← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 2178/16, 8/2/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 2178/16, 8/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:B12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2178/16 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΧΧΧ ΚΑΛΟΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 08.02.19 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σπ. Χρυσοστόμου (ο ίδιος για ν' ακούσει ποινή) Για Κατηγορούμενο: κος Α. Παπαχαραλάμπους (ο ίδιος για ν' ακούσει ποινή) Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, σε δύο κατηγορίες διάρρηξης καταστήματος και σε δύο κατηγορίες κλοπής από αυτό κατά παράβαση των άρθρων 294(α), 255 και 262 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος στις 29.10.15 διέρρηξε και εισήλθε στην μπυραρία με την ονομασία χχχ που βρίσκεται στην οδό χχχ στην Πόλυ Χρυσοχούς της επαρχίας Πάφου από την οποίαν έκλεψε διάφορα κέρματα συνολικής αξίας €10, περιουσία του ΧΧΧ Ιωάννου από το Νέο Χωριό (στο εξής ο πρώτος παραπονούμενος). Περαιτέρω στον ίδιο χρόνο ο κατηγορούμενος διέρρηξε και εισήλθε στην μπυραρία με την ονομασία χχχ που βρίσκεται στην οδό χχχ στην Πόλυ Χρυσοχούς της επαρχίας Πάφου από την οποίαν έκλεψε μία συρταριέρα ταμειακής μηχανής αξίας €300, περιουσία του ΧΧΧ Ιγνατίου από το Προδρόμι (στο εξής ο δεύτερος παραπονούμενος). Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση αυτή παραπέμπουν σε δύο ξεχωριστά περιστατικά που συνέβησαν σε διαφορετικούς χρόνους. Πιο κάτω συνοψίζω τα εν λόγω γεγονότα που συνθέτουν το παρόν κατηγορητήριο, τα οποία έχουν εκτεθεί από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον κατηγορούμενο. Στις 29.10.15 και περί ώρα 17:30 καταγγέλθηκε στην αστυνομία από το δεύτερο παραπονούμενο ότι μεταξύ των ωρών 01:20 και 08:00 της ίδιας ημέρας διαρρήχθηκε η μπυραρία του με την ονομασία χχχ που βρίσκεται στην χχχ στην Πόλυ Χρυσοχούς της επαρχίας Πάφου από την οποίαν κλάπηκε μία συρταριέρα ταμειακής μηχανής αξίας €

  1. Μέλη της αστυνομίας μετέβησαν στη σκηνή και προέβηκαν σε επιτόπιες εξετάσεις, μέσα από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι ο δράστης πέτυχε είσοδο στην εν λόγω μπυραρία και έπειτα έξοδο από αυτή σπάζοντας παράθυρο της κουζίνας με άγνωστο αντικείμενο. Επειδή ο δεύτερος παραπονούμενος υποψιάστηκε ότι ο κατηγορούμενος ενδεχομένως να εμπλέκεται στο περιστατικό αυτό συναντήθηκε μαζί του αργότερα της ίδιας ημέρας. Κατά τη συνάντηση ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι αυτός είχε διαρρήξει την εν λόγω μπυραρία και ότι από αυτή έκλεψε την προαναφερόμενη συρταριέρα ταμειακής μηχανής. Ο κατηγορούμενος επέστρεψε το εν λόγω αντικείμενο στον δεύτερο παραπονούμενο μέσω φιλικού προσώπου του τελευταίου. Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε δυνάμει δικαστικού εντάλματος και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, αυτός απάντησε "Ήρτα να σας τα πω ούλλα." Προέβηκε σε θεληματική κατάθεση στην οποίαν παραδέχεται ότι ήταν αυτός που διέρρηξε την πιο πάνω μπυραρία από την οποίαν έκλεψε τη συρταριέρα ταμειακής μηχανής. Επίσης στην ίδια θεληματική κατάθεση του ο κατηγορούμενος αποκάλυψε ότι την ίδια ημέρα είχε διαρρήξει και τη μπυραρία χχχ που βρίσκεται στην χχχ στην Πόλυ Χρυσοχούς της επαρχίας Πάφου από την οποίαν έκλεψε ένα πλαστικό κουτί της ταμειακή μηχανής, εντός του οποίου υπήρχαν διάφορα κέρματα συνολικής αξίας €
  2. Ο κατηγορούμενος αφού πέταξε το πλαστικό κουτί σε άγνωστο μέρος, κράτησε τα νομίσματα. Μέλη της αστυνομίας που μετέβησαν στη σκηνή και προέβηκαν σε επιτόπιες εξετάσεις, διαπίστωσαν ότι ο δράστης πέτυχε είσοδο στην εν λόγω μπυραρία και έπειτα έξοδο από αυτή παραβιάζοντας ξύλινη πόρτα που βρίσκεται στο πίσω μέρος του υποστατικού αυτού ασκώντας φυσική δύναμη. Στις 30.10.15 ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς για τη διάπραξη διάρρηξης στις πιο πάνω δύο μπυραρίες και κλοπής από αυτές και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο, αυτός απάντησε "Παραδέχομαι, έκαμα λάθος." Καταλήγοντας ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου ετοιμάστηκε έκθεση από το Γραφείο Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, στο περιεχόμενο της οποίας θα αναφερθώ στη συνέχεια. Στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:

(1)Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου.
(2)Ο προηγούμενος έντιμος βίος του κατηγορουμένου καθώς επίσης ο χαρακτήρας και η διαγωγή του ιδιαίτερα μετά τη διάπραξη των αδικημάτων.
(3)Την παραδοχή του πελάτη του στο δικαστήριο.
(4)Τη συνεργασία του κατηγορουμένου με την αστυνομία για τη διερεύνηση και διαλεύκανση των αδικημάτων του κατηγορητηρίου.
(5)Το ότι αυθημερόν της διάπραξης των αδικημάτων ο κατηγορούμενος επέστρεψε το κλοπιμαίο αντικείμενο στο δεύτερο παραπονούμενο προς τον οποίον απολογήθηκε και την επόμενη ημέρα αποζημίωσε τον πρώτο παραπονούμενο με χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί στην αξία της κλοπιμαίας περιουσίας προς τον οποίον επίσης απολογήθηκε.
(6)Την έμπρακτη μεταμέλεια του κατηγορουμένου, όπως αυτή προκύπτει μέσα από την όλη στάση και συμπεριφορά του.
(7)Το νεαρό της ηλικίας του κατηγορουμένου.
(8)Τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε μπορεί να εκληφθούν ότι πηγάζουν από μια ποινική συμπεριφορά του μέσα από ένα ενιαίο περιστατικό.
(9)Τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε ήταν πολύ μικρής διάρκειας χωρίς να υπάρχει το στοιχείο της βίας και δίχως να υπάρχει στοιχείο εγκληματικού σχεδιασμού.
(10)Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από την υπεράσπιση με τις διορθώσεις που υπέδειξε στο δικαστήριο.
(11)Ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της υπόθεσης στο δικαστήριο και μετέπειτα μέχρι σήμερα που το δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή σε συνδυασμό με μεταβολές στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου που επήλθαν στο μεσοδιάστημα και ανάφερε στο δικαστήριο.
(12)Τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα, σύμφωνα με τις οποίες ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε κατάθλιψη την οποίαν αντιμετώπιζε με τη λήψη φαρμακευτικής αγωγής και ότι ενέργησε απερίσκεπτα και επιπόλαια λόγω του νεαρού της ηλικίας και του χαμηλού μορφωτικού επιπέδου του καθώς επίσης έδρασε υπό το καθεστώς απόγνωσης και απελπισίας ένεκα σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει, λόγω έντονων προστριβών που είχε με την πρώην σύζυγο του και επειδή θεωρούσε τον εαυτό του υπεύθυνο για την άσχημη πορεία της ζωής του μετά από έντονο καβγά που είχε το προηγούμενο βράδυ με τη μητέρα του, η οποία του επέρριψε ευθύνες για την αδιαφορία που επιδείκνυε για το παιδί του. Τέλος ο συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο σε περίπτωση που προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητικής της ελευθερίας του πελάτη του να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια του και την αναστείλει καθότι, όπως ο ίδιος είπε, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Όπως επίσης είπε, τυχόν επιβολή ποινής άμεσης φυλάκισης στον κατηγορούμενο θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στον ανήλικο υιό του που βρίσκεται στο στάδιο εφηβείας και στη ζωή του παππού του ηλικίας 82 ετών που διαμένει μαζί του και τον βοηθά στις καθημερινές του ανάγκες. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής που ο κατηγορούμενος διέπραξε είναι πολύ σοβαρά. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, το αδίκημα της διάρρηξης καταστήματος επισύρει, με βάση το άρθρο 294(α) του Κεφ.154, όπως ίσχυε τότε, ποινή φυλάκισης επτά ετών. Το δε αδίκημα της κλοπής τιμωρείται δυνάμει των προνοιών του άρθρου 262 του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης τριών ετών. Από τον καθορισμό του ύψους των πιο πάνω ποινών μέσω της θέσπισης της προαναφερόμενης νομοθεσίας καταδεικνύεται η σοβαρότητα που ο νομοθέτης αποδίδει στη διάπραξη των αδικημάτων του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι η διάρρηξη και η κλοπή περιουσίας είναι αδικήματα που φανερώνουν ασέβεια και καταπατούν κατάφωρα τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας από το νόμιμο ιδιοκτήτη της. Είναι αδικήματα που η διάπραξη τους προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες για επικράτηση της παρανομίας. Τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και συνάμα διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Τα πιο πάνω χαρακτηριστικά καθιστούν τα αδικήματα της διάρρηξης και κλοπής σοβαρά, τα οποία και κατατάσσουν στην ομάδα που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Παράλληλα η αυξητική τάση που διαχρονικά παρατηρείται στη διάπραξη τους, πράγμα για το για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον μου, είναι δεδομένο που ενισχύει το στοιχείο της σοβαρότητας που τα διακρίνει. Οι πολίτες της επαρχίας Πάφου είναι ιδιαίτερα αναστατωμένοι και ταυτόχρονα προβληματισμένοι από τα σχεδόν καθημερινά κρούσματα διαρρήξεων επιχειρήσεων τους και κλοπών περιουσίας τους που παρατηρούνται στην επαρχία τους (Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Ασυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565). Στην υπόθεση Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 παρατίθενται προγενέστερες αποφάσεις που αντικατοπτρίζουν την ανησυχητικά αυξητική τάση και έκταση διαρρήξεων και κλοπών στον τόπο μας: "Στη Γ. Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ. 129, αδικήματα διάρρηξης και κλοπής κατέστησαν, ως χαρακτηρίζεται, 'μάστιγα για την κυπριακή κοινωνία.', η οποία δεν μπορεί να αφεθεί ανέλεγκτη. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου Παναγίδη v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 συνοψίζει την κρατούσα κατάσταση, όπως και το καθήκον της Δικαιοσύνης προς διαφύλαξη της έννομης τάξης (σελ. 105-106): Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη." Τα πιο πάνω χαρακτηριστικά καλούν την επιβολή αυστηρών ποινών με αποτρεπτικό χαρακτήρα. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι για τέτοιου είδους αδικήματα η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Τσιλικίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7/2013 ημερ. 26.03.13, Ilie κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 180-182/2011 ημερ. 16.05.12, Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587, Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104 και Petrica v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 159/12 ημερ. 28.03.13. Εν πάση περιπτώσει, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, χωρίς όμως η εξατομίκευση αυτή να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων (Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε σοβαρής φύσεως αδικήματα που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας και είναι σε έξαρση στην κυπριακή κοινωνία. Η φύση και η σοβαρότητα αυτών των αδικημάτων, όπως αυτά έχουν εξηγηθεί προηγουμένως και ενισχύονται από τη μεγάλη συχνότητα με την οποία τέτοιου είδους αδικήματα διαπράττονται, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που καταχωρούνται ενώπιον μου, αποτελούν επιβαρυντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη. Σε ότι αφορά την αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου, αυτή δεν εξαντλήθηκε στο περιστατικό της διάρρηξης της μπυραρίας που βρίσκεται στην χχχ στην Πόλυ Χρυσοχούς και κλοπής από αυτή αλλά την ίδια ημέρα επεκτάθηκε στο περιστατικό της διάρρηξης της μπυραρίας που βρίσκεται στην χχχ, πάλι στην Πόλυ Χρυσοχούς. Συνεπώς η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης όπως η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου αντικριστεί ως ενιαία δεν με βρίσκει σύμφωνο αν έχει την έννοια στο να εκληφθεί ότι πηγάζει μέσα από ένα και μόνο συμβάν. Η παρούσα υπόθεση δεν αφορά αξιόποινη συμπεριφορά ενός μεμονωμένου επεισοδίου. Η αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν περιορίστηκε σε ένα περιστατικό μπυραρίας αλλά επαναλήφθηκε κατ' ανάλογο τρόπο και σε δεύτερη μπυραρία που βρίσκεται σε διαφορετική διεύθυνση. Πρόκειται για δύο ξεχωριστά περιστατικά σε διαφορετικές τοποθεσίες που διαδραματίστηκαν σε διαφορετικά χρονικά σημεία την ίδια ημέρα. Αυτό είναι δεδομένο που προσμετρά στην κρίση του δικαστηρίου. Ένα άλλο επιβαρυντικό δεδομένο για τον κατηγορούμενο είναι ο επιμελής και οργανωμένος τρόπος που αυτός ενέργησε σε αμφότερες τις περιπτώσεις. Συγκεκριμένα φρόντισε να πραγματοποιήσει τις παράνομες επιχειρήσεις του όταν απουσίαζαν οι ιδιοκτήτες των μπυραριών και γι' αυτό επέλεξε χρονικές στιγμές κατά τη διάρκεια της νύχτας που τα εν λόγω υποστατικά δεν λειτουργούσαν προκειμένου να υποβοηθηθεί το παράνομο έργο του και ευκολότερα να διαφύγει από τις σκηνές. Οι κινήσεις του κατηγορουμένου στους χώρους ήταν προσεκτικές και τούτο φαίνεται από το μη εντοπισμό στοιχείων που να τον εμπλέκουν. Αυτά είναι στοιχεία που φανερώνουν ότι ο κατηγορούμενος έδρασε στη βάση οργανωμένου σχεδίου, το οποίο έθεσε σε εφαρμογή με επιμέλεια. Ο προσχεδιασμός αποτελεί σοβαρό επιβαρυντικό παράγοντα και στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται ότι υπήρχε και γι' αυτό λαμβάνεται υπόψη (Γενικός Εισαγγελέας v. Τσαπατσάρη κ.α.
(2000)2 Α.Α.Δ. 304). Επιπλέον ένα άλλο δεδομένο που επιβαρύνει τη θέση του κατηγορουμένου είναι η ψυχολογική αναστάτωση και η ταλαιπωρία που προκλήθηκε στον παραπονούμενο της μπυραρίας που διαπίστωσε τη διάρρηξη στο υποστατικό της επιχείρησης του και την κλοπή της συρταριέρας της ταμειακής μηχανής του μέσα από την αξιόποινη συμπεριφορά του πρώτου. Σίγουρα αυτό που ο εν λόγω παραπονούμενος αισθάνθηκε μπροστά στη θέα της διάρρηξης του υποστατικού και κλοπής της περιουσίας του είναι ανασφάλεια και ανησυχία. Με την αξιόποινη συμπεριφορά του ο κατηγορούμενος επέδειξε ασέβεια στο συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των παραπονουμένων να κατέχουν και να απολαμβάνουν την περιουσία τους μέσα από τη λειτουργία των επιχειρήσεων τους. Η στάση του μόνο παράνομη, καταδικαστέα και αδικαιολόγητη μπορεί να χαρακτηριστεί. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής λαμβάνω υπόψη μου τους εξής ελαφρυντικούς παράγοντες:
(1)Το λευκό ποινικό μητρώο του.
(2)Την παραδοχή του στο Δικαστήριο έστω αν αυτή έγινε σ' αυτό το στάδιο.
(3)Το γεγονός ότι αποκάλυψε τη διάρρηξη της μπυραρίας που βρίσκεται στην οδό Αγίου Νικολάου αρ.2 στην Πόλυ Χρυσοχούς και της κλοπής από αυτό του επίμαχου αντικειμένου ευθύς μόλις συναντήθηκε με τον ιδιοκτήτη του εν λόγω υποστατικού που ήταν την ίδια ημέρα που συνέβηκε το περιστατικό αυτό, μετά βέβαια από πρωτοβουλία του ιδιοκτήτη.
(4)Το γεγονός ότι την ίδια ημέρα που διέπραξε τα αδικήματα ο κατηγορούμενος επέστρεψε στον ιδιοκτήτη της δεύτερης μπυραρίας τη συρταριέρα αξίας €300 που είχε κλέψει ενώ την επόμενη ημέρα αποζημίωσε τον πρώτο παραπονούμενο πληρώνοντας του το χρηματικό ποσό των €10 που ισοδυναμεί με τη συνολική αξία των διαφόρων νομισμάτων που του είχε κλέψει σε συνδυασμό με το γεγονός ότι απολογήθηκε σε αμφότερους παραπονούμενους με αποτέλεσμα αυτοί να μην έχουν πλέον οποιοδήποτε παράπονο ή απαίτηση εναντίον του αφού τελικά δεν υπέστηκαν οποιαδήποτε οικονομική ζημιά ενώ ο κατηγορούμενος δεν απέκτησε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος μέσα από την παράνομη συμπεριφορά του. Σχετικές γραπτές δηλώσεις αμφοτέρων παραπονουμένων που επιβεβαιώνουν τα πιο πάνω έχουν προσκομιστεί στο δικαστήριο.
(5)Η μικρή αξία της κλαπείσας περιουσίας που ήταν διάφορα νομίσματα συνολικού ύψους €10 και μια συρταριέρα ταμειακής μηχανής αξίας €300.
(6)Τη συνεργασία του κατηγορουμένου με τις αστυνομικές αρχές προς τις οποίες ομολόγησε το σύνολο της αξιόποινης συμπεριφοράς του, η οποία έμπρακτα καταδεικνύεται με θεληματική κατάθεση που έδωσε και γραπτή παραδοχή στις κατηγορίες που κατηγορήθηκε γραπτώς. Δεν παραγνωρίζω μάλιστα ότι η διάπραξη των αδικημάτων που αφορούν την μπυραρία που βρίσκεται στην οδό Γρίβα Διγενή αρ.31 στην Πόλυ Χρυσοχούς αποκαλύφθηκαν μετά που αυτός το ομολόγησε στην αστυνομία. Συνεπώς λαμβάνεται υπόψη ότι με τη συμβολή του κατηγορουμένου εξιχνιάστηκαν αμφότερα επίδικα περιστατικά.
(7)Η ομολογία του κατηγορουμένου για την αξιόποινη συμπεριφορά του ευθύς μόλις συναντήθηκε με ένα από τους παραπονούμενους, στη συνέχεια η αποκάλυψη του συνόλου της αξιόποινης συμπεριφοράς του στην αστυνομία, η αποκατάσταση της κλαπείσας περιουσίας, η απολογία του σε αμφότερους παραπονούμενους και η μετέπειτα παραδοχή του στο δικαστήριο μου επιτρέπει να εκλάβω ότι ο κατηγορούμενος αναγνώρισε το σφάλμα του καθώς και τη σοβαρότητα της παραβατικής του στάσης.
(8)Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, όπως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας υπό το φως των διορθώσεων που έγιναν από το συνήγορο υπεράσπισης. Ειδικότερα ότι ο κατηγορούμενος: · Είναι ηλικίας 36 ετών, σε διάσταση από το έτος 2006 και διαζευγμένος από τον Οκτώβριο 2017. · Είναι πατέρας ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας 14 ετών, τη φύλαξη, φροντίδα και πλήρη κηδεμονία του οποίου ανέλαβε η μητέρα του και πρώην σύζυγος του κατηγορούμενου. · Διαμένει με τον παππού του ηλικίας 82 ετών, τον οποίον και βοηθά στις καθημερινές του ανάγκες. · Έχει μία αδελφή που διαμένει στην Πάφο με την οικογένεια της. · Σε ηλικία 18 ετών διέκοψε τη φοίτηση του. · Από την ηλικία των 13 ετών κάνει χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών, ως αποτέλεσμα των οποίων προέβηκε σε διάφορες θεραπείες απεξάρτησης ενώ το έτος 2009 μετέβηκε στο Βέλγιο όπου νοσηλεύτηκε σε εξειδικευμένη κλινική για απεξάρτηση. · Το έτος 2016 τραυματίστηκε με αποτέλεσμα να νοσηλευτεί για 2,5 μήνες και να καθηλωθεί σε τροχοκάθισμα για ένα έτος. · Συνεπεία του τραυματισμού του δεν μπορεί να ασχοληθεί με οποιασδήποτε φύσεως χειρονακτικής εργασίας ή εργασία που εξ' υπακούει πολύωρη ορθοστασία ή κόπωση. Σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά του ορθοπεδικού Δρ. XXXXX Ξενή του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου ημερομηνίας 25.09.17 και του ιδιώτη ορθοπεδικού Δρ. XXXXX Αντωνιάδη ημερομηνίας 31.07.18 που επιβεβαιώνει το πιο πάνω έχουν προσκομιστεί στο δικαστήριο. · Σήμερα είναι άνεργος και το συνολικό του εισόδημα ανέρχεται μηνιαίως στα €432 από το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα. · Πριν από έξι μήνες απεβίωσε η μητέρα του μετά από μάχη με την επάρατο νόσο. · Τους τελευταίους έξι μήνες διαμένει μαζί του ο παππούς του ηλικίας 82 ετών, τον οποίον και βοηθά. Οι πιο πάνω προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου δεν αφήνουν απαθή το δικαστήριο, αλλά αντίθετα λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Ωστόσο θα πρέπει να τονιστεί ότι στις περιπτώσεις, όπως στην παρούσα υπόθεση, όπου διαπράττονται σοβαρά αδικήματα για τα οποία πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας έτσι ώστε, όπως προηγουμένως έχει λεχθεί, με την εξατομίκευση της ποινής να μην υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής (Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104, Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το δικαστήριο να εκλάβει ως μετριαστικούς παράγοντες το ότι τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε ήταν πολύ μικρής διάρκειας και σ' αυτά δεν υπήρχε στοιχείο βίας. Θα πρέπει να λεχθεί ότι το αν η διάρρηξη των δύο μπυραριών και η κλοπή από αυτές είχαν ή όχι μικρή διάρκεια είναι στοιχείο που δεν αποτελεί ελαφρυντική