Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΠΑΝΤΕΛΑΣ, Αρ. Υπόθεσης: 5651/14, 22/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:B17 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5651/14 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και ΧΧΧΧ ΠΑΝΤΕΛΑΣ Ημερομηνία: 22.2.2019 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Μανώλη. Για κατηγορούμενο: κ. Χ. Φωτίου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά την δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος του, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 1), επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 (κατηγορία 2), αντίστασης κατά τη νόμιμη σύλληψη, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) (κατηγορία 3) και κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του ίδιου Νόμου (κατηγορία 4). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων ο κατηγορούμενος στις 30.3.13, στο Λατσί της Πόλης Χρυσοχούς της επαρχίας Πάφου: 1. Επιτέθηκε κατά οργάνου τηρήσεως της τάξης, δηλ. εναντίον του Αστ.ΧΧΧΧ Ανδρονίκου, κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του (κατηγορία 1). 2. Επιτέθηκε εναντίον του Αστ.ΧΧΧΧ Ανδρονίκου και του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορία 2). 3. Αντιστάθηκε στη νόμιμη σύλληψη του (κατηγορία 3). 4. Στην μπυραρία με την ονομασία ΧΧΧΧ, παράνομα επιτέθηκε εναντίον του ΧΧΧΧ Κουμπαρή (κατηγορία 4). Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 5 μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός κατέθεσε ενόρκως και κάλεσε 3 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης και πρώην υπεύθυνος του Αστυνομικού Σταθμού Πόλης Χρυσοχούς, Υπαστυνόμος ΧΧΧΧ Νίττης. Αυτός ανέφερε ουσιαστικά ότι το ανακριτικό του έργο περιορίσθηκε στην συμπλήρωση του φακέλου της υπόθεσης που είχε στην κατοχή του. Κατέθεσε δε στο Δικαστήριο ως τεκμήρια 2 και 3 την κατάθεση και την γραπτή κατηγορία του κατηγορούμενου ημερ. 30.3.
- Δεν είδε δε καθόλου τον κατηγορούμενο κατά την πιο πάνω ημερομηνία. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο ΧΧΧΧ Κουμπαρής. Ο μάρτυρας στις 29.3.13 και περί ώρα 23:00 πήγε στην μπυραρία ΧΧΧΧ στο Λατσί. Εκεί υπήρχαν γύρω στα 10 άτομα. Μεταξύ αυτών και ο κατηγορούμενος, τον οποίο γνώριζε εξ όψεως και τελευταία φορά τον είχε δει τον προηγούμενο χρόνο στο ίδιο μπαρ. Από την ώρα που ο μάρτυρας πήγε στην μπυραρία πρόσεξε ότι ο κατηγορούμενος έπινε σφινάκι ζαμπούκα. Έπαιζε δε μπιλιάρδο με κάποιο άλλο πρόσωπο ονόματι ΧΧΧΧ. Το πρόσωπο αυτό είχε προηγούμενα με τον μάρτυρα εφόσον όταν τον προηγούμενο χρόνο προσπάθησε να χτυπήσει μια κοπέλα, ο μάρτυρας μπήκε στην μέση και τον εμπόδισε. Περί ώρα 01:50 ενώ ο μάρτυρας καθόταν στο μπαρ εντός της μπυραρίας και χωρίς να μιλήσουν πριν, τον πλησίασε ο κατηγορούμενος και τον έπιασε από το λαιμό. Ο κατηγορούμενος φαινόταν μεθυσμένος και είπε στον μάρτυρα δυο φορές «Έδερες κανένα, ενοχλήσες κανένα». Ο μάρτυρας του απάντησε «Ξέρω σε;» και ο κατηγορούμενος συνέχισε να τον ενοχλεί λέγοντας του «Έλα έξω να σου δώσω την ππουνιά». Ο μάρτυρας φοβήθηκε και τηλεφώνησε στην Αστυνομία. Έμεινε δε μέσα στο μπαρ μέχρι να φύγει ο κατηγορούμενος. Δεν γνωρίζει τον λόγο που του επιτέθηκε ο κατηγορούμενος. Υποθέτει ότι ο λόγος είναι το άλλο πρόσωπο που έπαιζε μπιλιάρδο με τον κατηγορούμενο. Δεν μίλησε όμως ο μάρτυρας με αυτό ούτε και προκλήθηκε οποιαδήποτε ένταση μεταξύ τους. Στην συνέχεια ο ιδιοκτήτης του μπαρ έβγαλε έξω τον κατηγορούμενο και ακολούθως πήγε στο μέρος η Αστυνομία. Μόλις βγήκε από τον μπαρ και ακριβώς κατά την άφιξη της Αστυνομίας, ο κατηγορούμενος έπιασε μια ξύλινη ταμπέλλα, η οποία ανήκε στο μπαρ και την έριξε στον δρόμο. Όταν στην συνέχεια η Αστυνομία πλησίασε τον κατηγορούμενο αυτός άρχισε να φωνάζει, ήταν εκτός εαυτού και απευθυνόταν στους αστυνομικούς. Σε κάποια δε στιγμή ο μάρτυρας τον είδε να επιτίθεται στον ΧΧΧΧ τον αστυνομικό δίνοντας του μια μπουνιά στο στήθος. Όταν ήλθαν οι αστυνομικοί δεν τους είδε να χτυπούν τον κατηγορούμενο. Όταν ρωτήθηκε εάν τους επιτέθηκε ο κατηγορούμενος είπε ότι υπήρχε πολύς αναβρασμός στο προαύλιο του μαγαζιού, ο κατηγορούμενος έσπρωξε τον αστυνομικό και αρνείτο. Πιστεύει ότι οι αστυνομικοί συνέλαβαν τον κατηγορούμενο για ανησυχία. Μετά από 2 μέρες του τηλεφώνησαν για να γνωρίσει τον κατηγορούμενο. Έτσι συναντήθηκαν και ο κατηγορούμενος του ζήτησε συγγνώμη. Ο μάρτυρας είδε τότε ότι μάτια του κατηγορούμενου ήταν μαυρισμένα. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Αστ.ΧΧΧΧ Ανδρονίκου, ο οποίος στις 30.3.13 υπηρετούσε στον Αστυνοµικό Σταθµό Πόλης Χρυσοχούς. Κατά την ημερομηνία αυτή και περί ώρα 02:20 λήφθηκε πληροφορία στον Σταθμό από τον Μ.Κ.2 ότι προηγουμένως και περί ώρα 01:50 ενώ βρισκόταν στην µπυραρία ΧΧΧΧ στο Λατσί δέχθηκε επίθεση από κάποιο πρόσωπο. Αµέσως ο μάρτυρας µε την Αστ.ΧΧΧΧ Αντρέου µετέβηκαν στο μέρος. Έφθασαν εκεί περί ώρα 02:30 και έξω από την µπυραρία είδαν να βρίσκεται ο Μ.Κ.2 με τον κατηγορούμενο, ο οποίος βρισκόταν σε κατάσταση µέθης και συµπεριφερόταν οχλαγωγικά και άτακτα. Είδαν δε τον κατηγορούμενο να παίρνει µια ξύλινη διαφηµιστική πινακίδα της µπυραρίας και να την πετά εντός του δρόµου. Ο μάρτυρας πλησίασε τον κατηγορούμενο και παρατήρησε ότι είχε έξω από το παντελόνι την φανέλα, το πρόσωπο του ήταν κόκκινο, τραύλιζε, µύριζε έντονα αλκοόλ και παραπατούσε. Του ζήτησε τα στοιχειά του και ο κατηγορούμενος τον εξύβρισε µε την φράση «Πήεννε ρε µαλάκα που δαµέ», φωνάζοντας δυνατά και προκαλώντας ανησυχία µε αποτέλεσµα να µαζευτεί αρκετός κόσµος. Αµέσως ο μάρτυρας του ανάφερε ότι ήταν υπό σύλληψη αγγίζοντας τον µε το δεξί του χέρι στον αριστερό ώµο, του ανάφερε ότι θα τον καταγγείλει και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόµο εκείνος είπε «Άτε ρε που δαµέ» και επιτέθηκε στον μάρτυρα δίνοντας του µια γροθιά στο στήθος και πιάνοντας τον µε τα χέρια του από τον λαιµό. Ακολούθως ο κατηγορούμενος τον έσπρωχνε για να διαφύγει της σύλληψης του. Τότε ο μάρτυρας χρησιµοποίησε την ανάλογη βία για να τον θέσει υπό κράτηση. Στην συνέχεια µε την βοήθεια της Αστ.ΧΧΧΧ ο κατηγορούμενος µεταφέρθηκε στον Αστυνοµικό Σταθµό Πόλης Χρυσοχούς όπου ερευνήθηκε και τέθηκε υπό κράτηση στα κρατητήρια. Κατά την άφιξή του στον Σταθµό ο κατηγορούμενος τράβηξε την φανέλα του και την έσκισε. Ακολούθως όπως ανάφεραν στον μάρτυρα οι Αστ.3933 και Ε/Αστ.ΧΧΧΧ Φιλίππου που ήταν παρόντες, κατά την µεταφορά του στο κρατητήριο - κελί αλλά και μέσα στο κελί ο κατηγορούμενος χτυπούσε το κεφάλι του στο έδαφος και στους τοίχους. Για την συµπεριφορά του κατηγορούμενου ενηµερώθηκε ο Αξιωματικός Υπηρεσίας της ΑΔΕ Πάφου από την Αστ.ΧΧΧΧ Αντρέου. Το ίδιο βράδυ ο μάρτυρας επισκέφθηκε το Νοσοκομείο Πόλης Χρυσοχούς και εξετάσθηκε από κυβερνητικό ιατρό, ο οποίος εξέδωσε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό (τεκμήριο 6). Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε η Αστ.ΧΧΧΧ Αντρέου, η οποία κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνοµικό Σταθµό Πόλης Χρυσοχούς. Στις 30.3.13 και περί ώρα 02:20 και ενώ η μάρτυρας βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία με τον Μ.Κ.3, επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί της ο Αστ.ΧΧΧΧ και της ανάφερε ότι λήφθηκε πληροφορία από τον Μ.Κ.2 ότι λίγη ώρα προηγουμένως και ενώ αυτός βρισκόταν στην μπυραρία ΧΧΧΧ στο Λατσί δέχτηκε επίθεση από κάποιο πρόσωπο. Αμέσως οι δύο αστυφύλακες κατευθύνθηκαν στο μέρος και προσεγγίζοντας, η μάρτυρας είδε τον κατηγορούμενο να συμπεριφέρεται οχλαγωγικά και άτακτα και να παίρνει μια ξύλινη διαφημιστική πινακίδα της μπυραρίας και να την πετά εντός του δρόμου. Στο μέρος βρισκόταν και ο Μ.Κ.2, ο οποίος της υπέδειξε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που του επιτέθηκε. Η μάρτυρας πλησίασε τον κατηγορούμενο, ο οποίος έφερε εμφανή συμπτώματα μέθης αφού η εκπνοή του μύριζε αλκοόλ, η ενδυμασία του ήταν ακατάστατη και η ομιλία του ήταν συγχυσμένη. Τότε η μάρτυρας άκουσε τον Μ.Κ.3 να του ζήτα τα στοιχειά του και εκείνος τον εξύβρισε με την φράση «Πήεννε ρε μαλάκα που δαμέ», φωνάζοντας δυνατά και προκαλώντας ανησυχία με αποτέλεσμα να μαζευτούν αρκετά πρόσωπα. Αμέσως ο Μ.Κ.3 του ανάφερε ότι ήταν υπό σύλληψη, ότι θα καταγγελθεί για τα αδικήματα που διέπραξε και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο εκείνος απάντησε «Άτε ρε που δαμέ» και του επιτέθηκε δίνοντας του μια γροθιά στο στήθος και πιάνοντας τον με τα χέρια από τον λαιμό. Ακολούθως ο κατηγορούμενος έσπρωξε τον Μ.Κ.3 για να διαφύγει της σύλληψης και ο Μ.Κ.3 χρησιμοποίησε την ανάλογη βία για να τον θέσει υπό κράτηση. Στη συνέχεια μετέφεραν τον κατηγορούμενο στον Αστυνοµικό Σταθµό Πόλης Χρυσοχούς όπου ερευνήθηκε και τοποθετήθηκε σε κελί των κρατητηρίων του Σταθμού αρνούμενος να υπογράψει τα δικαιώματα κρατουμένου. Κατά τον πρώτο έλεγχο που διενήργησε στον κατηγορούμενο η μάρτυρας, αυτός ήταν σε έξαλλη κατάσταση αφού κτυπούσε το κεφάλι του στο πάτωμα και στους τοίχους του κρατητηρίου. Για την συμπεριφορά του αυτή η μάρτυρας ενημέρωσε αμέσως τον Αξιωματικό Υπηρεσίας της ΑΔΕ Πάφου, ο οποίος της έδωσε οδηγίες για έλεγχο του κάθε μισή ώρα. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε η Δρ. ΧΧΧΧ Κρητιώτη, ιατρός η οποία στις 30.3.13 και ώρα 02:30 εξέτασε τον Μ.Κ.3 στο Νοσοκομείο Πόλης Χρυσοχούς και συνέταξε σχετική ιατρική έκθεση (τεκμήριο 6) όπου αναφέρει ότι κατά την εξέταση διαπίστωσε ερυθρότητα δέρματος στον λαιμό και στο δεξί χέρι. Κατά την μαρτυρία της εξήγησε ότι «ερυθρότητα δέρματος» είναι κοινώς το κοκκίνισμα που παθαίνει το δέρμα μετά από κάποια πίεση ή σφίξιμο. Το κοκκίνισμα αυτό επέρχεται σε δευτερόλεπτα και σε ενήλικες παραμένει, ανάλογα με το πόσο ευαίσθητο είναι το δέρμα, για 4-6 ώρες. Τα τραύματα που είδε στον Μ.Κ.3 δεν έγιναν πέραν των 30 λεπτών προηγουμένως. Δεν εντόπισε ερυθρότητα ή κάτι άλλο στο στήθος του Μ.Κ.
- Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο αυτός στις 29.3.13 πήγε να δει την γιαγιά του που ήταν άρρωστη στην Μεσόγη. Είκοσι λεπτά μετά που έφυγε από εκεί του τηλεφώνησαν ότι η γιαγιά του απεβίωσε και έτσι επέστρεψε στο σπίτι της. Στην συνέχεια ξεκίνησε για να πάει σπίτι του στις Κάτω Αρώδες. Επειδή θα τον έπιανε κατάθλιψη μετά το πιο πάνω γεγονός, αντί να πάει σπίτι πήγε στην Πόλη και στην συνέχεια στο Λατσί. Εκεί τον σταμάτησε κάποιος γνωστός του, ο οποίος εργαζόταν σε μπαρ και του είπε να κατέβει. Παρά το ότι δεν είχε διάθεση, μετά από επιμονή του γνωστού του κατέβηκε. Εκεί στο μπαρ του έβαλαν κάποιο ποτό και έπαιξαν μπιλιάρδο. Σε κάποια στιγμή πήγαν εκεί και κάποιοι άλλοι τους οποίους δεν γνώριζε. Φαίνεται ότι λόγω της ψυχολογικής του κατάστασης τον έπιασε το ποτό και αφού του είπαν για τον Μ.Κ.2, ότι παρενοχλούσε κάτι κοπέλες και ότι ήταν παλιόπαιδο, τον έβαλαν να τον ενοχλεί. Ο Μ.Κ.2 κάλεσε την Αστυνομία και ο ιδιοκτήτης του μπαρ έβγαλε τον κατηγορούμενο έξω. Γύρω στις δύο το πρωί έφθασαν εκεί μια γυναίκα και ένας άντρας αστυνομικός. Ο άντρας αστυνομικός μόλις κατέβηκε του είπε «Είσαι υπό σύλληψη» και προσπαθούσε με άγριο τρόπο να τον βάλει στο περιπολικό. Ο κατηγορούμενος του είπε «Να σε παρακαλέσω εξήγα μου τον λόγο που είμαι υπό σύλληψη» και εκείνος του απάντησε «Προς το παρών η εξακρίβωση στοιχείων και βλέπουμε». Ο κατηγορούμενος του εξήγησε ότι είχε πράγματα μέσα στο αυτοκίνητο να πάρει όπως την ταυτότητα του και λεφτά για να πληρώσει τον λογαριασμό. Όμως ο αστυνομικός προσπαθούσε με βίαιο τρόπο να τον βάλει στο περιπολικό. Όταν τα κατάφερε, ο κατηγορούμενος άνοιξε την πόρτα από την άλλη μεριά και κατέβηκε και έτρεξε να πάει προς το αυτοκίνητο να πάρει τα πράγματα του, να κλειδώσει και να φύγει. Όπως πήγαινε προς το αυτοκίνητο του, ο αστυνομικός πήγε και τον άρπαξε, τον έβαλε μέσα στο περιπολικό και χωρίς να του περάσει χειροπέδες, έκατσε από πάνω του και είπε στην συνάδελφο του να οδηγήσει. Μέχρι να τον πάρουν στον Σταθμό ο αστυνομικός τον κτυπούσε πάνω στο κεφάλι. Ο κατηγορούμενος τον παρακαλούσε να σταματήσει και προσπαθούσε να προστατέψει το κεφάλι του. Έφθασαν στον Σταθμό όπου βρίσκονταν και άλλοι αστυνομικοί. Πονούσε πάρα πολύ το κεφάλι του και ζαλιζόταν πάρα πολύ. Ο εν λόγω αστυνομικός επέμενε να μην τον αφήσουν να πάει στην κηδεία της γιαγιάς του κάτι που τον άγχωσε περισσότερο. Τον έβαλε στο κελί και κτυπούσε συνέχεια το κουδούνι γιατί δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα γινόταν η κηδεία και αυτός θα ήταν μέσα. Σε κάποια φάση του έδωσαν κάτι να πιεί. Τους είπε ότι θέλει να πάει στον γιατρό και του είπαν εντάξει. Το πρωί όταν του έπαιρναν κατάθεση ο αστυνομικός δεν έγραψε ότι ανέφερε ξυλοδαρμό από συνάδελφο του. Όταν έφυγε ο αστυνομικός πήγε εκεί η μητέρα του, έφυγαν, πήγαν και πήρε κάποια ρούχα και πήγαν στο Νοσοκομείο, όπου του έβγαλαν και ακτινογραφίες. Μετά από 3 μέρες πήγε με τον ΧΧΧΧ Μιχαηλίδη για να δώσει κατάθεση για ξυλοδαρμό. Τον παρέπεμπαν από τον ένα στον άλλο μέχρι που στον Κεντρικό Σταθμό, μίλησε ο Μιχαηλίδης και όταν κατάλαβε ο αστυνομικός ότι είχε να κάνει με δικηγόρο φώναξαν κάποιον ονόματι Κυριάκο, ο οποίος του πήρε κατάθεση. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο αδελφός του κατηγορούμενου, ΧΧΧΧ Παντέλα. Σύμφωνα με αυτόν στις 30.3.13 το πρωί δέχτηκε τηλεφώνημα από την μητέρα του, η οποία του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς και πήγαινε να τον παραλάβει. Ο μάρτυρας θα ερχόταν στην Πάφο στην κηδεία της γιαγιάς του με την συμβία του. Συνάντησε τον κατηγορούμενο και την μητέρα τους στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου περί ώρα 09:
