← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης 11810/2017, 25/11/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης 11810/2017, 25/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:B66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 11810/2017 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας -ν- ΧΧΧΧΧΧΧΧ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Κατηγορουμένου -------- Ημερομηνία: 25 Νοεμβρίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ναθαναήλ Για Κατηγορουμένo: κ. Σαββιδης Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην παρούσα υπόθεση ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια. Σχετικό είναι το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο και προβλέπει ότι: «

  1. Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος στο Κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος στις 31/12/2016 στη Λεωφόρο Ανεξαρτησίας στο Αλεθρικό της Επαρχίας Λάρνακας, οδηγούσε συγκεκριμένο μηχανοκίνητο όχημα και κατά την οδήγηση λόγω επικίνδυνης πράξης που δεν ανάγεται σε υπαίτιο αμέλειας χωρίς πρόθεση, επέφερε το θάνατο στο Χριστάκη Λουκά από το Αλεθρικό. Έδωσαν μαρτυρία 8 μάρτυρες κατηγορίας, μεταξύ των οποίων και μέλη της Αστυνομικής Δύναμης, περιλαμβανομένου και του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης και προσώπου που φέρεται να ήταν αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος. Κατατέθηκε επίσης μεγάλος αριθμός Τεκμηρίων - εγγράφων που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων και διάφορες καταθέσεις (και ανακριτική κατάθεση του ίδιου του Κατηγορούμενου), αλλά και φωτογραφικό υλικό. Πολλές δε καταθέσεις κι άλλα έγγραφα έχουν γίνει αποδεκτές ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Πολύ συνοπτικά αναφέρω ότι το ισχυριζόμενο αδίκημα βασίζεται σε ισχυριζόμενη ανακοπή του οχήματος που οδηγούσε το θύμα XXXXX Λουκά (τετράτροχη μοτοσικλέτα) με αποτέλεσμα το θάνατό του, από το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος , χωρίς όμως να φαίνεται να έχει υπάρξει άμεση σύγκρουση των δύο οχημάτων. Κατέθεσαν στο Δικαστήριο 8 μάρτυρες Κατηγορίας για την Κατηγορούσα Αρχή, ενώ μαρτυρία έδωσε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος. M.K.
  2. Λοχ. XXXXX Ιακωβίδης Ο Μ.Κ.1 Λοχ. XXXXX Ιακωβίδης είναι ο αστυνομικός εξεταστής της υπόθεσης. Υιοθέτησε το περιεχόμενο Γραπτής του Έκθεσης Κατάθεσης (Τεκμήριο 6). Σε αυτό αναφέρει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: - Υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στην Τροχαία Λάρνακας ως ειδικός φωτογράφος. - Στις 3/1/2017 έλαβε οδηγίες από τον Υπεύθυνο Τροχαίας να αναλάβει τη διερεύνηση σοβαρής οδικής τροχαίας σύγκρουσης η οποία συνέβηκε στις 31/12/2016 στο Αλεθρικό στη συμβολή δύο οδών, με ενεχόμενο όχημα του Κατηγορούμενου και τετράτροχη μοτοσικλέτα, με οδηγό πρόσωπο το οποίο επεβίωσε στις 5/1/2017 ενώ νοσηλευόταν στο Τμήμα Εντατικής θεραπείας του Γ.Ν. Λ/σιας. . - Στις 3/1/2017 επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος μαζί με το Κατηγορούμενο και το όχημά του και με την ομάδα αναπαράστασης Τροχαίων Συγκρούσεων του Αρχηγείου Αστυνομίας. Έγινε αναπαράσταση της σύγκρουσης κατά την οποίαν ο Κατηγορούμενος υπέδειξε την απόσταση στην οποίαν αντιλήφθηκε πρώτη φορά φώτα της τετράτροχης μοτοσικλέτας να ταξιδεύει στην εξ αντιθέτου κατεύθυνση ως ήταν η πορεία του και την καταμέτρησε υποδεικνύοντάς του ότι ήταν 151.09 μέτρα, απόσταση με την οποίαν συμφώνησε. Στις 4/1/2017 και ώρα 16:45 επισκέφθηκε εκ νέου τη σκηνή του δυστυχήματος, όπου μεταξύ των ωρών 16:49- 17:09 έλαβε αριθμό φωτογραφιών της σκηνής του δυστυχήματος . - Εξήγησε περαιτέρω τις ανακριτικές του ενέργειες. Μεταξύ άλλων αναφέρει ότι στις 14/1/2017 και ώρα 1445 επισκέφθηκε εκ νέου τη σκηνή του δυστυχήματος με τον αυτόπτη μάρτυρα XXXXX Σταυρινού και τον κάλεσε να του υποδείξει την απόσταση που αντιλήφθηκε για πρώτη φορά καθώς οδηγούσε την τετράτροχη μοτοσικλέτα του θύματος. Καταμέτρησε την απόσταση στην παρουσία του, του την υπέδειξε και ήταν 170 μέτρα. Στη συνέχεια τον κάλεσε να του υποδείξει σε ποια απόσταση είδε την τετράτροχη μοτοσικλέτα να χάνει τον έλεγχό της και ήταν 15 μέτρα από τη συμβολή. Του υπέδειξε επίσης την απόσταση που αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο να σταματά στιγμιαία και καταμέτρησε την απόσταση σε 23.50 μέτρα. Επίσης ανάφερε ότι στις 24/1/2017 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο. Υιοθέτησε επίσης το περιεχόμενο συμπληρωματικής του κατάθεσης Τεκμήριο 7 σε σχέση με κατάθεση που έλαβε από τον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς στις 27/10/
  3. Κατέθεσε διάφορα Τεκμήρια, μεταξυ΄των οποίων και φωτογραφίες της σκηνής του δυστυχήματος, που έδειχναν την πορεία του αυτοκινήτου, την πορεία της μοτοσικλέτας και τη συμβολή της Λεωφόρου Ανεξαρτησίας με την οδό Αγίου Γεωργίου Ξορινού -όπου κι έστριψε ο Κατηγορούμενος- Στη λεωφόρο Ανεξαρτησίας, ως η πορεία της μοτοσικλέτας, υπήρχε πινακίδα τροχαίας «επικίνδυνη στροφή» προς τα αριστερά. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο και ψηφιακό δίσκο όπου φαινόταν η πορεία της μοτοσικλέτας. Επίσης, ως εξήγησε, μετά από ενημέρωση που του έγινε από τη Μετεωρολογική Υπηρεσία, οι συνθήκες που επικρατούσαν κατά την ώρα του δυστυχήματος ήταν καλές, η άσφαλτος ήταν ξηρή και η δύση του ήλιου επισυνέβηκε στις 16:
  4. Μετά τη δύση του ήλιου, ακολουθούσε ένα φως για διάρκεια 6.25 έως 30 λεπτών που εξασθενεί με την πάροδο του χρόνου. Ο ίδιος δεν είχε εμπλοκή σε σχέση με την ετοιμασία του σχεδίου σκηνής. Είχε όμως εμπλοκή σε σχέση με τη λήψη μέτρων. Επισκέφθηκαν τη σκηνή κατά την αναπαράσταση και με υποδείξεις του Κατηγορούμενου και του άλλου μάρτυρα κατέγραψε κάποια μέτρα στην κατάθεσή του. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι έχει υπηρεσία 29 χρόνων, 20 στη διερεύνηση δυστυχημάτων. Δεν υπήρξε ποτέ σύγκρουση της τετράτροχης μοτοσικλέτας με τη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Το ατύχημα έγινε στις 31/12/2016 δηλαδή σε παραμονή Πρωτοχρονιάς και ο ίδιος έλαβε οδηγίες για διερεύνηση στις 3/1/
