← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Παλιούρας, Αρ. Υπόθεσης: 1316/16, 31/1/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Παλιούρας, Αρ. Υπόθεσης: 1316/16, 31/1/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:B9 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1316/16 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και ΧΧΧΧ Παλιούρας Ημερομηνία: 31.1.2019 Για κατηγορούσα αρχή: κ. Σ. Συμεού. Κατηγορούμενος παρών και αυτοκεπροσωπείται. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος αποδίδεται σε αυτόν ότι την 1.10.15 στην Κεντρική Πύλη του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Πάφου, σε δημόσιο χώρο, εξύβρισε την Αστ.ΧΧΧΧ Γαβριήλ με την λέξη «Καθυστερημένη», κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να διαπράξει επίθεση. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν 2 μάρτυρες. Μετά δε την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση και κάλεσε μια μάρτυρα. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Αστ.ΧΧΧΧ Κουμπαρή, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στο Γραφείο Μικροπαραβάσεων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου. Την 1.10.15 και περί ώρα 19:50 ενώ βρισκόταν στο γραφείο με αριθμό 102 στο Τμήμα του και ασχολείτο με διεκπεραίωση υποθέσεων δέχθηκε τηλεφώνημα από την Αστ. ΧΧΧΧ, η οποία την ώρα εκείνη εκτελούσε χρέη σκοπού στην Κεντρική Πύλη. Όπως του ανέφερε, στην πύλη βρισκόταν μια κοπέλα την οποία κάλεσαν να προσέλθει στον Σταθμό για να δώσει κατάθεση για μια μοτοσικλέτα, η οποία είχε κλαπεί παλαιότερα και τον ρώτησε αν την είχε καλέσει αυτός. Ο μάρτυρας είπε στην Αστ.ΧΧΧΧ ότι δεν κάλεσε οποιοδήποτε για κατάθεση αλλά να την αφήσει να προσέλθει στο Τμήμα, έτσι ώστε να εντοπίσει ποιος είναι ο ανακριτής για την καταγγελία της. Κοίταξε από το ανοικτό παράθυρο του γραφείου του προς την πύλη και είδε μια κοπέλα και ένα άνδρα να εισέρχονται στον Σταθμό και τότε είδε τον άνδρα (που ήταν ο κατηγορούμενος) να στρέφεται προς την Αστ.ΧΧΧΧ και να την εξυβρίζει λέγοντας της μεγαλοφώνως «καθυστερημένη» και κάτι άλλο το οποίο δεν κατάλαβε. Όταν άκουσε τον κατηγορούμενο να εξυβρίζει την συνάδελφο του βρισκόταν σε απόσταση 7-10 μέτρα μακριά του. Τότε ο μάρτυρας μετέβηκε προς την είσοδο του Σταθμού όπου συνάντησε την Αστ.ΧΧΧΧ, η οποία συνόδευε τον κατηγορούμενο και του είπε ότι αυτός ήταν υπό σύλληψη για το αυτόφωρο αδίκημα της δημόσια εξύβρισης. Ο μάρτυρας παρέλαβε τον κατηγορούμενο και τον οδήγησε στα αστυνομικά κρατητήρια της ΑΔΕ Πάφου όπου και του επέδωσε τον σχετικό κατάλογο δικαιωμάτων κρατούμενων και τα σχετικά έγγραφα, τα οποία παρέλαβε και υπέγραψε τα ανάλογα έντυπα (τεκμήρια 2 και 3). Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 21:17-21:23 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της δημόσια εξύβρισης και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο εκείνος απάντησε «Δεν παραδέχομαι» και απολύθηκε της κράτησης του. Σε σχέση με την παρούσα έγινε από τον κατηγορούμενο παράπονο κατά του μάρτυρα και της Αστ.ΧΧΧΧ, στην Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας. Ο μάρτυρας έδωσε κατάθεση σε ποινικό ανακριτή. Η εν λόγω Αρχή εισηγήθηκε όπως γίνει πειθαρχική δίωξη εναντίον του. Ως ΜΚ.2 κατέθεσε η παραπονούμενη Αστ.