- Ο κατηγορούμενος ήταν σε άσχημη κατάσταση, ήταν κτυπημένος και πονούσε το αυτί του και το κεφάλι του. Ανέφερε στον μάρτυρα ότι το βράδυ ήταν υπό κράτηση και ότι τον χτύπησε ο αστυνομικός που τον συνέλαβε. Στην συνέχεια πήγαν στο χωριό για να αλλάξουν ρούχα για την κηδεία που θα ήταν το μεσημέρι. Εκεί περί ώρα 10:05, ο μάρτυρας, ο οποίος σπούδασε φωτογράφος και είχε πάντα μαζί του φωτογραφική, φωτογράφησε τον κατηγορούμενο. Ο ίδιος είπε στον κατηγορούμενο να τον φωτογραφήσει καθότι γνώριζε την σοβαρότητα των φωτογραφιών ως τεκμήρια από τις σπουδές του. Κατέθεσε ως τεκμήριο 8 τις εν λόγω φωτογραφίες. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο Υπαστυνόμος ΧΧΧΧ Πολυβίου. Ο μάρτυρας είναι από τις 14.317 ο υπεύθυνος του Αστυνομικού Σταθμού Πόλης Χρυσοχούς. Ο Σταθμός αυτός άρχισε να λειτουργεί τον Νοέμβριο του
- Από την έναρξη λειτουργίας του υπάρχει εγκατεστημένο εσωτερικό σύστημα καταγραφής εικόνας στους δημόσιους - κοινόχρηστους χώρους, το οποίο καταγράφει ότι συμβαίνει εκεί. Δεν γνωρίζει για πόσο χρονικό διάστημα διατηρείται αυτή η καταγραφή. Το σύστημα δεν καλύπτει τους χώρους των κελιών. Ερωτώμενος εάν κάποιος κρατούμενος από την είσοδο του Σταθμού μέχρι την μεταφορά του σε κελί κτυπούσε το κεφάλι του στον τοίχο, αυτό θα καταγραφόταν απάντησε ότι εάν βρίσκεται στο χώρο που καταγράφει συγκεκριμένη κάμερα και αυτή είναι σε λειτουργία τότε θα το καταγράψει. Ως Μ.Υ.3 κατέθεσε η Δρ. ΧΧΧΧ Σαββίδου, ιατρός των Επειγόντων Περιστατικών στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου από το
- Η μάρτυρας εξέτασε τον κατηγορούμενο στις 30.3.13 και ώρα 09:18 και εξέδωσε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό (τεκμήριο 9), στο οποίο ανέγραψε: «Αναφέρει ξυλοδαρμό, φέρει μώλωπες αριστερού οφθαλμού άνω και κάτω βλεφάρων, εκχυμώσεις περιοφθαλμικά δεξιά, εκχυμώσεις αριστερής πλάγιας τραχηλικής χώρας, δύο εκδορές στην περιοχή δεξιάς ωμοπλάτης. Παραπονείται για ζάλη, κεφαλαλγία, άλγος δεξιού αγκώνα, δεξιάς άκρας χειρός και αριστερής πηχεοκαρπικής άρθρωσης. Κατά την κλινική εξέταση χωρίς παθολογικά ευρήματα, νευρολογικά ουδέν παθολογικό. Έγινε ο απαραίτητος ακτινολογικός έλεγχος, ο οποίος δεν διαπίστωσε κακώσεις. Συστήθηκε εισαγωγή στο νοσοκομείο για παρακολούθηση την οποία αρνήθηκε. Δόθηκαν οδηγίες». Βλέποντας τις φωτογραφίες του τεκμηρίου 8 και ερωτώμενη εάν αυτές συνάδουν με το πιστοποιητικό είπε ότι στην πρώτη φωτογραφία φαίνεται μώλωπας αριστερού οφθαλμού, άνω και κάτω βλεφάρου και εκχυμώσεις περιοφθαλμικά δεξιά στο δεξί μάτι. Στην δεύτερη φαίνεται μώλωπας άνω βλεφάρου αριστερού οφθαλμού και στην τρίτη μώλωπας άνω και κάτω βλεφάρου αριστερού οφθαλμού. Στην πέμπτη φαίνονται εκχυμώσεις πλάγιας τραχηλικής χώρας, αριστερά. Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι ο μώλωπας στο αριστερό μάτι καταλαμβάνει το άνω βλέφαρο δηλ. στην περιοχή κάτω από το φρύδι. Ερωτώμενη κατά πόσο αυτός μπορεί να προκληθεί όταν κάποιος κτυπήσει το κεφάλι του στον τοίχο με φόρα και έχει επαφή ο τοίχος με την περιοχή αυτήν, απάντησε ότι όταν κτυπά κάποιος το κεφάλι στον τοίχο, η πρώτη επαφή γίνεται με το μέτωπο, γιατί εξέχει αυτό και σε τέτοια περίπτωση έπρεπε να βρει κάποιες κακώσεις, εκδορές, μώλωπες, ερυθρότητα. Θα μπορούσε όμως να προκληθεί μώλωπας και στο άνω βλέφαρο. Ο ακτινολογικός έλεγχος δεν έδειξε κακώσεις - κατάγματα στα οστά του κρανίου. Σε ερώτηση κατά πόσο με βάση αυτό και το ότι εντόπισε μώλωπες, θα χαρακτήριζε τα κτυπήματα - ξυλοδαρμό που ανέφερε ο κατηγορούμενος, βάναυσο είπε ότι σε τέτοια περίπτωση αξιολογείς πέραν των κακώσεων και την κλινική εικόνα και ότι μπορεί να παρουσιάσει συμπτώματα όπως εμετό, ζαλάδες υπνηλία, παρόλο που δεν έχει κατάγματα. Είπε δε ότι στην προκειμένη ο κατηγορούμενος παραπονείτο για ζάλη και κεφαλαλγία, όμως η νευρολογική εκτίμηση του ήταν φυσιολογική δηλ. δεν είχε παθολογικά ευρήματα από το κεντρικό νευρικό σύστημα. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 εξεταστής της υπόθεσης αναφέρθηκε στις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Η διερεύνηση που έκανε όμως κάθε άλλο παρά επιμελής και πλήρης μπορεί να χαρακτηρισθεί και εξηγώ. Ενώ υπήρχε ισχυρισμός από δύο συναδέλφους του, οι οποίοι μετέφεραν τον κατηγορούμενο στον Αστυνομικό Σταθμό, ότι ο τελευταίος χτυπούσε εκεί το κεφάλι του στους τοίχους και στο έδαφος δεν έκανε οποιαδήποτε διερεύνηση. Όταν ρωτήθηκε σχετικά έδωσε την μη πειστική δικαιολογία ότι όταν αυτό ήλθε στην αντίληψη του ο κατηγορούμενος είχε ήδη αφεθεί ελεύθερος. Παρά ταύτα και ενώ μπορούσε κάλλιστα να λάβει και την θέση του κατηγορούμενου, ουδέποτε μετά τον κάλεσε για τον σκοπό αυτό. Ενώ δε ανέφερε ότι υπήρχαν κάμερες στους κοινόχρηστους χώρους του Σταθμού (είπε ότι δεν υπάρχουν στα κελιά) δεν φρόντισε να δει το υλικό που αυτές κατέγραψαν έστω σε αυτούς τους χώρους, με δεδομένο τον ισχυρισμό του Μ.Κ.3 ότι ως του αναφέρθηκε, κατά την µεταφορά του στο κρατητήριο ο κατηγορούμενος κτυπούσε το κεφάλι του στο έδαφος και στους τοίχους. Ούτε και ιατρική μαρτυρία όσον αφορά την κατάσταση του κατηγορούμενου προσπάθησε να εντοπίσει. Στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι η Αστυνομία ως ανακριτική αρχή οφείλει να διερευνά πλήρως όλα τα δεδομένα μιας υπόθεσης (βλ. Gaprindashvili v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 424). Η αμετάβλητη συνισταμένη των ανακριτικών αρχών κατά την διαλεύκανση του εγκλήματος, πρέπει να είναι η αναζήτηση της αλήθειας (βλ. Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ.α. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 628). Το ερευνητικό έργο της Αστυνομίας δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων ώστε να λάμψει η αλήθεια (βλ. Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 459). Στην παρούσα παρά τους ισχυρισμούς ότι ο κατηγορούμενος μόνος του προκάλεσε τραύματα στον εαυτό του εντός Αστυνομικού Σταθμού όπου εκρατείτο, εντούτοις καμία περαιτέρω διερεύνηση έγινε όχι μόνο για να διαπιστωθούν και να επιβεβαιωθούν τα γεγονότα αλλά για να αποκλειστούν έστω οποιοιδήποτε ισχυρισμοί στους οποίους ενδεχομένως θα προέβαινε στην συνέχεια περί κακοποίησης του. Το όλο ανακριτικό έργο περιορίσθηκε στο να μπουν στον φάκελο οι καταθέσεις των δύο αστυνομικών που συνέλαβαν και μετέφεραν τον κατηγορούμενο στον Σταθμό και η κατάθεση που του λήφθηκε όπως και η γραπτή του κατηγορία. Πρόκειται λοιπόν για πλημμελές ανακριτικό έργο που σε καμία περίπτωση δεν βοηθά στην διάγνωση της αλήθειας, που είναι και το ζητούμενο. Ο Μ.