  5. Το σημείο που υπέδειξε ο Κατηγορούμενος ότι είδε τη μοτοσικλέτα ήταν 151.9 μέτρα τη στιγμή που άρχισε να στρίβει. Η συμβολή των οδών ήταν κάπως παράξενη. Επρόκειτο για παράξενη συμβολή δρόμων. Eξήγησε στο Δικαστήριο τις πορείες των οχημάτων. Τα φώτα τα υπέδειξε ο Κατηγορούμενος κατά την αναπαράσταση μόλις εμφανίστηκαν και ήταν σε απόσταση 156 μέτρων. Στο κέντρο του χωριού υπήρχε κυνηγετικός σύλλογος. Ο θανών το δυστύχημα βρισκόταν στον κυνηγετικό σύλλογο. Δεν θυμάται αν ο Σύλλογος πωλούσε και οινοπνευματώδη ποτά. Ο θάνατος δεν επήλθε την ίδια ημέρα και δεν μπορούσε να ληφθεί δείγμα αίματος κατά τη νεκροψία για τοξικολογικές εξετάσεις. Του αναφέρθηκε ότι δεν μπορούσαν να λάβουν δείγματα αίματος. Ως ανέφερε «Δεν θα επιτράπηκε. Λόγω του ότι ήταν η κατάσταση του εξαιρετικά κρίσιμη δεν τους επέτρεψαν να λάβουν δείγματα.». Συμφώνησε ότι τα ελαστικά της μοτοσικλέτας ήταν σε κακή κατάσταση. Επίσης ότι δεν είχαν τον προβλεπόμενο αέρα. Συμφώνησε ότι συνάδελφός του που ήταν μαζί του στην αναπαράσταση ανέφερε ότι διαπίστωσε ότι η γενική «συμπεριφορά» της μοτοσικλέτας στο δρόμο δεν ήταν καλή κι έπρεπε να χρησιμοποιηθεί δύναμη για να είναι η μοτοσικλέτα για να είναι σε ευθεία γραμμή. Ο λόγος ήταν από τα εφαρμοσμένα ελαστικά που ήταν ελαστικά με «δαγκάνες που χρησιμοποιούνται συνήθως σε χωματόδρομο''. Συμφώνησε ότι λάστιχα τα οποία δεν προβλέπονται για άσφαλτο και δεν έχουν τον προβλεπόμενο αέρα διαταράζουν την ομαλή κυκλοφορία του οχήματος. Ο αυτόπτης μάρτυρας του είπε ότι βρισκόταν 100 μέτρα πίσω από το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου. Ερωτώμενος σε σχέση με τον αυτόπτη μάρτυρα, ανέφερε ότι σύμφωνα με την αντίληψη του αυτόπτη μάρτυρα την ώρα που ο Κατηγορούμενος έστριβε να μπει στην πάροδο, αντιλήφθηκε σε απόσταση 15 μέτρα τη μοτοσυκλέτα να χάνει τον έλεγχο. Σε σχέση με το σχέδιο σκηνής του δυστυχήματος, συμφώνησε ότι από το σημείο της συμβολής προς την οδό Ξορινού υπάρχουν ίχνη μαυρίσματος σε απόσταση 11 μέτρων από σταθερό σημείο. Επίσης συμφώνησε ότι από τα εν λόγω 11 μέτρα μέχρι το σημείο της συμβολής όπου μπορούσε ο Κατηγορούμενος να εισέλθει στη Ξορινού, υπήρχαν 40 περίπου μέτρα. Δέχθηκε ότι η απόσταση που υπήρχε μεταξύ της τετράτροχης και του οχήματος του κατηγορούμενου πριν αυτή να αρχίσει να χάνει τον έλεγχο, ήταν πέραν των 40 μέτρων («περίπου»). Συμφώνησε ότι βάσει των ευρημάτων, η τετράτροχη μοτοσικλέτα αρκετά μέτρα και πέραν των 40 μέτρων σε απόσταση από το όχημα του Κατηγορούμενου, άρχισε να χάνει τον έλεγχο. Θεώρησε πιθανόν ότι εάν βρίσκονταν στα 15 μέτρα απόσταση πιθανόν και να συγκρούονταν τα δύο οχήματα. Μ.Κ.2 Αστυφ. XXXXX XXXXX Γεωργίου O M.Κ.2 XXXXX XXXXX Γεωργίου υιοθέτησε το περιεχόμενο Γραπτής του Κατάθεσης (Τεκμήριο 20) στην οποίαν αναφέρει ότι υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας (Κοφίνου) και ενώ βρισκόταν σε περιπολία κλήθηκε στις 31/12/2016 και ώρα 17:10 σε σχέση με τροχαίο ατύχημα στο Αλεθρικό. Ανέφερε για τη μετάβασή του στη σκηνή και τη συνομιλία του με το Μ.Κ.4 αυτόπτη μάρτυρα, ο οποίος του ανέφερε ότι το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος ανέκοψε την ελεύθερη πορεία του οδηγού τετράτροχης μοτοσικλέτας. Αναφέρθηκε σε διάφορες ενέργείες του και κυρίως στην ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον Κατηγορούμενο (πρόκειται για το Τεκμήριο 34). Περαιτέρω ανέφερε ότι δε συνομίλησε με τον αυτόπτη μάρτυρα και δεν του υπέδειξε οποιοσδήποτε μάρτυρας οποιοδήποτε σημείο. Δεν είχε εμπλοκή στη λήψη μέτρων και φωτογραφιών. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η μοτοσικλέτα ήταν πάνω στους τέσσερις τροχούς και δεν ήταν αναποδογυρισμένη. Σε σχέση με την αναφορά του αυτόπτη μάρτυρα για την ανακοπή της πορείας του οδηγού της τετράτροχης μοτοσικλέτας, είπε αυτό που του ανέφερε ο αυτόπτης μάρτυρας αλλά δεν είχε ο ίδιος κάποια γνώμη και δεν το έλεγξε. Όταν έφτασε στις 17:35, είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, αν δεν τον απατά η μνήμη του γιατί πέρασε πολύς καιρός. Μ.Κ.3 Λοχ. XXXXX Ε. Ανδρέου Ο Μ.Κ.3 Λοχ. XXXXX Ε. Ανδρέου, υπηρετεί στον κλάδο Εξέτασης και Αναπαράστασης Δυστυχημάτων του Αρχηγείου Αστυνομίας. Υιοθέτησε το περιεχόμενο έκθεσής του Τεκμήριο
  6. Έλεγξε τη μοτοσικλέτα. Μετέβηκε με τη μοτοσικλέτα στη σκηνή, την οδήγησε στην κατεύθυνση του θύματος και μέτρησε τον αέρα των ελαστικών. Σε σχέση με τις μετρήσεις και το σχεδιαγράφημα, ειδοποιήθηκε από τον εξεταστή σε μεταγενέστερο στάδιο. Του υποδείχθηκε το σχέδιο για να βγάλει συμπέρασμα για την ταχύτητα πριν την ανατροπή της μοτοσικλέτας αλλά δεν μπορούσε να καταλήξει λόγω του ότι δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης αλλά μόνο εκτροπής και πλαγιολίσθησης. Η μοτοσικλέτα είχε δυσκολία στην οδήγηση. Ο 1ος ήταν ότι τα ελαστικά της ήταν για οδήγηση σε χωμάτινη επιφάνεια και ο άλλος λόγος ήταν ο μικρός σε ποσότητα αέρας στα ελαστικά. Στη σκηνή κάλεσε και τον οδηγό του άλλου οχήματος. Με οδηγίες του είπε να οδηγήσει όσο πιο κοντά στις συνθήκες που οδηγούσε κατά το δυστύχημα. Έκανε μετρήσεις αλλά δεν μπορούσε να εντοπίσει την ταχύτητα της μοτοσικλέτας. Το ότι δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης δεν δείχνει κάτι γιατί ο οδηγός αντιδρά με το δικό του τρόπο για ό,τι συναντήσει στο δρόμο. Οι μοτοσικλέτες αυτού του τύπου επιτρέπονται σε δρόμο με κατάλληλα ελαστικά αλλά η συγκεκριμένη ήταν προορισμένη για χωμάτινο δρόμο. Ο ίδιος δεν είχε εμπλοκή σε μετρήσεις. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι η «συμπεριφορά» της μοτοσικλέτας δεν ήταν καλή. Τόνισε ότι αυτό οφειλόταν στην ακαταλληλότητα των ελαστικών για άσφαλτο.. Θα έπρεπε επίσης να καταβάλλεται κάποια δύναμη για να διατηρηθεί ευθεία πορεία. Ακολουθούσε επικίνδυνη στροφή στα δεξιά. Όμως τα ίχνη ήταν αντίθετα με τη στροφή. Η πορεία ήταν αριστερόστροφη και τα ίχνη ήταν με δεξιά κατεύθυνση. Τα ίχνη φανερώσουν βίαιη κίνηση της μοτοσικλέτας προς τα δεξιά. Από την εμπειρία του ο οδηγός αντιλήφθηκε κάτι να μπαίνει μπροστά του κι ενήργησε έτσι. Η ποσότητα του αέρα στα ελαστικά ήταν 0,3 bar, 0,6, 0,4 και 0,9 ενώ η προβλεπόμενη ποσότητα ήταν 1 bar. O λόγος μείωσης ήταν το καλύτερο κράτημα σε χωμάτινες επιφάνειες. Εξήγησε τη διαφορά του ίχνους μαυρίσματος (τάση ελαστικού να «γράφει» στην άσφαλτο όταν αυτό ξεκινά να κινείται δεξιά ή αριστερά του δρόμου, ενώ τα ίχνη τροχοπέδησης είναι σε ευθεία γραμμή σε οχήματα χωρίς σύστημα ABS. Μ.Κ.4 Σ. Σταυρινού (αυτόπτης μάρτυρας) Ο μοναδικός, που φέρεται ως αυτόπτης μάρτυρας Σ.Σταυρινού Μ.Κ.4, έδωσε 2 καταθέσεις στην Αστυνομία. Σε κατάθεσή του ημερομηνίας 31/12/2016 (Τεκμήριο 23) ανέφερε τα ακόλουθα: - Διαμένει στο Αλεθρικό. Στις 31/12/2016 και γύρω στις 5 το απόγευμα, οδηγούσε το αυτοκίνητο XXXXX88 και κατευθυνόταν στο δρόμο από τα Κλαυδιά προς το Αλεθρικό. Σε κάποιο σημείο του δρόμου λίγο πριν από σταθμό βενζίνης του Αλεθρικού, είδε σε απόσταση 100 μέτρων το προπορευόμενό του όχημα χρώματος μαύρου, μικρό τζιπ να στρίβει δεξιά και αμέσως μετά μόλις έστριψε, είδε μία τετράτροχη μοτοσικλέτα η οποία οδηγείτο από έναν άντρα να χάνει τον έλεγχο της προς τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του οδηγού και ακολούθως ο οδηγός να πέφτει στο έδαφος και η μοτοσικλέτα που οδηγούσε να τον καταπλακώνει. Δεν υπήρξε σύγκρουση αυτοκινήτου-μοτοσικλέτας. Όταν πλησίασε με το αυτοκίνητό του κοντά στην πάροδο είδε ότι το όχημα ελάττωσε ταχύτητα και κινείτο με ταχύτητα 30 Χ.Α.Ω. Το είδε σε απόσταση 30 μέτρων και κατάφερε να δει τους πρώτος αριθμούς του. Αν και ήταν ακόμη μέρα, τα φώτα της μοτοσικλέτας ήταν αναμμένα. Σταμάτησε για να βοηθήσει το χωριανό του. Πέντε λεπτά μετά το δυστύχημα είδε ένα μαύρο τζιπ που ήταν σχεδόν ίδιο με το αυτοκίνητο που «έκοψε το δρόμο στην τετράτροχη μοτοσικλέτα και είχε συγκεκριμένο αριθμό εγγραφής κι ενημέρωσε την Αστυνομία. Σε κατάθεσή του ημερομηνίας 14/1/2017, την οποίαν έδωσε μεταγενέστερα (Τεκμήριο 23), ανέφερε τα ακόλουθα: - Είχε σκοπό να κατευθυνθεί προς το Αλεθρικό. Στο αυτοκίνητο ήταν μόνος του και εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε τροχαία κίνηση και στις 2 κατευθύνσεις. Είχε φως της ημέρας και δεν χρησιμοποίησε τα φώτα του αυτοκίνητου του. Η ταχύτητα του ήταν περί τα 60 Χ.Α.Ω.. Ο δρόμος που οδηγούσε ονομάζεται οδός Ανεξαρτησίας στο Αλεθρικό. Ακολουθούσε ένα αυτοκίνητο τύπου τζιπ, χρώματος μαύρου σε απόσταση εκατό μέτρα. Το αυτοκίνητο δεν είχε τα φώτα του αναμμένα γιατί ήταν φως της ημέρας. Η ταχύτητα του ήταν η ίδια με τη δική του. Πλησιάζοντας μία πάροδο που βρίσκεται στα δεξιά του δρόμου και ονομάζεται Αγίου Γεωργίου Ξορινού, είδε για πρώτη φορά μία τετράτροχη μοτοσικλέτα να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας όπως ήταν η πορεία της προς τα Κλαυδιά . Είχε τα φώτα πορείας της αναμμένα. Την είδε για πρώτη φορά στα 170 μέτρα περίπου, Από την πείρα του ή ταχύτητά της ήταν 50 Χ.Α.Ω. . Την απόσταση του την υπέδειξε η αστυνομία στη σκηνή. Το αυτοκίνητο τύπου τζιπ που ακολουθούσε την ώρα που πλησίασε τη δεξιά πάροδο, είδε να ελαττώνει ταχύτητα, είδε να ανάβουν τα stop-lights και χωρίς να χρησιμοποιεί το δεξί του δείκτη σε 15 μέτρα απόσταση από το σημείο που υπέδειξε είδε την τετράτροχη μοτοσικλέτα να χάνει τον έλεγχό της, να κινείται πιο δεξιά και να σηκώνεται και στους δύο αριστερούς τροχούς της και να πηγαίνει ακυβέρνητη και να χτυπά στο δεξιό κιγκλίδωμα όπως ήταν η πορεία της. Ο οδηγός της δεν φορούσε το κράνος του, εκτινάχθηκε από τη μοτοσικλέτα κι έπεσε στο σημείο που υπήρχε αίμα στα αριστερά της μοτοσικλέτας. Η μοτοσικλέτα κατέληξε στη θέση που την βρήκε η Αστυνομία. Το αυτοκίνητο τζιπ προχώρησε στην πάροδο χωρίς να σταματήσει τελείως στην απόσταση (23.50) και μετά προχώρησε κι έφυγε προς τα πάνω. Αυτός σταμάτησε το αυτοκίνητό του και έτρεξε για βοήθεια. Είδε τον οδηγό και κατάλαβε ότι ήταν χωριανός του. Άρχισαν να σταματούν εκεί και χωριανοί του. Έμεινε για 5 λεπτά εκεί και στη συνέχεια σταμάτησε κι εντόπισε το τζιπ το οποίο αναγνώρισε ως το αυτοκίνητο που ακολουθούσε αφού είχε δει προηγουμένως τα δύο αρχικά γράμματα στον αριθμό εγγραφής. Δεν υπήρχε εκεί οδηγός και ο ίδιος βεβαιώθηκε ότι η μηχανή ήταν ζεστή. Επέστρεψε στο χώρο του δυστυχήματος. Η απόσταση των 15 μέτρων στην οποίαν αναφέρθηκε ήταν από την πάροδο που έστριψε το αυτοκίνητο δηλαδή η απόσταση που άρχισε να χάνει τον έλεγχο ο οδηγός της μοτοσικλέτας. Εκείνη τη στιγμή εξακολουθούσε να είναι ο ίδιος σε απόσταση 100 μέτρων από την πάροδο οπού έστριψε το τζιπ. Ως ανέφερε περαιτέρω ήταν πίσω από το όχημα του Κατηγορημένου. Η ορατότητα ήταν καθαρή. Είδε τη μοτοσικλέτα στα 170 μέτρα στην αντίθετη κατεύθυνση. Ακολουθούσε την πορεία της. Δεν πιστεύει να έτρεχε. Η ταχύτητά της ήταν 50-60 Χ.Α.Ω. . 100 μέτρα πριν το ατύχημα υπήρχε στροφή. Η μοτοσικλέτα είχε περάσει τη στροφή. Ερωτώμενος εάν η μοτοσικλέτα έτρεχε, ανέφερε ότι ερχόταν πάνω του με φόρα από απόσταση 170 μέτρων. Αντεξεταζόμενος, επέμενε ότι υπήρχε φως και μπορούσε να βλέπει. Όταν του υποβλήθηκε ότι στο σχεδιάγραμμα που ετοίμασε η Αστυνομία, φαίνεται ότι η μοτοσικλέτα άρχισε να χάνει τον έλεγχό της όταν ήταν στα 40 μέτρα από τη στροφή, ο ίδιος είπε ότι θυμάται 15 μέτρα και δεν ξέρει αν ήταν
  7. Ο δρόμος μετά (κατά την πορεία του οχήματος του Κατηγορούμενου) είχε στροφή, και είχε κλίση προηγουμένως. Δέχθηκε, αφού του υποδείχθηκε σχετική φωτογραφία, ότι ο δρόμος από τον οποίον ερχόταν, στο βάθος είχε επικίνδυνη στροφή. Όταν του υποβλήθηκε ότι δεν θα μπορούσε να βλέπει μπροστά από τον Κατηγορούμενο γιατί υπήρχε στροφή κοντά στην έξοδο προς την οδό Ξορινού, επέμενε ότι ο ίδιος είδε και η στροφή δεν είναι τόσο επικίνδυνη ώστε να μην φαίνεται. Είδε τη μοτοσικλέτα στα 170 μέτρα. Είδε τα φώτα της να έρχονται από την αντίθετη πλευρά. Δέχθηκε ουσιαστικά ως πιο ειδικές και έγκυρες τις μετρήσεις τις Αστυνομίας σε σχέση με τα μέτρα από ότι οι δικοί του υπολογισμοί. Δεν σχολίασε το ότι ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι η μοτοσικλέτα ερχόταν με φόρα κατά πάνω του και ότι οδηγείτο με ταχύτητα 50 Χ.Α.Ω. . Ο ίδιος μπορούσε να δει χωρίς χρήση φώτων εκείνη την ώρα ασχέτως εάν είχε δύσει ο ήλιος. Ο ίδιος δεν είδε τον Κατηγορύμενο πριν στρίψει δεξιά να έχει ανάψει το δείκτη του. Στο δρόμο αυτό πέρασε αρκετές φορές και τον γνωρίζει. Δεν θυμάται αν υπήρχαν δέντρα εκεί που μετά τα έκοψαν. Μ.Κ.5 Αστ. XXXXX Γ. Γεωργίου Πρόκειται για τον Αστυνομικό ο οποίος βάσει και της κατάθεσής του Τεκμήριο 24 την οποίαν και υιοθέτησε, ετοίμασε σχέδιο της σκηνής βάσει υποδείξεων του Αστυνομικού XXXXX. Στη σκηνή κατά την ώρα που ο ίδιος μετέβηκε

(1640)δεν ήταν κανένα από τα δύο ενεχόμενα οχήματα. Επίσης έβγαλε αριθμό φωτογραφιών. Ως εξήγησε περαιτέρω, επρόκειτο για δρόμο με ελαφριά στροφή στα αριστερά σε σχέση με την πορεία της μοτοσικλέτας, διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση. Ως εξήγησε περαιτέρω δείχνοντας φωτογραφίες, στη συμβολή υπάρχει μία διακεκομμένη γραμμή η οποία όμως σημειώθηκε ως συνεχόμενη. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι υπηρετεί στο τμήμα τροχαίας για 17 χρόνια, ότι έλαβε ειδική εκπαίδευση ως φωτογράφος, ότι δεν υπήρξε τροχαία σύγκρουση, αλλά δεν μπορεί να πει αν υπήρξε ανακοπή. Συμφώνησε ότι το στρίψιμο από Ανεξαρτησίας προς Ξορινού δεν είναι ορθή γωνία. Δεν γνωρίζει που βρισκόταν το θύμα πριν το δυστύχημα. Δεν μπορούσε να εντοπίσει ίχνη τροχοπέδησης. Ο θανών άρχισε να αντιδρά περίπου 40 μέτρα πριν τη στροφή. Υπήρχε στο δρόμο επικίνδυνη στροφή αλλά όχι στο σημείο που ο οδηγός της τετράτροχης μοτοσικλέτας άρχισε να χάνει τον έλεγχο. Στο ουσιώδες σημείο του δρόμου, η κλίση είναι ευθεία. Τα ίχνη μαυρίσματος και πλαγιολίσθησης που δείχνουν προς τα δεξιά, δείχνουν σχετική κίνηση του μοτοσικλετιστή να στρίβει προς δεξιά και η κίνηση δεν ήταν ομαλή. Ίσως με βάση και την απόσταση των 50 μέτρων ένας άλλος οδηγός να κινείτο διαφορετικά. M.K.
  1. Λοχίας Ν. Χριστοδούλου O Λοχίας XXXXX Ν. Χριστοδούλου του Αστ. Σταθμού Κοφίνου υιοθέτησε κατάθεσή του (Τεκμήριο 29), όπου αναφέρει ότι στις 17:10 ενώ βρισκόταν σε υπηρεσία έλαβε πληροφορία για το δυστύχημα. Μετέβηκε στο χώρο μέχρι την άφιξη του Μ.Κ 5 Γεωργίου, όπου του υπέδειξε τη θέση της μοτοσικλέτας. Ενημέρωσε τον Αστυνομικό XXXXX να μεταβεί στη σκηνή και υπέδειξε τη θέση της μοτοσικλέτας ως καταγράφηκε στο σχεδιάγραμμα. Η τετράτροχη βρισκόταν στους 4 τροχούς. Ο ίδιος ως εξεταστής που υπήρξε σε τροχαία ατυχήματα θα έδιδε οδηγίες για αιματολογικές εξετάσεις. M.K.7 XXXXX Χατζηπετρή Ο Μ.Κ. 7 XXXXX Χατζηπετρή υιοθέτησε κατάθεσή του Τεκμήριο 33 . Είναι υπεύθυνος του συλλόγου με ονομασία Πούπες και γνώριζε το θανόντα. Γύρω στις 4:30 το θύμα ήρθε στο σύλλογο με φίλους του και είχε καταλανώσει καφέ. Γύρω στις 5:00 αναχώρησε με την τετράτροχη μοτοσικλέτα του. Από ό,τι θυμάται δεν κατανάλωσε ο θανόντας αλκοόλ Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι γνώριζε πολύ καλά το θύμα, το οποίο ερχόταν καθημερινά στο σύλλογο. Δεν κατανάλωνε αλκοόλ. Ήπιε μόνο καφέ. Ο σύλλογος θα έκλεινε εκείνη την ώρα. Δεν είχε άδεια για πώληση αλκοόλ και δεν πωλούσε ποτά. Αναφέρθηκε σε αλκοόλ στην κατάθεσή του γιατί ρωτήθηκε σχετικά από την Αστυνομία. Η απόσταση από το Σύλλογο μέχρι το σημείο του δυστυχήματος ήταν 5 λεπτά. Ο Κατηγορούμενος είχε παραγγείλει καφέ. Για την ώρα που ήταν στο Σύλλογο μπορούσε να είναι σίγουρος ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε καταναλώσει αλκοόλ. MK 8 Ν. Χαραλάμπους Ιατροδικαστής Ο ιατροδικαστής Νικόλας Χαραλάμπους υιοθέτησε έκθεσή του, στην οποίαν καταλήγει ότι ο θάνατος του θανόντος οφειλόταν σε κρανιοεγκεφαλική κάκωση κατά τροχαία δυστύχημα. Στο ίδιο καταλήγει και σχετική βεβαίωση θανάτου (Τεκμ. 34) Επισήμανε ότι η σωματική βλάβη επήλθε λόγω κάκωσης. H σωματική βλάβη ήταν στο κεφάλι. Είχε αφαιρεθεί μέρος του κρανίου γιατί υπήρχε υποσκληρίδιο αιμάτωμα, το οποίο προκλήθηκε λόγω κακώσεων από το δυστύχημα. Τα ευρήματα δικαιολογούσαν το συμπέρασμα ότι δε φορούσε κράνος. Αν φορούσε κράνος, πιθανόν να ήταν διαφορετικά τα αποτελέσματα (εξαρτάτο και από το είδος του κράνος) Κατηγορούμενος Ο Κατηγορούμενος, μετά την κλήση του σε απολογία, έδωσε μαρτυρία ενόρκως. Υιοθέτησε τα Τεκμήρια 8 και
  2. Το Τεκμήριο 34 είναι κατάθεση του Κατηγορούμενου. Όπως αναφέρει σε αυτήν, σε κάποιο σημείο δεξιά, αφού έβαλε το δείκτη του ελάττωσε ταχύτητα και στη συνέχεια έστριψε το τιμόνι του και εισήλθε δεξιά στην πάροδο σε σχέση με την πορεία του. Πριν κινηθεί είδε ότι απέναντί του σε μακρινή απόσταση έρχονταν φώτα. Με το που εισήλθε στην πάροδο προχώρησε λίγο, άκουσε ένα χτύπημα και αφού σταμάτησε κοίταξε να δει τι συνέβηκε αλλά δεν είδε τίποτε γιατί ο δρόμος που ήταν λοξός και στον κύριο δρόμο δεν υπήρχε φωτισμός και συνέχισε την πορεία του κανονικά μέχρι που παρέδωσε το αυτοκίνητο. Η ταχύτητα του ήταν 55 Χ.Α.Ω., φορούσε ζώνη και τα φώτα του αυτοκινήτου ήταν σε χαμηλή στάση. Δεν χτύπησε μα κανένα αυτοκίνητο. Είδε φώτα και δεν κατάλαβε τι ήταν γιατί ήταν σε μακρινή απόσταση. Τα φώτα που έρχονταν απέναντι του δεν μπορεί να πει ούτε στο περίπου την απόσταση ούτε πόσα φώτα αν ήταν ένα ή δύο. Η απόσταση που διένυσε με το αυτοκίνητό του την ώρα που άκουσε το χτύπημα ήταν γύρω στα 100 μέτρα περίπου. Σε έλεγχο αλκοόλης που υποβλήθηκε στη σκηνή, του αναφέρθηκε ότι ήταν μηδενική η ένδειξη. Συμφώνησε με το σχεδιάγραμμα και δεν ήθελε να μεταβεί σχετικά στη σκηνή. Σε ανακριτική κατάθεση, ημερομηνίας 24/01/2017, Τεκμήριο
  3. Έδωσε απαντήσεις σε διάφορα ερωτήματα που του τέθηκαν κι ανέφερε τα ακόλουθα: - Ήταν μόνος του στο αυτοκίνητο - Ο δρόμος δεν είχε τροχαία κίνηση και δεν αντιλήφθηκε να τον ακολουθεί κάποιο αυτοκίνητο - Και όταν κοίταξε τα καθρεφτάκια του πριν να στρίψει δεν είδε άλλο αυτοκίνητο. - Οδηγούσε με 55 Χ.Α.Ω. περίπου. - Οδηγούσε το αυτοκίνητο με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη - Πλησιάζοντας την πάροδο, ελάττωσε ταχύτητα, είδε το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου του ότι δεν ερχόταν αυτοκίνητο πίσω του και απόσταση και σε απόσταση 10 μέτρων χρησιμοποίησε το δείκτη του, τη στιγμή που το αυτοκίνητο του πήρε κλίση προς τα δεξιά είδε φώτα μοτοσικλέτας στην αντίθετη κατεύθυνση αλλά ήταν σε απόσταση και έτσι έστριψε και κατευθύνθηκε στην πάροδο. Κατευθύνθηκε 50 μέτρα από το δρόμο κι άκουσε ένα θόρυβο. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν και προχώρησε και σταμάτησε το αυτοκίνητο σε απόσταση 400 μέτρα στο σπίτι που βρισκόταν ο φίλος του. . Υιοθέτησε τις υποδείξεις του για τη σκηνή και συμφώνησε με τα όσα περιέχονταν στο σχεδιαγράφημα της αστυνομίας. Περαιτέρω ανέφερε ότι δοκίμασε να στρίψει και όταν έφτασε κοντά στη στροφή έβαλε το δείκτη του, ελάττωσε ταχύτητα, είδε στα 150 μέτρα δύο φώτα, είχε όλο το χρόνο, έστριψε, προχώρησε λίγο, άκουσε ένα χτύπημα, δεν μπορούσε να δει τι γινόταν και προχώρησε και παρέδωσε το αυτοκίνητο. Αντεξεταζόμενος, εξήγησε ότι είχε πάει πρώτα στο σπίτι του φίλου του και δεν ήταν εκεί. Του ανέφερε ότι ήταν σε άλλο σημείο και ξεκίνησε για να του το πάρει εκεί. Οι αποστάσεις δεν ήταν μεγάλες. Ο ίδιος δεν βιαζόταν γιατί είχε και άλλο αυτοκίνητο ο φίλος του. Ερωτώμενος για την αναφορά του στην πρώτη του κατάθεση, σε σχέση με την αναφορά του ότι είδε τα φώτα της μοτοσικλέτας όταν υπήρξε κλίση, εξήγησε ότι εννοούσε το δρόμο όταν πήρε κλίση. Έλεγξε το δρόμο και δεν ξαναέκανε δυστύχημα για 25 χρόνια. Κοίταξε τα καθρεφτάκια του λίγο πριν στρίψει και δεν είδε κάποιο αυτοκίνητο να τον ακολουθεί. Δεν γνωρίζει το φερόμενο ως αυτόπτη μάρτυρα. Οδηγούσε με φώτα, δεν υπήρχε φωτισμός στο δρόμο, αλλά είχε αναμμένα τα φώτα του αυτοκινήτου του. Κινείτο με ταχύτητα 50-55 Χ.Α.Ω. . Έδωσε κατάθεση μόλις ειδοποιήθηκε. Πιστεύει ότι στα 151 μέτρα που ήταν, είχε όλο το χρόνο το άλλο όχημα απόσταση που βρισκόταν το άλλο όχημα από εκείνον, είχε όλο το χρόνο για να στρίψει. Δεν μπορούσε να δει 40 μέτρα πίσω του, μετά το στρίψιμο στη Ξορινού γιατί ο δρόμος δεν ήταν ίσιος. Θεωρεί ότι δεν ευθύνεται για το ατύχημα Παραδεκτά γεγονότα Πολλά γεγονότα και ιδίως περιεχόμενο διαφόρων καταθέσεων - όπως π.χ. κατάθεση του φίλου του Κατηγορούμενου που του δάνεισε το όχημα που οδηγούσε- αλλά και άλλα έγγραφα έγιναν παραδεκτά. Λήφθηκαν βεβαίως υπόψη, με την υπόλοιπη μαρτυρία, στη διαμόρφωση των ευρημάτων και συμπερασμάτων μου, στο βαθμό που το έκρινα αναγκαίο. Δε θεωρώ αναγκαίο να τα παραθέσω. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι μεταξύ των Τεκμηρίων και το Τεκμήριο 31 που κατατέθηκε εκ συμφώνου, και πρόκειται για Έκθεση Επιθεώρησης της μοτοσικλέτας ημερ. 16/1/2017, όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι τα εξωτερικά ελαστικά ήταν σε μέτρια προς κακή κατάσταση (φαγωμένα). Αξιολόγηση μαρτυρίας Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διρευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: « Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε ολικώς, είτε μερικώς. (Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207) Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας τους μάρτυρες, σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά του στο εδώλιο. Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, μέσα από το ύφος, τις αντιδράσεις, την αμεσότητα των απαντήσεών, το περιεχόμενό της και τη λογική των διατυπωθέντων ισχυρισμών. Οι αστυνομικοί (Μ.Κ.1, 2, 3, 5, 6,) οι οποίοι έδωσαν μαρτυρία, ως και ο ιατροδικαστής Μ.Κ.8 δεν θεωρώ ότι δεν έπεσαν σε κάποια αντίφαση και μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία τους. Έδωσαν μαρτυρία για τις ενέργειές τους, η οποία δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά. Υπήρξε μία μικρή αντίφαση στο εάν ο Μ.Κ. 2 συνομίλησε με το Μ.Κ.4 ή όχι, αλλά την θεωρώ αμελητέα και δέχομαι ότι όντως συνομίλησαν και του ανέφερε ότι υπήρξε ανακοπή. Αυτό για το οποίο πάντως παραμένει ασάφεια, είναι γιατί δεν έγινε αιματολογική εξέταση στον οδηγό της μοτοσικλέτας. Ο Μ.Κ.1 ουσιαστικά έδειξε να μην γνωρίζει το γιατί αυτό δεν έλαβε χώρα αλλά να υποθέτει, ενώ ο Μ.Κ. 6 ανέφερε ότι ο ίδιος ως εξεταστής θα διέταζε να γινόταν αιματολογική εξέταση. Ο Μ.Κ. 4 αυτόπτης μάρτυρας, ουσιαστικά δεν κατάφερε να διαφωτίσει το Δικαστήριο για την απόσταση στην οποίαν βρισκόταν ο Κατηγορούμενος από τη μοτοσικλέτα. Την εντόπισε να χάνει το έλεγχο σε απόσταση που ο ίδιος προσδιόρισε ως 15 μέτρα από τη στροφή, αλλά από την έρευνα της Αστυνομίας και τα ευρήματά της, φαίνεται ότι o οδηγός της μοτοσικλέτας άρχισε να χάνει τον έλεγχο 40 μέτρα πριν τη στροφή. Μπορώ όμως να πιστέψω την εκδοχή του για την κατεύθυνση του Κατηγορούμενου, για το ότι δεν είχε ακόμη σκοτεινιάσει καθώς και για το ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε δείξει με το δείκτη του αυτοκινήτου του ότι θα έστριβε δεξιά, αλλά και για το ότι ο Κατηγορούμενος ελάττωσε ταχύτητα. Όσον αφορά το εάν ο Κατηγορούμενος είχε ανοιχτά τα φώτα πορείας του, αν και ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι δεν τα είχε, θεωρώ ότι δεν είναι κάτι που μπορεί να συναχθεί με βεβαιότητα, με δεδομένο ότι βρισκόταν 100 μέτρα πίσω από εκείνον και δεν ήταν ακόμη νύχτα. Βρίσκω ότι παρά το ότι είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, μπορούσε να δει μπροστά του με ευκρίνεια ο Μ.Κ. 4 και κάνω πιστευτή την εκδοχή του για το ότι το αυτοκίνητο έδειξε ότι θα έστριβε, όπως και το ότι αυτό είχε μειώσει ταχύτητα. Το ότι δέχθηκε ότι ο Κατηγορούμενος είχε χαμηλώσει ταχύτητα για να στρίψει, κρίνω ότι επιβεβαιώνει την αξιοπιστία του. Έρχομαι στο διαχειριστή του κυνηγετικού συλλόγου Μ.Κ.
  1. Αν και μπορώ να έχω δικαστική γνώση ότι παραμονή Πρωτοχρονιάς, εθιμικά οι Κύπριοι επιδίδονται σε ψήσιμο και κατανάλωση αλκοόλ σε διάφορα καταστήματα, καφενεία ή κυνηγετικούς συλλόγους, δεν προέκυψε κάτι τέτοιο από τη μαρτυρία του Μ.Κ.
  2. Μπορώ να δεχθώ τη μαρτυρία του ότι την ώρα που είδε τον οδηγό της μοτοσικλέτας δεν είχε καταναλώσει ο τελευταίος αλκοόλ και ότι παράγγειλε καφέ. Ο Κατηγορούμενος δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Παρατηρώ ότι ενώ στην κατάθεσή του Τεκμήριο 34 αναφέρει ότι δεν μπορούσε να διακρίνει αν ήταν ένα ή δύο φώτα ή να δει το όχημα το οποίο ερχόταν λόγω της απόστασης, κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο είπε ότι είδε δύο φώτα. Επίσης δεν είναι πιστευτός στο ότι έδειξε με το δείκτη του αυτοκινήτου του ότι θα έστριβε. Εάν όπως προανέφερα δεν είχε δει το Μ.Κ. 4 πίσω του (και όντως θεωρώ ότι δεν τον αντιλήφθηκε, μάλλον λόγω και της απόστασης) και η μοτοσικλέτα βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση από εκείνον, με δεδομένη και τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 που κρίνω ως αξιόπιστη, θεωρώ ότι δεν έδειξε με το δείκτη του ότι θα έστριβε στη στροφή για την οδό Ξορινού. Δέχομαι όμως τη μαρτυρία για τη χαμηλή κι ελαττωμένη ταχύτητά του, όπως μπορώ να λογίσω υπέρ του ότι λόγω της κλίσης του δρόμου μπορεί να μην είδε το μοτοποδήλατο να χάνει τον έλεγχο και να συγκρούεται στο κιγκλίδωμα και να παίρνει τελικά την πορεία και θέση που έλαβε. Δεν δέχομαι όμως την απόσταση στην οποίαν ανέφερε ότι είδε φως του άλλου οχήματος και το ότι δεν διέκρινε καν το εν λόγω όχημα. Τα ψεύδη όμως στα οποία κατέφυγε ο Κατηγορούμενος, δεν θεωρώ ότι επιβεβαιώνουν απαραίτητα την ενοχή του ή ότι ανέκοψε την πορεία της τετράτροχης μοτοσικλέτας. Θα αναφερθώ πιο κάτω σε νομική ανάλυση ω προς το εάν συνδεόταν αιτιακά η οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου με το δυστύχημα και το θάνατο του οδηγού της μοτοσικλέτας. Στην Ανδρέας Προδρόμου Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 260 , αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Σύμφωνα με το Δίκαιο της Απόδειξης που εφαρμόζουμε στην Κύπρο στο θέμα "Ψέματα του Κατηγορούμενου" ισχύουν οι ακόλουθες αρχές:-
(1)Το γεγονός ότι το δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή του κατηγορούμενου δε συνιστά αφ' εαυτού στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας ενισχυτικό της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής.
(2)Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είπε ψέματα δεν αποδεικνύει αφ' εαυτού θετικά την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής.
(3)Ψέματα που λέχθηκαν από τον κατηγορούμενο, είτε εντός είτε εκτός δικαστηρίου, μπορούν να αποτελέσουν περιστατική μαρτυρία σε βάρος του εφόσον ικανοποιούνται τα ακόλουθα τέσσερα κριτήρια:- (α) Το ψέμα πρέπει να είναι ηθελημένο. (β) Πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα. (γ) Το κίνητρο για το ψέμα πρέπει να είναι η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας. Το δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου ότι είναι ενδεχόμενο κάποιος να λέει ψέματα στην προσπάθεια του, για παράδειγμα, να προβάλει μια δίκαιη υπόθεση ή από ντροπή ή από πανικό. (δ) Το ψέμα πρέπει να αποδεικνύεται με ανεξάρτητη μαρτυρία, δηλαδή είτε με παραδοχή είτε με μαρτυρία από ανεξάρτητο μάρτυρα. (Βλ., Phipson on Evidence, 14th Edition, 1990, paragraph 14-22, Cross on Evidence, 7th Edition, 1990, pages 249-250, Γ.Π.Κακογιάννη "Η Απόδειξη", 1983, παράγραφοι 12-23, 12-24, 12-25, Blackstone΄s Criminal Practice [1995] F 5.24 και F5.26, Archbold, 1998, paragraphs 4-402 και 402α, Tumahole Bereng v. King [1949] A.C. 253, R. v. Lucas [1981] 73 Cr.App.R. 159, R. v. Goodway [1993] 98 Cr. App. R. 11, R. v. Strudwick and Merry, [1994], 99 Cr.App.R. 326). Μέσα στα πλαίσια των πιο πάνω αρχών κινήθηκε και το κυπριακό Εφετείο στις υποθέσεις Vouniotis v. Republic
(1975)2 C.L.R. 34, Αλ-Χάματ και Άλλων ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172. Στην απόφασή του το Κακουργιοδικείο, αφού παρέθεσε τα τέσσερα κριτήρια που πρέπει να ικανοποιούνται για να μπορούν τα ψέματα που λέχθηκαν από τον κατηγορούμενο, είτε εντός είτε εκτός δικαστηρίου, να αποτελέσουν περιστατική μαρτυρία σε βάρος του, κριτήρια που τέθηκαν από τον Αρχιδικαστή Lane στην υπόθεση R. v. Lucas (αρχή
(3)πιο πάνω), προχώρησε λέγοντας τα εξής:- "Εφόσον πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις η απόρριψη της θέσης του κατηγορούμενου η οποία περιβάλλεται από το ψέμα μπορεί ανάλογα με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε να αποτελέσει στοιχείο το οποίο να καταδείχνει ενοχή." Στη συνέχεια, στο τέλος της απόφασης, το Κακουργιοδικείο κατέληξε λέγοντας τα εξής:- "... Έχουμε ήδη δώσει τους λόγους που απορρίψαμε την εκδοχή του (του εφεσείοντα) έτσι που το ψεύδος στο οποίο κατέφυγε να οδηγεί σε συμπέρασμα ενοχής. ..." ». Η πραγματική μαρτυρία, όπως αποτυπώθηκε στο σχεδιαγράφημα, από τα ίχνη πλαγιολίσθησης και φάνηκε στο σχέδιο είναι καθοριστική στο ζήτημα του εάν υπήρξε ή όχι ανακοπή της πορείας της τετράτροχης μοτοσικλέτας, ανεξαρτήτως των ψευδών του Κατηγορουμένου. Μπορεί να μην αποδεικνύει πώς έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί πολύτιμο υλικό και με βάση αυτό το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβηκε ένα δυστύχημα (βλ. Meshiou v. Eleftheriou
(1982)1 C.L.R. 486 και Charalambous and another v. Kaifas
(1986)1 C.L.R. 278, Αντώνη Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 307, Γιαννάκης Σοφοκλέους v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 218, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)) Ευρήματα Με βάση την αξιόπιστη ενώπιόν μου μαρτυρία, ως πιο πάνω την ανέλυσα, καθώς και μέσα από παραδεκτά γεγονότα, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα:
  1. Ο Κατηγορούμενος οδηγώντας στις 31/12/2016 και περί τις 17:00, στη συμβολή των οδών Ανεξαρτησίας και Αγ. Γεωργίου Ξορινού στο Αλεθρικό έστριψε, ελαττώνοντας πρώτα ταχύτητα. Δεν έδειξε με δείκτη του οχήματός του ότι θα έστριβε. Είχε αναμμένα τα φώτα του αυτοκινήτου του. Είχε αρχίσει να βραδιάζει.
  2. Η μοτοσικλέτα από απόσταση 40 μέτρων άρχισε να μετακινείται απότομα δεξιά, να διολισθαίνει και να συγκρούεται με κιγκλίδωμα και να καταλήγει ο οδηγός της στην άσφαλτο με αποτέλεσμα το σοβαρό τραυματισμό του (κρανιοεγκεφαλική κάκωση) και μετέπειτα το θάνατό του. Με δεδομένο ότι συνήθως υπάρχει χρόνος αντίδρασης δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι όταν έστριβε βρισκόταν σε πολύ μεγαλύτερη απόσταση
  3. Ο Κατηγορούμενος, αφού έστριψε και εισήλθε στη Ξορινού και μπορώ να δεχθώ την εκδοχή του, με βάση και την κλίση του δρόμου ότι δεν εντόπισε το δυστύχημα. Σταμάτησε σε απόσταση 30 μέτρων μετά τη στροφή. Ο δρόμος στον οποίον έστριψε είχε απότομη κλίση. Δέχομαι επίσης ότι δεν αντιλήφθηκε τον αυτόπτη μάρτυρα.
  4. Η μοτοσικλέτα είχε ακατάλληλα ελαστικά για χρήση σε οδό (προορίζονταν για χωματόδρομους), φθαρμένα (βλ. Έκθεση Τεκμ. 35), με μη επαρκή αέρα (βλ, μαρτυρία Μ.Κ. 3) και ο οδηγός της δεν φορούσε κράνος. Η μοτοσικλέτα δε ήταν δύσκολο να κρατηθεί σε ευθεία.
  5. Για άγνωστο λόγο δεν έγινε αιματολογική εξέταση. Επρόκειτο για παραμονή Πρωτοχρονιάς, όπου αποτελεί δικαστική γνώση ότι -καλώς ή κακώς- εθιμικά λαμβάνουν χώρα διάφορες μεσημεριανές διασκεδάσεις με κατανάλωση ποτού στις οποίες καταναλώνεται και αλκοόλ και αυτή η πτυχή έπρεπε να διερευνηθεί λογικά. Νομικές Αρχές Οι βασικές νομικές αρχές που διέπουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 210 Π.Κ. σε σχέση με την οδήγηση, έτυχαν λεπτομερούς ανάλυσης από τη συνάδελφό μου Στέλλα Χριστοδουλίδου-Μέσσιου Ε.Δ., η οποία στα πλαίσια της υπόθεσης 14271/09 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ελευθέριου Θεοδώρου, απόφαση ημερομηνίας 12/1/2012, όπου και ανέφερε τα ακόλουθα: «Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι το ζητούμενο είναι η απόδειξη του ότι ο Κατηγορούμενος προκάλεσε τον θάνατο του θύματος λόγω κάποιας αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Οι προαναφερόμενοι όροι υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Κώστας Ζυπιτής ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 7223 και 7224, ημερ. 22.4.2003, Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409). Στην υπόθεση Μαυρομάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 69 αναφέρονται τα εξής σχετικά με τους βαθμούς αμέλειας ως αυτοί εμπεριέχονται στα διάφορα άρθρα του Ποινικού Κώδικα: «Η Κυπριακή νομολογία επί του θέματος της ποινικής αμέλειας αποτελείται από μια σειρά αποφάσεων. Αρχίζει με την υπόθεση Rayas v. The Police 19 C.L.R. 308, όπου για πρώτη φορά αποφασίστηκε ότι μόνο η "ποινική αμέλεια" (criminal negligence) τιμωρείται βάσει του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 στην έκδοση των Νόμων της Κύπρου του 1959 (και τότε άρθρο 204 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.13). Στην ίδια υπόθεση αποφασίστηκε ότι η ποινική, όπως ονομάζεται, αμέλεια, που απαιτείται για την απόδειξη ευθύνης με βάση το νυν άρθρο 210 είναι μικρότερου βαθμού από την υπαίτιο αμέλεια (culpable negligence) που απαιτείται για απόδειξη της ευθύνης για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, αλλά μεγαλύτερου βαθμού από την αμέλεια που απαιτείται για να ευσταθήσει ευθύνη για το αδίκημα της οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα, αμέλεια που βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με την αστική αμέλεια (civil law negligence). Με άλλα λόγια, έχει δημιουργηθεί μια κλίμακα ευθύνης όσον αφορά το βαθμό αμέλειας που απαιτείται για διάφορα αδικήματα του Ποινικού Κώδικα, αρχής γενομένης με το άρθρο 205. Το άρθρο 205, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 5 του Νόμου 3/62, προβλέπει ότι πρόσωπο που επιφέρει το θάνατο άλλου με παράνομη πράξη ή παράλειψη που συνιστά υπαίτιο αμέλεια χωρίς να υφίσταται πρόθεση πρόκλησης θανάτου, είναι ένοχος του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας. Το άρθρο 205 απαιτεί τον υψηλότερο βαθμό αμέλειας. Η αμέλεια του άρθρου 205 συνίσταται σε υπαίτιο αμέλεια, όρος που εισάγει το στοιχείο της αλόγιστης πράξης (recklessness). Ακολουθεί το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα το οποίο αρχικά απέκλειε, όπως και το άρθρο 236, την υπαίτιο αμέλεια. Στη συνέχεια όμως το άρθρο 210 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικού) Νόμου του 1989, (Ν. 111/89), σύμφωνα με το οποίο όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτιο αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου, είναι ένοχος πλημμελήματος. Η εισαγωγή της έννοιας της αλόγιστης πράξης που γίνεται με την τροποποίηση του νόμου 111/89, έννοια που στην αρχική διατύπωση του άρθρου 210 δεν υπήρχε, δυνατό να έχει εισάξει στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος την έννοια της αλόγιστης συμπεριφοράς (recklessness) όπως αυτή ερμηνεύεται στις αποφάσεις R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961 (H.L.) και R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 στις οποίες αναλύεται εκτενώς το θέμα της αλόγιστης πράξης.» Στην υπόθεση R. V. Lawrence [1981] 1 AllER αναφέρθηκαν τα εξής: « . is not merely driving without due care and attention but driving in a manner that creates an obvious and serious risk of causing physical injury to any other road user or substantial damage to property. The mens rea of the offence is driving in such a manner without giving any thought to the risk or, having recognised that it exists, nevertheless taking the risk. It is for the jury to decide whether the risk created by the accuseds' driving was both obvious and serious, the standard being that of the ordinary prudent motorist as represented by themselves.» Στην υπόθεση R. v. Caldwell [1981] 1 AllER 961 η Αγγλική Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι: « ... the term ' reckless' was used not as a term of legal art but in the popular or dictionary sense of meaning ' careless, regardless or heedless of the possible harmful consequences of one's act. As such the term encompassed both a decision to ignore a risk or harmful consequences flowing from an act which the accused had recognised as existing and also a failure to give any thought to whether there was any risk in circumstances where, if any thought were given to the matter, it would be obvious that there was." Έχει νομολογηθεί ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα (βλ. Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6753, ημερ. 23.2.2000). Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή, στην μία περίπτωση αναζητείται το κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνο που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό, ενώ στην άλλη περίπτωση, αν η ορισμένη πράξη η συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η δε απόδειξη μίας επικίνδυνης πράξης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Παραθέτω προς τούτο απόσπασμα σε μετάφραση από την πιο πάνω απόφαση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μια αιτία». Στην απόφαση Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115 αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: Εν πρώτοις, δεν μπορούμε να συμμεριστούμε την αντίληψη πως στην R. v. Gosney, η επικίνδυνη οδήγηση εξομοιώθηκε προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα. Ούτε και νομίζουμε πως η διαφορά μεταξύ των δυο αφορά στο βαθμό του σφάλματος για την ορισμένη συμπεριφορά ή κατάσταση. Περαιτέρω δεν δικαιολογείται η κατάταξη μιας πράξης ή συμπεριφοράς ως εκ προοιμίου συνιστώσας το ένα κατ΄ αποκλεισμό του άλλου. Στη μια περίπτωση αναζητούμε αν το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό. Στην άλλη, αν η ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Στην R. v. Gosney η οδηγός κατηύθυνε το αυτοκίνητό της στο λανθασμένο ρεύμα κυκλοφορίας και το ερώτημα ήταν αν αυτή η εξ αντικειμένου επικίνδυνη ενέργεια μπορούσε να εξουδετερωθεί ως παράγων, από μαρτυρία που θα έδειχνε πως δεν έφταιγε γι΄ αυτό. Η θέση που ήθελε να προωθήσει ήταν πως παραπλανήθηκε από τη διαμόρφωση του δρόμου και την έλλειψη κατάλληλων οδικών σημάτων. Αποφασίστηκε πως ήταν λανθασμένος ο αποκλεισμός αυτής της μαρτυρίας. Το αδίκημα δεν ήταν απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, όπως και στην περίπτωση της οδήγησης χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα και είναι από αυτή την άποψη, όπως εξηγείται, που δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ εκείνου του αδικήματος και της επικίνδυνης οδήγησης. Ως προς δε την έννοια του σφάλματος που αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 224. "Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case. A fault in that sense, even though it might be slight, even though it be a momentary lapse, even though normally no danger would have arisen from it, is sufficient. The fault need not be the sole cause of the dangerous situation. it is enough if it is, looked at sensibly, a cause. Σε μετάφραση: "Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μια αιτία.". ............. Όπως αναφέρθηκε, περαιτέρω στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέας Σαζός, Ποιν. Εφ. 6853, ημερ. 19.1.2001, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney
(1971)55 Crim. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 223). Η δε λέξη «επικίνδυνος» στην συνήθη της γραμματική έννοια, σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο. Όσον αφορά στον όρο «απερίσκεπτη οδήγηση», στην R. V. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 αποφασίστηκε ότι η ένοχη σκέψη υπάρχει όταν ένας οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που εμπεριέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτόν τον τρόπο. Όπως αναφέρθηκε, σε σχέση με το ίδιο θέμα στην απόφαση Γενικού Εισαγγελέα ν. Αντώνη Χρυσοστόμου, Ποιν. Εφ. 7103, ημερ. 8.10.2002: «Δεν στοιχειοθετείται απερίσκεπτη ενέργεια ή συμπεριφορά απλώς με την απόδειξη αμελούς οδήγησης, με την έννοια της οδήγησης του εξ αντικειμένου υπολείπεται της αναμενόμενης από το μέσο συνετό οδηγό. Υπεισέρχεται ως συστατικό του όρου, με τη συνήθη του έννοια, υποκειμενικό στοιχείο. Αυτό είναι συναρτημένο προς τη συγκεκριμένη ενέργεια, στην οδήγηση εφόσον συζητούμε για τέτοια περίπτωση». Και πιο κάτω στην ίδια απόφαση: «Όμως, σε κατηγορία δυνάμει του άρθρου 210 για απερίσκεπτη πράξη ή συμπεριφορά, το ζήτημα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης του αυτοκινήτου. Η απερισκεψία, ως στοιχείο τέτοιας κατηγορίας, μπορεί να μη συνδέεται με αυτό καθ΄ εαυτό τον τρόπο της οδήγησης. Παραπέμπουμε συναφώς στη νομολογία που συνοψίζεται στον Wilkinson's Road Traffic Offences 4η έκδοση παράγραφοι 1-302 και 1-307 σε σχέση με τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος και στις περιπτώσεις οδήγησης με γνώση ελαττώματος στο αυτοκίνητο ή με γνώση του κινδύνου το φορτίο του να πέσει ή μετά από κατανάλωση οινοπνεύματος σε βαθμό που επηρέαζε την ικανότητα οδήγησης. Αυτά, βεβαίως, υπό τη βασική προϋπόθεση της θεμελίωσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πιο πάνω και του αποτελέσματος. Όπως και στην περίπτωση άλλης νομολογίας στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1-307 του πιο πάνω συγγράμματος στην οποία, σε κατηγορία για πρόκληση θανάτου από απερίσκεπτη οδήγηση, κρίθηκε σχετική η προσαγωγή μαρτυρίας για οδήγηση από «μαθητευόμενο» οδηγό χωρίς την προβλεπόμενη επιτήρηση. Η έννοια της απερίσκεπτης πράξης καθορίζεται ευκρινώς στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233 στη σελίδα 239, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όσον αφορά την έννοια της απερίσκεπτης (reckless) οδήγησης σχετική είναι η απόφαση R. v. Lawrence [1981] 1 All E.R. 974, όπου αποφασίστηκε ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea) με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. (Δέστε και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961).» Σημειώνω, περαιτέρω, ότι, όπως έχει νομολογηθεί, θέματα που έχουν σχέση με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής (Γιαννάκης Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 161/05, ημερ. 3.3.2006).» ............. Με βάση τα ευρήματά μου επί των γεγονότων, δεν μπορώ να θεωρήσω με βεβαιότητα ότι αυτό που οδήγησε στην εκτροπή της μοτοσικλέτας ήταν η ανακοπή της πορείας της από το όχημα του Κατηγορούμενου το οποίο έστριψε αφού ελάττωσε - και δεν υπήρξε μαρτυρία ότι έστριψε με κάποιο απότομο τρόπο-, έστω και με μη χρήση δείκτη πορείας. Δεν υπάρχει επαρκής μαρτυρία για την ακριβή ταχύτητα των οχημάτων, αφού δεν υπήρξαν ίχνη τροχοπέδησης, ως εξήγησε ο Μ.Κ.3. Μπορώ όμως με βάση τη μαρτυρία του Μ.Κ.4, να θεωρήσω ότι τα οχήματα κινούνταν με κανονική ταχύτητα. Από την άλλη είχαμε μία μοτοσικλέτα της οποίας υπήρξε απότομη μετακίνηση από μεγάλη απόσταση (40 μέτρα από τη στροφή που εάν προστεθεί και ο λογικός χρόνος αντίδρασης εάν όντως σχετιζόταν η αντίδραση με το στρίψιμο του Κατηγορούμενου, τότε μπορούμε εύλογα να υπολογίζουμε αρκετά μεγαλύτερη των 40 μέτρων απόσταση) και μεγάλη ορατότητα προς τη στροφή. Η μοτοσικλέτα δυσκολευόταν να κρατηθεί σε ευθεία και είχε ακατάλληλα ελαστικά -μη κατάλληλα για δρόμο, αλλά για χωματόδρομο και φθαρμένα-. Δεν υπήρξε πλήρης διερεύνηση των συνθηκών του ατυχήματος, αφού θα αναμενόταν λογικά να λάβει χώρα μία αιματολογική εξέταση που μπορεί να έδινε περισσότερες εξηγήσεις για το τι συνέβηκε. Δεν μπορεί με τα πιο πάνω δεδομένα να υπάρξει η απαραίτητη για μία ποινική υπόθεση βεβαιότητα ώστε να καταλήξω σε ανακοπή της πορείας της μοτοσικλέτας από το όχημα του Κατηγορούμενου και να συνδεθεί αιτιακά η εκτροπή της τετράτροχης μοτοσικλέτας με το στρίψιμο από τον Κατηγορούμενο. Δεν μπορώ να προβαίνω σε υποθέσεις (Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71). Πρόκειται, όπως προανέφερα, για μία ποινική υπόθεση με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης και δεν έχει αποσείσει αυτό το βάρος από τους ώμους της η Κατηγορούσα Αρχή. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η παρούσα περίπτωση, αναδεικνύει ακόμη μια φορά το σοβαρό πρόβλημα της ανεξέλεγκτης χρήσης μηχανοκίνητων οχημάτων με σοβαρή παράλειψη συμμόρφωσης σε προδιαγραφές, όπως το προστατευτικό κράνος ή τα κατάλληλα ελαστικά. Γενικά όμως, επισημαίνω ότι δεν είναι κατάλληλοι οι περισσότεροι δρόμοι στην Κύπρο, ούτε για δίκυκλα -ποδήλατα, μοτοσικλέτες ή και τα τελευταίως εμφανισθέντα και οδηγούμενα πολλές φορές και από ανηλίκους σκούτερ-, ούτε και για τετράτροχες μοτοσικλέτες, όπως στην παρούσα υπόθεση. Πολλές οδοί δεν διαθέτουν το απαραίτητο πλάτος για να χρησιμοποιούνται με ασφάλεια από δίκυκλα, ενώ το πρόβλημα επιτείνεται από τον υπερπληθυσμό από αυτοκίνητα, την έλλειψη οδικού φωτισμού σε πολλά σημεία, αλλά και το πεπαλαιωμένο κάποιων δρόμων. Υπάρχει δε έλλειψη δικτύου δημοσίων συγκοινωνιών, το οποίο με επάρκεια να εξυπηρετεί τον πληθυσμό, με αποτέλεσμα πολλά άτομα ακόμη και όταν δεν νιώθουν ικανά, ξεκούραστα ή νηφάλια για να οδηγήσουν, να το πράττουν πάρα ταύτα, από την ανάγκη τους να μεταβούν εκεί όπου επιθυμούν, και δυστυχώς, ειδικά σε σχέση με δίκυκλα, κυριαρχεί μία νοοτροπία και εκδηλωθείσα συμπεριφορά υποτίμησης μοτοσικλετιστών ή ποδηλατών από τους οδηγούς των αυτοκινήτων. Υπάρχει δε ελλιπής έλεγχος και είναι με λύπη -χωρίς να καταλογίζω ή να αποδίδω ευθύνες στην εκτελεστική εξουσία, εφόσον τέτοια αρμοδιότητα δεν έχω- που παρατηρούμε την καθυστέρηση, πέραν των 10 ετών, της αναγκαίας μαζικής εγκατάστασης και χρησιμοποίησης καμερών τροχαίας, που θα ελέγχουν αποτελεσματικά την ταχύτητα και πιθανόν κι άλλες τροχαίες παραβάσεις, σε μία εποχή ραγδαίας τεχνολογικής εξέλιξης (ενώ στο εξωτερικό αυτή είναι μία κοινή κι επιτυχημένη πρακτική, κυρίως για σκοπούς πρόληψης). Έχω βεβαίως κρίνει την υπόθεση στα γεγονότα της και αυτό θα πράττω με κάθε υπόθεση ενώπιόν μου. Οφείλω όμως να προβώ στην καταγραφή της γενικότερης κατάστασης που επικρατεί στο οδικό δίκτυο της Κυπριακής Δημοκρατίας και να επισημάνω ότι η δίωξη και η τιμωρία όπου πρέπει, ακόμη και με αυστηρές ή αυστηρότερες ποινές, δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν από μόνες τους ένα χρονίζον πρόβλημα, το οποίο όλο κι επιδεινώνεται και θα συνεχίσει να επιδεινώνεται εάν δεν ληφθούν δέοντα μέτρα άμεσα (δηλαδή δίχως άλλο) κι αμέσως(δηλαδή χωρίς περαιτέρω χρονοτριβή). Ειδάλλως, θα συνεχίσουμε να θρηνούμε ως κοινωνία θύματα τροχαίων δυστυχημάτων- πολλά από τα οποία θα μπορούσαν να προληφθούν-. Κατάληξη Συνεπώς, βασιζόμενος στο σκεπτικό που ανέπτυξα στις σελ. 22-23 πιο πάνω και βρίσκοντας ότι δε συνδέεται αιτιακά κάποια οδική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου με το θάνατο του άτυχου οδηγού της τετράτροχης μοτοσικλέτας, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε σχέση με την Κατηγορία την οποίαν αντιμετωπίζει. ............ Ξενής Ξενοφώντος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.