← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. BUNTURI, Αρ. Υπόθεσης: 7727/2018, 25/1/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. BUNTURI, Αρ. Υπόθεσης: 7727/2018, 25/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:B5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7727/2018 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. XXX BUNTURI Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 25.01.19 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η ίδια για ν' ακούσει ποινή) Για Κατηγορούμενο: κα Ε. Μαλά (η ίδια για ν' ακούσει ποινή) Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις εξής κατηγορίες:

(1)κυκλοφορία πλαστού εγγράφου κατά παράβαση του άρθρου 339 του Κεφ. 154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορία 2),
(2)εξασφάλισης εγγραφής αλλοδαπού με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση του άρθρου 305 του Κεφ.154 (κατηγορία 3),
(3)πλαστοπροσωπία κατά παράβαση του άρθρου 360 του Κεφ.154 (κατηγορία 6),
(4)παράνομη απασχόληση στην Κυπριακή Δημοκρατία κατά παράβαση των άρθρων 2, 19
(1)(κ) και 20 του Κεφ.105 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορία 7) και
(5)απαγορευμένου μετανάστη κατά παράβαση των άρθρων 6
(1)(θ), 12
(1),
(5), 19
(2)και 20 του Κεφ.105 (κατηγορία 8). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος στις 04.09.14 στην Πάφο εν γνώση του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό ελληνικό δελτίο ταυτότητας με αριθμό χχχ στο όνομα χχχ παρουσιάζοντας το σε υπάλληλο του Επαρχιακού Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων στην Πάφο. Με αυτόν τον τρόπο ο κατηγορούμενος εσκεμμένα χρησιμοποίησε το εν λόγω πλαστό δελτίο ταυτότητας με το προαναφερόμενο όνομα εξασφαλίζοντας με ψευδείς παραστάσεις την εγγραφή του στο ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων. Ακολούθως στις 18.12.18 στην Κάτω Πάφο ο κατηγορούμενος, με σκοπό την καταδολίευση του αρχιαστυφύλακα χχχ Γεωργιάδη της ΥΑΜ Πάφου, παρέστησε ψευδώς τον εαυτό του ως τον Τζχεμάλ Μπουντούρη, ενώ στην πραγματικότητα είναι ο χχχ Bunturi από τη Γεωργία, ο οποίος είναι απαγορευμένος μετανάστης και στις 24.02.18 είχε απελαθεί βάση διατάγματος απέλασης, στις 18.12.18 βρέθηκε να βρίσκεται παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και συγκεκριμένα εντοπίστηκε να εργάζεται στο εργοτάξιο του ξενοδοχείου με την ονομασία 'Aliathon' στη λεωφόρο Ποσειδώνος στην Κάτω Πάφο, χωρίς άδεια του Διευθυντή Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Αναφορικά με τις κατηγορίες 1, 4 και 5 του κατηγορητηρίου η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή τους και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε σ' αυτές. Τα γεγονότα της υπόθεσης δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον κατηγορούμενο και όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής είναι τα ακόλουθα: Στις 18.12.18 αστυνομικοί του τμήματος ΥΑΜ Πάφου, ανάμεσα στους οποίους ο αστυφύλακας χχχ Γεωργιάδης (Μ1), μετέβησαν σε χώρο που ήταν εργοτάξιο στο ξενοδοχείο 'Aliathon' που βρίσκεται στη λεωφόρο Ποσειδώνος στην Κάτω Πάφο προς διερεύνηση πληροφορίας που τους διαβιβάστηκε ότι εκεί εργοδοτούνταν παράνομα αλλοδαποί. Στον τρίτο όροφο της υπό κατασκευής οικοδομής εντοπίστηκε ο κατηγορούμενος να τοποθετεί κεραμικά στο πάτωμα. Ο Μ1 ζήτησε από τον κατηγορούμενο να του υποδείξει σχετική άδεια εργασίας ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο και αυτός του έδωσε ένα ελληνικό δελτίο ταυτότητας με αριθμό χχχ στο όνομα χχχ. Ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε σε αστυνομικό σταθμό με σκοπό την εξακρίβωση των στοιχείων ταυτότητας του. Εκεί παρά την έρευνα που έγινε στο ηλεκτρονικό αρχείο της αστυνομίας δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε πρόσωπο δηλωμένο με τα στοιχεία που ο κατηγορούμενος είχε δώσει. Τότε ο κατηγορούμενος αποκάλυψε ότι τα στοιχεία του δεν ήταν αυτά που σημειώνονταν στο έγγραφο που είχε δώσει προηγουμένως στον Μ1 αλλά ότι ονομαζόταν χχχ Bunturi με ημερομηνία γέννησης 07.05.86 και καταγόταν από τη Γεωργία. Ακολούθησε νέα έρευνα στο ηλεκτρονικό αρχείο της αστυνομίας με βάση πλέον τα καινούργια στοιχεία που έδωσε ο κατηγορούμενος, ως αποτέλεσμα της οποίας διαπιστώθηκε ότι όντως επρόκειτο για τον χχχ Bunturi με χώρα καταγωγής του τη Γεωργία, οποίος βρισκόταν στο παρελθόν στην Κυπριακή Δημοκρατία και στις 17.02.18 είχε συλληφθεί από τις κυπριακές αρχές επειδή βρισκόταν στο νησί παράνομα και στις 24.02.18 είχε απελαθεί στην πατρίδα του. Τα δε στοιχεία του είχαν τοποθετηθεί στον κατάλογο των προσώπων που θεωρούνται απαγορευμένοι μετανάστες. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης διαπιστώθηκε ότι στις 04.09.14 ο κατηγορούμενος είχε χρησιμοποιήσει το πλαστό ελληνικό δελτίο ταυτότητας και εγγράφηκε στο ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων εξασφαλίζοντας σχετική κάρτα γι' αυτό. Δυνάμει αυτής της εγγραφής εργαζόταν ήδη για περίοδο πέντε ημερών για λογαριασμό άλλου ατόμου έναντι ημερήσιας αμοιβής €45. Καταλήγοντας η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου ετοιμάστηκε έκθεση από το Γραφείο Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, στο περιεχόμενο της οποίας θα αναφερθώ στη συνέχεια. Στην αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:
(1)Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου.
(2)Τη συνεργασία του πελάτη της με τις αστυνομικές αρχές.
(3)Την παραδοχή του κατηγορουμένου στο δικαστήριο.
(4)Την απολογία του πελάτη της στο δικαστήριο.
(5)Την υπόσχεση του κατηγορουμένου ότι θα είναι περισσότερο προσεχτικός στο μέλλον.
(6)Τον πρόχειρο τρόπο με τον οποίον ο κατηγορούμενος ενέργησε και τούτο κατά τη γνώμη της συνηγόρου υπεράσπισης φαίνεται από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος πλήρωσε άλλο άτομο με το ποσό των €50 για να καταρτίσει το επίμαχο πλαστό έγγραφο τοποθετώντας σ' αυτό δική του φωτογραφία.
(7)Το ότι η προσπάθεια του να εξεύρει εργασία για να βοηθήσει την οικογένεια του ήταν ο λόγος που ώθησε τον κατηγορούμενο στη διάπραξη των αδικημάτων.
(8)Το ότι ουδείς έχει ζημιώσει από την αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου αφού η Κυπριακή Δημοκρατία εισέπραξε αυτό που της αναλογούσε από τις πέντε ημέρες εργοδότησης του.
(9)Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από τη συνήγορο υπεράσπισης. Είναι η θέση της συνηγόρου υπεράσπισης ότι η τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο θα έχει δυσμενείς συνέπειες για την οικογένεια του και ειδικότερα για το ανήλικο παιδί του. Προς ενίσχυση της εν λόγω θέσης της η κυρία Μαλά παρέπεμψε το δικαστήριο στην ποινική υπόθεση 8197/15 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου μεταξύ Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου v. Roman Iambarsov κ.α. ημερ. 08.10.15. Αναμφίβολα όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι διέπραξε είναι σοβαρά, πράγμα που αναγνώρισε ευθέως και η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Στην προκειμένη περίπτωση το επίμαχο πλαστογραφημένο έγγραφο που τέθηκε σε κυκλοφορία είναι ελληνικό δελτίο ταυτότητας που κατατάσσεται στην κατηγορία των επίσημων εγγράφων. Η κυκλοφορία πλαστού επίσημου εγγράφου επισύρει, με βάση συνδυασμένη μελέτη των άρθρων 337 και 339 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης μέχρι δέκα έτη. Τα δε αδικήματα της πλαστοπροσωπία και της εξασφάλισης εγγραφής αλλοδαπού με ψευδείς παραστάσεις σε κυβερνητικό οργανισμό, όπως είναι το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά με το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου με το οποίο συνδέονται αφού αφορά το ίδιο επίσημο έγγραφο και περιβάλλεται από τα ίδια γεγονότα. Η διάπραξη του αδικήματος της πλαστοπροσωπίας τιμωρείται, δυνάμει συνδυασμένης μελέτης των άρθρων 360 και 35 του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης μέχρι δύο έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €2.562,90 ή και με τις δύο αυτές ποινές ενώ η διάπραξη του αδικήματος της εξασφάλισης εγγραφής αλλοδαπού με ψευδείς παραστάσεις επισύρει, με βάση το άρθρο 305 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης μέχρι τρία έτη. Σε ότι αφορά το αδίκημα του απαγορευμένου μετανάστη, αυτό, δυνάμει του άρθρου 19
(2)του Κεφ.105, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη ή με χρηματική ποινή μέχρι €8.543,00 ή και με τις δύο αυτές ποινές. Περαιτέρω το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης στην Κύπρο υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 19
(1)(κ) του Κεφ.105, σε ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €1.708,60 ή και στις δύο αυτές ποινές. Από τον καθορισμό του ύψους των πιο πάνω ποινών μέσω της θέσπισης των προαναφερόμενων νομοθεσιών καταδεικνύεται η σοβαρότητα που ο νομοθέτης αποδίδει στη διάπραξη όλων των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε. Τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, της πλαστοπροσωπίας, της εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις και άλλων ομοειδών αδικημάτων θεωρούνται σοβαρά για τον επιπλέον λόγο ότι ενέχουν το κοινό στοιχείο της σοβαρής παρανομίας και του δόλου. Είναι αδικήματα που αποσκοπούν στην εξαπάτηση δημοσίων αρχών, οργανισμών και ατόμων. Η φύση του είδους του πλαστογραφημένου εγγράφου σκοπεύει να επιτρέψει ή να βοηθήσει την διακίνηση εγγράφου με πλαστή ταυτότητα από χώρα σε χώρα, επιπρόσθετα προς άλλες χρήσεις στις οποίες μπορεί να τεθεί. Πρόκειται για αδικήματα με διεθνή προέκταση, η διάπραξη των οποίων δημιουργεί προβλήματα στις σχέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας με άλλα κράτη τόσο της Ευρώπης όσο και του υπόλοιπου κόσμου, πλήττοντας έτσι τα συμφέροντα του νησιού. Είναι αδικήματα όπου η φύση του είδους του πλαστογραφημένου εγγράφου που χρησιμοποιείται και τίθεται σε κυκλοφορία σκοπεύει να δημιουργήσει μια εσκεμμένη πλασματική εικόνα και παράλληλα να παραπλανήσει το νομικό πρόσωπο ή το άτομο προς το οποίο προορίζεται. Ο παραβάτης ενσυνείδητα παρουσιάζει ένα πρόσωπο και μία κατάσταση που εν γνώση του δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και υπό αυτή την πλαστή εικόνα εισχωρεί στην κοινωνία. Εξίσου σοβαρά είναι τα αδικήματα της παράνομης απασχόλησης και του απαγορευμένου μετανάστη. Πρόκειται για αδικήματα που στρέφονται ευθέως κατά του κράτους και της έννομης τάξης, ενώ ταυτόχρονα υπονομεύουν τη δυνατότητα των αρμοδίων αρχών για άσκηση αποτελεσματικού ελέγχου στην επικράτεια της, προκειμένου να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή ποιος εισέρχεται, ποιος παραμένει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, για ποιο λόγο βρίσκεται στο νησί και κάτω από ποιο νομικό καθεστώς καθώς και που απασχολείται. Είναι αδικήματα που η διάπραξη τους προκαλεί αλυσιδωτές επιπτώσεις στην κυπριακή οικονομία και στην κοινωνία γενικότερα. Το άτομο δε που φέρει την ταυτότητα του απαγορευμένου μετανάστη επιστρέφει κατά τρόπο παράνομο σε τόπο από τον οποίον εκδιώχθηκε στο παρελθόν υπό τη μορφή απέλασης επιδεικνύοντας έτσι ασέβεια και περιφρόνηση στους νόμους του κράτους προς το οποίο καταφεύγει εκ νέου. Προεκτείνοντας το πιο πάνω σκεπτικό μου θα έλεγα ότι όλα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε έκδηλα υποτιμούν τους νόμους, κανονισμούς και θεσμούς ενός δημοκρατικού κράτους, όπως είναι η Κυπριακή Δημοκρατία. Δυστυχώς παρατηρείται έξαρση στη συνδυασμένη διάπραξη αδικημάτων, όπως αυτά του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης, από αλλοδαπούς που επιλέγουν να μην επιδεικνύουν σεβασμό στους νόμους και κανονισμούς του κράτους στο οποίο επιζητούν φιλοξενία. Η αυξητική τάση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων ανέρχεται σε ανησυχητικό επίπεδο, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον μου, για τις οποίες σε αρκετές περιπτώσεις το δικαστήριο υποχρεώνεται να τις επιληφθεί εκτάκτως διακόπτοντας το βαρυφορτωμένο του πρόγραμμα, είναι ένα στοιχείο που ενισχύει τη σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων. Τα πιο πάνω χαρακτηριστικά κατατάσσουν τα εν λόγω αδικήματα ανάμεσα σ' αυτά που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Τέτοια αδικήματα χρήζουν αυστηρής αντιμετώπισης με την επιβολή ποινών αποτρεπτικής φύσεως. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 και Nazari ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 231, στις οποίες και παραπέμπω. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι για τα αδικήματα αυτά η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ενδεικτικά αναφέρω τις πιο κάτω υποθέσεις. Στην Rachoo v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 88/2014, ημερ. 22.09.14 ποινή φυλάκισης 5 μηνών που επιβλήθηκε σε άτομο που κρίθηκε ένοχο μετά από παραδοχή ότι διέπραξε το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην Khaknegad v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 192 συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών που επιβλήθηκαν σε άτομο λευκού ποινικού μητρώου που κρίθηκε ένοχο μετά από άμεση παραδοχή ότι διέπραξε τα αδικήματα της πλαστογραφίας διαβατηρίου και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου θεωρήθηκαν ορθές από το Εφετείο. Στην υπόθεση Khlef κ.ά. v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 203 επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης 2 και 4 μηνών για τις κατηγορίες της παράνομης εισόδου και του απαγορευμένου μετανάστη αντίστοιχα. Οι εφεσείοντες μάλιστα παρουσιάστηκαν αυτόβουλα την επομένη της άφιξης τους σε αστυνομικό σταθμό. Το Εφετείο τόνισε ότι «το προεξάρχον καθοδηγητικό στοιχείο στις περιπτώσεις αυτές είναι η αποτροπή, που δικαιολογεί την επιβολή αυστηρών ποινών. Εν πάση περιπτώσει, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, χωρίς όμως η εξατομίκευση αυτή να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων (Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι οπ κατηγορούμενος διέπραξε διάφορα σοβαρής φύσεως αδικήματα που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Εκτός από το στοιχείο της σοβαρότητας που χαρακτηρίζει τα αδικήματα του κατηγορητηρίου, η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου έχει ποικιλόμορφο και παρατεταμένο χαρακτήρα. Ο κατηγορούμενος δεν περιορίστηκε στο να απασχολείται παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία ως απαγορευμένος μετανάστης αλλά εισχώρησε στην κυπριακή κοινωνία με ψευδή στοιχεία ταυτότητας και προσπάθησε να εδραιωθεί στην πολιτεία παραπλανώντας τις κυπριακές αρχές για μεγάλο χρονικό διάστημα με την παρουσίαση πλαστού ελληνικού δελτίου ταυτότητας εξασφαλίζοντας έντυπο εγγραφής στο ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων στη βάση ψευδών στοιχείων και στη συνέχεια με αυτά παραπλάνησε τον εργοδότη του. Προσποιούμενος ότι ήταν άλλο άτομο δολίως και αναληθώς ξεγέλασε τόσο τον εργοδότη του όσο και αρμόδια δημόσια αρχή για περίοδο 4 ετών περίπου επιδεικνύοντας πλαστό έγγραφο που είχε προμηθευτεί από άλλο άτομο έναντι χρηματικού ποσού που του πλήρωσε. Η φύση και η σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή έχει εξηγηθεί προηγουμένως και ενισχύεται από τη συνδυασμένη διάπραξη τους αλλά και από τη μεγάλη συχνότητα και ευκολία που διαπράττονται, σε συνδυασμό με την ποικιλομορφία που το σύνολο της εν λόγω παραβατικής του συμπεριφοράς παρουσιάζει καθώς και το ύψος της χρονικής διάρκειας, είναι παράγοντες που σαφώς επιβαρύνουν τη θέση του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος εν γνώση του ότι είχε απελαθεί από την Κύπρο και η εκ νέου είσοδος του στο νησί απαγορευόταν, επέστρεψε μετά από πάροδο 2,5 μηνών στην Κυπριακή Δημοκρατία μυστικά και κρυφά. Περιφρονώντας πλήρως την απόφαση των αρμοδίων αρχών ξεκίνησε να εργάζεται στο νησί στη βάση πλαστών στοιχείων της ταυτότητας του. Όπως προκύπτει από την αγόρευση της συνηγόρου υπεράσπισης αλλά και από την έκθεση του γραφείου ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από την υπεράσπιση, ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο νησί για αρκετούς μήνες αφού μεταξύ Απρίλιο και Μάιο 2018 επέστρεψε στην Κύπρο δια της παράνομης οδού και παρέμεινε μέχρι τις 18.12.18 που εντοπίστηκε να εργάζεται παράνομα. Αυτό καταδεικνύει ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα, ήτοι για περίοδο 7-8 μηνών, ο κατηγορούμενος ενεργούσε παράνομα. Για τέσσερα χρόνια περίπου παραπλανούσε και το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, στο οποίο είχε εγγραφεί δυνάμει ψευδών στοιχείων. Αν δεν διεξαγόταν η προαναφερόμενη οργανωμένη επιχείρηση της αστυνομίας η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου θα συνέχιζε στο σύνολο της. Ο κατηγορούμενος μέσα από τη στάση και συμπεριφορά του επέδειξε θράσος και έκδηλα υποτίμησε τους νόμους, κανονισμούς και θεσμούς ενός δημοκρατικού κράτους όπως είναι η Κύπρος. Αυτά είναι δεδομένα που δεν μπορούν να παραγνωριστούν. Ένας άλλος παράγοντας που επιβαρύνει τη θέση του κατηγορουμένου είναι ο οργανωμένος τρόπος που ο κατηγορούμενος έδρασε προκειμένου να πετύχει τον παράνομο σκοπό του. Η ενέργεια του κατηγορουμένου να αναζητήσει την πηγή που θα του εξασφάλιζε το συγκεκριμένο πλαστογραφημένο δελτίο ταυτότητας, η αποδοχή βοήθειας από άλλο άτομο προς επίτευξη του σκοπού του, η επιτυχία της παράνομης εξεύρεσης του εν λόγω εγγράφου, η πληρωμή για να εξασφαλίσει το πλαστό δελτίο ταυτότητας, η μυστική και κρυφή επιστροφή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, η παραπλάνηση που έκανε στον εργοδότη του με την παρουσίαση πλαστού εγγράφου με ψευδή εικόνα της ταυτότητας του, η εμφάνιση του κατηγορουμένου στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και η εγγραφή του στο ταμείο αυτό στη βάση αναληθών στοιχείων και η επίδειξη του πλαστογραφημένου εγγράφου σε αστυνομικό προσποιούμενος το άτομο που απεικονιζόταν στο εν λόγω έγγραφο, διαφορετικό από αυτό που ο ίδιος είναι πραγματικά, είναι ενέργειες και διαβήματα που δείχνουν στοιχεία δράσης στη βάση οργανωμένου σχεδίου που εκτελέστηκε με τον κατηγορούμενο να αποτελεί τον πρωταγωνιστή αυτού. Από τον κατηγορούμενο υπήρξε προμελέτη και προσπάθεια εκτέλεσης ενός σχεδίου με σκοπό την αποκόμιση οφέλους, το οποίο όμως αποτράπηκε μετά από τη συντονισμένη επιχείρηση της αστυνομίας. Ο προσχεδιασμός αποτελεί σοβαρό επιβαρυντικό παράγοντα και στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται ότι υπήρχε και γι' αυτό λαμβάνεται υπόψη (Γενικός Εισαγγελέας v. Τσαπατσάρη κ.α.
(2000)2 Α.Α.Δ. 304). Ο τρόπος δράσης του κατηγορουμένου ήταν παράνομος και οργανωμένος. Η δε αξιόποινη συμπεριφορά του, όπως αυτή καταδεικνύεται στο σύνολο της, μόνο καταδικαστέα μπορεί να χαρακτηριστεί. Προς όφελος των κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (β) Την άμεση παραδοχή του στο δικαστήριο με την οποίαν εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος που αχρείαστα θα αναλωνόταν για την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Αυτή η στάση με βάση τη νομολογία πρέπει να αμείβεται επειδή αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 και Βασιλείου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 110/2014 ημερ. 15.06.15). (γ) Την απολογία του στο δικαστήριο. (δ) Την υπόσχεση του κατηγορουμένου ότι θα είναι περισσότερο προσεχτικός στο μέλλον (ε) Τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές αν και αυτή δεν έχει μεγάλη βαρύτητα ενόψει του ότι η συνεργασία επήλθε μετά τη διαπίστωση ότι τα στοιχεία που ήταν δηλωμένα στο επίμαχο έγγραφο δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα και ότι ο κατηγορούμενος ήταν απαγορευμένος μετανάστης. (στ) Μέσα από την αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου ουδείς έχει ζημιώσει. (ζ) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα ότι: · Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 32 ετών, νυμφευμένος και πατέρας ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας 11 ετών. · Στο στάδιο αυτό βρίσκεται κρατούμενος στις Κεντρικές Φυλακές ενώ η οικογένεια του διαμένει στην Πάφο. · Ο κατηγορούμενος κατάγεται από τη Γεωργία και προέρχεται από διαλυμένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. · Οι γονείς του χώρισαν όταν αυτός ήταν σε ηλικία δύο ετών με αποτέλεσμα τη φροντίδα του να αναλάβει η μητέρα του ενώ με τον πατέρα του διατηρεί αραιή επικοινωνία. · Φοίτησε για εννέα χρόνια σε σχολείο όπου και διέκοψε λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε η μητέρα του. · Από νεαρή ηλικία αναγκάστηκε να εργαστεί στο γεωργικό τομέα για κάλυψη των αναγκών του. · Δεν έχει εισοδήματα και αποταμιεύσεις και ούτε διαθέτει οποιαδήποτε κινητή και/ή ακίνητη περιουσία εγγεγραμμένη εις το όνομα του. · Η σύζυγος του μέσα από ευκαιριακή απασχόληση λαμβάνει ημερήσιο εισόδημα ύψους €25. · Υπάρχει δάνειο ύψους €12.000 που σύναψε από πιστωτικό ίδρυμα στη Γεωργία, για το οποίο η μηνιαία δόση των €200 δεν καταβάλλεται λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και η οικογένεια του. Θα πρέπει να λεχθεί ότι το δικαστήριο αντιλαμβάνεται και κατανοεί τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και γενικότερα όλες τις πιο πάνω προσωπικές περιστάσεις του. Είναι εις γνώση του δικαστηρίου ότι πολίτες χωρών υποχρεώνονται να καταφύγουν σε άλλες χώρες με σκοπό την ασφάλεια των οικογενειών τους και παράλληλα την αναζήτηση εργασίας και εξεύρεσης οικονομικών πόρων για την επιβίωση τους. Ωστόσο η προσπάθεια αυτή σε καμία περίπτωση πρέπει να γίνεται μέσω της διάπραξης ποινικών αδικημάτων, ακόμη χειρότερα όταν αυτά που διαπράττονται είναι σοβαρά όπως είναι στη δική μας περίπτωση. Τα προβλήματα αυτά δεν αποτελούν διαβατήριο συγχώρεσης για τη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων και στη συνέχεια δικαιολογία προκειμένου κάποιος να εκμαιεύσει επιείκεια. Η συμπάθεια και κατανόηση που το Δικαστήριο επιδεικνύει στην παρούσα περίπτωση δεν μπορούν να δικαιολογήσουν ούτε και να ανατρέψουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε, ιδιαίτερα όταν σ' αυτά επιβάλλεται ποινή αποτρεπτικής φύσεως. Η νομολογία υποδεικνύει ότι στις περιπτώσεις, όπως στην παρούσα υπόθεση, όπου διαπράττονται σοβαρά αδικήματα για τα οποία πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές, οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας έτσι ώστε, όπως προηγουμένως έχει λεχθεί, με την εξατομίκευση της ποινής να μην υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής (Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Στη βάση των γεγονότων και δεδομένων της παρούσας υπόθεσης το Δικαστήριο ανάμενε από τον κατηγορούμενο να επιδείκνυε συμπεριφορά διαφορετική από αυτή που προέκυψε μέσα από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που περιβάλουν την υπόθεση αυτή. Ειδικότερα ευθύς εξ' αρχής ο κατηγορούμενος έπρεπε να ερχόταν στην Κύπρο φανερά μέσω της νόμιμης οδού και ευθύς να παρουσιαστεί στην αρμόδια υπηρεσία χωρίς πλαστογραφημένα έγγραφα και χωρίς να παραστήσει άλλο άτομο. Με βάση τη δική του πραγματική κατάσταση θα μπορούσε να προβεί στα διαβήματα που προέβηκε εκ των υστέρων δια της συνηγόρου του. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται από τη μία οι επιβαρυντικές παράμετροι και από την άλλη οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 12 μηνών 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 6 μηνών 6η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 5 μηνών 7η κατηγορία - καμία ποινή επειδή τα γεγονότα αυτής είναι στενά συνυφασμένα με αυτά της 8ης κατηγορίας στην οποία θα επιβληθεί ποινή 8η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 4 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα της συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του δικαστηρίου τέθηκαν σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161. Στην μεταγενέστερη υπόθεση Γεωργίου κ.α. v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 27/2016 ημερ. 19.07.16 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της σύγχρονης προσέγγισης που το δικαστήριο ακολουθεί όταν εξετάζει ζήτημα αναστολής ποινής φυλάκισης όπου, μεταξύ άλλων, τονίστηκαν τα εξής: "τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να έχουν σημασία και ως προς την αναστολή. (Βλ. Θεόδωρος Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449)." Περαιτέρω παραπέμπω στις υποθέσεις Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449 και Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, οι οποίες κατ' ανάλογο τρόπο πραγματεύονται το θέμα αυτό. Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Η διάπραξη αδικημάτων που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας μέσα από οργανωμένο σχέδιο και διαπράττονται με μεγάλη συχνότητα και ευκολία, όπως αυτά που διαπράχτηκαν μέσα από την ποικιλόμορφη αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, τα οποία χρήζουν αποτρεπτικής αντιμετώπισης, επιτάσσει την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης χωρίς έτσι να παρέχεται περιθώριο στο Δικαστήριο για κάτι διαφορετικό. Τυχόν άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων και θα εξέπεμπε στην κοινωνία λανθασμένα μηνύματα κατά παράβαση της νομολογίας και παραγνωρίζοντας τις ανάγκες και τους σκοπούς των νομοθεσιών. Ωστόσο όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση των ποινών που του επιβλήθηκαν (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Στα πλαίσια εισήγησης για αναστολή ποινής φυλάκισης η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης με παρέπεμψε στην ποινική υπόθεση ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 8197/15 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου μεταξύ Αστυνομικού Διευθυντή Πάφου v. Roman Iambarsov κ.α. ημερ. 08.10.
  1. Έχω μελετήσει με προσοχή το περιεχόμενο της εν λόγω υπόθεσης. Παρόλο ότι δεν έχει δεσμευτική ισχύ για το παρόν δικαστήριο, εντούτοις γίνεται αντιληπτό ότι το σκεπτικό της αναστολής των ποινών φυλάκισης σε εκείνη την υπόθεση, μετά από βαθύ προβληματισμό, εστιάστηκε στο νεαρό της ηλικίας των κατηγορουμένων και στη σκέψη πως πρέπει να αντιμετωπίζεται ένας νεαρός παραβάτης. Δύο εκ των τριών κατηγορουμένων ήταν ηλικίας 20 ετών. Ο δε τρίτος πολύ νεότερος από ότι ο κατηγορούμενος εδώ. Στην παρούσα υπόθεση δεν δικαιολογείται αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν όχι μόνο επειδή δεν έχουμε περίπτωση νεαρού παραβάτη αλλά και για όλους τους άλλους λόγους που αναλύθηκαν πιο πάνω. Έπεται ότι το αίτημα της ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης απορρίπτεται. Νοείται ότι στην έκτιση των ποινών που επιβλήθηκαν στην παρούσα ποινική υπόθεση λαμβάνεται υπόψη η περίοδος που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, ήτοι από τις 21.12.
  2. Το πλαστό δελτίο ταυτότητας και το έντυπο εγγραφής του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence (Αναφορά: Ποινικό/Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου-Εξασφάλιση εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις- Παράνομη παραμονή-Απαγορευμένος μετανάστης/Άρθρα 339, 305 και 360 Κεφ.154, άρθρα 2, 6
(1)(θ), 12
(1),
(5), 19
(1)(κ), 19
(2)και 20 Κεφ.105/Ποινή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.