Κ.2 μου έκανε καλή εντύπωση. Περιέγραψε με αμεσότητα τα γεγονότα που επισυνέβησαν εντός της μπυραρίας πριν την άφιξη των αστυνομικών και αυτά που ακολούθησαν όπως αυτός τα αντιλήφθηκε. Να λεχθεί δε ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε σε κανένα σημείο της. Όσον δε αφορά την επίθεση του κατηγορούμενου εναντίον του αστυνομικού, στην κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε σε μπουνιά στο στήθος. Στην αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε εάν ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στους αστυνομικούς είπε ότι υπήρχε πολύς αναβρασμός στο προαύλιο του μαγαζιού και ότι ο κατηγορούμενος «έσπρωξε τον αστυνομικό και αρνείτο», χωρίς να του ζητηθεί να διευκρινίσει σε πιο στάδιο αναφερόταν ούτε και σε τι συνίστατο η άρνηση του. Συνεπώς δεν κρίνεται ότι αυτό έρχεται σε αντίφαση με την θέση ότι ο κατηγορούμενος σε κάποια στιγμή έδωσε γροθιά στο στήθος στον αστυνομικό και σε κάποια άλλη τον έσπρωξε. Δεν διευκρινίσθηκε όμως πότε έγινε χρονικά το κάθε ένα από τα δύο, σε τι συνίστατο η άρνηση του κατηγορούμενου και πότε έγινε. Όσον δε αφορά τον λόγο σύλληψης του κατηγορούμενου ο μάρτυρας υπέθεσε ότι ήταν για ανησυχία εκ του ότι προκαλούσε φασαρία και όχι γιατί άκουσε τον λόγο. Συνεπώς η μαρτυρία του Μ.Κ.2 γίνεται δεκτή με τις προαναφερόμενες διευκρινίσεις. Οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 δεν μου έκαναν καλή εντύπωση. Προέβαλαν βασικά τις ίδιες ακριβώς θέσεις όσον αφορά τα γεγονότα και την εξέλιξη τους και προσπάθησαν να πείσουν για αυτές. Οι θέσεις τους όμως, ως διεφάνη ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση τους, πέραν του ότι σε αρκετά ουσιώδη σημεία είναι αντιφατικές και μάλιστα σε βαθμό που να διαψεύδουν ο ένας τον άλλο, είναι και μη πειστικές, δεν βρίσκουν έρεισμα στην λογική ενώ διαψεύδονται και από άλλη μαρτυρία. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση του ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι όταν αυτός έφθασε με την συνάδελφο του στην σκηνή είδαν τον κατηγορούμενο, σε κατάσταση µέθης να συμπεριφέρεται οχλαγωγικά και άτακτα, μετά να παίρνει µια ξύλινη διαφηµιστική πινακίδα της µπυραρίας και να την πετά εντός του δρόµου και ότι όταν τον προσέγγισε ο Μ.Κ.3 και του ζήτησε τα στοιχεία του, ο κατηγορούμενος τον εξύβρισε, φωνάζοντας δυνατά και προκαλώντας ανησυχία µε αποτέλεσµα να µαζευτεί αρκετός κόσµος. Όταν, στην αντεξέταση του, ρωτήθηκε να πει τον λόγο της σύλληψης και ενώ ήταν η θέση του ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε πολλά αδικήματα στην παρουσία του, εντούτοις είπε ότι τον συνέλαβε μόνο για την εξύβριση. Σε άλλο σημείο έδωσε την μη πειστική δικαιολογία όσον αφορά την ταμπέλα ότι δεν τον συνέλαβε για αυτήν καθότι εκείνη ανήκε σε κάποιον, ο οποίος δεν υπέβαλε παράπονο και έτσι για τον ίδιο δεν υπήρχε αδίκημα. Πέραν όμως αυτού θα πρέπει να λεχθεί ότι με βάση τα όσα είπε ο Μ.Κ.3, ο κατηγορούμενος διέπραξε και άλλα αδικήματα όπως αυτό της ανησυχίας και της μέθης. Άξιον απορίας είναι δε το γεγονός ότι ενώ στην συνέχεια του επιτέθηκε και αντιστάθηκε στην σύλληψη του δεν τον συνέλαβε για κανένα από αυτά τα αδικήματα. Παρά ταύτα όταν ρωτήθηκε γιατί ήθελε να στερήσει την ελευθερία του κατηγορούμενου είπε ότι είχε δικαίωμα και εξουσία να τον συλλάβει για να τον μεταφέρει στον Σταθμό ώστε διερευνηθούν τα αδικήματα που διέπραξε και ότι από την στιγμή που διέπραξε αυτά δεν μπορούσε να κάνει διερεύνηση χωρίς να τον συλλάβει. Στην συνέχεια είπε μάλιστα ότι εάν δεν τον συλλάμβαναν θα διέπραττε και άλλα αδικήματα στο μέρος με δεδομένο ότι είχε ήδη κάνει καβγά με κάποιους άλλους. Δέχθηκε όμως αμέσως μετά ότι δεν τον συνέλαβε για κάτι τέτοιο. Ως προς τα πιο πάνω η Μ.Κ.4 στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι ο Μ.Κ.3 είπε στον κατηγορούμενο ότι ήταν υπό σύλληψη και ότι θα καταγγελθεί για τα αδικήματα που διέπραξε και όχι μόνο για το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης. Στην αντεξέταση της είπε ότι ο λόγος της σύλληψης ήταν τα αυτόφωρα αδικήματα που διέπραττε και συγκεκριμένα της μέθης, ανησυχίας, δημόσιας εξύβρισης και επίθεσης εναντίον του συναδέλφου της. Όταν δε της τέθηκε ότι ο Μ.Κ.3 είπε ότι τον συνέλαβε μόνο για την εξύβριση επέμεινε, ουσιαστικά διαψεύδοντας τον, ότι τον συνέλαβε για τα αυτόφωρα αδικήματα (αναφερόμενη σε πληθυντικό αριθμό). Όσον δε αφορά την επίθεση που ο Μ.Κ.3 δέχθηκε ήταν η θέση τόσο αυτού όσο και της Μ.Κ.4 ότι ο κατηγορούμενος έδωσε γροθιά στο στήθος του Μ.Κ.3 και τον έπιασε από τον λαιμό. Όμως σε σχέση με αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι ο Μ.Κ.2 που ήταν παρών και είδε τι έγινε δεν ανέφερε ότι είδε τον κατηγορούμενο να πιάνει τον Μ.Κ.3 από τον λαιμό ενώ δεν ανέφερε ότι τον άκουσε να βρίζει παρά το ότι, ως είπε, ο κατηγορούμενος φώναζε απευθυνόμενος στους αστυνομικούς. Ο Μ.Κ.3 δεν δέχθηκε ότι κατά την μεταφορά του κατηγορούμενου στον Σταθμό, μέσα στο υπηρεσιακό όχημα, τον έβαλε στο πίσω κάθισμα, έκατσε και αυτός πίσω και τον χτύπησε με γροθιές στα μάτια και στο κεφάλι. Εδώ να σημειωθεί ότι η Μ.Κ.4 επιβεβαίωσε ότι πράγματι ο Μ.Κ.3 έκατσε στο υπηρεσιακό όχημα στο πίσω κάθισμα μαζί με τον κατηγορούμενο. Δεν δόθηκε δε καμία λογική εξήγηση γιατί ο Μ.Κ.3 να κάτσει με τον κατηγορούμενο στο όχημα. Όταν δε ρωτήθηκε ο Μ.Κ.3 πως τότε ο κατηγορούμενος βρέθηκε την επόμενη ημέρα με μαυρισμένα μάτια, προσπάθησε να αποδώσει αυτά σε άλλη αιτία λέγοντας ότι σύμφωνα με κάποιες ιατροδικαστές εκθέσεις που λαμβάνουν για νεκροψίες, οι μώλωπες και κάποια σημάδια εμφανίζονται μέχρι και 48 ώρες μετά και ότι ο κατηγορούμενος, πριν την άφιξη τους στο μέρος, ήλθε σε αντιπαράθεση με τον Μ.Κ.2 με τον οποίο τσακώθηκαν και έκανε καβγά με άλλα πρόσωπα εκεί εντός της μπυραρίας και όταν έφθασαν εκεί ήταν ήδη χτυπημένος. Εδώ να σημειωθεί όμως ότι η προσπάθεια του αυτή να πείσει ότι όταν έφθασαν στο μέρος ο κατηγορούμενος ήταν ήδη χτυπημένος διαψεύδεται από τον Μ.Κ.2, ο οποίος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος απλώς τον έπιασε από τον λαιμό και δεν μίλησε για καβγά μεταξύ τους ή με άλλα πρόσωπα. Όταν δε του υποδείχθηκε ουσιαστικά ότι ο Μ.Κ.2 είπε τα πιο πάνω απάντησε «Μα σίγουρα και εγώ αυτό θα έλεγα. Ότι δεν χτύπησα κανένα». Παρά ταύτα δέχθηκε στην συνέχεια ότι ο Μ.Κ.2 τους υπέβαλε παράπονο μόνο ότι ο κατηγορούμενος τον έπιασε από τον λαιμό. Ήταν επίσης η θέση του Μ.Κ.3 ότι ο κατηγορούμενος όταν τον πήραν στον Αστυνομικό Σταθμό, κατά τη μεταφορά του στο κελί αλλά και μέσα στο κελί χτυπούσε το κεφάλι του στο έδαφος και τους τοίχους, κάτι που ως ανέφερε του είπαν δύο συνάδελφοι του μεταξύ των οποίων και η Μ.Κ.
- Εδώ να σημειωθεί ότι αυτή ήταν και η θέση που υποβλήθηκε στον κατηγορούμενο κατά την αντεξέταση του. Όσον αφορά την ύπαρξη καμερών στον εν λόγω Σταθμό οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 είπαν ότι τέτοιες υπήρχαν στους κοινόχρηστους χώρους αλλά όχι στα κελιά - κρατητήρια. Δέχθηκαν δε ότι εάν ο κατηγορούμενος χτυπούσε το κεφάλι του στους διαδρόμους, κατά την μεταφορά του στο κελί, θα καταγράφηκε από τις κάμερες. Είναι δε παράδοξο το ότι ο ίδιος ο Μ.Κ.3 δεν είχε προσωπική γνώση των πιο πάνω εφόσον δεν ήταν η θέση του ότι μετά την παράδοση του κατηγορούμενου έφυγε αμέσως. Είπε δε σχετικά ότι αυτό δεν το θυμάται και ότι πήγαν στον Σταθμό, παρέδωσαν στον άλλον αστυνομικό, έγινε έρευνα και ο κατηγορούμενος τοποθετήθηκε στο κρατητήριο και έτσι μπορεί να πέρασε μισή με μια ώρα μέχρι να φύγει. Εδώ να σημειωθεί ότι αντίθετα με τα όσα είπε ο Μ.Κ.3 ότι του είπε, η Μ.Κ.4 δεν υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος χτυπούσε το κεφάλι του κατά την μεταφορά του στο κελί άλλα ότι τον είδε κατά τον πρώτο έλεγχο, μετά που τοποθετήθηκε στο κελί, να είναι σε έξαλλη κατάσταση και να χτυπά το κεφάλι του στο πάτωμα και στους τοίχους. Αρχικά αρνήθηκε ουσιαστικά ότι είπε στον Μ.Κ.3 ότι ο κατηγορούμενος χτυπιόταν και κατά την μεταφορά του στο κελί ενώ σε άλλο σημείο της αντεξέταση της όταν ρωτήθηκε εάν αποκλείεται να του είπε κάτι τέτοιο δεν ήταν πλέον σίγουρη, λέγοντας ότι δεν θυμάται. Στην αντεξέταση της η Μ.Κ.4, παρά την αναφορά στην πιο πάνω κατάσταση του κατηγορούμενου, είπε ότι δεν γνωρίζει με πόση δύναμη χτυπούσε το κεφάλι του ενώ είπε ότι όταν αυτή με συνάδελφο της τον σταμάτησαν δεν έφερε εξωτερικά εμφανή τραύματα. Δέχθηκε δε ότι η βάρδια της τελείωνε η ώρα 07:00 ενώ είπε ότι έλεγχε τον κατηγορούμενο κάθε μισή ώρα. Όταν της τέθηκε ότι όταν ο κατηγορούμενος εξήλθε του Σταθμού έφερε τραύματα στα μάτια και στο κεφάλι είπε ότι η ίδια δεν είδε εξωτερικά εμφανή τραύματα. Αυτό όμως δεν κρίνεται λογικό εφόσον ακόμη και με την θέση της ότι ο κατηγορούμενος αυτοτραυματίσθηκε αυτά τα τραύματα θα ήταν εμφανή κάτι που διεφάνη η ώρα 09:18 όταν εξετάσθηκε από την Μ.Υ.3 αλλά φαίνεται και στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 8 που λήφθηκαν λίγη ώρα αργότερα. Στο σημείο αυτό δεν μπορεί να παραγνωρισθεί η μαρτυρία της Μ.Υ.3 ότι σε περίπτωση που κάποιος χτυπά το κεφάλι του στον τοίχο θα αναμενόταν να υπάρχει τραύμα και στο μέτωπο εφόσον αυτό εξέχει. Πειστικότητας στερείται και η θέση της Μ.Κ.4 ότι ενώ είδε τον κατηγορούμενο σε «έξαλλη κατάσταση» να χτυπά το κεφάλι του στους τοίχους και στο πάτωμα και ενώ ενημέρωσε τον Αξιωματικό Υπηρεσίας της ΑΔΕ Πάφου, ο οποίος της έδωσε οδηγίες για έλεγχο του κάθε μισή ώρα, δεν τον μετέφεραν στο νοσοκομείο. Όταν δε ρωτήθηκε για αυτό είπε απλά ότι τον ρώτησε και εκείνος αρνήθηκε ενώ στην συνέχεια προσπαθώντας να γίνει πειστική είπε ότι δεν το έπραξε γιατί ο κατηγορούμενος δεν έφερε εμφανή εξωτερικά τραύματα και ότι η ίδια έκρινε ότι δεν έχρηζε μεταφοράς στο Νοσοκομείο. Όταν δε ρωτήθηκε εάν καταγράφηκε η άρνηση του κατηγορούμενου να μεταφερθεί στο Νοσοκομείο υπεκφεύγοντας είπε ότι δεν θυμάται εάν κρατούσε τον φάκελο η ίδια ή άλλος συνάδελφος της. Ως εκ των άνω κρίνω ότι οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 δεν είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Συναφώς η μαρτυρία τους στο μέτρο που δεν συμφωνεί επακριβώς με αυτήν του Μ.Κ.2 δεν γίνεται δεκτή, με εξαίρεση το ότι την ίδια ημέρα έθεσαν τον κατηγορούμενο υπό κράτηση και τον μετέφεραν στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς, κάτι που είναι ουσιαστικά κοινώς αποδεκτό. Η Μ.Κ.5 εξέτασε κατά τον επίδικο χρόνο τον Μ.Κ.3, ανέφερε τα σχετικά ευρήματα της και απάντησε σε ερωτήσεις τόσο ως προς τον τρόπο όσο και ως προς τον χρόνο πρόκλησης των τραυμάτων που εντόπισε. Η μαρτυρία της ουδόλως αμφισβητήθηκε και συνεπώς γίνεται δεκτή. Ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά την μαρτυρία του και ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση του απαντούσε με γενικότητες, αποφεύγοντας να περιγράψει συγκεκριμένα ουσιώδη γεγονότα, κάποιες θέσεις του προφανώς αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του εφόσον δεν τέθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας και η μνήμη του ήταν εμφανώς επιλεκτική εφόσον για θέματα που δεν ήθελε να απαντήσει παρουσιαζόταν πολύ φτωχή σε αντίθεση με αυτά τα οποία ήθελε να τονίσει και ιδιαίτερα αυτά που αφορούν τον ισχυρισμό του για κακοποίηση από αστυνομικό. Γενικά δεν άφησε στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι προσήλθε για να πει όλα τα γεγονότα όπως ακριβώς έγιναν. Συγκεκριμένα: Αναφορικά με το τι έγινε κατά τον επίδικο χρόνο στο μπαρ πριν την άφιξη της Αστυνομίας, είπε στην κυρίως εξέταση του ότι κατέβηκε μετά από επιμονή κάποιου γνωστού του που δούλευε εκεί και ότι του έβαλαν κάποιο ποτό και έπαιξαν μπιλιάρδο. Υποστήριξε δε βασικά ότι σε κάποια στιγμή πήγαν εκεί και κάποιοι άλλοι τους οποίους δεν γνώριζε και ότι φαίνεται ότι λόγω της ψυχολογικής του κατάστασης τον έπιασε το ποτό και αφού του είπαν για τον Μ.Κ.2, ότι παρενοχλούσε κάτι κοπέλες και ότι ήταν παλιόπαιδο, τον έβαλαν να τον ενοχλεί. Παρέλειψε δε να πει σε τι συνίστατο η «ενόχληση». Στην αντεξέταση του είπε δε ότι τα δύο πρόσωπα που πήγαν εκεί ήταν γνωστοί του «φατσικώς» και αφού κάθισαν δίπλα του «έβαλαν λόγια» για τον Μ.Κ.2 και ότι η ψυχολογία του τον έφερε να πιεί μια μπίρα και ότι «Ήλθε μια διαδικασία εκεί που δεν περίμενα με την ψυχολογία μου να με κτυπήσει το ποτό» κάτι που δείχνει ότι επηρεάσθηκε από το αλκοόλ. Παρά ταύτα ουσιαστικά αρνήθηκε ότι είχε μεθύσει αφού όταν ρωτήθηκε πως ένιωθε και εάν ήταν ζαλισμένος είπε ότι δεν αισθάνθηκε κάτι και ότι «απλά με την κατάληξη της νύχτας καταλαβαίνω ότι δεν ήταν ο εαυτός μου σε όλα τα σημεία». Όταν ρωτήθηκε τι έκανε στον Μ.