← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. ΠΑΝΑΓΗ, Αρ. Υπόθεσης 136/2018, 4/10/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. ΠΑΝΑΓΗ, Αρ. Υπόθεσης 136/2018, 4/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2019:B63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον:- Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 136/2018 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας -ν- ΧΧΧΧΧΧΧΧ ΠΑΝΑΓΗ Κατηγορουμένου -------- Ημερομηνία: 4 Οκτωβρίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ναθαναήλ Για Κατηγορουμένo: κ. Ανδρέου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για τα πιο κάτω αδικήματα:

  1. Πρώτη Κατηγορία Oδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος και παράλειψη ακινητοποίησής του ενώ κλήθηκε από Αστυνομικό με στολή να το ακινητοποιήσει (στις 4/11/2017 στην Οδό Ερμού στη Λάρνακα)
  2. Δεύτερη Κατηγορία Oδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος και παράλειψης να δώσει τα στοιχεία του σε αστυνομικό με στολή (στον ίδιο τόπο και χρόνο με την Πρώτη Κατηγορία)
  3. Τρίτη Κατηγορία Στάθμευση εντός απόστασης 10 μέτρων από γωνία (στον ίδιο τόπο και χρόνο με τις άλλες 2 Κατηγορίες) Για την Κατηγορούσα Αρχή έδωσε μαρτυρία ο Λοχίας 1506 Δημήτρης Γεωργίου. Κατ' αρχήν υιοθέτησε περιεχόμενο καταθεσής του (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με αυτήν υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλεως Λάρνακας, στην ομάδα ποδηλατικής αστυνόμευσης. Βρισκόταν για καθήκον στις 4/11/2017 από τις 07:00-19:
  4. Την ίδια μέρα και ώρα 15:55 ενώ βρισκόταν σε περιπολία στην οδό Ερμού στη Λάρνακα, κατήγγειλε εξωδίκως τον οδηγό μηχανοκίνητου οχήματος για παρακώλυση κυκλοφορίας. Το εν λόγω όχημα ήταν σταθμευμένο στη στροφή κάποιας οδού. Αφού εξέδωσε το σχετικό εξώδικο προχώρησε στο μπροστινό μέρος του οχήματος για να το τοποθετήσει στον ανεμοθώρακα. Εκείνη την ώρα πρόσεξε ότι στη θέση του οδηγού καθόταν κάποιος άντρας, οπόταν τον πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί εξωδίκως για παρακώλυση κυκλοφορίας δίνοντάς του το εξώδικο από το μισάνοιχτο παράθυρο της πόρτας. Αυτός αντέδρασε και του είπε «Δεν με είδες ότι είμαι μέσα; Γιατί δεν μου είπες να το φύγω;». Αυτός του απάντησε ότι βρισκόταν στο μέρος για 25 λεπτά και δεν είχε σχέση ότι βρισκόταν εντός του οχήματός του. Ο Κατηγορούμενος κατέβηκε από το όχημά του και είπε «Εν έσιεις υπόθεση». Εξήγησε στον Κατηγορούμενο ότι στο μέρος όπου είχε σταθμεύσει υπήρχε σχετική απαγορευτική πινακίδα για τον ίδιο λόγο, καθότι επρόκειτο για είσοδο εντός του πλακόστρωτου μέρος της οδού Ερμού από οχήματα της πυροσβεστικής και των ασθενοφόρων. Τον κάλεσε να ηρεμήσει και να μη του μιλά με τέτοιο τρόπο και εκείνος ήρθε προς το μέρος του Μ.Κ.1 με άγριο ύφος στέκοντας πολύ κοντά στο σώμα του , λέγοντάς του « Γιατί εν να με δέρεις;». O M.K.1, σε μία προσπάθεια να τον ηρεμήσει τον κάλεσε να σταματήσει τη συζήτηση και να μετακινήσει το όχημά του από το μέρος. Εκείνος του απάντησε «Έν το φύω ρε, τζιαι ξαναλαλώ σου, εν έσιεις υπόθεση» και αμέσως μετά τον εξύβρισε δημόσια με τη φράση «καραγκιόζη» και μετά μπήκε στο όχημά του. Ο Μ.Κ.1 τον προσέγγισε από το παράθυρο του οδηγού και τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραξε, δηλαδή δημόσια εξύβριση και απείθεια σε οδηγίες αστυνομικού με στολή και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο εκείνος του απάντησε «φύε ρε που δαμέ». Τον κάλεσε να του παρουσιάσει το δελτίο ταυτότητας του ή άδεια οδηγού για να εξακριβώσει τα στοιχεία του ως επίσης και το πιστοποιητικό ασφάλειας του οχήματος, αλλά αυτός αρνήθηκε λέγοντάς του «εν σου διώ τίποτε». Τον πληροφόρησε ότι διαπράττει αδίκημα και του επέστησε την προσοχή του εκ νέου στο Νόμο , αλλά ο Κατηγορούμενος τον αγνόησε κλείνοντας το παράθυρο της πόρτας του οδηγού. Ο Μ.Κ.1 επικοινώνησε για να ζητήσει ενισχύσεις και στάθηκε μπροστά από το όχημα μέχρι να φθάσουν. Κάλεσε τον οδηγό να παραμείνει στο μέρος κάνοντας σχετικό νόημα με το χέρι του και πληροφορώντας τον ότι αν φύγει διαπράττει το αδίκημα απείθειας σε οδηγίες αστυνομικού με στολή, αλλά εκείνος δεν απάντησε οτιδήποτε. Στη συνέχεια στις 16:00 προσέγγισε το όχημα μια γυναίκα, η οποία επιβιβάστηκε στη θέση του συνοδηγού. Εκείνος την ρώτησε αν είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του οχήματος, λόγω του ότι προηγουμένως κατά την έκδοση του εξωδίκου διαπίστωσε ότι το εν λόγω όχημα ήταν εγγεγραμμένο σε κάποια γυναίκα με κάποιο συγκεκριμένο ονοματεπώνυμο. Εκείνη του απάντησε αρνητικά και στράφηκε προς τον οδηγό και τον ρώτησε τι έγινε. Αμέσως μετά, η γυναίκα έκλεισε την πόρτα του συνοδηγού και ο οδηγός εκκίνησε τη μηχανή του οχήματός του και χωρίς να του δώσει κάποια ένδειξη ή προειδοποίηση, οδήγησε προς τα εμπρός το όχημα κτυπώντας του στο αριστερό του γόνατο. Για να αποφύγει να πέσει στο έδαφος και να τραυματιστεί από το όχημα ή τις ρόδες του, έκανε απότομο ελιγμό προς τα αριστερά, και το όχημα συνέχισε κανονικά προς τα μπροστά χωρίς να σταματήσει. Πολίτης που βρισκόταν στο μέρος τον πλησίασε και τον ρώτησε αν είναι καλά ή αν χρειάζεται οποιαδήποτε βοήθεια, αναφέροντας του παράλληλα ότι είδε τι είχε γίνει. Αφού έλαβε τα προσωπικά του στοιχεία, τον κάλεσε να μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό Λάρνακας για να δώσει γραπτή κατάθεση για το περιστατικό. Παράλληλα ενημέρωσε σχετικά το ΚΕΜ Λάρνακας και αμέσως ανέβηκε στο υπηρεσιακό ποδήλατο και άρχισε να καταδιώκει το εν λόγω όχημα. Το ακολούθησε χωρίς να το χάσει καθόλου από το οπτικό του πεδίο, το οποίο προχώρησε προς κάποιους δρόμους της Λάρνακας. Λόγω της τροχαίας κίνησης και λόγω της ευελιξίας του ποδηλάτου, κατάφερε να προσεγγίσει το όχημα, το οποίο είχε σταματήσει, καθότι το φανάρι στα φώτα τροχαίας ήταν κόκκινο. Την ίδια ώρα πρόσεξε ότι έξω από το ταχυδρομείο βρίσκονταν 2 μέλη του ένοπλου πεζού περιπόλου, τους οποίους φώναξε να έρθουν προς το μέρος για βοήθεια, ενώ παράλληλα σταμάτησε το ποδήλατό του μπροστά από το όχημα. Αμέσως μετά, η ώρα 16:05 πλησίασε την πόρτα του οδηγού και τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη για τα αδικήματα «αμελείς και απερίσκεπτες πράξεις» και «επίθεση και πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης» (αφού προκλήθηκε ερυθρότητα και φούσκωμα στην περιοχή του αριστερού του γονάτου). Του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και εκείνος του απάντησε «φύε ρε που δαμέ». Στην προσπάθειά του να βάλει το χέρι του στη μίζα για να γυρίσει το κλειδί να σβήσει η μηχανή, ο Κατηγορούμενος άρχισε να ανεβάζει το παράθυρο, οπόταν άρχισε να το χτυπά για να μην του κλείσει το χέρι του μέσα. Με τη βοήθεια των άλλων μελών της Αστυνομίας, ο οδηγός και το όχημά του οδηγήθηκαν στην Α.Δ.Ε. Λάρνακας, όπου ενημερώθηκε σχετικά ο αξιωματικός υπηρεσίας, για την υπόθεση και ότι ο Κατηγορούμενος είναι υπό σύλληψη. Ερωτηθείς ο εν λόγω οδηγός από τον αξιωματικό υπηρεσίας για τα προσωπικά του στοιχεία, πληροφορήθηκε ότι επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος εξακολούθησε να μιλά εριστικά στον αστυνομικό, αποκαλώντας τον «ρε» και λέγοντάς του «φύε που δαμέ ρε», ενώ αυτός τον προσφωνούσε με τη λέξη «κύριε». Ακολούθως τον πληροφόρησε για τα δικαιώματά σύλληψής του δίνοντάς του σχετικό έντυπο και τον πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί για 3 τροχαία αδικήματα παραδίδοντάς τον σε συνάδελφό του για περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι βρισκόταν σε περιπολία στην οδό Ερμού. Το αυτοκίνητο βρισκόταν στο μέρος και το είχε δει εκεί για 25 λεπτά. Έχει την εντύπωση ότι το εξώδικο ήταν για το αδίκημα της παρακώλυσης κυκλοφορίας. Γι' αυτό κατάγγειλε τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα. Έβλεπε το αυτοκίνητο από απόσταση 20-30 μέτρων, αλλά δεν έβλεπε τους αριθμούς εγγραφής του. Επίσης, ανάφερε ότι ο Κατηγορούμενος εμπόδιζε τη διέλευση άλλων οχημάτων αφού ο δρόμος που στάθμευσε δεν ήταν ενδεδειγμένος για στάθμευση. Περνούσαν οχήματα αλλά καθυστερούσαν γιατί το όχημα του Κατηγορούμενου ήταν μέσα στο δρόμο. Δεν ζήτησε τα στοιχεία του Κατηγορούμενου όταν εξέδωσε το εξώδικο γιατί είχε εκδοθεί το εξώδικο προς τον υπεύθυνο οδηγό και δεν τα χρειαζόταν. του ζήτησε να μετακινήσει το όχημά του μετά την έκδοση του εξωδίκου. Όταν είχε δώσει το εξώδικο στον Κατηγορούμενο αρνήθηκε να το παραλάβει κάτι που δεν ανέφερε στην κατάθεσή του γιατί δεν είχε σημασία. Ο Κατηγορούμενος κατέβηκε από το όχημα και με εριστικό τρόπο «δεν έχεις υπόθεση» κλπ κι εκείνος απλά πήγε να του δώσει το εξώδικο, εκείνος δεν το παραλάμβανε και το έβαλε στον ανεμοθώρακα κι έφυγε για να αποφύγει την αντιπαράθεση με τον Κατηγορούμενο. Όταν έφυγε πήγε στο ποδήλατό του που ήταν πίσω από το όχημα το Κατηγορούμενο. Η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου έδειχνε μία στάση ότι δεν θα μετακινούσε το όχημά του. Δεν θυμάται να του είπε ο Κατηγορούμενος «περιμένω τη γυναίκα μου να έρθει και θα φύγουμε αμέσως» κι εκείνος να του είπε «να το σηκώσεις τωρά να το φύγεις που δαμέ διαφορετικά θα σε συλλάβω'». Διευκρίνισε ότι όταν ήρθε η σύζυγος του Κατηγορούμενου, δεν ζήτησε τα στοιχεία της, αλλά τη ρώτησε αν είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του οχήματος. Δεν δέχθηκε ότι του είπε ο Κατηγορούμενος ότι θα πάει στο σταθμό για να τον καταγγείλει. Σε σχέση με τον πολίτη στον οποίο έκανε αναφορά στην κατάθεσή του, λήφθηκαν τα στοιχεία του τα οποία δόθηκαν στον εξεταστή της υπόθεσης. Ο πολίτης παρουσιάστηκε και νομίζει ο ίδιος ότι ο πολίτης έδωσε κατάθεση. Τα στοιχεία βρίσκονται μέσα στο σχετικό φάκελο. Δεν δέχθηκε ότι έσπασε το παράθυρο του αυτοκινήτου και το κλειδί του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου. Ανέκοψε το όχημα του Κατηγορούμενου και δεν δέχθηκε τη θέση ότι εν κινήσει του εν λόγω οχήματος άρπαξε τα κλειδιά του. Ερωτώμενος σε σχέση με την 3η Κατηγορία, ανάφερε ότι αντιλαμβάνεται η εν λόγω διατύπωση έγινε από την Εισαγγελία και διευκρίνισε ότι ο ίδιος αναφέρεται στην κατάθεσή του ποια αδικήματα αφορούσαν τον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος συνελήφθηκε από εκείνον και μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Λάρνακας. Μεταφέρθηκε στο σταθμό με το όχημά του. Ο ίδιος δεν κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο, τον πληροφόρησε εντός του αστυνομικού σταθμού ότι θα καταγγελθεί και δεν απάντησε κάτι. Για τα τροχαία αδικήματα τον πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί, αλλά την περαιτέρω διερεύνηση για τα υπόλοιπα ποινικά αδικήματα την ανέλαβε συνάδελφος του, εφόσον ο ίδιος είναι παραπονούμενος σε αυτά. Δεν γνωρίζει αν ο Κατηγορούμενος κλήθηκε να δώσει τη θέση του για τα ποινικά αδικήματα, δέχθηκε όμως ότι ο ίδιος κλήθηκε για να δώσει κατάθεση κα ότι υπήρξε παράπονο εναντίον του ότι προκάλεσε ζημία στο αυτοκίνητο. Δεν δέχθηκε όμως ότι προκάλεσε ζημία στο όχημα. Αρνήθηκε τη θέση ότι πετάχτηκε πάνω στο αυτοκίνητο και ούρλιαζε η σύζυγος του Κατηγορούμενου από το φόβο της και ότι έσπασε το τζάμι του αυτοκινήτου και απέδωσε τους εν λόγω ισχυρισμούς του Κατηγορούμενου σε αλλότριους σκοπούς. Όπως εξήγησε, ο Κατηγορούμενος είχε έρθει στον σταθμό με το όχημα του, είχε φύγει σε κάποια φάση η σύζυγος του με το όχημα και δεν υποβλήθηκε ουδέποτε την ίδια μέρα ότι έγινε οποιαδήποτε ζημιά στο όχημα. Ο ισχυρισμός έγινε πολύ αργότερα και οι κατηγορίες ήταν εντελώς ανυπόστατες. Όσον αφορά αν λήφθηκαν καταθέσεις από τον ανακριτή νομίζει ότι λήφθηκαν καταθέσεις από τη σύζυγό του Κατηγορούμενου. O Κατηγορούμενος, μετά την κλήση του σε απολογία, υιοθέτησε το περιεχόμενο Γραπτής του Δήλωσης, στην οποίαν αναφέρει τα ακόλουθα: Το Σάββατο 4/11/2017 και ώρα 4:00 μ.μ. μετέβηκε με τη σύζυγό του στη Λάρνακα για να ψωνίσει φανέλες για τα παιδιά τους. Όταν έφθασε κοντά στο μαγαζί έκανε στάση για να κατεβεί η σύζυγός του κι εκείνος την περίμενε μέσα στο όχημα στη θέση του οδηγού. Σε κάποια στιγμή γύρω στις 4:05 μ.μ. ο Μ.Κ.1 ήρθε για να του αναφέρει από το παράθυρο ότι είχε καταγγελθεί και του έδωσε το εξώδικο. Παίρνοντας το εξώδικο στο χέρι τον ρώτησε «γιατί με έγραψες αφού ήμουν μέσα στο αυτοκίνητο» Διαμαρτυρήθηκε και τον ρώτησε γιατί να μην του υποδείξει να μετακινήσει το αυτοκίνητο προτού τον καταγγείλει, ενώ εκείνη τη στιγμή ερχόταν η σύζυγός του για να μπει στο αυτοκίνητο για να φύγουν. Η απάντησή του ήταν «τάραξέ το τωρά για να μη σε συλλάβω για άρνηση εκτέλεσης διαταγής». Στο μεταξύ κατά τη διάρκεια της συνομιλίας τους ο αστυνομικός άρχισε να φωνάζει και να τον προκαλεί δημοσίως. Αυτός αγνόησε τις προκλήσεις του αστυνομικού και του υποδείκνυε ότι η γυναίκα του ερχόταν προς αυτούς για να αναχωρήσουν. Όση ώρα βρισκόταν σταθμευμένος στην οδό Ερμού, ποτέ ο Αστυνομικός δεν του έκανε οποιοδήποτε σήμα και ουδέποτε του είπε να μη μετακινήσει το όχημα, αλλά ούτε και του ανάφερε ότι θα έπρεπε να παραμείνει στο χώρο για οποιοδήποτε λόγο. Επίσης ουδέποτε ο εν λόγω αστυνομικός του ζήτησε να δώσει τα στοιχεία του. Από τη στιγμή που του παρέδωσε το εξώδικο και όταν ήρθε η σύζυγός του, του ανέφερε ότι θα μετεβαίνε αμέσως στον αστυνομικό σταθμό για να υποβάλει παράπονο για τη συμπεριφορά του. Μετά το πιο πάνω γεγονός αυτός και η σύζυγός του αναχώρησαν με κατεύθυνση τον Κεντρικό αστυνομικό Σταθμό στις Φοινικούδες για να προβεί σε παράπονο. Κοντά στο ταχυδρομείο που είναι δίπλα από τον αστυνομικό σταθμό ο αστυνομικός που τον ακολούθούσε με το ποδήλατό του φώναζε δημοσίως και καλούσε τους αστυνομικούς που ήταν σε πεζή περιπολία τυχαία στην περιοχή «σταματήστε το μαύρο αυτοκίνητο και συλλάβετέ τους». .Τότε αυτός ελάττωσε ταχύτητα και τους είπε πως μεταβαίνει από μόνος του στον αστυνομικό σταθμό για να κάνει παράπονο και συμφώνησαν μαζί του. Τότε ο Λοχίας φώναξε δημοσίως και τρέχοντας προς το αυτοκίνητό του άρχισε να χτυπά με γροθιές το μισάνοιχτο παράθυρό του και διά της βίας προσπάθησε να αφαιρέσει τα κλειδιά από το εν κινήσει όχημά του προκαλώντας του φόβο και πανικό σε εκείνον και στη σύζυγό του. Όσο αυτός όσο και η σύζυγός του δεν πίστευαν τη βιαιότητα και αγριότητα που επέδειξε ο αστυνομικός στη μέση του δρόμου. Όταν πήγε σπίτι διαπίστωσε ότι το κλειδί του οχήματος του ήταν σπασμένο και το παράθυρο δεν δούλευε κανονικά. Για όλα τα αδικήματα που διέπραξε ο αστυνομικός όπως αυτό της επίθεσης, κακόβουλης ζημίας εξύβρισης, η Αστυνομία Λάρνακας αρνήθηκε να καταγράψει τα παράπονά τους και να τους λάβει καταθέσεις. Ζήτησε να δώσει κατάθεση και να καταθέσει όλα τα γεγονότα αλλά ο Αστυνομικός που θα λάμβανε την κατάθεσή του του είπε «θα σου αναφέρω για ποια πράγματα σε κατηγορεί και αν δεν παραδέχεσαι θα μου πεις δεν παραδέχομαι για να μην καθυστερούμε.». Τελικά δεν του έλαβαν κατάθεση και δεν δέχθηκαν να καταθέσει τα πραγματικά γεγονότα. Ο ίδιος πλήρωσε το ποσό για το εκδοθέν εξώδικο και κατέθεσε ως τεκμήριο την απόδειξη πληρωμής του. Θεωρεί τη συμπεριφορά του αστυνομικού απαράδεκτη και αντιδεοντολογική, ότι αυτός δεν είναι ο ρόλος ενός αστυνομικού, δεν καταλαβαίνει γιατί ο αστυνομικός είπε ψέματα και δηλώνει αθώος για τις Κατηγορίες και επαναλαμβάνει ότι σε καμία περίπτωση δεν του έκανε σήμα για να μην αναχωρήσει αλλά και δεν του ζήτησε να του δώσει τα στοιχεία του. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι γνώριζε ότι το σημείο που στάθμευσε το όχημά του ήταν μη επιτρεπόμενο αλλά ουσιαστικά δεν στάθμευσε αλλά έκανε μία στάση και δεν εμπόδιζε κανέναν. Όταν του υποβλήθηκε ότι στη θέση όπου στάθμευσε υπήρχε απαγορευτική πινακίδα, ανέφερε ότι εκεί υπήρχε αλυσίδα με κλειδαριά κι έμεινε εκεί σε περίπτωση που χρειαζόταν να μετακινήσει το όχημά στου. Δεν είχε πρόθεση να δημιουργήσει οποιοδήποτε πρόβλημα. Αν ερχόταν κάποιος θα μετακινούσε το όχημα. Βρισκόταν εκεί για 10 λεπτά. Ο αστυφύλακας ουδέποτε ήρθε μπροστά από το αυτοκίνητο, αλλά ήρθε στη θέση του οδηγού, και του είπε ότι έχει καταγγελθεί. Αρνήθηκε ότι κατέβηκε και του είπε ότι δεν έχει υπόθεση αλλά αυτό που του είπε ήταν να του παραπονεθεί γιατί να μην του ζητήσει να το μετακινήσει. Δεν του είπε «έννα με δέρεις» ούτε και τον αποκάλεσε «καραγκιόζη». Ήταν της φαντασίας του αστυνομικού γιατί τόλμησε να του παραπονεθεί. Αυτός που εκνευρίστηκε ήταν ο Μ.Κ.1 και του ανέφερε ότι αν δεν μετακινήσει το αυτοκίνητo θα τον καταγγείλει. Ουδέποτε ο Μ.Κ.1 του ζήτησε τα στοιχεία του. Όταν υποβλήθηκε ότι αγνόησε τον Μ.Κ.1 κι έκλεισε το παράθυρο του αυτοκινήτου, απάντησε ότι εφόσον είχε πάρει το εξώδικο, δεν θα έλεγε και ευχαριστώ και να πάρει το Μ.Κ.1 να τον ταΐσει. Επέμενε ότι ουδέποτε του έγινε σήμα από το Μ.Κ.
  5. Το παράθυρο δε του αυτοκινήτου ήταν ανοιχτό. Ουδέποτε ήταν μπροστά του ο Μ.Κ.1 και αν τυχόν ήταν, με το αυτοκίνητο «που κρατούσε» δεν θα ήταν ο Μ.Κ.1 στο Δικαστήριο. Δεν ήταν δυνατόν να τον ακολουθήσει ο Μ.Κ.1 αν τον χτύπησε. Όπως οδηγούσε ο Μ.Κ.1 βούτηξε μέσα στο αυτοκίνητο για να πάρει το κλειδί και χτύπησε και το παράθυρο. Ο ίδιος ουσιαστικά δεν δέχθηκε το παράνομο της στάθμευσής του. Όπως χαρακτηριστικά -και κατά τρόπο χυδαίο και ανάρμοστο θα έλεγα, ιδιαίτερα εντός μίας αίθουσας Δικαστηρίου- ανέφερε ήταν μέσα στο αυτοκίνητο και δεν άφησε το αυτοκίνητο σε εκείνη τη θέση «γιατί έτσι του κ..»[1]. Ο ίδιος έκανε καταγγελία εναντίον του Μ.Κ.
  6. Δεν οδηγήθηκε στην αστυνομική διεύθυνση , αλλά του είπαν οι αστυνομικοί να πάει εκεί για να μην «κάνουν ρεζιλίκια». Μετέβηκε για να υποβάλει το παράπονό του και δεν το δέχθηκαν στην Αστυνομία. Δεν είχε άλλο πολίτη στο μέρος. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας

(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διρευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: « Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας τους μάρτυρες, σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά του στο εδώλιο. Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, μέσα από το ύφος τους, τις αντιδράσεις τους, την αμεσότητα των απαντήσεών τους, το περιεχόμενό αυτών και τη λογική των διατυπωθέντων ισχυρισμών. Ο Μ.Κ.1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Παρά το ότι έδωσε μακροσκελή κατάθεση με πολλές λεπτομέρειες, αντεξετάστηκε επισταμένα επί αυτής και διεξήλθε αλώβητη η αξιοπιστία του από την αντεξέταση. Τυχόν μικροαντιφάσεις δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία, αφού επί της ουσίας η εκδοχή του υποστηρίχθηκε με σταθερότητα. Υπήρξε κάτι που δεν αναφέρθηκε στην κατάθεσή του, ότι ο Κατηγορούμενος δεν παραλάμβανε το εξώδικο και ότι προχώρησε μετά στο να το τοποθετήσει στο τζάμι του οχήματος για να μην τσακώνεται με τον Κατηγορούμενο, αλλά δεν θεωρώ αυτή την παράλειψη τόσο σημαντική. Μου δημιούργησε πολύ καλή εντύπωση, απαντούσε άμεσα στα ερωτήματα που του τίθεντο και μου έδωσε την εντύπωση ενός ευσυνείδητου επαγγελματία ο οποίος προσπάθησε κατά τρόπο υπεύθυνο να διεκπεραιώσει τα καθήκοντά του. Όταν μάλιστα ρωτήθηκε για την 3η Κατηγορία στο Κατηγορητήριο, προς τιμήν του και αυτό είναι ενδεικτικό και της ειλικρίνειάς του, δεν την υποστήριξε και το απέδωσε σε προσθήκη της Κατηγορούσας Αρχής. Οι εξηγήσεις που έδωσε για το ότι δεν ζήτησε τα στοιχεία της συζύγου του Κατηγορούμενου αλλά απλώς την ρώτησε αν ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του οχήματος, ήταν επίσης επαρκείς και δεν θεωρώ ότι παραμένει κάποιο κενό στη μαρτυρία. Δεν έχω ενδοιασμό να αποδεχθώ στην ολότητά της τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ως πλήρως αξιόπιστη και να βασιστώ σε αυτήν για να προβώ στα ευρήματά μου. Έρχομαι στον Κατηγορούμενο. Πράγματι, ιδιαίτερες αντιφάσεις δεν υπήρχαν στη μαρτυρία του, αφού η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής περιορίστηκε κυρίως σε υποβολές προς εκείνον. Παρά ταύτα, ενώ ήταν ήρεμος αρχικά, αποδείχθηκε ότι κατέβαλλε υπερπροσπάθεια γι' αυτό, αφού δεν άργησε να αναδιπλωθεί και να αναδειχθεί πανηγυρικά ενώπιον του Δικαστηρίου, το εκρηκτικό και οξύθυμό ταπεραμέντο του και να παρουσιαστεί εν τέλει, έμπλεος ειρωνείας, θυμού, αλλά και έπαρσης στον τρόπο που μιλούσε και συμπεριφερόταν, φτάνοντας στο σημείο ακόμη και να χυδαιολογήσει ενώπιόν του Δικαστηρίου χρησιμοποιώντας ανάρμοστο λεξιλόγιο. Όντας στη μοναδική θέση να τον παρατηρήσω να δίνει μαρτυρία, θεωρώ ότι το ύφος και ο τρόπος του ήταν και ενδεικτικά του χαρακτήρα του, αλλά και της συμπεριφοράς που επέδειξε προς το Μ.Κ.
  1. Επίσης, δεν έχω πειστεί από την αρκετά εξωπραγματική εκδοχή του ότι έτυχε καταδίωξης από το Μ.Κ.1 με το ποδήλατο, μετά που του ανέφερε ότι θα μετέβαινε στον αστυνομικό σταθμό για να τον καταγγείλει και τα περί «βουτιάς» του Μ.Κ.1 στο αυτοκίνητό εν κινήσει -κατά κινηματογραφικό τρόπο και μάλλον σαν μανιακός, χωρίς μάλιστα κάποιο ουσιαστικό λόγο (αν τυχόν ήθελε να τον σταματήσει από το να μεταβεί στον αστυνομικό σταθμό, γιατί να επιθυμεί να τον σταματήσει ο Μ.Κ.1 για να τον οδηγήσει ο ίδιος εκεί συλλαμβάνοντάς τον;)-. Κατέβαλε ο Κατηγορούμενος μεν έντονη προσπάθεια στην αρχή και στο μέσο της αντεξέτασής του να παρουσιαστεί ως πρόσωπο ήρεμο και χαμηλών τόνων, που ήταν θύμα αυθαίρετων ενεργειών του αστυνομικού, αλλά δεν χρειάστηκε ούτε πολλή ώρα, αλλά ούτε και πολλή προσπάθεια από την Κατηγορούσα Αρχή -αφού ως αναφέρω πιο πάνω η αντεξέταση ήταν περιορισμένη σε γενικές υποβολές- για να διαφανεί μία νοοτροπία που δυστυχώς πρέπει να παρατηρήσω ότι αποτελεί μάστιγα για την κυπριακή κοινωνία: αναφέρομαι σε μία νοοτροπία (ψευδ)αίσθησης κάποιων πολιτών ότι βρίσκονται υπεράνω του νόμου, που εκδηλώθηκε στην προκειμένη με το να θεωρεί κάποιος, μεταξύ άλλων, ότι μπορεί να σταθμεύει κάπου που δεν δικαιούται (όχι προσωρινά ή για λόγους ανάγκης π.χ. για να κατεβάσει ένα παραπληγικό ή ένα ηλικιωμένο ή ένα παιδάκι, αλλά για να μεταβεί η σύζυγός του σε κοντινό κατάστημα ρούχων) και αντί ως ο μέσος πολίτης να παραλαμβάνει με ευπρέπεια το εξώδικο που εκδόθηκε και να αναλαμβάνει τις ευθύνες του, να αναμένει ότι δεν θα καταγγελθεί για την παράνομή του στάθμευση και στη συνέχεια να επιπλήττει, να καθυβρίζει, να υποτιμά, μέχρι και να θέτει σε κίνδυνο έναν αστυνομικό που προσπαθούσε να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του. Ειδικά δε, φάνηκε ο Κατηγορούμενος να υποτιμά έναν ποδηλάτη αστυνομικό, προφανώς, όπως διαφάνηκε επειδή ο ίδιος κατείχε μεγάλων διαστάσεων αυτοκίνητο. Χαρακτηριστική δε ήταν η αναφορά του Κατηγορούμενου ότι με το αυτοκίνητο που κατείχε, εάν ίσχυε η εκδοχή του Μ.Κ.1 ότι τον χτύπησε, δεν θα βρισκόταν στο Δικαστήριο ο Μ.Κ.1 για να δώσει μαρτυρία. Με βάση τη μαρτυρία ενώπιόν μου καταλήγω στο ότι στη δεδομένη ημερομηνία και ώρα, ο Κατηγορούμενος διέπραξε όλες τις αποδιδόμενες σε αυτόν πράξεις στις Λεπτομέρειες των Αδικημάτων στις 3 Κατηγορίες. Θεωρώ όμως ότι σε σχέση με την Κατηγορία 3, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται -αλλά αυτό δεν αφορά την κρίση μου επί της ενοχής ή της αθωότητας του Κατηγορούμενου-, ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία και δεν έχει αποδειχθεί ειδικά η έκδοση εξωδίκου (ως αναφέρεται στην Κατηγορία). Τα ουσιαστικά μου ευρήματα είναι λοιπόν τα ακόλουθα: Ο Κατηγορούμενος, έχοντας τον έλεγχο του μηχανοκίνητου οχήματος που αναφέρεται στις Κατηγορίες, στη δοσμένη ημερομηνία και ώρα κι έχοντας σταθμεύσει αυτό στη στροφή κάποιας οδού, αφού πληροφορήθηκε ότι έχει καταγγελθεί και αφού εξύβρισε τον Μ.Κ.1, κλήθηκε από τον τελευταίο να του δώσει τα στοιχεία του (δηλαδή το δελτίο ταυτότητάς του) για να καταγγελθεί για την εξύβριση, και αρνήθηκε να το πράξει. Στη συνέχεια κλήθηκε να παραμείνει στο χώρο από τον εν λόγω αστυνομικό κι έσπευσε να φύγει. Αν και δέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 στην ολότητά της, όπως προανέφερα, δεν θα επεκταθώ εδώ περαιτέρω στο τι ακολούθησε, αφού έχει ληφθεί υπόψη για σκοπούς αξιολόγησης και κρίσης επί της αξιοπιστίας της μαρτυρίας και για τη διαμόρφωση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, αλλά αντιλαμβάνομαι ότι πιθανόν να αποτελούν ή να αποτελέσουν αντικείμενο άλλης ποινικής υπόθεσης. Νομική βάση -Απόδειξη ή μη των Κατηγοριών Οι σχετικοί με τις εν λόγω Κατηγορίες Κανονισμοί στους Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμούς είναι οι πιο κάτω:
  2. Σε σχέση με την Πρώτη Κατηγορία, ο Κανονισμός 58
(2)(στ) των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών 66/1984 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: « .. Κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο µηχανοκινήτου οχήµατος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις-.. (στ) στις περιπτώσεις όπου καλείται για το σκοπό αυτό από αστυνοµικό µε στολή, δηµοτικό τροχονόµο ή σχολικό τροχονόµο, να ακινητοποιεί το Τέταρτο Παράρτηµα. 72 όχηµά του µέχρις ότου ο αστυνοµικός ή ο τροχονόµος επιτρέψει σε αυτόν να συνεχίσει την πορεία του ή να ελαττώνει την ταχύτητα του οχήµατος στις περιπτώσεις όπου οι συνθήκες τροχαίας κίνησης στο δρόµο το επιβάλλουν» 2. Σε σχέση με τη Δεύτερη Κατηγορία ο Κανονισμός 58
(2)(ζ) προβλέπει ότι: «.. Κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο µηχανοκινήτου οχήµατος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις-.. (ζ) στις περιπτώσεις όπου καλείται για το σκοπό αυτό από αστυνοµικό µε στολή, να δίνει σ'αυτόν τα ακριβή στοιχεία της ταυτότητας του και τη διεύθυνση του, καθώς και τα στοιχεία της ταυτότητας και τον τόπο διαµονής ή εργασίας του ιδιοκτήτη του µηχανοκινήτου οχήµατος.» 3. Σε σχέση με την Τρίτη Κατηγορία ο Κανονισμός 58
(9)(ιv)[2] προβλέπει ότι: «
(9)Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο µηχανοκίνητου οχήµατος σε οποιοδήποτε δρόµο, οφείλει να µη σταθµεύει το όχηµα ούτε εγκαταλείπει αυτό- (iv) σε απόσταση µικρότερη των δέκα µέτρων από συµβολή δρόµων ή πενήντα µέτρων από φωτεινό σηµατοδότη τροχαίας ή δεκαπέντε µέτρων από καθορισµένη διάβαση πεζών ή στάση λεωφορείων, εκτός από συγκεκριµένη θέση στάθµευσης που έχει καθοριστεί ως έτσι από την αρµόδια αρχή» Ο γενικός Κανονισμός 72 αφορά και τις 3 Κατηγορίες, προβλέποντας τη γενική ποινή σε περίπτωση παραβίασης των Κανονισμών και έχει ως ακολούθως: « 72.Πας όστις παραβαίνει οιανδήποτε των διατάξεων των παρόντων Κανονισµών ή οιονδήποτε όρον αδείας χορηγηθείσης αυτώ δυνάµει οιουδήποτε των παρόντων Κανονισµών, είναι ένοχος αδικήµατος και υπόκειται εις ποινή φυλακίσεως µέχρις ενός έτους ή εις χρηµατικήν ποινήν µέχρι χιλίων λιρών ή εις αµφοτέρας τας ποινάς ταύτας.» Σχετικό επίσης για την υπόθεση θεωρώ και τον ορισμό του οδηγού ως περιέχεται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου 86/1972 και έχει ως ακολούθως: ««οδηγός» περιλαμβάνει παν πρόσωπον, όπερ εν τη πραγματικότητι οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα εις δεδομένον τινά χρόνον ως και παν πρόσωπον, όπερ φέρει την ευθύνην του οχήματος δια σκοπούς οδηγήσεως αυτού, εν όσω τούτο είναι εσταθμευμένον εφ'οιασδήποτε οδού, εν τη περιπτώσει δε ρυμουλκουμένου οχήματος, τον οδηγόν του οχήματος, υφ'ου σύρεται το ρυμουλκούμενον όχημα·» Θεωρώ, με βάση και την παράθεση των σχετικών άρθρων και με βάση τα ευρήματά μου, ως πιο πάνω διατυπώθηκαν, ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των Κατηγοριών και ιδιαίτερα τονίζω ότι ο Κατηγορούμενος εμπίπτει, ως έχων τον έλεγχο του αυτοκινήτου όσο αυτό ήταν σταθμευμένο και ως οδηγός του αυτοκινήτου αποχωρώντας από το σημείο, στον ορισμό του «οδηγού». Κατάληξη Με βάση τα πιο πάνω, καταλήγω στο ότι ο Κατηγορούμενος βρίσκεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και στις 3 Κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν. Υπογρ.......... Ξενής Ξενοφώντος Επαρχιακός Δικαστής ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Για ευνόητους λόγους, οι χυδαιολογίες του Κατηγορούμενου δεν θα αναπαραχθούν στο πλαίσιο της δικαστικής απόφασης αυτούσιες [2] Στο Κατηγορητήριο αναγράφεται ο Κανονισμός 58
(9)(δ), τον οποίον θεωρώ τυπογραφικό λάθος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.