα; Δικαστήριο (προς κ. Γ. Διογένους): Θα έλεγα όχι, στον βαθμό που του δίνετε να αντιληφθεί ποιο είναι ακριβώς το αδίκημα. Νομίζω δεν παραπλανείται o ίδιος για ποιο είναι το αδίκημα. Το πρωταρχικό ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί σήμερα είναι ότι σήμερα αυτή η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση. Υπάρχει αίτημα αναβολής ενόψει της απουσίας του κατηγορουμένου; κ. Στ. Σταύρου: Μάλιστα, δια τον λόγο ότι είχα ενημερώσει το Δικαστήριο ότι δεν θα υπέβαλλα αίτημα ένστασης για να συνεχίσουμε στην απουσία του, o ίδιος όμως θέλει να είναι παρών στο Δικαστήριο για την ακρόαση της υπόθεσης του και ως εκ τούτου είμαι αναγκασμένος να ζητήσω αναβολή. Δικαστήριο (προς κ. Στ. Σταύρου): Ήταν ήδη ορισμένη για ακρόαση και όφειλε να είναι παρών. Οπόταν να ακούσω. [Συζήτηση επί του αιτήματος αναβολής] Δικαστήριο: Ναι. Άρα ορίζεται 24.1.2019 ορίζεται για ακρόαση στις 11:00 η ώρα. Τόσο η υπόθεση 1836/215, όσο και η υπόθεση 1837/15 για την οποία θα γίνει το ίδιο πρακτικό, θα ισχύσει και για τις δύο το ίδιο. Αντιλαμβάνομαι ότι τα γεγονότα είναι πανομοιότυπα; κ. Στ. Σταύρου: Μάλιστα. κ. Γ. Διογένους: Μάλιστα. Εντιμοτάτη εγώ έχω προετοιμαστεί για την 1837/15. Δικαστήριο: Μάλιστα. Θα τη ξεκινήσω αυτή εκείνη τη μέρα και θα εξαιρεθώ στην άλλη. κ. Γ. Διογένους: Σήμερα θα ζητήσω τα έξοδα. Δικαστήριο: Τα δικαιούστε. Τα έξοδα για σήμερα επιδικάζονται εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 και υπέρ των παραπονούμενων και στις δύο υποθέσεις. Όσον αφορά στις προδικαστικές ενστάσεις που έθεσε σήμερα προφορικά ο κύριος Σταύρου, κύριε Σταύρου δέστε τα μεταξύ σας. Σήμερα δεν θεωρώ ότι κάνω ruling επί των θεμάτων αυτών, αλλά νομίζω ότι δεν χρήζουν περαιτέρω ανάλυσης. κ. Στ. Σταύρου: Μάλιστα.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Δεν επανήλθε ο κ. Σταύρου με έγερση ζητήματος πολλαπλότητας πριν την έναρξη της ακρόασης στις 24.1.2019, παρά μόνον το ήγειρε μετά το πέρας της υπόθεσης των Κατηγόρων, στο στάδιο της εισήγησης για το εκ πρώτης όψεως. Επομένως, αυτή είναι η πρώτη φορά που το αναπτύσσει για να λάβει απόφαση του Δικαστηρίου επί τούτου. Δεν κωλύεται να το εγείρει η Υπεράσπιση, ούτε εμποδίζεται το Δικαστήριο να το εξετάσει τώρα. Επί της ουσίας, πάντως, διαφωνώ με την Υπεράσπιση ότι υφίσταται οποιαδήποτε πολλαπλότητα. Τούτο εφόσον το αδίκημα που περιγράφεται στην Έκθεση Αδικήματος τιτλοφορείται «Έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος», κάτι που είναι κοινώς γνωστό στην Κύπρο, με βάση την καθημερινή εμπειρία της ζωής και τα εμπορικά θέσμια, ότι αφορά στην περίπτωση έκδοσης επιταγής για την οποία δεν υπάρχουν διαθέσιμα τα αναγκαία κεφάλαια τη στιγμή που παρουσιάζεται για πληρωμή γι'αυτό και δεν τιμάται, ήτοι δεν εξαργυρώνεται η επιταγή. Σε αυτό το αδίκημα και μόνον σε αυτό αντιστοιχούν και ανταποκρίνονται «μονολιθικά» οι λεπτομέρειες αδικήματος που παρατίθενται κάτω από αυτή την Έκθεση Αδικήματος. Το αδίκημα θεσμοθετείται βάσει του άρθρου 305Α
(1). Τα υπόλοιπα εδάφια
(3)έως
(8)ερμηνεύουν τις διατάξεις που αφορούν στην παρουσίαση της επιταγής σε τραπεζικό ίδρυμα και τη σημασία που έχει η σφράγισή τους από λειτουργούς του εν λόγω ιδρύματος. Το εδάφιο
(2)ξεκινά με την εισαγωγική φράση «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1)» και ακολούθως θεσμοθετεί ξεχωριστό αδίκημα με διαφορετικά συστατικά στοιχεία. Καμία όμως εκ των λεπτομερειών αδικήματος που αναγράφονται στο κατηγορητήριο δεν αφορά σε εκείνα τα συστατικά στοιχεία, ούτε ο τίτλος του αδικήματος στην ΄Εκθεση Αδικήματος αντιστοιχεί στο αδίκημα του εδαφίου
(2), γι'αυτό και αποκλείω το ενδεχόμενο να υπέστη σύγχυση η Υπεράσπιση από τον τρόπο που ήταν διατυπωμένες οι κατηγορίες και θεωρώ ότι ουδείς λόγος για τροποποίηση του κατηγορητηρίου υφίσταται. Πέραν των πιο πάνω, θα συμφωνήσω με τον κ. Διογένους, ότι ο χειρισμός του κατά την ακρόαση, ήταν συνεπής ως προς τη θέση ότι το παράπονο των Κατηγόρων αφορά στο ότι όταν παρουσιάστηκαν οι επίδικες επιταγές (βλ. τα Τεκμήρια που αναγράφονται στον Πίνακα στην Εισαγωγή της παρούσας υπόθεσης), η σφραγίδα, που τέθηκε σε αυτές από το τραπεζικό ίδρυμα που δεν τις εξαργύρωσε, έγραφε «Να παρουσιαστεί ξανά. Ανεπαρκή Υπόλοιπα» ή «Αποταθείτε στον Εκδότη. Ακάλυπτη Επιταγή». Ουδέποτε ηγέρθη παράπονο ότι Ανακλήθηκαν από τον Εκδότη τους ή για το λεγόμενο Stop Payment, ούτε προωθήθηκε τέτοια θέση από τον κ. Διογένους κατά την ακρόαση, διαζευκτικά προς ό,τι φανέρωναν οι σφραγίδες επί των επιταγών. Ήταν μονοσήμαντη και όχι αμφίσημη η εκδοχή που προώθησαν οι Κατήγοροι κατά την ακρόαση. Απεναντίας, ήταν η Υπεράσπιση εκείνη που επιχειρούσε να υποστηρίξει αντίθετη εκδοχή βάσει της κατάστασης λογαριασμού, ότι την ίδια ώρα που οι επιταγές σφραγίζονταν με την ανωτέρω ένδειξη, η τράπεζα χρέωνε τον πελάτη (Κατηγορούμενο αρ. 1) με τέλη που αφορούν στην περίπτωση ανάκλησής τους από τον εκδότη. Αν αυτό έγινε στην πραγματικότητα και πώς διαφοροποιεί την όποια ποινική ευθύνη, εναπόκειται στην Υπεράσπιση να το αναπτύξει, αν και εφόσον οι Κατηγορούμενοι κληθούν σε απολογία. Για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω τον ισχυρισμό περί πολλαπλότητας ως αβάσιμο. Γ.
  1. ΜΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΝΟΜΙΚΗΣ ΟΝΤΟΤΗΤΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ ΑΡ. 1 ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥΜΕΝΩΝ. Είναι η θέση της Υπεράσπισης ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό και προτού προχωρήσει σε οποιαδήποτε ανάλυση εάν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο οι Παραπονούμενοι έχουν αποδείξει την νομική οντότητα των Κατηγορουμένων αρ. 1 αλλά και την νομική υπόσταση των παραπονούμενων. Σε σχέση με την νομική υπόσταση της παραπονούμενης εταιρείας, η Υπεράσπιση σημειώνει ότι δεν έχει παρουσιαστεί τίποτα στο Δικαστήριο πέραν ενός πληρεξουσίου εγγράφου το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο προς αναγνώριση από τον Μ.Κ. 1 και έτσι παρέμεινε μέχρι και το κλείσιμο της υπόθεσης της παραπονούμενης εταιρείας και το Δικαστήριο θα πρέπει να το αφήσει απαρατήρητο. Καμία άλλη μαρτυρία ή έγγραφο από το αρμόδιο τμήμα της Ελληνικής Δημοκρατίας έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο με το οποίο να αποδεικνύεται ότι η Παραπονούμενη Εταιρεία αποτελεί νομική οντότητα δεόντως εγγεγραμμένη και η οποία εκπροσωπείται από συγκεκριμένα φυσικά πρόσωπα. Αποτελεί υποχρέωση των Παραπονουμένων να αποδείξουν τα πιο πάνω, αλλά δεν προσκόμισαν καμία μαρτυρία προς τούτο. Δεν αρκεί η απλή τοποθέτηση του Μ.Κ.1 ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να παρευρεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να μαρτυρήσει, αλλά θα πρέπει να δοθεί και η ανάλογη μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει την νόμιμη σύσταση της παραπονουμένης ως εταιρεία στην Ελληνική Δημοκρατία. Όσον αφορά την κατηγορούμενη εταιρεία αρ. 1, η Υπεράσπιση επισημαίνει ότι ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν παρουσιαστεί τα εξής τεκμήρια։ Ως Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Ζ, ανακοίνωση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 09/09/2010, στη σελίδα 3 της οποίας αναφέρεται ο διορισμός διοικητικού συμβουλίου για την εταιρεία ΑΚΟΥΑ ΣΟΛ ΜΥΘΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε. Ανάμεσα στα έγγραφα που κατέθεσε η ΜΚ12 (Δέσπω Λεοντίου) ως τεκμήρια, είναι και μία ανακοίνωση του Επιμελητηρίου Δωδεκανήσου ημερομηνίας 07/01/2015, στην οποία αναφέρεται ότι από 29/10/2014 η εταιρεία ΑΚΟΥΑ ΣΟΛ ΜΥΘΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ μετονομάζεται σε MARIS SOL MYTHOS ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ. Την ίδια ημερομηνία καταχωρίστηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο και ολόκληρο το νέο κείμενο του τροποποιημένου καταστατικού το οποίο επίσης επισυνάπτεται στο εν λόγω τεκμήριο. Ως Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Ζ, κατατέθηκε ανακοίνωση του Επιμελητηρίου Δωδεκανήσου, ημερομηνίας 23/06/2016, σύμφωνα με την οποία το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας MARIS SOL MYTHOS ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε. συγκροτήθηκε σε σώμα. Εισηγείται η Υπεράσπιση ότι το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, θα πρέπει να ανατρέξει στο σύνολο της μαρτυρίας για να διαπιστώσει κατά πόσο ηγέρθη μαχητό νομικό τεκμήριο κανονικότητας αναφορικά με την ύπαρξη της κατηγορούμενης εταιρείας αρ.
  2. Παραπέμπει στις αποφάσεις։ ΕΔΑΞΥΛ ΞΥΛΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΤΔ ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ ν. Ανδρέας Αγαθοκλέους, Πολιτική ΄Εφεση 9138, ημερομηνίας 18.12.
  3. LIOUFIS AND CO LTD v. Ανδρονίκου κ.α., Πολιτική ΄Εφεση 8767, ημερομηνίας 17.07.
  4. K.N.G. AUTOPARTS LTD v. Μιχάλη Ιωάννου, Πολιτική Έφεση 8872, ημερ. 25.06.
  5. UNION DES COOPERATIVES v.1.APAK AGRO INDUSTRIES LTD κ.α., Πολιτική Έφεση 9476, ημερομηνίας 20.03.
  6. Διατείνεται η Υπεράσπιση ότι ουδείς μάρτυρας αναφέρθηκε στο Δικαστήριο σε σχέση με την ύπαρξη της αναγραφόμενης στο κατηγορητήριο κατηγορούμενης εταιρείας αρ. 1 ως νομικής οντότητας, ενώ δεν προσκομίστηκε και οποιαδήποτε μαρτυρία από το Γενικό Εμπορικό Μητρώο της Ελλάδας σχετικά με την σύσταση της κατηγορουμένης εταιρείας αρ.
  7. Εντοπίζει η Υπεράσπιση και μια άλλη διάσταση του θέματος. Πιο συγκεκριμένα επισημαίνει ότι το όνομα της κατηγορούμενης εταιρείας αρ. 1 διαφέρει από το όνομα της που είχε κατά την ημερομηνία καταχώρησης του κατηγορητηρίου ήτοι στις 18/02/
  8. Όπως φαίνεται από τα ίδια τα έγγραφα που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο, στις 29/10/2014 η κατηγορούμενη εταιρεία αρ. 1 μετονομάστηκε σε MARIS SOL MYTHOS ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ. Λέγει η Υπεράσπιση ότι θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο και το θέμα του κατά πόσο θα μπορούσε να υπάρξει θεραπεία σε αυτό το στάδιο, με το να προβεί σε τροποποίηση του κατηγορητηρίου ανάλογα σύμφωνα με το άρθρο 83
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Όταν, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης φαίνεται στο Δικαστήριο ότι το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα με τη μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο κακουργιοδικείο είτε με τροποποίηση του ή με υποκατάσταση του ή με προσθήκη σε αυτό νέας κατηγορίας ως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης.» Αναγνωρίζει η Υπεράσπιση ότι όπου το κατηγορητήριο κρίνεται ελαττωματικό, το Δικαστήριο έχει την εξουσία για τη μεταβολή του (βλ. Fatma Mehmet v. The Police,
(1970)2 CLR 62, Leonidou v. The Police,
(1987)2 CLR 96 και Κυριάκου v. Αστυνομίας,
(1992)2 ΑΑΔ σελ. 458), καθώς και ότι το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να μεταβάλει ένα ελαττωματικό κατηγορητήριο, είτε τυπικά είτε ουσιαστικά, ακόμη και αυτεπάγγελτα χωρίς όμως να είναι υποχρέωση του (βλέπε άρθρο 83 του Κεφ.155, Λουκά v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 64). Ωστόσο, θεωρεί η Υπεράσπιση ότι δεν παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο να τροποποιήσει τον τίτλο του κατηγορητηρίου. Αναπτύσσει τη θέση της ως εξής։ «Όμως, το άρθρο 83 της Ποινικής Δικονομίας δεν προνοεί για τροποποίηση οποιουδήποτε μέρους του κατηγορητηρίου αλλά των μερών που ο ίδιος ο ορισμός της έννοιας του κατηγορητηρίου περικλείει. Ποια είναι τα μέρη που περικλείει ένα κατηγορητήριο προκύπτει από την ξεκάθαρη ερμηνεία που δίδεται στον ορισμό της έννοιας του κατηγορητηρίου στο άρθρο 2 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155: «Κατηγορητήριο»: σημαίνει τη γραπτή κατηγορία για ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται κάποιος κατηγορούμενος σε συνοπτική δίκη ή προανάκριση. «Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Criminal Procedure In Cyprus των κ.κ. Λοΐζου και Πική στη σελ. 46 υποσημείωση 3 διαπιστώνονται δύο μόνο μέρη σε ένα κατηγορητήριο σύμφωνα με την ποινική μας δικονομία δηλαδή αυτά που αφορούν το αδίκημα (έκθεση αδικήματος και λεπτομέρειες αδικήματος). Η πιο πάνω άποψη αντιδιαστέλλεται με όσα αναφέρονται στα αγγλικά συγγράμματα Halsbury's Laws of England,3rd Edition, volume 10 (σελ. 385 παρ. 697 κάτω από τον τίτλο Form of Indictments) και Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice έκδοση 2007 σελ. 83 παρ. 1-114 κάτω από τον τίτλο Three Parts) όπου υποδεικνύεται ότι το κατηγορητήριο αποτελείται από τρία μέρη. Τα εν λόγω μέρη είναι τα ακόλουθα: (α) το εναρκτήριο (commencement), (β) η έκθεση αδικήματος (statement of the offence) και (γ) οι λεπτομέρειες αδικήματος (particulars of the offence). Συνεπώς η συνδυασμένη ερμηνεία των πιο πάνω καθιστά αντιληπτό ότι στον όρο 'κατηγορητήριο' περιλαμβάνονται μόνο η έκθεση και οι λεπτομέρειες του αδικήματος και όχι το όνομα του ιδιώτη κατηγόρου ή το όνομα του κατηγορουμένου ή το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικαστεί η υπόθεση. Αυτά απλά σημειώνονται στον τύπο του κατηγορητηρίου, αλλά δεν αποτελούν μέρη του κατηγορητηρίου υπό τη νομική έννοια του, όπως αυτό προκύπτει μέσα από το άρθρο 2 του Κεφ.155. Το κατηγορητήριο είναι το έγγραφο που περιέχει τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στη βάση του οποίου προσάγεται ενώπιον της δικαιοσύνης για ν' απαντήσει. Σκοπός του κατηγορητηρίου είναι να θέσει το πλαίσιο της δίκης (βλέπε Γεώργιος Ιωσηφίδης (Ππαϊλα) ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 204). Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι η υπόθεση Ταμείο Προνοίας v. Samoa Clothing Industry,
(2000)2 ΑΑΔ σελ. 289 διακρίνεται ως προς τα περιστατικά της από την παρούσα. Εκεί είχε αναγραφεί λανθασμένα το όνομα της εφεσίβλητης εταιρείας αντί εκείνο του επίσημου παραλήπτη, εφόσον η εταιρεία είχε τεθεί υπό εκκαθάριση. Κρίθηκε πως δεν συνιστούσε κώλυμα η τροποποίηση του τίτλου. Το Ανώτατο Δικαστήριο έδωσε χρόνο για καταχώρηση αίτησης τροποποίησης του τίτλου της έφεσης βασιζόμενο και στις πρόνοιες του άρθρου 220 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  1. Βέβαια η δυνατότητα αυτή στηρίχθηκε στο πιο πάνω άρθρο το οποίο προνοεί ότι: «..όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διορισθεί προσωρινός εκκαθαριστής καμία αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει.» Εύκολα επομένως μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση εκκαθάρισης η απαιτούμενη τροποποίηση προβλέπεται από το άρθρο 220 του Κεφ.
  2. Αντίθετα, αντίστοιχο θεσμοθετημένο δικονομικό υπόβαθρο δεν εντοπίζεται μέσα από τις διατάξεις του Κεφ.155, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τη σχετική νομολογία. Στη βάση των πιο πάνω, καθίσταται σαφές ότι το ελαττωματικό κατηγορητήριο, το οποίο μπορεί να μεταβάλει το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 83, δεν είναι βεβαίως ο τύπος, δηλαδή το σχέδιο ή η φόρμουλα ή το πρότυπο με το οποίο αυτό συντάσσεται και γράφεται, αλλά η γραπτή κατηγορία, στην οποία περιλαμβάνονται μόνο η έκθεση και οι λεπτομέρειες του αδικήματος. Σε καμία περίπτωση θα μπορούσε να θεωρηθεί το όνομα του ιδιώτη κατηγόρου ή του κατηγορουμένου, ως μέρος της γραπτής κατηγορίας, έτσι ώστε, εφόσον διαπιστωθεί λανθασμένη αναγραφή του στο έντυπο του κατηγορητηρίου, να δύναται να τροποποιηθεί, κατ' επίκληση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 83 του Κεφ.155.». Καταλήγει η Υπεράσπιση να εισηγείται ότι η υπόθεση δεν εγείρεται εναντίον υπαρκτού νομικού προσώπου ή τουλάχιστον εναντίον προσώπου με την επωνυμία που έχει κατά τον ουσιώδη χρόνο (βλ. Panayiotis Ttofinis ν. Loizos Theocharides and Another
(1983)2 C.L.R. 363 και Αίπεια Λτδ v. Sirocco Estates Co Ltd και άλλων
(1997)2 Α.Α.Δ. 434). Εισηγείται ότι η κατάληξη του Δικαστηρίου θα πρέπει να είναι ότι παραπονούμενοι δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν και να προωθούν οποιεσδήποτε κατηγορίες εναντίον μίας ανύπαρκτης νομικής οντότητας ως αυτή αναγράφεται στο επίδικο κατηγορητήριο. Λέει η Υπεράσπιση ότι δεν είναι η περίπτωση όπου, μετά την καταχώρηση του κατηγορητηρίου, η κατηγορούμενη εταιρεία μετονομάζεται, στην οποία περίπτωση δεν θα υπήρχε οποιοδήποτε κώλυμα στην προώθηση οποιασδήποτε εκκρεμούσας δικαστικής διαδικασίας. Από την άλλη, ο κ. Διογένους απαντά λέγοντας ότι։ · Το όνομα που φαίνεται στο κατηγορητήριο για την Κατηγορούμενη αρ. 1 εταιρεία είναι αυτό που φαίνεται στο σώμα των επίδικων επιταγών ως το όνομα της εταιρείας που τις εξέδωσε (βλ. τα τεκμήρια στον Πίνακα στην Εισαγωγή της παρούσας απόφασης). · Το ότι αυτή η εταιρεία άλλαξε όνομα, αποκαλύφθηκε κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, μέσα από τη μαρτυρία του κυρίου XXXXX Πανιέρα (ΜΚ8), δικηγόρου από τη Ρόδο. Συγκεκριμένα, αποκαλύφθηκε ότι σε χρονικό στάδιο μεταγενέστερα της έκδοσης των εν λόγω επιταγών, μετονομάστηκε η κατηγορούμενη 1 εταιρεία. · Ωστόσο, ο ΜΚ8 προσέφερε θετική μαρτυρία στο Δικαστήριο, μέσα από τα Τεκμήρια τα οποία αυτός κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, με την οποία μαρτυρία σύνδεσε το όνομα της κατηγορουμένης 1 εταιρείας με το τροποποιημένο όνομα που φέρει η κατηγορούμενη εταιρεία 1 σήμερα. Ειδικότερα, παρουσίασε την Επίσημη Εφημερίδα της Ελληνικής Δημοκρατίας, εφόσον πρόκειται περί Ελληνικής εταιρείας για να συσχετίσει τον φορολογικό αριθμό μητρώου (αριθμό AΦΜ) της εταιρείας με την επωνυμία που φαίνεται