← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΜΙΧΑΗΛ, Αρ. Υπόθεσης: 6268/14, 10/1/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΜΙΧΑΗΛ, Αρ. Υπόθεσης: 6268/14, 10/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:B1 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6268/14 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και ΧΧΧΧ ΜΙΧΑΗΛ Ημερομηνία: 10.1.2019 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Μανώλη. Για κατηγορούμενο: κ. Κ. Σιαηλής. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά την καταχώρηση αναστολής ποινικής δίωξης στις κατηγορίες 1-56 και την αλλαγή απάντησης του σε παραδοχή στις κατηγορίες 57-58, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πλέον τις κατηγορίες 59-60, οι οποίες αφορούν αδικήματα κλοπής από δημόσιο λειτουργό, κατά παράβαση του άρθρου 267 του Ποινικού Κώδικα και κατάχρησης εξουσίας από δημόσιο λειτουργό, κατά παράβαση του άρθρου 105 του ίδιου Νόμου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων ο κατηγορούμενος: · Μεταξύ των ημερομηνιών 3.2.11 με 20.12.11, ενώ ήταν δημόσιος λειτουργός δηλ. Κοινοτάρχης του χωριού ΧΧΧΧ, έκλεψε από τον τραπεζικό λογαριασμό του Κοινοτικού Συμβουλίου ΧΧΧΧ με αριθμό ΧΧΧ-ΧΧΧΧ-00 της Ελληνικής Τράπεζας το ποσό των €5.432, δηλ. απέσυρε και εισέπραξε σε μετρητά το ποσό αυτό που ήταν περιουσία του Κοινοτικού Συμβουλίου (κατηγορία 59). · Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία (δηλ. στις 3.2.11), ενώ ήταν δημόσιος λειτουργός, δηλ. Κοινοτάρχης του χωριού ΧΧΧΧ, κατά κατάχρηση εξουσίας που ανάγετο στα καθήκοντα του προέβηκε σε αυθαίρετη πράξη που αποσκοπούσε στο κέρδος, δηλ. την κλοπή από δημόσιο λειτουργό που αναφέρεται στην 59η κατηγορία (κατηγορία 60). Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν 4 μάρτυρες. Περαιτέρω κατατέθηκαν παραδεκτά γεγονότα. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και στις δύο προαναφερόμενες κατηγορίες και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, αυτός επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσε μάρτυρες. Ενόψει της παραδοχής του κατηγορούμενου στις κατηγορίες 57-58, η οποία έγινε μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής, αναφορά στην δοθείσα μαρτυρία θα γίνει μόνο στο μέτρο που αφορά τις κατηγορίες 59-
  1. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Α/Αστ.ΧΧΧΧ Χ"Γιαννάκη του ΤΑΕ Πάφου. Ο μάρτυρας στις 15.3.12 έλαβε αλληλογραφία από τη Νοµική Υπηρεσία της Δηµοκρατίας µέσω του Αρχηγείου Αστυνοµίας µε θέµα «Επαλήθευση Μετρητών και Τραπεζικών Υπολοίπων Κοινοτικού Συµβουλίου ΧΧΧΧ Πάφου» µε οδηγίες όπως διερευνηθεί το ενδεχόµενο διάπραξης ποινικών αδικηµάτων. Στα πλαίσια αυτά στις 27.3.12 παρέλαβε από υπάλληλο της Ελληνικής Τράπεζας κατάσταση λογαριασµού µε αρ. ΧΧΧ-ΧΧΧΧ-00 για την περίοδο από 3.2.11 µέχρι 31.12.11 (τεκμήριο 3Α), 2 πρωτότυπα έντυπα απόδειξης µεταφοράς χρηµάτων από τον ίδιο λογαριασµό στον τρεχούµενο λογαριασµό του ίδιου Κοινοτικού Συµβουλίου, ηµερ. 3.2.11 και 29.12.11 για ποσά €500 και €3.360 αντίστοιχα (τεκμήρια 4Α και 16Α) καθώς και 11 πρωτότυπες αποδείξεις ανάληψης µετρητών από τον λογαριασµό µε αρ. ΧΧΧ-ΧΧΧΧ-00, ηµερ. 25.7.11 (για €500), 26.7.11 (για €600), 28.7.11 (για €1.000), 5.8.11 (για €200), 10.8.11 (για €1.000), 18.8.11 (για €800), 29.8.11 (για €800), 11.10.11 (για €500), 13.10.11 (για €150), 25.11.11 (για €3.000) και 20.12.11 (για €1.000) (τεκμήρια 5Α-15Α). Στις 2.4.12 παρέλαβε από άλλη υπάλληλο της Ελληνικής Τράπεζας 6 πρωτότυπες αποδείξεις ανάληψης µετρητών από τον ίδιο λογαριασμό, ηµερ. 22.2.11 (για €800), 11.4.11 (για €150), 20.7.11 (για €700), 12.8.11 (για €600), 17.10.11 για €1.000) και 5.12.11 (για €1.000) (τεκμήρια 17Α-22Α). Από άλλη υπάλληλο της ίδιας τράπεζας έλαβε στις 24.4.12 άλλες 10 αποδείξεις ανάληψης μετρητών από τον ίδιο λογαριασμό, ημερ. 11.2.11 (για €1.000), 28.2.11 (για €1.000), 18.3.11 (για €700), 19.4.11 (για €50), 19.7.11 (για €1.500), 21.7.11 (για €500), 1.8.11 (για €300) 8.8.11 (για €1.600), 16.8.11 (για €600) και 25.8.11 (για €500) (τεκμήρια 23Α-32Α). Στις 26.4.12 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Την ίδια ημέρα παρέλαβε από τον κατηγορούμενο 6 τιμολόγια από εταιρίες και φυσικά πρόσωπα (ημερ. 27.1.11, 3.2.11, 22.2.11, 22.10.11, 2.12.11 και 17.12.11 για ποσά €115, €23, €30, €1.890, €800 και €140 αντίστοιχα) (τεκμήρια 33, 34, 35, 39, 40 και 42) και 4 αποδείξεις είσπραξης (ημερ. 10.3.11, 15.5.11, 10.8.11 και 9.12.11 για ποσά €5.970, €3.500, €2.800 και €800) (τεκμήρια 36, 37, 38 και 41). Τέλος στις 5.1.13 έλαβε νέα ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και στην συνέχεια κατηγόρησε αυτόν γραπτώς και για τα επίδικα αδικήματα και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόµο εκείνος απάντησε «Δεν παραδέχοµαι καµία κατηγορία» . Στην αντεξέταση του είπε ότι η περίοδος 3.2.11 και 20.12.11 για την οποία κατηγόρησε τον κατηγορούμενο διαπιστώθηκε από τις ημερομηνίες που έγιναν από την Ελληνική Τράπεζα αναλήψεις ποσών που δεν δικαιολογούνταν. Είπε επίσης ότι το ποσό των €5.432 στο οποίο κατέληξαν δεν ήταν αυθαίρετο αλλά μετά από κάποιες αποδείξεις που παρουσίασε ο κατηγορούμενος, τις οποίες έλαβαν υπόψη και αφού το συνολικό ποσό αυτών αφαιρέθηκε από το αρχικό ποσό. Δεν γνώριζε εάν είναι η Ελεγκτική Υπηρεσία που βρήκε το έλλειμμα των €5.