ΧΧΧΧ Γαβριήλ, η οποία κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στο Γραφείο Μικροπαραβάσεων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πάφου. Την 1.10.15 και περί ώρα 19:50 ενώ εκτελούσε χρέη σκοπού στην κεντρική πύλη του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού πήγε εκεί μια κοπέλα, η οποία μιλούσε αγγλικά και ένας άντρας ο οποίος μιλούσε ελληνικά (ο κατηγορούμενος). Η κοπέλα είπε στην μάρτυρα στα αγγλικά ότι πήγε εκεί για την μοτοσικλέτα της, η οποία κλάπηκε και όταν την ρώτησε πότε κλάπηκε, ο κατηγορούμενος της είπε «Εδώ και ένα μήνα». Τότε η κοπέλα της είπε ότι μίλησε με ένα αστυνομικό, ο οποίος της είπε να πάει εκείνη την ημέρα στον Σταθμό πριν τις 21:00 γιατί η ώρα 21:00 θα σχολάσει. Η μάρτυρας της εξήγησε ότι εργάζονται σύστημα βάρδιας, δηλαδή 07:00-19:00 και 19:00-07:00 και δεν σχολάνουν η ώρα 21:00 και την ρώτησε αν θυμάται το όνομα του αστυνομικού με τον οποίο μίλησε. Εκείνη της απάντησε αρνητικά. Τότε η μάρτυρας τηλεφώνησε στον Σταθμό σε και ρώτησε τον Αστ.ΧΧΧΧ αν περιμένουν κάποια κοπέλα για καταγγελία σχετικά με κλοπιμαίο μοτοποδήλατο. Ο Αστ.ΧΧΧΧ της απάντησε αρνητικά αλλά της είπε να πει στην κοπέλα να περάσει μέσα στο Σταθμό για να την βοηθήσει. Όταν η μάρτυρας έκλεισε το τηλέφωνο ο κατηγορούμενος της είπε «Μας πήρατε ότι την έχετε εδώ». Η μάρτυρας του απάντησε «Δηλαδή κύριε σας πήρε κάποιος αστυνομικός και σας ενημέρωσε ότι βρέθηκε η κλοπιμαία μοτοσικλέτα σας. Δεν μου το είπατε αυτό από την αρχή, εντάξει περάστε μέσα και θα σας βοηθήσει ο συνάδελφος». Τότε ο κατηγορούμενος με έντονο ύφος της είπε «Δεν καταλαβαίνεις» και η μάρτυρας του απάντησε «Εντάξει κύριε περάστε μέσα στο Σταθμό και θα σας βοηθήσει ο συνάδελφος», τους έδειξε από πού πρέπει να πάνε και γύρισε να εξυπηρετήσει ένα πολίτη που περίμενε στην πύλη. Τότε ο κατηγορούμενος ενώ διέσχιζε τον διάδρομο που οδηγούσε στην είσοδο του Σταθμού φώναξε στην μάρτυρα μεγαλοφώνως «Καθυστερημένη. Δεν καταλαβαίνει η καθυστερημένη». Αμέσως η μάρτυρας βγήκε από το δωμάτιο - σκοπιά της πύλης και τον πληροφόρησε για το αδίκημα το οποίο διέπραξε, δηλαδή της δημόσιας εξύβρισης. Του είπε ότι είναι υπό σύλληψη και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και εκείνος απάντησε «Συγγνώμη». Στην συνέχεια η μάρτυρας τον κάλεσε να την ακολουθήσει εντός του Σταθμού και στην είσοδο συνάντησε τον Αστ.ΧΧΧΧ , τον οποίο ενημέρωσε ότι ο κατηγορούμενος είναι υπό σύλληψη για το αυτόφωρο αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης. Ο Αστ.ΧΧΧΧ τον παρέλαβε και τον μετέφερε στα αστυνομικά κρατητήρια της ΑΔΕ Πάφου. Ο κατηγορούμενος προέβη εναντίον της σε καταγγελία στην Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας, για παράνομη σύλληψη και απρεπή συμπεριφορά, αδικήματα τα οποία εξετάστηκαν από ποινικό ανακριτή και το αποτέλεσμα ήταν ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε επιλήψιμο εναντίον της. Στην εν λόγω διαδικασία παρουσιάσθηκε και μια ανεξάρτητη μαρτυρία από πολίτη, ο οποίος ήταν παρών την ώρα που έγινε το φραστικό επεισόδιο με τον κατηγορούμενο. Ο εν λόγω πολίτης ανέφερε ότι η συμπεριφορά της μάρτυρος ήταν άψογη και ότι προσπάθησε να εξυπηρετήσει τον κατηγορούμενο και την κοπέλα που τον συνόδευε. Ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη δήλωση του ανέφερε τα εξής: «Δηλώνω ότι δεν αποδέχομαι την κατηγορία. Τα στοιχεία, ιδιαίτερα οι μαρτυρίες που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αναξιόπιστα και έχουν αντιφάσεις. Βασικά στοιχεία που έχουν να κάνουν με το αν εξύβρισα ή όχι την παραπονούμενη δεν αποδείχθηκαν. Αντίθετα διαπιστεύτηκε ότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει μαρτυρία από τους αυτόπτες και αυτήκοους μάρτυρες και στηρίχθηκε στην μαρτυρία της παραπονούμενης καθώς και ενός μάρτυρα που εμφανίστηκε και ο οποίος δεν ήταν παρών. Λυπάμαι να δηλώσω ότι στο πλαίσιο της κακώς νοούμενης συναδελφικής αλληλεγγύης μεταξύ των αστυνομικών παρουσιάζονται τέτοιες μαρτυρίες για να στηρίξουν την υπόθεση. Εξάλλου στην περίπτωση μου αντιλαμβάνονται όλοι ότι η μαρτυρία αυτή είναι καθαρά εκδικητική επειδή έκανα καταγγελία στην Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας. Δεν έχω ούτε την οικονομική δυνατότητα να διορίσω συνήγορο, ούτε τις νομικές γνώσεις για να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Πιστεύω ότι η Δικαιοσύνη αποτελεί το τελευταίο αποκούμπι κάθε τελευταίου ανθρώπου και προσβλέπω σ' αυτήν». Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε η ΧΧΧΧ Kukielka. Σύμφωνα με αυτήν λίγες μέρες πριν την 1.10.15 έλαβε τηλεφώνημα από κάποιον αστυφύλακα ονόματι Ανδρέα, για να πάει στον Αστυνομικό Σταθμό να δώσει δεύτερη κατάθεση για υπόθεση κλοπής της μοτοσικλέτας της. Συμφώνησε με τον αστυφύλακα να συναντηθούν για τον σκοπό αυτό στα μέσα της εβδομάδας χωρίς να πουν συγκεκριμένη μέρα και του είπε ότι θα πήγαινε ημέρα που θα είχε ρεπό από την εργασία της. Η μάρτυρας μιλά πολύ καλά αγγλικά όμως παρά το ότι καταλαβαίνει πολύ καλά την ελληνική γλώσσα εντούτοις δεν την μιλά πολύ καλά. Για αυτόν τον λόγο ζήτησε από τον κατηγορούμενο που είναι φίλος της να πάει μαζί της στον Σταθμό ώστε να την καταλαβαίνουν απόλυτα. Όταν έφθασαν στην πύλη συνάντησαν την παραπονούμενη (Μ.Κ.2) και της είπαν τον λόγο της επίσκεψης τους. Η μάρτυρας της εξήγησε ότι επικοινώνησε μαζί της ο Ανδρέας για να πάει να δώσει την κατάθεση της και έτσι πήγε την ημέρα που είχε ρεπό. Η παραπονούμενη άρχισε να της υποβάλλει ερωτήσεις στην αγγλική γλώσσα και επαναλάμβανε τις ίδιες ερωτήσεις σε σχέση με τον λόγο για τον οποίο πήγε εκεί. Η μάρτυρας προσπάθησε ξανά να εξηγήσει πάντα στην αγγλική γλώσσα τον λόγο όμως φαίνεται ότι η παραπονούμενη δεν τον αντιλήφθηκε. Τότε η μάρτυρας ζήτησε από τον κατηγορούμενο να εξηγήσει στην παραπονούμενη στα ελληνικά αλλά και πάλι η τελευταία υπέβαλε τις ίδιες ερωτήσεις στα ελληνικά. Τότε η παραπονούμενη κάλεσε κάποιον που βρισκόταν μέσα στο κτίριο του Σταθμού για να επιβεβαιώσει όσα της είπε η μάρτυρας και στην συνέχεια άφησε αυτήν και τον κατηγορούμενο να περάσουν. Καθώς περπατούσαν δίπλα δίπλα στον διάδρομο που οδηγεί στην κεντρική είσοδο του κτιρίου του Σταθμού (ο οποίος είναι μήκους 10-12 μέτρα) και ενώ ήταν σε απόσταση περίπου 3 μέτρα από την παραπονούμενη, έχοντας αυτήν πίσω τους, γύρισε ο κατηγορούμενος προς το μέρος της, χωρίς να γυρίσει το κεφάλι του ή το σώμα του προς τα πίσω και όπως μιλά κάποιος κανονικά της είπε στα ελληνικά «Όλα γίνονται καθυστερημένα εδώ». Μετά από λίγο άκουσαν από πίσω τους να τους φωνάζει η παραπονούμενη να σταματήσουν. Στην συνέχεια η παραπονούμενη έτρεξε κοντά τους, πήρε το χέρι του κατηγορούμενου από πίσω και άρχισε να τον σπρώχνει προς τη κεντρική είσοδο του Σταθμού. Κατά τον χρόνο που έγιναν αυτά κανείς άλλος δεν ήταν εκεί. Ρώτησαν την παραπονούμενη για την εν λόγω συμπεριφορά της αλλά δεν έλαβαν απάντηση. Η παραπονούμενη έσπρωξε τον κατηγορούμενο στο reception και ξεκίνησε να φωνάζει για να συλληφθεί. Μετά μερικοί από τους αστυφύλακες πήγαν εκεί και πήραν τον κατηγορούμενο προς τα κρατητήρια. Η μάρτυρας ρώτησε γιατί τον συνέλαβαν αλλά δεν πήρε απάντησε και απλά της είπαν να περιμένει. Για περίπου δύο με τρεις ώρες ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο κρατητήριο ενώ η μάρτυρας καθόταν δίπλα στην πόρτα και χωρίς να τον βλέπει άκουγε τον διάλογο μεταξύ αυτού και των αστυνομικών που ήταν μαζί του μέσα. Ο κατηγορούμενος ζήτησε να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο του και να κάνει ένα τηλεφώνημα αλλά δεν έλαβε οποιαδήποτε απάντηση. Η μάρτυρας προσπάθησε να βρει κάποιον υπεύθυνο για να μάθει με ακρίβεια ποιος ήταν ο λόγος και ένας από τους αστυφύλακες της είπε πως ο κατηγορούμενο πρόσβαλε την παραπονούμενη. Η μάρτυρας τους εξήγησε ότι μιλούσαν μεταξύ τους και ότι η λέξη «καθυστερημένα» σημαίνει πως είναι αργά και δεν ήταν προς την παραπονούμενη, οπόταν θα είχε άλλη σημασία. Ο αστυφύλακας της ζήτησε να περιμένει. Μετά περί ώρα 11 ο κατηγορούμενος αφέθηκε ελεύθερος. Ρώτησαν πότε μπορούσαν να περάσουν να κάνουν παράπονο γιατί δεν ήταν δίκαιο όλα αυτά που τους συνέβηκαν. Ένας αστυφύλακας τους είπε να πάνε την επομένη το πρωί και στην συνέχεια έφυγαν. Όσον αφορά την επικοινωνία της με την παραπονούμενη είπε ότι αντιλήφθηκε ότι ήταν δύσκολο για την τελευταία να την καταλάβει. Ακόμη και όταν της εξήγησαν στα ελληνικά της έδωσε την εντύπωση ότι δεν είχε ιδέα για τον λόγο που πήγαν εκεί. Η παραπονούμενη ήταν θυμωμένη και ειρωνική απέναντι τους και την ρωτούσε επανειλημμένα τις ίδιες ερωτήσεις. Εκεί στην πύλη υπήρχε άλλος ένας πολίτης, ο οποίος φαινόταν ανήσυχος γιατί περίμενε για πολλή ώρα την σειρά του. Κατά την συνομιλία τους η παραπονούμενη βρισκόταν μέσα στο δωμάτιο της πύλης ενώ για μερικά λεπτά μπήκε εκεί και μια άλλη γυναίκα αστυνομικός. Αυτή έφυγε και μπήκε στο κτίριο του Σταθμού πριν η μάρτυρας με τον κατηγορούμενο αρχίσουν να περπατούν στον διάδρομο προς την είσοδο. Δεν είδε άλλους αστυνομικούς έξω. Κατά την άποψη της η παραπονούμενη από το σημείο που βρισκόταν δηλ. μέσα στο δωμάτιο της πύλης δεν μπορούσε να ακούσει με ακρίβεια την συνομιλία που είχε η μάρτυρας με τον κατηγορούμενο. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Η κατηγορούσα αρχή στήριξε την υπόθεση της στην μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2. Υποστήριξαν και οι δύο ότι ενώ ο κατηγορούμενος με την Μ.Υ.1 κατευθύνονταν από την πύλη του Σταθμού προς την κύρια είσοδο, αυτός στράφηκε προς τα πίσω και απευθυνόμενος μεγαλοφώνως προς την Μ.Κ.2 την εξύβρισε. Όπως δε περιέγραψε τα γεγονότα η Μ.Κ.2 αυτή κατά τον χρόνο εκείνο βρισκόταν εντός του δωματίου - φυλακίου της πύλης και εξυπηρετούσε άλλο πολίτη, ο οποίος βρισκόταν από πριν εκεί και ανέμενε να εξυπηρετηθεί μετά από τον κατηγορούμενο και την Μ.Υ.1. Από το σημείο που βρισκόταν, που ως περιέγραψε τον χώρο δεν ήταν σε μεγάλη απόσταση από τον κατηγορούμενο, τον άκουσε να την εξυβρίζει λέγοντας της «Καθυστερημένη. Δεν καταλαβαίνει η καθυστερημένη». Ταυτόχρονα ο Μ.Κ.1 που βρισκόταν εντός του κτιρίου του Σταθμού είδε τον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν σε απόσταση 7-10 μέτρων από κοντά του, να στρέφεται προς την Μ.Κ.2 και τον άκουσε να την εξυβρίζει μεγαλοφώνως χρησιμοποιώντας την λέξη «Καθυστερημένη». Η Μ.Κ.2 δέχθηκε κατά την αντεξέταση της ότι στον εξωτερικό χώρο μεταξύ δηλ. πύλης και κτιρίου του Σταθμού, είχε βγει και βρισκόταν κατά τον χρόνο της εξύβρισης μια συνάδελφος της, η οποία μιλούσε στο κινητό της τηλέφωνο. Είπε δε ότι δεν γνωρίζει που κινήθηκε η εν λόγω αστυνομικός. Δεν υποστήριξε όμως ότι άκουσε και εκείνη την εξύβριση. Όσον δεν αφορά τον πολίτη που εξυπηρετούσε και πάλι κατά την αντεξέταση της δέχθηκε ότι ούτε αυτός, ο οποίος μάλιστα έδωσε κατάθεση στον ποινικό ανακριτή που διερεύνησε το παράπονο του κατηγορούμενου, άκουσε την εξύβριση. Δεν μπόρεσε δε να δώσει κάποιο λόγο για αυτό και προέβη μόνο σε υπόθεση. Στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι η Αστυνομία ως ανακριτική αρχή οφείλει να διερευνά πλήρως όλα τα δεδομένα μιας υπόθεσης (βλ. Gaprindashvili v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 424). Η αμετάβλητη συνισταμένη των ανακριτικών αρχών, κατά τη διαλεύκανση του εγκλήματος, πρέπει να είναι η αναζήτηση της αλήθειας (βλ. Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.α. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628). Το ερευνητικό λοιπόν έργο της Αστυνομίας δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση (βλ. Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 459). Με βάση τα πιο πάνω εγείρονται τα ακόλουθα ερωτήματα ως προς την αξιοπιστία των εν λόγω μαρτύρων αλλά και γενικότερα ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης από την Αστυνομία όσον αφορά την διερεύνηση της: Πως είναι δυνατόν ο κατηγορούμενος να απεύθυνε προς την Μ.Κ.2 την ισχυριζόμενη εξύβριση και μάλιστα μεγαλοφώνως, να την άκουσε η Μ.Κ.2, όπως και ο Μ.Κ.1, ο οποίος βρισκόταν εντός του κτιρίου και να μην την άκουσε ο πολίτης που βρισκόταν ουσιαστικά στο ίδιο βασικά σημείο με την Μ.Κ.2 αφού εκείνη την ώρα τον εξυπηρετούσε στην πύλη; Περαιτέρω πως είναι δυνατό να μην άκουσε την εξύβριση ούτε η άλλη συνάδελφος της Μ.Κ.2 που βρισκόταν στον ίδιο εξωτερικό χώρο; Γιατί δεν λήφθηκε κατάθεση από την εν λόγω αστυφύλακα αλλά και από τον εν λόγω πολίτη ώστε να υπάρχει μια ανεξάρτητη μαρτυρία για τα γεγονότα; Γιατί ενώ υπήρχαν κάμερες που κάλυπταν, σύμφωνα με τον Μ.Κ.1, ένα μεγάλο μέρος του εξωτερικού εκείνου χώρου, δεν λήφθηκε και δεν παρουσιάσθηκε το καταγραφέν οπτικό υλικό, από το οποίο θα φαινόταν εάν πράγματι ο κατηγορούμενος ενώ κατευθυνόταν προς την είσοδο του Σταθμού στράφηκε προς την Μ.Κ.2, ως ήταν η θέση και των δύο μαρτύρων κατηγορίας; Με δεδομένα δε ότι κατ' ισχυρισμό διαπράχθηκε ένα ποινικό αδίκημα εναντίον ενός οργάνου τήρησης της τάξης, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και μάλιστα στον χώρο ενός Αστυνομικού Σταθμού και ότι ο κατηγορούμενος όχι μόνο δεν παραδέχθηκε την διάπραξη του αλλά έκανε παράπονο στην Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας μεταξύ άλλων και για παράνομη σύλληψη, θα αναμενόταν τόσο η λήψη κατάθεσης από ανεξάρτητο μάρτυρα εφόσον υπήρχε τέτοιος παρών αλλά και η εξασφάλιση άλλης πραγματικής μαρτυρίας (οπτικό υλικό από κάμερες) που θα διαφώτιζε ως προς τα αληθινά γεγονότα. Δυστυχώς όμως δεν έγιναν τα πιο πάνω και η υπόθεση αφέθηκε να κριθεί στην βάση του λόγου των δύο μαρτύρων κατηγορίας έναντι της όποιας μαρτυρίας θα προσήγαγε ο κατηγορούμενος. Όλα τα πιο πάνω δημιουργούν εύλογα, κατά την κρίση μου, αμφιβολία ως προς την αξιοπιστία της υπό εξέταση θέσης των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2. Τέλος αναφορικά με το ότι σύμφωνα με την Μ.