στο κατηγορητήριο με την εταιρεία υπό τη νέα της επωνυμία. Ακολούθως, ο κ. Διογένους παρέπεμψε το Δικαστήριο, στην απόφαση ημερομηνίας 28/11/2017, Χριστόδουλος Νεοφύτου v A.S.G. SOLAR TECHNOLOGIES LIMITED, Πολιτική Έφεση 147/15. Tόνισε ο κ. Διογένους ότι το Εφετείο στη μνημονευθείσα απόφασή του παρατήρησε ότι εφόσον οι συνήγοροι Υπεράσπισης αντεξέτασαν επί μακρόν, τούτο σημαίνει ότι κατανοήσετε πλήρως την υπόθεση σας, άρα πώς είναι δυνατό να μην καταλάβετε ότι πρόκειται περί αυτής της εταιρείας επειδή λείπει μία τελεία από το όνομά της στο κατηγορητήριο; Στην παρούσα υπόθεση, αντίστοιχα, ο κ. Διογένους επισημαίνει ότι, «πρώτα‑πρώτα δεν εγέρθηκε το ζήτημα αυτό από την άλλην πλευρά έως ότου εμείς το αποκαλύψουμε, άρα φαίνεται και ο τρόπος με τον οποίον προσπάθησε εντέχνως και δόλια μπορώ να πω, η άλλη πλευρά να αποκρύψει αυτά τα ζητήματα.». Έπειτα, διερωτηθηκε ο κ. Διογένους, με παραπομπή στην απόφαση NAΝOKA LIMITED ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 471, πώς μπορεί να επηρεάστηκαν τα δικαιώματα της Υπεράσπισης όταν αυτή επέλεξε να συνεχίσει την αντεξέταση κανονικά εφ' όλης της ύλης, ακόμη και μετά την αποκάλυψη της μετονομασίας. Τούτο δείχνει, κατά τον κ. Διογένους, ότι γνώριζαν πολύ καλά ότι πρόκειται για τη δική τους εταιρεία. Άλλωστε, ο Κατηγορούμενος 2 είναι πρόεδρος της εταιρείας που άλλαξε και τροποποίησε το όνομα της, δηλαδή της κατηγορουμένης 1, οπόταν «είναι ποτέ δυνατό να έρχεται στο Δικαστήριο και να επικαλείται ότι επηρεάζουν τα δικαιώματα του γιατί αναγράφεται το παλιό όνομα της κατηγορουμένης 1 εταιρείας, της δικής του εταιρείας επί του Κατηγορητηρίου;». Τέλος, παραπέμποντας στην ΙΑCOVOU BROTHERS (CONCRETE) LTD ν. ACTION CONSTRUCTION & DEVELOPMENT LTD κ.α., Ποινική Έφεση 184/2014, απόφαση ημερ. 10.2.2016, ο κ. Διογένους τόνισε ότι το Δικαστήριο στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως θα πρέπει να ελέγξει τη μαρτυρία αντικειμενικά και να δει αν από το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτει η κατάλληλη σύνδεση του προσώπου που κατηγορείται. Εδώ, λέγει ο κ. Διογένους, ο ΜΚ8, Παναγιώτης Πανιέρας συνέδεσε την κατηγορουμένη 1 με τη νέα ονομασία της και είπε ξεκάθαρα στο Δικαστήριο ότι είναι το ίδιο και αυτό πρόσωπο. Το σχετικό απόσπασμα από την ΙΑCOVOU BROTHERS (CONCRETE) LTD, παρατίθεται πιο κάτω։ «Προέκυψε από σχετική μαρτυρία Λειτουργού του Εφόρου Εταιρειών και τραπεζικού υπαλλήλου (ΜΚ1 και 2) κατά τον ουσιώδη χρόνο «δεν υφίστανται εγγεγραμμένες εταιρείες με τις επωνυμίες που αναφέρθησαν πιο πάνω (ως α, β και γ). Στη βάση αυτής της μαρτυρίας το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι δεν στοιχειοθετείται η έννοια της επιταγής εφόσον δεν υφίστανται εγγεγραμμένες νομικές οντότητες με τις επωνυμίες "Iacovou Brothers Ltd" και "Iacovou Brothers Ltd (CONCRETE)". Συνεπώς κατέληξε ότι τα σχετικά τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν ως οι επίδικες επιταγές «δεν περιέχουν εντολή για πληρωμή σε ορισμένο υπαρκτό φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε υπαρκτό δικαιούχο κομιστή και δεν αποτελούν επιταγές εν τη εννοία του άρθρου 4 του Κεφ.154». Στη βάση της συλλογιστικής αυτής έκρινε ότι εφόσον τα σχετικά τεκμήρια δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενα της ποινικής απαγόρευσης την οποία καθιερώνει το άρθρο 305(Α) του Κεφ.154, ελλείπει το συστατικό στοιχείο του επίδικου αδικήματος, δηλαδή η επιταγή. Με επισήμανση δε της υποχρέωσης να μην ερμηνευθεί διασταλτικά ο νόμος εφόσον πρόκειται για ποινική διάταξη με παραπομπή στις Ερμογένους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 387 και Eurofreight Logistics Ltd ν. Χριστάκη Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29, προχώρησε στο να απορρίψει την υπόθεση με αθώωση και απαλλαγή των εφεσιβλήτων από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα (ως έχει τροποποιηθεί με τον Ν.164(Ι)/2003) περιλαμβάνεται ο ορισμός της λέξης «επιταγή» ως εξής: «Επιταγή» σηµαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωµή καθορισµένου ποσού σε ορισµένο φυσικό ή νοµικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κοµιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε µεταγενέστερο χρόνο από την ηµεροµηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαµβάνει δίγραµµη επιταγή.» Όπως έχουμε αναφέρει προηγουμένως παραπονούμενη εταιρεία ήταν η εταιρεία «IACOVOU BROTHERS (CONCRETE) LTD». Εκ της προηγούμενης αναφοράς για τη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και 2 η ευπαίδευτη πρωτόδικη δικαστής θεώρησε ότι πρόκειται για ανύπαρκτη νομική οντότητα και οδηγήθηκε άνευ ετέρου στην απόρριψη της υπόθεσης από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Αγνοήθηκε ωστόσο η θέση που προέκυπτε από την υπόλοιπη μαρτυρία - ιδίως των ΜΚ3 και 4 - με την οποία έγινε συγκεκριμένη αναφορά στο πρόσωπο του δικαιούχου ο οποίος και ταυτίστηκε με τους παραπονούμενους. Προέκυψε δηλαδή από την υπάρχουσα μαρτυρία η οποία σ΄αυτό το στάδιο της διαδικασίας κρίνεται, όπως είναι γνωστό, αντικειμενικά η θέση ότι επρόκειτο για λανθασμένη περιγραφή των δικαιούχων. Θέση η οποία και επαναλαμβάνεται ουσιαστικά και ενώπιον μας. Στη βάση λοιπόν του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο θα έπρεπε αντικειμενικά να προσεγγίσει τη μαρτυρία και θα έπρεπε να προβληματιστεί για το ότι ενδεχομένως να επρόκειτο για απλή λανθασμένη περιγραφή νομικής οντότητας με βάση τη λοιπή υπάρχουσα μαρτυρία η οποία και συνέδεε, όπως εύστοχα παρατηρεί η πλευρά των εφεσειόντων, τη συγκεκριμένη παραπονούμενη εταιρεία με τη συναλλαγή που αφορούσε την πληρωμή δια των επίδικων επιταγών. Με βάση τη μαρτυρία ειδικά του ΜΚ4 Αναστάσιου Κωνσταντίνου υπήρξε θέση αλλά και κατάθεση σχετικών τεκμηρίων που αφορούσαν στο ότι ο δικαιούχος δεν μπορούσε να είναι άλλο πρόσωπο εκτός από την παραπονούμενη εταιρεία. Αναφέρθηκε ότι ο ΄Ομιλος Εταιρειών Ιακώβου περιλαμβάνει 15 εταιρείες εκ των οποίων μόνο 2 είχαν συναλλαγές με τους εφεσίβλητους οι Iacovou Brothers (Beton) LTD και η παραπονούμενη εταιρεία. Η πρώτη εταιρεία με βάση το μάρτυρα έχει εξοφληθεί. Σχετικό επίσης είναι το τεκμ.15 το οποίο περιλαμβάνει σύνολο δηλώσεων από τις υπόλοιπες εταιρείες του Ομίλου ότι δεν είχαν συναλλαγές με τους εφεσίβλητους. Προσθέτως δε, έχει αντικειμενικά τουλάχιστον σημασία το γεγονός ότι κατατέθηκαν σχετικά τιμολόγια και ή βεβαιώσεις παραλαβής που αφορούσαν εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον την επίδικη συναλλαγή. Ορθά επίσης θα έπρεπε να γίνει συσχετισμός με σχετικά άρθρα που περιλαμβάνονται στον περί Συναλλαγματικών Νόμο, Κεφ.262 και ειδικότερα το άρθρο 6
(1)του Κεφ.262, σύμφωνα με το οποίο «ο αποδέκτης πρέπει να κατονομάζεται ή άλλως πώς να δηλώνεται σε συναλλαγματική με εύλογη βεβαιότητα». Σχετικό επίσης είναι το άρθρο 73 του ιδίου Κεφαλαίου το οποίο ορίζει ότι η επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Σύμφωνα επίσης με το άρθρο 3
(1)του ιδίου Κεφαλαίου καθορίζεται το τι είναι συναλλαγματική. Τα πιο πάνω άρθρα δεν έρχονται σε αντίθεση με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, ανωτέρω, οπότε και θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στον καθορισμό της γενικότερης έννοιας της επιταγής. Συνεπώς θα έπρεπε να έχει σημασία για το πρωτόδικο Δικαστήριο στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, το ζήτημα που εισάγεται από το άρθρο 6
(1)ανωτέρω ως προς την εύλογη βεβαιότητα που θα έπρεπε να καλύπτει το θέμα του δικαιούχου. Με δεδομένο πάντα ότι στο στάδιο στο οποίο βρισκόμαστε η μαρτυρία κρίνεται αντικειμενικά. Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd ed. vol.3 p.153, para.242, υπό τον τίτλο, "Certainty as to drawee" αναφέρονται τα εξής: "The drawee must be named or otherwise indicated in a bill with reasonable certainty for it is clear that a holder must know to whom he has to present the bill, whether for acceptance or for payment". Και παρακάτω στη σελ.155, παράγραφο 246 υπό τον τίτλο, "Payee by name or description" αναφέρονται τα εξής: "Where the payee is named, but named incorrectly, or where his name is misspelt, it does not invalidate the instrument, the payee permitted to indorse the instrument as he was described, adding at his option his proper signature". (Βλ. Βank of England v. Vagliano
(1891)A.C. 107 - Viden & Rogers v. Hughes
(1905)1 K.B. 795 - North & South Wales Bank Ltd v. MacBeth
(1908)A.C. 137 - Town & County Advance Co. ltd v. Provincial Bank of Ireland
