Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 948/18, 25/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 948/18 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΧΧΧ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 25.01.19 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος: παρών και εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία λειτουργίας κέντρου αναψυχής χωρίς σχετική άδεια κατά παράβαση των άρθρων 2, 5, 6 και 18 του περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου του 1985 (Ν.29/85) μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 04.02.17 στην Πάφο λειτουργούσε το υποστατικό με την ονομασία 'χχχ Pub' που βρίσκεται στην πλατεία Πόλεως Χρυσοχούς χωρίς άδεια λειτουργίας από τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού. Σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία η κατηγορούσα αρχή προέβηκε στη διακοπή της και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε σ' αυτή. Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από ένα μάρτυρα και συγκεκριμένα από τον αρχιαστυφύλακα ΧΧΧ Ταπακούδη. Κατά την παρουσίαση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής δεν κατατέθηκαν οποιαδήποτε τεκμήρια. Το σύνολο της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν θεωρώ σκόπιμο να το επαναδιατυπώσω. Ωστόσο εκεί και όπου κριθεί απαραίτητο θα γίνεται συγκεκριμένη αναφορά. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής το δικαστήριο καθηκόντως εξετάζει κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου προκειμένου να εξακριβώσει αν δικαιολογείται ή όχι η κλήση του σε απολογία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει προκειμένου να δώσει εξηγήσεις για τη συμπεριφορά που του αποδίδεται. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο αθωώνει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου και άλλος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α.
(2012)2 Α.Α.Δ. 851 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
- a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
- b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξετάσω κατά πόσο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία για την κατηγορία που αντιμετωπίζει στη βάση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας αντικειμενικά ιδωμένη, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα. Όπως ήδη λέχθηκε αυτό που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο είναι ότι λειτουργούσε κέντρο αναψυχής χωρίς να διαθέτει σε ισχύ άδεια λειτουργίας εκδομένη από την αρμόδια αρχή. Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ν.29/85: "
(1)Ουδείς λειτουργεί κέντρον άνευ αδείας λειτουργίας εκδιδομένης συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών.
(2)Προ της ενάρξεως της λειτουργίας κέντρου ο επιχειρηματίας υποβάλλει προς το Διοικητικόν Συμβούλιον αίτησιν διά κατάταξιν και έκδοσιν αδείας λειτουργίας του κέντρου: Νοείται ότι ανεξαρτήτως συμμορφώσεως του έχοντος την εκμετάλλευσιν κέντρου προσώπου, το Διοικητικόν Συμβούλιον προβαίνει εις την κατάταξιν του κέντρου, κατόπιν ελέγχου υπό εντεταλμένων προς τούτο οργάνων του Οργανισμού, δυνάμει των υπό του Νόμου και των Κανονισμών προνοουμένων όρων και προϋποθέσεων.
(3)Άδεια λειτουργίας εκδίδεται υπό του Διοικητικού Συμβουλίου εν τω καθοριζομένω τύπω και επί τη καταβολή του καθοριζομένου τέλους εφ' όσον παρουσιασθή υγειονομικόν πιστοποιητικόν και πληρούνται οι δυνάμει του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών καθοριζόμενοι όροι και προϋποθέσεις. Επί της αδείας λειτουργίας αναφέρονται αι ώραι λειτουργίας τούτον.
(4)Η άδεια λειτουργίας εκπνέει την 31ην ημέραν του αμέσως επομένου της ημερομηνίας εκδόσεως αυτής μηνός Δεκεμβρίου, δύναται δε να ανανεούται επί καταβολή του καθοριζομένου τέλους.
(5)Η άδεια λειτουργίας δέον όπως αναρτάται εις περίοπτον θέσιν εντός του κέντρου. ..." Το δε άρθρο 18 του Ν.29/85 σημειώνει τα εξής: "
(1)Παν πρόσωπο το οποίον- .... (β) διατηρεί ή λειτουργεί κέντρο χωρίς άδεια λειτουργία ... είναι ένοχο αδικήματος..." Αναφέρω ακόμη τον Κανονισμό 5 των περί Κέντρων Αναψυχής Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 265/86): "
(1)Η άδεια λειτουργίας εκδίδεται, άμα τη κατατάξει, επ' ονόματι του επιχειρηματία και αφορά εις ωρισμένον κέντρον: ...
(3)Η άδεια είναι διαρκείας ενός έτους ή μέρος αυτού και εκπνέει την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. ..." Συνδυασμένη ανάγνωση των πιο πάνω προνοιών καθιστά αντιληπτό ότι η λειτουργία κέντρου αναψυχής χωρίς να υπάρχει σε ισχύ άδεια εκδομένη από την αρμόδια αρχή δυνάμει του Ν.29/85 καθώς και των περί Κέντρων Αναψυχής Κανονισμών, ως αυτοί τροποποιούνται κατά καιρούς, αποτελεί ποινικό αδίκημα. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: (α) ο κατηγορούμενος διατηρεί ή λειτουργεί υποστατικό που έχει την έννοια του κέντρου αναψυχής με βάση το Ν.29/85, (β) χωρίς να διαθέτει σε ισχύ άδεια λειτουργίας εκδομένη από την αρμόδια αρχή. Ένα από τα βασικά συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι το επίμαχο υποστατικό να θεωρείται κέντρο αναψυχής με βάση την έννοια που του αποδίδει ο Ν.29/85. Το άρθρο 2 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της κείμενης νομοθεσίας παρέχει τον ορισμό του κέντρου αναψυχής. Συγκεκριμένα αυτό που ρητά σημειώνεται είναι ότι: "«κέντρον» σημαίνει κατάστημα— (α) λειτουργούν εντός των περιοχών των πόλεων, κωμοπόλεων, συμβουλίων βελτιώσεως και παραλιακών περιοχών˙ ή (β) λειτουργούν εκτός των ως άνω περιοχών και το οποίον το Διοικητικόν Συμβούλιον θέλει ορίσει ονομαστικώς λόγω της μορφής των υπ' αυτού προσφερομένων υπηρεσιών ή λόγω τοποθεσίας, συγκεντρώσεως ή κινήσεως πελατών, ταξιδιωτών, περιηγητών ή παραθεριστών, εν τω οποίω παρέχονται επί πληρωμή εστίασις, ή πάσης φύσεως φαγητά, ποτά ή γλυκίσματα, ανεξαρτήτως του εάν εις το κατάστημα προσφέρεται μουσική ή καλλιτεχνικόν πρόγραμμα:" Στην υπόθεση Στέλιος Στυλιανού v. Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού
(1999)2 Α.Α.Δ. 47 λέχθηκε ότι η ποινική ευθύνη του παραβάτη δε συναρτάται με την ιδιοκτησία του κέντρου αλλά με τις πράξεις λειτουργίας του, έννοια συνυφασμένη με τη συμμετοχή και λειτουργία του κέντρου. Σχετική ακόμη είναι η υπόθεση Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Χάρη Βασιλείου & Σια Λτδ κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 399, στην οποία και παραπέμπω. Πρόχειρη μελέτη των πιο πάνω καθιστά σαφές ότι ένα υποστατικό για να θεωρείται κέντρο αναψυχής σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.29/85 πρέπει να σερβίρει φαγητά, ποτά ή γλυκίσματα σε πελάτες έναντι πληρωμής. Αυτό σημαίνει ότι στο υποστατικό υπάρχει τιμοκατάλογος διαφόρων ειδών φαγητών, ποτών και γλυκισμάτων τα οποία προσφέρονται έναντι χρηματικού ανταλλάγματος στους πελάτες που το επισκέπτονται. Σε διαφορετική περίπτωση δεν θα διαφέρει από ένα υποστατικό που το επισκέπτονται φιλικά γνωστοί του ιδιοκτήτη ή κατόχου με σκοπό απλά να συναθροιστούν μαζί του σε φιλικό επίπεδο. Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση και μέσα από προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής παρατηρώ ότι ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε που έστω να τείνει να καταδείξει ότι το υποστατικό ήταν από αυτά που παρείχε υπηρεσίες προσφοράς φαγητών, ποτών και/ή γλυκισμάτων έναντι χρημάτων. Ουδεμία αναφορά έγινε για ύπαρξη τιμοκαταλόγου στο επίμαχο υποστατικό. Παράλληλα καμία μαρτυρία υπάρχει που έστω να τείνει να καταδείξει ότι ένας θαμώνας που ερχόταν στο υποστατικό μπορούσε να παραγγείλει φαγητά, ποτά και/ή γλυκίσματα βάση τιμοκαταλόγου που του διδόταν. Περαιτέρω δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας για παρουσία και λειτουργία ταμειακής μηχανής προς είσπραξη χρημάτων