  2. Όταν του τέθηκε ότι κατά τη διάρκεια της διερεύνησης της υπόθεσης το ποσό που κατέληξαν ήταν πολλαπλάσιο και ότι το περιόρισαν στο πιο πάνω λίγο πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν το απέκλεισε και είπε ότι δεν γνωρίζει τι μεσολάβησε μετά που κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς και ότι μπορεί να παρουσίασε ο κατηγορούμενος κάποιες περαιτέρω αποδείξεις ή πιθανόν η Εισαγγελέας που χειριζόταν την υπόθεση να την μελέτησε και να κατέληξε σ' αυτό το ποσό. Γνώριζε δε ότι έγιναν έργα στο χωριό ΧΧΧΧ. Δεν γνώριζε πόσα λεφτά έπρεπε να έχει το Κοινοτικό Συμβούλιο στον λογαριασμό του ή σε μετρητά στις 2.2.
  3. Ο Μ.Κ.2 ΧΧΧΧ Ζήνωνος, ήταν μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου ΧΧΧΧ για την περίοδο 2001-2006 και στην συνέχεια από το 2012 και εντεύθεν. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ήταν κοινοτάρχης από το 1994 μέχρι το 2011 και ότι κατά την περίοδο από το 2000-2011, έγιναν έργα στην κοινότητα. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε η ΧΧΧΧ Πιερή, η οποία κατέχει την θέση του Ανώτερου Πρώτου Ελεγκτή στην Ελεγκτική Υπηρεσία της Δημοκρατίας. Ως δε ανέφερε η Υπηρεσία της ανάμεσα σε άλλα καθήκοντα έχει και την ευθύνη του ελέγχου των τελικών λογαριασμών των Κοινοτικών Συμβουλίων. Αναφορικά με την παρούσα είπε ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο ΧΧΧΧ δεν απέστειλε τελικούς λογαριασμούς για τα έτη 2004 -
  4. Οι τελευταίοι τελικοί λογαριασμοί που υποβλήθηκαν από το εν λόγω Κοινοτικό Συμβούλιο αφορούσαν το έτος
  5. Για αυτό και απέστειλαν σωρεία επιστολών (ημερομηνίας 27.4.06, 25.4.07, 23.4.08, 4.5.09, 22.4.10 και 27.4.11) προς το Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου δηλ. τον κατηγορούμενο, στις οποίες δεν είχαν καμία ανταπόκριση. Ο κατηγορούμενος ενημέρωσε την Υπηρεσία της ότι τα λογιστικά βιβλία του Συμβουλίου κλάπηκαν με αποτέλεσμα να μην έχει στην κατοχή του στοιχεία για την οικονομική διαχείριση του Συμβουλίου. Έγινε δε καταγγελία στην Αστυνομία και συγκεκριμένα ότι στις 27.5.08 έγινε διάρρηξη και κλάπηκαν έντυπα και αποδείξεις της Κοινοτικής Αρχής. Ούτε όμως από την ημερομηνία της κλοπής και μετά το Συμβούλιο παρουσίασε οποιαδήποτε λογιστικά βιβλία και τελικούς λογαριασμούς. Η μάρτυρας εξήγησε ότι οι τελικοί λογαριασμοί είναι ένα προτυπωμένο έντυπο που παρουσιάζει τις εισπράξεις - έσοδα και τις πληρωμές - έξοδα του Κοινοτικού Συμβουλίου κατά την διάρκεια του έτους, καθώς και τα ταμειακά διαθέσιμα του στην αρχή και στο τέλος του έτους. Τα δε ταμειακά διαθέσιμα είναι τα μετρητά και τα τραπεζικά υπόλοιπα. Στις 2.1.12 Κλιμάκιο της Υπηρεσίας της διενήργησε επίσκεψη στο Συμβούλιο για επαλήθευση των μετρητών και τραπεζικών υπολοίπων του Κοινοτικού Συμβουλίου κατά την 31.12.
  6. Η εν λόγω επαλήθευση αποτελεί έλεγχο που διενεργεί η Ελεγκτική Υπηρεσία σε διάφορους ελεγχόμενους οργανισμούς που επιλέγονται δειγματοληπτικά μεταξύ των οποίων και Κοινοτικά Συμβούλια. Διενεργείται αρχές του έτους και o σκοπός είναι να γίνει σύγκριση του υπολοίπου του Βιβλίου Ταμείου, δηλ. των ταμειακών διαθεσίμων όπως παρουσιάζονται στο Βιβλίο αυτό με τα πραγματικά ταμειακά διαθέσιμα. Το εν λόγω Βιβλίο είναι το κύριο λογιστικό βιβλίο του Κοινοτικού Συμβουλίου στο οποίο καταχωρούνται οι εισπράξεις ανά κατηγορία και οι πληρωμές ανά κατηγορία. Επίσης περιέχει τα ταμειακά διαθέσιμα του Κοινοτικού Συμβουλίου στις αρχές και στο τέλος του έτους. Από το Βιβλίο αυτό εξάγονται σύνολα για κάθε κατηγορία είσπραξης και κάθε κατηγορία πληρωμής και τα σύνολα αυτά μεταφέρονται στο έντυπο των τελικών λογαριασμών όπως και τα αρχικά και τελικά ταμειακά διαθέσιμα. Οι καταχωρήσεις στο Βιβλίο γίνονται σε τακτά χρονικά διαστήματα βάσει σχετικών υποστηρικτικών στοιχείων δηλ. για κάθε είσπραξη καταχωρείται ο αριθμός απόδειξης είσπραξης, το ποσό, ημερομηνία, από ποιον εισπράχθηκαν τα χρήματα, ενώ για τις πληρωμές καταχωρούνται τα εντάλματα πληρωμής, ο δικαιούχος της πληρωμής, το ποσό, η επιταγή με την οποία καταβλήθηκε η πληρωμή και πάνω σε κάθε ένταλμα πληρωμής επισυνάπτεται το τιμολόγιο που θα πληρωθεί. Κατά τον προαναφερόμενο έλεγχο γίνεται λοιπόν καταμέτρηση των μετρητών που είναι στην κατοχή του Κοινοτικού Συμβουλίου και λαμβάνονται και τα τραπεζικά υπόλοιπα από τις τράπεζες. Έδωσε δε ως παράδειγμα το ακόλουθο: εάν π.χ. Βιβλίο Ταμείου έδειχνε ότι στις 31.12.11 έπρεπε να έχει ταμειακά διαθέσιμα €10.000 ενώ από την καταμέτρηση των μετρητών και τα τραπεζικά υπόλοιπα έχει μόνο €5.000 σημαίνει ότι υπάρχει ταμειακό έλλειμμα €5.
  7. Μια τέτοια επαλήθευση, ως εξήγησε, μπορεί να καταδείξει ένα ταμειακό έλλειμμα στο Κοινοτικό Συμβούλιο που διενεργείται αρχές του έτους. Κατά τον προαναφερόμενο έλεγχο στο Κοινοτικό Συμβούλιο ΧΧΧΧ, δεν κατέστη δυνατή η επαλήθευση των μετρητών και τραπεζικών υπολοίπων καθότι δεν τηρείτο Βιβλίο Ταμείου. Κατά τον ίδιο έλεγχο ζητήθηκαν από το Κοινοτικό Συμβούλιο οι τραπεζικές καταστάσεις των λογαριασμών του. Διαπιστώθηκε ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο ΧΧΧΧ διατηρεί δύο λογαριασμούς στην Ελληνική Τράπεζα. Πρόκειται για ένα τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. ΧΧΧ-ΧΧΧΧ-01 και ένα όψεως με αρ. ΧΧΧ-ΧΧΧΧ-
  8. Από εξετάσεις των τραπεζικών καταστάσεων που δόθηκαν διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος πραγματοποιούσε αρκετές αναλήψεις μετρητών από το λογαριασμό όψεως του Συμβουλίου, σε αντίθεση με το άρθρο 69 του περί Κοινοτικών Νόμου που διαλαμβάνει ότι κανένα ποσό χρημάτων δεν αποσύρεται από τραπεζικό λογαριασμό παρά μόνο με επιταγή. Αυτό παρά τις προηγούμενες υποδείξεις της Υπηρεσίας (βλ. επιστολή ημερομηνίας 3.2.03 στο τεκμήριο 2) και παρότι το Συμβούλιο διατηρεί τρεχούμενο λογαριασμό από τις 3.2.
  9. Περαιτέρω το εν λόγω Συμβούλιο δεν τηρούσε πρακτικά των συνεδριάσεων του. Για όλα τα πιο πάνω και για άλλα θέματα η μάρτυρας έστειλε σχετική επιστολή ημερομηνίας 25.1.12 προς τον Έπαρχο Πάφου, η οποία κοινοποιήθηκε μεταξύ άλλων και στον Γενικό Εισαγγελέα. Τέλος ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο ΧΧΧΧ Παύλου, ο οποίος διατηρεί συμβουλευτικό γραφείο και ασχολείται με την ετοιμασία των λογαριασμών των Κοινοτικών Συμβουλίων για έλεγχο από την Ελεγκτική Υπηρεσία της Δημοκρατίας. Δηλ. ετοιμάζει και βοηθά στην ετοιμασία και στο κλείσιμο των βιβλίων των τελικών λογαριασμών των Κοινοτικών Συμβουλίων. Σύμφωνα με τον μάρτυρα περί τον Φεβρουάριο του 2012 κλήθηκε από τον πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου ΧΧΧΧ, ΧΧΧΧ Μικέλλη και δύο μέλη του Συμβουλίου και του ζητήθηκε να τους βοηθήσει να κλείσουν τους λογαριασμούς τους, παραδίδοντας του κάποια διπλότυπα και άλλα έγγραφα για τα έτη από το 2004 μέχρι και το 2011 καθότι τους ζητήθηκε από την Ελεγκτική Υπηρεσία της Δημοκρατίας να υποβάλουν τους λογαριασμούς τους για έλεγχο. Από την μελέτη των στοιχείων που δόθηκαν στον μάρτυρα διαπίστωσε ότι ο έλεγχος ήταν αδύνατος διότι υπήρχαν ελλείψεις στοιχείων για την προαναφερόμενη περίοδο και συγκεκριμένα έλειπαν σημαντικά στοιχεία εσόδων και εξόδων της Κοινότητας. Επειδή λοιπόν δεν υπήρχαν πλήρη στοιχεία ώστε να μπορεί να καταλήξει σε τεκμηριωμένα και ορθά συμπεράσματα δεν μπορούσε να γίνει οποιοσδήποτε έλεγχος για να ετοιμαστούν οι τελικοί λογαριασμοί. Ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη δήλωση του ανέφερε τα ακόλουθα: «Εντιμότατε λυπούμαι που είμαι ενώπιον σας σήμερα. Είμαι 81 χρονού. Δεν αποτάθηκα ποτέ μου να πάρω ένα σέντ από τα λεφτά του Κοινοτικού Συμβουλίου της ΧΧΧΧ. Το 2011 όταν η μακαρίτισσα η γυναίκα μου επιδεινώθηκε η κατάσταση της, ήταν ανήμπορη, έχασε το πόδι της αρχές του 2011, αποτάθηκα στον κύριο Έπαρχο να υποβάλω παραίτηση από Κοινοτάρχης. 18 Αυγούστου είπε μου ο κύριος Έπαρχος θα έχουμε εκλογές στο τέλος του χρόνου και να μην υποβάλεις υποψηφιότητα. Προσπαθούσα με κάθε τρόπο Εντιμότατε να διατηρήσω την Κοινότητα ΧΧΧΧ πάντα καθαρή και να κάνω ένα έργο το οποίο θα μείνει μετέπειτα. Έκανα ένα πάρκο μέσω της Επαρχιακής Διοίκησης, μια εκκλησία 100.000 να τα βλέπω να χαίρομαι. Λυπούμαι που είμαι ενώπιον σας σήμερα 81 χρονού». Αξιολόγηση μαρτυρίας Τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ.2 κατά την μαρτυρία του αφορούσαν χρονική περίοδο προγενέστερη των επίδικων αδικημάτων και δεν σχετίζονται με αυτά. Το μόνο που μπορεί να κριθεί σχετικό με τα επίδικα ήταν η παραδοχή αυτού στην αντεξέταση του ότι κατά την θητεία του κατηγορούμενου έγιναν έργα στην Κοινότητα. Αυτό λοιπόν το μέρος της μαρτυρίας του γίνεται δεκτό. Η μαρτυρία του Μ.Κ.4 δεν αμφισβητήθηκε εφόσον δεν αντεξετάσθηκε και συνεπώς γίνεται δεκτή. Αναντίλεκτα πρέπει να λεχθεί ότι παρέμειναν και όλα όσα σχετικά με τις επίδικες κατηγορίες κατέθεσε στο Δικαστήριο η Μ.Κ.3, της οποίας η μαρτυρία γίνεται επίσης δεκτή. Ο Μ.Κ.1 εξεταστής της υπόθεσης αναφέρθηκε στις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης και στα συμπεράσματα του. Αυτό που αμφισβητήθηκε κατά την μαρτυρία του ήταν η πληρότητα και επιμέλεια του ανακριτικού έργου που επιτέλεσε όσον αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών 59 και 60 και κατ' επέκταση το συμπέρασμα του ότι ο κατηγορούμενος έπρεπε να διωχθεί και για αυτά. Πριν προχωρήσω σε αξιολόγηση επί του εν λόγω θέματος θα πρέπει, όσον αφορά την ανακριτική διαδικασία, να τεθούν τα ακόλουθα: Ως λέχθηκε στην Βασιλείου κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 12-17/2015, ημερ. 4.7.17: · Υπάρχει γενικά υποχρέωση στις ανακριτικές αρχές να διεξάγουν την ανακριτική διαδικασία κατά τρόπο δίκαιο και ηθικά ορθό (βλ. και State of Bihar v. P.P. Sharma, AIR 1991, SC 1260). · Η ανάκριση θα πρέπει να γίνεται κατά τρόπο δίκαιο, διαφανή και ορθό, απαλλαγμένο από προκατάληψη, αλλότριο κίνητρο κλπ. · Ο ανακριτής θα πρέπει να ενεργεί κατά τρόπο που να αποκλείει την πιθανότητα κατασκευής μαρτυρίας και η αμερόληπτη συμπεριφορά του θα πρέπει να αποκλείει και οποιανδήποτε υποψία ως προς τη γνησιότητα της ανάκρισης. · Η ανακριτική διαδικασία πρέπει να είναι έντιμη, δίκαιη, αμερόληπτη και να διεξάγεται σύμφωνα με το Νόμο. · Ο σκοπός της ανάκρισης θα πρέπει να είναι η παρουσίαση της αλήθειας ενώπιον αρμοδίου Δικαστηρίου (βλ. και Vinay Tyagi v. Irshad Ali @ Deepak
(2013)
(5)SCC 762). · Σε περίπτωση ελαττωματικής ανακριτικής διαδικασίας το Δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογεί την μαρτυρία με καχυποψία και να διαδραματίζει ενεργό ρόλο στην ανεύρεση της αλήθειας. Η επιταγή για δίκαιη ανάκριση πηγάζει από την εφαρμογή των κανόνων του Κράτους Δικαίου (βλ. και Manu Sharma v. State (NCT of Delhi)
(2010)6 SCC 1). · Η αμετάβλητη συνισταμένη των ανακριτικών αρχών, κατά τη διαλεύκανση του εγκλήματος, πρέπει να είναι η αναζήτηση της αλήθειας (βλ. Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.α. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628). Η Αστυνομία ως ανακριτική αρχή οφείλει να διερευνά πλήρως όλα τα δεδομένα μιας υπόθεσης. Παράλειψη της να πράξει αυτό ισούται με πλημμελή διερεύνηση γεγονός που δεν περιποιεί τιμή στο ανακριτικό έργο (βλ. Gaprindashvili v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 424). Το ερευνητικό έργο της Αστυνομίας δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλ. Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 459). Στο σύγγραμμα των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές
(2014), σελ. 863 εξηγείται ότι ο ρόλος του ανακριτή είναι εξόχως σημαντικός και μάλιστα όχι μόνο στην διερεύνηση της υπόθεσης αλλά και στην τελική κατάληξη της ποινικής δίωξης εφόσον είναι στην μαρτυρία που ο ίδιος θα περισυλλέξει, εξετάσει και ελέγξει που θα βασισθεί η κατηγορούσα αρχή στην προώθηση της υπόθεσης της όπως και το Δικαστήριο για να καταλήξει στην ετυμηγορία του. Στο ίδιο σύγγραμμα στην σελ. 866 αναφέρεται επίσης ότι ο ανακριτής θα πρέπει να εκτελεί τα καθήκοντα του κατά τρόπο αντικειμενικό, διεισδυτικό, εξαντλητικό, στοχευμένο και εχέμυθο, να ακούει με ιδιαίτερη προσοχή και υπομονή και να αξιολογεί εξαντλητικά την μαρτυρία, βλέποντας και όχι μόνο κοιτάζοντας τα πράγματα, με σκοπό την κατανόηση και ανάλυση τους και όχι απλώς την καταγραφή και διαπίστωση τους, καταλήγοντας έτσι σε συμπεράσματα τα οποία με την σειρά τους, ορθώς αποτιμώμενα, να οδηγούν σε καταχώριση ή όχι ποινικής δίωξης. Θα πρέπει δε να ενεργεί τίμια και ανεπηρέαστα, χωρίς πρόθεση και διάθεση καταδίωξης ή υπόθαλψης κοινωνικών συστημάτων, υπόπτων, κατηγορούμενων και μαρτύρων, με μοναδικό ορίζοντα την κατά το δυνατόν ανεύρεση της πραγματικής αλήθειας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Για σκοπούς κατάληξης σε οποιαδήποτε συμπεράσματα όσον αφορά το ανακριτικό έργο στην παρούσα θα πρέπει αυτό να εξετασθεί στο σύνολο του. Από τα στοιχεία που τέθηκαν σχετικά ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτουν τα εξής: Η διερεύνηση της υπόθεσης ανατέθηκε στον Μ.Κ.1 στις 15.3.12, με την λήψη αλληλογραφίας από τη Νοµική Υπηρεσία της Δηµοκρατίας µέσω του Αρχηγείου Αστυνοµίας. Πρόκειται για το τεκμήριο 2, το οποίο αφορούσε διάφορα θέματα που άπτονταν της λειτουργίας του Κοινοτικού Συμβουλίου ΧΧΧΧ και κατ' επέκταση των ενεργειών του κατηγορούμενου ως Προέδρου αυτού. Όσον αφορά τις κατηγορίες 59 και 60 το έναυσμα για την διερεύνηση δόθηκε προφανώς μέσω του μέρους εκείνου της επιστολής του Γενικού Ελεγκτή προς τον Έπαρχο Πάφου, ημερ. 25.1.12 (βλ. στο τεκμήριο 2) όπου αναφέρεται ότι παρατηρήθηκε κατά τον έλεγχο που έγινε πως ο κατηγορούμενος πραγματοποιούσε από μόνος τους αρκετές αναλήψεις μετρητών από τον λογαριασμό όψεως του Κοινοτικού Συμβουλίου, σε αντίθεση με το άρθρο 69 του περί Κοινοτήτων Νόμου που προβλέπει ότι ποσά αποσύρονται από λογαριασμούς Συμβουλίων μόνο με επιταγή και ενώ το εν λόγω Κοινοτικό Συμβούλιο τηρούσε και τρεχούμενο λογαριασμό. Αναφέρεται επίσης στην ίδια επιστολή ότι επισυνάπτεται σχετική τραπεζική κατάσταση (τέτοια υπάρχει στο τεκμήριο 2 και φέρει ημερομηνία 29.12.11), η οποία έχει ουσιαστικά το ίδιο περιεχόμενο με την κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 3A. Ακολουθεί η εξέταση των ανακριτικών ενεργειών που έκανε ο Μ.Κ.1: Στις 27.3.12, 2.4.12 και 24.4.12 παρέλαβε από υπαλλήλους της Ελληνικής Τράπεζας την κατάσταση λογαριασµού ταμιευτηρίου του Κοινοτικού Συμβουλίου ΧΧΧΧ µε αριθµό ΧΧΧ-ΧΧΧΧ-00 για την περίοδο από 3.2.11 µέχρι 31.12.11 (τεκμήριο 3Α) καθώς και 27 αποδείξεις ανάληψης µετρητών που έγιναν από τον εν λόγω λογαριασμό και αντιστοιχούν στις αναλήψεις που φαίνονταν στο τεκμήριο 3Α. Στις 26.4.12 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και για τα επίδικα αδικήματα. Στην εν λόγω κατάθεση υπέβαλε στον κατηγορούμενο συγκεκριμένες ερωτήσεις μόνο για 9 αναλήψεις (αυτές των ημερομηνιών 20.12.11, 5.12.11, 25.11.11, 17.10.11, 10.8.11, 8.8.11, 28.7.11, 19.7.11 και 11.2.11 - για αναλήψεις συνολικού ποσού €11.100). Ο κατηγορούμενος απάντησε για όλες αυτές τις περιπτώσεις τι έκανε με τα λεφτά, πλην αυτή της 5.12.11 που δεν θυμόταν. Όσον δε αφορά τις υπόλοιπες αναλήψεις δεν του έγινε ξεχωριστή ερώτηση ώστε να δώσει την εκδοχή του για μια έκαστη αυτών αλλά μια γενική ερώτηση για άλλες «δεκαεννέα αναλήψεις μικρότερων ποσών από €50 μέχρι €800». Εδώ να σημειωθεί ότι το σύνολο των αναλήψεων ήταν 27 και όχι 28 όπως ουσιαστικά ρωτήθηκε ο κατηγορούμενος. Στην γενική αυτή ερώτηση ο κατηγορούμενος απάντησε ότι όλες έγιναν για την πληρωμή εργασιών εντός του χωριού. Ήταν δε η θέση του ότι όλα τα χρήματα από τις αναλήψεις τα χρησιμοποιούσε για διάφορα έργα του χωριού και ότι είχε αποδείξεις. Την ίδια ημέρα προσκόμισε στον Μ.Κ.1 τις αποδείξεις τεκμήρια 33-42, γεγονός που καταγράφηκε σε νέα κατάθεση του (τεκμήριο 44). Στην εν λόγω κατάθεση ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι οι εν λόγω αποδείξεις ήταν όλες όσες είχε στην κατοχή του για τις εν λόγω πληρωμές καθώς και ότι εκτός από αυτά τα ποσά που πληρώθηκαν από το Συμβούλιο έγιναν και άλλες πληρωμές αλλά δεν εκδόθηκαν σχετικές αποδείξεις. Καμία περαιτέρω ερώτηση έστω για σκοπούς διευκρίνισης της θέσης του κατηγορούμενου του έγινε από τον Μ.