παράμετρο. Αυτό που έχει σημασία είναι η διάπραξη σοβαρών αδικημάτων με τα αποτελέσματα που αυτά είχαν. Η δε ανυπαρξία βίας απέναντι σε κάποιο άτομο επίσης ουδεμία βαρύτητα μπορεί να έχει αφού τέτοιες εγκληματικές πράξεις δεν περιέχουν στοιχείο βίας και εν πάση περιπτώσει ο κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει κατηγορία που ενέχει στοιχείο επίθεσης ή πρόκλησης βίας σε οποιονδήποτε. Περαιτέρω ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε σε προηγούμενο έντιμο βίο του κατηγορουμένου και προς υποστήριξη του επιχειρήματος του επικαλέστηκε καλό και ήπιο χαρακτήρα καθώς και προηγούμενη καλή διαγωγή από τον πελάτη του, τον οποίον χαρακτήρισε φιλήσυχο και μακριά από επιλήψιμες πράξεις. Χωρίς να μου διαφεύγει ούτε μία στιγμή το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου και ότι έκτοτε της διάπραξης των αδικημάτων δεν απασχόλησε ξανά τη δικαιοσύνη, η πιο πάνω τοποθέτηση του συνηγόρου του έρχεται σε αντίφαση με άλλες αναφορές του, μέσα από τις οποίες σημείωσε ότι στο παρελθόν ο πελάτης του έκανε χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών με αποτέλεσμα, όπως σημειώνεται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που το περιεχόμενο της υιοθετήθηκε από τον κατηγορούμενο, να μεταβεί σε κλινική στο Βέλγιο για απεξάρτηση από τις ναρκωτικές ουσίες, καθώς επίσης το ότι ο κατηγορούμενος στο πρόσφατο παρελθόν είχε έντονες προστριβές με την πρώην σύζυγο του, ουδεμία επαφή και επικοινωνία είχε με το ανήλικο παιδί του και διαφορές με τη μητέρα του που οδήγησαν μάλιστα σε έντονο καβγά τη νύχτα πριν από τα επίδικα περιστατικά. Αυτή η εικόνα που ο εν λόγω συνήγορος παρουσίασε και επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας καταρρίπτει το επιχείρημα του ότι ο πελάτης του ήταν φιλήσυχος και ότι είχε καλό και ήπιο χαρακτήρα καθώς και καλή διαγωγή. Παράλληλα δανείζομαι ένα απόσπασμα από την υπόθεση Σουτζιής v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 424 που ο συνήγορος υπεράσπισης με παρέπεμψε, το οποίο και καταγράφω επειδή δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει: "... η μεγαλύτερη προσφορά προς την πατρίδα είναι η υπακοή στους νόμους της." Επίσης ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ισχυρίστηκε ότι ο πελάτης του οδηγήθηκε στη διάπραξη των αδικημάτων για τους διάφορους λόγους που επικαλέστηκε και αναφέρθηκαν προηγουμένως. Με κάθε σεβασμό στον εν λόγω συνήγορο δεν μπορεί να ισχυρίζεται απερισκεψία και επιπολαιότητα λόγω νεαρού ηλικίας και χαμηλού μορφωτικού επιπέδου του κατηγορουμένου και την ίδια στιγμή να επικαλείται την ύπαρξη κατάθλιψης ενώ παράλληλα επίσης να προβάλλει καθεστώς απόγνωσης και απελπισίας από μέρους του πελάτη του ένεκα σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει και λόγω των έντονων προστριβών που είχε με την πρώην σύζυγο του και με τη μητέρα του. Είναι προφανές ότι όλα μαζί δεν μπορούν να συνυπάρχουν και να ευθύνονται από κοινού. Κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ο κατηγορούμενος δεν βρισκόταν σε ηλικία που χαρακτηρίζεται από ανωριμότητα και απερισκεψία. Ήταν τότε ηλικίας 33 ετών, ένα ώριμο στάδιο της ζωής που δεν δικαιολογεί επιπόλαιες και ανώριμες πράξεις, όπως λανθασμένα αφήνει να εννοηθεί ο συνήγορος υπεράσπισης. Την ίδια στιγμή ένα άτομο με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο δεν είναι κατ' ανάγκη ανώριμο και επιπόλαιο. Μέσα από υποθέσεις που εκδικάστηκαν στο δικαστήριο αυτό υπήρξαν άτομα με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο που συμπεριφέρθηκαν με ωριμότητα, λογική, υπευθυνότητα και σωφροσύνη. Η διάρρηξη μπυραρίας και η κλοπή από αυτή δεν είναι προϊόν απερίσκεπτης πράξης άνευ λόγου και αιτίας αλλά αποτέλεσμα σοβαρής παρανομίας. Η οργάνωση και εκτέλεση ενός επιμελούς σχεδίου δράσης, όπως περιγράφηκε πιο πάνω, μέσα από το οποίο ο κατηγορούμενος αποκόμισε οικονομικό όφελος το οποίο και αποποιήθηκε στη συνέχεια, κάθε άλλο παρά νεανική απερισκεψία και επιπολαιότητα είναι. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό για κατάθλιψη του κατηγορουμένου θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτός παρέμεινε μετέωρος αφού δεν υποστηρίχτηκε με επιστημονική μαρτυρία. Κανένα ιατρικό πιστοποιητικό από αρμόδιο ιατρό τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου που να επαληθεύει τη θέση αυτή, η οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Σχετικά με τα οικονομικά προβλήματα και τις προστριβές με την πρώην σύζυγο του και τη μητέρα του, το δικαστήριο τα κατανοεί και εκφράζει τη συμπάθεια του στον κατηγορούμενο. Αλλοίμονο όμως η λύση στα οικονομικά προβλήματα και στις οικογενειακές προστριβές να είναι η καταφυγή σε διαρρήξεις και κλοπές περιουσίας συμπολιτών του. Αλλοίμονο όμως η θεραπεία στην απόγνωση και στην απελπισία να είναι η επίδοση εγκληματικής δραστηριότητας. Όπως τονίστηκε στις υποθέσεις Τσιλικίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7/2013, ημερ. 26.03.13, Mixaylov και άλλοι v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 94-96/2011 ημερ. 30.03.12 και Μακρή v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 42, τα οικονομικά προβλήματα που ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και/ή αντιμετωπίζει δεν μπορεί να θεωρηθούν ως ελαφρυντικός παράγοντας που θα δικαιολογούσε παρέκκλιση από την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, σε υποθέσεις αδικημάτων, όπως στην παρούσα, εναντίον περιουσίας και τούτο με στόχο την προστασία της περιουσίας των πολιτών. Ένα άλλο ζήτημα που ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης έθιξε και το δικαστήριο προχωρεί αμέσως στην εξέταση του είναι ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την προσαγωγή του κατηγορουμένου ενώπιον της δικαιοσύνης αλλά και μετέπειτα μέχρι σήμερα που καλούμαι να επιβάλω ποινή. Είναι η θέση του κατηγορουμένου ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης στο δικαστήριο. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Τα αδικήματα διαπράχτηκαν στις 20.10.15 και η υπόθεση οδηγήθηκε ενώπιον της δικαιοσύνης στις 31.03.16. Η πάροδος 5 μηνών δεν κρίνεται υπέρμετρη ή αδικαιολόγητη δεδομένου του φόρτου εργασίας των υποθέσεων που η αστυνομία προωθεί στο δικαστήριο με τη σύνταξη και καταχώρηση σχετικών κατηγορητηρίων. Σε ότι αφορά το χρόνο που διέρρευσε έχω ανατρέξει στα πρακτικά του δικαστηριακού φακέλου και από μια πρόχειρη μελέτη τους διαπιστώνω ότι η υπόθεση αναβλήθηκε συνολικά 13 φορές. Με εξαίρεση μία φορά που ζητήθηκε αναβολή από την κατηγορούσα αρχή, οι υπόλοιπες δώδεκα φορές που η υπόθεση αναβλήθηκε προέρχονται από τον κατηγορούμενο που ο ίδιος απουσίαζε και γι' αυτό εκδόθηκαν εναντίον του σχετικά εντάλματα σύλληψης, όταν ζητούσε χρόνο για να απαντήσει, όταν απουσίαζε ο δικηγόρος που τον εκπροσωπεί και όταν προέβηκε σε αλλαγή απάντησης από μη παραδοχή σε παραδοχή, ως ήταν δικαίωμα του. Συνεπώς ο κατηγορούμενος ευθύνεται αποκλειστικά για το χρονικό διάστημα που παρήλθε και επομένως δεν θα έπρεπε να επικαλείται το θέμα αυτό ως ελαφρυντικό παράγοντα (Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Παρόλα αυτά το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το χρονικό διάστημα των 3 ετών και 3,5 μηνών περίπου που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται να επιβάλει ποινή, το οποίο και συνυπολογίζει με τους άλλους παράγοντες και γενικότερα σε συνάρτηση με τα πιο πάνω γεγονότα. Δεν μου διαφεύγει ότι στο μεσοδιάστημα αυτό που παρήλθε ο κατηγορούμενος τραυματίστηκε σε δυστύχημα που είχε, η μητέρα του απεβίωσε, ο ίδιος άρχισε να επικοινωνεί με το παιδί του, κάτι που επιβεβαιώνεται με γραπτή δήλωση ημερομηνίας 28.01.19 της πρώην συζύγου του που παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, ενώ μεταφέρθηκε και διαμένει μαζί του ο παππούς του, τον οποίον και βοηθά. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται από τη μία οι επιβαρυντικές παράμετροι και από την άλλη οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης τους, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Η κατάσταση που διαμορφώθηκε στο χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, σε συνάρτηση με το στοιχείο της σοβαρότητας που χαρακτηρίζει την παρούσα υπόθεση, δεν είναι τέτοια που να δικαιολογεί επιβολή ποινής άλλης από αυτή της φυλάκισης. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Ιδιαίτερα κατά τον υπολογισμό του ύψους της ποινής έχω λάβει πολύ σοβαρά υπόψη μου, εκτός από το λευκό ποινικό μητρώο και την παραδοχή του κατηγορουμένου, το χρόνο που παρήλθε, τη μικρή αξία της κλαπείσας περιουσίας, το γεγονός ότι από την πρώτη ημέρα ομολόγησε την αξιόποινη συμπεριφορά του και συνεργάστηκε με την αστυνομία, η οποία με τη θεληματική του κατάθεση ανακάλυψε το δεύτερο περιστατικό και εξιχνίασε την παρούσα υπόθεση, με τους παραπονούμενους τελικά να μην έχουν υποστεί οποιαδήποτε ζημιά και τον κατηγορούμενο να μην έχει αποκτήσει οποιοδήποτε κέρδος, ο οποίος αναγνώρισε το σφάλμα του σχετικά με τη σοβαρότητα της παραβατικής του στάσης. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 5 μηνών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 5 μηνών 4η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 3 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του δικαστηρίου τέθηκαν σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, στην οποίαν το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην μεταγενέστερη υπόθεση Γεωργίου κ.α. v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 27/2016 ημερ. 19.07.16 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της σύγχρονης προσέγγισης που το δικαστήριο ακολουθεί όταν εξετάζει ζήτημα αναστολής ποινής φυλάκισης όπου, μεταξύ άλλων, τονίστηκαν τα εξής: "τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να έχουν σημασία και ως προς την αναστολή. (Βλ. Θεόδωρος Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449)." Περαιτέρω παραπέμπω στις υποθέσεις Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449 και Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, οι οποίες κατ' ανάλογο τρόπο πραγματεύονται το θέμα αυτό. Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Η διάπραξη αδικημάτων που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας μέσα από οργανωμένο σχέδιο και διαπράττονται με μεγάλη συχνότητα και ευκολία, όπως αυτά που διαπράχτηκαν μέσα από αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου που επαναλήφθηκε, τα οποία χρήζουν αποτρεπτικής αντιμετώπισης, επιτάσσει την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης χωρίς έτσι να παρέχεται περιθώριο στο δικαστήριο για κάτι διαφορετικό. Τυχόν άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων και θα εξέπεμπε στην κοινωνία λανθασμένα μηνύματα κατά παράβαση της νομολογίας και παραγνωρίζοντας τις ανάγκες και τους σκοπούς των νομοθεσιών. Ωστόσο όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση των ποινών που του επιβλήθηκαν (βλέπε άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663). Με γνώμονα ότι το ανήλικο παιδί του κατηγορουμένου θα εξακολουθήσει να διαμένει με την πρώην σύζυγο του που είναι η μητέρα του, η οποία θα συνεχίσει να ασκεί τη φύλαξη, φροντίδα και πλήρη κηδεμονία του, ο παππούς του κατηγορουμένου έχει τη δυνατότητα να διαμένει με την αδελφή του κατηγορουμένου που επίσης βρίσκεται στην Πάφο για να τον βοηθά. Έπεται ότι το αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης απορρίπτεται. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence (Αναφορά: Ποινικό/Διάρρηξη και κλοπή καταστήματος/Άρθρα 294(α), 255 και 262 Κεφ.154/Ποινή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.