από τυχόν πώληση και κατανάλωση φαγητών, ποτών και/ή γλυκισμάτων. Δεν αναφέρθηκε υλοποίηση τέτοιων συναλλαγών με την έκδοση απόδειξης είσπραξης χρημάτων που θα μπορούσε να συνδεθεί με ενδεχόμενη πώληση και κατανάλωση τους. Το μόνο που αναφέρεται επί του ζητήματος αυτού από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου είναι ότι τρία άτομα κατανάλωναν ουίσκι. Δεν υπάρχει οτιδήποτε που εκ πρώτης όψεως φανερώνει ότι τα εν λόγω άτομα είχαν παραγγείλει από τιμοκατάλογο το ουίσκι και ότι είχαν πληρώσει ή επρόκειτο να πληρώσουν γι' αυτό. Ούτε υπάρχει μαρτυρία που να δημιουργεί την εντύπωση ότι στο επίμαχο υποστατικό εργοδοτείτο άτομο που ετοίμαζε και σέρβιρε φαγητά, ποτά και/ή γλυκίσματα και ακολούθως εισέπραττε χρήματα βάση χρέωσης που υπήρχε και έκδοσης αποδείξεων είσπραξης χρημάτων από τέτοιες χρεώσεις. Σε τελευταία ανάλυση δεν υπάρχει οτιδήποτε που να οδηγεί στη σκέψη ότι τα τρία άτομα που σύμφωνα με τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής υπήρχαν στο επίμαχο υποστατικό και κατανάλωναν ουίσκι ήταν άτομα που ήλθαν ως πελάτες με σκοπό να πληρώσουν για τις ψυχαγωγικές υπηρεσίες που θα τους προσφέρονταν στα πλαίσια διατήρησης ή λειτουργίας κέντρου αναψυχής και όχι ότι προσήλθαν ως θαμώνες φίλοι του ιδιοκτήτη ή κατόχου του επίμαχου υποστατικού με σκοπό απλά να συναθροιστούν μαζί του σε φιλικό επίπεδο. Ουδεμία μαρτυρία υπάρχει που να μπορεί να οδηγήσει στη σκέψη ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο το συγκεκριμένο υποστατικό διατηρείτο ή λειτουργούσε ως κέντρο αναψυχής. Συνεπώς αντικειμενική εξέταση του μαρτυρικού υλικού της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετεί έστω για το σκοπό του σταδίου αυτού ότι το επίμαχο υποστατικό εμπίπτει στην έννοια και σημασία του 'κέντρου αναψυχής' που του αποδίδουν οι πρόνοιες του Ν.29/85 καθώς και οι περί Κέντρων Αναψυχής Κανονισμοί. Στη βάση των πιο πάνω η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι αντικειμενικά αδύνατη και ανεπαρκής περιέχοντας ουσιώδη κενά σε βαθμό που να μην μπορεί να καταστήσει την καταδίκη του κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει μια πραγματική δυνατότητα. Όπως φαίνεται η μαρτυρία αυτή που προσκομίστηκε από μέρους της κατηγορούσας αρχής δεν τείνει να καταδείξει σύνδεση του εν λόγω κατηγορουμένου με την αξιόποινη συμπεριφορά που του αποδίδεται. Αντίθετα στηρίζεται σε εικασίες και υποθετικές σκέψεις. Η μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο δικαστήριο, αντικειμενικά ιδωμένη στο σύνολο της και στην όψη της και μόνο, δεν συγκεντρώνει τους απαραίτητους παράγοντες έτσι ώστε να στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος και των συστατικών στοιχείων αυτού. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα το δικαστήριο κρίνει πως υπό τις περιστάσεις δεν δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία για την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Το δικαστήριο αισθάνεται πως αν ο κατηγορούμενος κληθεί σε απολογία θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες και τα ουσιώδη κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Υπό το φως των προαναφερόμενων, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, ο οποίος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim (Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Λειτουργία κέντρου αναψυχής χωρίς άδεια/Άρθρα 2, 5, 6 και 18 Ν.29/85) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο