← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΜΙΧΑΗΛ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11275/14, 16/1/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΜΙΧΑΗΛ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 11275/14, 16/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:B4 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11275/14 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και

  1. ΧΧΧΧ ΜΙΧΑΗΛ
  2. ΧΧΧΧ ΜΙΧΑΗΛ Ημερομηνία: 16.1.2019 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Μανώλη. Για κατηγορούμενους 1 και 2: κ. E. Ερωτοκρίτου. Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού μια κατηγορία συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 1) και έκαστος αυτών από μια κατηγορία πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 του ίδιου Νόμου (κατηγορίες 2 και 3) και από μια κατηγορία αξιόποινης παράνομης εισόδου, κατά παράβαση του άρθρου 280 ίδιου Νόμου (κατηγορίες 4 και 5). Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, οι κατηγορούμενοι στις 29.5.2014, στην Καλλέπεια της Επαρχίας Πάφου: · Συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή το αδίκημα που αναφέρεται στις κατηγορίες 2 και 3 (κατηγορία 1). · Παράνομα προκάλεσαν βαριά σωματική βλάβη στον ΧΧΧΧ Χρυσοστόμου (κατηγορίες 2 και 3). · Παράνομα εισήλθαν στην οικία του ΧΧΧΧ Χρυσοστόμου στην Καλλέπεια, με σκοπό να διαπράξουν μέσα σε αυτήν ποινικό αδίκημα (κατηγορίες 4 και 5). Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν 5 μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτοί επέλεξαν να ασκήσουν το δικαίωμα της σιωπής και κάλεσαν δύο μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ. ΧΧΧΧ Χριστοδούλου, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθµό Στρουµπιού. Στις 29.5.14 και περί ώρα 19:00 ο μάρτυρας δέχθηκε τηλεφώνηµα από τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος του ανάφερε ότι γύρω στις 18:15 της ίδιας µέρας ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο του µε τα δύο του εγγόνια σε δρόµο στην Καλλέπεια, ο ΧΧΧΧ Χρυσοστόµου (στο εξής ο παραπονούμενος) µε το αυτοκίνητο του ανέκοψε τον δρόµο και αφού αποβιβάστηκε από αυτό τον άρπαξε από τον λαιµό και προσπαθούσε να τον τραβήξει εκτός του αυτοκινήτου από το παράθυρο. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 1, ο λόγος που προέβη σε αυτήν την πράξη ο παραπονούμενος ήταν όπως του ανάφερε ότι αυτός ειρωνεύτηκε τον πατέρα του. Ακολούθως ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε από τον μάρτυρα να μην προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια και ότι ο λόγος που του ανάφερε το όλο περιστατικό ήταν για να είναι σε γνώση της Αστυνοµίας. Αργότερα την ίδια ημέρα και περί ώρα 22:30 επικοινώνησε µε τον Αστυνομικό Σταθµό Στρουµπιού ο ΧΧΧΧ Χρυσοστόµου και ανάφερε στον μάρτυρα ότι ο γιος του δηλ. ο παραπονούμενος βρίσκεται στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου µε κάταγµα στο πόδι αφού προηγουµένως και γύρω στις 19:00 δέχτηκε επίθεση από τους κατηγορούμενους. Στην συνέχεια ο μάρτυρας επισκέφθηκε τις Α' Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου όπου συνάντησε τον παραπονούμενο, ο οποίος δεν ήταν σε θέση να δώσει κατάθεση αλλά του ανάφερε ότι δέχτηκε επίθεση από τους κατηγορούμενους. Στις 30.5.14 ο μάρτυρας συνέλαβε τον κατηγορούμενο 1 και αφού τον πληροφόρησε για τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόµο εκείνος απάντησε «Μες τον δρόµο τον κύριο». Την ίδια ηµέρα ο μάρτυρας συνέλαβε τον κατηγορούμενο 2 και αφού τον πληροφόρησε για τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόµο εκείνος απάντησε «Αρνιούµαι». Περαιτέρω ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 2 την κατάθεση του κατηγορούμενου 1 ημερ. 30.5.14, ως τεκμήριο 3 την γραπτή κατηγορία αυτού, ως τεκμήριο 4 την κατάθεση του κατηγορούμενου 2 ημερ. 30.5.14, ως τεκμήριο 5 την γραπτή κατηγορία αυτού και ως τεκμήριο 6 ακτινογραφίες του παραπονούμενου, τις οποίες παρέλαβε από ιατρό του Γενικού Νοσοκομείου. Ανέφερε επίσης ότι όσον αφορά τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου 1 περί ανακοπής του αυτοκινήτου του από τον παραπονούμενο, μετέβηκε στην σκηνή με τον Σταθμάρχη του και εκεί ο κατηγορούμενος 1 τους υπέδειξε κάποια ίχνη τροχοπέδησης στην άσφαλτο και τους είπε ότι εκεί του επιτέθηκε ο παραπονούμενος. Τα ίχνη αυτά ήταν κάθετα και οριζόντια στον δρόμο. Ως δε ανέφερε δεν είναι εμπειρογνώμονας για να εκφράσει γνώμη κατά πόσο τα ίχνη συνάδουν με τα όσα είπε ο κατηγορούμενος
  1. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο παραπονούμενος ΧΧΧΧ Χρυσοστόμου, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο διέμενε με την οικογένεια του σε σπίτι στο χωριό Καλλέπεια. Στις 29.5.14 και περί ώρα 18:15 όταν σχόλασε από την εργασία του στην Πάφο, μετέβηκε στο χωριό του. Σε κάποιο σημείο του δρόμου που οδηγεί στην εκκλησία του χωριού, συνάντησε τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο του και ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Ο κατηγορούμενος 1 του έκανε νόημα με το χέρι να σταματήσει. Ο παραπονούμενος σταμάτησε δίπλα του και εκείνος άρχισε να του φωνάζει και να ζητά το λόγο που τέλιασαν ένα χωράφι, το οποίο έχουν σε τοποθεσία του χωριού. Παλαιότερα όταν ο πατέρας του συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο 1 στο καφενείο, είχαν κάποια συζήτηση για το χωράφι αυτό. Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος 1 του είπε «Εγώ θα σε κάμω να φύεις που το χωρκό και εσένα και τον τζίρη σου ρε χασιηκλή, γιε του γάρου και της γάρας». Μετά ο παραπονούμενος έφυγε και πήγε στο σπίτι. Για να φτάσει κάποιος στο σπίτι αυτό, το οποίο ανήκει στην μητέρα του και στο οποίο διαμένει ο παραπονούμενος με τους γονείς του, πρέπει να εισέλθει από τον κεντρικό δρόμο του χωριού σε ιδιωτικό δρόμο, ο οποίος είναι εντός του ακινήτου - περιβολιού όπου βρίσκεται το εν λόγω σπίτι και οδηγεί σε αυτό. Ο δρόμος αυτός είναι μήκους περί τα 60 μέτρα, φτιαγμένος από μπετόν και στο σημείο όπου εφάπτεται με τον δημόσιο δρόμο δεν υπάρχει κάγκελο, το οποίο να εμποδίζει κάποιον να εισέλθει ούτε και πινακίδα που να γράφει ότι είναι ιδιωτικός δρόμος. Δίπλα δε από το σπίτι υπάρχει άλλο ένα σπίτι το οποίο πούλησαν σε Άγγλους. Τόσο αυτοί όσο και οι επισκέπτες τους χρησιμοποιούν τον ιδιωτικό δρόμο για να φτάσουν στο σπίτι αυτό. Πέντε περίπου λεπτά μετά που έφθασε σπίτι άκουσε να φωνάζουν απ' έξω το όνομα του. Βγήκε από το σπίτι και στάθηκε έξω από το καγκέλι που βρίσκεται στην πρόσοψη αυτού, στον ιδιωτικό δρόμο. Τότε είδε τον κατηγορούμενο 1 με τον γιό του, κατηγορούμενο 2, οι οποίοι είχαν σταθμεύσει το όχημα τους στον δημόσιο δρόμο και είχαν ήδη εισέλθει στον ιδιωτικό δρόμο, να κατευθύνονται προς το σπίτι. Τους περίμενε για να δει τι τον ήθελαν. Αμέσως όμως μόλις αυτοί έφθασαν κοντά του, χωρίς να του πουν οτιδήποτε, του επιτέθηκαν ταυτόχρονα χτυπώντας τον με τα χέρια και τα πόδια τους. Δεν θυμάται πόσα χτυπήματα δέχθηκε αλλά δέχθηκε τέτοια στο κεφάλι, στο αριστερό μάτι και βλέφαρο, στην μύτη, στον δεξί ώμο, στα πλευρά, στο δεξί πόδι και σε άλλα μέρη του σώματος. Από τα χτυπήματα έπεσε στο έδαφος. Επειδή μετά που έπεσε ζαλίστηκε δεν θυμάται τίποτε άλλο. Υπέδειξε το σημείο που τραυματίσθηκε στο δεξί πόδι. Είπε δε ότι το τραύμα αυτό προκλήθηκε από τα χτυπήματα που δέχθηκε από τους κατηγορούμενους αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει εκείνη την στιγμή πως ακριβώς προκλήθηκε. Αργότερα ο πατέρας του τον μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου όπου αφού τον εξέτασαν του είπαν ότι έσπασε το δεξί του πόδι. Επειδή ζαλιζόταν έμεινε εκεί για νοσηλεία και αργότερα παραπέμφθηκε στον Δρα Μεταξά για το πόδι του. Αυτός σε καμία περίπτωση κτύπησε τους κατηγορούμενους. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο πατέρας του παραπονούμενου, ΧΧΧΧ Χρυσοστόμου, ο οποίος διαμένει με την σύζυγο του και τον γιό του στην Καλλέπεια. Το σπίτι όπου διαμένουν βρίσκεται κοντά στον κύριο δρόμο της Καλλέπειας αλλά για να φτάσει κάποιος σε αυτό πρέπει να χρησιμοποιήσει δρόμο που οδηγεί εκεί και καταλήγει σε αδιέξοδο. Ο δρόμος αυτός είναι ιδιωτικός, μήκους 50-60 μέτρων και φτιαγμένος από μπετόν. Τον κατασκεύασε ο μάρτυρας για να μπαίνει στα σπίτια του. Τον χρησιμοποιεί και κάποιος Άγγλος στον οποίο ο μάρτυρας πώλησε σπίτι δίπλα από το δικό του και οι επισκέπτες του μάρτυρα. Δεν υπάρχει καγκέλι στην συμβολή του εν λόγω δρόμου με τον προαναφερόμενο κύριο δρόμο. Στις 29.5.14 και γύρω στις 18:30, όταν αυτός εισήλθε στο σπίτι του από την πίσω αυλή όπου βρισκόταν, άκουσε φωνές να έρχονται έξω από το σπίτι. Βγήκε έξω και είδε ένα αυτοκίνητο μάρκας Pajero χρώματος πράσινου να είναι παρκαρισμένο στην είσοδο του κύριου δρόμου παρά τον δρόμο του σπιτιού του και τους κατηγορούμενους, να χτυπούν τον γιο του με τα χέρια τους και να τον κλωτσούν με τα πόδια τους, ενώ αυτός ήταν ξαπλωμένος στο έδαφος μπροστά από το σπίτι του. Στην συνέχεια τραβούσαν τον γιό του σέρνοντας τον στο έδαφος για να τον πάρουν προς τον κύριο δρόμο. Αμέσως ο μάρτυρας έτρεξε κοντά και τους φώναξε να σταματήσουν να χτυπούν τον γιο του. Τότε ο κατηγορούμενος 1 του είπε «Να πιάεις τον γιο σου τζιε να φύετε που το χωρκό. Τι γυρεύκετε δαπάνω εσείς;». Όταν ο μάρτυρας πήγε κοντά τους οι κατηγορούμενοι άφησαν τον γιό του, επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο τους και έφυγαν. Τότε ο μάρτυρας μετέφερε τον γιο του σπίτι, του καθάρισε λίγο τις πληγές που είχε στο πλευρό, στον ώμο, στην ράχη, στην μύτη και στο πόδι και ακολούθως τον μετέφερε με το αυτοκίνητο στις Α' Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου γιατί ζαλιζόταν και δεν μπορούσε να περπατήσει. Στην αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε είπε ότι έχει ένα χωράφι στο οποίο είχε δέντρα και το οποίο 3 με 4 φορές καθημερινά επί χρόνια διέσχιζε ο κατηγορούμενος 1 με το αυτοκίνητο του με αποτέλεσμα να σκληρύνει το χώμα και να μην μπορεί να το καλλιεργήσει. Αφού είπε στον κατηγορούμενο 1 να μην περνά, αναγκάστηκε να το τελιάσει. Το τέλιασε μερικούς μήνες πριν το επίδικο επεισόδιο. Μετά από αυτό σε κάποια στιγμή είχε συζητήσει με τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος με κάπως επιθετικό τρόπο του είπε «Εν να σου φάμε το χωράφι;». Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε η Δρ. ΧΧΧΧ Σάββα, ιατρός παθολόγος στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, η οποία εξέτασε τον παραπονούμενο στις 29.5.14 και ώρα 19:40 και συνέταξε ιατρικό έντυπο (τεκμήριο 9). Κατά την εξέταση ο παραπονούμενος της ανέφερε ότι δέχθηκε επίθεση με γροθιές και λακτίσματα και ότι είχε άλγος δεξιάς ωμοπλάτης, αριστερής μετωπιαίας χώρας, δεξιού άκρου ποδιού και ζάλη. Από την κλινική εξέταση διαπίστωσε ότι αυτός έφερε εκδορές αριστερής μετωπιαίας χώρας, αριστερού βλεφάρου, ρινός, δεξιού αγκώνα, δεξιάς ωμοπλάτης, δεξιού οπίσθιου ημιθωρακίου, δεξιού γλουτού, αριστερής πλάγιας κοιλιακής χώρας, αριστερού αγκώνα και κνήμες άμφω. Του έγιναν στην συνέχεια ακτινογραφίες του δεξιού άκρου ποδιού, δεξιού ώμου, θώρακα και κεφαλής. Οι ακτινογραφίες αυτές κατέδειξαν κατά την μάρτυρα «πιθανόν κάταγμα 2ου και 3ου μεταταρσίου» δεξιού ποδιού. Περαιτέρω ο παραπονούμενος υπεβλήθη σε αξονική τομογραφία κεφαλής, η οποία δεν κατέδειξε παθολογικά ευρήματα. Του τοποθετήθηκε νάρθηκας για ακινητοποίηση του ποδιού και εισήχθη στο νοσοκομείο για παρακολούθηση από τους χειρουργούς και εξέταση από ορθοπεδικό. Εξήγησε δε ότι μετατάρσιο είναι τα οστά που βρίσκονται πίσω από τα δάκτυλα του ποδιού δηλ. αυτά που ξεκινούν από την ποδοκνημική και οδηγούν στα δάκτυλα. Εξήγησε επίσης ότι οι εκδορές είναι επιφανειακές πληγές - γδαρσίματα. Αντεξεταζόμενη είπε ότι στην προκειμένη δεν εντόπισε κατά την εξέταση αιματώματα στον παραπονούμενο διευκρινίζοντας ότι κατά την πρώτη εξέταση σε τέτοιες περιπτώσεις κάποια αιματώματα ή άλλες βλάβες μπορεί να μην είναι εμφανή. Ανέφερε επίσης ότι δεν είναι απαραίτητο πάντοτε, το πρώτο πράγμα που θα πάθει κάποιος που δέχεται γροθιά ή κλωτσιά στο πρόσωπο ή στο μάτι, να μαυρίσει το συγκεκριμένο σημείο. Ανέφερε δε ότι το μαύρισμα συνήθως εμφανίζεται την επόμενη μέρα. Αιμάτωμα θα φαινόταν ανάλογα με την δύναμη της γροθιάς. Δήλωσε επίσης ότι δεν είναι βέβαιη ότι θα φανούν 1 ή 2 μαυρίσματα αμέσως μετά που κάποιος δέχεται πενήντα γροθιές και κλωτσιές. Ως ανέφερε εξέτασε πολλούς που δέχθηκαν γροθιές και κλωτσιές και κάποιοι εξ αυτών είχαν μαυρίσματα ενώ άλλοι όχι. Ερωτώμενη δε εάν δεν είναι λογικό κάποιος που ισχυρίζεται ότι δέχθηκε σφοδρή επίθεση από δύο άτομα με γροθιές και κλωτσιές, να έχει στο σώμα του ένα πιθανό σπάσιμο πλευρού αντί για αυτά που διαπίστωσε ότι έφερε ο παραπονούμενος, είπε ότι όλα εξαρτώνται από την ένταση των κτυπημάτων και ότι δεν είναι απαραίτητο πάντα μια γροθιά να τύχει αιματώματος. Ανέφερε επίσης ότι στο πιστοποιητικό της κατέγραψε «πιθανό κάταγμα» καθότι δεν είναι ορθοπεδικός ούτε ακτινολόγος και δεν ήταν βέβαιη 100% ότι ήταν κάταγμα. Στην αντεξέταση της δεν δέχθηκε ότι κατέγραψε το πιο πάνω επειδή δεν είδε κάποια σπασίματα, επαναλαμβάνοντας ότι το έγραψε καθότι δεν ήταν απολύτως βέβαιη. Εξήγησε δε με βάση την ακτινογραφία που η ίδια είδε (μέρος του τεκμηρίου 6 η οποία φέρει ημερομηνία 29.5.14 και ώρα 21:15) τους λόγους για τους οποίους οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να υπήρχε το κάταγμα, χωρίς να είναι εντελώς βέβαιη. Είπε δε ότι τέτοια κατάγματα τα συναντά συχνά και ότι η αιτία συνήθως είναι κάποιο βάρος στην μετατάρσια επιφάνεια του ποδιού. Δεν είναι δε εύκολο, ως εξήγησε, χωρίς να το αποκλείσει όμως, κάποιος να προκαλέσει από μόνος του τέτοιο τραύμα χτυπώντας το πόδι του σε κάποια σκληρή επιφάνεια. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε ο Δρ. ΧΧΧΧ Μεταξάς, χειρουργός ορθοπεδικός, διευθυντής της Ορθοπεδικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου, ο οποίος στις 13.6.14 εξέτασε στα εξωτερικά ορθοπεδικά ιατρεία τον παραπονούμενο. Από την κλινική και ακτινολογική εξέταση διαπίστωσε ότι ο παραπονούμενος έφερε υποκεφαλικά κατάγματα του 2ου, 3ου και 4ου μεταταρσίου του δεξιού ποδιού. Του έγινε ακινητοποίηση με γύψινο επίδεσμο και του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια μέχρι τις 30.6.
  2. Στις 27.6.14 του αφαιρέθηκε ο γύψινος επίδεσμος και του τοποθετήθηκε ειδικό περιπατικό υπόδημα. Του ανανεώθηκε δε η αναρρωτική άδεια μέχρι τις 15.7.
  3. Ο μάρτυρας βλέποντας τις ακτινογραφίες του τεκμηρίου 6 ανέφερε ότι και οι 4 ακτινογραφίες ημερ. 29.5.14, 13.6.14, 27.6.14 και 16.7.14 (οι εν λόγω ημερομηνίες αναγράφονται και στις ίδιες τις ακτινογραφίες) παρουσιάζουν εμφανώς τα κατάγματα στο 2ο, 3ο και 4ο μετατάρσιο του δεξιού άκρου ποδός. Εξήγησε δε ότι σε κάθε πόδι υπάρχουν 5 δάκτυλα, κάθε μετατάρσιο αποτελείται από την βάση, την διάφυση και την επίφυση. Στο άνω μέρος του μεταταρσίου υπάρχει η κεφαλή του μεταταρσίου, η οποία αρθρώνετε με την βασική φάλαγγα των δακτύλων. Κάταγμα είναι η λύση της συνέχειας του οστού και ισούται με σπάσιμο. Υποκεφαλικό κάταγμα είναι, ως ανέφερε, το κάταγμα το οποίο διατρέχει το μέρος του οστού το οποίο βρίσκεται κάτω από την κεφαλή. Υπέδειξε δε σε μια έκαστη των ακτινογραφιών τα υποκεφαλικά κατάγματα που εντόπισε στο δεξί πόδι του παραπονούμενου. Κατά την αντεξέταση του είπε ότι το συγκεκριμένο τραύμα είναι πολύ επώδυνο και εξήγησε ότι αυτό μπορεί να επέλθει με την άσκηση άμεσης ή έμμεσης βίας. Άμεση βία σημαίνει στην άπω του άκρου ποδός είτε από πτώση βαρέως αντικειμένου είτε από οποιαδήποτε βία άμεσα στην εστία του κατάγματος. Έμμεση κάκωση είναι όταν ο άκρος πόδας παγιδεύεται κάπου και γυρίσει το υπόλοιπο σώμα δηλ. όταν το οπίσθιο μέρος του ποδιού, η κνήμη γυρίσει και το πόδι είναι παγιδευμένο κάπου σε ένα στένωμα, τότε επέρχεται κάταγμα. Στην περίπτωση δε της έμμεσης βίας τα κατάγματα είναι υποσκληροειδή. Στην προκειμένη το κάταγμα ήταν εγκάρσιο, γεγονός που παραπέμπει στην πρόκληση του από άμεση βία. Τέτοια κατάγματα είναι συχνά και επέρχονται μετά από πτώση βαρέως αντικειμένου, εργατικά ατυχήματα και ποδοσφαιρικούς αγώνες. Ερωτώμενος εάν τέτοιο μπορεί να επέλθει όταν κάποιος από μόνος του κτυπήσει σε ένα σταθερό σημείο ή σε ένα τοίχο απάντησε ότι σε τέτοια περίπτωση θα προκληθεί κάταγμα των δακτύλων. Όταν δε ρωτήθηκε εάν δεν είναι λογικό όταν κάποιος δεχθεί κλωτσιά από άλλο και οι δύο φορούν παπούτσια, να σπάσει και το πρώτο μετατάρσιο είπε ότι το εν λόγω μετατάρσιο, συγκριτικά με τα υπόλοιπα τέσσερα έχει τριπλάσια αντοχή, είναι πάρα πολύ ανθεκτικό και ότι εάν το μέγεθος της βίας είναι τέτοιο ώστε να προκαλέσει κάταγμα και εκεί απαιτείται χειρουργική αντιμετώπιση προς αποκατάσταση του μήκους του γιατί είναι ο βασικός άξονας βαδίσματος μας. Το πέμπτο θα σπάσει όταν δεχθεί κάποιος κλωτσιά από την έξω πλευρά του ποδιού. Στην προκειμένη το κάταγμα επήλθε από άσκηση άμεσης βίας όπως από πάτημα, πέτρα ή από βαρύ αντικείμενο. Όταν δε ουσιαστικά ρωτήθηκε εάν κάποιος θα υποστεί τέτοιο κάταγμα εάν δεχθεί κλωτσιά στο σημείο εκείνο ενώ φορεί παπούτσια απάντησε ότι κάταγμα είναι ενδεχόμενο να προκληθεί σε περίπτωση που κάποιος στέκεται στο ένα πόδι και δεχθεί με δύναμη κλωτσιά στην ραχιαία επιφάνεια του ποδιού που δεν στηρίζεται στο έδαφος. Όταν δε ρωτήθηκε εάν στο παράδειγμα αυτό εννοεί ότι αυτός που δίδει την κλωτσιά θα φορεί κλειστά παπούτσια απάντησε βασικά καταφατικά. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε η ΧΧΧΧ Χρυσοστόμου, κλινική ψυχολόγος στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Εφήβων του Υπουργείου Υγείας στο Γενικό Νοσοκομείο της Πάφου. Η μάρτυρας εξέδωσε, κατόπιν εξέτασης και παρακολούθησης, πιστοποιητικό για τον ανήλικο ΧΧΧΧ Περικλέους (τεκμήριο 11). Σύμφωνα με αυτό ο ανήλικος, τότε 4.5 ετών παρακολουθείτο από τις προαναφερόμενες Υπηρεσίες από τις 28.8.14 μέχρι τις 27.5.15, λόγω δευτερογενούς ενούρησης και επαναλαμβανόμενων ονείρων. Σύμφωνα με τους γονείς του η έναρξη των συμπτωμάτων προσδιορίζεται μετά από περιστατικό επίθεσης που δέχθηκε ο μητρικός παππούς από συγχωριανό του στην παρουσία του ανήλικου. Κρίθηκε δε απαραίτητη η ψυχολογική υποστήριξη του καθώς και η παροχή συμβουλευτικής προς τους γονείς. Η μάρτυρας πριν αρχίσει να παρακολουθεί τον ανήλικο είχε κάνει μια πρώτη συνέντευξη με τους γονείς του, οι οποίοι της ανέφεραν το γεγονός με την επίθεση προ διμηνίας. Κατά την αντεξέταση της εξήγησε ότι συνήθως η δευτεροπαθής ενούρηση είναι αντίδραση σε αγχογόνες καταστάσεις που συνδέονται με ενδοοικογενειακές δυσπροσαρμογές όπως ο φόβος ενός παιδιού, η διάλυση της οικογένειας, ο αποχωρισμός από την μητέρα, ένα ατύχημα ή η νοσηλεία ενός παιδιού σε ένα νοσοκομείο. Με βάση αυτά δεν απέκλεισε να είχε επισυμβεί κάτι άλλο στον ανήλικο κατά το χρονικό διάστημα από το επεισόδιο μέχρι τότε που η ίδια τον είδε για πρώτη φορά (δηλ. 3 μήνες). Σε υποβολή δε ότι ο λόγος που παρακολουθούσε το παιδί είναι κάποιος άλλος και όχι το περιστατικό που της ανέφεραν οι γονείς, διότι το παιδί δεν ήταν μάρτυρας κανενός επεισοδίου με τον παππού του, απάντησε ότι το παιδί παρακολουθείτο λόγω συμπτωματολογίας λόγω της ενούρησης που παρουσίαζε και οι γονείς ζητούσαν θεραπευτική επέμβαση. Τέλος ως Μ.Υ.2 κατέθεσε η ΧΧΧΧ Μιχαήλ, μητέρα του πιο πάνω ανήλικου, κόρη του κατηγορούμενου 1 και αδελφή του κατηγορούμενου
  4. Αυτή διαμένει με τον σύζυγο της και τα δύο παιδιά τους στο χωριό Καλλέπεια. Ο μεγάλος της γιος γεννήθηκε στις Χ.Χ.Χ ενώ ο μικρότερος στις Χ.Χ.Χ. Στις 29.5.14 το απόγευμα η μάρτυρας βρισκόταν με την μητέρα της στο πατρικό της ενώ ο πατέρας της μαζί με τα παιδιά της βρίσκονταν στην φάρμα ζώων που διατηρεί. Γύρω στις 18:15 περίπου ο πατέρας της με τα παιδιά επέστρεψαν στο σπίτι. Πρόσεξε ότι ο πατέρας της ήταν αναστατωμένος και τα παιδιά βρίσκονταν σε κατάσταση πανικού και έκλαιγαν. Περαιτέρω ο μικρότερος είχε το παντελόνι του βρεγμένο δηλ. ήταν κατουρημένος ενώ ο μεγαλύτερος είχε κτύπημα στο κεφάλι, το οποίο προήλθε από κτύπημα στο ταμπλό του αυτοκινήτου λόγω της απότομης ανακοπής του αυτοκινήτου του πατέρα της από τον παραπονούμενο. Πρώτα ο πατέρας της και μετά ο μεγάλος της γιος, ο οποίος έτρεμε από τον φόβο του, της είπαν ότι ενώ ήταν στο αυτοκίνητο και κατευθύνονταν προς το σπίτι, τους ανέκοψε απότομα και επικίνδυνα την πορεία ο παραπονούμενος με το αυτοκίνητο του, φρενάροντας μπροστά από το αυτοκίνητο τους και στην συνέχεια κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και βρίζοντας επιτέθηκε στον πατέρα της, τραβώντας τον από το πουκάμισο, σκίζοντας του το και πιάνοντας τον από τον λαιμό προσπαθούσε να τον βγάλει από το παράθυρο του αυτοκινήτου. Ο πατέρας της, όπως της είπε, προσπαθούσε να τον ηρεμήσει από την θέση του οδηγού όπου βρισκόταν και τον παρακαλούσε να σταματήσει αφού λόγω της συμπεριφοράς του τα παιδιά έκλαιγαν και βρίσκονταν σε κατάσταση σοκ. Τον προέτρεψε δε να τον αφήσει να πάρει τα παιδιά στο σπίτι και να μεταβεί στο πατρικό του παραπονούμενου για να συζητήσουν, παρουσία και του πατέρα του, κάτι που εκείνος αποδέχτηκε και έφυγε για το σπίτι του. Η μάρτυρας διαπίστωσε ότι τα κουμπιά του πουκαμίσου του πατέρα της, στο πάνω μέρος εκεί στον λαιμό, ήταν βγαλμένα και το πουκάμισο ήταν σκισμένο στο σημείο του δεξιού ώμου. Στην συνέχεια ο πατέρας της με τον αδελφό της, κατηγορούμενο 2, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε πάει εκεί, είδε τα παιδιά να κλαίνε και ενημερώθηκε για το τι είχε συμβεί, πήγαν στο σπίτι του παραπονούμενου για να συζητήσουν για τα όσα έγιναν. Όσον αφορά την μετέπειτα συμπεριφορά των παιδιών της και ειδικότερα του μικρότερου, αυτός συνέχισε να είναι αναστατωμένος και να έχει καθημερινά ενούρηση το βράδυ. Συγκεκριμένα ξυπνούσε το βράδυ, ήταν αναστατωμένος και της έλεγε «Μάμα ο κοτσούθκιας θα σκοτώσει τον παππού μου. Έπιασε τον που τον λαιμό, εν να σκοτώσει τον παππού» και ήταν βρεγμένος. Της έλεγε «ο κοτσούθκιας» γιατί τότε ο παραπονούμενος είχε μακριά μαλλιά και κότσο. Η συμπεριφορά αυτή του παιδιού ανησύχησε την ίδια και τον σύζυγο της, οπόταν μετά πάροδο περίπου 2 εβδομάδων και αφού δεν υπήρχε βελτίωση αποφάσισαν να συμβουλευτούν κάποιον ειδικό. Πήγαν στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου περίπου 2 εβδομάδες μετά το περιστατικό και αφού καθορίσθηκαν και έγιναν ραντεβού πρώτα και με τους δύο και μετά χωριστά με τον καθένα, το πρώτο ραντεβού με το παιδί έγινε στις 28.8.14 και η Μ.Υ.1 το παρακολουθούσε από τότε μέχρι τις 27.5.
  5. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 εξεταστής της υπόθεσης περιέγραψε τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του και τις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Η μαρτυρία του ως προς τούτα ουδόλως αμφισβητήθηκε και συνεπώς γίνεται δεκτή. Όσον αφορά τα ίχνη τροχοπέδησης που είδε θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτά του υποδείχθηκαν από τον κατηγορούμενο 1 και ως ανέφερε δεν ήταν ειδικός ώστε να πει κατά πόσο συνάδουν με την εκδοχή αυτού. Οι δε προφορικές δηλώσεις του κατηγορούμενου 1 προς τον μάρτυρα και η υπόδειξη σε αυτόν του σημείου και των ιχνών, θα αξιολογηθούν στην συνέχεια κατά την αξιολόγηση του συνόλου των δηλώσεων του. Όσον αφορά τον Μ.Κ.3 θα πρέπει να λεχθεί ότι εξέτασα και αξιολόγησα την μαρτυρία του με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας πάντοτε υπόψην ότι δεν πρόκειται για οποιοδήποτε πρόσωπο αλλά για τον πατέρα του παραπονούμενου. Λαμβάνοντας λοιπόν και αυτόν τον παράγοντα σοβαρά υπόψην θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Περιέγραψε με ειλικρίνεια και χωρίς υπερβολές τα όσα είδε να λαμβάνουν χώραν έξω από το σπίτι του κατά τον επίδικο χρόνο και ήταν σταθερός και συνεπής στις θέσεις του, οι οποίες δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Η διευκρίνιση κατά την μαρτυρία του ότι οι κατηγορούμενοι χτυπούσαν τον γιο του μπροστά από το σπίτι του δεν έρχεται σε αντίθεση με τα όσα είπε σχετικά στην κατάθεση του. Αυτό καθότι εκεί είπε ότι είδε τους κατηγορούμενους να δρουν κατά τον τρόπο αυτό, χωρίς να αναφέρει σε ποιο ακριβώς σημείο και η αναφορά του στον κύριο δρόμο αφορούσε το αυτοκίνητο που είδε. Σε σχέση δε με το ότι στην κατάθεση του είπε ότι οι κατηγορούμενοι στην συνέχεια τραβούσαν τον γιό του σέρνοντας τον στο έδαφος για να τον πάρουν προς τον κύριο δρόμο, όταν ρωτήθηκε εάν δηλ. θα τον έσερναν για 70 μέτρα απάντησε λογικά ότι δεν γνωρίζει τι σκοπό είχαν και ότι απλά τους είδε να τον τραβούν. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι είδε τους κατηγορούμενους να χτυπούν με τα χέρια τους και να κλωτσούν τον γιο του ενώ αυτός ήταν ξαπλωμένος στο έδαφος, ούτε και το ότι όταν αυτοί έφυγαν περιποιήθηκε τα τραύματα του και ακολούθως τον μετέφερε στο Νοσοκομείο γιατί ζαλιζόταν και δεν μπορούσε να περπατήσει. Ως εκ των άνω και η μαρτυρία αυτού γίνεται δεκτή το σύνολο της. Η Μ.Κ.4 μου έκανε καλή εντύπωση. Ούσα ανεξάρτητη μάρτυρας εξήγησε επιστημονικά μεν αλλά και με σαφήνεια και τρόπο κατανοητό τα ευρήματα στα οποία κατέληξε κατά την εξέταση του παραπονούμενου και γιατί κατέληξε σε αυτά και με το ίδιο τρόπο και με ειλικρίνεια απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που της τέθηκαν. Ήταν δε σαφής όσον αφορά το εύρημα της για «πιθανόν κάταγμα 2ου και 3ου μεταταρσίου» δεξιού ποδιού, ότι αναφέρθηκε σε πιθανότητα όχι γιατί δεν εντόπισε τέτοιο κάταγμα αλλά γιατί, παρά το ότι υπήρχε μεγάλη πιθανότητα, δεν ήταν βέβαιη 100% για αυτό. Εξήγησε δε άλλωστε ότι ουσιαστικά η ίδια δεν είναι ειδικός επί τούτου καθότι δεν είναι ορθοπεδικός ούτε ακτινολόγος. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της γίνεται δεκτή. Καλή εντύπωση μου έκανε και ο Μ.Κ.
  6. Απάντησε με επιστημονική επάρκεια αλλά και πληρότητα στις ερωτήσεις που του τέθηκαν, εξηγώντας με λεπτομέρεια το καθετί και η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Πρέπει εδώ να λεχθεί ότι από την μαρτυρία του προκύπτει ότι τα συγκεκριμένα κατάγματα υπήρχαν στο πόδι του παραπονούμενου από τις 29.5.14 που αυτός επισκέφθηκε το Νοσοκομείο, καθώς ως ανέφερε, μπορεί ο ίδιος να τον είδε αργότερα αλλά αυτό το εύρημα προκύπτει από την πρώτη ακτινογραφία που του λήφθηκε (μέρος του τεκμηρίου 6 και σε αυτήν αναγράφεται η ημερομηνία 29.5.14 και η ώρα 21:15) την οποία ο μάρτυρας είδε και εξήγησε στο Δικαστήριο. Δεν μου διαφεύγει ότι όταν ρωτήθηκε εάν κάποιος που δέχεται γροθιές και κλωτσιές από δύο άτομα σε όλο του το σώμα από την κεφαλή μέχρι κάτω και δεχθεί γροθιά στο μάτι θα μαυρίσει το μάτι του ή τα άλλα μέρη του σώματος του, απάντησε καταφατικά. Πρέπει όμως να λεχθεί ότι αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση ούτε και διαψεύδει την αντίστοιχη θέση της Μ.Κ.4 ότι αυτό δεν είναι απαραίτητο. Αυτό καθότι δεν τέθηκε στον μάρτυρα αλλά ούτε και του ζητήθηκε να διευκρινίσει πότε θα εμφανισθεί αυτό το μαύρισμα σε αντίθεση με την Μ.Κ.4, η οποία ερωτήθηκε και απάντησε επί τούτου και χρονικά. Περαιτέρω τα όσα ανέφερε ως προς τα αίτια πρόκλησης καταγμάτων, ως αυτά που εντόπισε στον παραπονούμενο, συνάδουν και δεν διαψεύδουν την θέση του τελευταίου ότι ήταν αποτέλεσμα της επίθεσης που δέχθηκε από τους κατηγορούμενους κατά τον επίδικο χρόνο. Να σημειωθεί εδώ ότι ο παραπονούμενος, υπό το κράτος της ταυτόχρονης επίθεσης που δέχθηκε και του ότι σε κάποια στιγμή έπεσε κάτω, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει πως ακριβώς προκλήθηκαν τα κατάγματα, τα οποία όμως ως είπε ήταν αποτέλεσμα της όλης επίθεσης, ενώ η θέση του πατέρα του ότι τον πήρε στο Νοσοκομείο λίγη ώρα μετά και ενόψει του ότι δεν μπορούσε να περπατήσει παρέμεινε αναντίλεκτη. Ως εκ των άνω και η μαρτυρία του Μ.Κ.5 γίνεται δεκτή. Σε σχέση με την μαρτυρία του παραπονούμενου (Μ.Κ.2) αυτή μπορεί να διαχωριστεί σε δύο μέρη και δη το ένα που αφορά τα γεγονότα που έλαβαν χώραν πριν οι κατηγορούμενοι μεταβούν στον χώρο μπροστά από την κατοικία όπου διέμενε και το άλλο όσον αφορά τα όσα έγιναν στην συνέχεια στον χώρο αυτό. Όσον αφορά το επεισόδιο που προηγήθηκε υποστήριξε ότι ήταν ο κατηγορούμενος 1 του έκανε νόημα να σταματήσει όταν συναντήθηκαν με τα αυτοκίνητα τους στον δρόμο και ότι στην συνέχεια άρχισε να του φωνάζει και να ζητά το λόγο που τέλιασαν το χωράφι. Ο παραπονούμενος τον ρώτησε ποιο ήταν το πρόβλημα του και εκείνος συνέχισε να φωνάζει και του είπε ότι θα κάνει τον ίδιο και τον πατέρα του να φύγουν από το χωριό και τον αποκάλεσε «χασιηκλή» και «γιο του γάρου και της γάρας». Δεν δέχθηκε ότι στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 1 επέβαιναν τα δύο εγγόνια του, ούτε ότι αυτός ανέκοψε την πορεία του αυτοκινήτου και επιτέθηκε στον κατηγορούμενο 1 πιάνοντας τον από τον λαιμό. Ως προς το μέρος αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι ο παραπονούμενος ήταν σταθερός και συνεπής στις θέσεις του και δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Το γεγονός ότι το χωράφι τελιάστηκε μερικούς μήνες πριν και ότι ο κατηγορούμενος 1 έκτοτε είχε συναντηθεί ξανά μαζί του χωρίς να του αναφέρει οτιδήποτε, δεν καθιστά την θέση του παραπονούμενου μη λογική ως ουσιαστικά υποστηρίζει η υπεράσπιση. Όσον αφορά τον χρόνο ο παραπονούμενος είπε ότι το τέλι τοποθετήθηκε μερικούς μήνες πριν το επεισόδιο και όταν ρωτήθηκε να διευκρινίσει είπε ότι μπορεί να ήταν 8 με 9 μήνες πριν. Ως όμως προκύπτει από την μαρτυρία του στην συνέχεια δεν θυμόταν ακριβώς πότε έγινε αυτό καθότι, ως λογικά ανέφερε, δεν υπήρχε λόγος να θυμάται. Όσον δε αφορά το ότι έκτοτε ο κατηγορούμενος 1 δεν του ανέφερε κάτι, θα πρέπει στην εξέταση της θέσης αυτής να ληφθεί υπόψην και το ότι, ως ανέφερε στην κυρίως εξέταση του ο παραπονούμενος, ο κατηγορούμενος 1 είχε στο παρελθόν συζητήσει για το θέμα αυτό και με τον πατέρα του στο καφενείο. Ο δε πατέρας του παραπονούμενου ανέφερε κατά την αντεξέταση του, χωρίς να του ζητηθεί να διευκρινίσει, ότι το τέλιασμα έγινε μερικούς μήνες πριν και ότι μετά από αυτό είχε πράγματι κάποια συζήτηση με τον κατηγορούμενο 1 για το χωράφι όταν εκείνος του άνοιξε το θέμα. Να σημειωθεί περαιτέρω ότι, ως θα διαφανεί στην συνέχεια, η ως άνω εκδοχή του παραπονούμενου δεν διαψεύδεται από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Όσον αφορά το άλλο μέρος της μαρτυρίας του δηλ. αναφορικά με την επίθεση που δέχθηκε από τους κατηγορούμενους μπροστά από το σπίτι όπου διέμενε, θα πρέπει να λεχθεί ότι περιέγραψε με ειλικρίνεια, σαφήνεια και χωρίς υπερβολές τα όσα βίωσε, απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα σε όλες τις ερωτήσεις, δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και ήταν επίσης σταθερός και συνεπής στις θέσεις του, οι οποίες παρέμειναν ακλόνητες κατά την αντεξέταση του. Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι το γεγονός ότι δεχόταν επίθεση από τους κατηγορούμενους και μετά που έπεσε στο έδαφος, επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία του πατέρα του, η οποία ως προαναφέρθηκε παρέμεινε ακλόνητη. Τα τραύματα δε που ανέφερε ότι υπέστη επιβεβαιώθηκαν από την ιατρική μαρτυρία της Μ.Κ.4 και του Μ.Κ.5 και συνάδουν με όσα αυτοί ανέφεραν σχετικά. Περαιτέρω το ότι αυτά προήλθαν από την επίθεση επιβεβαιώνεται και πάλι από την μαρτυρία του πατέρα του αλλά και από την διαπίστωση τους από την Μ.Κ.4 κατά τις εξετάσεις που του έγιναν αμέσως μετά όταν προσήχθη στο Νοσοκομείο την ίδια ημέρα και ώρα 19:
  7. Όσον αφορά τα κατάγματα στο δεξί πόδι, η ύπαρξη τους κατά την διενέργεια της ακτινογραφίας την ίδια ημέρα δηλ. στις 29.5.14 και ώρα 21:15, επιβεβαιώθηκε με θετικό τρόπο από τον Μ.Κ.
  8. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Κ.2 γίνεται δεκτή στο σύνολο της. Η Μ.Υ.2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Προσπάθησε να πείσει ότι επισυνέβη το επεισόδιο που κατ' ισχυρισμό της περιέγραψαν ο πατέρας της και τα παιδιά της δηλ. η ανακοπή του αυτοκινήτου τους από τον παραπονούμενο και η επίθεση αυτού στον πατέρα της. Στήριξε δε την θέση της ουσιαστικά στην κατάσταση που είδε αυτοί να βρίσκονται όταν πήγαν στο σπίτι και όσα της είπαν καθώς και στην μεταγενέστερη κατάσταση του μικρότερου γιου της. Ήταν όμως εμφανής η προσπάθεια της να βοηθήσει τους κατηγορούμενους, πατέρα και αδελφό της και όχι να πει την αλήθεια και η όλη εκδοχή της δεν κρίνεται πειστική. Συγκεκριμένα: Από μόνη της από τα αρχικά στάδια της αντεξέταση της, για να πείσει ότι έλεγε την αλήθεια, δήλωσε ότι ο λόγος που ήλθε στο Δικαστήριο, για πρώτη μάλιστα φορά, ήταν πάνω από όλα για την υγεία και μόνο των παιδιών της. Συμπλήρωσε δε ότι δεν νομίζει να έχει κάποια μάνα που ταλαιπωρεί για έναν ολόκληρο χρόνο το παιδί της, να τον παίρνει στον γιατρό για ασήμαντο λόγο και ότι το παιδί της πέρασε παρά πολύ φόβο για αυτό το θέμα. Σε σχέση με αυτά θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ασφαλώς δεν έχει να κάνει με την υγεία των παιδιών της. Περαιτέρω παρά την πιο πάνω θέση της, ενώ ισχυρίσθηκε ότι κατά το επεισόδιο ο μεγάλος της γιος κτύπησε το κεφάλι του στο ταμπλό κατά την ανακοπή του αυτοκινήτου, δεν πήρε το παιδί στον γιατρό, δίδοντας την δικαιολογία ότι τον άφησε λίγες μέρες και του πέρασε. Όταν δε της τέθηκε εύλογα ότι από την στιγμή που το παιδί χτυπήθηκε στο κεφάλι θα αναμενόταν να το πάρει στον γιατρό, προσπάθησε να πείσει, αλλάζοντας τα όσα προανέφερε, ότι αυτή του είπε να τον πάρει στο γιατρό και δήθεν ο σχεδόν 8 χρονών τότε ανήλικος δεν ήθελε και για αυτό δεν το πήρε. Να λεχθεί επίσης ότι το σοβαρό αυτό γεγονός δεν το ανέφερε ούτε ο πατέρας της στην κατάθεση του, στην οποία αναφέρθηκε στο περιστατικό. Όταν δε της τέθηκε εύλογα η ερώτηση εάν ειδοποίησε την Αστυνομία εφόσον είδε τα παιδιά της και τον πατέρα της αναστατωμένους, με σκισμένο το πουκάμισο του τελευταίου και το ένα εκ των παιδιών της χτυπημένο, απάντησε ότι δεν το έκανε, δίδοντας την δικαιολογία ότι η έγνοια της ήταν να καθησυχάσει τα παιδιά της και ότι ήθελε να είναι καλά αυτά και μετά να κάνει κάτι τέτοιο. Η δικαιολογία όμως αυτή κρίνεται εκ των πραγμάτων μη πειστική καθότι θα αναμενόταν να προβεί σε σχετική καταγγελία, ιδιαίτερα εφόσον τα παιδιά της υπέστησαν κάποια βλάβη από την συμπεριφορά του παραπονούμενου αλλά και ενόψει του ότι την επόμενη μέρα ο πατέρας της και ο αδελφός της συνελήφθηκαν και ανακρίθηκαν για την υπόθεση. Κάτι τέτοιο όμως δεν έπραξε ποτέ. Όσον αφορά την θέση της ότι ο πατέρας της της είπε ότι κατά την επίθεση που δέχθηκε, ο παραπονούμενος του έσχισε το πουκάμισο, η ίδια είπε ότι είδε το πουκάμισο σχισμένο αλλά θα πρέπει να λεχθεί ότι ούτε ο πατέρας της αλλά ούτε και ο αδελφός της ανέφεραν το γεγονός αυτό στις καταθέσεις τους. Δεν κρίνεται δε λογική η θέση της ότι ο πατέρας της και ο αδελφός της δεν της είπαν τι έγινε στην συνέχεια όταν πήγαν στο σπίτι του παραπονούμενου. Προσπαθώντας δε να πείσει για αυτό είπε ότι δεν ρώτησε δίδοντας και πάλι ως δικαιολογία ότι είχε έγνοια για τα παιδιά της. Δεν είναι όμως λογικό να έγιναν όσα έγιναν παρουσία των παιδιών της και να μην ενδιαφέρθηκε στην συνέχεια να μάθει τι έγινε αλλά ούτε και αργότερα. Όταν όμως της τέθηκε ότι ο πατέρας της και ο αδελφός της στην συνέχεια πήγαν στο σπίτι του παραπονούμενου και τον χτύπησαν ήταν κατηγορηματική ότι δεν έκαναν κάτι τέτοιο. Όταν δε ρωτήθηκε ουσιαστικά γιατί διαφωνεί εφόσον δεν ήταν παρούσα, απέδωσε την θέση της στο ότι δεν είναι άτομα που μπορούν να χτυπήσουν, γεγονός που δείχνει και πάλι την προσήλωση της στο να τους βοηθήσει και όχι να πει την αλήθεια. Η προσπάθεια αυτή φαίνεται επίσης και από το ότι όταν της τέθηκε ότι ουδέποτε ο παραπονούμενος έκοψε τον δρόμο του πατέρα της και του επιτέθηκε, παρέπεμψε και πάλι σε όσα της είπε ο πατέρας της και συγκεκριμένα ότι πήγε η Αστυνομία και είδε τον τόπο που έγινε το περιστατικό και είχε και στόπερ κάτω και πήρε και μέτρα. Όσον δε αφορά την μαρτυρία της Μ.Υ.2 θα πρέπει να λεχθεί περαιτέρω ότι όσα ανέφερε για ανακοπή του οχήματος του πατέρας της και για επίθεση από τον παραπονούμενο αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία. Αναφορικά με την αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας ενδεικτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χριστοδούλου, Πολ. Έφεση Αρ. 6/2011, ημερ. 15.7.16: «Η αξιολόγηση της βαρύτητας εξ ακοής μαρτυρίας, σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, γίνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο είναι ορθό να επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους αποδίδει ή δεν αποδίδει βαρύτητα σε εξ ακοής μαρτυρία (Δέστε: Ανδρέου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ, 152). Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν του όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και ιδιαίτερα το αν θα ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί ως μάρτυρας στη διαδικασία το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας, το αν οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει γεγονότα, το αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι, το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η δήλωση κλπ.. Οι παράγοντες αυτοί, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 27
(2)δεν είναι βέβαια εξαντλητικοί (Δέστε: Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεωργίου
(2006)2 ΑΑΔ 217). Όμως επιβάλλεται όπως η διεργασία αξιολόγησης της βαρύτητας της εξ ακοής μαρτυρίας γίνεται με προσοχή και επεξηγείται από το δικαστήριο είτε η εξ ακοής μαρτυρία απορρέει από προφορική μαρτυρία είτε από γραπτή (Δέστε: Γεωργίου ν. Στυλιανού
(2009)1 ΑΑΔ, 70 και Μονός κ.α. ν. S. Xenides Trading Co Ltd κ.α.
(2010)1 ΑΑΔ, 1002). Το άρθρο 27
(3)προνοεί ότι κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψιν το αν ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε (Δέστε: Κολάνη ν. Ταμπούρα
(2010)1 ΑΑΔ 1108 και Χριστοφή και Άλλοι. ν. Δημητρίου και Άλλη
(2009)1 ΑΑΔ 428). Πέραν των προαναφερομένων το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψιν του και άλλα αξιολογήσιμα κριτήρια και να συνυπολογίσει το κατά πόσον η απόδοση βαρύτητας σε εξ ακοής μαρτυρία εξυπηρετεί ή όχι τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης και του συμφέροντος της δικαιοσύνης. Για μια εκτενή ανάλυση του θέματος δέστε Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 320-331». Στην παρούσα τα πρόσωπα που έκαναν τις αρχικές δηλώσεις ήτοι τα δύο παιδιά (κατά τον χρόνο της μαρτυρίας της Μ.Υ.2 δηλ. στις 26.11.18, ηλικίας Χ χρονών και Χ μηνών και Χ ετών και Χ μηνών αντίστοιχα) και ο κατηγορούμενος 1, δεν κατέθεσαν στο Δικαστήριο, παρά το ότι η θέση του παραπονούμενου ήταν αντίθετη και μάλιστα ότι στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 1 δεν επέβαινε κανένας άλλος εκτός από αυτόν. Δεν μου διαφεύγει δε ότι ο κατηγορούμενος 1 δικαιωματικά δεν κατέθεσε, ασκώντας το απόλυτο αυτό δικαίωμα του. Όμως η χωρίς δικαιολογία μη κλήση για να καταθέσει έστω κάποιο από τα δύο παιδιά που έκαναν τις αρχικές δηλώσεις, το οποίο θα μπορούσε να δώσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία, είχε ως αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην έχει την δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο ή όχι των όσων είπαν τα εν λόγω πρόσωπα στην Μ.Υ.2, μέσα από την διαδικασία της αντεξέτασης του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217 και Κολάνη ν. Ταμπούρα
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1108). Περαιτέρω δεν μπορεί να παραγνωρισθεί το γεγονός ότι η Μ.Υ.2, δεν είναι οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο αλλά κόρη του ενός και αδελφή του άλλου εκ των κατηγορουμένων και συνεπώς η εξ ακοής μαρτυρία που έθεσε δεν μπορεί παρά να εξετασθεί και υπό αυτήν την οπτική γωνία δηλ. με ιδιαίτερη προσοχή λόγω της στενής συγγένειας και της προαναφερόμενης προσπάθειας της Μ.Υ.2 να βοηθήσει αυτούς. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα πιο πάνω, το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και το ότι η εξ ακοής αυτή μαρτυρία αφορά ουσιώδες θέμα και δη την εξέλιξη των όσων διαδραματίσθηκαν κατά τον επίδικο χρόνο, κρίνω με βάση και το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, ότι δεν μπορεί να της δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Υ.2 δεν γίνεται δεκτή. Όσον αφορά την Μ.Υ.1 θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτή ξεκαθάρισε ότι παρακολούθησε τον ανήλικο λόγω της συγκεκριμένης συμπτωματολογίας που της αναφέρθηκε από τους γονείς του ότι παρουσίαζε, ήτοι δευτερογενή ενούρηση. Ανέφερε επίσης ότι η ίδια δεν είχε προσωπική γνώση για το γεγονός που της αναφέρθηκε από τους γονείς δηλ. για επίθεση που δέχθηκε ο παππούς του ανηλίκου στην παρουσία του τελευταίου. Δεν αναφέρθηκε δε σε λεπτομέρειες των όσων της είπαν και συνακόλουθα της επίθεσης αυτής. Δεν ήταν δε η θέση της ότι αυτό πράγματι επισυνέβη και ότι σε αυτό οφειλόταν η συμπτωματολογία του, η οποία ως εξήγησε έχει ως αίτια διάφορους παράγοντες τους οποίους συγκεκριμενοποίησε και δεν απέκλεισε στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τον επίδικο χρόνο μέχρι την πρώτη φορά που εξέτασε τον ανήλικο να επισυνέβη οτιδήποτε άλλο. Σε κανένα δε σημείο δεν ρωτήθηκε τι είπε το παιδί για αυτό το περιστατικό. Το μόνο που ανέφερε η ίδια ήταν ότι το παιδί της είχε αναφέρει ότι κάποιες φορές δυσκολευόταν να κοιμηθεί και ότι έβλεπε ένα κακό όνειρο, το οποίο σχετιζόταν με την επίθεση που είχε δεχτεί ο παππούς του, χωρίς να δώσει λεπτομέρειες για το τι της είπε το παιδί ώστε να διαφανεί εάν μιλούσε για το συγκεκριμένο επεισόδιο. Με άλλα λόγια η μάρτυρας στηρίχθηκε για σκοπούς θεραπείας όσον αφορά τον ανήλικο, στα δεδομένα που της έδωσαν οι γονείς. Συνεπώς στην περίπτωση της τα όσα της ανέφεραν αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία και μάλιστα δεύτερου βαθμού. Πέραν δε του ότι δεν ανέφερε λεπτομέρειες ώστε να διαπιστωθεί ότι της αναφέρθηκε το συγκεκριμένο επεισόδιο, για τους λόγους που εξηγήθηκε ανωτέρω η εξ ακοής μαρτυρία που εισήγαγε η Μ.Υ.2 δεν έγινε δεκτή. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η μαρτυρία της Μ.Υ.1 δεν επιβεβαιώνει την θέση ότι ο ανήλικος ήταν μάρτυρας του ισχυριζόμενου επεισοδίου ανακοπής και επίθεσης από τον παραπονούμενο. Τέλος όσον αφορά τους κατηγορούμενους αυτοί άσκησαν το δικαίωμα της σιωπής κάτι που αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα τους και σύμφωνα με την σχετική νομολογία δεν είναι επιτρεπτό εξ αυτού να εξαχθούν οποιαδήποτε ενοχοποιητικά συμπεράσματα (βλ. Charalambous and another ν. The Republic
(1985)2 C.L.R. 97, Δημοκρατία ν. Αβρααμίδου κ.α.
(2004)2 Α.Α.Δ. 51 και Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250). Η εκδοχή τους για όσα επισυνέβησαν κατά την επίδικη ημερομηνία περιέχεται στις καταθέσεις τους τεκμήρια 2 και 4. Αναφορικά με το πως αξιολογείται η κατάθεση ενός κατηγορούμενου στην Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 109 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή. Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης». Η εκτίμηση λοιπόν της κατάθεσης του κατηγορούμενου είναι θέμα που ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190 και Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 693). Όσον αφορά τις καταθέσεις των κατηγορουμένων στην παρούσα, πρέπει να λεχθεί ότι σε αυτές, στο μέτρο που δεν αφορούν δηλώσεις τους που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή των αδικημάτων ή που δεν περιέχουν δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα τους, κρίνω ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Αυτό γιατί πρόκειται για αυτοεξυπηρετικές δηλώσεις τους, οι οποίες είναι εκ διαμέτρου αντίθετες με την μαρτυρία που προσήχθη από την κατηγορούσα αρχή και ιδιαίτερα αυτή των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, η οποία έγινε δεκτή. Όσον δε αφορά τις προφορικές δηλώσεις του κατηγορούμενου 1 στον Μ.Κ.1 για το επεισόδιο που έλαβε χώραν προηγουμένως στον δρόμο και την υπόδειξη ιχνών τροχοπέδησης, θα πρέπει να λεχθεί ότι ισχύουν τα όσα προαναφέρθηκαν για τις καταθέσεις των κατηγορουμένων. Πρόκειται για αυτοεξυπηρετικές δηλώσεις στις οποίες δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα (βλ. Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706, Antwerp Diamond Polisher Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2005)1Α Α.Α.Δ. 533, Mavrou v. Theodorou
(1984)1 C.L.R. 635 και σύγγραμμα των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές
(2014), σελ. 687). Ευρήματα Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Κατά τον επίδικο για την παρούσα χρόνο ο παραπονούμενος (Μ.Κ.2) διέμενε μόνιμα με τους γονείς του στο χωριό Καλλέπεια σε σπίτι που ανήκει στην μητέρα του. Για να φτάσει κάποιος στο σπίτι αυτό, πρέπει να εισέλθει από τον δημόσιο κεντρικό δρόμο του χωριού σε ιδιωτικό δρόμο, ο οποίος είναι εντός του ακινήτου - περιβολιού όπου βρίσκεται το σπίτι και οδηγεί σε αυτό. Ο δρόμος αυτός είναι μήκους περί τα 60 μέτρα και κατασκευάσθηκε από το πατέρα του (Μ.Κ.3) ως πρόσβαση στα σπίτια που βρίσκονται στο ακίνητο. Είναι δε φτιαγμένος από μπετόν και στο σημείο όπου εφάπτεται με τον δημόσιο δρόμο δεν υπάρχει κάγκελο, το οποίο να εμποδίζει κάποιον να εισέλθει ούτε και πινακίδα που να γράφει ότι είναι ιδιωτικός δρόμος. Δίπλα δε από το σπίτι υπάρχει άλλο ένα σπίτι το οποίο πώλησαν σε Άγγλο. Τόσο αυτοί όσο και οι επισκέπτες τους χρησιμοποιούν τον ιδιωτικό δρόμο για να φτάσουν στο σπίτι αυτό. Στις 29.5.14 και περί ώρα 18:15 όταν ο παραπονούμενος σχόλασε από την εργασία του στην Πάφο, μετέβηκε στο χωριό του. Σε κάποιο σημείο του δρόμου που οδηγεί στην εκκλησία του χωριού συνάντησε τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο του και ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Ο κατηγορούμενος 1 του έκανε νόημα με το χέρι να σταματήσει. Ο παραπονούμενος σταμάτησε δίπλα του και εκείνος άρχισε να του φωνάζει και να ζητά τον λόγο που τέλιασαν ένα χωράφι, το οποίο έχουν στο χωριό. Ο κατηγορούμενος 1 βρισκόταν μόνος του στο αυτοκίνητο και είπε στον παραπονούμενο «Εγώ θα σε κάμω να φύεις που το χωρκό και εσένα και τον τζίρη σου ρε χασιηκλή, γιε του γάρου και της γάρας». Μετά ο παραπονούμενος έφυγε και πήγε στο σπίτι. Το προαναφερόμενο τέλι το τοποθέτησαν λίγους μήνες πριν ούτως ώστε να μην περνά από εκεί ο κατηγορούμενος 1, ο οποίος επί χρόνια διέσχιζε με το αυτοκίνητο του το χωράφι καθημερινά, 3 με 4 φορές την ημέρα, με αποτέλεσμα να σκληρύνει το χώμα και να μην μπορεί να καλλιεργηθεί. Πριν τις 29.5.14 όταν ο πατέρας του (Μ.Κ.3) συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο 1 και όταν ο τελευταίος του άνοιξε το θέμα, είχαν κάποια συζήτηση για το χωράφι αυτό και του είπε, με κάπως επιθετικό τρόπο «Εν να σου φάμε το χωράφι;». Πέντε περίπου λεπτά μετά που έφθασε σπίτι ο παραπονούμενος άκουσε να φωνάζουν απ' έξω το όνομα του. Βγήκε από το σπίτι και στάθηκε έξω από το καγκέλι που βρίσκεται στην πρόσοψη αυτού, στον ιδιωτικό δρόμο. Τότε είδε τον κατηγορούμενο 1 με τον γιό του, κατηγορούμενο 2, οι οποίοι είχαν σταθμεύσει το όχημα τους στον δημόσιο δρόμο και είχαν ήδη εισέλθει στον ιδιωτικό δρόμο, να κατευθύνονται προς αυτόν. Τους περίμενε για να δει τι τον ήθελαν. Αμέσως όμως μόλις αυτοί έφθασαν κοντά του, χωρίς να του πουν οτιδήποτε, του επιτέθηκαν ταυτόχρονα χτυπώντας τον με τα χέρια και τα πόδια τους. Δέχθηκε χτυπήματα στο κεφάλι, στο αριστερό μάτι και βλέφαρο, στην μύτη, στον δεξί ώμο, στα πλευρά, στο δεξί πόδι και σε άλλα μέρη του σώματος. Από τα χτυπήματα έπεσε στο έδαφος, ζαλίστηκε και δεν θυμόταν τι ακολούθησε. Εν τω μεταξύ ο πατέρας του (Μ.Κ.3), ο οποίος βρισκόταν στην πίσω αυλή του σπιτιού και εισήλθε σε αυτό, άκουσε φωνές να έρχονται έξω από το σπίτι. Βγήκε έξω και είδε το προαναφερόμενο όχημα παρκαρισμένο στον δημόσιο δρόμο και τους κατηγορούμενους, να χτυπούν τον παραπονούμενο με τα χέρια τους και να τον κλωτσούν με τα πόδια τους, ενώ αυτός ήταν ξαπλωμένος στο έδαφος μπροστά από το σπίτι. Στην συνέχεια τραβούσαν τον παραπονούμενο, σέρνοντας τον στο έδαφος προς τον δημόσιο δρόμο. Αμέσως ο Μ.Κ.3 έτρεξε κοντά και τους φώναξε να σταματήσουν να χτυπούν τον γιο του. Τότε ο κατηγορούμενος 1 του είπε «Να πιάεις τον γιο σου τζιε να φύετε που το χωρκό. Τι γυρεύκετε δαπάνω εσείς;». Όταν ο Μ.Κ.3 πήγε κοντά τους οι κατηγορούμενοι άφησαν τον παραπονούμενο, επιβιβάστηκαν στο αυτοκίνητο τους και έφυγαν. Τότε ο Μ.Κ.3 μετέφερε τον παραπονούμενο στο σπίτι, του καθάρισε λίγο τις πληγές που είχε στο πλευρό, στον ώμο, στην ράχη, στην μύτη και στο πόδι και ακολούθως τον μετέφερε με το αυτοκίνητο στις Α' Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου γιατί ζαλιζόταν και δεν μπορούσε να περπατήσει. Έτσι την ίδια ημέρα και περί ώρα 19:40, η ιατρός Μ.Κ.4 εξέτασε τον παραπονούμενο. Αυτός κατά την εξέταση της ανέφερε ότι δέχθηκε επίθεση με γροθιές και λακτίσματα και ότι είχε άλγος δεξιάς ωμοπλάτης, αριστερής μετωπιαίας χώρας, δεξιού άκρου ποδιού και ζάλη. Από την κλινική εξέταση η Μ.Κ.4 διαπίστωσε ότι αυτός έφερε εκδορές αριστερής μετωπιαίας χώρας, αριστερού βλεφάρου, ρινός, δεξιού αγκώνα, δεξιάς ωμοπλάτης, δεξιού οπίσθιου ημιθωρακίου, δεξιού γλουτού, αριστερής πλάγιας κοιλιακής χώρας, αριστερού αγκώνα και κνήμες άμφω. Του έγιναν στην συνέχεια ακτινογραφίες του δεξιού άκρου ποδιού, δεξιού ώμου, θώρακα και κεφαλής. Οι ακτινογραφίες αυτές κατέδειξαν ότι ο παραπονούμενος έφερε υποκεφαλικά κατάγματα του 2ου, 3ου και 4ου μεταταρσίου του δεξιού άκρου ποδιού. Περαιτέρω ο παραπονούμενος υπεβλήθη σε αξονική τομογραφία κεφαλής, η οποία δεν κατέδειξε παθολογικά ευρήματα. Του τοποθετήθηκε νάρθηκας για ακινητοποίηση του ποδιού και εισήχθη στο νοσοκομείο για παρακολούθηση από τους χειρουργούς και εξέταση από ορθοπεδικό. Αργότερα του έγινε ακινητοποίηση με γύψινο επίδεσμο και του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια μέχρι τις 30.6.14. Στις 27.6.14 του αφαιρέθηκε ο γύψινος επίδεσμος και του τοποθετήθηκε ειδικό περιπατικό υπόδημα. Του ανανεώθηκε δε η αναρρωτική άδεια μέχρι τις 15.7.14. Νομική πτυχή Το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης εδράζεται στο άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ως προκύπτουν από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης είναι: 1. Ο κατηγορούμενος να προκαλεί βαριά σωματική βλάβη σε άλλον. 2. Το πιο πάνω να γίνεται παράνομα. Ως έχει νομολογηθεί στην Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 397, η πρόθεση εμπεριέχεται ως συστατικό στοιχείο στο αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης χωρίς να χρειάζεται η απόδειξη οποιασδήποτε ειδικής πρόθεσης. Παράνομη είναι δε μια πράξη όταν γίνεται χωρίς νόμιμη δικαιολογία (βλ. Police v. Djioppou
(1972)10 JSC 1365). Όσον αφορά την έννοιας της βαριάς σωματικής βλάβης στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα δίδονται οι ακόλουθοι ορισμοί: «"σωµατική βλάβη" σηµαίνει σωµατική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή, είτε µόνιµη είτε προσωρινή»· «"βαριά σωµατική βλάβη" σηµαίνει σωµατική βλάβη που ισοδυναµεί µε ακρωτηριασµό ή επικίνδυνη σωµατική βλάβη ή που επιφέρει ή που πρόκειται να επιφέρει σοβαρή ή µόνιµη βλάβη στην υγεία ή την άνεση ή που εκτείνεται µέχρι τη µόνιµη παραµόρφωση ή τη µόνιµη ή σοβαρή βλάβη εξωτερικού ή εσωτερικού σωµατικού οργάνου, µεµβράνης ή αίσθησης»· Στην Αχτάρ ανωτέρω λέχθηκε ότι στην έννοια της βαριάς σωματικής βλάβης αποδίδεται η συνήθης γραμματική έννοια. Αναφέρθηκε επίσης, με παραπομπή στην D.P.P. v. Smith [1960] 44 Cr. App. R. 261 και στο σύγγραμμα Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, έκδ. 2007 σελ. 1858, παρ. 19-206, ότι δεν είναι αναγκαίο η βαριά σωματική βλάβη να είναι είτε μόνιμη, είτε επικίνδυνη. Όσον φορά την κοινή πρόθεση, αν από το σύνολο της μαρτυρίας εξάγεται το συμπέρασμα για από κοινού ενέργεια για την προώθηση του παρανόμου σκοπού, τότε εφαρμόζεται το άρθρο 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (βλ. Αχτάρ ανωτέρω και Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 482). Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο: «
  1. Αν δύο ή περισσότεροι διαµορφώσουν κοινή πρόθεση για την επιδίωξη από κοινού κάποιου παράνοµου σκοπού και κατά την επιδίωξη του σκοπού αυτού διαπραχτεί ποινικό αδίκηµα τέτοιας φύσης, ώστε η διάπραξη του να ήταν πιθανή συνεπεία της επιδίωξης του πιο πάνω σκοπού, ο κάθε ένας από αυτούς, θεωρείται ότι διέπραξε το ποινικό αδίκηµα». Το αδίκημα της παράνομης εισόδου βασίζεται στο άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα. Από το λεκτικό αυτού σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 4 και 5, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που πρέπει να αποδειχθούν είναι:
  2. Η παράνομη είσοδος του κατηγορούμενου σε περιουσία.
  3. Η περιουσία αυτή να βρίσκεται στην κατοχή άλλου.
  4. Η είσοδος να έγινε με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Ως έχει νομολογηθεί η συγκεκριμένη ποινική διάταξη δεν προστατεύει τον ιδιοκτήτη αλλά τον κάτοχο της περιουσίας (βλ. Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 354). Δεν αποτελεί λοιπόν συστατικό στοιχείο του αδικήματος η ιδιοκτησία της περιουσίας δηλ. το σε ποιο ανήκει. Αυτό που απαιτείται να αποδειχθεί είναι να βρίσκεται στην κατοχή άλλου δηλ. προσώπου εκτός του κατηγορούμενου. Στην Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ 493 λέχθηκε ότι το άρθρο 280 δημιουργεί ένα αδίκημα το οποίο συνίσταται ουσιαστικά στην παράνομη παρουσία προσώπου με σκοπό τον εκφοβισμό, την εξύβριση ή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Το αδίκημα διαπράττεται ανεξαρτήτως του αν ο κατηγορούμενος εισήλθε νομίμως, αλλά στη συνέχεια εξετράπη ή αν εισήλθε στη συγκεκριμένη περιουσία με πρόθεση εξ αρχής να διαπράξει τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο. Όσον αφορά την πρόθεση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων αλλά και κάθε αδικήματος που δεν απαιτεί ειδική πρόθεση στην Ανθία ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 404 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με καλώς θεμελιωμένη νομολογιακή αρχή η πρόθεση μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν είναι αρκετό ότι το συμπέρασμα για ύπαρξη πρόθεσης είναι εύλογο, πρέπει να είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα το οποίο μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα. Το βάρος απόδειξης της πρόθεσης το φέρει η κατηγορούσα αρχή σε όλα τα στάδια της δίκης (Βλ. Stavrinou v. Republic
(1969)2 C.L.R. 97,104, Pefkos ν. Police
(1961)C.L.R. 340, Katelaris ν. Police
(1980)2 C.L.R. 230, Eracleous v. Police
(1972)2 C.L.R. 102, R. v. Georghiades (No. 2) 22 C.L.R. 128 και Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258,262). Η πρόθεση δεν μπορεί να αποδειχθεί με θετική άμεση απόδειξη. Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. (Georghiades, πιο πάνω, σελ. 133)». Εκ των άνω συνάγεται ότι ο σκοπός ή η πρόθεση διάπραξης ενός ποινικού αδικήματος δεν είναι πάντοτε δεκτικά θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενα αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. και Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει. Έτσι στην Ανθία ανωτέρω με βάση πάντα τα γεγονότα που περιέβαλλαν την διάπραξη του αδικήματος κρίθηκε ότι η πρόθεση ενόχλησης ήταν αυτονόητη και αυταπόδεικτη και αποτελούσε φυσική συνέπεια της εισόδου. Τέλος όσον αφορά το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος αυτό βασίζεται στο άρθρο 371. Με βάση τα όσα έχουν λεχθεί σχετικά στην υπόθεση Giani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 «το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν ή σταμάτησαν ή παρεμποδίστηκαν ή απότυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. (Βλέπε Μulcany v. R.
(1868)L.R.34 H.L.328, O Connell v. R.
(1844)5 St. Tr. (N.S.) 1, R. v. Aspinall
(1876)2 Q.B.D. 48)». Η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας συνίσταται λοιπόν όχι στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας αλλά στον καταρτισμό συμφωνίας μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα. Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με την συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλ. σύγγραμμα Archbold 2004, παρ. 34-4). Είναι λοιπόν άνευ σημασίας και το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλ. σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν πότε συναντηθεί φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλ. Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Η συμφωνία των συνωμοτών είναι η προώθηση της πρόθεσης την οποία ο καθένας είχε συλλάβει στο μυαλό του και η οποία μετατρέπεται από κρυφή πρόθεση σε ανοικτή ενέργεια αμοιβαίων διαβουλεύσεων και τελικώς σε συμφωνία. Δεν είναι επομένως αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο στόχο στον ίδιο χρόνο ή στο ίδιο μέρος, αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί και σύμπτωση στο μυαλό τους για τον επιδιωκόμενο παράνομο σκοπό. Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Χρειάζεται λοιπόν απαραίτητα συμφωνία και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για την διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε την διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες νομικές αρχές καταλήγω στα ακόλουθα: Ο παραπονούμενος κατά την επίδικη ημερομηνία, όταν άκουσε φωνές να τον καλούν, ερχόμενες έξω από το σπίτι όπου διέμενε, βγήκε και στάθηκε έξω από το κάγκελο μπροστά από το σπίτι στον δρόμο. Ο δρόμος αυτός δεν ήταν δημόσιος αλλά ιδιωτικός δηλ. ιδιωτική περιουσία και κατασκευάσθηκε από τον Μ.Κ.3 με σκοπό την πρόσβαση της οικογένειας του και της οικογένειας του Άγγλου που αγόρασε το διπλανό σπίτι καθώς και των επισκεπτών αυτών, από τον δημόσιο δρόμο στα εν λόγω σπίτια. Οι κατηγορούμενοι για να φτάσουν στο σημείο όπου βρισκόταν ο παραπονούμενος, μετά που στάθμευσαν το αυτοκίνητο τους στον δημόσιο δρόμο, εισήλθαν στον πιο πάνω ιδιωτικό δρόμο και αφού περπάτησαν μέχρι εκεί που βρισκόταν ο παραπονούμενος, χωρίς να του που οτιδήποτε ή να προηγηθεί κάτι, του επιτέθηκαν ταυτόχρονα και οι δύο χτυπώντας τον με τα χέρια και τα πόδια τους, κάτι που συνέχισαν να κάνουν και όταν αυτός έπεσε στο έδαφος και σταμάτησαν μόνο όταν τους προσέγγισε ο πατέρας του οπόταν έφυγαν από το μέρος. Το αποτέλεσμα της πιο πάνω επίθεσης ήταν να προξενήσουν στον παραπονούμενο διάφορες σωματικές βλάβες μεταξύ των οποίων και υποκεφαλικά κατάγματα του 2ου, 3ου και 4ου μεταταρσίου του δεξιού άκρου ποδιού, βλάβη που εμπίπτει αναμφίβολα εκ της φύσης και των συνεπειών της στην κατηγορία των βαριών σωματικών βλαβών. Η πρόθεση δε των κατηγορούμενων να επιφέρουν την πιο πάνω βλάβη προκύπτει από το σύνολο των προαναφερόμενων περιστάσεων, την κοινή δράση και τις ενέργειες των κατηγορουμένων όπως αναδύονται από την πλοκή των γεγονότων που συνθέτουν το περιστατικό. Αυτά αποκαλύπτουν πέρα από κάθε λογική αμφιβολία ότι οι κατηγορούμενοι ηθελημένα επιδίωξαν να προκαλέσουν στον παραπονούμενο βαριά σωματική βλάβη, ενεργώντας προς τούτο με συγκεκριμένη πρόθεση επιφέροντας σε αυτόν χτυπήματα που είχαν τέτοιο αποτέλεσμα. Δεν υπάρχει δε αμφιβολία ότι ενήργησαν χωρίς νόμιμη δικαιολογία δηλ. παράνομα. Έχουν λοιπόν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της βαριάς σωματικής βλάβης (κατηγορίες 2 και 3). Από τις προαναφερόμενες περιστάσεις, συμπεριφορά και κοινή δράση των κατηγορουμένων, συνάγεται αναμφίβολα και η πρόθεση τους να διαπράξουν το εν λόγω αδίκημα στο συγκεκριμένο χώρο δηλ. εντός της ιδιωτικής περιουσίας. Ως έχει προαναφερθεί για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος της παράνομης εισόδου του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα, δεν απαιτείται να αποδειχθεί η ιδιοκτησία της περιουσίας αλλά η κατοχή αυτής. Όταν δε αναφέρεται το συγκεκριμένο άρθρο σε κατοχή από άλλον, προφανώς αναφέρεται σε άλλο πρόσωπο ώστε να το διακρίνει από τον κατηγορούμενο. Από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης δεν προκύπτει ότι στην περίπτωση εισόδου με σκοπό την διάπραξη αδικήματος, το αδίκημα αυτό θα πρέπει να αφορά μόνο τον κάτοχο της περιουσίας. Σκοπός της συγκεκριμένης διάταξης είναι η προστασία του κατόχου της περιουσίας όχι μόνο από την σκοπούμενη διάπραξη αδικημάτων εναντίον του αλλά και εναντίον οποιουδήποτε άλλου βρίσκεται στην περιουσία που είναι στην κατοχή του. Με άλλα λόγια το αδίκημα μπορεί να στοιχειοθετηθεί και όταν η είσοδος στην περιουσία γίνεται με σκοπό την διάπραξη αδικήματος εναντίον προσώπου που βρίσκεται εκεί αλλά δεν είναι κάτοχος αυτής. Περαιτέρω δεν προκύπτει από την εν λόγω διάταξη αλλά και την σχετική νομολογία ότι σε περίπτωση που η είσοδος γίνεται με σκοπό την διάπραξη αδικήματος εναντίον προσώπου, αυτό να πρέπει να είναι ο αποκλειστικός κάτοχος της περιουσίας. Μπορεί το εν λόγω πρόσωπο να έχει κατοχή της περιουσίας από κοινού με άλλα πρόσωπα. Στην προκειμένη ο παραπονούμενος διέμενε μόνιμα με τους γονείς του στην συγκεκριμένη οικία. Ήταν λοιπόν ένας εκ των προσώπων που είχαν κοινή κατοχή αυτής και κατ' επέκταση και κοινή κατοχή του προαναφερόμενου ιδιωτικού δρόμου που είχε κατασκευασθεί και χρησιμοποιείτο για σκοπούς πρόσβασης σε αυτήν. Ενόψει δε των ανωτέρω ακόμη και εάν κρινόταν ότι δεν είχε τέτοια κατοχή, με δεδομένο ότι η είσοδος στην εν λόγω περιουσία έγινε από τους κατηγορούμενους με σκοπό την διάπραξη αδικήματος εναντίον αυτού που βρισκόταν εκεί και δη της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης και πάλι θα στοιχειοθετείτο το αδίκημα του άρθρου 280. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι στις λεπτομέρειες των κατηγοριών 4 και 5 αναφέρεται ότι οι κατηγορούμενοι, παράνομα εισήλθαν στην οικία του παραπονούμενου, με σκοπό να διαπράξουν σε αυτήν ποινικό αδίκημα. Ως όμως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν έχει αποδεχθεί ότι οι κατηγορούμενοι εισήλθαν στην οικία όπου διέμενε ο παραπονούμενος. Συνεπώς κρίνεται ότι οι κατηγορούμενοι δεν μπορούν να καταδικασθούν στις κατηγορίες 4 και 5, με βάση τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες αδικημάτων. Ενόψει των ανωτέρω χρήζει εξέτασης κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο με βάση το νόμο και τη σχετική νομολογία να προβώ στην προσθήκη έκτης κατηγορίας εναντίον των κατηγορουμένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 85
(4)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Σύμφωνα με το λεκτικό του άρθρου αυτού και τις υποθέσεις Φουρής ν. Αστυνομίας
(1980)2 C.L.R 152 και Κυριάκου ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458, για την εφαρμογή του πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
  1. Με την προσαχθείσα μαρτυρία πρέπει να αποδεικνύεται η διάπραξη από τον κατηγορούμενο ποινικού αδικήματος που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο.
  2. Να είναι αδύνατη η καταδίκη του κατηγορουμένου για το εν λόγω αδίκημα χωρίς την τροποποίηση του κατηγορητηρίου.
  3. Με την καταδίκη του για το εν λόγω αδίκημα ο κατηγορούμενος να μην υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης που θα μπορούσε να του είχε επιβληθεί αν καταδικαζόταν βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου, και
  4. Η μεταβολή του κατηγορητήριου δεν θα επηρέαζε δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του. Εξετάζοντας το θέμα στην παρούσα κρίνω ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις εφόσον αποδεικνύεται η διάπραξη αδικήματος από τους κατηγορούμενους, το οποίο δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο με τις ορθές λεπτομέρειες, η καταδίκη τους για το αδίκημα αυτό είναι αδύνατη χωρίς την τροποποίηση του κατηγορητηρίου και η ποινή που μπορεί να επιβληθεί δεν είναι μεγαλύτερη αλλά η ίδια με εκείνη που θα μπορούσε να τους επιβληθεί βάσει των κατηγοριών 4 και
  5. Τέλος εξετάζοντας την υπόθεση στο σύνολο της κρίνω ότι η μεταβολή του κατηγορητηρίου δεν θα επηρέαζε δυσμενώς τους κατηγορούμενους στην υπεράσπιση τους, εφόσον στην ουσία τα γεγονότα δεν μεταβάλλονται, ήταν δε γνωστό εξ υπαρχής, ως φαίνεται άλλωστε από τις καταθέσεις των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 ότι τα αδικήματα δεν διαπράχθηκαν εντός της οικίας όπου διαμένει ο παραπονούμενος και οι κατηγορούμενοι διεξήγαν την υπεράσπιση τους γνωρίζοντας αυτό και με βάση αυτό. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το κατηγορητήριο τροποποιείται με την προσθήκη της ακόλουθης κατηγορίας: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Έκτη Κατηγορία Παράνομη είσοδος σε περιουσία µε σκοπό την διάπραξη ποινικού αδικήµατος, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  6. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 στις 29.5.2014, στην Καλλέπεια της Επαρχίας Πάφου, παράνομα εισήλθαν σε περιουσία που ήταν στην κατοχή άλλου και συγκεκριμένα στον ιδιωτικό δρόμο έξω από την οικία όπου διέμενε ο ΧΧΧΧ Χρυσοστόμου, με σκοπό να διαπράξουν εκεί ποινικό αδίκημα. Όσον δε αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας δεν υπήρξε μαρτυρία που να αποδεικνύει άμεσα την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των κατηγορουμένων για διάπραξη του αδικήματος της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Προκύπτει όμως από τα ευρήματα ότι οι κατηγορούμενοι λίγη ώρα μετά το επεισόδιο που έλαβε χώρα στον δρόμο μεταξύ του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου 1, μετέβηκαν με το ίδιο όχημα στον χώρο όπου διέμενε ο τελευταίος, τον φώναξαν και όταν έφθασαν εκεί που βρισκόταν, χωρίς να του πουν οτιδήποτε ή να μεσολαβήσει κάτι, άρχισαν ταυτόχρονα να τον χτυπούν και οι δύο με τα προαναφερόμενα αποτελέσματα ενώ μετά την παρέμβαση του πατέρα αυτού έφυγαν και πάλι μαζί από το μέρος. Από τις πιο περιστάσεις και την κοινή δράση τους προκύπτει λοιπόν ότι υπήρχε μεταξύ τους η απαραίτητη για το υπό εξέταση αδίκημα συμφωνία καθώς και η απαραίτητη πρόθεση τους να εκτελέσουν τον παράνομο σκοπό δηλ. την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης στον παραπονούμενο. Μπορεί λοιπόν η πιο πάνω μαρτυρία να μην δείχνει άμεσα ότι υπήρχε τέτοια συμφωνία αλλά τέτοια στοιχειοθετείται από το ότι αυτή τέθηκε σε εφαρμογή αλλά και από την κοινή δράση και συμπεριφορά των κατηγορουμένων, στοιχεία που οδηγούν κατά την κρίση μου στο μόνο λογικό συμπέρασμα ότι προηγήθηκε συμφωνία για να προβούν στην προαναφερόμενη παράνομη πράξη. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 1, 2, 3 και
  7. Καταληκτικά ο κατηγορούμενος 1 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1, 2 και 6 ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία
  8. Ο δε κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1, 3 και 6 ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία
  9. (Υπ.) ......................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος - Βαριά σωματική βλάβη - Παράνομη είσοδος). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.