Κ.2 όταν αυτή συνέλαβε τον κατηγορούμενο και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο εκείνος απάντησε «Συγγνώμη», όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση της κατά πόσο ο κατηγορούμενος της ζήτησε συγνώμη ή απολογήθηκε εάν παρεξήγησε την συζήτηση που αυτός είχε με την Μ.Υ.1, απάντησε ότι δεν ξέρει που αναφερόταν το συγγνώμη. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω κρίνω ότι δεν είναι ασφαλές να στηριχθώ στην μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 και συναφώς αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Από την άλλη από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου σε σχέση με την πλοκή του όλου επεισοδίου, δεν προκύπτει ότι η Μ.Κ.2 προχώρησε στην σύλληψη του κατηγορούμενου χωρίς να έχει ακούσει κάτι. Ως προς αυτό και πάντα με βάση το σύνολο των περιστάσεων και ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψην την θέση που βρισκόταν η Μ.Κ.2 (εντός του δωματίου της πύλης), την θέση και την απόσταση που βρισκόταν από αυτήν ο κατηγορούμενος και η Μ.Υ.1 αλλά και το ότι εκείνη την ώρα η Μ.Κ.2 εξυπηρετούσε κάποιο πολίτη, κρίνεται πειστική η θέση της Μ.Υ.1 ότι ενώ κινούνταν δίπλα δίπλα με τον κατηγορούμενο προς την κεντρική είσοδο του Σταθμού εκείνος γυρίζοντας προς το μέρος της είπε «Όλα γίνονται καθυστερημένα εδώ», κάτι που προφανώς η Μ.Κ.2 δεν άκουσε καθαρά και εξ ολοκλήρου αλλά αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος απευθυνόταν στην ίδια ως «καθυστερημένη». Αναφορικά με το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της Μ.Υ.1 θα πρέπει να λεχθεί ότι ήταν εμφανής η προσπάθεια της, ούσα φίλη του κατηγορούμενου και αυτή που ως βασικά είπε του ζήτησε να πάνε μαζί εκείνη την ημέρα στον Σταθμό, να βοηθήσει τον κατηγορούμενο και όχι να πει την αλήθεια. Η κρίση μου αυτή εδράζεται στα ακόλουθα: Ήταν η θέση της Μ.Υ.1 ότι η Μ.Κ.2 δεν αντιλαμβανόταν τι της έλεγε και με σκοπό προφανώς να πείσει ότι η συμπεριφορά της δεν ήταν καλή ούτε στην αρχή αλλά ούτε κατά την σύλληψη, υποστήριξε ότι ήταν ειρωνική προς την ίδια και θυμωμένη. Δεν ανέφερε όμως τι από αυτά που της είπε η Μ.Κ.2 έδειχναν είτε ειρωνεία είτε θυμό αλλά περιορίσθηκε να πει ότι κατάλαβε τον θυμό από το πρόσωπο της και ιδιαίτερα τον τόνο της φωνής της. Περαιτέρω δεν φαίνεται να υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος για να έχει η Μ.Κ.2 τέτοια συμπεριφορά. Υποστήριξε επίσης, προφανώς για να στηρίξει την θέση του κατηγορούμενου ότι ήταν κρύο και να αντικρούσει την θέση του Μ.Κ.1 περί ανοικτού παραθύρου, ότι ήταν ψύχρα και ότι η Μ.Κ.2 φορούσε στολή χρώματος σκούρου μπλε, παντελόνι και σακάκι. Στην αντεξέταση της όμως είπε ότι ήταν απόγευμα και ότι υπολογίζει ότι είχε λίγη ψύχρα και γι' αυτό η Μ.Κ.2 φορούσε ζακέτα. Πέραν όμως της αντιφατικότητας της η θέση αυτή δεν κρίνεται πειστική καθότι η 1η Οκτωβρίου δεν εμπίπτει σε εποχή που με βάση τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν στην Κύπρο υπάρχει κρύο. Άλλωστε ως ανέφερε η Μ.Κ.2 και δεν αμφισβητήθηκε, κατά τον επίδικο χρόνο δεν είχε αλλάξει η στολή ώστε να μπει η χειμερινή, που περιλαμβάνει το σακάκι. Όσον αφορά την σύλληψη του κατηγορούμενου ισχυρίσθηκε ότι η Μ.Κ.2 έτρεξε κοντά τους, πήρε το χέρι του κατηγορούμενου από πίσω και άρχισε να τον σπρώχνει προς τη κεντρική είσοδο του Σταθμού, τον έσπρωξε στο reception και ξεκίνησε να φωνάζει για να συλληφθεί. Κάτι τέτοιο όμως θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν τέθηκε στην Μ.Κ.2 κατά την αντεξέταση της ώστε να το σχολιάσει και να αξιολογηθεί. Στην κυρίως εξέταση της δεν αναφέρθηκε σε σύλληψη του κατηγορούμενου από αστυνομικό εντός του κτιρίου. Όταν όμως στην αντεξέταση της ρωτήθηκε εάν ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε από αστυνομικό που βρισκόταν στην reception απάντησε αόριστα «Ναι, ήταν μερικοί». Όταν δε στην συνέχεια ρωτήθηκε εάν θυμάται κατά πόσο στην reception υπήρχε αστυνομικός που εξυπηρετούσε, είπε ότι δεν θυμάται ενώ όταν ρωτήθηκε εάν ο αστυνομικός που τον συνέλαβε ήταν εκεί ή τον έφερε η παραπονούμενη δεν μπορούσε να απαντήσει. Σε δύο δε σημεία της μαρτυρίας της είπε, ουσιαστικά αναφερόμενη στον κατηγορούμενο και στον εαυτό της, «συλληφθήκαμε» και ότι ήθελαν να κάνουν παράπονο γιατί «δεν ήταν δίκαιο για εμάς όλα αυτά που συνέβηκαν». Αυτό δείχνει καθαρά κατά την κρίση μου την στάση της έναντι στα πράγματα και την προσπάθεια της να βοηθήσει τον κατηγορούμενο, προωθώντας τα γεγονότα εκείνα που ως θεωρούσε αφορούσαν και τους δύο ενώ αυτή ουδέποτε συνελήφθη ή τέθηκε υπό κράτηση κατά τον επίδικο χρόνο. Ως εκ των άνω γίνεται δεκτό μόνο εκείνο το μέρος της μαρτυρίας της, που ως προαναφέρθηκε κρίθηκε πειστικό για τους λόγους που εξηγήθηκαν. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στην Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 39. Ο κατηγορούμενος, ως προαναφέρθηκε, προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Όσον αφορά την επιλογή του αυτή κατ' αρχάς πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία ανώμοτης δήλωσης είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι αυτή εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στην συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Τα πιο πάνω επαναλαμβάνονται βασικά στην πολύ πρόσφατη Α.Δ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, ημερ. 22.6.16, στην οποία γίνεται περαιτέρω αναφορά ως προς το πώς θα πρέπει να προσεγγίζεται τέτοια δήλωση. Τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τι ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090). Όποιο λεκτικό και να χρησιμοποιηθεί στην εξέταση ανώμοτης δήλωσης, πρέπει να έχει σαν βάση την κοινή λογική και τα ελάχιστα προαπαιτούμενα τα οποία συνιστούν την κοινή συνισταμένη της νομολογίας. Θα πρέπει να δοθεί κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική. Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στην ανώμοτη του δήλωση ο κατηγορούμενος δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε γεγονότα αλλά αφού δηλώνει μη παραδοχή, ουσιαστικά προβαίνει σε αγόρευση σχολιάζοντας την μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής και το γεγονός της μη εξασφάλισης μαρτυρίας από άλλα πρόσωπα που ήταν παρόντα. Συνεπώς δεν μπορεί να δοθεί στην εν λόγω δήλωση οποιαδήποτε βαρύτητα. Νομική πτυχή Το επίδικο αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης προβλέπεται από το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα και τα συστατικά του στοιχεία είναι τα ακόλουθα:
  1. Ο κατηγορούμενος να εξυβρίσει άλλον,
  2. Η εξύβριση να γίνεται με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση,
  3. Η εξύβριση να γίνεται σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Όσον αφορά το τι συνιστά δημόσιο χώρο, ο όρος αυτός δίδεται στο άρθρο 4 του Κεφ. 154 και ερμηνεύθηκε στις υποθέσεις Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 25, Anthony Castelow and another v. The Police
(1970)2 C.L.R. 141 και Μιχαήλ κ.α ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 362). Στην Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 1 κρίθηκε ότι το γραφείο παραπόνων της Αστυνομίας αποτελεί δημόσιο χώρο με την έννοια που ενέχει ο όρος στο προαναφερόμενο άρθρο 4, με δεδομένο ότι επιτρέπεται η είσοδος του κοινού για την υποβολή παραπόνων. Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Στην υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 All E.R. 1297 που αφορούσε κατηγορία βάση του άρθρου 4 του Public Order Act 1986, με παρόμοια συστατικά στοιχεία με αυτά του άρθρου 99 του Ποινικού μας Κώδικα, αποφασίσθηκε ότι η ερμηνεία της λέξης «insulting» (σε ελληνική μετάφραση «υβριστικός») δεν είναι νομικό θέμα και θα πρέπει να αποδίδεται σε αυτή το κανονικό της νόημα. Αναφέρθηκε δε σχετικά ότι ο μέσος συνετός άνθρωπος αντιλαμβάνεται την ύβρη όταν τη βλέπει ή την ακούει. Το κριτήριο για την ύπαρξη όλων των πιο πάνω στοιχείων είναι καθαρά αντικειμενικό. Στην Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98 κρίθηκε ως ορθή η πρωτόδικη απόφαση ότι η λέξη «καραγκιόζης» που είχε εκστομίσει η εφεσείουσα εναντίον Αστυνομικού, στον τόπο και υπό τις συνθήκες που χρησιμοποιήθηκε είναι υβριστική και εκδηλώνει περιφρόνηση προς το πρόσωπο προς το οποίο εκστομίζεται και είναι γενικά προσβλητική και μειωτική του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται. Στην ίδια απόφαση έγινε αναφορά στην Brutus ανωτέρω και επισημάνθηκε ότι από το λεκτικό του Lord Reid ήτοι "... an ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears one" και πιο συγκεκριμένα από την φράση "sees one" εισάγεται παράλληλα με την εξύβριση δια λόγων και η εξύβριση με χειρονομίες. Επιπρόσθετα στην Αχιλλέως κρίθηκε ότι δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετόν ότι, όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Κάτι τέτοιο συνάγεται στην κάθε περίπτωση από τις περιστάσεις στο σύνολο τους. Ως προς το σημείο δε αυτό στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι από το σύνολο των περιστάσεων ήταν βέβαιο ότι ο παραπονούμενος δε θεώρησε αθώα την επίμαχη έκφραση ούτε ασφαλώς την εξέλαβε ως εκδήλωση ευγένειας, διότι, αν μη τι άλλο, υπέβαλε παράπονο στην Αστυνομία. Συμπεράσματα Ως προαναφέρθηκε η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή για να στηρίξει την υπόθεση της δηλ. αυτή των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 δεν έγινε δεκτή. Αντίθετα δεκτό έγινε μόνο ένα μέρος της μαρτυρίας της Μ.Υ.1, από το οποίο προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν απευθύνθηκε προς ούτε και εξύβρισε την Μ.Κ.2. Αυτό που επίσης προκύπτει είναι ότι η Μ.Κ.2, προφανώς μη ακούοντας το σύνολο των όσων είπε ο κατηγορούμενος απευθυνόμενος στην Μ.Υ.1, στα οποία συμπεριλαμβανόταν και η λέξη «καθυστερημένα» αντιλήφθηκε εσφαλμένα ότι την εξύβρισε. Η κατηγορούσα αρχή απέτυχε λοιπόν να αποδείξει την κατηγορία που αποδίδει στον κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ........................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Δημόσια εξύβριση). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.