(1917)2 I.R. 421). Από την ανάλυση των πιο πάνω υποθέσεων αλλά και άλλων, όπως συναντώνται στο Σύγγραμμα Byles on Bills of Exchange and Cheques 29th ed. σελ.32 κ.ε. προκύπτει ότι η εύλογη ή όχι βεβαιότητα είναι θέμα πραγματικών περιστάσεων. Η διαπίστωση μας για τη λάθος αντίληψη της ευπαιδεύτου δικαστού που κατέληξε σε λανθασμένο χειρισμό της υπόθεσης, μας οδηγεί στο αναπόδραστο αποτέλεσμα να ακυρώσουμε την αθωωτική απόφαση με βάση το δεύτερο λόγο έφεσης και ως εκ τούτου δεν θα υπεισέλθουμε στους λοιπούς λόγους έφεσης.». ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Κρίνω ότι η μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή, αντικειμενικά κρινόμενη στο απώγειό της είναι αρκετή ώστε εκ πρώτης όψεως να αποδεικνύεται ως υπαρκτό τόσο το νομικό πρόσωπο της Παραπονούμενης - Κατηγόρου όσο και της Κατηγορούμενης αρ. 1 εταιρείας παρά τη μετονομασία της. Λαμβάνω υπόψη μου τα εξής։ · Πρώτον, το όνομα που αναγράφεται στο κατηγορητήριο όσον αφορά την Παραπονούμενη εταιρεία - Κατήγορο ανταποκρίνεται στο όνομα που αναγράφει η σφραγίδα στην οπισθογράφιση των επίδικων επιταγών (Τεκμήρια 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15 και 17 υπό Έγγραφο Α) ως του προσώπου που ήταν κομιστής των επιταγών προς όφελος του οποίου τις οποισθογράφησε ο αρχικός δικαιούχος κ. XXXXX Μπουρνής. · Συγκεκριμένα, στην οπισθογράφιση των επιταγών η σφραγίδα αναφέρει το όνομα «XXXXX» Β.Λ.Τ. Α.Ε. και δίδει επιπρόσθετα τα εξής στοιχεία «Τεχνική Εταιρεία, τηλ. [ΧΧΧΧΧ] Έμπωνα Ρόδος, XXXXX1101 - ΔΟΥ Ροδου XXXXX». · Ο κ. XXXXX Μαστρογιαννάκης (ΜΚ1) κατέθεσε ως αντιπρόσωπος της Παραπονούμενης εταιρείας, δίδοντας στο πλαίσιο της γραπτής του δήλωσης, ενόρκως προφορική μαρτυρία (βλ. το Έγγραφο Α, παρα. 3) περί του ότι η παραπονούμενη είναι ανώνυμη εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Ελλάδα. · Περαιτέρω, ο ΜΚ1 κατέθεσε και έγγραφη μαρτυρία, συγκεκριμένα τιμολόγια (βλ. Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α), για να δείξει το δικαίωμα που είχε η Παραπονούμενη εταιρεία να λαμβάνει από τον XXXXX Μπουρνή διάφορα ποσά. Τα στοιχεία της εταιρεία στα εν λόγω τιμολόγια είναι τα ίδια με τα διακριτικά στοιχεία που αναγράφονται επί της σφραγίδας στις επίδικες επιταγές, ήτοι «XXXXX» Β.Λ.Τ.Α.Ε. «τηλ. [ΧΧΧΧΧ] Έμπωνα Ρόδος, XXXXX1101 - ΔΟΥ Ροδου XXXXX» και επιπρόσθετα δίδεται το στοιχείο «ΜΑΕ XXXXX/80/Β/92/28». · Επιπλέον, ο ΜΚ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο γραπτή συμφωνία ημερ. 26.10.2012 που κατ' ισχυρισμόν σύναψε η Παραπονούμενη εταιρεία με τον Κατηγορούμενο 2 να αποδεχθεί η παραπονούμενη εταιρεία την είσπραξη μεταχρονολογημένων επιταγών ως συνημμένη στη συμφωνία κατάσταση επιταγών συνολικού ποσού 142.000 ευρώ προς πλήρη εξόφληση του οφειλόμενου προς αυτήν ποσού 220.000 ευρώ. Οι αριθμοί έκδοσης των επιταγών αντιστοιχούν σε αυτές που είναι επίδικες στην παρούσα υπόθεση. Η σφραγίδα της παραπονούμενης 1 εταιρείας στη συμφωνία ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α είναι η ίδια με αυτήν που φέρουν οι επίδικες επιταγές στην οπισθογράφισή τους (βλ. ανωτέρω). Ο ΜΚ1 αναγράφεται στο Προοίμιο της Συμφωνίας ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α ως «ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία ΝΙΚΟΣ ΒΛΤ ΑΕ με ΑΦΜ XXXXX1101 ΔΟΥ Ρόδου» όπως επιβεβαίωσε ο ΜΚ1 με την ένορκη μαρτυρία του ότι εξακολουθεί να είναι (βλ. Έγγραφο Α). Παρουσίασε συναφώς και το Πληρεξούσιο εκπροσώπησης (βλ. Τεκμήριο 2 Ζ υπό Έγγραφο Α). · Το ότι η Παραπονούμενη εταιρεία ήταν και είναι δεόντως εγγεγραμμένη ανώνυμη εταιρεία στην Ελλάδα, το μαρτύρησε και ο ΜΚ8 XXXXX Πανιέρας ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. τη γραπτή του δήλωση - Έγγραφο Ζ, παρα. 2), υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρος της παραπονούμενης. Κατέθεσε δικόγραφα που κατέθεσε με εντολές της παραπονούμενης εταιρείας ενώπιον του Πρωτοδικείου Ρόδου σε σχέση με τις επίδικες επιταγές ή/και αποφάσεις του εν λόγω Δικαστηρίου (βλ. το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Ζ, το Έγγραφο Η, το Έγγραφο Θ και το Έγγραφο Ι). Σε όλα αυτά τα έγγραφα, η Παραπονούμενη αναγράφεται με το όνομα ως φαίνεται στο παρόν κατηγορητήριο και εκπροσωπείται διά του ΜΚ8 ως πληρεξούσιου δικηγόρου της. Μάλιστα σε κανένα από τα δικόγραφα ή/και τις αποφάσεις αυτές δεν αμφισβητείται η νομική υπόσταση της εν λόγω εταιρείας. · Συνεπώς, είμαι ικανοποιημένη ότι τέθηκε ενώπιον μου επαρκής μαρτυρία από τους ΜΚ1 και ΜΚ8 που να δείχνει εκ πρώτης όψεως ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η Παραπονούμενη εταιρεία ήταν και είναι υπαρκτό νομικό πρόσωπο δεόντως εγγεγραμμένο στην Ελλάδα. · Από την άλλη, όσον αφορά την Κατηγορούμενη αρ. 1 εταιρεία, αρχίζω και πάλιν από το γεγονός ότι οι επίδικες επιταγές φέρουν το όνομά της όπως ακριβώς αναγράφεται στο κατηγορητήριο ως της εκδότριάς τους (Τεκμήρια 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15 και 17 υπό Έγγραφο Α). · Έπειτα, ενώπιον μου κατατέθηκε κατάσταση λογαριασμού στη ΣΠΕ ΚΟΝΤΕΑΣ τον οποίο διατηρούσε η αναγραφόμενη στο κατηγορητήριο Κατηγορούμενη 1 εταιρεία ως εκδότρια των επίδικων επιταγών κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρουσίασης των εν λόγω επιταγών στην τράπεζα προς εξαργύρωση από 11.4.2013 μέχρι 12.12.2013 (βλ. το Έγγραφο Δ). · Ο ΜΚ8 Παναγιώτης Πανιέρας έδειξε μέσω της δικογραφίας ενώπιον του Πρωτοδικείου της Ρόδου ότι η Κατηγορούμενη αρ. 1 εταιρεία με την επωνυμία όπως ακριβώς αναγράφεται στο παρόν κατηγορητήριο εμφανιζόταν στις δίκες στη Ρόδο κατά ή περί την 21.5.2013 (βλ. Τεκμήρια 5 και 6 υπό Έγγραφο Ζ) και συνέχισε να αναγράφεται έτσι στην απόφαση του Πρωτοδικείου Ρόδου κατά ή περί την 24.3.2016 (βλ. το Έγγραφο Η) το οποίο διέταξε την κατάσχεση των επίδικων επιταγών εις χείρας τρίτου προς όφελος του Ελληνικού Δημοσίου (βλ. Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Ζ). · Επομένως, όλα τα ουσιώδη γεγονότα συνέβησαν ενόσω η Κατηγορούμενη αρ. 1 είχε το όνομα όπως ακριβώς αναγράφεται στο κατηγορητήριο. · Τα στοιχεία συγκρότησης της Κατηγορούμενης αρ. 1 σε ανώνυμη εταιρεία βάσει του Ελληνικού Δικαίου κατατέθηκαν από το ΜΚ8 στο παρόν Δικαστήριο (βλ. το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Ζ) και χρονολογούνται από 6.7.2010 που έγινε η καταχώρηση στο σχετικό Μητρώο στην Ελλάδα ή/και από 9.9.2010 που έγινε η δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα. Επεσήμανε ο ΜΚ8 το διακριτικό στοιχείο αρ. μητρώου XXXXX/80/Β/09/13. Επεσήμανε παράλληλα ότι ο ίδιος αριθμός μητρώου διατηρήθηκε παρά τη μετονομασία της σε MARIS SOL MYTHOS στις 23.6.2016 (βλ. το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Ζ) που έγινε η καταχώρηση του εν λόγω νέου ονόματος στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο της Ελλάδας. · Συνεπώς, αφενός έγινε η σύνδεση μεταξύ των δύο ονομάτων, έτσι ώστε αυτό που αναγράφεται στο παρόν κατηγορητήριο να αφορά στην ίδια νομική οντότητα που φέρει το όνομα MARIS SOL MYTHOS, αφετέρου προκύπτει από το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Ζ ότι καθ' ον χρόνο καταχωρίστηκε το υπό κρίση κατηγορητήριο (ήτοι στις 18.2.2015) δεν είχε ακόμη καταχωρηθεί στο σχετικό μητρώο της Ελλάδας η μετονομασία. Οπόταν δεν θα μπορούσαν να είχαν λάβει γνώση οι Παραπονούμενοι - Κατήγοροι της μετονομασίας της πριν δημοσιοποιηθεί στο μητρώο η πράξη αυτή, και άρα κατά το χρόνο καταχώρησης του κατηγορητηρίου ακόμη και αν ασκούσαν εύλογη έρευνα στο μητρώο, το όνομα που θα συναντούσαν θα ήταν αυτό που πράγματι έγραψαν στο κατηγορητήριο. · Σε κάθε περίπτωση ο Κατηγορούμενος 2 ήταν δηλωμένος στο Ελληνικό Μητρώο ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με τον πιο πάνω αριθμό εγγραφής τόσο όταν είχε το αρχικό της όνομα, όπως και όταν μετονομάστηκε. Άρα, αυτός πράγματι είχε κατά πάντα χρόνο γνώση ότι επρόκειτο για την ίδια εταιρεία και ουδόλως τον έθετε προ εκπλήξεως το παρόν κατηγορητήριο, όσον αφορά το ποια εταιρεία ήταν η Κατηγορούμενη αρ. 1. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτω τις θέσεις της Υπεράσπισης περί αναφοράς στο κατηγορητήριο ανύπαρκτων νομικών προσώπων. Γ.3. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟΝ ΕΧΟΥΝ ΑΠΟΔΕΙΧΘΕΙ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΤΑ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ Επισημαίνει η Υπεράσπιση ότι όσον αφορά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)και το τί θα πρέπει να αποδείξει η πλευρά των παραπονουμένων είναι: 1α) Η έκδοση των επίδικων επιταγών και η υπογραφή τους στην περίπτωση νομικών προσώπων από δεόντως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. 1β) Η παρουσίαση των επίδικων επιταγών στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν. 1γ) Η παρουσίαση αυτή των επιταγών έχει γίνει κατά την ημερομηνία που αυτές κατέστησαν πληρωτέες. 1δ) Η μη εξόφληση των επίδικων επιταγών η οποία οφείλεται στην έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της κατά τον χρόνο παρουσίασης της. 1ε) Η μη πληρωμή των επίδικων επιταγών από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Λέγει η Υπεράσπιση ότι στην παρούσα υπόθεση δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία από πλευράς παραπονουμένων σε σχέση με το ποιος ή ποιοι ήταν εξουσιοδοτημένοι να υπογράφουν επιταγές εκ μέρους της κατηγορούμενης εταιρείας αρ.
  1. Σύμφωνα με τον Μ.Κ. 1 τις επίδικες επιταγές τις υπέγραψε ο Κατηγορούμενος αρ. 2 και του τις παρέδωσε στην Λάρνακα σε επίσκεψη του πρώτου στην Κύπρο. Καμία όμως μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για το ποιο ήταν το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο εκ μέρους της κατηγορουμένης εταιρείας αρ. 1 να υπογράφει επιταγές εκ μέρους της. Δεν ευσταθεί αυτός ο ισχυρισμός της Υπεράσπισης. Η παραπονούμενη - Κατήγορος κατέθεσε το τεκμήριο Έγγραφο ΙΖΤ το οποίο είναι απόλυτα σχετικό με το θέμα αυτό, αφού δείχνει τα πρακτικά που κατέθεσε η Κατηγορούμενη αρ. 1 εταιρεία κατά το άνοιγμα του λογαριασμού της στη ΣΠΕ Κοντέας όπου ο κ. XXXXX Παναγή κατονομάζεται ως ο εξουσιοδοτημένος να υπογράφει τις επιταγές. Υπάρχει, συνεπώς, εκ πρώτης όψεως μαρτυρία για το ζήτημα αυτό. Αναγνωρίζει εξάλλου η Υπεράσπιση στη γραπτή αγόρευσή της ότι έχει προσφερθεί εδώ μαρτυρία ότι ήταν πράγματι ο κατηγορούμενος αρ. 2 αυτός που υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. Γ.
  2. ΑΠΟΣΤΕΡΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΔΙΚΑΙΗ ΔΙΚΗ. Είναι η θέση της Υπεράσπισης, και την παραθέτω αυτούσια, ότι։ «Ο χειρισμός της υπόθεσης από πλευράς των παραπονουμένων παραβίασε κατάφωρα τα δικαιώματα των κατηγορουμένων. [.] Ειδικότερα, αυτό που πρέπει να απασχολήσει πρωτίστως το Δικαστήριο, είναι το γεγονός ότι η πλευρά των παραπονουμένων κάλεσε ως Μ.Κ. 2 την κυρία XXXXX Αρτέμη, τραπεζικό υπάλληλο και υπεύθυνη του επίδικου λογαριασμού, την οποία κατά την κυρίως εξέταση της, και παραπέμπω προς τούτο στην σελίδα 2 των πρακτικών ημερομηνίας 01/03/2019, αποφάσισε να ζητήσει την διακοπή της διαδικασίας (αποδέσμευση) για να προσκομίσει άλλη μαρτυρία από την Τράπεζα σχετικά με τα επίδικα θέματα, ένεκα του του γεγονότος ότι τα τελευταία 2 χρόνια ήταν η Βanker του κατηγορούμενου αρ. 2 σε κάποιους εκ των λογαριασμών του. Η προσπάθεια αυτή των παραπονουμένων είχε απώτερο σκοπό και στόχο να αποκρύψει ουσιώδη μαρτυρία από το Δικαστήριο αλλά εν τέλει θα πρέπει να κριθεί στο σύνολο της μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί από πλευράς παραπονουμένων και το πόσο επηρέασε τα δικαιώματα των κατηγορουμένων η ενέργεια τους αυτή. Η μάρτυρας αυτή ήταν ανεξάρτητη μάρτυρας και ακριβώς σαν υπεύθυνη του καταστήματος κατά τον επίδικο χρόνο γνώριζε τα γεγονότα της υπόθεσης. Μήπως η αποδέσμευση της έγινε διότι οι παραπονούμενοι ήθελαν να κρύψουν τα αληθή γεγονότα από το Δικαστήριο; Σε σχέση με την παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης των κατηγορουμένων, η Υπεράσπιση παρέπεμψε στο Άρθρο 12 του Συντάγματος και ειδικότερα στην παράγραφο 5 σημείο (δ) όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «ΑΡΘΡΟΝ 12
  3. Πας κατηγορούμενος δι' αδίκημά τι έχει τα ακόλουθα κατ' ελάχιστον όρον δικαιώματα: (δ) να εξετάζη ή να προκαλή την εξέτασιν μαρτύρων κατηγορίας και να ζητή την προσέλευσιν και εξέτασιν μαρτύρων υπερασπίσεως υπό τους αυτούς όρους τους ισχύοντας ως προς τους μάρτυρας κατηγορίας, Περαιτέρω παρέπεμψε στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και ειδικότερα στην παράγραφο 3 αυτού όπου αναφέρονται τα πιο κάτω: «ΑΡΘΡΟ
  4. .............
  5. Έκαστος έχει το δικαίωμα: (γ) να προσάγη ή να προκαλή την προσαγωγήν των μέσων αποδείξεως και να εξετάζη μάρτυρας συμφώνως τω νόμω,» Υποστηρίζει η Υπεράσπιση τα εξής։ «Με την συνδυασμένη ερμηνεία των πιο πάνω άρθρων του Συντάγματος ευσεβάστως υποβάλλω ότι συνάγεται εύκολα το συμπέρασμα ότι ο χειρισμός της υπόθεσης από πλευράς παραπονουμένων έχει παραβιάσει το δικαίωμα των κατηγορουμένων για δίκαιη δίκη. Η κυρία XXXXX Αρτέμη, Μ.Κ. 2, εκδιώχθηκε στην ουσία από πλευράς παραπονουμένων ενώ ήταν η κύρια μάρτυρας από πλευράς παρουσίασης της υπόθεσης των παραπονουμένων ειδικότερα που απαιτείτο για τα γεγονότα της υπόθεσης από τραπεζικό υπάλληλο. Είναι απορίας άξιο γιατί κλητεύθηκε η εν λόγω μάρτυρας αφού οι παραπονούμενοι δεν είχαν σκοπό να την εξετάσουν στο Δικαστήριο. Μήπως η μαρτυρία της δεν βοηθούσε την υπόθεση των παραπονουμένων και για αυτό δεν ήθελαν να προχωρήσει η εξέταση της; Τα γεγονότα και ο τρόπος χειρισμού της υπόθεσης αυτό δεικνύουν. Προς τούτο θα ήθελα να κάνω μία εκτενή αναφορά για την αναγκαιότητα της μαρτυρίας της εν λόγω τραπεζικής υπαλλήλου αλλά και του απώτερου σκοπού των παραπονουμένων να μην την προσφέρουν για αντεξέταση στην πλευρά των κατηγορουμένων. Ειδικότερα: Α) Κατά την 30/11/2018, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για Ακρόαση και δήλωσε ετοιμότητα η πλευρά των παραπονουμένων, η πρώτη μάρτυρας κατηγορίας στο Δικαστήριο ήταν η κυρία XXXXX Αρτέμη (Σελίδα 4 των πρακτικών ημερομηνίας 30/11/2018). Σημειώνω ότι η κυρία Αρτέμη ήταν παρούσα στο Δικαστήριο με κλήση μάρτυρος που της επιδόθηκε από πλευράς των παραπονουμένων. Β) Κατά την 01/03/2019 παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως Μ.Κ. 2 των παραπονουμένων η κυρία XXXXX Αρτέμη. Αφού ξεκίνησε η κυρίως εξέταση της, στην συνέχεια ο συνήγορος των παραπονουμένων ζήτησε όπως διακοπεί η διαδικασία όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω. Σημειώνω ότι η κυρία Αρτέμη στην σύντομη εξέταση της ανέφερε ότι μέχρι το τέλος του 2014 ήταν υπεύθυνη καταστήματος (Σελίδα 1 των πρακτικών), ενώ κατά την περιορισμένη αντεξέταση της (κατόπιν σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου) ανέφερε ότι οι κ.κ. Κουμπάρου και Χαραλάμπους ήταν υφιστάμενες της και από εκείνη λάμβαναν σχετικές οδηγίες. Περαιτέρω σημείωσε ότι οι εν λόγω κυρίες αφυπηρέτησαν με το σχέδιο αφυπηρέτησης του Συνεργατισμού. Γ) Μαρτυρία στο Δικαστήριο έδωσαν πολλοί τραπεζικοί υπάλληλοι και θα ήθελα να σημειώσω ιδιαίτερα τις μαρτυρίες των Μ.Κ. αρ. 3 XXXXX Νικολάου, Μ.Κ. αρ. 6 XXXXX Κουμπάρου και Μ.Κ. αρ. 9 XXXXX Χαραλάμπους. Οι μάρτυρες αυτοί επανειλημμένως αναφέρονταν στην κυρία XXXXX Αρτέμη η οποία όπως όλοι δήλωναν ήταν υπεύθυνη για τον επίδικο λογαριασμό. Ειδικότερα: ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΑΡ. 3 ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Στις σελίδες 6 και 11 των πρακτικών της κυρίως εξέτασης του ημερομηνίας 05/04/2019 ο κύριος Νικολάου ανέφερε ότι η κυρία Αρτέμη χειριζόταν αποκλειστικά τον επίδικο λογαριασμό. Στην σελίδα 5 της κυρίως εξέτασης του ημερομηνίας 10/04/2019 αναφέρθηκε εκ νέου στην κυρία Αρτέμη και ότι επικοινώνησε μαζί της σχετικά με το ενδεχόμενο να υπάρχουν περαιτέρω έγγραφα στην Σπε Κοντέας τα οποία θα μπορούσε να προσκομίσει στο Δικαστήριο. Στην συνέχεια στις σελίδες 27 και 28 ανέφερε ότι υπεύθυνη καταστήματος ήταν η κα XXXXX Αρτέμη. Τέλος, στις σελίδες 33 και 34 των πρακτικών και την επανεξέταση του μάρτυρα έγινε εκ νέου αναφορά υπό τύπο υποβολής από πλευράς συνηγόρου των παραπονουμένων ότι υπεύθυνη του επίδικου λογαριασμού ήταν η κα XXXXX Αρτέμη κάτι το οποίο αποδέχθηκε και ο μάρτυρας κατηγορίας! ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΑΡ. 6 ΦΡΟΣΩ ΚΟΥΜΠΑΡΟΥ Η κυρία XXXXX Κουμπάρου, τραπεζική υπάλληλος και υφιστάμενη της κας Αρτέμη, στις σελίδες 25 και 26 της αντεξέτασης της ημερομηνίας 22/07/2019 ανέφερε ότι η κυρία Αρτέμη ήταν η προϊστάμενη της κατά την επίδικη περίοδο και ότι εκτελούσαν τις οδηγίες της πάντοτε. ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΑΡ. 9 ΕΥΑΝΘΙΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Η κυρία XXXXX Χαραλάμπους, τραπεζική υπάλληλος και υφιστάμενη της κας Αρτέμη, στην σελίδα 12 της αντεξέτασης της ημερομηνίας 06/08/2019 αναφέρεται στην κα Αρτέμη ως προϊστάμενη της η οποία βρισκόταν στο καταθετικό τμήμα και μιλούσε με τους πελάτες. Συνεχίζει στην σελίδα 19 και ισχυρίζεται ότι σφραγίδες έμπαιναν επί των επιταγών μόνο κατόπιν οδηγιών των ανωτέρων τους μια εκ των οποίων ήταν η κυρία XXXXX Αρτέμη. Τέλος, στην σελίδα 28 ισχυρίζεται ότι πάντοτε έπαιρνε οδηγίες από την κυρία Αρτέμη. Δ) Με μια απλή ανάγνωση της μαρτυρίας των τραπεζικών υπαλλήλων εύκολα συνάγεται το συμπέρασμα ότι η μάρτυρας που θα μπορούσε να διαφωτίσει όλες τις πτυχές της παρούσας υπόθεσης ήταν η κα Αρτέμη. Υπήρξε θέση της υπεράσπισης και προωθήθηκε καθόλη την πορεία της ακροαματικής διαδικασίας ότι οι επίδικες επιταγές είχαν ανακληθεί και η σφραγίδα επ' αυτών ήταν λανθασμένη, θέση που ενισχύεται από την μαρτυρία των παραπονουμένων. Η κα Αρτέμη, ως η υπεύθυνη για την τοποθέτηση σφραγίδων επί των επιταγών αλλά και της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού, θα ήταν η μόνη μάρτυρας που θα μπορούσε να μαρτυρήσει κατάλληλα. Όπως έχει φανεί στην πορεία της υπόθεσης, οι παραπονούμενοι δεν επιθυμούσαν όπως η κα Αρτέμη διαλευκάνει το πιο πάνω σημείο το οποίο αφορούσε και την υπεράσπιση των κατηγορουμένων και επέλεξαν να την απομακρύνουν από την διαδικασία φέρνοντας συνεχώς νέους μάρτυρες οι οποίοι είτε δεν γνώριζαν καθόλου τα γεγονότα είτε δεν μπορούσαν να δώσουν οποιαδήποτε θετική μαρτυρία για την επιστροφή των επιταγών όπως επιστράφηκαν ενώ πριν την παρουσίαση τους υπήρχε αίτημα για ανάκληση τους. Μάλιστα, κατά την αντεξέταση της Μ.Κ. αρ. 9, XXXXX Χαραλάμπους, όταν της υποδείχθηκε φωτοαντίγραφο της επιταγής με αρ. XXXXX9657 η οποία επιστράφηκε με την ένδειξη Stop Payment και στην ερώτηση αν η ίδια έβαλε υπογραφή επί της σφραγίδας αυτής απάντησε καταφατικά ( ΕΓΓΡΑΦΟ ΙΑ και σελίδες 24, 25 και 26 των πρακτικών ημερομηνίας 06/08/2019). Στις συνεχόμενες ερωτήσεις όμως που αφορούσαν το γιατί προχώρησε βάζοντας σφραγίδα Stop Payment στην επιταγή αυτή απέφευγε να απαντήσει ή δεν θυμόταν ή δεν ήθελε να απαντήσει. Σημειώνω ότι η επιταγή με αρ. XXXXX9657 είναι μέρος των επιταγών που δόθηκε εντολή ανάκλησης τους από τους κατηγορούμενους στις 15/04/2013 και εμφαίνεται στο ΕΓΓΡΑΦΟ Δ. Ο όλος χειρισμός της υπόθεσης από πλευράς παραπονουμένων έχει παραβιάσει το δικαίωμα δίκαιης δίκης των κατηγορουμένων. Η κα Αρτέμη, όπως όλοι οι μάρτυρες έχουν αναφέρει, ήταν η μόνη που θα μπορούσε να δώσει απαντήσεις για την λανθασμένη ένδειξη επί των επίδικων επιταγών σχετικά με τον λόγο της επιστροφής τους και η μοναδική που θα μπορούσε να εξηγήσει στο Δικαστήριο τα όσα αναγράφονται στην κατάσταση λογαριασμού «ΕΓΓΡΑΦΟ Δ». Στο ίδιο το έγγραφο αυτό αναγράφεται στην ημερομηνία 15/04/2013 και στην στήλη Λεπτομέρειες STOP PAYMENT ΕΠΓ XXXXX
  6. Το τεκμήριο αυτό καταχωρίστηκε στην διαδικασία από το Μ.Κ. αρ. 3 ο οποίος ερωτώμενος σχετικά με την καταχώρηση αυτή απάντησε τα πιο κάτω (Σελ. 25 και 26 των πρακτικών ημερομηνίας 10/04/2019): « ........... Ε: Κύριε Μάρτυς χρεώθηκε ο λογαριασμός €130,00.-. Συμφωνείται μαζί μου; A: Ναι. Ε: Συμφωνείται μαζί μου ότι στην κυρίως εξέταση σας είχατε πει ότι αν θυμάμαι καλά είναι και €10,00.- η επιστροφή κάθε επιταγής ως stop payment; A: Όχι η επιστροφή, η χρέωση για να γίνει stop payment. E: Συμφωνείς ότι το ποσό των €10,00.- είναι τα €130,00.-; A: Όχι για όλα τα ΣΠΙ. Κάποια είχαν €10,00.- και άλλα είχαν €15,00.-. Ε: Δεκτό. Συμφωνείς ότι το ποσό των €130,00.- αντιστοιχεί σε 13 επιταγές; A: Μάλιστα. Ε: Συμφωνείς ότι έχει χρεωθεί αυτός ο λογαριασμός με αυτό το ποσό; A: Αφού υπάρχει χρέωση. » Στην ίδια την κατάσταση λογαριασμού «ΕΓΓΡΑΦΟ Δ» υπάρχει χρέωση - καταχώρηση η οποία αφορά σε εντολή ανάκλησης των επίδικων επιταγών. Η μαρτυρία αυτή έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τους παραπονούμενους και είναι μέρος της υπόθεσης τους. Εδώ γεννάται το ερώτημα εάν η αμφιβολία η οποία έχει δημιουργηθεί από τους ίδιους τους παραπονούμενους σε σχέση με την υπόθεση που παρουσίασαν ενώπιον του Δικαστηρίου θα πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη της υπόθεσης τους και αθώωση των κατηγορουμένων. Η απάντηση είναι καταφατική. Η αμφιβολία επενεργεί πάντοτε υπέρ των κατηγορουμένων και όχι εναντίον τους. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεσης τότε καλεί την Υπεράσπιση να ''διορθώσει'' την υπόθεση των παραπονουμένων φέρνοντας σε ιδιαίτερη δυσχερή θέση τους κατηγορούμενους. [.] Αυτό που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό και σύμφωνα με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι το αν η μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά των παραπονουμένων κρινόμενη στο απόγειο της θα οδηγούσε σε καταδίκη των κατηγορουμένων. Είναι κάτι περισσότερο από εμφανές ότι η μαρτυρία των παραπονουμένων παρουσιάζει κενά και δημιουργεί αμφιβολίες οι οποίες θα πρέπει να επενεργήσουν υπέρ των κατηγορουμένων. Το γεγονός ότι κανείς εκ των μαρτύρων δεν ήταν σε θέση να δώσει μαρτυρία σε σχέση με την καταχώρηση Stop Payment ημερομηνίας 15/04/2013 στον επίδικο λογαριασμό «ΕΓΓΡΑΦΟ Β» σε συνδυασμό με την αποπομπή από το εδώλιο του μάρτυρα της κας Αρτέμη δεν αφήνει κανένα άλλο περιθώριο στο Δικαστήριο από το να απορρίψει την υπόθεση. Ένα άλλο σημείο το οποίο θα πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο είναι η δυνατότητα να παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς κατηγορουμένων σε σχέση με τραπεζιτικά έγγραφα. Στο στάδιο της παρουσίασης της υπόθεσης των παραπονουμένων παρουσιάστηκαν, σύμφωνα με την μαρτυρία που δόθηκε, όλα τα έγγραφα που βρίσκονταν στην κατοχή της τράπεζας. Επομένως αυτό που μένει να κριθεί είναι αν τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια σε συνδυασμό με την προσκομισθείσα μαρτυρία μπορούν να οδηγήσουν σε καταδίκη των κατηγορουμένων. Όταν στο ίδιο το «ΕΓΓΡΑΦΟ Β» υπάρχει μία καταχώρηση που κανείς εκ των μαρτύρων δεν μπόρεσε να επεξηγήσει τότε πώς θα μπορέσει η πλευρά των κατηγορουμένων να παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία τραπεζικού υπαλλήλου σχετικά με το έγγραφο αυτό όταν ακόμα και η κα Αρτέμη έχει ήδη δώσει μαρτυρία; Η αναφορά στην κα Αρτέμη δεν είναι καθόλου τυχαία και γίνεται συνεχώς για τον λόγο ότι αυτή ήταν υπεύθυνη του επίδικου λογαριασμού και προφανώς αυτή θα μπορούσε να δώσει αυτές τις απαντήσεις.». Από την άλλη, ο συνήγορος της Παραπονούμενης - Κατηγόρου, απάντησε απορρίπτοντας κατηγορηματικά τον ισχυρισμό της Υπεράσπισης ότι καταπατήθηκαν τα δικαιώματα της λόγω χειρισμού της Κατηγορούσας Αρχής ή/και λόγω της επιλογής της να μην την εξετάσει εκτενώς κατά την κυρίως εξέταση. Παραθέτω αυτούσια την απάντηση του κ. Διογένους, όπως καταγράφηκε στα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 1.11.2019։ «Τώρα Εντιμότατη, πάμε στο θέμα της κυρίας Αρτέμη, δικηγορεύω Εντιμότατη 10 χρόνια, πρώτη φορά στη ζωή μου, στη δική μου καριέρα, πρώτη φορά άκουσα επιχείρημα στο Δικαστήριο με το οποίο να θυμώνει η άλλη πλευρά γιατί δεν συνέχισα με έναν μάρτυρα που έφερα εγώ να δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο και να θέλει η άλλη πλευρά να έφερνα τον συγκεκριμένο μάρτυρα. [.] η άλλη πλευρά είχε την ευκαιρία όπως διαβάζετε στα πρακτικά της υπόθεσης, να αντεξετάσει επί παντός επιστητού τη μάρτυρα και από μόνη της, από μόνος του ο κύριος Σταύρου είπε ότι "Εντιμότατη, θα αντεξετάσω σε όλα τα θέματα μόνο τα οποία είπε", από μόνος του το είπε, δεν του το υπέβαλε κανένας. Συνεπώς, να ερχόμαστε τώρα σε αυτήν τη διαδικασία να προβάλλουμε αυτούς τους ισχυρισμούς με απώτερο σκοπό να διορθώσουμε δικά μας λάθη είναι απαράδεκτο, είναι απαράδεκτο και δεν πρέπει να επιτραπεί, γιατί αυτό Εντιμότατη θα πλήξει και τη δική μας πλευρά. Ο κύριος Σταύρου είχε όλον τον χρόνο να αντεξετάσει τη μάρτυρα, δεν το έπραξε συνειδητά, το λένε τα πρακτικά, δεν μπορεί τώρα να επικαλείται Εντιμότατη θέμα αντισυνταγματικότητας και ότι επηρεάστηκε δυσμενώς ο μάρτυρας και Εντιμότατη, η γενική αρχή στις ποινικές υποθέσεις ποια είναι; Ποια είναι η γενική αρχή; Ότι η Κατηγορούσα Αρχή επιλέγει ποιους μάρτυρες να φέρει για να αποδείξει την υπόθεση της. Πού ξανακούστηκε η πλευρά των κατηγορούμενων να εγείρουν θέμα στο εκ πρώτης όψεως και να ανησυχούν και να διαμαρτύρονται γιατί να μην εξετάσω εγώ τη συγκεκριμένη μάρτυρα και ποιος είπε ότι είναι η κύρια μάρτυρας, κύριος μάρτυρας ήταν ο πελάτης μου, ο παραπονούμενος. Εγώ Εντιμότατη, μόλις μας είπε η κυρία Αρτέμη πράγμα το οποίο απέκρυψε από πριν, εκτός της αίθουσας, μόλις μας είπε ότι ήταν η προσωπική banker του κυρίου Παναγή, θεώρησα σωστό στα πλαίσια της δίκαιας δίκης να υπερασπιστώ αυτόν τον θεσμό και να σταματήσω τη διαδικασία και να μην προωθήσω την εξέταση. [.] κανένα δικαίωμα δεν αποστερείται από την άλλην πλευρά, ξέρουμε πολύ καλά στη δικανική διαδικασία, ότι ακόμα και στο στάδιο της αντεξέτασης όταν αναγνωρίσει ο μάρτυρας έγγραφα, μπορεί να κατατεθούν στο Δικαστήριο και να τοποθετηθούν επί αυτών. Δεν έγινε, δεν έγινε, δόθηκε η ευκαιρία, δεν το έπραξαν, συνεπώς Εντιμότατη, αυτά όλα που αναφέρουν οι συνάδελφοι σήμερα, είναι εκ του περισσού και είναι δικαιολογίες και προσπαθούν μέσω του Δικαστηρίου να ξαναγεννήσουν αυτήν την ευκαιρία και να διορθώσουν το λάθος τους, δεν πρέπει να γίνει αυτό το πράγμα, είναι λάθος και είναι άδικο και είναι ενάντια στην ισότητα των όπλων.». ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Κατ' αρχάς, επιλέγω να αναφερθώ στο εξής απόσπασμα από το Σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης. Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», Hipassus Publishing, Λευκωσία 2014, σελ. 623։ «Κλήση Ουσιωδών Μαρτύρων. Η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να καλεί όλους τους μάρτυρες οι οποίοι μπορούν να δώσουν ουσιώδη μαρτυρία για τα γεγονότα της υπόθεσης εκτός και αν θεωρεί τη μαρτυρία τους αναξιόπιστη, δίχως να έχει υποχρέωση να παρουσιάζει μάρτυρες απλώς για να διευκολύνει την Υπεράσπιση να της καταστρέψει την υπόθεση (Κλεοβούλου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 27/10, ημ. 26.1.12, Smache ν Αστυνομίας (Αρ 1)
(2010)2 ΑΑΔ 378, Σταυρινού ν Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 706, Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490). Τέτοια διαδικασία απλώς προκαλεί σύγχυση. Η υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής είναι να θέτει τέτοιους μάρτυρες στη διάθεση της Υπεράσπισης ώστε να της παράσχει τη δυνατότητα να τους καλέσει αν η Υπεράσπιση το κρίνει σκόπιμο. Σε περίπτωση που οι μάρτυρες τεθούν στη διάθεση της Υπεράσπισης και αυτή δηλώσει ότι δεν επιθυμεί να τους αντεξετάσει - ή, σε περίπτωση κωλύματος κλήσης μάρτυρα από την κατηγορούσα Αρχή, ακόμη και του παραπονούμενου, για να δώσει μαρτυρία προς στοιχειοθέτηση της υπόθεσης της (διότι, για παράδειγμα ο μάρτυς ζει και εργάζεται μονίμως στο εξωτερικό) και η Υπεράσπιση ενεργεί με τρόπο ενάντια στην έλευση του (διότι υποστηρίζει πως το συμφέρον της δικαιοσύνης και της κατηγορούμενης επιβάλλει ταχεία αποπεράτωση της υπόθεσης και όχι αναβολή της για την παρουσία του μάρτυρα) - δεν μπορεί αργότερα να παραπονιέται ευλόγως ενώπιον του Εφετείου, όπως έγινε στη Γεωργίου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 62/12, ημ. 13.2.14, για παράλειψη της Κατηγορούσας Αρχής να καλέσει τον μάρτυρα ή άλλους μάρτυρες που θα μπορούσαν ενδεχομένως να διαφωτίσουν το Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες τέλεσης των επίδικων αδικημάτων (βλ. για άλλο παράδειγμα, Ιωάννου άλλως «Τίτος» και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 409). Με παρόμοιο σκεπτικό, η Υπεράσπιση δεν μπορεί δικαιολογημένα να εκφράζει παράπονα για την αποτυχία της να πείσει ή αποδείξει την εκδοχή ή ισχυρισμούς της ενώπιον του Δικαστηρίου σε περίπτωση επιλογής ή αμέλειας της να παρουσιάσει την απαιτούμενη προς τούτο θεμελιωτική μαρτυρία ή μάρτυρες (Kabbara ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 197/12, ημ. 19.2.13). Η απουσία μάρτυρα κατηγορίας του οποίου η μαρτυρία είναι ουσιώδης (Ζαχαρία ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 180), για την απόδειξη βασικού στοιχείου της κατηγορίας και η οποία θα μπορούσε να διαφωτίσει τα πράγματα (Κυριάκου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 15/13, ημ. 20.3.14) και να οδηγήσει το Δικαστήριο στο να αντιληφθεί τις προεκτάσεις της εκδοχής του κατηγορούμενου για τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι πιθανό, αναλόγως της περίπτωσης, να καταστήσει την ετυμηγορία ενοχής ακροσφαλή (Πέγκερος ν Δημοκρατίας
(1995)2 ΑΑΔ 143). Η αρχή αυτή, φαίνεται να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις μαρτύρων από τους οποίους πάρθηκε κατάθεση και των οποίων τη μαρτυρία γνωρίζει κατά λογική συνέπεια η Κατηγορούσα Αρχή (Κλεοβούλου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 27/10, ημ. 26.1.12, Ισιδώρου ν GM Christofi Enterprises Ltd και Άλλης
(1998)2 ΑΑΔ 204).». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Εδώ η Παραπονούμενη - Κατήγορος κάλεσε την κα Αρτέμη στο Δικαστήριο, η οποία ως η εισήγηση της Υπεράσπισης αποτελεί ουσιώδη μάρτυρα. Επομένως, δεν της αποστέρησε την ευκαιρία να έχει στο εδώλιο του μάρτυρα ένα ουσιώδη μάρτυρα. Ακολούθως, η Παραπονούμενη πρόσφερε τη μάρτυρα προς αντεξέταση, χωρίς να την κηρύξει εχθρική. Απλώς δεν της υπέβαλε πολλές, σχεδόν καθόλου, ερωτήσεις. Επιλογή τακτικής του κ. Διογένους. Η Υπεράσπιση δεν εξαναγκάστηκε είτε από τον κ. Διογένους είτε από το Δικαστήριο στο να την αντεξετάσει για περιορισμένο χρόνο ή έκταση. Ήταν επιλογή του συνηγόρου Υπεράσπισης πώς και σε ποιά έκταση να την αντεξετάσει. Δεν «εκδιώχθηκε» η μάρτυρας από το Δικαστήριο. Δεν εμποδιζόταν η Υπεράσπιση να της ζητήσει να παρουσιάσει έγγραφα που είχε ή μπορούσε ν είχε στην κατοχή της η Υπεράσπιση (οπως π.χ. τον τραπεζικό λογαριασμό της Κατηγορούμενης αρ. 1 στη ΣΠΕ Κοντέας) ή να την αντεξετάσει αναφορικά με τις επιταγές που ήταν ήδη κατατεθειμένες από τον ΜΚ1 ως τεκμήρια στο Δικαστήριο ή/και για την κατάσταση λογαριασμού που κατέθεσε ο ΜΚ1. Το ότι η Υπεράσπιση είχε ελευθερία κινήσεως ανεξαρτήτως του περιορισμένου της κυρίως εξέτασης της μάρτυρος αναδύεται με καθαρότητα από τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 1.3.2019, απόσπασμα από τα οποία και παραθέτω։ «Ο κύριος Διογένους καλεί: Μ.Κ.2, XXXXX Αρτέμη η οποία ορκίζεται και λέει: E. Πώς ονομάζεστε; A. XXXXX Αρτέμη. E. Κυρία μάρτυς, περί το έτος 2012 με 2014, τέλος του 2014, πού εργαζόσασταν; A. Το 2012 ήμουν στη ΣΠΕ Κοντέας, Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας στην οποία ήμουν βοηθός γραμματέας. Τον Φεβρουάριο του 2014 έγινε συγχώνευση της ΣΠΕ Κοντέας με άλλα συνεργατικά και γίναμε Συνεργατικό Ταμιευτήριο Αμμοχώστου Λάρνακος. Μέχρι το τέλος του 2014 ήμουν υπεύθυνη καταστήματος. E. Κυρία μάρτυς, τον κύριο Παναγή τον γνωρίζεις; A. Φυσικά. E. Πόσα χρόνια; A. Αρκετά, δεν μπορώ να πω πόσα αλλά τον γνωρίζω. E. Από πού τον γνωρίζετε; A. Είναι πελάτης στην τράπεζα μας. E. Εξακολουθεί να είναι; A. Μάλιστα. E. Είναι από τους καλούς πελάτες ο κύριος Παναγή; A. Δεν νομίζω να πρέπει να απαντήσω...είναι καλός. E. Εννοώ έχει αρκετές κινήσεις στους λογαριασμούς του; Χρηματικές κυρίως εννοώ. A. Υπάρχουν ναι αρκετές κινήσεις. E. Είστε η banker του; A. Εντάξει, η banker είμαι τα τελευταία 2 χρόνια, προηγουμένως δεν υπήρχε banker, δεν υπήρχε υπεύθυνος για κάθε λογαριασμό, υπήρχαν υπεύθυνα τμήματα που παρακολουθούσαν ανάλογα τους λογαριασμούς. E. Αλλά τα τελευταία 2 χρόνια είστε η banker του; A. Όχι για όλα, είμαι η banker του σε ορισμένους λογαριασμούς. E. Άρα με αυτό το δεδομένο σήμερα καλείστε να δώσετε μαρτυρία εναντίον του πελάτη σας, το γνωρίζετε; A. Ναι. [.] Κος Διογένους: Εντιμοτάτη είναι η banker του τώρα που δίνει μαρτυρία, πώς είναι δυνατό να φέρω ένα μάρτυρα στο Δικαστήριο που έχει σχέσεις συμβατικές‑‑ Δικαστήριο: Έχει διαδικασία, αν θέλετε να κηρυχθεί εχθρικός μάρτυρας. Κος Διογένους: Όχι, απλά θέλω να σταματήσει η διαδικασία ενόψει αυτών των γεγονότων. Θεωρώ ότι δεν είναι σωστό για την απονομή της δικαιοσύνης να κλητεύσω ένα μάρτυρα ο οποίος αυτός μάρτυρας έχει συμβατικές σχέσεις, τη δουλειά της κάνει, δεν λέω δεν θα είναι αμερόληπτη, απλά δεν είναι σωστό. Δικαστήριο: Αυτός ο μάρτυρας ήρθε ήδη, κλητεύθηκε και ήρθε ήδη, αν δεν θέλετε να υποβάλετε άλλη ερώτηση διότι αυτή μόνο η μαρτυρία σας δημιούργησε αυτό τον προβληματισμό και δεν θέλετε να εισάξετε άλλη μαρτυρία είναι θέμα που μπορώ να σεβαστώ και θα ρωτήσω αμέσως μετά την άλλη πλευρά αν θέλει να αντεξετάσει για ότι πρόλαβε να απαντήσει η μάρτυρας και να τελειώσουμε. Κος Διογένους: Δεν μπήκα στην ουσία της υπόθεσης γι΄αυτό ακριβώς τον λόγο, με τον όρο ότι και η άλλη πλευρά δεν θα αντεξετάσει περαιτέρω... Δικαστήριο: Άρα εσείς στην ουσία δεν έχετε καμιά περαιτέρω ερώτηση προς τη μάρτυρα; Κος Διογένους: Είναι γενική αρχή της δικαιοσύνης ότι από τη στιγμή που έχουμε να κάνουμε με μια υπόθεση ποινική πολύ σοβαρή και τώρα μαθαίνω ότι η μάρτυρας είναι η banker του παραπονούμενου τα τελευταία 2 χρόνια, αν συνεχίσω θα φέρω σε δυσμενή θέση τους παραπονούμενους και τη μάρτυρα. Δικαστήριο: Το Δικαστήριο μπορεί να σεβαστεί ότι δεν θέλετε να υποβάλετε καμιά περαιτέρω ερώτηση διότι θεωρείτε ότι υπάρχει κίνδυνος ‑‑ Κος Διογένους: Υπάρχει κίνδυνος να παρεκτραπεί η διαδικασία. Δικαστήριο: Έχετε κάποια άλλη ερώτηση προς τη μάρτυρα; Κος Διογένους: Καμιά περαιτέρω ερώτηση προς τη μάρτυρα. Δικαστήριο: Δεν άκουσα να την ρωτήσετε αν αυτή είναι η μόνη που γνωρίζει για τις επιταγές για παράδειγμα, για να μην προκύψει στο τέλος όπως το θέτετε κίνδυνος να μην έχουμε άλλο. Κος Διογένους: Σας απαντώ ότι με διαβεβαίωσε η ίδια η μάρτυρας ότι υπάρχουν και άλλοι μάρτυρες. Μπορούμε να το βάλουμε και αυτό μέσα. Κος Διογένους (συνεχίζει): Θα συνεχίσω να βάλω και την επόμενη μου ερώτηση και να σταματήσω. Κυρία μάρτυς, θα συμφωνήσεις μαζί μου ότι σε αυτή την υπόθεση σε σχέση με την έκδοση των επίδικων επιταγών μας έχεις αναφέρει ότι εμπλέκονται ακόμα 2 υπαλλήλοι της τράπεζας, η κυρία Κουμπάρου και η κυρία Χαραλάμπους που δεν εργάζονται στην τράπεζα πλέον, έτσι; Μάρτυρας: Ναι. Κος Διογένους: Είναι αυτές που χειρίζονταν τον επίδικο λογαριασμό τότε κυρία μάρτυς; Μάρτυρας: Ναι. Κος Διογένους: Εντιμοτάτη με αυτά τα δεδομένα και ενόψει του γεγονότος ότι υπάρχει σχέση της μάρτυρος με τον παραπονούμενο, θεωρώ ότι προς την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης ότι η διαδικασία πρέπει να σταματήσει εδώ γιατί ενδεχομένως να προκύπτουν ζητήματα αμεροληψίας χωρίς να θέλω να θίξω κανένα στην παρούσα διαδικασία. Δικαστήριο: Υπάρχει κάτι που θέλει να πει η πλευρά της υπεράσπισης; Κος Σταύρου: Αν αυτή είναι η μαρτυρία που θέλει να εισάξει ο συνάδελφος με τη μάρτυρα αυτή θα αντεξετάσω ως προς το τελευταίο σημείο αφού δεν έχει ειπωθεί κάτι άλλο. Δικαστήριο: Το Δικαστήριο θέλει να πει το εξής, ότι πρόκειται για ποινική υπόθεση, τους μάρτυρες τους κλητεύει η Κατηγορούσα Αρχή στο παρόν στάδιο της δίκης, εκδόθηκε κλήση μάρτυρος στις 15 Φεβρουαρίου που υπάρχει στον φάκελο του Δικαστηρίου προς την κυρία XXXXX Αρτέμη, υπάλληλο της Ελληνικής Τράπεζας με συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου στα κεντρικά γραφεία της Ελληνικής Τράπεζας, ονομαστικά δηλαδή ήταν που εκδόθηκε η κλήση. Είναι στη διάθεση του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής το ζήτημα να κρίνει μέχρι ποιου βαθμού θέλει να κάμει εξέταση ενός μάρτυρα. Για τους λόγους που ο κύριος Διογένους έχει εκφράσει, αφήνει ως εδώ την κυρίως εξέταση της μάρτυρος του, το παρόν Δικαστήριο σε αυτό το σημείο δεν μπορεί να εξάξει κανένα συμπέρασμα για την ποιότητα της μαρτυρίας της μάρτυρος ή για το αν αυτή θα ήταν ειλικρινής και ανεξάρτητη η μαρτυρία της ή όχι. Αυτά είναι ζητήματα που μόνο στο τέλος μιας δικαστικής διαδικασίας μπορούν να διαμορφωθούν δικαστικά από το Δικαστήριο. Θα επιτρέψω να γίνει αντεξέταση στον βαθμό που δόθηκε μαρτυρία μέχρι τώρα και τίποτε περαιτέρω δεν θέλω να σχολιάσω. ΑΝΤΕΞΕΤΑΣΗ (από κ. Σταύρου): E. Κύριε μάρτυς, έχετε αναφερθεί στην κυρία Κουμπάρου και την κυρία Χαραλάμπους, μπορείτε να μας πείτε αν ήταν υφιστάμενες σας αυτές οι κυρίες; A. Ναι. E. Γνωρίζετε σήμερα πού εργάζονται οι κυρίες αυτές; A. Δεν εργάζονται, έχουν σταματήσει με το σχέδιο αφυπηρέτησης, το πρόσφατο σχέδιο αφυπηρέτησης του Συνεργατισμού. E. Μια τελευταία ερώτηση, η κυρία Κουμπάρου και η κυρία Χαραλάμπους λογοδοτούσαν σε σας; A. Μάλιστα. E. Δεν έχω άλλη ερώτηση. Δικαστήριο: Επανεξέταση υπάρχει; Κος Διογένους: Όχι Εντιμοτάτη.». Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, στη βάση και του ανωτέρω πρακτικού, κρίνω ότι διαδικαστικά δεν προκλήθηκε οποιοσδήποτε κίνδυνος παραβίασης των δικαιωμάτων της Υπεράσπισης σε δίκαη δίκη. Απορρίπτω το παράπονο της Υπεράσπισης. Επί της ουσίας, είναι έργο του Δικαστηρίου στο τέλος της δίκης να αξιολογήσει αν, παρά την ελλειπή μαρτυρία της κας Αρτέμη, αποδεικνύεται υπόθεση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2, εφόσον η κα Αρτέμη προκύπτει από την αντεξέταση των λοιπών μαρτύρων να γνωρίζει πράγματα για τα οποία οι ίδιοι δεν ήταν σε θέση ν' απαντήσουν. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Όπως έχει ειπωθεί στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου, τότε μόνον ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται από το στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Δεν θεωρώ αναγκαίο ή σκόπιμο να καταγράψω αυτολεξεί τη μαρτυρία που δόθηκε ή/και την επιχειρηματολογία των συνηγόρων. Όσα λέχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι πλήρως καταγεγραμμένα στα επίσημα πρακτικά του Δικαστηρίου και έχουν μελετηθεί από το παρόν Δικαστήριο για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης. Εδώ κρίνω πως έχει προσφερθεί επαρκής μαρτυρία για την έκδοση των επιταγών, την παρουσίασή τους στην Τράπεζα, την επιστροφή τους με σφραγίδα ότι δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα στο λογαριασμό του εκδότη των επιταγών για να πληρωθούν και το ότι 15 μέρες μετά την παρουσίασή τους στην τράπεζα εξακολουθούσαν να μην έχουν τιμηθεί. Κατά τον χρόνο έκδοσής τους, ο Κατηγορούμενος 2 υπάρχει μαρτυρία ότι ήταν το εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει τις επιταγές εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 και το έπραξε. Στους Κατηγορούμενους 1 και 2 εναπόκειται να δώσουν εξηγήσεις γιατί δεν τιμήθηκαν οι επιταγές στο πλαίσιο της Υπεράσπισής τους ή/και ποια η σημασία της κατάσχεσής τους δυνάμει της απόφασης του Πρωτοδικείου Ρόδου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Καλώ τους Κατηγορούμενους 1 και 2 σε απολογία σε όλες τις κατηγορίες που έκαστος αντιμετωπίζει όπως τις απαρίθμησα στην Εισαγωγή της παρούσας απόφασης. [Επεξηγούνται τα δικαιώματα των Κατηγορουμένων βάσει του άρθρου 74
(1)(β)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155.] (υπ).......... Α. Πανταζή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.