Κ.1, ο οποίος σε καμία άλλη διερεύνηση των ισχυρισμών αυτών προέβη. Όσον δε αφορά τις αποδείξεις που του προσκόμισε ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι έκανε έρευνα. Όταν δε ρωτήθηκε εάν αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα έδωσε την ακόλουθη απάντηση που δείχνει ότι δεν προέβη σε τέτοια έρευνα «Ας πούμε ότι ανταποκρίνονται». Πλην λοιπόν των πιο πάνω το μόνο που έπραξε πριν τον κατηγορήσει γραπτώς ήταν ότι του έλαβε και τρίτη ανακριτική κατάθεση στις 5.1.13 (τεκμήριο 45). Δεν εξήγησε δε τον λόγο ή την ανάγκη λήψης και τρίτης κατάθεσης. Σε αυτή ρώτησε τον κατηγορούμενο για 23 (αντί 27) συνολικά αναλήψεις κατά την περίοδο 11.2.11 με 30.12.11 για ποσό €20.700 και ρωτήθηκε τι έχει να πει για την διαφορά που προέκυψε με τις αποδείξεις που παρουσίασε «για πληρωμή μετρητών για διάφορα έργα» στην Κοινότητα «συνολικής αξίας €15.268». Να σημειωθεί εδώ ότι το άθροισμα που προκύπτει από την πολύ απλή πρόσθεση των ποσών των εν λόγω αποδείξεων είναι άλλο και συγκεκριμένα €16.
  1. Ο κατηγορούμενος απάντησε ότι έχει πολλές αποδείξεις που εκκρεμούν αλλά λόγω του ότι δεν είχε τα βιβλία δεν μπόρεσε να τις παρουσιάσει σε αντίθεση με αυτές που είχε στην κατοχή του και για αυτό τις παρουσίασε. Και πάλι όμως ο Μ.Κ.1 δεν τον ρώτησε οτιδήποτε έστω διευκρινιστικό για αυτόν τον ισχυρισμό. Αντίθετα του υπέβαλε κάποιες ερωτήσεις για τις αποδείξεις που είχε προσκομίσει. Τέλος στην ίδια κατάθεση ρώτησε τον κατηγορούμενο τι έγινε το υπόλοιπο ποσό δηλαδή €5.432, ως η διαφορά που προέκυψε από το συνολικό ποσό των €20.700 των αναλήψεων μείον το ποσό των €15.268 που ήταν το συνολικό ποσό των αποδείξεων. Ο κατηγορούμενος απάντησε ότι αυτό ξοδεύτηκε σε διάφορα άλλα έργα που έγιναν στο χωριό. Εδώ να σημειωθεί επίσης ότι από την πολύ απλή πράξη αφαίρεσης του συνολικού ποσού των εν λόγω αποδείξεων από το συνολικό ποσό των αναλήψεων προκύπτει ότι η διαφορά δεν είναι €5.432 αλλά €4.
  2. Μετά δε και από αυτή την κατάθεση, χωρίς άλλη ενέργεια, ο Μ.Κ.1 προχώρησε και κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο και για τα αδικήματα των κατηγοριών 59 και 60, οπόταν εκείνος δήλωσε ότι δεν παραδέχεται. Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι η διερεύνηση στην οποία ουσιαστικά προέβη ο Μ.Κ.1 όσον αφορά τις υπό εξέταση κατηγορίες, περιορίσθηκε στην συλλογή της μαρτυρίας που δείχνει τις αναλήψεις των ποσών από τον τραπεζικό λογαριασμό και στην λήψη των ανακριτικών καταθέσεων και των αποδείξεων από τον κατηγορούμενο. Στις καταθέσεις δε αυτές παρέθεσε στον κατηγορούμενο κατά τις ερωτήσεις λανθασμένα στοιχεία όπως αριθμό αναλήψεων και ποσών και όχι μόνο δεν προέβη σε οποιανδήποτε διερεύνηση των ισχυρισμών του κατηγορούμενου αλλά ούτε καν του ζήτησε συγκεκριμένες διευκρινίσεις επί τούτων. Σίγουρα δεν προέκυψε από την όλη μαρτυρία ότι οι ενέργειες του Μ.Κ.1 έγιναν με κάποια σκοπιμότητα ή αλλότρια κίνητρα έναντι του κατηγορούμενου. Παρά ταύτα όμως δείχνουν ότι δεν εκτέλεσε τα ανακριτικά του καθήκοντα με την δέουσα σπουδή και πληρότητα ώστε να αναζητηθεί και να παρουσιασθεί στο Δικαστήριο η αλήθεια. Περαιτέρω ενώ δέχθηκε εν μέρει τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου καθώς και τις όποιες γραπτές αποδείξεις αυτός προσκόμισε, αντί να εξετάσει τους ισχυρισμούς αυτού και όλα τα δεδομένα με τρόπο διεισδυτικό, εξαντλητικό και στοχευμένο υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και του τρόπου λειτουργίας του κατηγορούμενου, περιορίσθηκε στο να καταγράψει αυτά, μεταφέροντας ουσιαστικά στον κατηγορούμενο το βάρος να προσκομίσει, μετά την πάροδο αρκετών μηνών από τις αναλήψεις των ποσών, γραπτές αποδείξεις ώστε να δικαιολογήσει μια έκαστη των συνολικά 27 χρηματικών αναλήψεων από τον προαναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό. Ως έχει προαναφερθεί το ερευνητικό έργο δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση. Υπό το φως των πιο πάνω η διερεύνηση λοιπόν της υπόθεσης στην προκειμένη μπορεί να χαρακτηρισθεί τουλάχιστον ως πλημμελής. Ο κατηγορούμενος, ως προαναφέρθηκε, προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχάς πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στην συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 C.L.R. 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Τα πιο πάνω επαναλαμβάνονται βασικά στην Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, ημερ. 22.6.16, στην οποία γίνεται περαιτέρω αναφορά ως προς το πώς θα πρέπει να προσεγγίζεται τέτοια δήλωση. Τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090). Όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Θα πρέπει να δοθεί κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική. Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. επίσης Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Κόλιας ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 106, 126, 127/15, ημερ. 17.5.18 και Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 191/16, ημερ. 6.11.18). Εξετάζοντας την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου υπό το φως των πιο πάνω, θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτή δεν αναφέρεται σε γεγονότα που σχετίζονται με την υπόθεση ώστε να αξιολογηθεί ανάλογα στην βάση τον καθορισθέντων από τη νομολογία αρχών. Πρόκειται για δήλωση που περιλαμβάνει ουσιαστικά μη παραδοχή του στις επίδικες κατηγορίες καθώς και αναφορά στο έργο που επιτέλεσε για την Κοινότητα ΧΧΧΧ. Δεν μπορεί λοιπόν να της δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Νομική Πτυχή Το αδίκημα της επίδικης κλοπής προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 255 και 267 του Ποινικού Κώδικα. Η σχετική με την κλοπή νομολογία έχει συνοψισθεί, με αναφορά και στην αγγλική νομολογία, στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ.
  1. Τα συστατικά στοιχεία λοιπόν του επίδικου αδικήματος ως προκύπτουν και με βάση την εν λόγω απόφαση είναι τα εξής:
  2. Ο κατηγορούμενος να είναι δηµόσιος λειτουργός,
  3. Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε κρατική περιουσία ή πράγµα που περιήλθε στην κατοχή του από τη θέση την οποία κατέχει,
  4. Αυτό να έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση,
  5. Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη,
  6. Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
  7. Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Η διάταξη του άρθρου 255 του Κεφ. 154 είναι σχεδόν ταυτόσημη με το άρθρο 1 του Αγγλικού Larceny Act του 1916, το οποίο κωδικοποίησε στην ουσία το Κοινοδίκαιο όσον αφορά το αδίκημα της κλοπής. Όσον αφορά την έννοια της λέξης «fraudulently» («με δόλιο τρόπο» στην ελληνική μετάφραση του πρωτότυπο κειμένου του άρθρου 255) στην υπόθεση Platritis v. The Police
(1967)2 C.L.R. 174, υιοθετήθηκε ουσιαστικά η ερμηνεία που δόθηκε στην Αγγλία και συγκεκριμένα στην υπόθεση R. v. Williams and Another [1953] 1 All E.R. 1068, στα πλαίσια του Larceny Act του 1916, ότι δηλ. η λέξη «fraudulently» σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως δηλαδή χωρίς λάθος. Αποφασίσθηκε επίσης ότι η ελπίδα ή η προσδοκία εκ μέρους του κατηγορούμενου για επιστροφή των χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση. Στην μεταγενέστερη υπόθεση Azinas and another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε ουσιαστικά ως ορθή την προαναφερόμενη ερμηνεία του «fraudulently» στην υπόθεση Platritis (βλ. επίσης Ανδρονίκου ανωτέρω). Κρίθηκε δε ότι η λέξη «fraudulently» αποσκοπούσε στον να προσθέσει κάτι στην φράση «without a claim of right made in good faith» (χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη στην ελληνική μετάφραση) και συγκεκριμένα ότι τόσο η κατοχή όσο και η αποκόμιση πρέπει να γίνει σκόπιμα και χωρίς λάθος εκ μέρους του κατηγορούμενου, ότι η περιουσία ανήκε σε άλλο πρόσωπο. Περαιτέρω πρέπει να γίνεται χωρίς αξίωση δικαιώµατος που γίνεται µε καλή πίστη. Το πιο πάνω δεν σημαίνει με απάτη ή καταδολίευση αλλά σκόπιμα και εκ προθέσεως και χωρίς το προαναφερόμενο λάθος. Η νομολογία αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14. Από δε την Ανδρονίκου ανωτέρω προκύπτουν περαιτέρω τα ακόλουθα: · Όσον αφορά την φράση «με δόλιο τρόπο» («fraudulently») που σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως, η πρόθεση στην συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα βρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. · Αναφορικά δε με την έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), αυτή περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. · Αντικείμενο κλοπής μπορεί να αποτελέσει οποιοδήποτε πράγμα που έχει αξία και ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο (βλ. άρθρο 255
(3). Η έννοια της λέξης «περιουσία» («property») είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας (βλ. και άρθρο 4 του Κεφ. 154). · Δεν είναι αναγκαία δε η φυσική αποκόμιση της περιουσίας. Στην Χαραλάμπους ανωτέρω λέχθηκε δε ότι η πρόθεση μόνιμης αποστέρησης του ιδιοκτήτη από το αντικείμενο της κλοπής, ενδιαφέρει ως συστατικό του αδικήματος εφόσον υπήρχε κατά το χρόνο λήψης του αντικειμένου ή όταν η περίπτωση εμπίπτει στην επιφύλαξη στο άρθρο 255 του Κεφ. 154, εφόσον συνοδεύει την "ιδιοποίησή" του. Δεν έχει δε επίδραση στη στοιχειοθέτηση της κλοπής το γεγονός ότι δεν κατέστη δυνατόν να εντοπισθεί το κλαπέν ποσό ή η κατάληξη του (βλ. Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 646). Το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας βασίζεται στο άρθρο 105 του Ποινικού Κώδικα. Από το λεκτικό της διάταξης αυτής σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες της επίδικης κατηγορίας προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία που πρέπει να αποδειχθούν είναι τα ακόλουθα:
  1. Ο κατηγορούμενος να είναι δημόσιος λειτουργός, και
  2. Να προέβη σε οποιαδήποτε πράξη κατά κατάχρηση εξουσίας που ανάγεται στα καθήκοντα του,
  3. Η πράξη να είναι αυθαίρετη,
  4. Η πράξη να παραβλάπτει τα δικαιώματα άλλου.
  5. Η πράξη να απέβλεπε σε κέρδος. Σύμφωνα δε με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα: «"δηµόσιος λειτουργός" σηµαίνει πρόσωπο που κατέχει οποιοδήποτε από τα πιο κάτω αξιώµατα ή που ασκεί τα καθήκοντα που αρµόζουν σε τέτοιο αξίωµα, είτε ως αναπληρωτής ή διαφορετικά, δηλαδή— ........................................ (β) οποιαδήποτε θέση, στην οποία κάποιο πρόσωπο διορίζεται ή υποδείχνεται µε νόµο ή κατόπι εκλογής· ή ....................................... ο όρος που αναφέρθηκε πιο πάνω περιλαµβάνει περαιτέρω— ....................................... (vii) τον εκάστοτε κοινοτάρχη και τα µέλη της χωριτικής επιτροπής οποιασδήποτε κοινότητας· "πρόσωπο" και "ιδιοκτήτης" και άλλοι παρόµοιοι όροι, όταν χρησιµοποιούνται σε συνάρτηση µε περιουσία, περιλαµβάνουν τους οργανισµούς πάσης φύσης, καθώς και κάθε σύνδεσµο ικανό να κατέχει κατά κυριότητα περιουσία, αν όµως χρησιµοποιούνται µε τέτοιο τρόπο περιλαµβάνουν και τη Δηµοκρατία»· Ευρήματα - Συμπεράσματα Με βάση την μαρτυρία που έγινε δεκτή στην παρούσα αλλά και τα παραδεκτά γεγονότα καταλήγω στα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος διετέλεσε Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου ΧΧΧΧ, της Επαρχίας Πάφου για την περίοδο από το 1994 μέχρι και το 2011 που δεν διεκδίκησε επανεκλογή. Ως δε προκύπτει και από την παραδοχή του στις κατηγορίες 57 και 58, κατά την περίοδο 2004 μέχρι και το 2011 δεν φρόντιζε να γίνονται συνεδριάσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου και άρα δεν τηρούνταν πρακτικά και δεν φρόντιζε να τηρούνται ακριβείς λογαριασμοί για τα χρηματικά ποσά που εισπράττονταν και αυτά που πληρώνονταν από το ταμείο της Κοινότητας. Περαιτέρω δεν φρόντιζε να τηρείται Βιβλίο Ταμείου, να υποβάλλονται τελικοί λογαριασμοί στον Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας και δεν έκδιδε επιταγές για τις πληρωμές που γίνονταν για λογαριασμό του Κοινοτικού Συμβουλίου. Το εν λόγω Κοινοτικό Συμβούλιο είχε δύο τραπεζικούς λογαριασμούς. Ο πρώτος ανοίχθηκε στις 9.9.1989 στην Ελληνική Τράπεζα. Ήταν λογαριασμός ταμιευτηρίου (όψεως) με αριθμό ΧΧΧ-ΧΧΧΧ-
  6. Από τις 10.9.1997 εξουσιοδοτήθηκε γραπτώς από δύο μέλη της χωρητικής αρχής ΧΧΧΧ ο κατηγορούμενος, ως Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου, να χειρίζεται από μόνος του τον πιο πάνω λογαριασμό. Η εξουσιοδότηση αυτή δόθηκε στην Ελληνική Τράπεζα στις 12.9.
  7. Ενόψει αυτού δικαίωμα υπογραφής είχε έκτοτε και καθ' όλους τους επίδικους για την παρούσα χρόνους μόνο ο κατηγορούμενος. Το υπόλοιπο του προαναφερόμενου λογαριασμού ταμιευτηρίου κατά τις 31.12.11 ήταν €14,13 μετά από μεταφορά ποσού €3.360 στον τρεχούμενο λογαριασμό του Κοινοτικού Συμβουλίου ΧΧΧΧ, ο οποίος ανοίχθηκε στις 3.2.
  8. Ο κατηγορούμενος έκανε αναλήψεις μετρητών από τον πιο πάνω λογαριασμό ταμιευτηρίου, συνολικού ύψους €20.700, ως ακολούθως:
  9. Στις 11.2.11 το ποσό των €1.
  10. Στις 22.2.11 το ποσό των €
  11. Στις 28.2.11 το ποσό των €
  12. Στις 18.3.11 το ποσό των €
  13. Στις 11.4.11 το ποσό των €
  14. Στις 19.4.11 το ποσό των €
  15. Στις 19.7.11 το ποσό των €1.
  16. Στις 20.7.11 το ποσό των €
  17. Στις 21.7.11 το ποσό των €
  18. Στις 25.7.11 το ποσό των €
  19. Στις 26.7.11 το ποσό των €
  20. Στις 28.7.11 το ποσό των €1.
  21. Στις 1.8.11 το ποσό των €
  22. Στις 5.8.11 το ποσό των €
  23. Στις 8.8.11 το ποσό των €1.
  24. Στις 10.8.11 το ποσό των €1.
  25. Στις 12.8.11 το ποσό των €
  26. Στις 16.8.11 το ποσό των €
  27. Στις 18.8.11 το ποσό των €
  28. Στις 25.8.11 το ποσό των €
  29. Στις 29.8.11 το ποσό των €
  30. Στις 11.10.11 το ποσό των €
  31. Στις 13.10.11 το ποσό των €
  32. Στις 17.10.11 το ποσό των €1.
  33. Στις 25.11.11 το ποσό των €3.
  34. Στις 5.12.11 το ποσό των €1.
  35. Στις 20.12.11 το ποσό των €1.
  36. Από τα πιο πάνω κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος όντας δημόσιος λειτουργός, έλαβε κατοχή περιουσίας του Κοινοτικού Συμβουλίου ΧΧΧΧ, η οποία μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Θα πρέπει να έχει αποδειχθεί περαιτέρω ότι αυτός ιδιοποιήθηκε την περιουσία χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη της και αυτό να έγινε σκόπιμα και χωρίς λάθος εκ μέρους του ότι η περιουσία ανήκε σε άλλον. Πρέπει επίσης να έχει αποδειχθεί ότι κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής είχε την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση τότε, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της. Εξετάζοντας το κατά πόσο αποδείχθηκαν και τα άλλα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής από δημόσιο λειτουργό πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Όταν ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο σε ανακριτική του κατάθεση να δώσει ουσιαστικά εξήγηση για τα πιο πάνω ποσά προσκόμισε στην Αστυνομία αποδείξεις για πληρωμές που έγιναν για λογαριασμό του Κοινοτικού Συμβουλίου ΧΧΧΧ για το συνολικό ποσό των €16.
  37. Ήταν δε η θέση του στις καταθέσεις του ότι όλα τα ποσά που έκανε ανάληψη χρησιμοποιήθηκαν για πληρωμές για τον ίδιο λόγο και ότι για κάποια είχε αποδείξεις και για άλλα όχι. Η επιστολή του Γενικού Ελεγκτή προς τον Έπαρχο Πάφου, ημερ. 25.1.12 που αποτέλεσε το έναυσμα για την διερεύνηση της όλης υπόθεσης αναφέρεται στις αναλήψεις που έκανε ο κατηγορούμενος αλλά πάντα σε σχέση με το ότι δεν γίνονταν μέσω της έκδοσης επιταγών όπως προέβλεπε το άρθρο 69 του περί Κοινοτήτων Νόμου και όχι στην ύπαρξη ελλείμματος ή υπονοιών κλοπής. Ως ανέφερε η Μ.Κ.3 στην αντεξέταση της, προκειμένου να καταστεί δυνατή η διεξαγωγή του ελέγχου σε οποιοδήποτε Κοινοτικό Συμβούλιο, η Υπηρεσία της θα έπρεπε απαραιτήτως να έχει στην κατοχή της τελικούς λογαριασμούς, χωρίς τους οποίους δεν μπορούσαν να διεξάγουν οποιονδήποτε έλεγχο περιλαμβανομένου του τι έργα έγιναν και τι λεφτά εισπράχθηκαν. Ως ανέφερε επίσης, χωρίς τέτοιο έλεγχο δεν μπορούσαν να καταλήξουν σε συμπέρασμα ότι υπάρχει ταμειακό έλλειμμα στην προκειμένη. Είπε δε ότι ο σκοπός της επαλήθευσης των μετρητών και τραπεζικών υπολοίπων του Συμβουλίου που επιχείρησαν να κάνουν στις 2.1.12 ήταν ώστε να διαπιστώσουν εάν υπήρχε ταμειακό έλλειμμα, αλλά επειδή δεν υπήρχε Βιβλίο Ταμείου δεν κατέστη δυνατός τέτοιος έλεγχος. Δεν έγινε δε ούτε έλεγχος έργων που έγιναν στην Κοινότητα. Συμφώνησε επίσης ότι κανείς δεν μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι λείπουν λεφτά από το Κοινοτικό Συμβούλιο, από την στιγμή που δεν υπάρχουν βιβλία εσόδων και εξόδων, λογαριασμοί και κοστολόγηση των έργων που έγιναν. Σε ερώτηση δε αν συμφωνεί ότι κανένας δεν μπορεί να αποδώσει στον κατηγορούμενο ότι οικειοποιήθηκε λεφτά είπε ότι συμφωνεί ότι δεν μπορείς να κατηγορήσεις κάποιον ότι λείπει κάποιο χρηματικό ποσό χωρίς να διενεργηθεί ο έλεγχος. Η παράλειψη από πλευράς του κατηγορούμενου, όσον αφορά την περίοδο από το 2004 μέχρι και το 2011, για διενέργεια συνεδριάσεων του Κοινοτικού Συμβουλίου και τήρηση πρακτικών, για τήρηση Βιβλίου Ταμείου και η μη έκδοση επιταγών για τις πληρωμές όπως και η μη υποβολή τελικών λογαριασμών, ισοδυναμεί με την διάπραξη συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων (βλ. κατηγορίες 57-58) και με την ενδεχόμενη διάπραξη άλλων αδικημάτων (για τις άλλες πράξεις και παραλείψεις του) κατά παράβαση του περί Κοινοτήτων Νόμου. Δείχνει δε πλημμελή εκτέλεση των εκ του Νόμου επιβαλλόμενων καθηκόντων του ως Προέδρου Κοινοτικού Συμβουλίου και είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία ελέγχου των οικονομικών της Κοινότητας του. Είναι όμως αυτό αρκετό για να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι καθόλη την περίοδο 2004 - 2011 δρούσε δόλια και για προσωπικό όφελος δηλ. για να οικειοποιηθεί χρήματα της Κοινότητας, χωρίς βασικά να μπορεί να γίνει αντιληπτός; Δεν υπάρχουν στοιχεία από την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου τα οποία να μπορούν να οδηγήσουν σε τέτοιο συμπέρασμα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Μόνο υποθέσεις για κάτι τέτοιο μπορούν να γίνουν, κάτι που βέβαια δεν είναι επιτρεπτό σε ποινικές υποθέσεις. Δεν φαίνεται δε κατά την επίδικη για τις κατηγορίες 59-60 περίοδο δηλ. για το 2011 ο κατηγορούμενος να μετέβαλε τον πλημμελή τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του, ο οποίος εξακολουθούσε να περιλαμβάνει και την μη τήρηση και υποβολή όλων των απαιτούμενων στοιχείων και δικαιολογητικών. Ήταν σαφές κατά την μαρτυρία του Μ.Κ.1 και είναι εδώ που στηρίζει η κατηγορούσα αρχή την υπόθεση της όσον αφορά τις κατηγορίες 59-60, ότι η κλοπή που αποδίδεται στον κατηγορούμενο εδράζεται στο ότι δεν προσκόμισε αποδείξεις ισόποσες των ποσών που έκανε ανάληψη από τον λογαριασμό του Κοινοτικού Συμβουλίου ΧΧΧΧ, κατά την περίοδο από 3.2.11 μέχρι και τις 29.12.
  38. Το ερώτημα που τίθεται ως βασικό είναι λοιπόν, ενόψει των πιο πάνω περιστάσεων, ενεργειών και παραλείψεων του κατηγορούμενου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, η αδυναμία του να προσκομίσει γραπτές αποδείξεις για τις πληρωμές που έκανε ώστε να δικαιολογήσει το συνολικό ποσό των αναλήψεων, μπορεί να οδηγήσει σε μόνο και αναμφίβολο συμπέρασμα ότι οικειοποιήθηκε το ποσό που υπολείπεται και κατ' επέκταση ότι το έκλεψε; Σε σχέση με αυτό δεν μπορεί παρά να ληφθεί υπόψην και ο τρόπος εκτέλεσης του ανακριτικού έργου από πλευράς Αστυνομίας. Ως έχει προαναφερθεί ενώ έγινε δεκτή από πλευράς της ανακριτικής αρχής η εκδοχή του στην κατάθεση του όσον αφορά τις αποδείξεις που προσκόμισε, εξ ου και αφαιρέθηκε για σκοπούς ποινικής δίωξης το ποσό αυτών από το συνολικό ποσό των αναλήψεων, αντί να εξετασθούν οι ισχυρισμοί του στο σύνολο τους περιλαμβανομένων ότι δεν είχε αποδείξεις για όλα τα ποσά που πλήρωνε και εκκρεμούσαν κάποιες αποδείξεις (να σημειωθεί ότι το 2011 με την λήξη της θητείας του δεν επεδίωξε επανεκλογή και άρα απομακρύνθηκε από όσα αφορούσαν τα οικονομικά της Κοινότητας), η διερεύνηση περιορίσθηκε στην καταγραφή συγκεκριμένων μόνο δεδομένων, μεταφέροντας έτσι ουσιαστικά στον κατηγορούμενο το βάρος να προσκομίσει, μετά μάλιστα την πάροδο αρκετών μηνών από τις αναλήψεις των ποσών, γραπτές αποδείξεις ώστε να δικαιολογήσει μια έκαστη των συνολικά 27 χρηματικών αναλήψεων από τον τραπεζικό λογαριασμό. Δεν πρέπει όμως να μας διαφεύγει ότι το βάρος απόδειξης κάθε κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά και μάλιστα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το φέρει πάντοτε η κατηγορούσα αρχή και όχι ο κατηγορούμενος. Όλα τα προαναφερόμενα συνεκτιμούμενα είναι τέτοια ώστε κατά την κρίση μου εγείρουν εύλογες αμφιβολίες αναφορικά με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος οικειοποιήθηκε το ποσό των €4.632, έχοντας μάλιστα κατά τον χρόνο απόκτησης της κατοχής του πρόθεση μόνιμης αποστέρησης του από τον ιδιοκτήτη του ή ότι προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό του. Κατ' επέκταση κρίνεται ότι δεν έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας
  39. Η κατάληξη αυτή κρίνει μοιραία και την τύχη της κατηγορίας 60 εφόσον αποτελεί και για αυτήν βασικό συστατικό στοιχείο η κλοπή. Καταληκτικά οι κατηγορίες 59 και 60 απορρίπτονται και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτές. (Υπ.) ........................................ Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Κλοπή από δημόσιο λειτουργό - Κατάχρηση εξουσίας). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.