ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Μηνά, Aρ. Υπόθεσης: 8163/2018, 28/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:B42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Aρ. Υπόθεσης: 8163/2018 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ -v- XXXXX Μηνά Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου, 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Στ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: Εμφανίζεται αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 7/7/2013 και ώρα 16.40 στην λεωφόρο Μακαρίου στην Πύλα της Επαρχίας Λάρνακας, οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα χωρίς να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης, χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ σε σχέση με την χρήση του εν λόγω οχήματος ασφαλιστήριο για ευθύνη έναντι τρίτου, χωρίς να έχει εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας για το εν λόγω όχημα από τις 31/7/2011 και χωρίς να διαθέτει το εν λόγω όχημα πιστοποιητικό καταλληλότητας. Εναντίον του Kατηγορούμενου έδωσαν μαρτυρία δύο αστυφύλακες και συγκεκριμένα Αστ. XXXXX Μ. Μιχαήλ του Αστ. Σταθμού Ορόκλινης (Μ.Κ.1) και ο Αστ. XXXXX Π. Παναγή του ΟΠΕ Λάρνακας (Μ.Κ.2). Ο Μ.Κ.1 υιοθέτησε το περιεχόμενο κατάθεσης του στο οποίο και ανέφερε ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο σε σχέση με διερευνώμενη υπόθεση και ότι τον κατηγόρησε γραπτώς για τα αδικήματα που εμφαίνονται στο κατηγορητήριο και αυτός παραδέχθηκε. Οι δύο καταθέσεις που φέρεται να έδωσε ο Κατηγορούμενος κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 2 και 3, ενώ στο Τεκμήριο 3 δηλώνεται παραδοχή στα αδικήματα. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν αναγνωρίζει τον Κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ.2 Π. Παναγή υιοθέτησε το περιεχόμενο κατάθεσης του (Τεκμήριο 4) στο οποίο και αναφέρει ότι ανέκοψε τον κατηγορούμενο στις 7/3/2013 και ώρα 16.40 στην Πύλα της Επαρχίας Λάρνακας και ότι στο όχημα του κατηγορούμενου επέβαιναν δύο αλλοδαποί Ασιατικής καταγωγής, ο ένας από τους οποίους τράπηκε σε φυγή. Ζήτησε από τον οδηγό του αυτοκινήτου να τον ακολουθήσει στον Αστυνομικό Σταθμό για εξακρίβωση στοιχείων σε σχέση με τον κατηγορούμενο διαπιστώθηκε ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο χωρίς ασφάλεια, χωρίς άδεια κυκλοφορίας, χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας και παραδόθηκε στον αστυνομικό σταθμό Ορόκλινης για τα περαιτέρω. Αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο στο Δικαστήριο και αντεξεταζόμενος διέψευσε τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου ότι του είχε αναφέρει εκτός αίθουσας του Δικαστηρίου ότι δεν τον θυμάται. Ο Κατηγορούμενος, κατόπιν κλήσης του σε απολογία, έδωσε ενόρκως μαρτυρία και ισχυρίστηκε ότι δεν θυμάται οτιδήποτε λόγω του ότι τα ισχυριζόμενα γεγονότα έλαβαν χώρα το 2013. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι οδηγούσε εκείνη την ημερομηνία διότι μετέφερε τους δύο αλλοδαπούς, τους οποίους και παρέλαβε κατόπιν ωτοστόπ. Επίσης είπε ότι θυμάται ότι είχε πάει στον Αστυνομικό Σταθμό. Όταν του επιδείχθηκε όμως η κατάθεση του ανέφερε ότι δεν αναγνωρίζει την υπογραφή του. επίσης όπως εξήγησε δεν τον ανέκοψε η αστυνομία αλλά τον σταμάτησε ενώ βρισκόταν σε ένα περίπτερο. Στην συνέχεια είπε ότι δεν θυμάται ότι οδήγησε εκείνη την ημερομηνία και ότι εκπλάγηκε που παρέλαβε κλήση σε σχέση με γεγονότα του 2013. Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διρευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: « Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Στο σύγγραμμα των Τ.Ηλιάδη και Ν.Γ.Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», σελ. 355, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την αξιολόγηση του περιεχομένου εγγράφων: «Τόσο στην περίπτωση κατάθεσης πρωτότυπου εγγράφου όσο και στην περίπτωση κατάθεσης αντιγράφου του, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια, στα πλαίσια της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, να αξιολογεί το περιεχόμενο του και αφού λάβει υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης να το δεχθεί ολόκληρο ή μέρος του, αναλόγως και του βαθμού στον οποίο το θέμα αποτελεί επίδικο γεγονός (Federal Bank of Lebanon (SAL) ν Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422)» (σελ. 355) Το Δικαστήριο μπορεί να έχει δικαστική γνώση, με βάση την αρχή ότι το Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση, την οποίαν αποκομίζει από «καθημερινές ανθρώπινες εμπειρίες» (βλ. Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη «Το Δικαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014 σελ. 257). Τέλος, έχω πάντα κατά νουν ότι σε μία ποινική υπόθεση το επίπεδο απόδειξης είναι υψηλότατο. Έρχομαι στην αξιολόγηση της διά ζώσης μαρτυρίας που δόθηκε, καθώς και στην αξιολόγηση του περιεχομένου των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τους μάρτυρες και να αξιολογήσω το ύφος, τον τόνο και τις αντιδράσεις τους, την αμεσότητα και την ευθύτητα των απαντήσεών τους αλλά κυρίως το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνάρτηση με την έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Οι Μ.Κ. 1 και 2 μου έκαναν γενικά καλή εντύπωση δεν θεωρώ ότι είχαν οποιοδήποτε λόγο να μην πουν στο Δικαστήριο την αλήθεια. Επρόκειτο για ανεξάρτητους μάρτυρες χωρίς κανένα συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Ο Κατηγορούμενος από την άλλη δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Από τη μία ισχυριζόταν ότι δεν θυμόταν οτιδήποτε και από την άλλη παραδέχθηκε ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο δίδοντας και λεπτομέρειες ως προς το γιατί παρέλαβε τους αλλοδαπούς και ως προς το που ανακόπηκε από την αστυνομία. Σε άλλο δε σημείο ανέφερε ότι δεν θυμάται αν οδηγούσε και ότι δεν θυμάται τίποτε. Συνεπώς τον κρίνω αναξιόπιστο. Θα λάβω όμως υπόψη την παραδοχή του ότι οδηγούσε εκεινη την ημέρα. Αποτελεί συνεπώς εύρημά μου, με βάση τη μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος, οδηγούσε το όχημα που αναφέρεται στις Κατηγορίες στο σχετικό χρόνο. Έχει γίνει αναφορά από το Μ.Κ.1 ότι ο Κατηγορούμενος δεν κατείχε ούτε άδεια οδήγησης, ούτε πιστοποιητικό ασφάλισης για ευθύνη έναντι τρίτου σε σχέση με το όχημα που οδηγούσε, ούτε άδεια κυκλοφορίας υπήρχε για το όχημα, ούτε και πιστοποιητικό καταλληλότητας. Σε κάθε περίπτωση, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος δέχθηκε σε κάποιο σημείο ότι οδηγούσε (αν και το αμφισβήτησε ο ίδιος μετά) δεν απέδειξε ότι κατείχε οποιοδήποτε από τα 4 αναφερόμενα στις Κατηγορίες έγγραφα. Είχε το εν λόγω βάρος να το πράξει (βλ. Leathly v.Drummond, Leathly v. Irving