Κ.2 απάντησε και πάλι υπεκφεύγοντας γενικά και αόριστα ότι τον «παρενοχλούσε» και ότι δεν θυμάται τι ακριβώς του έλεγε, δίδοντας έτσι την εντύπωση ότι η παρενόχληση ήταν λεκτική. Όταν δε ρωτήθηκε να πει εάν η παρενόχληση ήταν τέτοια είπε ότι δεν του έκανε ζημιά και ότι δεν θυμάται και 100% τα λόγια που είπε αφού πέρασαν 5 χρόνια. Όταν του υποβλήθηκε ότι του είπε «Έδερες κανέναν, ενόχλησες κανέναν» και «Έλα έξω να σου δώσω μία μπουνιά», ως υποστήριξε ο Μ.Κ.2 κατά την μαρτυρία του, η οποία να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε, είπε ότι δεν θυμάται τι του είπε χωρίς να αποκλείσει τελικά ότι μπορεί να του είπε αυτά. Όταν δε του υποβλήθηκε ότι έπιασε τον Μ.Κ.2 από τον λαιμό, το οποίο επίσης δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του εν λόγω μάρτυρα, είπε ότι δεν θυμάται να έκανε κάτι τέτοιο, χωρίς όμως να αποκλείσει ότι μπορεί να τον έπιασε από το σβέρκο, όχι όμως να τον σφίξει αλλά για να τον κρατήσει να του μιλήσει. Ούτε όμως αυτό τέθηκε στον Μ.Κ.2, ο οποίος υποστήριξε επίσης, χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι ο κατηγορούμενος έμοιαζε να είναι μεθυσμένος, κάτι που ο τελευταίος παρά το ότι απέφυγε να παραδεχθεί προκύπτει από όλα όσα ανέφερε και ιδιαίτερα από το γεγονός ότι σχεδόν όλα τα ουσιώδη γεγονότα που έλαβαν χώραν στο μπαρ και τα οποία θα αναμενόταν να θυμάται δήλωσε ότι δεν τα θυμόταν και σίγουρα αυτό δεν μπορεί να οφείλεται στην πάροδο του χρόνου από το περιστατικό. Εξ ου και παραδέχθηκε σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης του ότι δεν θυμάται ακριβώς τι έγινε όλη την διάρκεια της νύχτας καθώς και ότι πιθανόν να φώναζε αργότερα όταν ο ιδιοκτήτης τον έβγαλε έξω από τα μπαρ αλλά και όταν κατέφθασαν στο μέρος οι δύο αστυνομικοί ενώ δεν θυμόταν ούτε εάν πέταξε την πινακίδα στον δρόμο. Παρά ταύτα θυμόταν ότι άρχισε να του ασκείται βία από τον άνδρα αστυνομικό σχεδόν με την άφιξη του και συνεχίσθηκε με μεγαλύτερη ένταση εντός του περιπολικού κατά την μεταφορά του στον Σταθμό. Συγκεκριμένα είπε ότι ο Μ.Κ.3 ήταν πολύ βίαιος και στην προσπάθεια του να τον συλλάβει άρχισε να τον τραβά από την φανέλα, την οποία του έσχισε και του έσπασε και τον βαφτιστικό του σταυρό. Αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν τέθηκε κατά την αντεξέταση τους στους Μ.Κ3 και Μ.Κ.
- Δέχθηκε δε ότι εκεί έξω από το μπαρ μπορεί όταν τον τραβούσε ο αστυνομικός να τον έσπρωξε «τύπου τι κάνεις;» ως είπε και σίγουρα δεν χρησιμοποίησε «κακόβουλα τις κινήσεις» του να του επιτεθεί. Όταν δε σε άλλο σημείο του υποβλήθηκε ότι αυτός επιτέθηκε στον Μ.Κ.3 δίδοντας του γροθιά στο στήθος και πιάνοντας τον από το λαιμό και ενώ πριν είπε ότι μπορεί να τον έσπρωξε εντούτοις είπε ότι δεν τον άγγιξε. Στην κυρίως εξέταση του είπε ότι ο Μ.Κ.3 μόλις κατέβηκε του είπε ότι είναι υπό σύλληψη και προσπαθούσε με άγριο τρόπο να τον βάλει στο περιπολικό και όταν ο κατηγορούμενος του ζήτησε να του εξηγήσει τον λόγο της σύλληψης του είπε «Προς το παρών η εξακρίβωση στοιχείων και βλέπουμε». Ο κατηγορούμενος του εξήγησε ότι είχε πράγματα μέσα στο αυτοκίνητο να πάρει όπως την ταυτότητα του και λεφτά για να πληρώσει τον λογαριασμό, όμως ο αστυνομικός προσπαθούσε με βίαιο τρόπο να τον βάλει στο περιπολικό και όταν ο κατηγορούμενος κατάφερε και άνοιξε την άλλη πόρτα του περιπολικού και έτρεξε να πάει προς το αυτοκίνητο του να πάρει τα πιο πάνω, ο Μ.Κ.3 τον άρπαξε και τον έβαλε μέσα στο περιπολικό. Τίποτε όμως από τα πιο πάνω, τα οποία είναι ουσιώδη για την υπεράσπιση του κατηγορούμενου εφόσον συνδέονται με το θέμα της αναγκαιότητας σύλληψης του, που έθεσε ο συνήγορος του, δεν τέθηκε στους Μ.Κ.3 και Μ.Κ.
- Ως λέχθηκε στην Πέτρου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 41/2015, ημερ. 25.10.16, αποτελεί υποχρέωση της υπεράσπισης να υποβάλει τέτοια θέση στους μάρτυρες της άλλης πλευράς ώστε να τους δώσει την δυνατότητα να αντικρούσουν την θέση αυτή και παράλειψη τέτοιας υποβολής εξουδετερώνει την θέση (βλ. και Σιακαλλής ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146). Ως λέχθηκε στην ίδια υπόθεση, με αναφορά στην Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν την δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Αυτή η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό (βλ. επίσης Adidas Sportshunfanbriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599). Ως θέση λοιπόν ουσιώδης για την υπεράσπιση, η οποία χωρίς εξήγηση δεν τέθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας για να την σχολιάσουν ώστε να αξιολογηθεί, είναι έκθετη σε απόρριψη. Υποστήριξε επίσης ο κατηγορούμενος ότι για την υπόθεση έδωσε σε μεταγενέστερη ημερομηνία κατάθεση σε κάποιο Λοχία στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου. Παρά δε το ότι αυτή η κατάθεση αφορούσε το παράπονο του για ξυλοδαρμό από μέλος της Αστυνομίας και ήταν η θέση του ότι αρνούνταν να του λάβουν τέτοια και ότι το έκαναν μετά που πήγε στον Σταθμό με κάποιο πρόσωπο οικογενειακό του φίλο που ήταν δικηγόρος, εντούτοις δεν θυμόταν ούτε ποιος του την έλαβε αλλά ούτε και κατά πόσο πήρε αντίγραφο. Υποστήριξε μάλιστα ότι μετά από αυτό ανοίχθηκε υπόθεση εναντίον του συγκεκριμένου αστυνομικού και ότι ο ίδιος απευθύνθηκε στον νυν δικηγόρο του για να κάνει τις ανάλογες διαδικασίες. Αναφέρθηκε επίσης και σε κατάθεση που έγραψε ο ίδιος και την έστειλε ο δικηγόρος του σε γραφείο παραπόνων κατά αστυνομικών. Καμία όμως από τις εν λόγω καταθέσεις προσκομίσθηκαν στο Δικαστήριο ώστε να καταδειχθεί το περιεχόμενο τους ενώ καμία σχετική υποβολή έγινε κατά την αντεξέταση τους στον εξεταστή της υπόθεσης ή στον Μ.Κ.
- Το μόνο μέρος της μαρτυρίας του που γίνεται δεκτό εφόσον δεν έχει αμφισβητηθεί αλλά επιβεβαιώνεται και από άλλους μάρτυρες (Μ.Υ.1 και Μ.Υ.3) είναι ότι όταν απολύθηκε της κράτησης του μετέβηκε στο Νοσοκομείο όπου εξετάσθηκε από ιατρό καθώς και ότι αργότερα την ίδια ημέρα ο αδελφός του του έβγαλε φωτογραφίες. Πριν ολοκληρώσω την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου αναφορά θα πρέπει να γίνει στην κατάθεση τεκμήριο 2 που φαίνεται να κατέγραψε ο Αστ.ΧΧΧΧ και παρουσιάσθηκε από την κατηγορούσα αρχή ως η κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο την ίδια ημέρα. Ως προς αυτήν η θέση του κατηγορούμενου ήταν ότι το περιεχόμενο της δεν συμβαδίζει με όσα είπε παρά μόνο μερικώς και ότι πρώτη φορά την έβλεπε. Δήλωσε δε ότι ο αστυνομικός έγραψε τα όσα εκεί αναφέρονται, χωρίς αυτός να βλέπει τι γράφει και ότι σε αυτήν δεν κατέγραψε, παρά το ότι του το ζήτησε, το παράπονο του για ξυλοδαρμό από συνάδελφο του. Στο τέλος δε της κατάθεσης ο Αστ.ΧΧΧΧ κατέγραψε ότι ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να υπογράψει την ενημέρωση για τα αδικήματα που διερευνούσε καθώς και ότι δεν την υπέγραψε στο τέλος. Εδώ να σημειωθεί ότι ο Αστ.ΧΧΧΧ δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο ώστε να εξηγήσει τις συνθήκες λήψης της κατάθεσης χωρίς να δοθεί κάποια δικαιολογία. Συνεπώς δεν μπορεί να δοθεί σε αυτήν οποιαδήποτε βαρύτητα. Με εξαίρεση λοιπόν τα πιο πάνω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συναφώς η λοιπή του μαρτυρία δεν γίνεται δεκτή. Όσον αφορά τον Μ.Υ.1 θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι εξέτασα και αξιολόγησα την μαρτυρία του έχοντας κατά νου ότι πρόκειται για στενό συγγενικό πρόσωπο του κατηγορούμενου. Κατά την μαρτυρία του ανέφερε τις περιστάσεις υπό τις οποίες μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και πήρε από εκεί τον αδελφό του, τα όσα εκείνος του είπε αλλά και τον λόγο για τον οποίο τον «ανάγκασε» να τον φωτογραφήσει. Ως προς τούτα ήταν σταθερός και συνεπής στις θέσεις του, οι οποίες ήταν και λογικές και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Όσον όμως αφορά τις θέσεις του για τα τραύματα του αδελφού του, την σοβαρότητα τους, το μέγεθος τους αλλά και τον τρόπο πρόκλησης τους, με βάση πάντα τις φωτογραφίες στις οποίες υπέδειξε τα σχετικά, ο ίδιος δέχθηκε ότι δεν είναι ειδικός και ενόψει του ότι δεν είχε προσωπική γνώση για το πώς προκλήθηκαν, τα όσα είπε δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Από την μαρτυρία του γίνεται λοιπόν δεκτό ότι παρέλαβε τον κατηγορούμενο από το Νοσοκομείο εκείνη την ημέρα και στην συνέχεια έλαβε τις φωτογραφίες (τεκμήριο 8). Η μαρτυρία του Μ.Υ.2 παρέμεινε αναντίλεκτη εφόσον αυτός δεν αντεξετάσθηκε και συνεπώς γίνεται δεκτή. Η Μ.Υ.3 ήταν αυτή που εξέτασε τον κατηγορούμενο κατά την επίδικη ημερομηνία μετά που αυτός εξήλθε από τα κρατητήρια του Αστυνομικού Σταθμού Πόλης Χρυσοχούς. Αναφέρθηκε δε στα ευρήματα της κατά την εξέταση και η μαρτυρίας της δεν αμφισβητήθηκε. Ουσιαστικά επιβεβαίωσε ότι οι μώλωπες αριστερού οφθαλμού άνω και κάτω βλεφάρων, εκχυμώσεις περιοφθαλμικά δεξιά και εκχυμώσεις αριστερής πλάγιας τραχηλικής χώρας που εντόπισε φαίνονται και στις φωτογραφίες του τεκμηρίου
- Όσον δε αφορά το κατά πόσο ο μώλωπας στο άνω βλέφαρο του αριστερού ματιού μπορούσε να προκληθεί όταν κάποιος κτυπήσει το κεφάλι του στον τοίχο με φόρα και έχει επαφή ο τοίχος με την περιοχή, παρά το ότι τελικά δεν το απέκλεισε εντούτοις είπε ότι σε τέτοια περίπτωση θα ανέμενε να βρει κάποιες κακώσεις, εκδορές, μώλωπες, ερυθρότητα στο μέτωπο εφόσον η πρώτη επαφή γίνεται με αυτό αφού εξέχει, κάτι που είναι και λογικό. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της γίνεται δεκτή. Ευρήματα Με βάση την μαρτυρία που έγινε δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Στις 29.3.13 και περί ώρα 23:00 ο Μ.Κ.2 πήγε στην μπυραρία ΧΧΧΧ στο Λατσί. Εκεί υπήρχαν γύρω στα 10 άτομα. Μεταξύ αυτών και ο κατηγορούμενος, τον οποίο γνώριζε εξ όψεως και τελευταία φορά τον είχε δει τον προηγούμενο χρόνο στον ίδιο χώρο. Από την ώρα που ο Μ.Κ.2 πήγε εκεί πρόσεξε ότι ο κατηγορούμενος έπινε ποτό. Έπαιζε δε μπιλιάρδο με κάποιο άλλο πρόσωπο, το οποίο είχε προηγούμενα με τον Μ.Κ.
- Περί ώρα 01:50 της 30.3.13 ενώ ο Μ.Κ.2 καθόταν στο μπαρ εντός της μπυραρίας και χωρίς να μιλήσουν πριν, τον πλησίασε ο κατηγορούμενος και τον έπιασε από το λαιμό. Ο κατηγορούμενος ήταν σε κατάσταση μέθης και είπε στον Μ.Κ.2 δυο φορές «Έδερες κανένα, ενοχλήσες κανένα». Ο Μ.Κ.2 του απάντησε «Ξέρω σε;» και ο κατηγορούμενος συνέχισε να τον ενοχλεί λέγοντας του «Έλα έξω να σου δώσω την ππουνιά». Ο Μ.Κ.2 φοβήθηκε και τηλεφώνησε στην Αστυνομία. Έμεινε δε μέσα στο μπαρ μέχρι να φύγει ο κατηγορούμενος. Στην συνέχεια ο ιδιοκτήτης του μπαρ έβγαλε τον κατηγορούμενο έξω. Ακολούθως στο μέρος έφθασαν οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.
- Μόλις βγήκε από τον μπαρ και ακριβώς κατά την άφιξη των μελών της Αστυνομίας, ο κατηγορούμενος έπιασε μια ξύλινη ταμπέλλα, η οποία ανήκει στο μπαρ και την έριξε στον δρόμο. Όταν στην συνέχεια οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 πλησίασαν τον κατηγορούμενο αυτός άρχισε να φωνάζει, ήταν εκτός εαυτού και απευθυνόταν στους αστυνομικούς. Σε κάποια στιγμή επιτέθηκε στον Μ.Κ.3 δίνοντας του γροθιά στο στήθος ενώ σε κάποια άλλη στιγμή έσπρωξε τον Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.3 συνέλαβε τον κατηγορούμενο και αφού τον έθεσε υπό κράτηση, τον έβαλαν στο αστυνομικό όχημα και τον μετέφεραν στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς. Ο Μ.Κ.3 την ίδια ημέρα και περί ώρα 02:30 μετέβη στο Νοσοκομείο Πόλης Χρυσοχούς όπου εξετάσθηκε από την Μ.Κ.5, η οποία διαπίστωσε ότι έφερε ερυθρότητα δέρματος στον λαιμό και στο δεξί χέρι. Νομική Πτυχή Το αδίκημα της κοινής επίθεσης εδράζεται στο άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα και τα συστατικά του στοιχεία είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να επιτέθηκε εναντίον άλλου,
- Αυτό να έγινε παράνομα. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε άλλο πρόσωπο τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίζει το άλλο πρόσωπο. Πρέπει όμως να υπάρξει κάποια εχθρική πράξη για να στοιχειοθετηθεί η επίθεση όπως μια απειλή ή μια κίνηση που μπορεί να εκληφθεί ως απειλή (βλ. Fagan v. Metropolitan Police Commissioner
(1968)3 All E.R 442 και το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003, παρ. Β2.5, σελ. 162). Σε σχέση με το νοητικό στοιχείο της επίθεσης (mens rea), σχετική είναι η υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 όπου λέχθηκε ότι ο νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει την χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια, η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, παρά το ότι συνειδητοποιεί την ύπαρξη του, προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974). Εδώ να σημειωθεί ότι η επίθεση αποτελεί συστατικό στοιχείο όλων των επίδικων αδικημάτων στην παρούσα. Τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 3 εδράζονται στο άρθρο 244(α)(β) του Ποινικού Κώδικα. Από δε το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικήματος συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που προβλέπει το άρθρο 244(β) (κατηγορία 1) είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να επιτέθηκε εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης,
- Η επίθεση να έγινε κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του οργάνου τήρησης της τάξης. Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας 3, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που προβλέπει το άρθρο 244(α) είναι τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να επιτέθηκε εναντίον άλλου,
- Η επίθεση να έγινε με σκοπό αντίστασης της νόμιμης σύλληψης του κατηγορούμενου για κάποιο ποινικό αδίκημα. Το δε αδίκημα του άρθρου 244(α) είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 38 του αγγλικού Offences Against the Person Act
- Ανάλυση των συστατικών στοιχείων αυτού του αδικήματος γίνεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ.
- Το δε αδίκημα του άρθρου 244(β) όσον αφορά την επίθεση εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 89
(1)του αγγλικού Police Act
- Ανάλυση αυτού του γίνεται επίσης στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ.
- Από την Φωτίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 192/2014, ημερ. 16.9.15, προκύπτουν επίσης τα ακόλουθα: Παράνομη σύλληψη (και κατ' επέκταση παράνομη κράτηση και περιορισμός) οποιουδήποτε πολίτη από αστυνομικούς, αποτελεί παράνομη αποστέρηση της ελευθερίας, η οποία δημιουργεί δικαίωμα στον πολίτη να αντισταθεί, με σκοπό να απελευθερωθεί από την παράνομη σύλληψη του. Γίνεται δε παραπομπή στο ακόλουθο απόσπασμα από την Christie v. Leachinsky [1947] AC 373, 591: «I would say that it is the right of every citizen to be free from arrest unless there is in some other citizen, whether a constable or not, the right to arrest him. And I would say next that it is the corollary of that right of every citizen to be thus free from arrest that he should be entitled to resist arrest unless that arrest is lawful». Ως αναφέρεται περαιτέρω στην Φωτίου, με παραπομπή σε αγγλικό σύγγραμμα και νομολογία, ένα πρόσωπο έχει ανεπιφύλακτο δικαίωμα στο Κοινοδίκαιο να αντισταθεί σε παράνομη σύλληψη (Christie v. Leashinsky
(1947)A.C. 573), ωστόσο δεν πρέπει να χρησιμοποιήσει υπερβολική δύναμη για να το πράξει (βλ. Wilson
(1955)1 W.L.R. 493 και Long
(1836)7 C & P p.314). Ενώ υπερβολική βία στο να αντισταθείς στη σύλληψη δύναται να στοιχειοθετήσει αδίκημα, το πρόσωπο που χρησιμοποιεί τέτοια υπερβολική βία δεν θα είναι ένοχος για αδίκημα επίθεσης εναντίον αστυνομικού κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του (Kenlin v. Gardiner
(1967)2 Q.B. 510). Για τα πιο πάνω βλέπε και σύγγραμμα Blackstone´s Criminal Practice 2009, στη σελ.1187 D1.
- Το δικαίωμα για αντίσταση λοιπόν δεν είναι απόλυτο. Τελεί σε σχέση αναλογικότητας προς τις ενέργειες των αστυνομικών. Έτσι, όταν ασκείται υπέρμετρη βία, τότε ο δράστης μπορεί να κριθεί ένοχος επίθεσης παρά το παράνομο της σύλληψης (Wilson ανωτέρω). Δεν μπορεί όμως να κριθεί ένοχος για επίθεση κατά οργάνου της τάξης εν τη δεούση εκτελέσει του καθήκοντός του, εφόσον ελλείπει το συστατικό στοιχείο της δέουσας εκτέλεσης καθήκοντος (Kenlin ανωτέρω). Το κατά πόσο έγινε χρήση υπερβολικής βίας είναι δε θέμα των ειδικών περιστάσεων και εφαρμόζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ των πράξεων των αστυνομικών και της αντίδρασης του αντισταμένου. Το Δικαστήριο έχει στα πλαίσια αυτά καθήκον να εξισορροπήσει κατά τρόπο συγκεκριμένο τις ενέργειες των αστυνομικών αφενός και τις ενέργειες του αντισταμένου, ως αντίδραση, αφετέρου με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσο στην συγκεκριμένη περίπτωση η βία που άσκησε ο τελευταίος ήταν υπερβολική. Η συμπεριφορά λοιπόν του αντισταμένου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σωρευτικά αλλά ανάλογα των περιστάσεων. Το κάθε στάδιο ενός επεισοδίου θα πρέπει να προσεγγίζεται με την αναγκαία διάκριση ώστε να επιτευχθεί η ορθή εξισορρόπηση με βάση τις συγκεκριμένες κάθε φορά ενέργειες ενός εκάστου των εμπλεκομένων. Τέλος τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη (κατηγορία 2), το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, είναι τα ακόλουθα:
- Επίθεση ενάντια σε άλλο πρόσωπο και
- Η πρόκληση στο πρόσωπο αυτό πραγματικής σωματικής βλάβης από την εν λόγω επίθεση. Στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 αναφέρεται ότι "σωματική βλάβη" σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή είτε μόνιμη είτε προσωρινή. Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56 μια επιπόλαιη εκδορά στο πρόσωπο και κοκκίνισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Στο σύγγραμμα Archbold 41η έκδοση, παρ. 20 - 116, αναφέρεται ότι πραγματική σωματική βλάβη σημαίνει κάποια πραγματική σωματική κάκωση. Δεν είναι αναγκαίο να είναι κάκωση μόνιμου χαρακτήρα, ούτε να είναι αυτό που θεωρείται οδυνηρή (grievous) σωματική βλάβη. Συνεπώς δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα. Συμπεράσματα Θα εξετάσω στην συνέχεια εάν με βάση τα ευρήματα στα οποία κατέληξα στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Από τα ευρήματα αυτά προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος στις 30.3.13, εντός της μπυραρίας ΧΧΧΧ στο Λατσί, έπιασε από τον λαιμό τον Μ.Κ.2, συνιστά επίθεση εφόσον αποτελεί αναμφίβολα χρήση βίας. Προκύπτει επίσης ότι παρά το ότι ήταν σε κατάσταση μέθης έπραξε αυτό με πρόθεση και παράνομα δηλ. χωρίς νομικό έρεισμα. Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας
- Σε σχέση με τα υπόλοιπα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Η μαρτυρία του κατηγορούμενου δεν έγινε δεκτή. Αυτό φυσικά δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ενοχής του. Το βάρος απόδειξης των κατηγοριών και κάθε στοιχείου που τις συνιστά φέρει η κατηγορούσα αρχή. Εκ των μαρτύρων στους οποίους αυτή στήριξε τις εν λόγω κατηγορίες, η μαρτυρία των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4, στο μέτρο που δεν συμφωνεί επακριβώς με αυτήν του Μ.Κ.2, για τους λόγους που εξηγήθηκαν κατά την αξιολόγηση της δεν έγινε δεκτή. Δεκτή έγινε λοιπόν και σε σχέση με τις εν λόγω κατηγορίες μόνο η μαρτυρία του Μ.Κ.
- Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος μετά την άφιξη των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις επιτέθηκε εναντίον του Μ.Κ.
- Ο συνήγορος υπεράσπισης μέσω της αντεξέτασης των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 έθεσε θέμα ως προς την αναγκαιότητα σύλληψης και κράτησης του προς διερεύνηση του όποιου αδικήματος συνελήφθη, εισηγούμενος ουσιαστικά ότι δεν ήταν αναγκαία τέτοια στέρηση της ελευθερίας του. Δυστυχώς από την μαρτυρία που έγινε δεκτή το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε συγκεκριμένα και αναμφίβολα ευρήματα και κατ' επέκταση σε συμπεράσματα όσον αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες συνελήφθη ο κατηγορούμενος όπως το σε ποιο ακριβώς χρονικό σημείο έγινε αυτό και για ποιο αδίκημα, πως έδρασε ο Μ.Κ.3 κατά την σύλληψη και την προσπάθεια να τον θέσει υπό κράτηση καθώς και για την αναγκαιότητα της σύλληψης και κράτησης και κατ' επέκταση στέρησης της ελευθερίας του αλλά και ως προς το πότε ο κατηγορούμενος προέβη στις προαναφερόμενες επιθέσεις. Η αδυναμία κατάληξης σε τέτοια ευρήματα δημιουργεί κενά στην όλη υπόθεση και εξηγώ. Ενόψει αυτών δεν μπορεί να κριθεί το νόμιμο και αναγκαίο της σύλληψης και κράτησης του και κατ' επέκταση το κατά πόσο οι ενέργειες του κατηγορούμενου συνιστούσαν, στην βάση της προαναφερθείσας νομολογίας, αντίσταση σε παράνομη σύλληψη ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε συμπέρασμα κατά πόσο αποδείχθηκαν τα αδικήματα της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης «κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του» όσο και αντίστασης σε «νόμιμη σύλληψη». Με δεδομένο δε ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε ευρήματα ούτε όσον αφορά το ποια ήταν η συμπεριφορά ή η βία που άσκησε ο Μ.Κ.3 κατά την σύλληψη και την προσπάθεια του να θέσει υπό κράτηση τον κατηγορούμενο, ακόμη και εάν γινόταν δεκτό ότι ο κατηγορούμενος προέβη στις εν λόγω επιθέσεις μετά την σύλληψη του, το Δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει τις τελευταίες υπό το φως της αρχής της αναλογικότητας που προβλέπει η σχετική νομολογία, ώστε να αποφασίσει εάν στοιχειοθετούνται οι εν λόγω επιθέσεις. Εδώ να σημειωθεί ότι σε τέτοια περίπτωση θα εξεταζόταν κατά πόσο ο κατηγορούμενος διέπραξε κοινές επιθέσεις και όχι επιθέσεις με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης εφόσον σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι με την γροθιά που επέφερε στον Μ.Κ.3 και το σπρώξιμο προκλήθηκε τέτοια βλάβη μιας και τα τραύματα που εντόπισε σε αυτόν η Μ.Κ.5 δεν συνάδουν με τέτοιες ενέργειες. Να υπομνησθεί στο σημείο αυτό ότι αποτελεί βασική αρχή του ποινικού δικαίου ότι η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνουν εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και εάν είναι με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη πραγματικών γεγονότων που συνιστούν ή αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Όλα τα πιο πάνω δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει στον δέοντα βαθμό τις κατηγορίες 1-
- Πριν οδηγηθώ στην κατάληξη μου θα πρέπει να αναφέρω ότι δεν έκρινα σκόπιμο αλλά ούτε και ορθό να προβώ σε οποιαδήποτε ευρήματα αναφορικά με τα όσα επισυνέβηκαν κατά την επίδικη ημερομηνία, μετά την αναχώρηση των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 με τον κατηγορούμενο από την συγκεκριμένη μπυραρία, καθότι αυτά δεν είναι επίδικα στην παρούσα. Η όποια σχετική αναφορά έγινε ανωτέρω έγινε περιοριστικά και μόνο για σκοπούς κρίσης επί της εν γένει αξιοπιστίας των μαρτύρων και του κατηγορούμενου. Καταληκτικά ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία 4 ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 1-
- (Υπ.) ........................................ Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Επίθεση κατά οργάνου τήρησης της τάξης - Αντίσταση στη νόμιμη σύλληψη - Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη - Κοινή επίθεση). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο