← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΧΡΙΣΤΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10371/14, 28/1/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΧΡΙΣΤΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10371/14, 28/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:B7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10371/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. ΧΧΧ ΧΡΙΣΤΟΥ
  2. ΧΧΧ ΙΩΑΝΝΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 28.01.19 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (ο κος Σπ. Χρυσοστόμου για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορουμένους 1 & 2: κος Α. Αλεξάνδρου (ο ίδιος για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενοι 1 & 2: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν κατηγορία κατοχής αρχαιοτήτων χωρίς να ειδοποιήσουν και να εφοδιάσουν το Διευθυντή Αρχαιοτήτων με κατάλογο αρχαιοτήτων κατά παράβαση των άρθρων 33

(1),
(3)και 34 του περί Αρχαιοτήτων Νόμου (Κεφ.31) μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορίες 1 και 3). Επιπλέον η κατηγορούμενη 2 αντιμετωπίζει κατηγορία ανασκαφής αρχαιοτήτων χωρίς άδεια κατά παράβαση του άρθρου 14
(1)και
(2)(α) της πιο πάνω νομοθεσίας (κατηγορία 2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνται ότι στις 07.05.14 στην κατοικία τους που βρίσκεται στην κοινότητα Ακουρσός της επαρχίας Πάφου είχαν στην κατοχή τους δύο λαβές από αρχαία αγγεία, μέρος λαιμού από αρχαίο αγγείο και μέρος λαβής από αρχαίο αγγείο, για τα οποία παρέλειψαν να ειδοποιήσουν τον Διευθυντή Αρχαιοτήτων εφοδιάζοντας τον με κατάλογο στον οποίον να περιγράφουν τα εν λόγω αντικείμενα όσο καλύτερα μπορούσαν. Περαιτέρω η κατηγορούμενη 2 κατηγορείται ότι μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και 07.05.14 στην επαρχία Πάφου διεξήγαγε ανασκαφή με σκοπό την ανεύρεση αρχαιοτήτων χωρίς τη γραπτή άδεια του Διευθυντή Αρχαιοτήτων. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από πέντε μάρτυρες ενώ παράλληλα προσκομίστηκαν δεκαέξι τεκμήρια. Επιπλέον κατατέθηκαν τα εξής παραδεχτά γεγονότα: (α) Στις 09.05.14 ο αστυφύλακας 1799 Χαράλαμπος Χαραλάμπους κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 1 με τις κατηγορίες που σημειώνονται στο σχετικό αστυνομικό έντυπο (Τεκμήριο 12), τις οποίες ο τελευταίος αρνήθηκε. (β) Οι φωτογραφίες που αποτελούν το Τεκμήριο 9 και ο ψηφιακός δίσκος που είναι το Τεκμήριο 4 έχουν τύχει επιστημονικής εξέτασης και δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε ίχνος για εξέταση και σύγκριση με τον ελκυστήρα των κατηγορουμένων 1 και 2. (γ) Το περιεχόμενο των γραπτών καταθέσεων των αστυφυλάκων που εμπλέκονται στη φρούρηση σκηνών, συλλογής και διακίνησης τεκμηρίων, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 16Α μέχρι 16ΣΤ. Το σύνολο της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν θεωρώ σκόπιμο να το επαναδιατυπώσω. Ωστόσο εκεί και όπου κριθεί απαραίτητο θα γίνεται συγκεκριμένη αναφορά. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τους αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Είναι η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι αναφορικά με τη δεύτερη κατηγορία δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να εμπλέκει την κατηγορούμενη 2, ενώ σχετικά με την πρώτη και τρίτη κατηγορία αφορά κάποια κομμάτια ενδεχομένως αντικειμένων που εντοπίστηκαν, τα οποία δεν εμπίπτουν στον ορισμό 'αρχαιότητα' που παρέχεται από το άρθρο 2 του Κεφ.31. Από την άλλη η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι μέσα από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε δικαιολογείται η κλήση αμφοτέρων κατηγορουμένων σε απολογία στις κατηγορίες 1 και 3 που αντιμετωπίζουν προκειμένου να δώσουν εξηγήσεις για τις πράξεις και γενικότερα συμπεριφορά που τους αποδίδεται. Αντίθετα σε ότι αφορά την δεύτερη κατηγορία, η κυρία Παπαλαζάρου συμφώνησε με τη θέση του κυρίου Αλεξάνδρου ότι θα πρέπει να απορριφθεί από το στάδιο αυτό επειδή δεν υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει την κατηγορούμενη 2 μ' αυτήν. Πλήρης έκταση των όσο ανέφεραν για υποστήριξη των θέσεων τους όλοι οι εμπλεκόμενοι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση επειδή κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί κανένα πρακτικό σκοπό. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου και άλλος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α.
(2012)2 Α.Α.Δ. 851 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξετάσω κατά πόσο οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να κληθούν σε απολογία για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν στη βάση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας αντικειμενικά ιδωμένη, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα. Αυτό που αποδίδεται στους κατηγορουμένους με την πρώτη και τρίτη κατηγορία του κατηγορητηρίου είναι ότι κατείχαν αρχαιότητες χωρίς να είχαν ειδοποιήσει τον Διευθυντή Αρχαιοτήτων εφοδιάζοντας τον με κατάλογο αρχαιοτήτων με αποτέλεσμα να έχουν παραβιάσει το άρθρο 33
(1)και
(3)του Κεφ.31. Κοινός παρονομαστής των εν λόγω κατηγοριών είναι η κατοχή αρχαιοτήτων από τον παραβάτη. Η ύπαρξη αντικειμένων που με βάση το Κεφ.31 θεωρούνται αρχαιότητες είναι ένα από τα βασικά συστατικά στοιχεία του αδικήματος που καταλογίζουν στους κατηγορουμένους. Ο ορισμός της 'αρχαιότητας' παρέχεται στο άρθρο 2 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της κείμενης νομοθεσίας. Όπως εξηγείται και ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπόθεσης, 'αρχαιότητα' σημαίνει: 'κάθε αντικείμενο είτε κινητό είτε τμήμα ακίνητης ιδιοκτησίας, το οποίο αποτελεί έργο αρχιτεκτονικής, γλυπτικής, γραφικής, ζωγραφικής ή οποιασδήποτε γενικά τέχνης, το οποίο έχει με ανθρώπινη ενέργεια παραχθεί, λαξευθεί, γραφεί, ζωγραφισθεί ή γενικά κατασκευασθεί με οποιοδήποτε τρόπο και με οποιαδήποτε ύλη πριν το 1850 μ.Χ. και το οποίο βρέθηκε, ανακαλύφθηκε ή ανασκάφηκε στην Κύπρο ή ανασύρθηκε από τη θάλασσα μέσα στην αιγιαλίτιδα ζώνη της Κύπρου και περιλαμβάνει κάθε τέτοιο αντικείμενο ή μέρος του το οποίο έχει προστεθεί, ανακατασκευασθεί, αναπροσαρμοσθεί ή υποκατασταθεί μεταγενέστερα: Νοείται ότι για έργα εκκλησιαστικής ή λαϊκής τέχνης µεγάλης αρχαιολογικής ή καλλιτεχνικής ή ιστορικής σηµασίας, αντί του έτους 1850 µ.Χ. θα λογίζεται το έτος 1940 µ.Χ. ανεξάρτητα από τον τόπο κατασκευής ή προέλευσής του.' Απλή ανάγνωση της πιο πάνω ερμηνείας καθιστά αντιληπτό ότι ένα αντικείμενο για να εμπίπτει στην έννοια της 'αρχαιότητας', όπως αυτή αποδίδεται από το Κεφ.31, πρέπει βασικά να φέρει οποιοδήποτε από τα χαρακτηριστικά που σημειώνονται στον ορισμό και επίσης η ηλικία της δημιουργίας ή κατασκευής του που πρέπει να έχει γίνει στην Κύπρο, να είναι πριν το 1850 μ.χ. ή αν πρόκειται για έργα εκκλησιαστικής ή λαϊκής τέχνης µεγάλης αρχαιολογικής ή καλλιτεχνικής ή ιστορικής σηµασίας, λογίζεται το έτος 1940 µ.Χ. ανεξάρτητα από τον τόπο κατασκευής ή προέλευσής του. Το καθορισμένο από το Κεφ. 31 επίπεδο ηλικίας αποτελεί ένας από τους βασικούς παράγοντες που απαιτείται από το Κεφ.31 να ικανοποιείται προκειμένου ένα επίμαχο αντικείμενο να μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία των 'αρχαιοτήτων'. Αυτό λέχθηκε στην υπόθεση Zavou v. Police
(1971)2 C.L.R. 172. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχουν τέσσερα επίμαχα κομμάτια αντικειμένων, για τα οποία δεν υπάρχει ίχνος στέρεης και συνάμα θετικής μαρτυρίας πότε αυτά δημιουργήθηκαν ή κατασκευάστηκαν. Οι τέσσερις από τους πέντε μάρτυρες κατηγορίας δεν ανάφεραν ούτε μία λέξη για το ζήτημα αυτό. Η δε πέμπτη μάρτυρας, παρόλο ότι εργάζεται στο Τμήμα Αρχαιοτήτων ως αρχαιολογική λειτουργός και κατέθεσε ενόρκως ως ειδικός σε αρχαιότητες, εντούτοις δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει την ηλικία δημιουργίας και/ή κατασκευής των επίμαχων κομματιών των αντικειμένων. Η αρχική τοποθέτηση της στην κυρίως εξέταση της ότι έχουν ηλικία πάνω από 100 χρόνια αντικαταστάθηκε στην αντεξέταση της με αναφορά ότι δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει. Μάλιστα διευκρίνισε ότι αν γίνονταν χημικές αναλύσεις στα ανευρεθέντα αντικείμενα θα μπορούσε να καθοριστεί η ηλικία τους. Ωστόσο αποτελεί κοινό έδαφος των μερών ότι δεν έγιναν χημικές αναλύσεις και εξετάσεις επί των εν λόγω αντικειμένων με αποτέλεσμα η ηλικία τους να παραμείνει απροσδιόριστη. Η δε αρχική μονολεκτική εκτίμηση της μάρτυρος ότι η ηλικία των επίμαχων αντικειμένων είναι πάνω από 100 χρόνια είναι καθ' όλα γενική και αόριστη, χωρίς καν να περιέχει εξηγήσεις από που ακριβώς προκύπτει, που το στηρίζει και πως ακριβώς υπολογίστηκε. Συνεπώς δεν υπάρχει θετική και σαφής μαρτυρία που να καθορίζει την ηλικία των επίμαχων κομματιών των αντικειμένων. Από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο δεν υπάρχει οτιδήποτε που εκ πρώτης όψεως να δίδει την εντύπωση ότι τα επίμαχα αντικείμενα εμπίπτουν στον ορισμό της 'αρχαιότητας' που παρέχεται από το Κεφ.31 για να θεωρούνται αρχαιότητες. Αυτό με τη σειρά του αφήνει μετέωρη την κατηγορία για κατοχή αρχαιοτήτων. Περαιτέρω καταλογίζεται στην κατηγορούμενη 2 ότι διεξήγαγε ανασκαφή με σκοπό την ανεύρεση αρχαιοτήτων χωρίς τη γραπτή άδεια του Διευθυντή Αρχαιοτήτων. Στην υπόθεση Πατατάρης v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 58 αποφασίστηκε ότι η ανυπαρξία μαρτυρίας που να συνδέει τα εργαλεία, τα οποία εντοπίστηκαν σε αρχαίο τάφο και θεωρήθηκαν ως αυτά που χρησιμοποιήθηκαν για το άνοιγμα του, με οποιονδήποτε από τους κατηγορουμένους ήταν ένας από τους λόγους που οδήγησε στην αθώωση και απαλλαγή τους στην κατηγορία της παράνομης ανασκαφής με σκοπό την ανεύρεση αρχαιοτήτων. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση μπορεί να λεχθεί ότι προκαταρκτική θεώρηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας εξόφθαλμα καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να συνδέει την κατηγορούμενη 2 με τέτοια συμπεριφορά που της αποδίδεται. Μέσα από πρόχειρη ανάγνωση του μαρτυρικού υλικού που η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε δεν αναδύεται καμία ενέργεια από μέρους της κατηγορουμένης 2 προς αυτήν την κατεύθυνση. Ουδείς μάρτυρας κατηγορίας ανάφερε ότι επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο από την κατηγορούμενη 2. Παράλληλα μέσα από τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν αποκαλύφθηκε με ποιο εργαλείο και/ή μηχάνημα επιχειρήθηκε η διεξαγωγή της επικαλούμενης ανασκαφής. Ουδεμία αναφορά έγινε σε τέτοιο εργαλείο και/ή μηχάνημα και ούτε κατατέθηκε οτιδήποτε ως τεκμήριο ή οποιοδήποτε στοιχείο που να παραπέμπει σε κάτι τέτοιο και/ή που να τείνει να καταδείξει σύνδεση του με οποιονδήποτε από τους κατηγορουμένους. Την ίδια στιγμή αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ένας ελκυστήρας που φαίνεται να ανήκει στον κατηγορούμενο 1 δεν συνδέθηκε, μέσα από επιτόπιες εξετάσεις, έρευνες και μετρήσεις, με την παρούσα υπόθεση ούτε κατ' ελάχιστο. Τα πιο πάνω αφήνουν μετέωρη την κατηγορία αυτή. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι όταν η κατηγορούμενη 2 κατηγορήθηκε γραπτώς από την αστυνομία με τις δύο κατηγορίες που σημειώνονται στο σχετικό αστυνομικό έντυπο (Τεκμήριο 15), αυτή απάντησε σ' αμφότερες παραδοχή. Ωστόσο θεωρώ ότι τέτοια δήλωση δεν θα πρέπει να αντικριστεί αποσπασματικά και αποσυναρτημένα από το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, περιλαμβανομένου της γραπτής της ανακριτικής κατάθεσης (Τεκμήριο 14). Οποιαδήποτε διαφορετική προσέγγιση θα αποτελούσε μεγάλο σφάλμα. Πρόχειρη ανάγνωση του μαρτυρικού υλικού της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και ειδικότερα του Τεκμηρίου 14 καθιστά αντιληπτό ότι η κατηγορούμενη 2 ουδέποτε ασπάστηκε τη θέση ότι τα αντικείμενα που σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή εντοπίστηκαν στην αυλή της οικίας της είναι αρχαιότητες. Συνεπώς είναι προφανές ότι αυτό που η κατηγορούμενη 2 παραδέχτηκε στο αστυνομικό έντυπο κατηγορίας όταν κατηγορήθηκε γραπτώς είναι ότι όντως κατείχε τα επίμαχα κομμάτια αντικειμένων και όχι ότι παραδέχεται την κατοχή αρχαιοτήτων. Στη βάση των πιο πάνω η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι αντικειμενικά αδύνατη και ανεπαρκής περιέχοντας ουσιώδη κενά σε βαθμό που να μην μπορεί να καταστήσει την καταδίκη των κατηγορουμένων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν μια πραγματική δυνατότητα. Όπως φαίνεται η μαρτυρία αυτή που προσκομίστηκε από μέρους της κατηγορούσας αρχής δεν τείνει να καταδείξει σύνδεση των εν λόγω κατηγορουμένων με την αξιόποινη συμπεριφορά που τους αποδίδεται. Αντίθετα στηρίζεται σε εικασίες και υποθετικές σκέψεις. Η μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο, αντικειμενικά ιδωμένη στο σύνολο της και στην όψη της και μόνο, δεν συγκεντρώνει τους απαραίτητους παράγοντες έτσι ώστε να στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως η αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων και των συστατικών στοιχείων αυτών. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο κρίνει πως υπό τις περιστάσεις δεν δικαιολογείται η κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Το Δικαστήριο αισθάνεται πως αν οι κατηγορούμενοι κληθούν σε απολογία θα κληθούν όχι για να υπερασπίσουν τον εαυτό τους, αλλά για να διορθώσουν τις ατέλειες και τα ουσιώδη κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Υπό το φως των προαναφερόμενων, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων, οι οποίοι αθωώνονται και απαλλάσσονται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim (Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Παράνομη κατοχή αρχαιοτήτων- ανασκαφή αρχαιοτήτων χωρίς άδεια/Άρθρα 33
(1),
(3), 34, 14
(1)και
(2)(α) Κεφ.31) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.