Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης 3829/2018, 31/7/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:B57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 3829/2018 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας -ν- ΧΧΧΧΧΧΧΧ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κατηγορουμένου -------- Ημερομηνία: 31/7/2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ναθαναήλ (για να ακούσει απόφαση η κα Πίπη) Για Κατηγορουμένo: κ. Μαυρομμάτης Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή O Κατηγορούμενος κατηγορείται για οδήγηση οχήματος υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, κατά παράβαση των άρθρων 11Α, 11Β, 11Γ, 11Ε, 11Ζ, 11Η και 11Θ του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/1986. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος, στις 11/2/2018, ο Κατηγορούμενος στη Λάρνακα οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα ενώ τελούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα ότι μετά από εργαστηριακή εξέταση του σάλιου του ανιχνεύθηκε ουσία Δ.9- Τετραυδροκανναβινόλη (Δ.9 - THC). H ουσιαστική σε σχέση με τη διάπραξη του ισχυριζόμενου αδικήματος νομοθετική πρόνοια είναι το άρθρο 11(B) του εν λόγω Νόμου, το οποίο προβλέπει ότι: « Οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών 11Β. Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή αποπειράται να οδηγήσει οποιοδήποτε όχημα σε οποιαδήποτε οδό ενώ τελεί υπό την επήρεια ναρκωτικών, διαπράττει αδίκημα.» Το άρθρο 11(E) του Νόμου προνοεί τι λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς απόδειξης της παραβίασης του άρθρου 11Β του Νόμου και το άρθρο 11Ζ προβλέπει τις επιβαλλόμενες ποινές εάν ένα πρόσωπο διαπιστώνεται ότι έχει διαπράξει το εν λόγω αδίκημα. Τα συγκεκριμένα άρθρα έχουν ως ακολούθως: « Απόδειξη παραβίασης του άρθρου 11Β 11Ε.-
(1)Για σκοπούς απόδειξης της παραβίασης των διατάξεων του άρθρου 11Β λαμβάνονται υπόψη μόνο τα αποτελέσματα της εργαστηριακής εξέτασης, δεδομένου ότι σε αυτά έχουν εντοπιστεί ναρκωτικά ανεξάρτητα από την ποσότητα.
(2)Τα αποτελέσματα της εργαστηριακής εξέτασης περιλαμβάνονται σε εργαστηριακή έκθεση που υπογράφεται από χημικό που υπηρετεί στο Γενικό Χημείο του Κράτους, η οποία αποστέλλεται στην Αστυνομία για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου.
(3)Ο Διευθυντής Τμήματος Οδικών Μεταφορών ενημερώνεται από την Αστυνομία αναφορικά με την αναστολή του δικαιώματος κατοχής ή απόκτησης άδειας οδήγησης, μετά από σχετική απόφαση του Δικαστηρίου. ........ Αδικήματα και ποινές 11Ζ.-
(1)Πρόσωπο το οποίο διαπράττει αδίκημα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11Β και του εδαφίου
(7)του άρθρου 11Γ, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€3.500) ή σε στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)χρόνια ή σε όλες ή σε οποιαδήποτε ή σε οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω ποινές." Λεπτομερέστερη αναφορά και ανάλυση στο βαθμό που καθίσταται αναγκαίο των εν λόγω προνοιών θα γίνει σε μεταγενέστερο σημείο της παρούσας απόφασης. Μαρτυρία Για την Κατηγορούσα Αρχή, έδωσαν μαρτυρία 3 πρόσωπα και κατατέθηκε αριθμός Τεκμηρίων. O Κατηγορούμενος, μετά την κλήση του σε απολογία έδωσε κι εκείνος μαρτυρία ενόρκως. O M.K.1 Αστ. XXXXX Κ. Παπακυριακού είναι αποσπασμένος στον Αστυνομικό Σταθμό Κιτίου. Σύμφωνα με την κατάθεσή του Τεκμήριο 1, στις 11/2/2018, στις 0:240 ανέκοψε για έλεγχο αλκοόλης όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, ο οποίος μύριζε έντονα κάνναβη και φαινόταν συγχυσμένος και φοβισμένος. Από τον οδηγό ζητήθηκε να δώσει δείγμα σάλιου για προκαταρκτική εξέταση τύπου narcotest, αφού πρώτα του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και ότι τυχόν άρνηση ή αποφυγή να δώσει τέτοιο δείγμα συνιστούσε ποινικό αδίκημα και ότι σε τέτοια περίπτωση θα υπόκειτο σε σύλληψη και αυτός αποδέχθηκε. Η προκαταρκτική εξέταση, που διενεργήθηκε με τη χρήση μίας συσκευής έδωσε θετική ένδειξη. Ο ίδιος γνωστοποίησε στον οδηγό το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής εξέτασης και τον πληροφόρησε ότι έπρεπε να δώσει πρόσθετο δείγμα και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι είχε καπνίσει το πρωί ένα τσιγάρο κάνναβης. Σε έρευνα που έγινε βρέθηκε πλαστικό δοχείο που περιείχε φυτική ύλη κάνναβη. Ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε ότι είναι δικό του, στη συνέχεια ανέφερε ότι είναι χρήστης και στη συνέχεια μεταφέρθηκε ο Κατηγορούμενος και το όχημά του στα γραφεία της ΥΚΑΝ και μετέβηκε ο ίδιος στην Τροχαία Λάρνακας όπου παρέδωσε το συσκευασμένο δείγμα σάλιου για αποστολή στο Κρατικό Χημείο. Ως ανέφερε περαιτέρω ο Μ.Κ.1, ο Κατηγορούμενος ήταν συγχυσμένος, το ίδιο και οι κινήσεις του και στην κατοχή του βρέθηκε κάνναβη. Η συσκευασία του τελικού δείγματος στάλθηκε στο κρατικό χημείο μέσω άλλου μέλους της Αστυνομίας, όπως στάλθηκε κι έντυπο με στοιχεία του οδηγού και τη λήψη του δείγματος. Για το αποτέλεσμα πληροφορήθηκε ο Κατηγορούμενος από τον εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Κ.3). Ο Μ.Κ.1 εξήγησε επίσης ότι υπάρχει συσκευή με την οποία λαμβάνεται δείγμα σάλιου από τη γλώσσα και μετά από 10 λεπτά μπορεί να διαφανεί το αποτέλεσμα και αφού γνωστοποιηθεί το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής ανάλυσης λαμβάνεται τελικό δείγμα από σάλιο το οποίο και συσκευάζεται και αποστέλλεται στο Γενικό Χημείο. Αντεξεταζόμενος, διευκρίνισε ότι ανακόπηκε τυχαία ο Κατηγορούμενος. Δεν προέκυψε κάποιο ζήτημα από τον έλεγχο αλκοόλης. Δεν έγινε αμέσως έλεγχος νάρκοτεστ γιατί δεν είχε μαζί του ο Μ.Κ.1 τη σχετική συσκευή. Από το αυτοκίνητο μύριζε έντονα κάνναβη. Η συσκευή που χρησιμοποιήθηκε για την προκαταρκτική εξέταση είναι μίας χρήσης και δεν φυλάσσεται για να μη διατηρείται το γενετικό υλικό οποιουδήποτε. Το δείγμα σάλιου λαμβάνεται με το να ζητείται από τον οδηγό να κάνει μία κίνηση με τη γλώσσα ανάμεσα στα ούλη και στα μάγουλα. Εξηγήθηκε αναλυτικά η λήψη και ο τρόπος επιβεβαίωσης ουσίας επί του δείγματος, Όπως είπε ο Μ.Κ.1, αναγράφεται σε κάθε κυψέλη στη μηχανή, το είδος των ναρκωτικών. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος υπέγραψε για λήψη του δείγματος. Όσον αφορά το τελικό δείγμα ανέφερε ότι καταστρέφεται μετά την πάροδο 30 ημερών και μέχρι τότε ήταν στην κατοχή του Γενικού Χημείου. Δεν προβλέπεται να δίνεται μέρος του δείγματος στον Κατηγορούμενο. Ο ίδιος παρέδωσε το τελικό δείγμα την ίδια μέρα. Ο ίδιος μετά τη μεταφορά του Κατηγορούμενου στην ΥΚΑΝ έδωσε κατάθεση κι έφυγε. Η Μ.Κ.2 XXXXX Λιβέρη εργάζεται στο Γενικό Χημείο της Κυπριακής Δημοκρατίας και συγκεκριμένα στο Εργαστήριο Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας από το 1996 μέχρι σήμερα. Ετοίμασε έγγραφο με τα αποτελέσματα των εξετάσεων της, σε σχέση με το δείγμα του Κατηγορούμενου, το οποίο και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 (ημερ. 27/2/2018). Ως εξήγησε, το δείγμα παραλήφθηκε από το Γενικό Χημείο του κράτους στις 12.2.2018 μετά από θετική ένδειξη σε προκαταρκτική εξέταση ανίχνευσης ναρκωτικών στο σάλιο που διενήργησε η Αστυνομία στον δρόμο βάσει του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/
- Μετά από αυτήν τη θετική ένδειξη πρέπει να ακολουθηθεί δεύτερη δειγματοληψία σάλιου για τη διεξαγωγή εργαστηριακής ανάλυσης για την επιβεβαίωση του αποτελέσματος της προκαταρκτικής εξέτασης. Το δείγμα αναλύθηκε με υγρή χρωματογραφία υψηλής απόδοσης συνδεδεμένη με διπλό φασματογράφο μάζας. Εξήγησε αναλυτικά τη μέθοδο εξέτασης του δείγματος και όπως ανέφερε χαρακτηριστικά το μηχάνημα με το οποίο έγινε η εξέταση είναι πολύ ψηλής υψηλής ακριβείας, ευκρίνειας, ευαισθησίας και κόστους, το οποίο πολύ λίγα εργαστήρια αυτήν τη στιγμή στον κόσμο μπορούν να διαθέσουν λόγω του υψηλού του κόστους. Κατά την εξέταση αυτή ανιχνεύτηκε η τετραϋδροκανναβινόλη, όπως αναφέρεται στην έκθεση. Τα αποτελέσματα είναι ακριβή με τη συγκεκριμένη τεχνολογία. Η ουσία που εντοπίστηκε στο δείγμα είναι τετραϋδροκανναβινόλη, η οποία είναι το δραστικό συστατικό του φυτού κάνναβης Sativa, φάρμακο τάξης Β. Το δείγμα το παρέλαβε από την κομιστή Αστυφύλακα XXXXX Μ. Αρτεμίου. Αντεξεταζόμενη, εξήγησε ότι η ίδια εξέτασε το δείγμα, το οποίο παρέλαβε σε σφραγισμένο φάκελο της Κυπριακής Δημοκρατίας που περιείχε σφραγισμένο φιαλίδιο δειγματοληψίας σάλιου με την ημερομηνία συλλογής του σάλιου και την ταυτότητα του οδηγού. Δέχθηκε ότι αν κάποιος έρθει σε επαφή με το χέρι του με το δείγμα αλλοιώνεται και ότι μπορεί να υπάρξει επιμόλυνση του δείγματος. Για την προσκόμιση του δείγματος είναι υπεύθυνη η Αστυνομία. Η διαδικασία για τη λήψη δείγματος, είναι κοινή και στο εξωτερικό. Δεν ειδοποίησε η ίδια τον Κατηγορούμενο για τα αποτελέσματα. Η ίδια δεν υπέδειξε στον Κατηγορούμενο ότι μπορούσε να ζητήσει να παραμείνει στη διάθεσή του το δείγμα καθότι αυτό ήταν αρμοδιότητα της Αστυνομίας. Η ουσία που ανευρέθηκε μπορεί να λήφθηκε 48 ώρες προηγουμένως. Η ίδια δεν προέβηκε σε ποσοτικό προσδιορισμό της ανευρεθείσας ποσότητας της απαγορευμένης ουσίας στο δείγμα. Το δείγμα καταστράφηκε αλλά δεν είχε κάποια έκθεση σε σχέση με την καταστροφή. Όταν ερωτήθηκε εάν λήφθηκε ή όχι η συγκατάθεση του Κατηγορούμενου για καταστροφή του δείγματος, η ίδια επέμενε ότι ο νόμος δεν το απαιτεί. Όλα τα δείγματα τυγχάνουν χειρισμού με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή καταστρέφονται από μία εταιρεία. Η Μ.Κ.3 εξεταστής της υπόθεσης Αστ. XXXXX Γ. Νικολάου υιοθέτησε ως μέρος της μαρτυρίας της, το περιεχόμενο κατάθεσής της Τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρεται στο ιστορικό της ανακοπής του Κατηγορούμενου και της λήψης των δειγμάτων. Στις 12/2/2018 παρέδωσε στην Αστ. 3732 Μ.Αρτεμίου το συσκευασμένο δείγμα σάλιου το οποίο εκείνη μετέφερε στο Γενικό Χημείο και το παρέδωσε στην Μ.Κ.
- Σύμφωνα με τη σχετική έκθεση στο δείγμα σάλιου του Κατηγορούμενου βρέθηκε κάνναβη ή/και ρητίνη κάνναβης. Στις 15/3/2018 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα, ο οποίος και απάντησε ότι παραδέχεται. Ως εξήγησε, δεν έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, γιατί δεν είχε κάτι να τον ρωτήσει. Εξήγησε ότι στην τροχαία Λάρνακας υπάρχει χώρος όπου φυλάσσονται τα δείγματα από narcotest τα οποία λαμβάνονται. Ανέφερε ότι δεν παραδίδεται στον Κατηγορούμενο η έκθεση του Κρατικού Χημείου που μέσω αυτής γνωστοποιείται το αποτέλεσμα. Δεν γνωρίζει αν καταστράφηκε το δείγμα. Υπάρχουν δύο συσκευασίες. Σε εκείνην παραδόθηκε η τελική συσκευή και αποστάλθηκε στην Αστ. XXXXX Μ. Αρτεμίου. Γενικά πληροφορείται ένας κατηγορούμενος ότι έχει δικαίωμα να μιλήσει με δικηγόρο. Αναφερόμενη στον Κατηγορούμενο εξήγησε ότι δεν εξέφρασε επιθυμία για δικηγόρο. Παραδέχτηκε o Κατηγορούμενος τη διάπραξη του αδικήματος αμέσως όταν ο Μ.Κ.3 τον έφερε στον αστυνομικό σταθμό. Έγινε επίσης παραδεκτό γεγονός η μεταφορά του δείγματος από την Αστ. XXXXX στο Γενικό Χημείο και η παράδοσή του στη Μ.Κ.2 στις 12/2/2018, αφού έγινε παραδεκτή η κατάθεση της, όπου και γίνεται η σχετική αναφορά. Ο Κατηγορούμενος έδωσε ενόρκως μαρτυρία. Όπως ανέφερε, μετά από έξοδο με φίλους, επέστρεφε στις 2:30 το πρωί και κάποιος αστυνομικός τον σταμάτησε για έλεγχο άλκοτεστ με αρνητικό εύρημα. Ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο δείγμα για νάρκοτεστ και του αναφέρθηκε ότι είναι θετικό. Δεν του επιδείχθηκε το μηχάνημα. Ο εν λόγω αστυνομικός προχώρησε σε έλεγχο στο αυτοκίνητο, όπου και βρέθηκαν ίχνη κάνναβης. Ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε έγγραφη συγκατάθεση για τον έλεγχο. Έγινε έρευνα και στη φίλη του Κατηγορούμενου. Ο αστυνομικός δε χρησιμοποίησε γάντια. Στη συνέχεια μετέφερε τον Κατηγορούμενο στην ΥΚΑΝ. Έδωσε κατάθεση. Του είπαν να κάνει 2ο νάρκοτεστ. Του έδωσαν τα κλειδιά του κι έφυγε. Το 2ο δείγμα λήφθηκε στην τροχαία (όχι στα γραφεία της ΥΚΑΝ). Δεν έδωσε γραπτή συγκατάθεση για 2ο δείγμα. Δεν δόθηκαν οι αναλύσεις του Χημείου (Τεκμήριο 3). Έλαβε γνώση για τη διαδικασία μετά από 1 μήνα. Δεν αποτάθηκε σε κάποιο χημικό. Το δείγμα είχε εξαφανιστεί. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι προηγουμένως ήταν έξω για φαγητό με φίλους. Όπως τόνισε δεν νομίζει ότι θα ξεχάσει εκείνη τη νύχτα. Επέμεινε ότι όταν τον ανέκοψε η Αστυνομία δεν μύριζε κάνναβη. Φοβήθηκε όταν υποβλήθηκε σε έλεγχο αλκοόλης. Όταν ρωτήθηκε σχετικά , ανέφερε ότι δε θυμάται αν είπε ότι είναι χρήστης ναρκωτικών. Όταν ρωτήθηκε αν είναι χρήστης, είπε ότι κάπνιζε κάποτε κανένα τσιγάρο. H κάνναβη έχει έντονη μυρωδιά, αλλά δεν δέχθηκε ότι είχε μύριζε το αυτοκίνητό του. Σε σχέση με την υπογραφή του Τεκμηρίου 6, ανέφερε ότι τον πήραν τηλέφωνο, του είπαν ότι πρέπει να υπογράψει και το έπραξε. Είδε μόνο τη 2η σελίδα. Γι' αυτήν είναι απολύτως σίγουρος. Του αναφέρθηκε πριν υπογράψει ότι τα αποτελέσματα ήταν θετικά. Δεν ζήτησε νομική συμβουλή και δεν γνώριζε ότι είχε δικαίωμα να δει δικηγόρο. Είδε το Τεκμήριο 3 (αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων), αλλά δεν θυμάται πότε. Όσον αφορά την παραδοχή του στη Γραπτή Κατηγορία Τεκμηριο 5 ισχυρίστηκε ότι την αντιλαμβάνεται, αλλά όταν ρωτήθηκε περαιτέρω, διευκρίνισε ότι η παραδοχή του ήταν ότι είχε καπνίσει (κάνναβη). Είχαν περάσει σχεδόν 24 ώρες από τη λήψη της ναρκωτικής ουσίας από εκείνον. Τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν στα πλαίσια της διαδικασίας ήταν τα ακόλουθα: - Κατάθεση του Μ.Κ.1 ημερ. 11/2/2018 (Τεκμήριο 1) - Έντυπο καταγραφής αποτελέσματος προκαταρκτικής εξέτασης για ανίχνευση ναρκωτικών σε δείγμα σάλιου οδηγού οχήματος, με τα στοιχεία του Κατηγορούμενου όπου και καταγράφεται ένδειξη 'Θετικό» σε σχέση με κάνναβη (Τεκμήριο 2) - Έκθεση Εξέτασης με αποτέλεσμα εξέτασης δειγμάτων, τα οποία αφορούν το δείγμα που παραλήφθηκε από τον Κατηγορούμενο και όπου αναφέρεται η ανίχνευση τετραυδροκανναβιβόλης, η οποία, ως αναφέρεται στην Έκθεση, υποδηλώνει τη λήψη κάνναβης ή/και ρητίνης κάνναβης (Τεκμήριο 3) - Κατάθεση της Μ.Κ.3 (Τεκμήριο 4) - Έντυπο κατάθεσης- γραπτής κατηγορίας του Κατηγορούμενου, όπου ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 11/2/2018 και ώρα 0240 στην οδό Μητροπόλεως στη Λάρνακα ενώ οδηγούσε συγκεκριμένο μηχανοκινητο όχημα, τελούσε υπό την επήρρεια ναρκωτικών ουσιών, ήτοι κάνναβης, έτσι ώστε η ικανότητά του για ασφαλή οδήγηση να είναι ελαττωμένη και απαντά «Παραδέχομαι», υπογράφοντας την παραδοχή του. Στην Κατάθεση υπάρχει σχετική προειδοποίηση προς τον Κατηγορούμενο ότι δεν είναι υπόχρεος να πει κάτι εκτός εάν το επιθυμεί, αλλά ό,τι αναφέρει θα γραφεί και πιθανό να δοθεί ως μαρτυρία (Τεκμήριο 5) - Έντυπο τιτλοφορούμενο ως «ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΔΗΓΟ ΤΩΝ ΤΕΛΙΚΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΝΑΡΚΟΤΕΣΤ», αποτελούμενο από 2 σελίδες. Σε αυτό αναφέρεται ότι η Μ.Κ.3 έχει γνωστοποιήσει στον Κατηγορούμενο τα αποτελέσματα εξέτασης για ανίχνευση ναρκωτικών στο δείγμα σάλιου που του είχε ληφθεί από την Αστυνομία και τα οποία αναγράφονται στην έκθεση του Γενικού Χημείου του Κράτους με συγκεκριμένο αριθμό αναφοράς που αντιστοιχεί στο Τεκμήριο
- Το έντυπο είναι συμπληρωμένο χειρόγραφα στην 1η σελίδα στο μέρος «ΘΕΤΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ» ως ακολούθως: «Δηλώνω ότι έχω ενημερωθεί για τα τελικά αποτελέσματα του Νάρκοτεστ τα οποία αναγράφονται στην έκθεση εξέτασης του Γενικού Χημείου του Κράτους με Αρ. Γ.Χ. 00341/F/
- και τα οποία είναι θετικά. Έχω ενημερωθεί επίσης, ότι το δείγμα σάλιου θα καταστραφεί από το Γενικό Χημείο του Κράτους μετά την πάροδο
(30)τριάντα ημερών από σήμερα.» Υπάρχει και σχετικό μέρος που αφορά αρνητικά αποτελέσματα, το οποίο δεν είναι συμπληρωμένο, αλλά ούτε και διαγεγραμμένο, που ξεκινά από τη 2η σελίδα. Η 2η σελίδα περιέχει την υπόγραφή του Κατηγορούμενου. (Τεκμήριο 6) - Κατάθεση Γ/Αστ XXXXX Μ. Αρτεμίου σε σχέση με τη μεταφορά του δείγματος σάλιου στο κρατικό χημείο και την παράδοσή του στη Μ.Κ.2 (Τεκμήριο 7) Η θέση της Υπεράσπισης Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κ. Μαυρομμάτης, καταχώρησε Γραπτή Αγόρευση όπου και προβάλλει σειρά επιχειρημάτων υπέρ της αθώωσης του Κατηγορούμενου. Προέβαλε επίσης σειρά ισχυρισμών και από το εκ πρώτης όψεως στάδιο που έκρινα ότι είναι ορθό να εξεταστούν σε αυτό το στάδιο. Οι εισηγήσεις του κ. Μαυρομμάτη θα εξεταστούν στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο, με δεδομένο ότι το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξεταστεί η διάπραξη ή μη του αδικήματος που περιέχεται στην Πρώτη Κατηγορία. Θα αναφερθώ περιληπτικά στις εισηγήσεις του κ. Μαυρομμάτη. Συγκεκριμένα εισηγείται ο κ. Μαυρομμάτης, ότι δεν προσκομίσθηκαν ως τεκμήριο η αρχική συσκευή μίας χρήσης που χρησιμοποίησε ο Μ.Κ.1, δεν προσκομίσθηκε φωτογραφικό υλικό ή άλλο στοιχείο σε σχέση με την εν λόγω συσκευή. Δεν προσκομίστηκε επίσης στο Δικαστήριο το σχετικό φιαλίδιο, ούτε και αποτελέσματα της εργαστηριακής ανάλυσης του δείγματος σάλιου του Κατηγορούμενου, αν και η Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε ότι τα είχε στην κατοχή της και τα υπέδειξε στον Κατηγορούμενο. Επίσης ότι ενώ λήφθηκε γενετικό υλικό αυτό καταστράφηκε με την παρέλευση 30 ημερών και ουδέποτε πληροφορήθηκε ο Κατηγορούμενος και δεν ερωτήθηκε εάν ήθελε ο ίδιος να προβεί σε εργαστηριακή ανάλυση. Το Κατηγορητήριο καταχωρήθηκε μετά στην καταστροφή του δείγματος. Τέλος, η αστυνομικός που διερεύνησε την υπόθεση δεν έλαβε κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, αλλά απλώς τον κατηγόρησε στηριζόμενη στην κατάθεση. Εισηγείται περαιτέρω ότι παραβιάστηκε η αρχή της ισότητας των όπλων, ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη και ότι δεν αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο όλη η σχετική μαρτυρία εναντίον του Κατηγορούμενου. Υποβάλλει ότι με τον τρόπο που διερευνήθηκε η υπόθεση, ο Κατηγορούμενος δεν έχει ενώπιόν του τα αποτελέσματα της εργαστηριακής ανάλυσης για να προχωρήσει σε δικές του ερωτήσεις και ότι ο Κατηγορούμενος έχει αποκλειστεί εντελώς από τη δυνατότητα αμφισβήτησης των διαπιστώσεων της χημικού του Γενικού Χημείου. Κατά τον κ. Μαυρομμάτη, η διάταξη του νόμου που ποινικοποιεί το αδίκημα, απαιτεί την απόδειξη επήρειας και δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος τελούσε υπό την επήρεια της απαγορευμένης ουσίας, δηλαδή να έχει επηρεαστεί η ικανότητα του Κατηγορούμενου για οδήγηση ώστε να μη δύναται να οδηγεί. Στην προκειμένη περίπτωση, επειδή έχει δημιουργηθεί η πεπλανημένη αντίληψη ότι με βάση τη μαρτυρία της χημικού κας Λιβέρη ανιχνεύθηκε συγκεκριμένη ουσία κι έτσι υποδηλώνεται η λήψη ναρκωτικής ουσίας, αυτό αποτελεί από μόνο του αμάχητο τεκμήριο ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημά του τελώντας υπό την επήρεια ναρκωτικών. Η δημιουργία ενός τέτοιου τεκμηρίου, ως εισηγείται, είναι αντισυνταγματική. Όπως επίσης υποβάλλει ο κ. Μαυρομμάτης, όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας αντιμετώπισαν τον κατηγορούμενο ως ένοχο και παραβιάστηκε το τεκμήριο αθωότητας του, με χαρακτηριστικότερη τη Μ.Κ.3 η οποία θεώρησε ότι δεν χρειάστηκε να λάβει κατάθεση από τον Κατηγορούμενο και δεν του έδωσε την ευκαιρία να πει τη δική του θέση. Δεν ενδιαφέρθηκαν οι διωκτικές αρχές να λάβουν τη θέση του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος τέθηκε σε αντεξέταση από τη δημόσια Κατήγορο σε ζητήματα που ουδέποτε κλήθηκε να απαντήσει σε προηγούμενή του κατάθεση. Επίσης παραβιάζονται οι αρχές της ισότητας εφόσον σε σχέση με την κατανάλωση αλκοόλ στις σχετικές διατάξεις η νομοθεσία καθορίζει όριο και υπάρχουν διαβαθμίσεις ώστε να δημιουργείται μαχητό τεκμήριο και κάθε παραβάτης γνωρίζει πόση και ποια είναι η υπέρβαση, κάτι που δεν ισχύει σε σχέση με ναρκωτικές ουσίες. Σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος υποβάλλει ότι αυτά δεν αποδείχτηκαν, αφού δεν έχει αποδειχθεί η επήρεια. Η υποψία δεν εγέρθηκε από προβληματική ή επικίνδυνη οδήγηση, αλλά κατά τον έλεγχο αλκοόλης, λόγω μυρωδιάς που αναδυόταν από το εσωτερικό του οχήματος. Δεν προσκομίστηκε επίσης μαρτυρία ότι επηρεαζόταν η οδηγική του ικανότητα και ούτε η αναγκαία επιστημονική μαρτυρία σε σχέση με το πως η ανιχνευθείσα ουσία επιδρά στην ικανότητα ενός μέσου οδηγού. Τονίζει δε ότι επιτράπηκε στον Κατηγορούμενο να οδηγήσει το αυτοκίνητό του και να πάει στο σπίτι του. Δεν θα πρέπει, ως εισηγείται, να καταδικαστεί ένα πρόσωπο για το ότι οδηγούσε το όχημά του υπό επήρεια ναρκωτικών ουσιών, με μόνο το γεγονός ότι ανιχνεύθηκε στο σάλι του κάποια ουσία, η οποία σύμφωνα και με τη μαρτυρία της Μ.Κ. 2 μπορεί να λήφθηκε 3 μέρες προηγουμένως, χωρίς να υπάρχει το στοιχείο της ποσότητας της ουσίας και της επίδρασής της στον οδηγό την ώρα της οδήγησης. Επίσης υποβάλλει ότι η λήψη γενετικού υλικού έγινε χωρίς την συναίνεση του Κατηγορούμενου. Ήταν αναστατωμένος και φοβισμένος ο Κατηγορούμενος και είναι αντιφατικό να ζητείται η λήψη δείγματος αν ήταν ο Κατηγορούμενος με μειωμένη ικανότητα οδήγησης και να θεωρείται ότι μπορεί δυνητικά να δώσει δείγμα γενετικού υλικού με ελεύθερη συγκατάθεση. Επίσης εισηγείται ότι τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 25 του Περί Αστυνομίας Νόμου 73(Ι)/2004 , σύμφωνα με το οποίο γενετικό υλικό και δη σάλιο του Κατηγορούμενου έπρεπε να ληφθεί από μέλος της Αστυνομίας με βαθμό Λοχία η Ανώτερο. Αξιολόγηση μαρτυρίας-Ευρήματα γεγονότων - Συμπεράσματα υπό το φως των νομικών αρχών Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διρευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: « Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Στο σύγγραμμα των Τ.Ηλιάδη και Ν.Γ.Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», σελ. 355, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την αξιολόγηση του περιεχομένου εγγράφων: «Τόσο στην περίπτωση κατάθεσης πρωτότυπου εγγράφου όσο και στην περίπτωση κατάθεσης αντιγράφου του, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια, στα πλαίσια της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, να αξιολογεί το περιεχόμενο του και αφού λάβει υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης να το δεχθεί ολόκληρο ή μέρος του, αναλόγως και του βαθμού στον οποίο το θέμα αποτελεί επίδικο γεγονός (Federal Bank of Lebanon (SAL) ν Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422)» (σελ. 355) Το Δικαστήριο μπορεί να έχει δικαστική γνώση, με βάση την αρχή ότι το Δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση, την οποίαν αποκομίζει από «καθημερινές ανθρώπινες εμπειρίες» (βλ. Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη «Το Δικαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014 σελ. 257). Τέλος, έχω πάντα κατά νουν ότι σε μία ποινική υπόθεση το επίπεδο απόδειξης είναι υψηλότατο. Έρχομαι στην αξιολόγηση της διά ζώσης μαρτυρίας που δόθηκε, καθώς και στην αξιολόγηση του περιεχομένου των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τους μάρτυρες και να αξιολογήσω το ύφος, τον τόνο και τις αντιδράσεις τους, την αμεσότητα και την ευθύτητα των απαντήσεών τους αλλά κυρίως το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνάρτηση με την έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε στο Δικαστήριο. O M.K.1 μπορεί να γίνει πλήρως πιστευτός, αφού μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Δεν περιέπεσε σε κάποιες αντιφάσεις θεωρώ ότι κλονίστηκε από την αντεξέταση η αξιοπιστία του με οποιοδήποτε τρόπο. Η Μ.Κ.2 επίσης μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Εξήγησε με λεπτομέρεια τη μεθοδολογία της και τις ενέργειές της, δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση και δεν έχω λόγο να αμφιβάλλω για τα όσα ανέφερε. Η Μ.Κ.3 επίσης κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Η υπογραφή του Κατηγορουμένου επί των εντύπων Τεκμήρια 5 και 6 , επιβεβαιώνει την αλήθεια των ισχυρισμών της. Επίσης δεν θεωρώ ότι κλονίστηκε η αξιοπιστία της με οποιονδήποτε τρόπο κατά την αντεξέτασή της ή ότι περιέπεσε σε κάποια αντίφαση. Δέχομαι επίσης ότι ανέφερε και προφορικά στον Κατηγορούμενο για το ότι είχε δικαίωμα να μιλήσει με δικηγόρο, αν και σε κάθε περίπτωση ως και ο Κατηγορούμενος δέχθηκε, ο ίδιος δεν ζήτησε διαβούλευση με δικηγόρο. Ο Κατηγορούμενος, θεωρώ ότι είπε σε κάποιο βαθμό την αλήθεια, αλλά δεν μπορώ να θεωρήσω ως πειστικούς τους ισχυρισμούς του σε σχέση με το ότι δεν του επιδείχθηκε το πρώτο φύλλο χαρτιού του Τεκμηρίου 6. Ούτε δέχομαι ότι ουσιαστικά δεν έδωσε σημασία προς το τι υπέγραφε σε σχέση με τη γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων και το ότι η παραδοχή του επί του Τεκμηρίου 5, ήταν για κάτι διαφορετικό από αυτό που του προσάφθηκε, δηλαδή κατά δική του ερμηνεία για το ότι είχε προβεί σε χρήση κάνναβης καπνίζοντας ένα τσιγάρο. Κατά πρώτο λόγο, αν και δεν υπάρχει μονογραφή του επί του Τεκμηρίου 6 στην 1η σελίδα, η 2η σελίδα, την οποίαν υπέγραψε, δεν έχει νόημα από μόνη της, αφού ο ίδιος δεν αμφισβήτησε ότι ενημερώθηκε για το θετικό των αποτελεσμάτων , αλλά και στη συνέχεια κατηγορήθηκε γραπτώς και δήλωσε παραδοχή. Όσον αφορά την παραδοχή Τεκμήριο 5, δεν έχω λόγο να αμφιβάλλω ότι κάπνισε ένα τσιγάρο κάνναβης το πρωί της προηγούμενης ημέρας ή ότι ο ίδιος θεωρούσε ότι ήταν σε κατάσταση να οδηγήσει. Ούτε να αμφιβάλω ότι του δόθηκαν τα κλειδιά του αυτοκινήτου και του επετράπη να οδηγήσει (κάτι που φαίνεται να αντίκειται στις πρόνοιες του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου αρ. 174/1986 βλ. 11(Γ)
(10)και
(11)). Άλλωστε αυτοί του οι ισχυρισμοί δεν έτυχαν ουσιαστικής αμφισβήτησης κατά την αντεξέτασή του. Εδώ θα ήθελα να αναφέρω ότι το ότι δεν προσκομίσθηκε η συσκευή λήψης του σάλιου ή το φιαλίδιο ή το ότι δεν προσκομίσθηκε φωτογραφικό υλικό ή μη λήψη λεπτομερούς κατάθεσης, δεν θεωρώ ότι συνιστούν σημαντικές ελλείψεις για τη διατύπωση των ευρημάτων μου ως προς τα γεγονότα. Τα βασικά για σκοπούς της υπόθεσης γεγονότα, με βάση το περιεχόμενο της μαρτυρίας που δόθηκε συνοψίζονται στα ακόλουθα:
- Στις 11/2/2018 ανακόπηκε ο Κατηγορούμενος για έλεγχο αλκοόλης. Το αυτοκίνητο ανέδυε μυρωδιά κάνναβης και μετά από έλεγχο υποβλήθηκε σε προκαταρκτική εξέταση νάρκοτεστ με θετικά αποτελέσματα και στη συνέχεια έδωσε δείγμα σάλιου, το οποίο στάλθηκε για εργαστηριακή εξέταση στο Γενικό Χημείο του Κράτους, όπου και ανευρέθηκε Δ.9 Τετραΰδροκανναβινόλη που υποδηλώνει τη λήψη κάνναβης από τον Κατηγορούμενο (βλ. Τεκμήριο 3)
- Δε θεωρώ από τη μαρτυρία ότι εκφοβίστηκε ο Κατηγορούμενος και εξαναγκάστηκε να δώσει δείγμα παρά τη θέλησή του. Ακολουθήθηκε μία διαδικασία και στα πλαίσια αυτής, ενήργησε και ο Μ.Κ.1 και ο Κατηγορούμενος. Προηγήθηκε εύλογη υποψία και ακολούθησε έλεγχος. Ο Κατηγορούμενος, ήταν λογικό να αισθανθεί είτε φόβο είτε δυσφορία από τις έρευνες, αλλά δεν έγινε κάτι παράνομο ή αντικανονικό εις βάρος του στη λήψη των δειγμάτων, έξω από τα λογικά όρια της διερεύνησης ενός αδικήματος από μέλη της αστυνομικής δύναμης. Το να ένιωθε κάποιο φοβο ο Κατηγορούμενος, όπως και το να νιώθει κάποιο φόβο ή ανησυχία ένα πρόσωπο υπό έρευνα είναι φυσιολογικό, αλλά η συνεργασία του δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εξαναγκαστική.
- Ο Κατηγορούμενος αφού ενημερώθηκε για τα αποτελέσματα στις 15/3/2018 , βλ. και Τεκμήριο 6, στη συνέχεια δήλωσε παραδοχή στην Κατηγορία (Τεκμήριο 5).
- Το δείγμα σάλιου του Κατηγορούμενου καταστράφηκε μετά την παρέλευση 30 ημερών.
- Ο Κατηγορούμενος είχε καπνίσει ένα τσιγάρο κάνναβης την προηγούμενη της ανακοπής του και της λήψης δείγματος σάλιου ημέρα το πρωϊ.
- Στον Κατηγορούμενο επιτράπηκε μετά, εκείνο το βράδυ να οδηγήσει και του παραδόθηκε το αυτοκίνητό του. Νομική Πτυχή Το δείγμα λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο από το Μ.Κ.1 που δεν είχε βαθμό Λοχία ή ανώτερο. Συνεπώς θα ξεκινήσω κατά προτεραιότητα, από την εισήγηση του κ. Μαυρομμάτη, σε σχέση με τη μη λήψη του σάλιου του Κατηγορούμενου από μέλος της Αστυνομίας με βαθμό Λοχία ή ανώτερο. Θεωρώ ότι εάν η θέση του ευσταθεί, τότε θα τίθεται θέμα επιμόλυνσης του καθοριστικού σύμφωνα με το άρθρο 11 (Ε) του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/1986 μαρτυρικού υλικού για την απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, Σύμφωνα με το άρθρο 25
(1)του Περί Αστυνομίας Νόμου 73(Ι)/2004: « 25.-
(1)Κάθε μέλος της Αστυνομίας με βαθμό Λοχία ή ανώτερο μπορεί να λάβει ή να μεριμνήσει ώστε να ληφθούν από οποιοδήποτε πρόσωπο που τελεί υπό νόμιμη κράτηση ή το οποίο υπόκειται σε αστυνομική επιτήρηση, για σκοπούς καταχώρισης, σύγκρισης, αναγνώρισης και γενικά για σκοπούς διερεύνησης οποιουδήποτε αδικήματος: (α) μετρήσεις, φωτογραφίες, δακτυλικά αποτυπώματα, αποτυπώματα παλάμης και πέλματος, δείγματα γραφικού χαρακτήρα, αποκόμματα ονύχων, δείγματα τριχών, σάλιου, κατάλοιπα ξένης ουσίας στο σώμα οποιουδήποτε από τα πρόσωπα αυτά με συναίνεσή του ή κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου, αν αυτό δε συναινεί. (β) με τη βοήθεια ιατρικού λειτουργού δείγματα αίματος και ούρων οποιουδήποτε από τα πρόσωπα αυτά με συναίνεσή του ή κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου, αν αυτό δε συναινεί.» Αυτή η αρχή ισχύει γενικά όταν ένα πρόσωπο τελεί υπό νόμιμη κράτηση ή υπόκειται σε αστυνομική επιτήρηση, σε σχέση με λήψη μετρήσεων, φωτογραφιών, δείγματα τριχών, σάλιου κ.α. και απαιτείται συναίνεση προσώπου ή κατόπιν διαταγής Δικαστηρίου, αν αυτό το πρόσωπο δεν συναινεί. Στην παρούσα υπόθεση όμως, αυτή η διάταξη δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής, εφόσον όσον αφορά τη λήψη σάλιου για σκοπούς ερευνών για το αδίκημα της οδήγησης υπό επήρεια ναρκωτικών ουσιών σύμφωνα με τον Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμο αρ. 174/1986 , τυγχάνει εφαρμογής ειδικότερη διάταξη (lex specialis)[1]. Έρχομαι στον ισχυρισμό για παραβίαση του δικαιώματος του Κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη. Στη Ρίκκος Ερωτοκρίτου κ.α. ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις Αρ. 53/2017, 64/2017, 66/2017 και 68/2017, 15/12/2017, έτυχαν αναφορας τα παρακάτω: «Ισχυρισμοί που προβάλλονται για παραβίαση του δικαιώματος της δίκαιης δίκης δεν εξετάζονται μεμονωμένα ή αποσπασματικά ούτε κατ΄ αφηρημένο τρόπο (in abstracto), αλλά συγκεκριμένα και υπό το φως της κάθε δεδομένης υπόθεση (in concreto) (Παπανδρέα Αθανάση ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B470, Ποιν. Εφεση 45/2014, ημερ. 5.10.2016).» Η παραβίαση των δικαιωμάτων ενός προσώπου για δίκαιη δίκη κρίνεται λοιπόν συγκεκριμένα και όχι αφηρημένα, Κρίνεται όμως και υπό το φως των ενεργειών του ίδιου του Κατηγορούμενου. Στην Αντωνίου Αντώνης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 746 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Παραπονείται ο εφεσείων ότι η άρνηση του Μ.Κ.7 και, γενικότερα, της Κατηγορούσας Αρχής να του παραδώσουν τα τρία γενετικά προφίλ που προέκυψαν από τις εξετάσεις - δύο από τη σκηνή και ένα που οικειοθελώς έδωσε ο ίδιος - κατέστησαν τη δίκη μη δίκαιη. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η μη παρουσίασή τους από την Κατηγορούσα Αρχή στο Δικαστήριο, ως είχε καθήκον, εμπόδισε τον ίδιο αλλά και το Κακουργοδικείο να ελέγξουν την ορθότητα των συμπερασμάτων του Μ.Κ.7, εξαφανίζοντας, έτσι, ένα ουσιαστικό στοιχείο της δίκης - αυτό της αντιπαράθεσης. Η άρνηση της Κατηγορούσας Αρχής να του παραδώσει τα πιο πάνω τον εμπόδισε να τα χρησιμοποιήσει για σκοπούς ελέγχου τόσο της διαδικασίας που ακολουθήθηκε για την ταύτιση των δειγμάτων όσο και της πιθανότητας λάθους στην ταύτισή τους. Στην Κορέλλης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1 Α.Α.Δ. 1718, όπου γίνεται λεπτομερής εξέταση του ζητήματος της δίκαιης δίκης, αναφέρεται ότι:- (σελ. 1743-1744 και 1751-1752) «Η έννοια της δίκαιης δίκης, καθώς έχει νομολογηθεί, απαιτεί σεβασμό προς την αρχή της 'ισότητας των όπλων' δηλαδή την αρχή της διαδικαστικής ισότητας ανάμεσα στα μέρη (Eur. Court H.R., Delcourt judgment of 17 January 1970, Series A No. 11, p.15, para. 28; Monnell and Morris judgment of 2 March 1987, Series A No. 115, p.23, para. 62). Πρωταρχικός σκοπός του Άρθρου 6
(3)(β) της Σύμβασης είναι η επίτευξη ισότητας όπλων ανάμεσα στην Κατηγορούσα Αρχή και την υπερασπισή (Βλ. Jespers, 8403 (Belgium) Report 27, D.R. 61 και Law of the European Convention on Human Rights των Harris, O' Boyle και Warbrick, σελ. 255). Ο J.E.S. Fawcett στο βιβλίο του 'The application of the European Convention on Human Rights', υποδεικνύει: « Η αρχή της ισότητας των όπλων αποτελεί έκφραση του κανόνα audi alteram partem και εξυπακούει ότι στο κάθε μέρος πρέπει να δίδεται ίση ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση του, τόσο πάνω στα γεγονότα, όσο και πάνω στο Νόμο, και να σχολιάσει την υπόθεση που παρουσίασε ο αντίδικος του. Η ευκαιρία πρέπει να είναι ίση ανάμεσα στους διαδίκους και να περιορίζεται μόνο από το καθήκον του δικαστηρίου να αποτρέψει υπερβολική παράταση ή καθυστέρηση της διαδικασίας." .......................................................................................................... ... Είναι με βάση την αξιολόγηση της δίκης στο σύνολο της που πρέπει να απαντάται το ερώτημα κατά πόσο η δίκη ήταν δίκαιη ή όχι (Βλ. Nielsen v. Denmark (Application No. 343/57 Yearbook of the European Convention on Human Rights, 1961, Vol. 4, pp.548, 550)). Αυτή η θέση βρίσκεται σε πλήρη ταύτιση με την δική μας νομολογία (Βλ. Δημοκρατία ν. Alan Ford κ.ά. (Αρ. 2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232, 244: 'Η τήρηση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται - από το Άρθρο 30.3 του Συντάγματος και το Άρθρο 6
(3)της Σύμβασης - αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, γιατί μόνο σ' εκείνο το πλαίσιο μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη - (βλ. CanCase (Series A, Vol. 96) και Case of Barbera (Series A, Vol. 146))'. Όπως έχει λεχθεί στην Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, 388 (απόφαση Τριανταφυλλίδη, Π.): 'Η θεμελίωση της παραβίασης των προνοιών του Άρθρου 6 της Σύμβασης σχετικά με την 'δίκαιη δίκη' δεν μπορεί να αποφασιστεί με τρόπο αφηρημένο, αλλά αποτελεί ζήτημα το οποίο πρέπει να εξεταστεί υπό το φως των ειδικών περιστάσεων της κάθε υπόθεσης (Βλ. την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση X and Y v. The Federal Republic of Germany, Application No. 1013/61, Yearbook, 1962, Vol. 5, pp. 158, 164)· και γι' αυτό το σκοπό, η δίκη ενός κατηγορουμένου πρέπει να εξεταστεί στο σύνολο της (βλ. την απόφαση της Επιτροπής στην X. v. Austria, Application No. 1418/62, Yearbook, 1963, Vol. 6, pp. 222, 250)'.» Εξετάζοντας τα όσα ο συνήγορος του εφεσείοντα υπέβαλε, με σκοπό να καταδείξει το μη δίκαιο της δίκης, δε βρίσκουμε ο πρώτος λόγος έφεσης να ευσταθεί. Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε για την ταύτιση του γενετικού προφίλ αποκαλύφθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή πριν την έναρξη της δίκης, με την παράδοση στην Υπεράσπιση της Έκθεσης του Μ.Κ.7, ώστε δεν μπορεί να γίνεται λόγος για μη αποκάλυψη σχετικού με τη δίκη υλικού. Μέσα από την Έκθεση - Τεκμήριο 23 - αλλά και μέσα από τη μαρτυρία του Μ.Κ.7 κατά τη δίκη, προκύπτει με σαφήνεια ο τρόπος με τον οποίο ο μάρτυρας εργάστηκε για να καταλήξει στα συμπεράσματά του. Από τη στιγμή που ο εφεσείων δεν στερήθηκε της ευκαιρίας να σχολιάσει την υπόθεση που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή, δηλαδή να αντεξετάσει τον μάρτυρα, ούτε να προωθήσει τη δική του θέση, δεν τίθεται θέμα παραβίασης της ισότητας των όπλων. Με την παράδοση στο συνήγορο του εφεσείοντα της ΄Εκθεσης - Τεκμήριο 23, αυτός γνώριζε, προτού ο Μ.Κ.7 κληθεί στο Δικαστήριο, σε τι θα αφορούσε η κατάθεσή του. Αυτό, άλλωστε, προκύπτει και από όσα ο ίδιος ο συνήγορός του δήλωσε στο Δικαστήριο προτού ο Μ.Κ.7 καταθέσει, ότι, δηλαδή, «... είχα πει στη συνάδελφο μου ότι η έκθεση του κ. Καριόλου γίνεται παραδεκτό γεγονός. ... Είναι γνωστό ότι ο κ. Καριόλου κάμνει λεπτομερείς εκθέσεις που δεν χρειάζονται να προστεθεί οτιδήποτε άλλο. Δεν ξέρω αν έχει οποιοδήποτε λόγο που θέλει τον κ. Καριόλου στο Δικαστήριο». Παρά τη δήλωσή του και τον πιο πάνω χαρακτηρισμό των εκθέσεων του μάρτυρα, επέλεξε, μετά που αυτός κατέθεσε, να τον αντεξετάσει, χωρίς να του ζητήσει να παρουσιάσει τις σημειώσεις του και τα τρία γενετικά προφίλ. Η παραβίαση της ισότητας των όπλων δεν κρίνεται με αναφορά στο τι είναι η μαρτυρία που δίδεται, αλλά στις δυνατότητες και τις ευκαιρίες που η κάθε πλευρά έχει - εδώ ο εφεσείων - να γνωρίζει ό,τι σχετικό θα χρησιμοποιηθεί στη δίκη από την άλλη πλευρά. Ούτε τα περί δυσμενούς επηρεασμού του εφεσείοντα, λόγω της πιο πάνω παράλειψης της Κατηγορούσας Αρχής, βρίσκουμε να έχουν βάση, ειδικά στα πλαίσια του πρώτου λόγου έφεσης. Εάν η παρουσίαση των γενετικών προφίλ ήταν αναγκαία και δεν έγινε, αυτό εμπίπτει στα πλαίσια των λόγων έφεσης 2 και 4, τους οποίους θα εξετάσουμε στη συνέχεια, αφού κάτι τέτοιο, ενδεχόμενα, θα καθιστούσε τη μαρτυρία ελλιπή όχι, όμως, τη δίκη μη δίκαιη.» Εξετάζω στη συνέχεια το ζήτημα που εγείρεται σε σχέση με την καταστροφή του δείγματος σάλιου του Κατηγορούμενου και το ότι στερήθηκε ως ισχυρίζεται ο συνήγορός του το να μπορεί να έχει εμπειρογνώμονα και/ή να εξετάσει το δείγμα, συνεπεία της καταστροφής του δείγματος. To άρθρο 9 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/1986, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
(9)(α) Η λήψη σάλιου για σκοπούς της εργαστηριακής εξέτασης και η καταγραφή των στοιχείων από την επεξεργασία αυτού διενεργείται μόνο για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου: Νοείται ότι το δείγμα σάλιου στο οποίο δεν ανιχνεύονται ναρκωτικά καταστρέφεται αμέσως ενώ το δείγμα σάλιου στο οποίο ανιχνεύονται ναρκωτικά καταστρέφεται μετά την παρέλευση τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία ενημέρωσης του προσώπου ότι το εν λόγω δείγμα πρόκειται να καταστραφεί: Νοείται περαιτέρω ότι η καταγραφή των στοιχείων που προέκυψαν από την επεξεργασία του δείγματος διαγράφεται από τα αρχεία φύλαξής τους αμέσως μετά την έκδοση τελεσίδικης απόφασης του δικαστηρίου. (β) Πρόσωπο το οποίο παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου αυτού διαπράττει ποινικό αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι τρία
(3)έτη και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€3.500) ή και στις δύο αυτές ποινές.» (οι πιο πάνω υπογραμμίσεις έγιναν από εμένα) Καθίσταται σαφές ότι η καταστροφή του δείγματος σάλιου είναι νόμω υποχρεωτική και ότι το να μην καταστραφεί το (θετικό) δείγμα εντός 30 ημερών από την ενημέρωση του προσώπου από το οποίο λαμβάνεται το δείγμα, συνιστά ποινικό αδίκημα. Θεωρώ για τους λόγους που θα εξηγήσω, ότι η διά νόμου καταστροφή του δείγματος, η οποία έλαβε και χώρα ως πραγματικό γεγονός στην παρούσα υπόθεση, δεν συνιστά από μόνη της παραβίαση του δικαιώματος ενός Κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη. Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα γνώριζε για την καταστροφή του δείγματος, έχοντας υπογράψει το Τεκμήριο
- Και γνώριζε για τα αποτελέσματα. Γνώριζε επίσης ότι ήταν υπό έρευνα, ότι δρομολογείτο μία ποινική διαδικασία και δε ζήτησε σε καμία περίπτωση να εξεταστεί το δείγμα υπό δικό του εμπειρογνώμονα, αλλά ούτε και αμφισβήτησε το δείγμα. Αντίθετα, αυτό που έπραξε ήταν με τη γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων να δηλώσει εγγράφως παραδοχή στην Κατηγορία, βλ. Τεκμήριο
- Όντως, όταν καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, αυτός δεν θα μπορούσε να έχει πρόσβαση στο εν λόγω δείγμα και την ευκαιρία να ετοιμάσει την υπεράσπισή του, αφού το εν λόγω δείγμα είχε ήδη καταστραφεί. Όμως ο Κατηγορούμενος ενημερώθηκε από προηγουμένως για την επικείμενη καταστροφή του δείγματος και είχε, αν το επιθυμούσε, 30 μέρες στη διάθεσή του, για να ζητήσει να έχει πρόσβαση σε αυτό. Επίσης τίποτε δεν εμπόδιζε τον Κατηγορούμενο να καλούσε δικό του εμπειρογνώμονα για να καταθέσει στο Δικαστήριο, έστω εν τη απουσία του δείγματος, για διάφορα θέματα που θέτει ο κ. Μαυρομμάτης σε σχέση με την επήρεια. Ούτε στερήθηκε ο Κατηγορούμενος τη δυνατότητα να αντεξετάσει μέσω του δικηγόρου του, την εμπειρογνώμονα Μ.Κ.2 που προέβηκε στις εν λόγω εργαστηριακές αναλύσεις, όπως και έπραξε. Ο Κατηγορούμενος, μέσω του δικηγόρου του, δεν αμφισβήτησε ουσιαστικά την ανίχνευση της κάνναβης στον οργανισμό του. Η θέση του ήταν ότι δεν οδηγούσε υπό επήρεια, δηλαδή ότι δεν επηρεαζόταν η οδηγική του ικανότητα. Άρα, επειδή, επιπλέον και των όσων ανέφερα πιο πάνω, ως θα εξηγήσω και κατωτέρω, το άρθρο 11(Ε) έχει συγκεκριμένη λογική στη θέσπισή του, αλλά και είναι συνταγματικό, δεν έχω αντιληφθεί πως ούτως ή άλλως θα μεταβαλλόταν η θέση του Κατηγορούμενου εάν διατηρείτο το δείγμα διαθέσιμο, για πρόσβαση από τον ίδιο. Έρχομαι στο άρθρο 11 (Ε) του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου αρ. 174/86 και στον ισχυρισμό του κ. Μαυρομμάτη περί δημιουργίας αμάχητου τεκμηρίου από αυτό για την επήρεια. Είναι άλλωστε βάσει αυτού που κατηγορήθηκε στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος γραπτώς (Τεκμήριο 5), αφού βασίστηκε η Μ.Κ.3 ως εισηγείται ο κ. Μαυρομμάτης και το δέχομαι στα αποτελέσματα του εργαστηριακού ελέγχου δίχως άλλο. Ο νομοθέτης μέσα από τις πρόνοιες του άρθρου 11 (Ε) του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου αρ. 174/1986 είναι σαφής. Δεν προβλέπεται π.χ. από τη διατύπωση του άρθρου ότι αρκούν για σκοπούς απόδειξης του σχετικού αδικήματος μόνο τα αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων (και άρα να μπορούσε να υπάρξει και απόδειξη του αδικήματος με άλλα αποδεικτικά μέσα). Προβλέπει ο νομοθέτης ότι το μόνο αποδεικτικό μέσο που λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς απόδειξης του σχετικού αδικήματος είναι τα αποτελέσματα των εργαστηριακών αναλύσεων. Την κεφαλαιώδη σημασία των εργαστηριακών αναλύσεων επιμαρτυρεί και η ίδια η διατύπωση των Λεπτομερειών του Αδικήματος στο Κατηγορητήριο που συντάχθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν θεωρώ ότι η δημιουργία του εν λόγω τεκμηρίου είναι αντισυνταγματική. Η ύπαρξη τεκμηρίων δεν είναι αντίθετη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ( αλλά πρέπει να είναι εντός εύλογων ορίων που να λαμβάνουν υπόψη το διακύβευμα και να διατηρούν παράλληλα τα δικαιώματα της υπεράσπισης βλ. Janosevic v. Sweden, § 101; Salabiaku v. France, § 28, Radio France and Others v. France, § 24, δηλαδή να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας του μέσου προς τον επιδιωκόμενο σκοπό). Εδώ όμως δεν πρόκειται μόνο για μία δημιουργία μαχητού ή αμάχητου τεκμηρίου. Ο νομοθέτης με τη διάταξη ως έχει, καθιστά ποινικά κολάσιμη την ανίχνευση οποιασδήποτε ποσότητας ναρκωτικών ουσιών στον ανθρώπινο οργανισμό που εντοπίζονται σε οδηγό κατά την οδήγηση. Όπως και σε σχέση με το αλκοόλ, απλώς με διαφορετική διατύπωση, καθότι σε σχέση με την αλκοόλη υπάρχουν επιτρεπτά όρια, καθιερώνει ειδικές διατάξεις στον Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμο, διαφορετικές, λεπτομερέστερες αλλά και βασικά αυστηρότερες από τις ήδη υφιστάμενες στον Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμο αρ. 86/
- Υπενθυμίζω ότι στο Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμο αρ. 86/72, η σχετική διάταξη για οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών προβλέπει τα ακόλουθα: « Οδήγησις υπό την επήρειαν οινοπνευματωδών ποτών, κ.τ.λ. 9.-
(1)Πας όστις, καθ' ον χρόνον οδηγεί ή πειράται να οδηγήση μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου ή άλλως πως είναι υπεύθυνος διά το τοιούτον όχημα εν όσω τούτο ευρίσκεται επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου, τελεί υπό την επήρειαν οινοπνευματωδών ποτών, ναρκωτικών ή φαρμάκων κατά τρόπον ώστε, καθ' ον χρόνον οδηγεί η ικανότης αυτού προς ασφαλή οδήγησιν να είναι ηλαττωμένη, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.
(2)Εκτός εάν το Δικαστήριον δι' ειδικούς λόγους ήθελεν άλλως διατάξει, πρόσωπον καταδικασθέν δι' αδίκημα δυνάμει του παρόντος άρθρου θέλει αποστερηθή της ικανότητος του κατέχειν ή λαμβάνειν άδειαν οδηγήσεως διά περίοδον δώδεκα μηνών από της τοιαύτης καταδίκης, του Δικαστηρίου εν πάση περιπτώσει μη κωλυομένου να επιβάλη στέρησιν της τοιαύτης ικανότητος διά μεγαλυτέραν χρονικήν περίοδον.» Επανερχόμενος στο άρθρο 11 (Β) του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, ορώμενο υπό το φως του 11(Ε), ως είναι διατυπωμένη η τελευταία διάταξη, καθιερώνεται η σαφής επιθυμία του νομοθέτη να ποινικοποιήσει την οποιαδήποτε ύπαρξη ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό οδηγών ανεξαρτήτως ποσότητας. Ο λόγος είναι προφανής. Η απαγόρευση χρήσης ναρκωτικών ουσιών είναι γενική στη νομοθεσία μας (βλ τον Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο του 1977 (29/1977). Η μη θέσπιση επιτρεπτών ορίων αλλά και η διατύπωση του άρθρου ως έχει, ήταν ένας τρόπος ώστε να αντιμετωπίσει ο νομοθέτης την αποκληθείσα και από το Ανώτατο Δικαστήριο κοινωνική «μάστιγα» και «καρκίνωμα» των ναρκωτικών (βλ. Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, Κλεομένης Μάριος ν. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 350, Bora v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 79/2017, ημερ. 13.3.2018) σε συνάρτηση με την οδήγηση, την οποία θεωρείται από το νομοθέτη ότι η ύπαρξη τέτοιων ουσιών στον οργανισμό ενός οδηγού κατά τεκμήριο και ανεξαρτήτως ποσότητας (δηλαδή κατά ένα τρόπο αυστηρής αντικειμενικής ευθύνης) επηρεάζουν. Ούτε θα ήταν λογικό, εφόσον η απαγόρευση χρήσης ναρκωτικών ουσιών είναι γενική, να υπάρχουν και επιτρεπτά όρια στο Νόμο κατά την οδήγηση. Καθιερώνει όμως ο νομοθέτης, με τις καινούριες διατάξεις και μία εγγύηση υπέρ ενός ερευνώμενου προσώπου, ότι δηλαδή η διάπραξη της επήρειας σε σχέση με την οδήγηση, θα προκύπτει από επιστημονικά κριτήρια και εργαστηριακές αναλύσεις και αποτελέσματα. Όσον αφορά τους παραλληλισμούς με το αλκοόλ στους οποίους προβαίνει ο κ. Μαυρομμάτης, όπου υπάρχουν καθορισμένα όρια και τις υποβολές του ότι παραβιάζεται η αρχή της ισότητας, επισημαίνω ότι το αλκοόλ δεν είναι η ίδια ουσία με την κάνναβη κι ένα δικαστήριο μπορεί να μην έχει έχει πλήρη κι επιστημονικού επιπέδου γνώση για τις ακριβείς συνέπειες στον ανθρώπινο οργανισμό, στην ανθρώπινη διαύγεια και στην οδηγική ικανότητα, αλλά υπάρχει δικαστική γνώση για το ότι, ως προανέφερα, πρόκειται για διαφορετικές ουσίες. Επιπλέον, δεν είναι μία νόμω επιτρεπτή συμπεριφορά η χρήση ναρκωτικών ουσιών, όπως η κατανάλωση αλκοόλ, η οποία (τελευταία) είναι απαγορευμένη μόνο σε σχέση με την οδήγηση - αλλά και πάλι με ύπαρξη κι εκεί κάποιων επιτρεπτών ορίων -. Όσον αφορά το ότι δεν λήφθηκε κατάθεση από τον Κατηγορούμενο ή το ότι δεν προσκομίστηκε το φιαλίδιο του δείγματος στο Δικαστήριο και το ότι προέβαλε και αντεξετάστηκε επί των ισχυρισμών του πρώτη φορά στο Δικαστήριο χωρίς να έχει δώσει κατάθεση προηγουμένως, δεν θεωρώ ότι συνιστούν είτε σοβαρές ελλείψεις στην απόδειξη της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, αλλά ούτε και ότι παραβιάζονται με οποιοδήποτε τρόπο οιαδήποτε δικαιώματα του Κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Επίσης, κρίνω ως μη βάσιμη τη θέση του κ. Μαυρομμάτη ότι παραβιάστηκε το τεκμήριο αθωότητας του Κατηγορούμενου. Φαίνεται ως προς την ακολουθηθείσα διαδικασία για τη λήψη του δείγματος, με βάση τη μαρτυρία, να τηρήθηκαν οι πρόνοιες του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου από τις αρχές (εκτός από το ότι επιτράπηκε στον Κατηγορούμενο να οδηγήσει, αλλά αυτό δεν επηρεάζει την απόδειξη του αδικήματος με βάση το άρθρο 11 (Ε), η οποία και στηρίζεται αποκλειστικά στα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων που έγιναν από το Γενικό Χημείο της Δημοκρατίας) Ούτε, ως προανέφερα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δέχομαι τα περί εκφοβισμού του Κατηγορούμενου στη λήψη δείγματος σάλιου. Τηρήθηκαν οι πρόνοιες της νομοθεσίας, που δίνουν στην Αστυνομία την εξουσία να διενεργεί υπό προϋποθέσεις, που τηρήθηκαν, σχετικούς ελέγχους για τυχόν οδήγηση υπό επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών ουσιών, μετά από ανακοπές οχημάτων. Ούτε θεωρώ ότι έπρεπε να αποδειχθεί κάτι περαιτέρω σε συνάρτηση με την οδηγική ικανότητα του Κατηγορούμενου και τον πραγματικό επηρεασμό της από την κάνναβη για σκοπούς στοιχειοθέτησης του υπό κρίση αδικήματος εναντίον του Κατηγορούμενου. Αυτό μπορεί να είναι αναγκαίο στα πλαίσια του άρθρου 9 του Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου N.86/72. Όχι όμως για το αδίκημα του άρθρου 11 (Β) του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου , όπου, ως έχω εξηγήσει πιο πάνω, ο νομοθέτης θεωρεί και απαιτεί ότι για σκοπούς απόδειξης λαμβάνονται υπόψη μόνο τα αποτελέσματα εργαστηριακής εξέτασης και με την πρόβλεψη «ανεξαρτήτως ποσότητας» έχει επιλεχθεί νομοθετικά η επίδειξη μηδενικής ανοχής στην ύπαρξη στον ανθρώπινο οργανισμό ναρκωτικών ουσιών κατά την οδήγηση. Επαναλαμβάνω ότι υπήρξαν αποτελέσματα κατόπιν της προβλεπόμενης επιστημονικής εξέτασης (Τεκμήριο 3), που καταδεικνύουν ότι στον οργανισμό του Κατηγορούμενου υπήρχε κάνναβη κατά την κρίσιμη ημερομηνία. Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό, καταλήγω στο ότι έχουν αποδειχθεί οι Λεπτομέρειες Αδικήματος ως περιγράφονται στο Κατηγορητήριο και ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών (κάνναβης) με βάση το άρθρο 11(Β) του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου αρ. 174/1986. Κατάληξη Με αυτά τα δεδομένα, ο Κατηγορούμενος βρίσκεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. ............... Ξενής Ξενοφώντος Επαρχιακός Δικαστής [1] "11Γ.-
(1)Σε περίπτωση που μέλος της Αστυνομίας έχει εύλογη υποψία ότι έγινε ή γίνεται χρήση ναρκωτικών από πρόσωπο που οδηγεί ή αποπειράται να οδηγήσει οποιοδήποτε όχημα σε οποιαδήποτε οδό, δύναται να ζητήσει από το πρόσωπο αυτό να παράσχει δείγμα σάλιου για προκαταρκτική εξέταση, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 11Δ." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο