← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Μιχαήλ, Αρ. Υπόθεσης 5628/2018, 21/3/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Μιχαήλ, Αρ. Υπόθεσης 5628/2018, 21/3/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:B44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 5628/2018 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας -ν- ΧΧΧΧΧΧΧΧ Μιχαήλ Κατηγορουμένου -------- Ημερομηνία: 21 Μαρτίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ναθαναήλ Για Κατηγορουμένo: κ. Χατζηπαναγιώτου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης. και συγκεκριμένα ότι τις 18/5/2018 στην οδό 25ης Μαρτίου στη Δρομολαξιά της Επαρχίας Λάρνακας, οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα αλόγιστα/επικίνδυνα για το κοινό. To αδίκημα περιλαμβάνεται στο άρθρο 7

(1)του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: « 7.-
(1)Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως διά το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα ανεμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1500 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Καταγγέλθηκε από την πρώην σύζυγό του, με την οποίαν βρίσκονταν σε δικαστική διαμάχη για ζητήματα διατροφής, ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο της εργασίας του πίσω από το δικό της σταματώντας 4-5 φορές απότομα πίσω της σε κοντινή απόσταση. Η Μ.Κ.1 παραπονούμενη, υιοθέτησε το περιεχόμενο κατάθεσής της. Είναι αστυνομικός. Ενώ βρισκόταν στις 18/5/2018 και ώρα 13:10 εκτός υπηρεσίας και οδηγώντας το αυτοκίνητό της στη Δρομολαξιά προς Κίτι, είδε αυτοκίνητο τύπου βαν να έρχεται πίσω από το δικό της αυτοκίνητο με απότομη ταχύτητα και να προσεγγίζει σε μικρή απόσταση το πίσω μέρος του οχήματός της. Προχωρώντας λίγο μπροστά κατάφερε να δει τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος. Στη συνέχεια, παρέλαβε τη μία της κόρη από το σχολείο κι επικοινώνησε με τον Αστυνομικό Σταθμό Κιτίου για να προβεί σε καταγγελία. Ακολούθως, παρέλαβε και τις άλλες της δύο κόρες και τις μετέφερε στο πατρικό της σπίτι. Εκεί, είδε και το βαν το οποίο την είχε ακολουθήσει. Πριν από ένα μήνα από το περιστατικό, είχε προβεί σε παρόμοια καταγγελία εναντίον του συζύγου της. Εξήγησε ότι το επικίνδυνο της οδήγησής του Κατηγορούμενου, συνίστατο στο ότι ενώ κατευθυνόταν ερχόταν από πίσω της με ταχύτητα και την προσέγγιζε σε απόσταση μισού μέτρου. Δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβηκε κάτι τέτοιο. Ως εξήγησε, η ίδια δεν προέβηκε στην καταγγελία για να τον εκδικηθεί, αλλά για προστασία ατόμων που βρίσκονται στο δρόμο. Έκανε ο Κατηγορούμενος αυτή την κίνηση 4-5 φορές. Την ακολούθησε για 300 περίπου μέτρα. Αντεξεταζόμενη, δέχθηκε ότι η ίδια έγραψε την κατάθεσή της. Δεν μπορούσε να δει ποιος οδηγούσε το όχημα πίσω της, γιατί επρόκειτο για ψηλό βαν. Η ίδια δεν μετέβηκε στο Δικαστήριο την ίδια ημερομηνία, αλλά ο Κατηγορούμενος. Η ίδια δεν είχε κάποια υπόθεση. Στην ίδια δεν επιδόθηκε αίτηση για μείωση διατροφής. Για να δει αριθμούς έπρεπε να προβεί σε μία απότομη κίνηση. Φοβήθηκε. Αντιλήφθηκε πάντως ότι ήταν ο Κατηγορούμενος ο οδηγός πίσω της και τηλεφώνησε την ίδια μέρα στον αστυνομικό σταθμό. Δέχθηκε τέλος, ότι για άλλα θέματα (που δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση) η ίδια επικοινώνησε με τη συμβία του Κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.2 Λ/χιας Αστυνομίας XXXXX Στ. Παναγιώτου, υιοθέτησε το περιεχόμενο κατάθεσής του, στην οποία αναφέρει ότι ενώ βρισκόταν σε καθήκον στις 18/5/2018, έγινε καταγγελία από την παραπονούμενη ότι οδηγός αυτοκινήτου τύπου βαν που την ακολουθούσε βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από το όχημά της και οδηγούσε επικίνδυνα. Διαπιστώθηκε από εξετάσεις ότι ο οδηγός ήταν ο Κατηγορούμενος και τον κάλεσε στο σταθμό για κατάθεση. Ο Κατηγορούμενος του δέχθηκε μεν ότι οδηγούσε στο συγκεκριμένο δρόμο πίσω από την Κατηγορουμένη, αλλά δεν δεχόταν ότι οδηγούσε επικίνδυνα. Αντεξεταζόμενος, διευκρίνισε ότι η παραπονούμενη δεν του ανέφερε ποιος ήταν ο οδηγός, αλλά μόνο τον αριθμό του αυτοκινήτου. Διαπίστωσε μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος της Αστυνομίας ότι επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο, αφού πρώτα επικοινώνησε με την εταιρεία μεταφορών (στην οποία από ό,τι άφησε να νοηθεί ανήκει το αυτοκίνητο). Η ίδια η Μ.Κ.1, του ανέφερε ότι επρόκειτο για το σύζυγό της τη δεύτερη φορά που μίλησαν. Ο Κατηγορούμενος ήταν πλήρως συνεργάσιμος μαζί του αλλά όχι και η παραπονούμενη όταν εκείνος της εξήγησε ότι μπορεί να ήταν ένα τροχαίο συμβάν. Ο ίδιος έκανε κάποιες συστάσεις στον Κατηγορούμενο δηλ. «λόγω της κατάστασης» να είναι πιο προσεκτικός. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι βρίσκεται σε διάσταση με την παραπονούμενη για 5.5 χρόνια περίπου. Στις 18/5/2018, ο ίδιος σχολνούσε και βρισκόταν καθ' οδόν προς το σπίτι της μητέρας του στη Δρομολαξιά. Η μητέρα του διαμένει στην ίδια οδό με τη μητέρα της παραπονούμενης. Ο ίδιος εργάζεται ως διανομέας για 3 χρόνια. Παλαιότερα η διαδρομή του ήταν τα χωριά Δρομολαξιάς-Μενεού, Τερσεφάνου και Περβόλια και λόγω καταγγελίας στην οποία προέβηκε η παραπονούμενη εναντίον του, ζήτησε από τον εργοδότη του να του αλλάξει την περιοχή διανομής του. Χρησιμοποιεί το ίδιο αυτοκίνητο επί 2 χρόνια και έχει χαρακτηριστικά της εταιρείας όπου εκείνος εργάζεται. Η παραπονούμενη είχε δει το αυτοκίνητο πολλές φορές, γιατί τυγχάνει να συναντηθούν. Ο ίδιος είχε παρουσιαστεί στο Δικαστήριο προηγουμένως για διαφορές του με την παραπονούμενη σε σχέση με το ποσό που κατέβαλλε ως διατροφή για τα τέκνα του με την παραπονούμενη. Σε σχέση με τη δικαστική διαδικασία στο Οικογενειακό Δικαστήριο κατέθεσε συγκεκριμένα Τεκμήρια (4-6) Ως φαίνεται στο Τεκμήριο 4, ειδοποίηση από το Οικογενειακό Δικαστήριο , ο Κατηγορούμενος είχε λάβει ειδοποίηση για να εμφανιστεί λόγω παράλειψης να συμμορφωθεί με διάταγμα διατροφής στις 27/4/2018 για να εμφανιστεί στις 18/5/18, ημερομηνία κατά την οποίαν ήταν ορισμένη αίτηση για μείωση διατροφής που καταχώρησε ο ίδιος στις 12/4/2018. Το Τεκμήριο 8 είναι επιστολή ημερομηνίας 14/9/2018 από το δικηγόρο του Κατηγορούμενου προς τον Αρχηγό Αστυνομίας, με την οποίαν ο Κατηγορούμενος και η σύντροφός του καταγγέλλουν την παραπονούμενη για διάφορα ζητήματα, μεταξύ και των οποίων και για την παρούσα καταγγελία. Τα άλλα ζητήματα αφορούν και τη συμβία του Κατηγορούμενου και διάφορα ισχυριζόμενα επεισόδια μεταξύ τους. Κατέθεσε επίσης το Τεκμήριο 9 που αποτελεί εκτύπωση από το σύστημα GPS που προσδιορίζει τη γεωγραφική θέση στην οποίαν και βρισκόταν το συγκεκριμένο αυτοκίνητο της εταιρείας παραδόσεων που εργάζεται ο Κατηγορούμενος κι εξήγησε ότι καταγράφει την ταχύτητα του οχήματος και τη γεωγραφική του θέση. Αντεξεταζόμενος, εξήγησε όταν ρωτήθηκε γιατί στο Τεκμήριο 9 η καταγραφή ξεκινούσε από την ώρα 13:11, ότι αυτό ετοίμασε ο εργοδότης του όταν του ζήτησε την περιοχή όπου βρισκόταν και την κατεύθυνσή του. Είδε το όχημα της παραπονούμενης αλλά δεν πλησίασε. Αρνήθηκε ότι υπάρχει ένταση μεταξύ εκείνου και της παραπονούμενης, επιμένοντας ότι το πρόβλημα ήταν δικό της γιατί τον κατήγγελλε επανειλημμένα χωρίς λόγο. Θεωρεί ότι υπάρχει κάποια ψύχωση εκ μέρους της παραπονούμενης εναντίον του και επέμενε ότι ο ίδιος δεν είναι θυμωμένος μαζί της. Μετά από σχετική υποβολή, απάντησε ότι θεωρεί ότι έχει μεγαλείο ψυχής. Αρνήθηκε ότι προσέγγισε το όχημα της Κατηγορούμενης σε απόσταση μισού μέτρου. Πρόσθεσε ότι η Κατηγορούμενη έχει αλλάξει αριθμό κινητού τηλεφώνου για να μην επικοινωνεί μαζί της. Έχει επίσης έναν άλλον άνθρωπο στη ζωή της. Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: « Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: « Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας τους μάρτυρες, σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά του στο εδώλιο. Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, μέσα από το ύφος, τις αντιδράσεις, την αμεσότητα των απαντήσεών, το περιεχόμενό της και τη λογική των διατυπωθέντων ισχυρισμών. Η παραπονούμενη δεν μου έκανε ιδιαίτερα καλή εντύπωση. Θεωρώ ότι, από τις περιστάσεις που αναφέρθηκαν στις οποίες θα αναφερθώ ευθύς αμέσως, όντως γνώριζε το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου και ότι μπόρεσε να αντιληφθεί το ποιος ήταν. Πιθανόν να μην ήθελε να το πει από την αρχή στην Αστυνομία, πιστεύοντας ότι δε θα λάμβαναν την κατηγορία της τόσο στα σοβαρά οι συνάδελφοί της αν από την αρχή έλεγε ότι επρόκειτο για τον πρώην σύζυγό της (φάνηκε άλλωστε ότι και ο Μ.Κ.2 προσπαθούσε να τους συμφιλιώσει). Θεωρώ όμως ότι τον αντιλήφθηκε: ο Κατηγορούμενος ήταν ο πρώην σύζυγός της, οδηγούσε το εν λόγω αυτοκίνητο για 2 χρόνια και αυτό δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, η ίδια η Μ.Κ. 1 τον έβλεπε καθημερινά λόγω της εγγύτητας των σπιτιών των γονέων τους και είναι μάλλον αδύνατον κάποιος να μην μπορεί να δει κάποιον οδηγό βαν που οδηγεί πίσω του (δεν πρόκειται για ψηλά λεωφορεία ή κάποια πολύ ψηλά οχήματα και δεν αναφέρθηκε κάποια αντανάκλαση ή κάτι που να εμποδίζει την όραση) και που τον προσεγγίζει 4-5 φορές, οπότε μπορούσε η παραπονούμενη να γνωρίζει ότι επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο και επίτηδες παράλειψε να το αναφέρει όταν προέβηκε σε καταγγελία. Έστω, θα μπορούσε να αναφέρει την έντονη υποψία της ότι ήταν ο Κατηγορούμενος όταν προέβαινε στην καταγγελία. Θεωρώ λοιπόν ότι ως προς αυτό το σημείο δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι δεν υπήρχε άλλη διαδικασία που να της επιδοθεί σχετικό έγγραφο, δεν θεωρώ ότι είπε απαραίτητα ψέματα στο Δικαστήριο, αφού δεν αρνήθηκε την ύπαρξη διαδικασίας στο Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που εκκρεμούσε στο Οικογενειακό Δικαστήριο αφορούσε τη διατροφή που έπρεπε να καταβάλλει για τα τέκνα του ο Κατηγορούμενος και εφόσον τα Τεκμήρια 4-6 δεν της επιδείχθηκαν ειδικά προς σχολιασμό τους, αλλά κατατέθηκαν από τον Κατηγορούμενο μεταγενέστερα όταν εκείνος έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο, θα μπορούσε όντως να μην αντιλήφθηκε τη διαφορά των διαδικασιών και το ακριβές της υποβολής. Δεν της δόθηκε πλήρως η ευκαιρία να δώσει τις εξηγήσεις της. Όσον αφορά δε το εάν της επιδόθηκε προσωπικά η αίτηση για μείωση διατροφής, αυτό που ανέφερε ήταν ότι δεν επιδόθηκε στην ίδια και δεν υπήρξε μαρτυρία στο Δικαστήριο σε σχέση με το πρόσωπο προς το οποίο έλαβε χώρα η σχετική επίδοση. Ως προς την ουσία της καταγγελίας της, θεωρώ, στη συνολική αποτίμηση της μαρτυρίας και ιδιαίτερα με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου, ότι η Μ.Κ.
  1. είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο ότι ο Κατηγορούμενος οδήγησε το όχημά του με τον τρόπο που η ίδια ισχυρίστηκε, εν σχέσει προς το δικό της όχημα. Ως εξηγώ πιο κάτω, βρίσκω ότι ο Κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο ότι δεν είχε πρόβλημα μαζί της και ότι προέβαινε εναντίον του σε ανυπόστατες καταγγελίες. Θα επανέλθω σε εκείνον λίγο πιο κάτω, αφού σχολιάσω τη μαρτυρία του Μ.Κ.
  2. . Συνεπώς η Μ.Κ.1 μπορεί να γίνει μερικώς πιστευτή. Ο Μ.Κ.2 μου έκανε καλή εντύπωση γενικά. Επρόκειτο για ανεξάρτητο μάρτυρα, χωρίς κανένα συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης και μπορώ να θεωρήσω ότι είπε την αλήθεια. Ως προς τη συμπεριφορά της Μ.Κ.1 απέναντί του, δέχομαι την εκδοχή του ότι ήταν έντονη, όπως δέχομαι και τη μαρτυρία του ότι ο Κατηγορούμενος ήταν συνεργάσιμος αλλά αυτό δεν αφαιρεί ή προσθέτει στην αξιοπιστία του Κατηγορούμενου ή της παραπονούμενης. Ο Κατηγορούμενος ήταν υπερβολικά ήρεμος μαρτυρώντας στο Δικαστήριο. Από το περιεχόμενο των απαντήσεών του όσο και μέσα από το ύφος και τις αντιδράσεις του, δε με έπεισε η προσπάθειά του να καθαγιαστεί η εικόνα του ιδίου και να παρουσιάσει την Κατηγορούμενη ως έχουσα κάποια ψύχωση μαζί του και ότι τον καταγγέλλει εκδικητικά και χωρίς λόγο. Δεν μπορώ να δεχθώ την εκδοχή του ως προς αυτό. Δεν μπορώ να δεχθώ τα περί μεγαλείου ψυχής που υποστήριξε ότι έχει, ενώ είναι ξεκάθαρο και από το Τεκμήριο 8 , ότι ο ίδιος έχει όντως πρόβλημα με την παραπονούμενη, αφού την καταγγέλλει στον Αρχηγό Αστυνομίας, κάτι που αναπόφευκτα της δημιουργεί πρόβλημα στην εργασία της αλλά και να μη λάβω υπόψη τις περιβάλλουσες συνθήκες επί των σχέσεων του με τη Μ.Κ.1 - παραπονούμενη. Η ίδια η παραπονούμενη έχει προβεί σε καταγγελία εναντίον του στο παρελθόν, του απέδιδε ότι την παρακολουθούσε- κι επίσης έχει αλλάξει αριθμό τηλεφώνου για να μην επικοινωνεί μαζί της. Έχει επίσης η Μ.Κ.1, έρθει σε διαμάχη με τη συμβία του και είχε αποταθεί στο Δικαστήριο για είσπραξη ποσών από τον ίδιο, τα οποία αν δεν κατέβαλλε θα μπορούσε να καταλήξει στη φυλακή. Αυτή η προσπάθειά του να παρουσιάσει τον εαυτό του στο Δικαστήριο ως ένα καθόλα υπεράνω άνθρωπο, που κανένα πρόβλημα δεν έχει με την Κατηγορούμενη - και άρα δεν οδήγησε με τον τρόπο που ισχυρίζεται η παραπονούμενη εναντίον της - δεν ήταν καθόλου πειστική, αφού δεν μπορεί λογικά να ενταχθεί στο πλαίσιο των μεταξύ τους σχέσεων αλλά και δε συμβαδίζει με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8 (καταγγελία του εναντίον της). Ήταν προφανές ψεύδος, στο οποίο θεωρώ ότι κατέφυγε επίτηδες ο Κατηγορούμενος στο Δικαστήριο για να αποκρύψει το κίνητρο για τη συμπεριφορά του στο δρόμο (που κατευθυνόταν εναντίον της παραπονούμενης) και για να ενισχύσει τον ισχυρισμό του ότι δεν οδήγησε με τον τρόπο που του αποδίδεται. Επίσης, αξιολογώντας το Τεκμήριο 9, τονίζω ότι δεν συνάγεται οτιδήποτε σε σχέση με το πως προσέγγιζε το αυτοκίνητο της παραπονούμενης και το πως ακριβώς οδηγούσε σε σχέση με το όχημά της. Συνεπώς, με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου βρίσκω ότι ο Κατηγορούμενος στις 18/5/2018 στην οδό 25ης Μαρτίου στη Δρομολαξιά, οδηγούσε το όχημα που αναφέρεται στην Κατηγορία πίσω από το όχημα της Κατηγορούμενης στις 13:10 το μεσημέρι, κατά τρόπο ώστε να προσεγγίζει από μικρή απόσταση το όχημα της Κατηγορούμενης. Όσον αφορά τη νομική πτυχή, σε ενδελεχή και λεπτομερή της ανάλυση επί της νομολογίας αναφορικά με το αδίκημα της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης, η συνάδελφός Μ.Μηλιώτου Ε.Δ., παρέθεσε τα πιο κάτω στα πλαίσια της απόφασής της ημερομηνίας 16/7/2013 (Ε.Δ. Αμμοχώστου συνεδριάζον στο Παραλίμνι) στην υπόθεση Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Κυριάκος Ασσιώτης κ.α. (αρ.Υπόθεσης 7651/2012): «Το τί συνιστά επικίνδυνη οδήγηση έχει αποτελέσει αντικείμενο νομολογίας. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Gosney
(1971)55 Cr. App. 502, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 119, τονίστηκε ότι για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της επικίνδυνης οδήγησης χρειάζεται να αποδειχθεί, αφενός, ότι δημιουργήθηκε μια επικίνδυνη κατάσταση από τον οδηγό, και, αφετέρου, ότι αυτή προκλήθηκε από κάποιο σφάλμα του οδηγού. Ως προς την έννοια του σφάλματος που αρκεί για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος αναφέρθηκε πως δεν περιλαμβάνει απαραίτητα εσκεμμένη συμπεριφορά (deliberate misconduct) ή απερισκεψία (recklessness) ή πρόθεση για οδήγηση με τρόπο που δεν συνάδει με το ορθά πρότυπα ή ηθικό σφάλμα (moral blame). To σφάλμα πρέπει να «εμπεριέχει αποτυχία∙ πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας του ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης ατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία.» Στις πλείστες των περιπτώσεων το σφάλμα συμπεραίνεται από το Δικαστήριο από τα γεγονότα της υπόθεσης. Το αδίκημα, όμως, δεν είναι απόλυτο (δηλαδή αυστηρής ευθύνης) και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Βλ., μεταξύ άλλων, την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Σάζου
(2001)2 Α.Α.Δ.18. Αν ο κατηγορούμενος προτίθεται να αποδείξει κάποιο ειδικό γεγονός (special fact) με σκοπό να αποτρέψει το Δικαστήριο από του να εξαγάγει το συμπέρασμα, δεν πρέπει να εμποδιστεί από του να το πράξει. Είναι, επίσης, σαφώς νομολογημένο ότι στο αδίκημα της επίκίνδυνης δεν υπεισέρχεται το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea). Βλ. Hill v. Baxter
(1958)42 Cr. App. 51 και Simpson v. Peat
(1952)2 Q.B. 24. Ενώ αυτό υποδηλώνει ότι η κατηγορούσα αρχή δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να οδηγήσει επικίνδυνα ή άσχημα ή άσχημα, δεν σημαίνει ότι το αδίκημα μπορεί να αποδειχθεί χωρίς σφάλμα του οδηγού. Στην υπόθεση Μιχάλης Ανδρέου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 409, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εκεί εφεσείων επί λεωφόρου παρεξέκλινε απότομα της πορείας του, τέθηκε εκτός ελέγχου και προχωρώντας πλαγίως μπήκε στην αντίθετη πλευρά του δρόμου με αποτέλεσμα να συγκρουστεί βίαια με το αυτοκίνητο που ερχόταν εξ αντιθέτου. Το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας ανέφερε ότι η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείων οδηγούσε επικίνδυνα ήταν ορθή. Ο εφεσείων ήταν υπόλογος για το ότι, ενώ το αυτοκίνητό του θα έπρεπε να παραμείνει στη δική του πλευρά του δρόμου, λόγω απώλειας του ελέγχου του, προχώρησε απότομα προς την αντίθετη πλευρά, ενώ εξ αντιθέτου οδηγείτο σε ελάχιστη απόσταση άλλο αυτοκίνητο χωρίς δυνατότητα αποφυγής θανατηφόρας σύγκρουσης. Η έννοια της αλόγιστης πράξης δόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας στην υπόθεση Κώστας Ζυπίτης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220 και σαν τέτοια ορίστηκε η πράξη η οποία δεν είναι λελογισμένη ή απόρροια της λογικής. Σύμφωνα με την απόφαση του Λόρδου Diplock στην υπόθεση R. v. Lawrence
(1981)All E.R. 974, για να στοιχειοθετηθεί απερίσκεπτη οδήγηση, οι ένορκοι θα πρέπει να ικανοποιηθούν για δύο πράγματα. Πρώτον, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργεί εμφανή κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που τυγχάνει να χρησιμοποιεί το δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία. Δεύτερον, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτόν τρόπο χωρίς να στρέψει την προσοχή του προς την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή αφού αναγνώρισε πως υπήρχε τέτοιος κίνδυνος, εντούτοις αποφάσισε να διακινδυνεύσει οδηγώντας με τον τρόπο αυτό. Από ό,τι φαίνεται από το μαρτυρικό υλικό, ο Κατηγορούμενος και η παραπονούμενη είχαν σωρεία διαφορών. Βρίσκονταν σε δικαστικές διαμάχες στα Δικαστήρια. Είναι οι ένορκοι που αποφασίζουν κατά πόσον ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης είναι εμφανής και σοβαρός και κατά τη λήψη της απόφασής τους δύνανται να εφαρμόσουν το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού, όπως τον εκπροσωπούν οι ίδιοι. Αν ικανοποιηθούν ότι έχει δημιουργηθεί εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορουμένου, δικαιούνται να συμπεράνουν ότι ο κατηγορούμενος είχε την μια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα. Πρέπει, όμως, να εξετάζεται και οποιαδήποτε εξήγηση δίνεται από τον κατηγορούμενο αναφορικά με την νοητική του κατάσταση, η οποία δυνατόν να αναιρέσει το συμπέρασμα.» Στην παρούσα υπόθεση, θεωρώ ο Κατηγορούμενος οδηγώντας το αυτοκίνητό του, από ό,τι φαίνεται εσκεμμένα, κατά τρόπο ώστε απότομα τέσσερις-πέντε φορές να προσεγγίσει σε πολύ μικρή απόσταση το αυτοκίνητο της παραπονούμενης, οδήγησε κατά τρόπο επικίνδυνο, χωρίς να τον ενδιαφέρει ο κίνδυνος που προκαλείτο από τη συμπεριφορά του στο δρόμο. Ο τρόπος με τον οποίον οδηγούσε ήταν και αλόγιστος και επικίνδυνος τόσο για την παραπονούμενη, όσο και για τον ίδιο, αλλά και γενικά για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν το δρόμο, αφού θα μπορούσε να προκαλέσει και δυστύχημα με την παραπονούμενη ή ακόμα να της προκαλούσε ανασφάλεια ή πανικό, ώστε αυτή να μπορεί να χάσει τον έλεγχο του οχήματός της και να προκληθεί άλλο δυστύχημα. Συνεπώς, με βάση τα πιο πάνω θεωρώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της και τις Λεπτομέρειες Αδικήματος που περιέχονται στο Κατηγορητήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο Κατηγορούμενος βρίσκεται ένοχος στην Κατηγορία την οποίαν αντιμετωπίζει. ............ Ξενής Ξενοφώντος, Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.