(1972)RTR 293). Θα αναφερθώ σε αυτό το σημείο, στη νομική βάση των 4 Κατηγοριών. Το άρθρο 8
(1)του Ν. 94(Ι)/2001 προνοεί ότι: «Απαγορεύεται η οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, εκτός αν ο οδηγός κατέχει ισχύουσα άδεια οδήγησης.» Το άρθρο 49
(1)του ιδίου Νόμου προβλέπει ότι συνιστά αδίκημα το να οδηγεί πρόσωπο μηχανοκίνητο όχημα χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης. Το εν λόγω άρθρο προνοεί τα ακόλουθα: «49.-
(1)Πρόσωπο το οποίο- (α) Οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα ή έχει τον έλεγχο τέτοιου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, χωρίς τούτο να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου ή (β).............................. (γ)............................. είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες, ή και στις δύο ποινές, της φυλάκισης και της χρηματικής.» Το Άρθρο 3
(1)του Ν. 96(Ι)/2000 διαλαμβάνει τα εξής: «3.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να- (α) Χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το πρόσωπο αυτό, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού∙» Σύμφωνα με τον Καν. 17 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 μέχρι 2010 (στο εξής οι Κανονισμοί»): «(α) κανένας δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ή οδηγήσει ή επιτρέψει ή ανεχθεί τη χρησιμοποίηση από τρίτο πρόσωπο οποιουδήποτε οχήματος, εκτός των κινουμένων σε ερπύστριες, για το οποίο δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας, η οποία να είναι σε ισχύ.» Περαιτέρω, οι παράγραφοι
(1)
(5)και
(9)του Καν. 65 των Κανονισμών διαλαμβάνουν τα εξής: «
(1)Όλα τα μηχανοκίνητα οχήματα καθώς και τα ρυμουλκούμενα και ημιρυμουλκούμενά τους που είναι εγγεγραμμένα στο Βιβλίο Εγγραφής Μηχανοκινήτων Οχημάτων υπόκεινται σε περιοδικό τεχνικό έλεγχο, εξαιρουμένων των οχημάτων που ανήκουν στις ένοπλες δυνάμεις, στις δυνάμεις δημόσιας τάξης και στην πυροσβεστική υπηρεσία.» «
(5)Ο επιθεωρητής εφόσον ήθελε ικανοποιηθεί ότι το μηχανοκίνητο όχημα ευρίσκεται σε καλή και ασφαλή κατάσταση ή ότι έγιναν σύμφωνα με τις εντολές του οι αναγκαίες επισκευές ή προσαρμογές, εκδίδει στον ιδιοκτήτη του οχήματος ή στον έχοντα την ευθύνη ή τον έλεγχο του οχήματος, πιστοποιητικό καταλληλότητας του οχήματος κατά τον Τύπο ΧΧ που εμφαίνεται στο Πρώτο Παράρτημα των παρόντων Κανονισμών ή καθ' οποιοδήποτε άλλο τύπο, που ο Έφορος ήθελε εκάστοτε καθορίσει στον οποίο αναγράφεται και η ημερομηνία διεξαγωγής της επιθεώρησης.»
(9)Με την πάροδο της τελευταίας ημέρας της περιόδου που καθορίζεται από την εκάστοτε γνωστοποίηση του Εφόρου για περιοδικό τεχνικό έλεγχο σύμφωνα με την παράγραφο
(1), απαγορεύεται η οδική χρήση οποιουδήποτε μηχανοκινήτου οχήματος επηρεαζομένου από την εκάστοτε γνωστοποίηση.» Ο Κανονισμός 72 των Κανονισμών προνοεί ότι όποιος παραβαίνει οποιαδήποτε διάταξη των Κανονισμών είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους ή σε χρηματική ποινή μέχρι €1.708,00 ή και στις δύο αυτές ποινές. Με βάση τα ευρήματά μου θεωρώ ότι έχουν αποδειχθεί οι Λεπτομέρειες και των 4 Κατηγοριών και ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, με βάση και τη νομική ανάλυση πιο πάνω, η διάπραξη και των αδικημάτων στις 4 Κατηγορίες στο Κατηγορητήριο, επί των οποίων ο Κατηγορούμενος βρίσκεται ένοχος. ............. Ξενής Ξενοφώντος Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο