Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Μιλτιάδους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8315/14, 11/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:B13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8315/14 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου Kατηγορούσας Αρχής v.
- ΧXXX Μιλτιάδους
- XXXX Σόλωνος
- ΧXXX Αγαθαγγέλου
- XXXX Δημοσθένους
- XXXX Βρυωνίδης Κατηγορουμένων ----------------------- Ημερομηνία: 11/02/
- Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους. Για τους κατηγορούμενους αρ. 1,3 και 5: κ. Ε. Κορακίδης μαζί με κ. Μ. Μιλτιάδους. Για τους Κατηγορούμενους αρ. 2 και 4: κ. Α. Π΄΄Χαραλάμπους. Κατηγορούμενοι 1 - 5 : παρόντες. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αρ. 1 αντιμετωπίζει δύο
(2)κατηγορίες Κατάχρησης εξουσίας από Δημόσιο Λειτουργό, κατά παράβαση του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (βλ. κατηγορίες αρ. 1 και 2) και μια
(1)κατηγορία Ανυπακοής σε διατάξεις νόμων που επιβάλλουν καθήκον, κατά παράβαση του άρθρου 136 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία αρ. 3). Οι δε κατηγορούμενοι αρ. 2 - 5 αντιμετωπίζουν από μια κατηγορία έκαστος Κατάχρησης εξουσίας από Δημόσιο Λειτουργό, κατά παράβαση του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (βλ. κατηγορίες αρ. 4 - 7). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας όπως τροποποιήθηκαν, ο 1ος κατηγορούμενος από τον μήνα Νοέμβριο του 2009 μέχρι 24/06/2010, ενώ ήταν Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXX, ανάθεσε στην XXXX Λοϊζίδου της εταιρείας XXXX LTD, την εργασία του ανεξάρτητου συμβούλου για το Ευρωπαϊκό πρόγραμμα «XXXX», χωρίς την προκήρυξη διαγωνισμού προσφορών όπως ορίζει ο Νόμος. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες της 3ης κατηγορίας, ο 1ος κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία του έτους 2010 στα XXXX της επαρχίας Πάφου, ενώ ήταν Κοινοτάρχης του χωριού XXXX δεν τηρούσε ή φρόντισε να τηρούνται ορθά τα πρακτικά σε κάθε συνεδρία του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXX. Όσον αφορά τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών αρ. 2 και αρ. 4 - 7, ο 1ος κατηγορούμενος ως Πρόεδρος και οι κατηγορούμενοι αρ. 2 - 5 ως μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXX, προχώρησαν στην πρόσληψη της XXXX Μιλτιάδους ως σύμβουλο για το Ευρωπαϊκό πρόγραμμα «XXXX», χωρίς την προκήρυξη διαγωνισμού προσφορών όπως ορίζει ο Νόμος. Οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν όλες τις πιο πάνω κατηγορίες και η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε τέσσερις
(4)μάρτυρες κατηγορίας και συγκεκριμένα τον XXXX. XXXX XXXX Παπαριστοδήμου (Μ.Κ.1), τον XXXX XXXX Σταμάτη (Μ.Κ.2), τον κ. XXXX Σόλωνος (Μ.Κ.3) και τον κ. XXXX Κώστα (Μ.Κ.4). Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν επίσης 26 συνολικά τεκμήρια, ως ακολούθως: 1) Φάκελος εντός του οποίου περιέχονται τα πρακτικά του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXX με αύξων αριθμό 03/2010, 04/2010, 08/2010, 13/2010, 14/2010, 16/2010, 17/2010, 24/2010, 26/2009 και 26/2009 (βλ. τεκμήριο 1 και τεκμήρια 1Α - 1Ι). 2) Φάκελος εντός του οποίου περιέχονται δύο τιμολόγια της εταιρείας XXXX LTD με αύξων αρ. 35 και 36 ημερομηνίας 26 και 27/12/2010 (βλ. τεκμήριο 2 και τεκμήρια 2α) και 2β) αντίστοιχα). 3) Φάκελος εντός του οποίου περιέχονται δύο αποδείξεις της εταιρείας εταιρείας XXXX LTD με αύξων αρ. 0311 και 0411 ημερομηνίας 16/02/2010 (βλ. τεκμήριο 3 και τεκμήρια 3α) και 3β) αντίστοιχα). 4) Φάκελος εντός του οποίου περιέχεται μια επιταγή της ΣΠΕ XXXX με αρ. XXXXX3312 για το ποσό των €1,693.87 ημερ. 30/06/2010 προς όφελος της εταιρείας XXXX (βλ. τεκμήριο 4). 5) Φάκελος εντός του οποίου περιέχεται μια επιταγή της ΣΠΕ XXXX με αρ. XXXXX8728 για το ποσό των €9,200 ημερ. 31/12/2010 προς όφελος της εταιρείας XXXX (βλ. τεκμήριο 5). 6) Φάκελος εντός του οποίου περιέχεται μια επιταγή της ΣΠΕ XXXX με αρ. XXXXX8729 για το ποσό των €2,300 ημερ. 31/12/2010 προς όφελος της εταιρείας XXXX (βλ. τεκμήριο 6). 7) Φάκελος εντός του οποίου περιέχονται 5 αντίγραφα εγγράφων της εταιρείας XXXX (βλ. τεκμήριο 7 και τεκμήρια 7α) - 7ε)). 8) 2 ανακριτικές καταθέσεις του κατηγορουμένου αρ. 1 ημερομηνίας 07/11/2012 και 11/06/2013 (βλ. τεκμήρια 8Α και 8Β αντίστοιχα) και γραπτή του κατηγορία ημερ. 11/03/2014 (βλ. τεκμήριο 9). 9) Ανοικτή κατάθεση κατηγορουμένου αρ. 2 ημερ. 15/03/2013 (βλ. τεκμήριο 10), ανακριτική κατάθεση κατηγορουμένου αρ. 2 ημερομηνίας 12/03/2014 (βλ. τεκμήριο 11) και γραπτή του κατηγορία ημερομηνίας 12/03/2014 (βλ. τεκμήριο 12). 10) Ανοικτή κατάθεση κατηγορουμένου αρ. 3 ημερ. 21/03/2013 (βλ. τεκμήριο 13), ανακριτική κατάθεση κατηγορουμένου αρ. 3 ημερομηνίας 14/03/2014 (βλ. τεκμήριο 14) και γραπτή του κατηγορία ημερομηνίας 14/03/2014 (βλ. τεκμήριο 15). 11) Ανοικτή κατάθεση κατηγορουμένου αρ. 4 ημερ. 15/03/2013 (βλ. τεκμήριο 16), ανακριτική κατάθεση κατηγορουμένου αρ. 4 ημερομηνίας 14/03/2014 (βλ. τεκμήριο 17) και γραπτή του κατηγορία ημερομηνίας 14/03/2014 (βλ. τεκμήριο 18). 12) Ανοικτή κατάθεση κατηγορουμένου αρ. 5 ημερ. 19/03/2013 (βλ. τεκμήριο 19), ανακριτική κατάθεση κατηγορουμένου αρ. 5 ημερομηνίας 24/03/2014 (βλ. τεκμήριο 20) και γραπτή του κατηγορία ημερομηνίας 24/03/2014 (βλ. τεκμήριο 21). 13) Τιμολόγιο ημερομηνίας 16/03/2010 (βλ. τεκμήριο 22). 14) Ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 16/04/2010 (βλ. τεκμήριο 23). 15) Hλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 26/04/2010 (βλ. τεκμήριο 24). 16) Έγγραφο που αφορά την προκήρυξη διαγωνισμού σε σχέση με το πρόγραμμα XXXX (βλ. τεκμήριο 25). 17) Συμφωνία μεταξύ του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXX και της εταιρείας XXXX LTD μαζί με δύο Παραρτήματα (βλ. τεκμήριο 26). Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 - 5, μετά που κρίθηκαν ένοχοι εκ πρώτης όψεως, με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, επέλεξαν, οι μεν 1ος και 4ος κατηγορούμενος να καταθέσουν ενόρκως ενώ οι κατηγορούμενοι αρ. 2, 3 και 5 προέβηκαν σε ανώμοτη δήλωση. Περαιτέρω, ο 1ος κατηγορούμενος κάλεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης την κα XXXX Λοϊζίδου (Μ.Υ.1) ενώ οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι δεν κάλεσαν οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Όπως προκύπτει από την ενώπιον μου μαρτυρία, η όλη υπόθεση για την κατηγορούσα αρχή προέκυψε μετά από καταγγελία του νέου τότε Κοινοτάρχη XXXX XXXX Σόλωνος (Μ.Κ.3) ημερομηνίας 18/07/2012 ότι το προηγούμενο Κοινοτικό Συμβούλιο και ο Πρόεδρος του, διέπραξαν ποινικά αδικήματα σε σχέση με τη λειτουργία και διαχείριση του Ευρωπαϊκού Προγράμματος «XXXX», το οποίο σχετιζόταν με περιβαλλοντικά ζητήματα. Μετά από έρευνα που έκανε ιδιώτης ερευνητής που διόρισε το νέο Κοινοτικό Συμβούλιο και διαπιστώθηκε η μη σωστή λειτουργία του εν λόγω προγράμματος και κακοδιαχείριση χρημάτων, αποφάσισαν και διέκοψαν το εν λόγω πρόγραμμα και κατάγγειλαν την υπόθεση στα αρμόδια όργανα του κράτους και στον Γενικό Εισαγγελέα. Μετά τη διερεύνηση των καταγγελιών και αφού, όπως έχει προκύψει δεν τεκμηριώθηκαν οι καταγγελίες περί διασπάθισης δημοσίου χρήματος ή ότι χρησιμοποιείτο το εν λόγω ευρωπαϊκο πρόγραμμα για να πηγαίνουν ταξίδια ο Πρόεδρος και οι Κοινοτικοί Σύμβουλοι, αποτέλεσε θέση και εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι για την εξασφάλιση των υπηρεσιών ανεξάρτητου συμβούλου για το Ευρωπαϊκό πρόγραμμα «XXXX» απαιτείτο o διαγωνισμός προσφορών με βάση το άρθρο 84 του Περί Συντονισμού Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων Προμηθειών Έργων και Υπηρεσιών Νόμου Ν. 12
(1)/
- Το Κοινοτικό Συμβούλιο βγήκε σε προσφορές για την εξασφάλιση των εν λόγω υπηρεσιών την 01/06/2010 μέσω της επίσημης ιστοσελίδας της Δημοκρατίας Eu-procurement και μοναδικός προσφοροδότης ήταν η εταιρεία XXXX στην οποία η προσφορά κατακυρώθηκε στις 18/06/2010 και υπογράφηκε σχετική συμφωνία τις 24/06/2010 (βλ. τεκμήριο 26). Η θέση της κατηγορούσας αρχής όμως, ήταν ότι πριν το Κοινοτικό Συμβούλιο προβεί στην πιο πάνω διαδικασία, ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXX, κατηγορούμενος αρ. 1, προχώρησε και διόρισε ως προσωρινή ανεξάρτητο σύμβουλο για το εν λόγω Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα την κα XXXX Λοϊζίδου για την περίοδο μεταξύ Φεβρουαρίου και Ιουνίου του 2010 καταβάλλοντας το ποσό των €13,193.87 με μεταχρονολογημένες επιταγές του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXX. Για να τεκμηριώσει τη θέση της η Αστυνομία για τα πιο πάνω, βασίστηκε στα τιμολόγια, τις αποδείξεις και τις επιταγές που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμήρια καθώς επίσης και σε αλληλογραφία που επίσης κατατέθηκε ως τεκμήριο και που ισχυρίστηκε ότι καταδεικνύουν, ότι η εν λόγω XXXX Λοϊζίδου και η εταιρεία XXXX ενεργούσαν ως προσωρινοί σύμβουλοι για την εν λόγω περίοδο. Συγκεκριμένα, κατατέθηκαν δύο τιμολόγια της εταιρείας XXXX, τα τεκμήρια 2 α) και 2 β) τα οποία φέρουν ημερομηνία 26/12/2010 και 27/12/2010 για ποσά ύψους €9,200 και €2,300 αντίστοιχα. Το μεν τεκμήριο 2 α) αναφέρεται σε αμοιβές ομάδας έργου για components 1, 2 και 3 της δεύτερης περιόδου εργασίας (εργασία από 1η Ιουλίου μέχρι 30 Δεκεμβρίου 2010) σύμφωνα με τα επισυναπτόμενα φύλλα εργασίας και το δε τεκμήριο 2 β) αναφέρεται σε αμοιβές έργου για τις μεταφράσεις που απαιτήθηκαν για το component 2 της δεύτερης περιόδου (εργασία από 1η Ιουλίου μέχρι 30 Δεκεμβρίου 2011). Κατατέθηκαν επίσης οι επιταγές, τεκμήρια 5 και 6 για το ποσό των €9,200 και €2,300 που σύμφωνα με τη θέση της κατηγορούσας αρχής αντιστοιχούσαν στα πιο πάνω τιμολόγια. Για να υποστηριχθεί επίσης η θέση του εξεταστή της υπόθεσης Μ.Κ.2 ότι οι εργασίες αυτές παρασχέθηκαν πριν την κατακύρωση της προσφοράς, ισχυρίστηκε ότι οι εν λόγω επιταγές εκδόθηκαν μεταχρονολογημένες και τούτο προκύπτει είπε από τις αποδείξεις τεκμήρια 3α) και 3β). Αυτές αναφέρονται στις εργασίες των πιο πάνω τιμολογίων και στις ανωτέρω επιταγές αλλά φέρουν ημερομηνία έκδοσης την 16ην/02/
- Πέραν των πιο πάνω, κατατέθηκε και το τεκμήριο 7 ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. τεκμήρια 7α) - ε). Τα τεκμήρια 7α) - γ) είναι τιμολόγια εκδιδόμενα από το ξενοδοχείο XXXX προς την εταιρεία XXXX και αφορούν διαμονές μεταξύ των ημερομηνιών 22/02/2010 - 25/02/2010 και το τεκμήριο 7ε) αφορά απόδειξη πληρωμής καυσίμων. Το τεκμήριο 7δ) φαίνεται να επεξηγεί τα έξοδα αυτά και να σχετίζονται με το πρόγραμμα «XXXX» και να αφορούν τις πιο πάνω ημερομηνίες Φεβρουαρίου του 2010 και να συμποσούνται στο ποσό των €1,693.
- Το ποσό αυτό, σύμφωνα με τη θέση της κατηγορούσας αρχής, καταβλήθηκε στην εταιρεία XXXX με την επιταγή ημερομηνίας 30/06/2010 (βλ. τεκμήριο 4) η οποία επίσης σύμφωνα με τη θέση της εκδόθηκε μεταχρονολογημένη. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.2 και εξεταστής της υπόθεσης που αποτέλεσε το βασικό μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής για τα πιο πάνω ισχυριζόμενα γεγονότα, συμφώνησε ότι η κα Λοϊζίδου εμπλάκηκε και σε άλλα Ευρωπαϊκά Προγράμματα που εξασφάλισε το Κοινοτικό Συμβούλιο XXXX προγενέστερα και συγκεκριμένα εργαζόταν στο πρόγραμμα XXXX XXXX. Συμφώνησε επίσης με τη θέση της υπεράσπισης του 1ου κατηγορούμενου ότι θα ήταν λογικό να ζητηθεί βοήθεια από το πιο πάνω πρόσωπο για να καταστεί δυνατή η εξασφάλιση του προγράμματος «XXXX» αλλά ισχυρίστηκε ότι έπρεπε να ακολουθηθούν οι νενομισμένες διαδικασίες που τάσσει το άρθρο 84 του Νόμου 12
(1)/2006. Αναφορικά με το χρόνο εξασφάλισης του προγράμματος «XXXX» ο μάρτυρας είπε ότι δεν γνωρίζει πότε έγινε αλλά είπε ότι η έναρξη των εργασιών του έγινε τον Φεβρουάριο του 2010 και για να λειτουργήσει έπρεπε να γίνει η πρόσληψη συμβούλων. Το Κοινοτικό Συμβούλιο είπε και ο κατηγορούμενος 1 από τον Φεβρουάριο του 2010 μέχρι τον Ιουνίου του 2010 εξασφάλισε τις υπηρεσίες των συμβούλων αυτών χωρίς προσφορές για την εν λόγω περίοδο. Είπε περαιτέρω, ότι η συνεισφορά του Κοινοτικού Συμβουλίου στον εν λόγω πρόγραμμα θα ήταν της τάξης του 20%. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας είπε ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο δεν υπέστηκε οποιαδήποτε ζημία εξαιτίας του διορισμού της εν λόγω XXXX Λοϊζίδου και της XXXX ως προσωρινού σύμβουλου, αλλά υπέστηκε ζημιά είπε μετά τον τερματισμό του προγράμματος που έγινε από τον νέο Κοινοτάρχη. Είπε περαιτέρω ότι ο νέος Κοινοτάρχης του ανάφερε ότι το πρόγραμμα αυτό αναλήφθηκε με σκοπό να πηγαίνουν ταξίδια κάποια μέλη του Συμβουλίου δωρεάν και να εργοδοτηθούν κάποιοι σύμβουλοι αλλά αυτό δεν προκύπτει από οποιαδήποτε στοιχεία και ήταν μια προσωπική του άποψη. Περαιτέρω, ανάφερε ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο βγήκε σε προσφορές για το ζήτημα του λογιστή σε σχέση με τον εν λόγω πρόγραμμα τον Μάρτιο του 2010 ενώ για το ζήτημα του ανεξαρτήτου συμβούλου την 1ην/06/2010 και ο μοναδικός προσφοροδότης ήταν η εταιρεία XXXX στην οποία κατακυρώθηκε η προσφορά. Όσον αφορά το χρόνο παροχής των υπηρεσιών που αναγράφεται στα τιμολόγια και την πληρωμή τους, ο μάρτυρας είπε ότι οι επιταγές τεκμήρια 4, 5 και 6 εξαργυρώθηκαν μετά που κατακυρώθηκε η προσφορά αλλά η θέση του ήταν ότι αυτές εκδόθηκαν μεταχρονολογημένες για εργασίες που έγιναν πριν την κατακύρωση της προσφοράς και αυτό το βασίζει στις αναφορές του 1ου κατηγορούμενου στην κατάθεση του και της κας XXXX Λοϊζίδου, η οποία λέει ότι οι αποδείξεις εκδόθηκαν για εργασίες που έγιναν πριν την κατακύρωση της προσφοράς. Όσον αφορά την πρόσληψη της κας XXXX άλλως XXXX Μιλτιάδους, η θέση του Μ.Κ.2 και της κατηγορούσας αρχής είναι ότι αυτή έγινε χωρίς να προκηρυχθούν καν προσφορές από το Κοινοτικό Συμβούλιο και τους κατηγορουμένους ως όφειλαν και είχαν υποχρέωση δυνάμει του Νόμου 12
(1)/2006. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.2, με βάση το πρακτικό συνεδριάσεως του Κοινοτικού Συμβουλίου ημερομηνίας 29/06/2010 με αύξων αριθμό 16/2010 (βλ. τεκμήριο 1(ι)) αποφασίστηκε η εργοδότηση της κας XXXX Μιλτιάδους, θυγατέρας του κατηγορούμενου 1 για περίοδο τριών χρόνων όσο και η διάρκεια του Ευρωπαϊκού προγράμματος XXXX με μισθό €560 μηνιαίως συν Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Επίσης, από την έρευνα προκύπτει ότι το εν λόγω πρακτικό δεν ανευρέθηκε ποτέ υπογεγραμμένο από όλα τα μέλη ούτε αυτό αποστάληκε στον Έπαρχο για επικύρωση και έλεγχο της νομιμότητας. Παραδόθηκε μόνο από τον γραμματέα του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXX το πρακτικό με αύξων αριθμό 16/10 το οποίο είναι ανυπόγραφο. Περαιτέρω, με βάση το πρακτικό ημερομηνίας 20/07/2010 και αύξων αριθμό 17/10 (βλ. τεκμήριο 1(στ)) προκύπτει να επικυρώθηκε το πρακτικό με αύξων αριθμό 16/10 το οποίο ουδέποτε ανευρέθηκε υπογραμμένο. Ο Μ.Κ.2 ανάφερε ότι σύμφωνα με το άρθρο 42 του Περί Κοινοτήτων Νόμου Ν. 86
(1)/1999 αποτελεί καθήκον του Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου να τηρούνται ορθά τα πρακτικά, δηλαδή να καταχωρούνται σε ειδικό βιβλίο και να επικυρώνονται στην επόμενη συνεδρία του συμβουλίου. Μετά την επικύρωση υπογράφονται από τον Κοινοτάρχη και τα μέλη που βρίσκονται παρόντα στις συνεδρίες και αποστέλλονται στον Έπαρχο, ο οποίος έχει την εξουσία να ασκεί έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων των Κοινοτικών Συμβουλίων. Στην παρούσα περίπτωση τα πρακτικά με αρ. 16/10 δεν φέρουν υπογραφές ενώ τόσο αυτά όσο και τα πρακτικά με αρ. 17/10 δεν στάλθηκαν στον Έπαρχο Πάφου. Περαιτέρω, ο Μ.Κ.2 αναφέρθηκε και σε δύο πρακτικά ημερομηνίας 17/11/2009 με αύξων αριθμό 26/2009, τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια 1(η) και 1(θ). Το τεκμήριο 1(θ), το οποίο όπως προκύπτει από περιεχόμενο του είπε, αναφέρεται σε 12 θέματα, μεταξύ αυτών και το θέμα αρ. 9 το οποίο σχετίζεται με το πρόγραμμα XXXX και είναι ανυπόγραφο. To τεκμήριο 1(η) το οποίο είναι υπογραμμένο περιλαμβάνει 8 θέματα και δεν περιλαμβάνεται το θέμα αρ. 9 που αφορά το εν λόγω ευρωπαϊκό πρόγραμμα. Το εν λόγω τεκμήριο είναι αυτό που αποστάληκε στον Έπαρχο για έλεγχο της νομιμότητας. Επειδή όμως έλειπαν και άλλα τρία θέματα, εκτός από το θέμα που αφορούσε το ευρωπαϊκό πρόγραμμα δεν προκύπτει να έγινε εσκεμμένη παραποίηση των πρακτικών. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας αυτός σε σχέση με την ορθή τήρηση των πρακτικών, είπε ότι η προώθηση των εν λόγω πρακτικών στον Έπαρχο μπορεί να γινόταν από τον γραμματέα του Κοινοτικού Συμβουλίου αλλά ο ίδιος ο Κοινοτάρχης όφειλε να βεβαιωθεί ότι αυτά τηρούνταν ορθά. Περαιτέρω, διαφώνησε με τη θέση της υπεράσπισης ότι πριν από την κατακύρωση της θέσης της XXXX Μιλτιάδους είχε αναρτηθεί στα καφενεία του χωριού σχετική προκήρυξη διότι από έρευνες που έγιναν δεν διαπιστώθηκε κάτι τέτοιο. Επίσης, ανάφερε ότι και αν ακόμα έγινε αυτό, δεν ήταν η ενδεδειγμένη διαδικασία που θα έπρεπε να ακολουθηθεί. Πέραν των πιο πάνω, ο Μ.Κ.2 κατά τη αντεξέταση του από το συνήγορο των κατηγορουμένων αρ. 2 και 4, είπε ότι την απόφαση για πρόσληψη της XXXX Μιλτιάδους την πήρε τον Κοινοτικό Συμβούλιο το οποίο αποτελείτο από τους κατηγορούμενους και το εν λόγω συμβούλιο δεν είναι κατηγορούμενο καθότι τέτοιες οδηγίες λήφθηκαν από την νομική υπηρεσία. Επίσης, παρά την αντεξέταση του μάρτυρα αυτού από το συνήγορο των κατηγορουμένων αρ. 2 και 4 ότι δεν πάρθηκε οποιαδήποτε απόφαση για πρόσληψη της XXXX Μιλτιάδους στη βάση του πρακτικού τεκμήριο 1(ι), εν τέλει δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός από όλους τους κατηγορούμενους ότι η απόφαση για την εν λόγω πρόσληψη λήφθηκε στις 29/06/
- Ο Μ.Κ.3 ήταν ο νέος Κοινοτάρχης που είχε εκλεγεί στις 18/12/2011 και διαδέχθηκε τον κατηγορούμενο αρ.
- Υιοθέτησε στο Δικαστήριο δύο καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία ημερομηνίας 18/07/2012 και 26/02/2014 και τις οποίες κατάθεσε στο Δικαστήριο ως μέρος της κυρίως του εξέτασης (βλ. Έγγραφα 2Α και 2Β). Σε αυτές αναφέρει ότι όταν ανάλαβε τα καθήκοντα του, ο κατηγορούμενος 1 και ο γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου του ανάφεραν ότι έπρεπε να συνεχίσει το ευρωπαϊκό πρόγραμμα XXXX διότι ήταν «καλό πράγμα» (όπως του είπε ο 1ος κατηγορούμενος) και τότε άρχισε να ψάχνει το ζήτημα αυτό για να δει τι γινόταν και τι αφορούσε το πρόγραμμα αυτό. Αφού διαπίστωσε ότι οι υπάλληλοι που ήταν δηλωμένοι στο πρόγραμμα αυτό δεν είχαν ιδέα και ούτε έπαιρναν το μισθό που αναγραφόταν αλλά και ότι γίνονταν πληρωμές χωρίς να υπάρχει παράδοση - παραλαβή των εργασιών που αναφέρονταν στη σύμβαση με την ανάδοχη εταιρεία XXXX, έθεσε το θέμα σε συνεδρίαση του Κοινοτικού Συμβουλίου. Αποφασίστηκε όπως το εν λόγω πρόγραμμα διακοπεί και να κατατεθεί η όλη διαδικασία στο θεσμικά όργανα του κράτους για περαιτέρω έρευνα. Αναφέρεται επίσης στις προσπάθειες που έγιναν για εντοπισμό στοιχείων τόσο από την εταιρεία XXXX όσο και από την XXXX Μιλτιάδους, χωρίς όμως να υπάρξει κανένα αποτέλεσμα. Στην συνέχεια κάλεσε το γραφείο προγραμματισμού για να ελέγξει τα στοιχεία που είχαν και μετά από έρευνα σχολιαζόταν, είπε, ότι υπήρχε αλληλογραφία μεταξύ της XXXX Μιλτιάδους, του γραμματέα του Κοινοτικού Συμβουλίου και XXXX Σταύρου και της XXXX Λοϊζίδου της εταιρείας XXXX πολύ πριν την υπογραφή της σύμβασης. Εντοπίστηκε επίσης ότι έγιναν πολλά ταξίδια του 1ου κατηγορούμενου, του γραμματέα του Κοινοτικού Συμβουλίου, της XXXX Μιλτιάδους και των XXXX και XXXX Λοϊζίδου της εταιρείας XXXX. Όλα αυτά αναφέρει δημιούργησαν εύλογες υπόνοιες ότι γινόταν κακοδιαχείριση των χρημάτων που εκταμιεύονταν από το Κοινοτικό Συμβούλιο. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι ανάθεσε σε ανεξάρτητους συμβούλους τη διεξαγωγή οικονομικής έρευνας τόσο γι αυτό το θέμα αλλά και για άλλες παρόμοιες περιπτώσεις κακοδιαχείρισης μέσα στο Κοινοτικό Συμβούλιο. Όλα τα στοιχεία που προέκυψαν είπε τα κατάθεσαν στον Γενικό Εισαγγελέα και στον Γενικό Ελεγκτή. Σε περαιτέρω εξέταση του είπε ότι τα τιμολόγια που κατατέθηκαν ως τεκμήρια και οι επιταγές με βάση τις οποίες αυτά εξοφλήθηκαν, είναι μεταγενέστερα των αποδείξεων που είχαν εκδοθεί για τα πιο πάνω και αυτό τους κέντρισε το ενδιαφέρον και κάλεσαν το γραφείο προγραμματισμού. Ερωτούμενος να πει τι υποδηλώνουν όλα τα πιο πάνω, ο μάρτυρας είπε ότι πιστεύει ότι τα λεφτά που είχαν πληρωθεί για τα συγκεκριμένα τιμολόγια αφορούσαν εργασίες που είχαν γίνει το εξάμηνο πριν την σύναψη της σύμβασης με την εταιρεία XXXX και τα οποία έπρεπε να είχαν δικαιολογηθεί στην περίοδο που ήταν το πρόγραμμα και που είχε κατακυρωθεί η προσφορά. Γι αυτό εκδόθηκαν μεταχρονολογημένα τιμολόγια ενώ οι αποδείξεις δείχνουν προπληρωμή γιατί αυτές είναι του Φεβρουαρίου του
- Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας ρωτήθηκε και ανάφερε την διαδικασία που ακολουθείται για την πρόσληψη προσωπικού από την πείρα του ως Κοινοταρχής που είχε διατελέσει για 5 χρόνια. Δεν γνώριζε όμως να πεί κατά πόσο ακολουθήθηκε η διαδικασία αυτή για την πρόσληψη της κας XXXX Μιλτιάδους. Ο ίδιος είπε ότι δεν είχε δει προκήρυξη στα καφενεία διότι δεν πάει αλλά δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει ότι αυτή μπορεί να έγινε. Επίσης, είπε ότι δεν έχει αμφιβολία ότι η κα XXXX Μιλτιάδους είχε όλα τα προσόντα για τη θέση αυτή. Πέραν των πιο πάνω, είπε ότι ο 1ος κατηγορούμενος ήταν λογικό να μην είχε οποιαδήποτε στοιχεία στο σπίτι του για το πρόγραμμα αυτό σε σχέση με την παραδοτέα εργασία. Η εταιρεία XXXX όμως θα μπορούσε να τους στείλει όλα τα έγγραφα για την παραδοτέα εργασία, τα οποία πιθανόν να παραδόθηκαν και στο Κοινοτικό Συμβούλιο και να μην αρχειοθετήθηκαν. Αν γινόταν αυτό είπε δεν θα ήταν στο Δικαστήριο σήμερα. Ο 1ος κατηγορούμενος είπε και η XXXX Μιλτιάδους πήγαν και πήραν στον Κοινοτικό Συμβούλιο ό,τι είχαν στην κατοχή τους σε σχέση με τις εργασίες του εν λόγω προγράμματος. Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο των κατηγορουμένων 1, 3 και 5 ο μάρτυρας είπε ότι δεν γνωρίζει αν έγιναν εργασίες για το ευρωπαϊκο πρόγραμμα και πότε διότι δεν βρήκε στοιχεία ούτε του παραδόθηκαν. Του υποβλήθηκε ότι οι αποδείξεις εκδόθηκαν τον Φεβρουάριο του 2011 και όχι του 2010 και είναι εκ λάθους που αναγράφεται σε αυτές η χρονολογία 2010 με το μάρτυρα να απαντά ότι δεν μπορεί να πει κάτι διότι από ότι βλέπει σε αυτές αναγράφεται το έτος
- Όσον αφορά τα πρακτικά συνεδριάσεων είπε ότι τα απόστελλε ο ίδιος με τηλεμοιότυπο όταν ήταν Κοινοτάρχης αλλά παραδίδονταν δια χειρός στην Επαρχιακή Διοίκηση από τον γραμματέα του Κοινοτικού Συμβουλίου και από άλλο ανθρώπινο δυναμικό. Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο των κατηγορουμένων 2 και 4, ο μάρτυρας είπε ότι το πρακτικό για την πρόσληψη της XXXX Μιλτιάδους δεν κοινοποιήθηκε στον Έπαρχο, σύμφωνα με τον Έπαρχο. Το αποτέλεσμα της κοινοποίησης του πρακτικού στον Έπαρχο είναι για να τύχει νομοτεχνικού ελέγχου και να γνωρίζουν ο Πρόεδρος και τα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου αν η όποια απόφαση τους νοσεί για να πάρουν διορθωτικά μέτρα. Ο Μ.Κ.4 κατάθεσε ως γραμματέας Κεντρικής Υπηρεσίας Κοινοτικών Συμβουλίων XXXX της Επαρχιακής Διοίκησης XXXX κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ανάφερε στο Δικαστήριο ότι το πρακτικό του Κοινοτικού Συμβουλίου ημερομηνίας 29/06/2010 με αύξων αριθμό 16/2010 το οποίο είναι και ανυπόγραφο και το πρακτικό ημερομηνίας 20/07/2010 με αύξων αριθμό 17/10, ουδέποτε παρουσιάστηκαν στην Επαρχιακή Διοίκηση με σκοπό να τύχουν του προβλεπόμενου από το Νόμο ελέγχου νομιμότητας. Όσον αφορά την απόφαση του Συμβουλίου για την πρόσληψη της XXXX Μιλτιάδους, η θέση του ήταν ότι πριν την λήψη της εν λόγω απόφασης το Συμβούλιο είχε υποχρέωση να ακολουθήσει τις προβλεπόμενες από το Νόμο των Προσφορών και τις Γενικές Αρχές του Διοικητικού Δικαίου διαδικασίες. Συγκεκριμένα, είπε ότι έπρεπε να ζητηθούν προσφορές, να γίνει αξιολόγηση των υποψηφίων και να προχωρήσει η πρόσληψη. Πέραν των πιο πάνω, είπε ότι αν τα εν λόγω πρακτικά που αφορούσαν την απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου για πρόσληψη του πιο πάνω προσώπου κοινοποιούνταν στον Έπαρχο XXXX για έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης αυτής, δεν θα εγκρίνονταν και θα καλείτο το Συμβούλιο να επανέλθει και να δώσει λεπτομέρειες και/ή στοιχεία όσον αφορά στο κατά πόσο έχουν ζητηθεί προσφορές και αν υποβλήθηκαν αιτήσεις από ενδιαφερόμενους. Περαιτέρω, είπε ότι σύμφωνα με το Νόμο και συγκεκριμένα το άρθρο 42 του Περί Κοινοτήτων Νόμου, η υποχρέωση κοινοποίησης των πρακτικών προς τον Έπαρχο βαραίνει τον Κοινοτάρχη αλλά συνήθως αυτά κοινοποιούνταν μέσω του γραμματέα στην παρούσα περίπτωση ή άλλου υπαλλήλου του Κοινοτικού Συμβουλίου. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι ο ίδιος δεν μπορεί να γνωρίζει κατά πόσο το Συμβούλιο πριν από την εν λόγω πρόσληψη έκανε τη διαδικασία προσφορών. Αντεξεταζόμενος, είπε ότι ο ίδιος έλαβε γνώση για την εν λόγω πρόσληψη όταν πήγε η Αστυνομία να του λάβει κατάθεση και εξ' όσον γνωρίζει η πρόσληψη αυτή δεν ακυρώθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο. Είπε επίσης ότι η εν λόγω πρόσληψη αφορά αγορά υπηρεσιών και όχι εργοδότηση βασιζόμενος στο περιεχόμενο του ιδίου του πρακτικού. Από την αντίπερα όχθη, ο 1ος κατηγορούμενος κατάθεσε ενόρκως και κατάθεσε γραπτή δήλωση η οποία αποτέλεσε την κυρίως του εξέταση (βλ. Έγγραφο 4). Αναφέρει ο 1ος κατηγορούμενος σε αυτή, ότι η εταιρεία της κας Λοϊζίδου συμμετείχε ως σύμβουλος στο πρόγραμμα XXXX και το πρόγραμμα XXXX αποτελούσε συνέχεια του εν λόγω προγράμματος. Στο τελευταίο αυτό πρόγραμμα, το Κοινοτικό Συμβούλιο θα έπρεπε να εξασφαλίσει υπηρεσίες ακτομηχανικού, μηχανικού περιβάλλοντος κλπ και θα έπρεπε να προκηρυχθούν προσφορές και να συνάψουν σχετική σύμβαση. Η κα Λοϊζίδου αναφέρει προθυμοποιήθηκε να τους βοηθήσει χωρίς οποιαδήποτε αμοιβή, δεν θα την πλήρωναν οτιδήποτε εκτός από τα έξοδα της. Σε καμία περίπτωση έπραξαν οτιδήποτε για να επηρεάσουν το αποτέλεσμα του διαγωνισμού αλλά ούτε και μπορούσαν να πράξουν κάτι τέτοιο, αφού ο διαγωνισμός έγινε με τον πλέον επίσημο τρόπο. Η βοήθεια της κας Λοϊζίδου περιορίστηκε στο να στείλει έγγραφα προσφορών της κυβέρνησης στον γραμματέα ώστε να ετοιμάσει τα έγγραφα προσφορών του διαγωνισμού και στη συμμετοχή μαζί με τους συνεργάτες της σε μια πρώτη συνάντηση/συνέδριο με τους μετόχους του προγράμματος στην οποία θα κρινόταν κατά πόσο ήταν κατάλληλοι για συμμετοχή στο πρόγραμμα. Για τη συμμετοχή της κας Λοϊζίδου και των συνεργατών της στη συνάντηση/συνέδριο πλήρωσαν τα πραγματικά τους έξοδα που ανέρχονταν στο ποσό των €1,693,87 με επιταγή ημερομηνίας 30/06/2010 δηλαδή με ημερομηνία μεταγενέστερη της κατακύρωσης του διαγωνισμού έτσι ώστε να είχαν την δυνατότητα να τα εντάξουν στα έξοδα για τα οποία θα λάμβαναν επιχορήγηση. Σε περίπτωση που η εταιρεία της κας Λοϊζίδου δεν ήταν ο επιτυχών προσφοροδότης, τα έξοδα αυτά θα τα επωμιζόταν η κοινότητα εξολοκλήρου. Αναφέρει επίσης ότι ο διοργανωτής της συνάντησης / συνεδρίου ήταν η κοινότητα και τα έξοδα της κας Λοϊζίδου και των συνεργατών της ήταν μέρος των εξόδων αυτών. Σε καμία περίπτωση δεν πληρώθηκε οποιαδήποτε αμοιβή. Σε ότι αφορά τις επιταγές, τεκμήρια 4 και 5, είναι η θέση του ότι δεν ήταν μεταχρονολογημένες και αφορούσαν πληρωμές στην εταιρεία της κας Λοϊζίδου για το έργο που ανέλαβε μετά τον διαγωνισμό. Αυτό φαίνεται από την ημερομηνία εξαργύρωσης τους, 16/02/2011, η οποία συμπίπτει με την ημερομηνία έκδοσης των αποδείξεων, 16/2 αν δεν γινόταν το λάθος στη χρονολογία. Ήταν ένα λάθος που συχνά συμβαίνει αναφέρει με την αλλαγή της χρονιάς. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τα τιμολόγια που φέρουν ημερομηνία 26/12/2010 που προηγείται της ημερομηνίας έκδοσης των επιταγών. Το περιεχόμενο των τιμολογίων επίσης είναι αποκαλυπτικό. Συνεχίζοντας, είπε ότι αν στην κατάθεση του δίνεται η εντύπωση ότι όλες οι επιταγές, τεκμήρια 4, 5 και 6, ήταν μεταχρονολογημένες, αυτό ήταν λάθος. Μόνο η επιταγή ημερομηνίας 30/06/2010 ήταν μεταχρονολογημένη. Πιο κάτω και σε σχέση με την πρόσληψη της κόρης του, αναφέρει ότι ήταν με την εντύπωση ότι για τις συμβάσεις εργασίας δεν απαιτείτο να βγουν σε προσφορές. Θεωρούσε, ότι αν ίσχυε κάτι διαφορετικό θα τους το επισήμανε το Γενικό Λογιστήριο. Απλά είχε αναθέσει στον γραμματέα να αναρτήσει ανακοίνωση στα καφενεία της κοινότητας για εκδήλωση ενδιαφέροντος και η μόνη που ενδιαφέρθηκε ήταν η κόρη του. Η πρόσληψη αφορούσε μηχανικό περιβάλλοντος που θα έπρεπε να εργαζόταν στην κοινότητα όπως επέβαλλε το πρόγραμμα XXXX. Σε σχέση με την τήρηση των πρακτικών της συνεδρίας ημερ. 29/06/2010 αναφέρει ότι σε κάθε συνεδρία φρόντιζε και τηρούνταν πρακτικά και γι αυτό το σκοπό ήταν παρών σε κάθε συνεδρία ο γραμματέας ο οποίος τα τηρούσε. Τα πρακτικά αποστέλλονταν σε όλα τα μέλη μαζί με την ημερήσια διάταξη της επομένης συνεδρίας και τα επικύρωναν στην επομένη συνεδρίαση. Στη συγκεκριμένη συνεδρίαση τηρήθηκαν πρακτικά. Δυστυχώς αναφέρει, δεν μπορεί να διαφωτίσει το Δικαστήριο γιατί βρέθηκαν δύο δακτυλογραφημένα πρακτικά για αυτή τη συνεδρία αλλά πιστεύει ότι πρόκειται για καλόπιστο λάθος του γραμματέα. Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, ο κατηγορούμενος είπε ότι πιστεύει ότι ακολούθησε την ενδεδειγμένη διαδικασία για την πρόσληψη της κόρης του. Πέρασε από τη Διαχειριστική Επιτροπή του Προγράμματος που υπήρχε είπε και ήρθε στην ολομέλεια και εγκρίθηκε. Είπε επίσης ότι οι επιταγές των €9,200 και €2,300 ήταν για πληρωμή εργασιών που έγιναν μετά την κατακύρωση της προσφοράς προς την εταιρεία XXXX. Δεν θα μπορούσε να γνωρίζει είπε ποια θα ήταν τα παραδοτέα για να βγάλει επιταγή. Είπε επίσης πιο κάτω, ότι τα παραδοτέα ήταν ανά εξάμηνο με βάση το πρόγραμμα και αυτά πληρώνονταν. Η μόνη επιταγή που δόθηκε μεταχρονολογημένη είπε ήταν αυτή του ποσού των €1,693.87 και αυτή ήταν για έξοδα συμβουλευτικά και κάποιες υπηρεσίες που παρείχε για τα χαρτιά που έπρεπε να υπογραφούν και έπρεπε να υποβληθούν στο Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας. Είπε περαιτέρω ότι έγινε ανάρτηση στα καφενεία για την πρόσληψη της XXXX Μιλτιάδους και δεν γνωρίζει γιατί κάποιοι από τους υπόλοιπους κατηγορούμενους ανάφεραν ότι δεν είδαν κάτι τέτοιο. Διερωτήθηκε επίσης γιατί κανένας από αυτούς δεν έφεραν ένσταση για την πρόσληψη της. Την ανάρτηση είπε την έκανε ο γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου είπε. Δεν θυμόταν να πει τι έγινε κατά τη συνεδρία πρόσληψης της αλλά είπε το πιο πιθανόν να παρουσίασε αίτηση ενδιαφέροντος της κοπέλας, εφόσον είχε περάσει από τη Διαχειριστική Επιτροπή και να είπε ότι είναι η μοναδική αίτηση που υπάρχει. Ο μάρτυρας αυτός, αντεξετάστηκε και από το συνήγορο των κατηγορουμένων 2 και 4 κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου και σχετικό ruling του επί του ζητήματος. Ανάφερε ότι δεν θυμάται ποια μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου ήταν παρόντα κατά τη συνεδρίαση που λήφθηκε η απόφαση για την πρόσληψη της κας XXXX Μιλτιάδους ούτε θυμάται τί ο ίδιος ανάφερε. Πιθανόν όμως να είπε ότι δεν υπήρχε άλλη αίτηση για τη θέση πέραν από αυτή της κόρης του. Είπε επίσης ότι η λογική διαδικασία ήταν μετά την έγκριση των πρακτικών, αυτά να αποσταλούν στον Έπαρχο για έλεγχο και αν δεν εγκρίνονταν θα επιστρέφονταν πίσω. Απόφευγε να απαντήσει όμως κατά πόσο πράγματι είπε αυτά τα πράγματα στην εν λόγω συνεδρία. Ούτε ήταν σε θέση να πει ότι κατά πόσο οι κατηγορούμενοι 2 και 4 πείστηκαν από όλα τα πιο πάνω και συγκατατέθηκαν στο να ληφθεί η εν λόγω απόφαση. Η Μ.Υ.1 για τον κατηγορούμενο αρ. 1, κατάθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση η οποία αποτέλεσε ουσιαστικά την κυρίως της εξέτασης (βλ. Έγγραφο 5). Σε αυτήν αναφέρει ότι είναι η διευθύντρια της εταιρείας XXXX LTD Σύμβουλοι - Ερευνητές Περιβάλλοντος και η συνεργασία τους με την Κοινότητα Κουκλιών άρχισε από το 1998 με το ευρωπαϊκό πρόγραμμα XXXX - XXXX XXXX XXXX. Αναφέρεται στην περαιτέρω συνεργασία της εταιρείας της με το Κοινοτικό Συμβούλιο Κουκλιών μέχρι και πρόγραμμα XXXX. Στο πλαίσιο του εν λόγω προγράμματος υπήρχε πρόνοια για εταίρους/Τοπικές Αυτοδιοικήσεις που δεν διέθεταν τις απαιτούμενες εξειδικεύσεις (ακτομηχανικού και μηχανικού περιβάλλοντος καθώς και διαχείριση ευρωπαϊκών προγραμμάτων) να ζητήσουν προσφορές και να αγοράσουν τις εν λόγω υπηρεσίες. Η διαδικασία με το Γενικό Λογιστήριο καθυστερούσε, αλλά εν τω μεταξύ το πρόγραμμα είχε αρχίσει και μια από τις πρώτες δράσεις ήταν η διοργάνωση της εναρκτήριας συνάντησης στα XXXX. Οπότε τους ζητήθηκε αναφέρει, μέσω του γραμματέα του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXX και του Κοινοτάρχη, να προσφέρουν την επιστημονική τους υποστήριξη για την ομαλή διεξαγωγή της πρώτης αυτής συνάντησης και ακόμα μιας επόμενης συνάντησης στη Γαλλία, αφού ακόμη δεν είχαν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες προκήρυξης προσφορών και αγοράς υπηρεσιών και ειδικών επιστημόνων που προέβλεπε το πρόγραμμα. Η βοήθεια αυτή, αναφέρει, προσφέρθηκε αφιλοκερδώς από τα γραφείο τους. Για την συμμετοχή τους πληρώθηκαν μόνο τα πραγματικά έξοδα ταξιδιού, διαμονής και διατροφής, που ανέρχονταν στο ποσό των €1,693.87 και για τις δύο συναντήσεις. Σε καμία περίπτωση αναφέρει δεν πληρώθηκε οποιαδήποτε αμοιβή για την επιστημονική υποστήριξη που παρείχαν. Η πληρωμή έγινε με την επιταγή ημερ. 30/06/2010, δηλαδή με ημερομηνία μεταγενέστερη της κατακύρωσης του διαγωνισμού έτσι ώστε να ενταχθούν τα έξοδα στην επιχορήγηση που θα λαμβανόταν και να μην επιβαρυνθεί η Κοινότητα. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι γι αυτή την καλή τους πρόθεση, να μην επιβαρύνουν περαιτέρω την Κοινότητα και να αξιοποιηθούν οι διαθέσιμοι πόροι, ενημερώθηκε τόσο ο Εξακριβωτής (XXXX XXXX) όσο και ο συντονιστής του έργου (EUCC) και θεωρήθηκε μια πολύ καλή κίνηση. Στην εν λόγω έκθεση του (Reporting period that costs refer to: 01/11/2019 - 30/06/2010) ο Εξακριβωτής αναφέρει για το θέμα στην παράγραφο 3: «Τhe costs reported in this report refer to activities paid from the date of approval by the Monitoring Committee to the end of the reporting period. Costs reported under the components «preparation activities» were incurred between 1 November 2009 and 30 June
- They were paid out by the end date of the first reporting period.» Στη συνέχεια αναφέρεται στην προφορά που υπέβαλαν όταν προκηρύχθηκε ο διαγωνισμός καθόλα νόμιμα και ανερχόταν στο ποσό των €78,500 συν Φ.Π.Α. καθώς επίσης και στη διακοπή του συμβολαίου και τη πληρωμή σε αυτούς από το Κ.Σ. XXXX του ποσού της εγγυητικής επιστολής. Σε σχέση με τις δύο επιταγές ύψους €2,300 και €9,200, αναφέρει ότι αρχές του 2011 τους ζητήθηκε η έκδοση αποδείξεων, πέραν των τιμολογίων, τις οποίες εκδώσαν και αποστείλαν στις 16/02/
- Καταφανώς, εκ παραδρομής ο υπάλληλος τους έγραψε λάθος την χρονιά (2010 αντί 2011). Η παραδρομή είναι προφανής αφού πάνω στις αποδείξεις αναφέρονται συγκεκριμένα πακέτα εργασίας (work packages) και εργασίες που αποφασίστηκαν κατά τη διάρκεια της υλοποίησης του έργου XXXX και συγκεκριμένα της δεύτερης φάσης του έργου, που υλοποιήθηκε την περίοδο Ιουλίου - Σεπτεμβρίου 2010, ήτοι πολύ μετά τον Φεβρουάριο του
- Ούτως ή άλλως αναφέρει, οι εν λόγω εργασίες και οι αποδείξεις που υποβλήθηκαν προς πληρωμή, πιστοποιήθηκαν από όλους και πολλαπλούς ελέγχους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και από τον τοπικό Εξακριβωτή (σχετική έκθεση). Αντεξεταζόμενη είπε ότι αυτή και η εταιρεία της προθυμοποιήθηκαν και βοήθησαν το Κοινοτικό Συμβούλιο για να υποβάλει την πρόταση της χωρίς αμοιβή και όταν το πρόγραμμα κατακυρώθηκε και εγκρίθηκε από την ευρωπαϊκή επιτροπή και ξεκίνησε το έργο, η πρώτη συνάντηση είχε καθοριστεί από την πρόταση να γίνει στα XXXX. Αυτή έγινε στις 23/02/2010 και επειδή μέχρι τότε δεν μπόρεσε να ολοκληρωθεί, ούτε καν να ξεκινήσει είπε, η διαδικασία προκήρυξης προσφορών από ειδικούς επιστήμονες, στο πλαίσιο καλής συνεργασίας που είχαν με το Κοινοτικό Συμβούλιο, μετά από παράκληση του, τους βοήθησαν αφιλοκερδώς για να μην γίνουν ρεζίλι. Υποστήριξαν επιστημονικά την εναρκτήρια συνάντηση και πήραν μόνο τα έξοδα τους τα πραγματικά. Τον Μάιο είπε έγινε συνάντηση στη XXXX που έπρεπε πάλι να υπάρχει ειδικός και πάλι μέχρι τότε δεν είχαν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες του κράτους. Γι αυτό συνόδευσε το Κοινοτικό Συμβούλιο ένα άτομο από το γραφείο τους και δεν υπήρξε πάλι ούτε ένα ευρώ αποζημίωση παρά μόνο τα έξοδα τους. Ξεκίνησαν κανονικά είπε μετά που έγινε προκήρυξη και η ανάθεση. Ουσιαστικά η μάρτυρας είπε ότι η εμπλοκή της ίδιας και της εταιρείας της πριν την ανάθεση του έργου έγινε εθελοντικά και χωρίς οποιαδήποτε αμοιβή, πέραν της καταβολής των πραγματικών εξόδων. Τα ποσά των επιταγών ύψους €9,200 και €2,300 δεν πληρώθηκαν πριν την κατακύρωση της προσφοράς και ούτε αφορούν εργασίες που έγιναν εκείνη την περίοδο. Δεν θα μπορούσαν να γνωρίζουν ποιες εργασίες θα γίνονταν στις 16/02/2010 που αναγράφεται στις σχετικές αποδείξεις και αυτό καταδεικνύει και το καταφανές του λάθους της χρονολογίας σε εκείνες τις αποδείξεις. Πέραν των πιο πάνω, ανάφερε ότι είχε συνεργασία με την XXXX Μιλτιάδους πριν την υπογραφή του συμβολαίου, διότι βοηθούσαν στο να εξασφαλιστεί το εν λόγω πρόγραμμα. Περαιτέρω, η μάρτυρας είπε ότι την περίοδο εκείνη υπήρχε στην Κύπρο ακόμη ένας ακτομηχανικός. Στην ουσία όμως είπε ήταν λιμενολόγος και όχι ακριβώς ακτομηχανικός. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση, λέγοντας ουσιαστικά ότι είναι αθώος και άδικα κατηγορείται. Ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο αντιπρόεδρος του Κ.Σ. XXXX και ήταν παρών στη συνεδρίαση που λήφθηκε η απόφαση για την πρόσληψη της XXXX Μιλτιάδους ως σύμβουλο του Κοινοτικού Συμβουλίου για το εν λόγω πρόγραμμα. Κατά την εν λόγω συνεδρίαση ο Κοινοτάρχης τους ανάφερε ότι η μόνη που ενδιαφέρθηκε για τη θέση ήταν η κόρη του XXXX Μιλτιάδους και ήταν η μόνη που είχε όλα τα προσόντα που απαιτούνταν για τη συγκεκριμένη θέση. Τους ανάφερε επίσης ότι η εν λόγω απόφαση ήταν νόμιμη και ότι το πρακτικό της αναφερόμενης απόφασης θα αποστελλόταν στον Έπαρχο XXXX για έγκριση. Σε περίπτωση που ο Έπαρχος δεν το ενέκρινε δεν θα προχωρούσε στην πρόσληψη. Με βάση τα όσα λέχθηκαν στην εν λόγω συνεδρία και τα όσα τους ανάφερε ο γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου, ο οποίος ήταν παρών και επιβεβαίωσε την ορθότητα των όσων είπε ο Κοινοτάρχης, είχε πειστεί ότι με το να λάμβανε μέρος στην απόφαση για την εν λόγω πρόσληψη δεν προέβαινε σε πράξη κατάχρησης της εξουσίας ή σε οποιαδήποτε αυθαίρετη ή παράνομη πράξη που να παράβλαπτε τα δικαιώματα άλλου προσώπου. Είχε πειστεί αναφέρει ότι με βάση αυτά που αναφέρθηκαν στη συνεδρία ότι είχαν τηρηθεί οι απαιτούμενες διαδικασίες για τη σύμβαση εργασίας που έκανε το Κοινοτικό Συμβούλιο για τη συγκεκριμένη θέση και ότι με το να συμμετέχει στη λήψη της πιο πάνω απόφασης ενεργούσε νομότυπα. Ο 3ος κατηγορούμενος στη δική του ανώμοτη δήλωση, είπε ότι όταν ψήφιζε ως μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXX για την πρόσληψη της XXXX Μιλτιάδους ήταν με την εντύπωση ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο XXXX είχε το δικαίωμα και σε καμία περίπτωση δεν γνώριζε κατά πόσο έπρεπε να γίνει διαδικασία προσφορών. Ο 4ος κατηγορούμενος κατάθεσε ενόρκως και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης γραπτή δήλωση (βλ. Έγγραφο 6). Σε αυτή ο κατηγορούμενος αυτός αναφέρει ότι στις 29/06/2010, ως μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXX, έλαβε μέρος σε συνεδρία στην οποία αποφασίστηκε η πρόσληψη της XXXX Μιλτιάδους. Ο 1ος κατηγορούμενος σε εκείνη τη συνεδρία, ανάφερε ότι η μόνη που ενδιαφέρθηκε για τη θέση ήταν η κόρη του και ότι ήταν η μόνη που είχε πτυχίο μηχανικού περιβάλλοντος στην Κοινότητα XXXX. Αναφέρθηκε επίσης στη συνεδρία, στην οποία επίσης παρών ήταν ο γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου, ότι το πρακτικό της αναφερόμενης απόφασης θα αποστελλόταν στον Έπαρχο XXXX από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου για έλεγχο νομιμότητας και έγκρισης όπως προβλέπεται από το Νόμο. Σε περίπτωση που ο Έπαρχος δεν ενέκρινε το συγκεκριμένο πρακτικό, θα ενημέρωνε το Συμβούλιο ο Πρόεδρος έτσι ώστε το Κοινοτικό Συμβούλιο να λάμβανε τις δέουσες ενέργειες. Με βάση τα όσα λέχθηκαν στην εν λόγω συνεδρία είχε πειστεί ότι με το να λάμβανε μέρος στην απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου για την αναφερόμενη πρόσληψη δεν προέβαινε σε πράξη αυθαίρετη ή παράνομη κατά κατάχρηση της εξουσίας του. Ήταν πεπεισμένος με τα όσα αναφέρθηκαν στην εν λόγω συνεδρία ότι είχαν τηρηθεί οι απαιτούμενες διαδικασίες για τη σύμβαση εργασίας που θα έκανε το Κοινοτικό Συμβούλιο για τη συγκεκριμένη θέση και ότι με το να συμμετάσχει στη λήψη της πιο πάνω απόφασης ενεργούσε νομότυπα. Επίσης, αναφέρει ότι η απόφαση για την πρόσληψη της XXXX Μιλτιάδους δεν λήφθηκε με βάση το τεκμήριο 1(ι). Αυτό δεν υπογράφτηκε από τον ίδιο και σε αυτό δεν καταγράφονται τα όσα λέχθηκαν κατά τη συνεδρία ημερ. 29/06/
- Το πρακτικό που τηρήθηκε κατά την εν λόγω συνεδρία δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο στο Δικαστήριο. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας είπε ότι σε περίπτωση που υπήρχε πρόβλημα με οποιαδήποτε απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου, ο Έπαρχος ενημερώνει τον Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου, ο οποίος οφείλει να ενημερώσει και τα υπόλοιπα μέλη. Αρνήθηκε ότι δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει κατά πόσο η απόφαση για την πρόσληψη της κόρης του Κοινοτάρχη είχε οποιοδήποτε πρόβλημα και ότι ήταν και ο ίδιος συνένοχος σε όλη αυτή τη διαδικασία. Είπε επίσης ότι στη συγκεκριμένη συνεδρία που αποφασίστηκε η πρόσληψη της κας XXXX Μιλτιάδους, τηρήθηκαν πρακτικά συνεδρίασης αλλά δεν γνωρίζει τί έγιναν. Είπε περαιτέρω ότι στη συνεδρία που εγκρίθηκε το πρακτικό της πρόσληψης, σίγουρα είχαν υπογραφεί τα πρακτικά. Πέραν των πιο πάνω, είπε ότι ο ίδιος δεν είδε καμία ανάρτηση σε καφενείο για την θέση αυτή διότι ο ίδιος δεν πάει αφού διατηρούσε δικό του καφενείο. Επέμενε επίσης ότι στη συνεδρία τους είχε αναφερθεί ότι η κόρη του Κοινοτάρχη ήταν η μόνη που ενδιαφέρθηκε για τη θέση αυτή και γι αυτό πήραν αυτή την απόφαση. Δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει τα όσα ο Πρόεδρος και ο γραμματέας τους ανάφεραν. Ο κατηγορούμενος αρ. 5 προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση και είπε ότι όταν ψήφιζε για την πρόσληψη της κας XXXX Μιλτιάδους ήταν με την εντύπωση ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο XXXX είχε τέτοιο δικαίωμα και σε καμία περίπτωση δεν γνώριζε κατά πόσο έπρεπε να γίνει διαδικασία προσφορών. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω μαρτυρία, την μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί σε αυτή και τα παραδεκτά γεγονότα, προκύπτουν τα κάτωθι γεγονότα: Το Κοινοτικό Συμβούλιο XXXX περί τον Νοέμβριο του 2009 εξασφάλισε το ευρωπαϊκό πρόγραμμα XXXX το οποίο σχετιζόταν με περιβαλλοντικά ζητήματα. Eίχε ως στόχο την στήριξη ευρωπαϊκών και περιφερειακών πολιτικών και θεσμικών εργαλείων που προωθούν την αειφόρο ανάπτυξη, αφού πρώτα δημιουργήσει τα εργαλεία για την αποτίμηση της κατάστασης της ανάπτυξης σε κάθε περιοχή. Η διάρκεια του προγράμματος ήταν τρία χρόνια. Το εν λόγω Κοινοτικό Συμβούλιο είχε εξασφαλίσει και προηγουμένως άλλα ευρωπαϊκά προγράμματα με τελευταίο το πρόγραμμα XXXX XXXX. Για τη διαχείριση των εν λόγω προγραμμάτων απαιτείτο η εξασφάλιση υπηρεσιών συμβούλων και παροχής υπηρεσιών ομάδας έργου, ενός ακτομηχανικού, ενός μηχανικού περιβάλλοντος, ενός συμβούλου διαχείρισης ευρωπαϊκών προγραμμάτων και ενός συμβούλου υποστήριξης ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Στις 18/06/2010, μετά από την προκήρυξη διαγωνισμού προσφορών ημερομηνίας 01/06/2010, η διαχείριση και εκτέλεση του εν λόγω προγράμματος κατακυρώθηκε στην εταιρεία XXXX LTD, η οποία ήταν και η μοναδική προσφοροδότης και στις 24/06/2010 υπογράφτηκε σχετικό συμβόλαιο για το ποσό των €78,500 πλέον Φ.Π.Α. Σε σχέση με το εν λόγω πρόγραμμα και για σκοπούς διαχείρισης του εκ μέρους του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXX, προσλήφθηκε ως σύμβουλος με απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου που λήφθηκε σε συνεδρία ημερομηνίας 29/06/2010, η κα XXXX Μιλτιάδους, κόρη του τότε Κοινοτάρχη και 1ου κατηγορούμενου. Προκύπτει επίσης ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο XXXX δεν είχε προβεί σε σχετικό διαγωνισμό για την εξασφάλιση υπηρεσιών για συμβούλους του εν λόγω έργου μέχρι και τον Ιούνιο του 2010 και ότι στην πιο πάνω περίοδο είχε εμπλακεί στο πρόγραμμα η εταιρεία XXXX LTD. Επίσης, προκύπτει ότι δεν προκηρύχθηκε σχετικός διαγωνισμός προσφορών πριν την πρόσληψη της κας XXXX Μιλτιάδους. Εκείνα τα οποία προβάλλουν να αποτελούν τα κύρια επίδικα θέματα πραγματικών γεγονότων, είναι κατά πόσο για την περίοδο μεταξύ Νοεμβρίου 2009 μέχρι 24/06/2010, ο 1ος κατηγορούμενος ανάθεσε στην κα XXXX Λοϊζίδου της εταιρείας XXXX LTD τις εργασίες του προσωρινού Συμβούλου και καταβλήθηκαν από το Κοινοτικό Συμβούλιο, πέραν του ποσού των €1,693.87 και τα ποσά των €9,200 και €2,300 για σχετικές εργασίες και/ή ως αμοιβές για την παροχή υπηρεσιών που σχετίζονταν με το εν λόγω πρόγραμμα. Επίσης, προκύπτει να αποτελεί ζήτημα πραγματικού γεγονότος κατά πόσο η πρόσληψη της κας XXXX Μιλτιάδους αφορούσε αγορά υπηρεσιών και αν ναι για ποιο ποσό. Ζητούμενο επίσης είναι η τήρηση πρακτικών από τον Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου κατά την συνεδρία που αφορούσε, μεταξύ άλλων, τη λήψη της απόφασης για πρόσληψη της κας XXXX Μιλτιάδους και αν ναι κατά πόσο αυτά τηρήθηκαν ορθά. Επιβάλλεται επομένως να προβώ σε αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας με σκοπό να εξακριβώσω τα πιο πάνω πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, για τα οποία υπήρχε διάσταση μεταξύ των μερών καθώς επίσης και άλλα παρεμφερή γεγονότα που σχετίζονται με αυτά. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Επίσης, διατηρώ κατά νου την πάγια αρχή της νομολογίας ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει, αφού προηγουμένως αιτιολογήσει την προσέγγιση του αυτή (βλ. Παντελής Λαζάρου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, Κώστας Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας,
(2013)2 Α.Α.Δ 754 και Γεώργιος Μιχαηλίδης κ.α v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 125/2017, 127/2017, 129/2017, 130/2017, 131/2017, Ημερ. 26/04/2018). Ο Μ.Κ.1 κατάθεσε ως ο υπεύθυνος τεκμηρίων της αποθήκης της Αστυνομίας και ο οποίος είχε στην κατοχή του και κατάθεσε στο Δικαστήριο τα τεκμήρια αρ. 1 (1 α) - 1κ)), 2 (2 α) και 2 β)), 3 (3 α) και 3 β)), 4, 5, 6 και 7 (7 α) - 7 ε)). Ο μάρτυρας αυτός πέραν των πιο πάνω, δεν γνώριζε οτιδήποτε για την παρούσα υπόθεση παρά μόνο είπε ότι όλα τα πιο πάνω τεκμήρια τα παρέλαβε από τον XXXX Σταμάτη και τα είχε στην κατοχή του. Αποδέχομαι το μάρτυρα αυτό και όλα τα τεκμήρια τα οποία κατάθεσε. Όπως έχει προκύψει και από την υπόλοιπη μαρτυρία τα εν λόγω τεκμήρια δεν έτυχαν αμφισβήτησης, πέραν από το τεκμήριο 1(ι) το οποίο ο κατηγορούμενος αρ. 2 ισχυρίζεται ότι δεν αποτελεί το ορθό πρακτικό που τηρήθηκε κατά τη συνεδρία πρόσληψης της XXXX Μιλτιάδους. Το ποια είναι η σημασία των εγγράφων αυτών, είναι κάτι που θα διαφανή κατωτέρω κατά την αξιολόγηση και των υπόλοιπων μαρτύρων. Ο Μ.Κ.2 ήταν ο εξεταστής της παρούσας υπόθεσης και αναφέρθηκε στις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, μεταξύ αυτών η λήψη καταθέσεων από τους κατηγορούμενους και η πρόσαψη σε αυτούς γραπτών κατηγοριών. Οι εν λόγω ενέργειες του μάρτυρα αυτού δεν έτυχαν αμφισβήτησης και δεν έχω διακρίνει οποιοδήποτε λόγο γιατί να μην τις αποδεκτώ. Πέραν τούτου, ο μάρτυρας αναγνώρισε τα τεκμήρια 1 - 7 συμπεριλαμβανομένων που κατάθεσε ο Μ.Κ.1 και ανάφερε ότι είναι αυτά που ο ίδιος παρέδωσε σε εκείνο το μάρτυρα. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του αυτή, αφού δεν έτυχε αμφισβήτησης ούτε φάνηκε τα τεκμήρια που κατάθεσε ο Μ.Κ.1 να μην είναι αυτά που του παρέδωσε ο μάρτυρας αυτός. Επί της ουσίας και για το ζήτημα του διορισμού της κας XXXX Λοϊζίδου και της εταιρείας XXXX LTD ως προσωρινού ανεξάρτητου συμβούλου, ο μάρτυρας αυτός συνόψισε τη θέση του στο ότι ο 1ος κατηγορούμενος διόρισε το πιο πάνω πρόσωπο να ενεργεί ως τέτοιος σύμβουλος στο πρόγραμμα για την περίοδο Νοεμβρίου του 2009 μέχρι Ιουνίου του 2010, οπόταν κατακυρώθηκε η προσφορά μετά την προκήρυξη διαγωνισμού, καταβάλλοντας το Κοινοτικό Συμβούλιο το ποσό των €13,193.87. Στη βάση αυτών είπε όφειλε να προκηρυχθεί διαγωνισμός με βάση το Νόμο 12
(1)/2006 κάτι το οποίο δεν έγινε γι αυτή την περίοδο. Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού για το πιο πάνω ζήτημα και έλαβα υπόψη μου τις εξηγήσεις που έδωσε γι αυτή του τη θέση καθώς επίσης και τα σχετικά τεκμήρια (βλ. τεκμήρια 2 - 7). Ουσιαστικά ο μάρτυρας αυτός στηρίζει τη θέση του ότι η κα Λοϊζίδου διορίστηκε ως προσωρινός ανεξάρτητος σύμβουλος για την πιο πάνω περίοδο και της καταβλήθηκε το πιο πάνω αναφερόμενο συνολικό ποσό για το οποίο χρειαζόταν να προκηρυχθεί διαγωνισμός, στις δύο αποδείξεις τεκμήρια 3 α) και 3 β), οι οποίες φέρουν ημερομηνία 16/02/2010, δηλαδή προγενέστερη της κατακύρωσης του διαγωνισμού προς την εταιρεία XXXX LTD. Το γεγονός αυτό και μόνο όμως δεν είναι αρκετό για να τεκμηριωθεί το εν λόγω συμπέρασμα του μάρτυρα αυτού. Οι εν λόγω αποδείξεις αναφέρονται στις εργασίες που πληρώθηκαν και φέρουν και τους αριθμούς των επιταγών με τις οποίες οι εν λόγω αποδείξεις πληρώθηκαν. Πιο συγκεκριμένα, η απόδειξη τεκμήριο 3α) στην περιγραφή αναφέρει «Αμοιβές ομάδας έργου για τα components 1,2 και 3 του προγράμματος ενώ η απόδειξη τεκμήριο 3β) αναφέρει «Αμοιβές ομάδας έργου για τις μεταφράσεις που απαιτήθηκαν για το components
- H κατηγορούσα αρχή, πέραν των πιο πάνω τεκμηρίων κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και τα σχετικά τιμολόγια και τις επιταγές με βάση τις οποίες κατά τη θέση της πληρώθηκαν οι εν λόγω εργασίες. Το τιμολόγιο τεκμήριο 2 (α) αναφέρεται όπως προκύπτει στις εργασίες που αναφέρονται στην απόδειξη τεκμήριο 3 (α) και είναι το ίδιο ποσό της απόδειξης με αυτό που αναγράφεται στο εν λόγω τιμολόγιο, δηλαδή €9,
- Στο εν λόγω τιμολόγιο όμως αναφέρεται ότι οι εργασίες αυτές έγιναν από την 1ην Ιουλίου μέχρι 30/12/2010 σύμφωνα μάλιστα με τα επισυναπτόμενα φύλλα εργασίας και αφορούν την δεύτερη περίοδο. Επίσης, το τιμολόγιο φέρει ημερομηνία 26/12/
- Να σημειωθεί επίσης ότι το περιεχόμενο του τιμολογίου αυτού και ότι αυτό αφορά τις εργασίες της περιόδου εκείνης, δεν αμφισβητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή, αντιθέτως είναι η ίδια που το κατάθεσε για να υποστηρίξει τη θέση της. Αν η θέση της όμως είναι ότι η απόδειξη τεκμήριο 3 (α) αφορά εξόφληση του εν λόγω τιμολογίου είναι οξύμωρο να ισχυρίζεται ότι η απόδειξη ημερομηνίας 16/02/2010 αφορά εξόφληση εργασιών πριν την κατακύρωση του διαγωνισμού. Πέραν των πιο πάνω, ερωτούμενος ο μάρτυρας αυτός να πει ποιες ήταν οι εργασίες που πληρώθηκαν με την απόδειξη αυτή, δεν ήταν σε θέση να πει, λέγοντας ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία της κας XXXX Λοϊζίδου που υπάρχει στο φάκελο της υπόθεσης, η απόδειξη αυτή εκδόθηκε για εργασίες που έγιναν πριν την κατακύρωση της προσφοράς. Ουδεμία τέτοια μαρτυρία προσκομίστηκε από την κατηγορούσα αρχή και η εν λόγω XXXX Λοϊζίδου ουδέποτε κλήθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας. Αντιθέτως, κλήθηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης και εξέφρασε εντελώς αντίθετη θέση και ουσιαστικά ότι πρόκειται για λάθος στην απόδειξη όσον αφορά τη χρονολογία, η οποία έπρεπε να ήταν 2011 και όχι
- Προκύπτει επίσης ότι για τη λειτουργία του εν λόγω προγράμματος υπήρχαν και ανεξάρτητοι λογιστές και ο Εξακριβωτής. Ουδεμία έρευνα φάνηκε να έγινε σε σχέση με το ζήτημα των πληρωμών πριν την κατακύρωση της προσφοράς. Τουλάχιστον δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία από τέτοια έρευνα που να καταδεικνύει ότι έγιναν τέτοιες πληρωμές, ποια ποσά και κατά πόσο το εν λόγω ποσό των €9,200 αφορούσε τέτοια εργασία. Ούτε αναζητήθηκαν τα βιβλιάρια επιταγών του Κοινοτικού Συμβουλίου για να ελεγχθούν για το ζήτημα αυτό. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η επιταγή με αρ. 28018728 που αναγράφεται στην απόδειξη, τεκμήριο 3 α) δόθηκε μεταχρονολογημένη. Η εν λόγω επιταγή φέρει ημερομηνία 31/12/2010 και φαίνεται να εξαργυρώθηκε στις 16/02/
- Για να υποστηρίξει τη θέση του ο μάρτυρας ότι επρόκειτο για μεταχρονολογημένη επιταγή παράπεμψε στην κατάθεση του κατηγορουμένου. Το τι ανάφερε ο κατηγορούμενος 1 όμως είναι ζήτημα που θα αξιολογηθεί κατωτέρω. Η ουσία είναι ότι με τα πιο πάνω τεκμήρια δεν δικαιολογείται ούτε αποδεικνύεται η θέση του μάρτυρα ότι το ποσό των €9,200 αφορούσε αμοιβή της XXXX Λοϊζίδου και της εταιρείας XXXX για εργασίες που παρείχαν σε σχέση με το πρόγραμμα XXXX πριν την κατακύρωση της προσφοράς και η πληρωμή τους έγινε με μεταχρονολογημένη επιταγή. Ούτε έχει προσκομιστεί μαρτυρία που να εξηγεί τις εργασίες που απαιτούνταν ή έγιναν με βάση το εν λόγω ευρωπαϊκό πρόγραμμα στην περίοδο πριν την κατακύρωση της προσφοράς. Δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται και η μαρτυρία της Μ.Υ.1 του κατηγορουμένου αρ. 1, στην οποία φυσικά θα αναφερθώ κατωτέρω, η οποία αναφέρει ότι δεν θα μπορούσε να γνωρίζει το είδος των εργασιών που θα έπρεπε να γίνουν στις 16/02/2010, έτσι ώστε να τιμολογήσει και να πληρωθεί με μεταχρονολογημένες επιταγές και ότι η χρονολογία στην απόδειξη είναι καταφανώς λάθος. Όλα τα πιο πάνω ισχύουν και για την απόδειξη του ποσού των €2,
- Το τιμολόγιο τεκμήριο 2 β) αναφέρεται σε εργασίες μετάφρασης για την δεύτερη περίοδο, φέρει ημερομηνία 27/12/2010, η επιταγή η οποία αναγράφεται στην απόδειξη - τεκμήριο 6, φέρει ημερομηνία 31/12/2010 και φαίνεται να εξαργυρώθηκε στις 16/02/
- Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, η θέση που ο μάρτυρας αυτός εξέφρασε περί καταβολής από το Κοινοτικό Συμβούλιο του ποσού των €9,200 και €2,300 προς την εταιρεία XXXX και την κα XXXX για εργασίες πριν την κατακύρωση της προσφοράς σε αυτούς, δεν τεκμηριώνεται ούτε αποδεικνύεται. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει από την υπόλοιπη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και συγκεκριμένα από τα τεκμήρια 22, 23 και 24 ότι η κα XXXX Λοϊζίδου και η εταιρεία XXXX είχε εμπλοκή στο πρόγραμμα XXXX πριν την κατακύρωση της προσφοράς σε αυτούς. Υπάρχει σχετική αλληλογραφία με την XXXX Μιλτιάδους για το πρόγραμμα αυτό, αλλά δεν προκύπτει ότι η εμπλοκή της αυτή γινόταν επί οποιασδήποτε αμοιβής. Από τα τεκμήρια 23 και 24 προκύπτει η εμπλοκή τους να αφορά συμβουλές για τα προκαταρκτικά ζητήματα λειτουργίας του προγράμματος αλλά και συμβουλή για να προκηρυχθεί ο διαγωνισμός για την ανάθεση του έργου σε εξωτερικούς συμβούλους. Δεν προκύπτει όμως, από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε να υπάρχει οποιαδήποτε αμοιβή γι αυτή την εμπλοκή. Όσον αφορά το ποσό των €1,693.87 είναι παραδεκτό από τον κατηγορούμενος αρ. 1 ότι καταβλήθηκε από το Κοινοτικό Συμβούλιο προς την εταιρεία XXXX LTD με μεταχρονολογημένη επιταγή για να περιληφθεί μετέπειτα στο κονδύλι του ευρωπαϊκού προγράμματος. Αυτό επίσης φαίνεται να σχετίζεται με πραγματικά έξοδα ως φαίνονται στο τεκμήριο 7, για την πρώτη συνάντηση που έγινε σε σχέση με το πρόγραμμα στα XXXX και για την δεύτερη συνάντηση στη XXXX. Όσον αφορά το θέμα των πρακτικών, ο μάρτυρας είπε ξεκάθαρα ότι δεν υπήρχε ζήτημα τεκμηρίωσης αδικήματος για εσκεμμένη μη τήρηση των πρακτικών, σε άλλες περιπτώσεις πλην εκείνης που αφορούσε η συνεδρία για την πρόσληψη της κας XXXX Μιλτιάδους. Έγιναν έρευνες είπε και το μόνο πρακτικό που εντοπίστηκε ήταν το τεκμήριο 1(ι) το οποίο ήταν ανυπόγραφο. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού επί αυτού του σημείου, παρά την υποβολή του συνηγόρου του 1ου κατηγορούμενου ότι υπογράφτηκε και εκείνο το πρακτικό. Δεν έχω διαπιστώσει ο μάρτυρας αυτός να έλεγε ψέματα επί του προκειμένου, ότι δηλαδή ανευρέθηκε υπογραμμένο πρακτικό. Η ουσία της θέση του ήταν ότι έγινε έρευνα στο Κοινοτικό Συμβούλιο μέσω του γραμματέα και το μόνο πρακτικό που ανευρέθηκε για τη συγκεκριμένη ημερομηνία ήταν το τεκμήριο 1 (ι) το οποίο ήταν ανυπόγραφο. Πέραν των πιο πάνω, αποδέχομαι και τη θέση του ότι έγινε έρευνα και δεν διαπιστώθηκε να έγινε ανάρτηση στα καφενεία για τη θέση που αφορούσε την πρόσληψη της κας XXXX Μιλτιάδους. Η θέση του μάρτυρα ότι έγινε μια τέτοια έρευνα δεν έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση, ούτε υπάρχει άλλη μαρτυρία τέτοιας φύσεως όπως θα διαφανή κατωτέρω που να αναιρεί τα πιο πάνω. Ούτε υποβλήθηκε στο μάρτυρα οτιδήποτε το συγκεκριμένο που να αναιρεί ή έστω να δημιουργεί αμφιβολίες για την ορθότητα της θέσης του αυτής. Για το ζήτημα της πρόσληψης της κας XXXX Μιλτιάδους, η θέση του μάρτυρα ήταν ότι απαιτείτο να γίνει διαγωνισμός για αγορά υπηρεσιών με βάση το Νόμο 12
(1)/2006 διότι σύμφωνα με το πρακτικό ημερομηνίας 29/06/2010 - τεκμήριο 1(ι) η απασχόληση της ήταν για 3 χρόνια με καταβολή του ποσού των €560 μηνιαίως πλέον Κοινωνικές Ασφαλίσεις και το συνολικό ποσό που θα κατέβαλλε το Κοινοτικό Συμβούλιο ήταν πέραν των £50,000 που τάσσει ο Νόμος. Ο μάρτυρας ουσιαστικά στήριξε όλη την υπόθεση σε σχέση με το ζήτημα αυτό, στο περιεχόμενο του εν λόγω πρακτικού. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις κατά τη μαρτυρία του αναφερόταν σε εργοδότηση της κας XXXX Μιλτιάδους ενώ σε άλλες για αγορά υπηρεσιών από το πρόσωπο αυτό. Σε κάθε περίπτωση όμως δεν προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι αμφισβητούν το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Το σημαντικό όμως σε σχέση με αυτό, είναι ότι πέραν από τα πιο πάνω δεν τέθηκε ενώπιον μου άλλη μαρτυρία που να καταδεικνύει τα καθήκοντα της εν λόγω XXXX Μιλτιάδους, να επιβεβαιώνει το ύψος της αμοιβής της αλλά και τους όρους πρόσληψης της. Δεν φάνηκε να έγινε έρευνα κατά πόσο υπογράφηκε οποιαδήποτε συμφωνία με το εν λόγω πρόσωπο, ούτε τέθηκε ενώπιον μια τέτοια συμφωνία. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε κάποιο στάδιο η υπεράσπιση αμφισβήτησε, τουλάχιστον μέσω του Μ.Κ.4 ότι επρόκειτο για αγορά υπηρεσιών για τις οποίες όφειλε το Κοινοτικό Συμβούλιο να προκηρύξει διαγωνισμό. Αυτά τα αναφέρω για να καταδείξω ότι πέραν των αναφορών στο εν λόγω έγγραφο τεκμήριο 1(ι) δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε άλλα στοιχεία για το ζήτημα αυτό. Ο μάρτυρας αυτός είπε σε άλλο στάδιο της μαρτυρίας του ότι ο εργοδότης του εν λόγω προσώπου ήταν το Κοινοτικό Συμβούλιο XXXX και το 20% του μισθού των συνεργατών θα καλυπτόταν από εθνικούς πόρους και από το Κοινοτικό Συμβούλιο. Αποδέχομαι αυτά που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, τα όσα άλλα ο μάρτυρας ανάφερε και η σημασία τους θα εξεταστεί από το Δικαστήριο στην κατάληξη του και συγκεκριμένα κατά πόσο επρόκειτο για αγορά υπηρεσιών ή για πρόσληψη προσωπικού. Πέραν των πιο πάνω, αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση του κατηγορουμένου 2, ότι το τεκμήριο 1(ι) δεν αποτυπώνει όλα όσα λέχθηκαν κατ' εκείνη τη συνεδρία και ουσιαστικά τα λεγόμενα του κατηγορούμενου 1 κατά τη συζήτηση του θέματος της πρόσληψης της κόρης του. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί για ζήτημα αυτό και δεν μπορεί να προκύψει οτιδήποτε από τη μαρτυρία του γι αυτό το θέμα. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, αποδέχομαι από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού σε σχέση με όλες τις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Όσον αφορά τα συμπεράσματα του σε σχέση με το γεγονός ότι πληρώθηκαν τα προαναφερόμενα ποσά στην κα Λοϊζίδου και στην εταιρεία XXXX LTD πριν την κατακύρωση της προσφοράς, σε αυτά δεν μπορώ να δώσω βαρύτητα για τους λόγους που ανάφερα ανωτέρω. Επίσης, αποδέχομαι και τα υπόλοιπα που αναφέρθηκαν ανωτέρω με τις ανάλογες διευκρινήσεις. Ο Μ.Κ.3 με τη μαρτυρία του ουσιαστικά δεν πρόσθεσε οτιδήποτε πέραν από όσα ο Μ.Κ.2 ανάφερε στο Δικαστήριο. Ήταν το πρόσωπο το οποίο προέβηκε στη διακοπή του ευρωπαϊκού προγράμματος λόγω κακοδιαχείρισης σύμφωνα με τη θέση του αλλά με τη μαρτυρία του δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει τα πιο πάνω. Η θέση του ήταν ότι δεν εντόπισε τα σχετικά έγγραφα σε σχέση με τα παραδοτέα και τις πληρωμές που γίνονταν γι αυτό διέκοψε το πρόγραμμα. Πέραν τούτου όμως και επί της ουσίας των επίδικων θεμάτων, δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί σε γεγονότα τα οποία γνώριζε και στα οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να βασιστεί και να εξάξει ασφαλή συμπεράσματα. Σε σχέση με το διορισμό της XXXX Λοϊζίδου και της εταιρείας XXXX LTD πριν την προκήρυξη και κατακύρωση του διαγωνισμού και αυτός ο μάρτυρας βασίστηκε στις δύο αποδείξεις που φέρουν ημερομηνία 16/02/2010 για να εκφράσει ουσιαστικά την θέση ότι φαίνεται να έγιναν πληρωμές πριν την κατακύρωση της προσφοράς. Δεν ήταν σε θέση όμως να τοποθετηθεί θετικά επί τούτου και να παρουσιάσει συγκεκριμένα στοιχεία και γεγονότα, παρά το ότι ανάφερε ότι διόρισε ανεξάρτητο οίκο για να διεξαγάγει σχετική έρευνα. Ούτε παρουσίασε τα αποτελέσματα της εν λόγω έρευνας. Ο μάρτυρας αυτός μάλιστα εξέφρασε τη θέση, για την ακρίβεια την εικασία, ότι τα εν λόγω τιμολόγια εκδόθηκαν μεταχρονολογημένα για να δικαιολογήσουν εργασίες που έγιναν πριν την κατακύρωση της προσφοράς, βασιζόμενος στην ημερομηνία των αποδείξεων. Τα πιο πάνω όμως ήταν η αντίληψη του μάρτυρα, στην οποία δεν μπορώ να δώσω οποιαδήποτε βαρύτητα γιατί δεν τεκμηριώνεται από οποιαδήποτε άλλα στοιχεία. Για παράδειγμα ποιες ήταν οι εργασίες που έπρεπε να ολοκληρωθούν το 1ο εξάμηνο και κατά ποσό ήταν αυτές που αναφέρονται στα εν λόγω τιμολόγια, δεν έχει επεξηγηθεί ή τεκμηριωθεί. Περαιτέρω, αναφέρθηκε σε έκθεση του γραφείου προγραμματισμού που αναφέρεται στις λανθασμένες διαδικασίες που γίνονταν χωρίς όμως να έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μια τέτοια έκθεση που να βοηθά στα επίδικα θέματα. Να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας αυτός είπε ότι δεν ισχυρίστηκε ότι δεν έγιναν οι εργασίες που πληρώθηκαν αλλά ότι απλώς δεν είχε στοιχεία για τα παραδοτέα και δεν του δόθηκαν όταν τα ζήτησε. Περαιτέρω, ο μάρτυρας φάνηκε να εστιάζει στη διαδικασία που ακολουθήθηκε και ότι οι διαδικασίες τροχοδρομούνταν με σκοπό η προσφορά να κατακυρωθεί στην εταιρεία XXXX. Παρά ταύτα δεν προκύπτει οι λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας να σχετίζονται με ένα τέτοιο ζήτημα, ούτε ήταν αυτή η υπόθεση που προώθησε η κατηγορούσα αρχή. Όσον αφορά την πρόσληψη της κας XXXX Μιλτιάδους, τα όσα ανάφερε ο μάρτυρας είναι από πληροφορίες που άντλησε για το θέμα αυτό και προκύπτουν από τα πρακτικά που εντόπισε. Επομένως, ούτε σε αυτό το ζήτημα μπορούσε να διαφωτίσει περισσότερο το Δικαστήριο. Αξιοσημείωτο από τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού είναι η ερώτηση που του υποβλήθηκε από την κατηγορούσα αρχή σε σχέση με τη διαδικασία πρόσληψης προσωπικού ενώ η κατηγορία που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι βασίζεται στην αγορά υπηρεσιών. Ο μάρτυρας αυτός εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθούσε ο ίδιος στο ίδιο Κοινοτικό Συμβούλιο ενόσω ήταν Πρόεδρος, η οποία διαφέρει προφανώς από τον τρόπο προκήρυξης διαγωνισμού προσφορών. Ακολούθως, ρωτήθηκε ο μάρτυρας κατά πόσο ακολουθήθηκε η διαδικασία αυτή στην παρούσα περίπτωση, για να πει ότι δεν γνωρίζει. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, πέραν από τα γεγονότα που αποτέλεσαν κοινό έδαφος και ο μάρτυρας δεν έτυχε αμφισβήτησης, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του και να εξάξω οποιαδήποτε ασφαλή ευρήματα γεγονότων για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Ο Μ.Κ.4 κατάθεσε ως εκ της θέσεως που κατείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο και ο άμεσα γνώστης των γεγονότων σε σχέση με το ζήτημα της αποστολής των πρακτικών στον Έπαρχο για νομοτεχνικό έλεγχο. Ήταν ο Γραμματέας της Κεντρικής Υπηρεσίας Κοινοτικών Συμβουλίων XXXX κατά τον ουσιώδη χρόνο και ουσιαστικά ανάφερε ότι το πρακτικό πρόσληψης της κας XXXX Μιλτιάδους ημερομηνίας 29/06/2010 με αύξων αρ. 16/2010 και το πρακτικό με αύξων αρ. 17/2010 ημερομηνίας 20/07/2010 με το οποίο επικυρώνεται ο διορισμός της δεν αποστάληκαν στην υπηρεσία του για να τύχουν νομοτεχνικού ελέγχου. Τα πιο πάνω που ανάφερε ο μάρτυρας αυτός δεν έτυχαν αμφισβήτησης από τους κατηγορούμενους αλλά ούτε και έχω διαπιστώσει οποιοδήποτε λόγο γιατί να μην αποδεχθώ τη θέση αυτή του μάρτυρα. Κρίνω ότι ο μάρτυρας αυτός ήρθε στο Δικαστήριο για να αναφέρει τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη του χωρίς να έχει προκύψει οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο από τη μαρτυρία του. Αποδέχομαι επίσης και όλες τις αναφορές του σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθείται σε περίπτωση που κάποια απόφαση που λαμβάνεται από ένα Κοινοτικό Συμβούλιο νοσεί καθώς επίσης και τα όσα ανάφερε σε σχέση με την περίπτωση της κας XXXX Μιλτιάδους. Είναι ζητήματα που δεν έτυχαν αμφισβήτησης και δεν διαπιστώνεται και οποιοσδήποτε λόγος γιατί να μην τα αποδεχθώ, δεδομένης της θέσης και αρμοδιότητας που ο μάρτυρας αυτός είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Όσον αφορά τη θέση του για τη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί στην παρούσα περίπτωση, αυτή βασίστηκε στο πρακτικό ημερομηνίας πρόσληψης της κας XXXX Μιλτιάδους ημερομηνίας 29/06/2010 για να πει ότι σε αυτό γίνεται αναφορά σε αγορά υπηρεσιών και ως εκ τούτου το Κοινοτικό Συμβούλιο θα έπρεπε να προκηρύξει διαγωνισμό και προσφορές με βάση το Νόμο 12
(1)/
- Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας είπε ότι αναφέρεται στο Νόμο για τις Δημόσιες Συμβάσεις και τη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί, διότι σύμφωνα με τον τίτλο που αναγράφεται στο σχετικό πρακτικό, αφορούσε αγορά υπηρεσιών. Το κατά πόσο προκύπτει στην παρούσα περίπτωση αγορά υπηρεσιών ή πρόσληψη προσωπικού από το Κοινοτικό Συμβούλιο, θα εξεταστεί από το Δικαστήριο στην κατάληξη του και με βάση όλα τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων που θα προκύψουν. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας απάντησε ότι ως ζήτημα πρακτικής, παρόλο που αποτελεί υποχρέωση του Προέδρου του Κοινοτικού Συμβούλιου η προσκόμιση των πρακτικών στον Έπαρχο, αυτά προσκομίζονταν από το γραμματέα των Κοινοτικών Συμβουλίων. Αυτά συνέβαινε και στην παρούσα περίπτωση αλλά και από ακόμα ένα υπάλληλο που δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί το όνομα του. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ και αυτή του τη θέση και την αποδέχομαι. Περαιτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο μάρτυρας δεν απάντησε σε σχετική ερώτηση κατά πόσο ο Έπαρχος, έστω και στο στάδιο που έλαβε γνώση, θα μπορούσε να προχωρήσει με διαδικασίες ακύρωσης της απόφασης του Κοινοτικού Συμβουλίου. Προκύπτει όμως από τη μαρτυρία του ότι δεν έγιναν διαδικασίες για ακύρωση της εν λόγω απόφασης. Σημαντική θεωρώ από τη μαρτυρία του, ήταν η αναφορά του ότι σε περίπτωση που το εν λόγω πρακτικό αποστελλόταν στον Έπαρχο για νομοτεχνικό έλεγχο, δεν θα γινόταν αποδεκτό και δεν θα εγκρινόταν, χωρίς να ζητηθούν εξηγήσεις για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε σε σχέση με την πρόσληψη της κας XXXX Μιλτιάδους. Έχοντας υπόψη μου ολόκληρη τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτόν, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ σε αυτή και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Επομένως, την αποδέχομαι στην ολότητα της με τις ανωτέρω διευκρινήσεις. Από την αντίπερα όχθη, o 1ος κατηγορούμενος έχει καταθέσει ενόρκως. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή της μαρτυρίας του και έλαβα υπόψη μου τον τρόπο που αυτός απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Ως γενική αποτίμηση της μαρτυρίας του, κρίνω ότι ο 1ος κατηγορούμενος δεν κατάθεσε στο Δικαστήριο με σκοπό να παρουσιάσει τα πραγματικά γεγονότα αλλά μια εκδοχή στηριζόμενη στην μαρτυρία που δόθηκε εναντίον του με σκοπό να αποφύγει τυχόν ευθύνες φέρει για την όλη υπόθεση. Δεν μου δημιούργησε θετική εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα αλλά αντιθέτως διαφάνηκε ότι δεν ήθελε να διαφωτίσει το Δικαστήριο με τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία ο ίδιος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει. Πρόβαλλε συνεχώς το επιχείρημα ότι δεν θυμόταν λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος όταν ερωτάτο επί συγκεκριμένων γεγονότων ενώ σε άλλα μέρη της μαρτυρίας του φάνηκε να θυμόταν πολύ καλά και να επέμενε ότι οι επιταγές των €9,200 και €2,300 δόθηκαν για εργασίες που έγιναν μετά την κατακύρωση της προσφοράς. Πέραν των πιο πάνω, έχω διαπιστώσει σοβαρές αδυναμίες στη μαρτυρία του και αντιφάσεις, κάτι που στερούν από το Δικαστήριο την ευχέρεια να αποδεκτεί τα όσα ανάφερε, ασχέτως της υπόλοιπης μαρτυρία και τεκμηρίων που κατατέθηκαν. Πρόβαλε τη θέση με την γραπτή του δήλωση ότι η κα Λοϊζίδου προθυμοποιήθηκε να τους βοηθήσει χωρίς αμοιβή μέχρι να βγουν σε προσφορές διότι συνεργάστηκαν μαζί της και με την εταιρεία της σε προηγούμενα προγράμματα. Στην κατάθεση του όμως ημερομηνίας 11/06/2013 (βλ. τεκμήριο 8 Β) αναφέρει ότι υπήρχε συμφωνία με την κα Λοϊζίδου να συνεχίσει να είναι προσωρινή σύμβουλος όπως ήταν και για τα άλλα προγράμματα μέχρι να πάρουν έγκριση για το πρόγραμμα και να βγουν σε προσφορές. Συνεχίζοντας επίσης στην εν λόγω κατάθεση του αναφέρει ότι η αμοιβή της θα ήταν ανάλογη με το κόστος παροχής υπηρεσιών που θα πρόσφερε. Θα πληρωνόταν προσωρινά από το Κοινοτικό Συμβούλιο μέχρι να εγκριθούν τα ποσά από το πρόγραμμα XXXX. Πιο κάτω στη δήλωση του αναφέρει ότι οι επιταγές τεκμήρια 4 και 5, δεν εκδόθηκαν μεταχρονολογημένες και ότι αφορούσαν πληρωμές στην εταιρεία της κας Λοϊζίδου για το έργο XXXX και για εργασίες μετά το διαγωνισμό. Στην ίδια πιο πάνω κατάθεση του όμως αναφέρει ότι οι πληρωμές αυτές αφορούσαν υπηρεσίες που προσφέρθηκαν από την πιο πάνω εταιρεία πριν την κατακύρωση της προσφοράς και γι αυτό οι αποδείξεις φέρουν προηγούμενη ημερομηνία. Για τις πιο πάνω αντιφάσεις, ο κατηγορούμενος προβάλλει τη θέση ότι κατά την κατάθεση του δεν είχε τη δυνατότητα να δει τα σχετικά έγγραφα και ότι αν δίνει την εντύπωση στην κατάθεση του ότι και τα τεκμήρια 4 και 5 δόθηκαν μεταχρονολογημένα, αυτό είναι λάθος και μόνο το τεκμήριο 6, δόθηκε μεταχρονολογημένο. Ανεξαρτήτως της ορθότητας ή μη της μιας ή της άλλης θέσης, η δικαιολογία που προβάλλει κρίνεται ανεπαρκής, δεδομένου ότι στην κατάθεση του ρωτήθηκε συγκεκριμένα για το συνολικό ποσό των €11,500 και σε συγκεκριμένα τιμολόγια και αποδείξεις και δίνει μάλιστα και δικαιολογία για ποιο λόγο εκδόθηκαν μεταχρονολογημένα. Στην πορεία της μαρτυρίας του φάνηκε να μην ήθελε να πει ή να μην ήταν σε θέση να πει τί αφορούσαν τα ποσά των €9,200 και €2,300 και πότε καταβλήθηκαν, προβάλλοντας τη θέση ότι δεν θυμάται. Ακολούθως όμως, επικεντρώθηκε στα τιμολόγια που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή για να πει ότι τα χρήματα αυτά ήταν για εξόφληση των λόγω τιμολογίων και για εργασίες που έγιναν μετά την κατακύρωση του έργου. Δεν θα μπορούσε είπε να καταβάλει τα εν λόγω ποσά χωρίς να γνωρίζει ποια θα ήταν η παραδοτέα εργασία. Σε σχέση με την πρόσληψη της κόρης του, επιχείρησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο την εικόνα ότι όλα έγιναν νομότυπα ή τουλάχιστον ότι έτσι θεωρούσε ο ίδιος. Έγινε ανάρτηση στα καφενεία είπε, επιλήφθηκε το θέμα η Διαχειριστική Επιτροπή και το παρουσίασε στην ολομέλεια οπόταν υπήρχε μόνο η αίτηση της κόρης του και γι αυτό προσλήφθηκε. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο έκανε και άλλες προσλήψεις προσωπικού κατά τη διάρκεια της θητείας του, φάνηκε αρχικά να μην θέλει να απαντήσει για να πει στη συνέχεια ότι αν θυμάται έγινε ακόμη μια πρόσληψη για την σχολική εφορία και ακολουθήθηκε η ίδια διαδικασία. Με όλο το σεβασμό, κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεχθώ τις θέσεις αυτές του κατηγορούμενου, ούτε αυτές ενέχουν πειστικότητα. Δηλαδή, δεν είναι δυνατό ένας άνθρωπος ο οποίος διετέλεσε Κοινοτάρχης να μην γνωρίζει τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθηθεί για την πρόσληψη, έστω υπαλλήλου και να προβάλει τη θέση ότι έγινε ανάρτηση σε δύο καφενεία και η διαδικασία αυτή ήταν η ορθή και αυτή που ακολουθούσε, αν και οι λεπτομέρειες της κατηγορίας αφορούν αγορά υπηρεσιών και όχι πρόσληψη προσωπικού. Πέραν τούτου, δεν γνώριζε να πει ποιος έκανε τις εν λόγω αναρτήσεις στα καφενεία λέγοντας ότι μάλλον θα ήταν ο γραμματέας. Ερωτούμενος να πει τί έγινε στη συνεδρία που αποφασίστηκε η πρόσληψη της κόρης του δεν ήταν σε θέση να θυμάται όπως είπε λόγω του χρόνου που παρήλθε. Σε κάποιο σημείο είπε μάλιστα ότι δεν θυμάται κατά πόσο ήταν παρόντας σε εκείνη την συνεδρία ενώ σε άλλα μέρη επιχείρησε να θυμηθεί τί είπε σε εκείνη τη συνεδρία προς τα άλλα μέλη. Επίσης, διαφαίνεται να κρατά αποστάσεις από το όλο θέμα και να επιδιώκει να παραπέμψει στην Διαχειριστική Επιτροπή και ότι όλα, θεωρεί, έγιναν νομότυπα σύμφωνα με τα όσα γνώριζε. Άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο να είπε στα άλλα μέλη ότι η μοναδική αίτηση ήταν της κόρης του, διότι δεν υπήρχε άλλη αίτηση αλλά δεν θυμάται. Θυμάται όμως ότι ήταν η μοναδική αίτηση και ότι έγινε ανάρτηση στα καφενεία, την οποία ο ίδιος είδε. Πιο κάτω διερωτήθηκε αν είπε κάτι κακό όταν του υποβλήθηκε ότι ανάφερε στα υπόλοιπα μέλη ότι η απόφαση τους θα αποστελλόταν στον Έπαρχο για νομοτεχνικό έλεγχο. Απόφευγε όμως στη συνέχεια να τοποθετηθεί θετικά κατά πόσο είπε τα πιο πάνω και περαιτέρω ότι αν δεν εγκρινόταν η απόφαση για την πρόσληψη της κας Μιλιτάδους θα ειδοποιούσε τα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου για τη λήψη διορθωτικών μέτρων. Περαιτέρω, φάνηκε να παλινδρομούσε σε σχέση με το θέμα αυτό αλλά και στο τι διαμείφθηκε τη συγκεκριμένη συνεδρία. Όσον αφορά το ζήτημα των πρακτικών, είπε ότι δεν γνωρίζει τί έγινε και είναι ανυπόγραφο το πρακτικό και πώς βρέθηκαν δύο άλλα δακτυλογραφημένα πρακτικά για την ίδια συνεδρίαση. Πρόβαλε τη θέση επίσης ότι πιθανόν να έγινε λάθος από το γραμματέα. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού και την εντύπωση που απεκόμισα γι αυτόν κατά το στάδιο που κατάθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνω ότι δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ως εκ τούτου, αυτή απορρίπτεται. H Μ.Υ.1 ήταν η διευθύντρια της εταιρείας XXXX. Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας της και έλαβα υπόψη μου την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και τα σχετικά τεκμήρια. Η μάρτυρας αυτή εξήγησε, στο βαθμό που ρωτήθηκε επί τούτου, τη λειτουργία του προγράμματος XXXX. Ανάφερε ότι η διαδικασία από το Γενικό Λογιστήριο για τις προσφορές καθυστερούσε και για αυτό τους ζητήθηκε από το Κοινοτικό Συμβούλιο και την 1ον κατηγορούμενο καθώς επίσης και τον γραμματέα να παράσχουν επιστημονική υποστήριξη μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία προσφορών. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τα πιο πάνω που ανέφερε στο Δικαστήριο. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε διαφορετικό σε σχέση με το λόγο που δεν προκηρύχθηκε έγκαιρα ο διαγωνισμός για την αγορά των εν λόγω υπηρεσιών. Επίσης, το ότι η ίδια και η εταιρεία της εμπλάκηκε στο πρόγραμμα αυτό πριν την κατακύρωση της προσφοράς στην εταιρεία της προκύπτει και από την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και ειδικότερα από την σχετική αλληλογραφία. Η μάρτυρας αυτή επίσης, είπε ότι έλαβαν μέρος στην πρώτη συνάντηση που έλαβε χώρα στα XXXX στις 23/02/2010 και σε μια δεύτερη συνάντηση που έλαβε χώρα στη XXXX περί τον Μαϊο του
- Ήταν η θέση της ότι το μόνο ποσό το οποίο πληρώθηκαν ήταν τα πραγματικά τους έξοδα ύψους €1693,87 και η πληρωμή αυτή έγινε με την επιταγή ημερομηνίας 30/06/2010, δηλαδή μετά την κατακύρωση της προσφοράς με σκοπό να περιληφθούν τα έξοδα αυτά στην επιχορήγηση. Δεν διακρίνω οτιδήποτε το μεμπτό σε αυτή της θέση, η οποία άλλωστε αποτέλεσε και θέση της κατηγορούσας αρχής. Πέραν των πιο πάνω, ανάφερε ότι αυτές οι υπηρεσίες τους προσφέρθηκαν αφιλοκερδώς λόγω και της προηγούμενης συνεργασίας που είχαν με το Κοινοτικό Συμβούλιο. Ουσιαστικά είπε ότι πέραν του πιο πάνω ποσού δεν πληρώθηκαν οποιαδήποτε άλλα ποσά για την περίοδο που ενεργούσαν πριν την κατακύρωση της προσφοράς. Η θέση τη κατηγορούσας αρχής ήταν ότι στην περίοδο αυτή πληρώθηκαν και τα ποσά των €9,200 και €2,300, βασιζόμενη ουσιαστικά στην ημερομηνία των αποδείξεων. Πέραν τούτου όμως, όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω δεν έχει προσφερθεί άλλη μαρτυρία ή στοιχεία αναφορικά με τις κατ' ισχυρισμό εργασίες που έπρεπε να γίνουν στην εν λόγω περίοδο. Τα δε τιμολόγια που κατατέθηκαν αφορούν εργασίες για την δεύτερη περίοδο του προγράμματος, οι επιταγές αντιστοιχούν στα εν λόγω τιμολόγια, φέρουν ημερομηνία μεταγενέστερη της προσφοράς και προκύπτει να εξαργυρώθηκαν στις 16/02/
- Δεδομένων αυτών, προβάλει λογικοφανής η εξήγηση της μάρτυρας αυτής ότι αυτά τα ποσά αφορούσαν εργασίες ή υπηρεσίες που προσφέρθηκαν μετά την κατακύρωση της προσφοράς και ότι η ημερομηνία 16/2/2010 που αναγράφεται στις αποδείξεις είναι καταφανώς λάθος και έπρεπε να ήταν 16/02/2011, ημερομηνία που εξαργυρώθηκαν οι επιταγές. Πέραν των πιο πάνω, η μάρτυρας εξήγησε γιατί η πιο πάνω αναγραφόμενη ημερομηνία στις αποδείξεις είναι καταφανώς λάθος, λέγοντας ότι ήταν αδύνατο να γνωρίζουν στις 16/02/2010 ποιες εργασίες έπρεπε να εκτελέσουν με βάση το πρόγραμμα, τη στιγμή που η πρώτη συνάντηση για να καθοριστούν οι δράσεις έλαβε χώρα στις 23/02/
- Εξήγησε επίσης επαρκώς τον τρόπο λειτουργίας του εν λόγω προγράμματος και ότι πριν γίνει η ενακτήρια συνάντηση δεν θα μπορούσε κανένας να γνωρίζει τί θα έπρεπε να κάνει. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και τα υπόλοιπα που η μάρτυρας αυτή ανάφερε σε σχέση με το ζήτημα αυτό, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη θέση της και την αποδέχομαι. Η ουσία είναι ότι δεν προκύπτει τόσο από αυτά που η μάρτυρας ανάφερε όσο και από τα σχετικά τεκμήρια που η κατηγορούσα αρχή κατάθεσε ότι τα ποσά των €9,200 και €2,300 καταβλήθηκαν για εργασίες που έλαβαν χώρα την περίοδο πριν την κατακύρωση της προσφοράς. Η θέση της περί λάθους ημερομηνίας στις αποδείξεις, αποδεικνύεται λογική και λογικοφανής με τα όσα ανάφερε για αυτό αποδέχομαι τις θέσεις της αυτές. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και την θετική εντύπωση που η μάρτυρας αυτή μου δημιούργησε κατά την ώρα που κατάθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία της και την αποδέχομαι στην ολότητα της. Οι κατηγορούμενοι αρ. 2, 3 και 5 προέβηκαν σε ανώμοτη δήλωση. Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προβαίνει ένας Κατηγορούμενος λαμβάνεται υπ' όψη ως αναφέρεται και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Στέλιος Σοφοκλέους ν. Ανδριανής Μ. Καλογήρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 369). Αν και δεν αξιολογείται, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Λαμβάνεται υπόψη ώστε να δοθεί μία άλλη υφή στα γεγονότα εάν και εφ' όσον αυτό επιτρέπεται από την δοθείσα μαρτυρία. Από την επιλογή αυτή του Κατηγορουμένου δεν πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Να σημειωθεί επίσης, ότι η ανώμοτη δήλωση δεν υπέχει θέση ένορκης μαρτυρίας και δεν μπορεί να αντικρούσει άλλη μαρτυρία η οποία δόθηκε ενόρκως και κρίθηκε αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία (βλ. επίσης Θεοχάρους v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22). Περαιτέρω, στην ....Ευθυμίου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 191/2016, Ημερ. 06/11/2016 έγινε λεπτομερής ανάλυση του τρόπου με τον οποίο προσεγγίζεται μια ανώμοτη δήλωση με παραπομπή στην Α.Δ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 91/2014, ημερ. 22/06/2016 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «..δεν υπάρχει μαγική φόρμουλα στον τρόπο που ένα Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίσει την ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, Ηλιάδης & Σάντης, Έκδοση 2014, σελ. 10-11). Όπως προκύπτει από την κυπριακή και ξένη νομολογία, τα πάντα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τί ακριβώς προβάλλει ο κατηγορούμενος, π.χ. κατά πόσο προβάλλει απλώς της αθωότητα του ή προβάλλει κάποιο άλλοθι ή προσπαθεί να αντικρούσει ένορκη μαρτυρία ή απλώς να εξηγήσει τη νοητική του κατάσταση, εξήγηση η οποία όμως δεν έρχεται σε αντίθεση με δοθείσα μαρτυρία ή εγείρει θέμα αυτοάμυνας. Η κάθε περίπτωση χρήζει διαφορετικής προσέγγισης (βλ. DPP v. Walker [1974] 1 WLR 1090, 1096E).» Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω τις ανώμοτες δηλώσεις των κατηγορουμένων αρ. 2, 3 και 5. Από την ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου 2, δεν μπορώ να λάβω υπόψη μου τα όσα αναφέρει περί της αθωότητας του. Αυτά είναι συνυφασμένα με τα γεγονότα τα οποία παραθέτει ότι έλαβαν χώρα κατά την επίδικη συνεδρία. Ο κατηγορούμενος αυτός αναφέρει ότι στην εν λόγω συνεδρία ο πρώην Κοινοτάρχης τους ανάφερε ότι η μόνη που ενδιαφέρθηκε για τη θέση ήταν η κόρη του XXXX Μιλτιάδους και ήταν η μόνη που είχε όλα τα προσόντα που απαιτούνταν για τη συγκεκριμένη θέση. Τους είπε επίσης ότι η εν λόγω απόφαση ήταν νόμιμη και ότι το πρακτικό της αναφερόμενης απόφασης θα αποστέλλετο στον Έπαρχο XXXX για έγκριση και ότι σε περίπτωση που δεν το έγκρινε, το Κοινοτικό Συμβούλιο δεν θα προχωρούσε στην πρόσληψη. Τα πιο πάνω, συνεχίζει, τα επιβεβαίωσε ο γραμματέας και είχε πειστεί ότι με το να λάμβανε μέρος στην απόφαση δεν θα διέπραττε το αδίκημα που τον κατηγορούν. Θεωρώ ότι συνολικά ειδωμένη η όλη εκδοχή του, παρά το ότι δεν υπάρχει ενώπιον μου άλλη αξιόπιστη μαρτυρία που να την διαψεύδει, εντούτοις θεωρώ ότι θα ήταν επικίνδυνο να δώσω βαρύτητα στα πιο πάνω. Δεν δόθηκαν ενόρκως για να εξεταστεί η ορθότητα τους και να δικαιολογηθεί επαρκώς η πεποίθηση του ότι ενεργούσε νόμιμα. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί, ότι όλα τα πιο πάνω είναι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου αυτού που παρατίθενται και στις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία, τεκμήρια 10 και 11 και αποτελούν μαρτυρία εναντίον συγκατηγορουμένου του. Είναι νομολογημένο ότι το περιεχόμενο των καταθέσεων κατηγορούμενου δεν μπορεί να αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για να αποδείξει ενοχή συγκατηγορούμενου του (βλ. Γεώργιος Νεάρχου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 6028, Ημερομηνίας 22/02/1996 και Γιώργου Ευριπίδου κ.α. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337). Πέραν τούτου όμως, κρίνω ότι μπορώ να λάβω υπόψη μου τη θέση του ότι συμμετείχε στη συνεδρία όπου αποφασίστηκε η πρόσληψη της κας Μιλτιάδους ως Συμβούλου του Κοινοτικού Συμβουλίου για το ευρωπαϊκό πρόγραμμα XXXX. Αυτά συνάδουν με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Ο κατηγορούμενος αρ. 3 στην ανώμοτη του δήλωση αναφέρει ότι όταν ψήφιζε ως μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου για την πρόσληψη της XXXX Μιλτιάδους ήταν με την εντύπωση ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο XXXX είχε το δικαίωμα και σε καμία περίπτωση δεν γνώριζε ούτε γνωρίζει κατά πόσο έπρεπε να γίνει διαδικασία προσφορών. Θεωρώ ότι είναι επικίνδυνο να λάβω υπόψη μου την πιο πάνω ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου. Παρέχει εξήγηση για εκ πρώτης όψεως εγκληματική δραστηριότητα, δεν δόθηκε ενόρκως για να εξεταστεί η ορθότητα της θέση του αυτής και εν πάση περιπτώσει η άγνοια του περί των διαδικασιών, δεδομένης και της θέσης που κατείχε δεν θα μπορούσε να παίξει οποιοδήποτε ρόλο στη διακρίβωση της ποινικής του ευθύνης. Ο κατηγορούμενος 5 προβάλει την ίδια πιο πάνω θέση με τον κατηγορούμενο αρ. 3 και θεωρώ ότι για τους ίδιους λόγους, δεν μπορώ να την αποδεχθώ και δεν την αποδέχομαι. Ο κατηγορούμενος αρ. 4 κατάθεσε ενόρκως. Έχω διεξέλθει της μαρτυρίας του και έλαβα υπόψη μου τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. H μαρτυρία του παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες, κενά, αντιφάσεις και ανακρίβειες σε βαθμό που στερούν από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να την κάνει αποδεκτή. Ο κατηγορούμενος αυτός επιχείρησε να προβάλει την υπεράσπιση στο Δικαστήριο ότι ενέργησε με τον τρόπο που ενέργησε διότι με τα όσα τους είχαν παρουσιαστεί από τον Κοινοτάρχη και τον γραμματέα είχε πειστεί ότι ακολουθήθηκαν όλες οι διαδικασίες που έπρεπε να γίνουν. Η πιο πάνω θέση του όμως δεν δικαιολογείται επαρκώς ή δεν πείθει. Ανάφερε στην γραπτή του δήλωση ότι ο τότε Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου τους είπε στη συνεδρία ότι η μόνη που ενδιαφέρθηκε για τη θέση ήταν η κόρη του και ότι ήταν η μόνη που είχε πτυχίο μηχανικού περιβάλλοντος στην Κοινότητα XXXX. Αναφέρθηκε επίσης στην εν λόγω συνεδρίαση ότι το πρακτικό θα αποστελλόταν στον Έπαρχο XXXX για έλεγχο νομιμότητας και έγκριση όπως γινόταν και ότι αν δεν εγκρινόταν ο Πρόεδρος θα ενημέρωνε το Συμβούλιο για να λάμβανε τις δέουσες ενέργειες. Ήταν πεπεισμένος είπε ότι με βάση τα όσα λέχθηκαν ότι τηρήθηκαν όλες οι απαιτούμενες διαδικασίες. Ο κατηγορούμενος αυτός είπε ότι μέχρι την ημερομηνία λήψης της εν λόγω απόφασης ήταν μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου για περίοδο 4,5 χρόνων και γνώριζε τη διαδικασία που απαιτείτο για την αγορά υπηρεσιών και πρόσληψης προσωπικού. Αφού όπως αναφέρει γνώριζε τις διαδικασίες, προκύπτει εύλογα το ερώτημα γιατί αυτός να ήταν πεπεισμένος με τα όσα ανάφερε ότι λέχθηκαν στην εν λόγω συνεδρίαση ότι έγιναν όλα νομότυπα. Είπε ότι για να έρθει το θέμα στη συνεδρία σημαίνει ότι ακολουθήθηκαν οι διαδικασίες, χωρίς όμως να μπορεί να πει ποιες ήταν αυτές οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν. Πιο κάτω και σε σχετική ερώτηση είπε ότι πιθανόν να ρώτησε αν έγινε προκήρυξη της θέσης αλλά από τη στιγμή που δεν υπάρχει το πρακτικό δεν μπορεί να γνωρίζει ακριβώς. Δηλαδή, ενώ δεν φαίνεται να προκύπτει από τη μαρτυρία του ότι προέβηκε στις δέουσες ενέργειες για να διαπιστώσει αν ακολουθήθηκαν οι διαδικασίες, πείστηκε από τα όσα του λέχθηκαν και αναφέρθηκαν ανωτέρω ότι έγιναν όλες οι δέουσες διαδικασίες. Να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη πρόσληψη αφορούσε την κόρη του 1ου κατηγορούμενου, ο οποίος όπως προκύπτει ήταν παρόντας και τους ανάφερε αυτά που ισχυρίστηκε ο μάρτυρας τους ανάφερε. Πέραν τούτου, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο μάρτυρας αυτός στις καταθέσεις του στην Αστυνομία, τεκμήρια 16 και 17 προβάλλει τη θέση ότι ο Κοινοτάρχης επέμενε να προσλάβουν την κόρη του διότι ήταν η μόνη που είχε πτυχίο μηχανικού περιβάλλοντος μέσα στην Κοινότητα και ότι θα πληρωνόταν μέσω του προγράμματος. Ουδεμία αναφορά κάνει ότι θεωρούσε ότι έγιναν όλα νομότυπα και ακολουθήθηκε η διαδικασία. Μάλιστα ανάφερε ότι ο Κοινοτάρχης δεν τους ανάφερε ότι θα γινόταν διαγωνισμός. Η θέση που προβάλλει στη γραπτή του δήλωση ότι στην Αστυνομία δεν είχε τη δυνατότητα να δει οποιαδήποτε έγγραφα και να φρεσκάρει τη μνήμη του, δεν είναι επαρκής για να δικαιολογήσει τη διαφοροποίηση του στη μαρτυρία του στο Δικαστήριο. Προκύπτει από το περιεχόμενο των καταθέσεων του ότι του υποδείχθηκαν τα πρακτικά με αύξων αρ. 16/10 και 17/10. Ουδεμία αναφορά στη μαρτυρία του κάνει ότι φρέσκαρε τη μνήμη του από οποιαδήποτε άλλα έγγραφα. Περαιτέρω, εγείρεται και το ερώτημα γιατί στην εν λόγω συνεδρία να αναφερθεί ότι το πρακτικό θα αποστελλόταν στον Έπαρχο Πάφου για έγκριση και ότι αν είχε πρόβλημα η απόφαση τους, θα τους ενημέρωνε ο Κοινοτάρχης για να την διορθώσουν. Αυτή ήταν η διαδικασία που ακολουθείτο με όλα τα πρακτικά του Κοινοτικού Συμβουλίου και αφού όλα, σύμφωνα με το μάρτυρα, ήταν πεπεισμένος ότι έγιναν νομότυπα γιατί να έγινε τότε ειδική αναφορά σε αυτό; Όσον αφορά τη συνεδρία στην οποία λήφθηκε η απόφαση αυτή, ο κατηγορούμενος αυτός αναφέρει στις καταθέσεις του ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο αυτή έγινε στις 29/06/2010 διότι πέρασε καιρός. Ούτε γνώριζε γιατί δεν υπέγραψε το εν λόγω πρακτικό, αλλά λέει ότι το πιο πιθανόν είναι να μην τους το έδωσαν για υπογραφή. Στη μαρτυρία του στο Δικαστήριο, είπε ότι στη συνεδρία ημερομηνίας 29/06/2010 σίγουρα τηρήθηκε πρακτικό και σίγουρα το έχει υπογράψει, μαζί με την επικύρωση του την επόμενη συνεδρία. Πρόβαλε τη θέση όμως ότι το πρακτικό που τηρήθηκε την ημέρα εκείνη δεν είναι αυτό που είναι ανυπόγραφο, δηλαδή το τεκμήριο 1 (ι) διότι ειπώθηκαν τόσα πολλά στη συνεδρία εκείνη που δεν περιλαμβάνονται σε αυτό το πρακτικό. Δεν μπορούσε να πει όμως τι λέχθηκε διότι δεν θυμόταν. Αφού δεν θυμάται τι λέχθηκε πως μπορεί να είναι σε θέση να ισχυρίζεται ότι δεν είναι αυτό το πρακτικό που τηρήθηκε στη συγκεκριμένη ημέρα; Πέραν των πιο πάνω, και αφού όπως ο μάρτυρας ουσιαστικά είπε τους λέχθηκε στη συνεδρία ότι αν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα με την πρόσληψη θα τους ενημέρωνε ο Έπαρχος, εντούτοις δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια για να ενημερωθεί γι αυτό το ζήτημα. Η θέση του ήταν ότι ο Κοινοτάρχης όφειλε να τους ενημερώσει αν ετίθετο τέτοιο ζήτημα, όπως γινόταν στα πλαίσια της διαδικασίας. Αυτό ενδεχομένως να είναι ορθό αλλά από τη στιγμή που ο ίδιος το βάζει ως προϋπόθεση για την ορθότητα της απόφασης που έλαβαν, που προφανώς γνώριζαν ότι υπήρχε θέμα και δεν ακολουθήθηκαν οι διαδικασίες, όφειλε να ενημερωθεί για αυτό και να ενδιαφερθεί να μάθει. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω και το υπόλοιπο περιεχόμενο της μαρτυρίας του κατηγορούμενου αυτού, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων, γι αυτό απορρίπτεται. Μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου και προτού προχωρήσω να καταλήξω σε ευρήματα πραγματικών γεγονότων, θα πρέπει να στρέψω την προσοχή μου στις καταθέσεις του 1ου κατηγορούμενου για να εξεταστεί κατά πόσο υπάρχουν ομολογίες σε αυτές, οι οποίες θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν ως μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο, θα πρέπει να προβληματιστεί για τον ορθότητα μιας τέτοιας ομολογίας έτσι ώστε να μπορεί να την λάβει υπόψη του και κατ' επέκταση να βασιστεί σε αυτή και να καταδικάσει. Στην παρούσα περίπτωση, ο 1ος κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 11/06/2013 (βλ. τεκμήριο 8Β), αναφέρει ότι η συμφωνία με την κα Λοϊζίδου ήταν να συνεχίσει να είναι προσωρινή σύμβουλος όπως ήταν για τα άλλα προγράμματα και να βγουν προσφορές. Η συμφωνία αμοιβής της θα ήταν ανάλογα με το κόστος παροχής υπηρεσιών που θα πρόσφερε. Τα χρήματα που θα της καταβάλλονταν θα προέρχονταν από το Κοινοτικό Συμβούλιο μέχρι να εγκρίνονταν τα ποσά από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα. Στο τεκμήριο 8Α αναφέρει ότι η εταιρεία XXXX LTD προσφέρθηκε να βοηθήσει και να καθοδηγήσει το συμβούλιο στην διαδικασία συμμετοχής στο πρόγραμμα XXXX. Αναφέρει επίσης ότι οι πληρωμές των ποσών των €11,500 στη βάση των τιμολογίων με αρ. 35 και 36 της εταιρείας XXXX αφορούσαν υπηρεσίες πριν την κατακύρωση της προσφοράς γι αυτό φέρουν προηγούμενες ημερομηνίες. Κατ' αρχή θα πρέπει να λεχθεί ότι η εν λόγω ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου δόθηκε μετά από επίστηση του στο Νόμο για τα αδικήματα της Συνομωσίας προς διάπραξης κακουργήματος, κλοπής από δημόσιο λειτουργό ποσού ύψους €107, 478 από το Κοινοτικό Συμβούλιο XXXX, απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, παράβαση του περί Κοινοτήτων Νόμου και Νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ουσιαστικά του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο για άλλα αδικήματα από αυτά που αντιμετωπίζει. Σε κάθε περίπτωση όμως δεν έτυχε αμφισβήτησης η θεληματικότητα της εν λόγω κατάθεσης, ούτε σε οποιοδήποτε στάδιο προβλήθηκε η θέση ότι δεν θα έλεγε τα όσα είπε αν του γινόταν επίστηση της προσοχής του για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση. Προχωρώντας να εξετάσω την ουσία των όσων αναφέρει, είναι γεγονός ότι η κα XXXX Λοϊζίδου και η εταιρεία XXXX ενεργούσαν ή είχαν εμπλοκή στο πρόγραμμα XXXX πριν την κατακύρωση της προσφοράς σε αυτούς. Το σημαντικό από τις πιο πάνω αναφορές του κατηγορούμενου όμως είναι κατά πόσο πράγματι το Δικαστήριο μπορεί να δώσει βαρύτητα στις αναφορές του ότι το ποσό των €11,500 καταβλήθηκε στα πιο πάνω πρόσωπα για εργασίες που έγιναν πριν την κατακύρωση της προσφοράς. Αυτή προφανώς ήταν και η μοναδική μαρτυρία που κατείχε η κατηγορούσα αρχή για να στηρίξει την υπόθεση της, όπως ανάφερε και ο εξεταστής. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο δεν μπορεί με βεβαιότητα να στηριχθεί στις πιο πάνω αναφορές και να καταλήξει ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή ότι είναι αληθείς. Κατ΄ αρχή ο κατηγορούμενος έχει καταθέσει ενόρκως και έχει κριθεί αναξιόπιστος για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Κατά δεύτερο, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει καμία άλλη μαρτυρία που να υποστηρίζει τα όσα ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται περί πληρωμής του ποσού αυτού για τις εργασίες των εν λόγω τιμολογίων. Αντιθέτως όλα τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου συνηγορούν στο ότι η ημερομηνία στις εν λόγω αποδείξεις οφείλεται σε λάθος. Γι αυτό άλλωστε και το Δικαστήριο αποδέχθηκε τη μαρτυρία της Μ.Υ.1 επί του σημείου αυτού, πέραν των υπόλοιπων λόγων. Επομένως, εκείνο το οποίο αναφύεται υπό τις περιστάσεις είναι ότι οι εν λόγω αναφορές του κατηγορουμένου στην κατάθεση του, δεν μπορεί να κριθούν ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα έτσι ώστε να μπορούσα να τους δώσω βαρύτητα. Ακόμη όμως και να απέρριπτα τη μαρτυρία της Μ.Υ.1 και να μπορούσα, ανεξαρτήτως των υπόλοιπων γεγονότων, να βασιστώ σε αυτές τις αναφορές του κατηγορούμενου, δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο να προβεί σε καταδίκη. Αποτελεί την μοναδική μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την κατηγορούσα αρχή και δεν επιβεβαιώνεται από άλλη μαρτυρία (βλ. Μιχαλάκης Ιακωβίδης ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 110, Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 166, 172, Μιχάλης Αναξαγόρα Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2ΑΑΔ 330, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τάσου Γεωργίου
(2006)2ΑΑΔ 217) και Μάριος Καππέλος v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 241). Πέραν των πιο πάνω, δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε άλλη ξεκάθαρη ομολογία στις καταθέσεις του κατηγορουμένου, στην οποία θα μπορούσα να δώσω βαρύτητα. Οι αναφορές του στην κατάθεση του περί αγοράς υπηρεσιών από την XXXX Μιλτιάδους δεν είναι σαφείς παραδοχές περί τούτου καθότι σε άλλα μέρη της κατάθεσης του αναφέρεται σε εργοδότηση της. Σε κάθε περίπτωση η αναφορά και μόνο σε αγορά υπηρεσιών δεν θα ήταν αρκετή από μόνη της. Απαιτείται να εξεταστούν όλα τα γεγονότα για να διαπιστωθεί η φύση της σχέσης αυτής. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, την μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να βασιστεί σε αυτή και τα παραδεκτά γεγονότα, τα κάτωθι αποτελούν τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης: O 1ος κατηγορούμενος ήταν ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXX για την περίοδο 2006 -
- Οι κατηγορούμενοι 2, 3, 4 και 5 ήταν μέλη του πιο πάνω Συμβουλίου για την ίδια περίοδο. Ο 2ος κατηγορούμενος επίσης κατείχε τη θέση του αντιπροέδρου. Το Κοινοτικό Συμβούλιο Κουκλιών περί τον Νοέμβριο του 2009 εξασφάλισε το ευρωπαϊκό πρόγραμμα XXXX το οποίο σχετιζόταν με περιβαλλοντικά ζητήματα. Eίχε ως στόχο την στήριξη ευρωπαϊκών και περιφερειακών πολιτικών και θεσμικών εργαλείων που προωθούν την αειφόρο ανάπτυξη, αφού πρώτα δημιουργήσει τα εργαλεία για την αποτίμηση της κατάστασης της ανάπτυξης σε κάθε περιοχή. Η διάρκεια του προγράμματος ήταν τρία χρόνια. Το εν λόγω Κοινοτικό Συμβούλιο είχε εξασφαλίσει και προηγουμένως άλλα ευρωπαϊκά προγράμματα με τελευταίο το πρόγραμμα XXXX XXXX και είχε συνεργασία με την κα XXXX Λοϊζίδου και την εταιρεια XXXX LTD. Στο πλαίσιο του προγράμματος XXXX υπήρχε η πρόνοια για εταίρους / Τοπικές Αυτοδιοικήσεις που δεν διέθεταν τις απαιτούμενες εξειδικεύσεις (ακτομηχανικού και μηχανικού περιβάλλοντος καθώς και διαχείριση ευρωπαϊκών προγραμμάτων) να ζητήσουν προσφορές και να αγοράσουν τις εν λόγω υπηρεσίες. Στις 18/06/2010, μετά από την προκήρυξη διαγωνισμού προσφορών ημερομηνίας 01/06/2010, η διαχείριση και εκτέλεση του εν λόγω προγράμματος κατακυρώθηκε στην εταιρεία XXXX LTD, η οποία ήταν και η μοναδική προσφοροδότης και στις 24/06/2010 υπογράφτηκε σχετικό συμβόλαιο για το ποσό των €78,500 πλέον Φ.Π.Α. Απαιτούνταν επίσης υπηρεσίες ελεγκτικού γραφείου για τον έλεγχο των δαπανών του εν λόγω προγράμματος και μετά που ζητήθηκαν προσφορές, αποφασίστηκε στις 19/03/2010 ο διορισμός του ελεγκτικού οίκου XXXX LTD. Η έναρξη του προγράμματος επίσημα έγινε στις 23 Φεβρουαρίου 2010 σε ξενοδοχείο στα XXXX με την άφιξη των συνέδρων. Η διαδικασία για την προκήρυξη διαγωνισμού για την ομάδα έργου καθυστερούσε από το Γενικό Λογιστήριο και ζητήθηκε από τον 1ον κατηγορούμενο και τον γραμματέα του Συμβουλίου η επιστημονική υποστήριξη της κας XXXX Λοϊζίδου και της εταιρείας XXXX LTD, οπόταν και εμπλάκηκαν με τη διαχείριση του εν λόγω προγράμματος για όλη την περίοδο πριν την κατακύρωση της προσφοράς σε αυτούς. Έλαβαν μέρος στην επίσημη έναρξη του προγράμματος στα XXXX και σε μια ακόμα συνάντηση στη XXXX. Για την βοήθεια αυτή δεν καταβλήθηκαν και δεν έχει αποδειχθεί να καταβλήθηκαν οποιαδήποτε ποσά αμοιβής για τις υπηρεσίες που προσφέρθηκαν. Καταβλήθηκε όμως στην εταιρεία XXXX LTD το ποσό των €1,693.87 το οποίο αφορούσε πραγματικά έξοδα, όπως διαμονές, μεταφορικά και αεροπορικά εισιτήρια. Το ποσό αυτό καταβλήθηκε με την επιταγή αρ. 21853312 (τεκμήριο 4) η οποία εκδόθηκε μεταχρονολογημένη και έφερε ημερομηνία πληρωμής 30/06/2010, μεταγενέστερη της κατακύρωσης του διαγωνισμού με σκοπό να ενταχθούν τα έξοδα αυτά στην επιχορήγηση που θα λαμβανόταν από το INTERREG IVC και να μην επιβαρυνθεί η Κοινότητα. Πέραν των πιο πάνω, έχει προκύψει ότι προσλήφθηκε στη θέση του συμβούλου διαχειριστή προγράμματος με απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου που λήφθηκε σε συνεδρία ημερομηνίας 29/06/2010, η κα XXXX Μιλτιάδους, κόρη του τότε Κοινοτάρχη και 1ου κατηγορούμενου. Παρόντες στην εν λόγω συνεδρία ήταν όλοι οι κατηγορούμενοι και οι οποίοι αποφάσισαν όλοι την πρόσληψη του πιο πάνω προσώπου. Σύμφωνα επίσης με τα πρακτικά συνεδρίασης του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXX με αύξων αρ. 16/2010 τα οποία ανευρέθηκαν και είναι ανυπόγραφα (βλ. τεκμήριο 1(ι)), προκύπτουν τα ακόλουθα: «Θέμα 5ον Εργοδότηση XXXX Μιλτιάδους με αγορά Υπηρεσιών για το Ευρωπαϊκό πρόγραμμα XXXX για περίοδο 36 μηνών Το Κοινοτικό Συμβούλιο αποφάσισε την εργοδότηση της XXXX Μιλτιάδους για περίοδο τριών χρόνων όσο και η διάρκεια του Ευρωπαϊκού προγράμματος XXXX με μισθό 560 ευρώ τον μήνα συν Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Οι μισθοί όλων των συνεργατών θα καλυφθούν από το πρόγραμμα με ποσοστό 80% και το υπόλοιπο από Εθνικούς πόρους και από το Κοινοτικό Συμβούλιο XXXX.» Προκύπτει επίσης ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο XXXX δεν είχε προκηρύξει διαγωνισμό προσφορών πριν την πρόσληψη της κας XXXX Μιλτιάδους. Το πρόγραμμα XXXX διακόπηκε περί το 2012, μετά την εκλογή του νέου Κοινοτάρχη, ο οποίος δεν είχε στοιχεία και λεπτομέρειες για τον τρόπο λειτουργίας του και τις εργασίες που έγιναν και πληρώθηκαν. Ισχυρίστηκε επίσης κακοδιαχείριση χωρίς όμως από τα ενώπιον μου στοιχεία και τις έρευνες προφανώς της Αστυνομίας να είχε προκύψει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα. Περαιτέρω, έχει προκύψει ότι τηρούνταν πρακτικά κατά τις συνεδριάσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου κατά το έτος 2010 και κατατέθηκαν ενώπιον μου τα πρακτικά με αύξοντες αριθμούς 3, 4, 8, 13, 14 και 24 του 2010 δεόντως υπογραμμένα από όλα τα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου. Έχει προκύψει όμως ότι μετά από σχετική έρευνα, δεν ανευρέθηκαν στα γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου υπογραμμένα πρακτικά για την συνεδρία που έλαβε χώρα στις 29/06/2010, οπόταν αποφασίστηκε η πρόσληψη της κας XXXX Μιλτιάδους. Για εκείνη την ημερομηνία ανευρέθηκαν τα πρακτικά με αύξων αριθμό 16/2010 τα οποία ήταν ανυπόγραφα και δεν είχαν σταλεί ποτέ στο γραφείο του Επάρχου Πάφου για να τύχουν νομοτεχνικό έλεγχο. Επίσης, ανευρέθηκαν και τα πρακτικά με αύξων αριθμό 17/2010 που αφορούσαν συνεδρία ημερομηνίας 20/07/2010, υπογραμμένα από όλα τα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου. Με τα πρακτικά αυτά, επικυρώνονταν ομόφωνα, μεταξύ άλλων και τα πρακτικά με αύξων αριθμό 16/
- Ούτε αυτά τα πρακτικά αποστάληκαν στον Έπαρχο για να τύχουν νομοτεχνικό έλεγχο. Πέραν των πιο πάνω, έχει προκύψει ότι παρά το ότι η υποχρέωση με βάση το Νόμο να κοινοποιεί τα πρακτικά συνεδριάσεων στον Έπαρχο ανήκει στον Κοινοτάρχη, εντούτοις ως θέμα πρακτικής, αυτά παραδίδονταν σε αυτόν και στην αρμόδια υπηρεσία μέσω του γραμματέα του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXX ή μέσω κάποιου άλλου υπηρεσιακού. Επιπρόσθετα δεν έχει προκύψει να προηγήθηκε οποιαδήποτε άλλη διαδικασία πριν την πρόσληψη της κας XXXX Μιλτιάδους. Επίσης, έχει προκύψει ότι η εν λόγω XXXX Μιλτιάδους είναι μηχανικός περιβάλλοντος και κατείχε τα προσόντα γι αυτή τη θέση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας καθορίζεται στο άρθρο 105 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 έχει ως ακολούθως: «
- ∆ηµόσιος λειτουργός, ο οποίος κατά κατάχρηση εξουσίας που ανάγεται στα καθήκοντά του, ενεργεί ή διατάσσει την ενέργεια οποιασδήποτε αυθαίρετης πράξης που παραβλάπτει τα δικαιώµατα άλλου, είναι ένοχος πληµµελήµατος. Αν ο υπαίτιος απέβλεπε µε τέτοια πράξη σε κέρδος, είναι ένοχος κακουργήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Από τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: α) ο κατηγορούμενος να είναι δημόσιος λειτουργός, β) η πράξη να συνιστά κατάχρηση της εξουσίας του, γ) η πράξη να είναι αυθαίρετη, δ) η πράξη να παράβλαψε τα δικαιώματα άλλων. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Θεοχάρη Κελβερη
(1996)2 Α.Α.Δ. 103). Σύμφωνα με το λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Γ΄ έκδοση «αυθαίρετος» ορίζεται ως 1. Αυτός που δεν πραγματοποιείται στο πλαίσιο που προβλέπουν οι νόμοι, αλλά σύμφωνα με προσωπικές επιθυμίες και προτιμήσεις‧(γενικότ.) αυτός που δεν υπακούει στις αρχές που ισχύουν σε δεδομένο τόπο και χρόνο, αλλά ενεργεί κατά το δοκούν :». «Κατάχρηση» σημαίνει την υπέρβαση των καθηκόντων κάποιου, δηλαδή της δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας του. «Εξουσία» σημαίνει το δικαίωμα ή εξουσιοδότηση ή άδεια που έχει κάποιος να ενεργεί εκ μέρους κάποιου άλλου. «Παραβλάπτει» σημαίνει προκαλεί ζημιά σε άλλον, βλάπτει, ζημιώνει τα δικαιώματα άλλου. Η λέξη «δικαιώματα» σημαίνει τις ελευθερίες και δικαιώματα που αναγνωρίζονται από το νόμο σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα να ενεργούν προς ικανοποίηση των συμφερόντων τους και σε ένα δεύτερο επίπεδο αυτά τα οποία δικαιούται κάποιος. Δεν θεωρώ ότι η αναφορά στο Νόμο σε δικαιώματα άλλου θα πρέπει να ερμηνεύεται σε πρόσωπο συγκεκριμένο αλλά θα πρέπει να εξετάζεται κατά πόσο εκ του αποτελέσματος των πράξεων ζημιώνει κάποιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή βλάπτονται τα δικαιώματα του ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Τα άρθρα 42 και 45 του Περί Κοινοτήτων Νόμου Ν. 86(Ι)/1999έχουν ως ακολούθως: «42.—
(1)Αποτελεί καθήκον του κοινοτάρχη να τηρεί ή να φροντίζει να τηρούνται πρακτικά σε κάθε συνεδρία του Συµβουλίου. Τα πρακτικά καταχωρίζονται σε ειδικό βιβλίο που τηρείται για το σκοπό αυτό και επικυρώνονται στην επόµενη συνεδρία του Συµβουλίου. Μετά την επικύρωση υπογράφονται από τον κοινοτάρχη ή το µέλος που προεδρεύει της συνεδρίας και αµέσως µετά την υπογραφή τους τα πρακτικά γίνονται αποδεκτά ως µαρτυρία χωρίς παραπέρα απόδειξη. Ο κοινοτάρχης υποχρεούται να κοινοποιεί τα πρακτικά της συνεδρίας του Συµβουλίου σε όλα τα µέλη του και στον Έπαρχο πριν από την επόµενη τακτική συνεδρία και εν πάση περιπτώσει µέσα σε δεκαπέντε µέρες από τη συνεδρία: Νοείται ότι ο Έπαρχος έχει την εξουσία να ασκεί έλεγχο νοµιµότητας των αποφάσεων του Συµβουλίου.» «45. Σε περίπτωση κατά την οποία ο κοινοτάρχης και το Συµβούλιο παραλείπουν να εκτελέσουν οποιοδήποτε επιβαλλόµενο από τον παρόντα Νόµο καθήκον ή να εφαρµόσουν οποιαδήποτε διάταξή του, ο Υπουργός δύναται να καλέσει τον κοινοτάρχη και το Συµβούλιο να εκτελέσουν µέσα σε εύλογη προθεσµία το καθήκον αυτό ή να προβούν στην εφαρµογή της διάταξης του παρόντος Νόµου. Σε περίπτωση µη συµµόρφωσης, ο Υπουργός έχει την εξουσία να διορίσει τον Έπαρχο αρµόδιο για την εκτέλεση ή την εφαρµογή των πιο πάνω και το Συµβούλιο επιβαρύνεται µε τα αναγκαία για το σκοπό αυτό έξοδα.» Το δε άρθρο 84 του Περί του Συντονισµού των ∆ιαδικασιών Σύναψης ∆ηµόσιων Συµβάσεων Προµηθειών, Έργων και Υπηρεσιών και για Συναφή Θέµατα Νόµου Ν. 12
(1)/2006 έχει ως ακολούθως: «84-
(1)Για δηµόσιες συµβάσεις, των οποίων η εκτιµώµενη αξία, εκτός Φ.Π.Α, δεν υπερβαίνει- (α) Τις 2.000 ευρώ, η αναθέτουσα αρχή δύναται να αναθέτει απευθείας τη σύµβαση χωρίς να προηγηθεί η προβλεπόµενη από τον παρόντα Νόµο διαδικασία σύναψης σύµβασης· (β) τις 15.000 ευρώ, η αναθέτουσα αρχή δύναται να ζητά την υποβολή γραπτών ή προφορικών προσφορών από περιορισµένο, κατά την κρίση της, αριθµό οικονοµικών φορέων· (γ) τις 50.000 ευρώ, ή τα κατώτατα όρια που καθορίζονται στο άρθρο 19 όταν πρόκειται για δηµόσιες συµβάσεις προµηθειών και υπηρεσιών και τις 850.000 ευρώ όταν πρόκειται για δηµόσιες συµβάσεις έργων, που προορίζονται να καλύψουν ανάγκες εκτός της επικράτειας της ∆ηµοκρατίας, η αναθέτουσα αρχή δύναται να αναθέτει τη σύµβαση χωρίς δηµοσίευση προκήρυξης µε βάση την ακόλουθη διαδικασία: (i)Η αναθέτουσα αρχή καταρτίζει τα αναγκαία έγγραφα του διαγωνισµού, τα οποία αποστέλλει, όπου είναι εφικτό, σε τουλάχιστον τέσσερις οικονοµικούς φορείς της αιτιολογηµένης επιλογής της. Η αποστολή των εγγράφων του διαγωνισµού σε λιγότερους από τέσσερις οικονοµικούς φορείς πρέπει να δικαιολογείται επαρκώς. (ii) Η προθεσµία για την υποβολή των προσφορών δεν δύναται να είναι µικρότερη των επτά
(7)ηµερών από την ηµεροµηνία αποστολής της σχετικής πρόσκλησης. (iii) Οι προσφορές υποβάλλονται στη διεύθυνση της αναθέτουσας αρχής µέχρι την καθορισµένη ηµεροµηνία και ώρα που αναφέρεται στην πρόσκληση για την υποβολή των προσφορών.» Πέραν των πιο πάνω και σε σχέση με την κατηγορία αρ. 3 την οποία αντιμετωπίζει ο 1ος κατηγορούμενος, το άρθρο 136 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, έχει ως ακολούθως: «
- Όποιος εσκεµµένα ανυπακούει σε νόµο για τη διενέργεια πράξης απαγορευµένης από αυτό ή µε την παράλειψη πράξης που επιβάλλεται από αυτό, η οποία αφορά το κοινό ή µέρος του κοινού, είναι ένοχος πληµµελήµατος και εκτός αν προκύπτει από αυτό το νόµο πρόθεση του νοµοθέτη για επιβολή κάποιας άλλης ποινής, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος προκύπτει να είναι τα ακόλουθα:
- Εσκεμμένη ανυπακοή σε νόμο α) με τη διενέργεια απαγορευμένης από νόμο πράξης ή β) με την παράλειψη εκπλήρωσης επιβαλλόμενης από νόμο πράξης, και
- η οποία πράξη να αφορά το κοινό ή μέρος του κοινού. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων ως αναφέρονται ανωτέρω, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, λαμβάνοντας υπόψη μου και τις θέσεις των μερών που τέθηκαν με τις αγορεύσεις τους. Ξεκινώντας από την 1ην κατηγορία που αντιμετωπίζει ο 1ος κατηγορούμενος, προκύπτει από τις λεπτομέρειες της ότι αυτός κατηγορείται ότι ανάθεσε στην κα XXXX Λοϊζίδου της εταιρείας XXXX LTD την εργασία του ανεξάρτητου συμβούλου για το Ευρωπαϊκό πρόγραμμα XXXX χωρίς την προκήρυξη διαγωνισμού προσφορών όπως ορίζει ο Νόμος. Έχει προκύψει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι όντως η κα XXXX Λοϊζίδου και η εταιρεία της XXXX LTD, οι οποίοι είχαν και προηγούμενη συνεργασία με το Κοινοτικό Συμβούλιο XXXX εμπλάκηκαν στο πρόγραμμα XXXX από τις 23/02/2010 που ήταν η επίσημη έναρξη του καθώς επίσης έλαβαν μέρος και σε άλλη συνάντηση που υπήρχε στα πλαίσια λειτουργίας του εν λόγω προγράμματος στην XXXX τον Μαϊο του
- Στο μεσοδιάστημα επίσης προκύπτει να υπήρχε αλληλογραφία της εν λόγω εταιρείας και της κας XXXX Λοϊζίδου με το Κοινοτικό Συμβούλιο XXXX και να παρείχαν συμβουλές και καθοδήγηση σε σχέση με τι διαδικασίες που έπρεπε να ακολουθηθούν για πρόγραμμα. Το ζητούμενο όμως είναι κατά πόσο έπρεπε να προηγηθεί σχετικός διαγωνισμός με βάση το Νόμο 12
(1)/2006 πριν την ανάθεση ή πριν ζητηθεί η εμπλοκή της κας Λοϊζίδου και της εταιρείας XXXX LTD από τον 1ον κατηγορούμενο στο εν λόγω πρόγραμμα για την περίοδο, ουσιαστικά, Φεβρουαρίου μέχρι 24/06/2010 οπόταν και κατακυρώθηκε νόμιμα ο διαγωνισμός που προκηρύχθηκε σε αυτούς. Να σημειωθεί ότι εκείνο που κατηγορείται ο 1ος κατηγορούμενος με αυτή την κατηγορία είναι ότι δεν προκήρυξε σχετικό διαγωνισμό προτού διορίσει ή εμπλέξει το εν λόγω πρόσωπο στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα. Επομένως και με βάση τις πιο πάνω αναφερόμενες πρόνοιες του Νόμου 12
(1)/2006, επί των οποίων η κατηγορούσα αρχή βασίστηκε για να αποδείξει την κατηγορία αυτή, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η εκτιμώμενη αξία των υπηρεσιών των πιο πάνω προσώπων για την περίοδο που ενεργούσαν ως σύμβουλοι υπερέβαινε τα ποσά που ορίζει ο Νόμος και θα έπρεπε να προκηρυχθεί διαγωνισμός. Ουσιαστικά θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο οι εργασίες ή υπηρεσίες που θα παρείχαν τα πρόσωπα αυτά και που εν τέλει παρείχαν υπερέβαιναν τα συγκεκριμένα ποσά που τάσσει ο Νόμος. Αυτή άλλωστε ήταν η γραμμή της κατηγορούσας αρχής. Ότι δηλαδή πέραν του ποσού των €1,693.87 που καταβλήθηκε στην εταιρεία XXXX LTD για την εμπλοκή της στο πρόγραμμα πριν την κατακύρωση της προσφοράς και που αφορούσαν πραγματικά έξοδα και όχι αμοιβή για υπηρεσίες, καταβλήθηκε και το επιπλέον ποσό των €11,500, οπόταν ο 1ος κατηγορούμενος όφειλε να προκηρύξει διαγωνισμό προσφορών πριν την ανάθεση. Δεν έχει προκύψει όμως ότι καταβλήθηκε το εν λόγω ποσό για υπηρεσίες που προσφέρθηκαν από την εταιρεία XXXX LTD την περίοδο εκείνη. Ούτε έχει προκύψει ποιες εργασίες ή υπηρεσίες έπρεπε να προσφερθούν από τους ανεξάρτητους συμβούλους την περίοδο εκείνη και κατά πόσο αυτές ήταν πέραν του ποσού που δεν απαιτείται διαγωνισμός. Έχει προκύψει ότι για την εν λόγω περίοδο καταβλήθηκε μόνο το ποσό των €1,693.87 και σύμφωνα με το άρθρο 84
(1)(α) η αναθέτουσα αρχή δεν είχε υποχρέωση να προκηρύξει διαγωνισμό. Να σημειωθεί επίσης ότι έχει προκύψει ότι ο 1ος κατηγορούμενος και ο γραμματέας του Κοινοτικού Συμβουλίου ζήτησε τη βοήθεια της κας Λοϊζίδου και της εταιρείας XXXX LTD καθότι καθυστερούσαν οι διαδικασίες του Γενικού Λογιστηρίου για την προκήρυξη του διαγωνισμού. Πέραν του πιο πάνω ποσού δεν έχει προκύψει να καταβλήθηκαν οποιαδήποτε άλλα ποσά για την περίοδο εκείνη. Εν όψει των πιο πάνω ευρημάτων, θεωρώ ότι δεν αποδεικνύεται στον απαιτούμενο βαθμό οποιαδήποτε κατάχρηση εξουσίας ή αυθαίρετη πράξη εκ μέρους του κατηγορούμενου αρ. 1. Ενέπλεξε της κα Λοϊζίδου και την εταιρεία XXXX LTD με στο πρόγραμμα XXXX με σκοπό αυτοί να παραστούν σε δύο συναντήσεις με τους εταίρους για το πρόγραμμα αυτό εν αναμονή της διαδικασίας προκήρυξης προσφορών. Με τα πιο πάνω πρόσωπα υπήρχε προηγούμενη συνεργασία σε άλλα ευρωπαϊκά προγράμματα και για αυτήν τους την εμπλοκή στο πρόγραμμα XXXX δεν έχει προκύψει να προσέφεραν οποιεσδήποτε υπηρεσίες επ' αμοιβή για τις οποίες όφειλε το Κοινοτικό Συμβούλιο και ο 1ος κατηγορούμενος να προκηρύξει προσφορές. Θα προχωρήσω να εξετάσω τις κατηγορίες αρ. 2, 4 - 7 που αντιμετωπίζουν όλοι οι κατηγορούμενοι. Οι κατηγορίες αυτές, με βάση τις λεπτομέρειες τους, εδράζονται στο ότι όλοι οι κατηγορούμενοι προχώρησαν στην πρόσληψη της κας XXXX Μιλτιάδους ως συμβούλου για το Ευρωπαϊκό πρόγραμμα XXXX χωρίς την προκήρυξη διαγωνισμού προσφορών. Για την απόδειξη των κατηγοριών αυτών, η κατηγορούσα αρχή βασίστηκε πάλι στο Νόμο 12
(1)/2006 και ήταν η θέση της ότι η πρόσληψη αυτή αφορούσε αγορά υπηρεσιών από το εν λόγω πρόσωπο και όφειλε να προκηρυχτεί διαγωνισμός προσφορών. Εκείνο το οποίο θα πρέπει αρχικά να εξεταστεί στα πλαίσια των κατηγοριών αυτών και στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου είναι κατά πόσο πράγματι η πρόσληψη αυτή αφορούσε αγορά υπηρεσιών για τις οποίες έπρεπε να προκηρυχτεί διαγωνισμός ή αφορούσε πρόσληψη προσωπικού στο Κοινοτικό Συμβούλιο όπως ήταν η θέση της υπεράσπισης, που προφανώς απαιτείται άλλη διαδικασία. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου και παραδεχτό γεγονός ότι στις 29/06/2010 όλοι οι κατηγορούμενοι αποφάσισαν την πρόσληψη της κας XXXX Μιλτιάδους ως συμβούλου του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXX για το εν λόγω πρόγραμμα, το οποίο είχε διάρκεια τα τρία χρόνια. Από εκεί και πέρα δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία αναφορικά με τα καθήκοντα του εν λόγω προσώπου, τους όρους πρόσληψης της και το εκτιμώμενο ποσό των υπηρεσιών που θα πρόσφερε ή ποιο ποσό της καταβλήθηκε μέχρι τον τερματισμό των υπηρεσιών της με τη διακοπή του προγράμματος. Το μόνο το οποίο έχει προκύψει είναι το περιεχόμενο των πρακτικών με αύξων αριθμό 16/2010, τα οποία είναι και ανυπόγραφα. Σε κάθε περίπτωση όμως ακόμη και να δεχθώ ότι τα όσα αναφέρονται στο εν λόγω πρακτικό αντικατοπτρίζουν το ζήτημα της πρόσληψης αυτής, δεν μπορεί από το περιεχόμενο του και μόνο να προκύψει στον απαραίτητο βαθμό ότι η απόφαση αυτή αφορούσε αγορά υπηρεσιών από το εν λόγω πρόσωπο. Στο τίτλο του 5ου θέματος των εν λόγω πρακτικών αναφέρεται σε εργοδότηση του προσώπου αυτού με αγορά υπηρεσιών. Είτε είναι εργοδότηση και υπάρχει σχέση εργοδότη - εργοδοτουμένου οπότε πρόκειται για σύμβαση εργασίας, είτε είναι αγορά υπηρεσιών από κάποιο ανεξάρτητο τρίτο πρόσωπο. Οπότε από τον τίτλο και μόνο του θέματος δεν προκύπτει οτιδήποτε με σαφήνεια. Πέραν τούτου, από το περιεχόμενο της απόφασης φαίνεται να γίνεται αναφορά σε μισθό ύψους €560 μηνιαίως πλέον Κοινωνικές Ασφαλίσεις, στοιχεία που παραπέμπουν σε σύμβαση εργασίας παρά σε αγορά υπηρεσιών. Δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία κατά πόσο πράγματι καταβάλλονταν κοινωνικές ασφαλίσεις. Με βάση όμως το εν λόγω πρακτικό αυτό αποτελούσε προφανώς και όρο της πρόσληψης της. Φαίνεται με τα ενώπιον μου ευρήματα και στοιχεία ότι το πιο πιθανόν είναι η κα Μιλτιάδους να προσλήφθηκε ως υπάλληλος του Κοινοτικού Συμβουλίου για σκοπούς του προγράμματος παρά ότι αγοράστηκαν από αυτή υπηρεσίες και ήταν ανεξάρτητος σύμβουλος ή εξωτερικός συνεργάτης. Στην TSAPACO CATERING LTD v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω 1. Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων 2. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1995)3 Α.Α.Δ. 796 εξετάστηκε η έννοια του όρου «μισθωτός» στα πλαίσια του άρθρου 2 του Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου Ν. 41/80και αποφασίστηκε ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένος καθορισμός της σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου και η ύπαρξη της εξαρτάται από διάφορα ενδεικτικά στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε εύρημα κατά πόσο ένα συμβόλαιο είναι συμβόλαιο που καθιερώνει τη σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου (master and servant) ή είναι ένα συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών (contract of service). Λέχθηκε, σε σχέση με τν όρο «μισθωτός» ότι περιλαμβάνει πρόσωπα των οποίων η απασχόληση διέπεται από σύμβαση εργασίας και η εργασία παρέχεται κάτω από συνθήκες που επιμαρτυρούν τη σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου. Η προκαθορισμένη ανταμοιβή του προσωπικού με μισθό συνιστά στοιχείο το οποίο συνάδει με την ύπαρξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτουμένου. Δεν είναι καθοριστικός παράγοντας όμως. Συναρτάται η σχέση αυτή κατά κύριο λόγο με τον έλεγχο τον οποίο ασκεί ο εργοδότης στην εργασία του εργοδοτούμενου. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι αγοράστηκαν υπηρεσίες από το εν λόγω πρόσωπο έτσι ώστε να γεννάται η υποχρέωση ανάλογα με το εκτιμώμενο ποσό αυτών των υπηρεσιών να ακολουθηθεί η διαδικασία που τάσσει ο Νόμο 12
(1)/2006, όπως ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής. Να σημειωθεί ότι ο πιο πάνω Νόμος εξαιρεί από τη συγκεκριμένη διαδικασία τις συμβάσεις εργασίας (βλ. άρθρο 15(ε)). Με την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, ουσιαστικά καταρρίπτεται η βάση των γεγονότων επί των οποίων εδράζονται οι κατηγορίες αυτές. Η κατάχρηση εξουσίας και η αυθαίρετη πράξη που αποδίδεται στους κατηγορούμενους είναι ότι αγόρασαν υπηρεσίες από την XXXX Μιλτιάδους χωρίς να προκηρύξουν σχετικό διαγωνισμό προσφορών. Εν όψει της μη απόδειξης στον αναγκαίο βαθμό ότι πράγματι επρόκειτο για τέτοιες υπηρεσίες για τις οποίες υπήρχε τέτοια υποχρέωση, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει και κατά πόσο οι κατηγορούμενοι καταχράστηκαν την εξουσία τους ή ενέργησαν αυθαίρετα, υπό τις περιστάσεις. Εν όψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχουν αποδειχθεί οι κατηγορίες 2, 4 - 7 που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενου στον αναγκαίο βαθμό. Παραμένει η 3η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο 1ος κατηγορούμενος και αφορά την μη τήρηση ή την μη τήρηση ορθών πρακτικών σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2010. Εκείνο το οποίο έχει προκύψει είναι ότι στις 29/06/2010 που έλαβε συνεδρία του Κοινοτικού Συμβουλίου XXXX, καταγράφηκαν πρακτικά, επικυρώθηκαν στην επόμενη συνεδρία ημερομηνίας 20/07/2010, πλην όμως αυτά παρέμειναν ανυπόγραφα από τον 1ον κατηγορούμενο. Οι πρόνοιες του άρθρου 42 του Περί Κοινοτήτων Νόμου έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Στο πλαγιότιτλο του εν λόγω άρθρου αναφέρεται «Τήρηση Πρακτικών» και το εν λόγω άρθρο αναφέρει τη διαδικασία και την υποχρέωση του Κοινοτάρχη να τηρεί ή να μεριμνά να τηρεί πρακτικά συνεδριάσεων. Εκείνο το οποίο προκύπτει από τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου είναι ότι ο Κοινοτάρχης θα πρέπει να τηρεί πρακτικά σε κάθε συνεδρία. Στη συνέχεια του εν λόγω άρθρου αναφέρεται η διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθείται μέχρι τα εν λόγω πρακτικά να αποτελούν απόδειξη του περιεχομένου τους χωρίς οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Δηλαδή, μπορεί να λεχθεί ότι μέχρι τα όσα αποφασίζονται και αναφέρονται σε μια συνεδρία και καταγράφονται για να μπορούν να θεωρούνται ως ορθά και αληθή και να είναι δεσμευτικά, θα πρέπει να καταχωρίζονται σε ειδικό βιβλίο που τηρείται για το σκοπό αυτό, να επικυρώνονται στην επόµενη συνεδρία του Συμβουλίου και να υπογράφονται. Ακολούθως, το πιο πάνω άρθρο επιβάλλει και άλλη υποχρέωση του Κοινοτάρχη όπως κοινοποιεί τα πρακτικά σε όλα τα μέλη και στον Έπαρχο. Kρίνω ότι η τήρηση πρακτικών ή ορθών πρακτικών τα οποία να αντικατοπτρίζουν τα όσα αποφασίστηκαν σε κάθε συνεδρία πρέπει να ακολουθεί την πιο πάνω διαδικασία και διεργασία. Επεξηγείται θεωρώ το καθήκον του Κοινοτάρχη για την τήρηση πρακτικών. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η τήρηση πρακτικών, δηλαδή η καταγραφή των όσων αποφασίστηκαν ή λέχθηκαν σε κάθε συνεδρία και χωρίς να ακολουθήσουν οι υπόλοιπες ενέργειες που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο μπορεί να θεωρηθεί ότι ο Κοινοτάρχης εξετέλεσε το καθήκον αυτό που επιβάλλεται από το Νόμο και ότι τήρησε πρακτικά ή καλύτερα ορθά πρακτικά συνεδρίας. Στην παρούσα περίπτωση, δεν ανευρέθηκαν τα πρακτικά της συνεδρίας ημερομηνίας 29/06/2010 υπογεγραμμένα παρά μόνο ανευρέθηκαν κάποια έγγραφα ανυπόγραφα. Αυτά δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι αποτελούν πρακτικά εν τη εννοία του πιο πάνω άρθρου για την εν λόγω συνεδρία. Παρά το ότι αναφέρεται στα πρακτικά της επόμενης συνεδρίας ημερομηνίας 20/07/2010 ότι τα «πρακτικά» με αύξων αρ. 16/10, όπως τιτλοφορούνται τα εν λόγω ανυπόγραφα έγγραφα επικυρώνονται, εντούτοις αυτά δεν υπογράφηκαν από τον 1ον κατηγορούμενο. Εν όψει τούτου, κρίνω ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο 1ος κατηγορούμενος τήρησε πρακτικά για την εν λόγω συνεδρία. Τα έγγραφα που ανευρέθηκαν δεν μπορεί να αποτελούν τα πρακτικά της εν λόγω συνεδρίας και με αυτά δεν αποδεικνύεται το περιεχόμενο τους. Η θέση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να κριθεί ένοχος για άλλη κατηγορία από αυτή που αντιμετωπίζει δεν με βρίσκει σύμφωνο. Στις λεπτομέρειες αδικήματος αναφέρεται η παράλειψη του 1ου κατηγορούμενου και αυτή είναι ότι σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος 2010 παρέλειψε να τηρεί πρακτικά ή ορθά πρακτικά. Έχει επεξηγηθεί ανωτέρω η υποχρέωση αυτή και θεωρώ ότι καλύπτεται από την κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και τις λεπτομέρειες αυτής. Ακόμα και να λεχθεί ότι η κατηγορία αυτή είναι γενική και ότι αυτή δεν συμμορφώνεται με την υποχρέωση παροχής όλων των αναγκαίων λεπτομερειών στον κατηγορούμενο, δεν είναι η περίπτωση που θα μπορούσε να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος στερήθηκε του δικαιώματος του να γνωρίζει τί αντιμετώπιζε και να υπερασπιστεί τον εαυτό του και κατ' αυτό τον τρόπο επηρεάστηκε δυσμενώς. Ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα για αναζήτηση περισσότερων λεπτομερειών ή να προβάλει οποιαδήποτε ένσταση στο κατηγορητήριο στο κατάλληλο στάδιο, κάτι το οποίο δεν έπραξε. Στην R v. Rackham
(1997)2 Cr. App. 222 αποφασίστηκε ότι όπου ο κατηγορούμενος επιλέγει να αντιμετωπίσει γενικές κατηγορίες χωρίς ένσταση δεν μπορεί να εγείρει ζήτημα έλλειψης συγκεκριμενοποίησης τους στο τέλος (βλ. επίσης Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766). Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος υπέστη δυσμενή επηρεασμό ή επηρεάστηκε η υπεράσπιση του ένεκα της γενικότητας της κατηγορίας. Στην παρούσα η κατηγορία αυτή εδράζεται στο άρθρο 136 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και στις λεπτομέρειες αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι δεν φρόντισε να τηρούνται πρακτικά ή ορθά πρακτικά σε κάθε συνεδρία του Κοινοτικού Συμβουλίου σε άγνωστη ημερομηνία κατά το έτος
- Δεν ζητήθηκαν περαιτέρω λεπτομέρειες της κατηγορίας αυτής και η υπεράσπιση επέλεξε να αντιμετωπίσει την κατηγορία αυτή στην γενικότητα των εν λόγω λεπτομερειών. Επίσης, με την προσκομισθείσα μαρτυρία ήταν ξεκάθαρη η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι επικεντρωνόταν στα έγγραφα που τηρήθηκαν στη συνεδρία που αφορούσε την πρόσληψη της κας XXXX Μιλτιάδους που όπως διεφάνη και δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός έλαβε χώρα στις 29/06/
- Η θέση που προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο ήταν ότι τηρήθηκαν με τον δέοντα τρόπο τα πρακτικά της εν λόγω συνεδρίας, υπογράφηκαν και δεν γνωρίζει γιατί δεν ανευρέθηκαν, θέση που απορρίφθηκε μαζί με την υπόλοιπη μαρτυρία του. Επομένως, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε τι αντιμετώπιζε, πρόβαλε την υπεράσπιση του και δεν έχω διαπιστώσει οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό του ένεκα της γενικότητας των λεπτομερειών της κατηγορίας αυτής. Επαναλαμβάνω ότι δεν διαπιστώνεται ο κατηγορούμενος να είχε να αντιμετωπίσει μια διαφορετική κατηγορία από αυτή με την οποία κατηγορείτο και η ανυπακοή του στο Νόμο σύμφωνα με τη μαρτυρία βασίστηκε στο άρθρο 42 του Περί Κοινοτήτων που αφορά την τήρηση πρακτικών και τη διαδικασία που ακολουθούνται με αυτά μέχρι και την υπογραφή τους. Αναφερόταν επίσης στις λεπτομέρειες της κατηγορίας και η μη τήρηση ορθών πρακτικών, κάτι το οποίο περιλαμβάνει θεωρώ όλη την πιο πάνω διαδικασία. Το άρθρο 42 του Περί Κοινοτήτων Νόμου επιβάλλει καθήκον στον Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου να τηρεί ή να φροντίζει να τηρούνται πρακτικά σε κάθε συνεδρία και επεξηγείται σε αυτό η διαδικασία που ακολουθείται μέχρι το περιεχόμενο των εν λόγω πρακτικών να είναι αυταπόδεικτο. Δεδομένης της υποχρέωσης αυτής του Νόμου, εκείνο το οποίο προκύπτει στην παρούσα στην βάση όλων των ευρημάτων του Δικαστηρίου, είναι ότι ο κατηγορούμενος παρέλειψε να διενεργήσει πράξη που επιβάλλεται από το Νόμο. Δηλαδή, παρέλειψε να τηρήσει τα πρακτικά της συνεδρίας ημερομηνίας 29/06/2010 ή έστω να τα τηρήσει ορθά εν τη εννοία του Νόμου, δηλαδή παρέλειψε να τα υπογράψει παραβαίνοντας την υποχρέωση που είχε δυνάμει του άρθρου 42 του Περί Κοινοτήτων Νόμου. Αναμφίβολα η μη τήρηση των πρακτικών όπως επιβάλλει ο Νόμος αφορά το κοινό εν τη εννοία του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, «"κοινό" δηλώνει όχι µόνο όλα τα πρόσωπα που βρίσκονται στη ∆ηµοκρατία, αλλά επίσης και πρόσωπα που κατοικούν ή που χρησιµοποιούν κάποιο συγκεκριµένο τόπο, ή οποιοσδήποτε αριθµός τέτοιων προσώπων, ακόµη και πρόσωπα αόριστα, που τυχόν επηρεάζονται από την ενέργεια σε συνάρτηση µε εκείνη την οποία χρησιµοποιείται αυτός ο όρος·» Στην προκειμένη περίπτωση η μη τήρηση πρακτικών συνεδριάσεων αφορά το Κοινοτικό Συμβούλιο XXXX και τους κατοίκους της Κοινότητας αυτής και όχι μόνο. Η τήρηση πρακτικών κατά τον δέοντα τρόπο αφορά και σχετίζεται με το κοινό και τη διαφάνεια που πρέπει να υπάρχει για τις αποφάσεις που λαμβάνονται. Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο η παράλειψη αυτή του 1ου κατηγορούμενου να συμμορφωθεί με το Νόμο και το καθήκον του δυνάμει του άρθρου 42 του Περί Κοινοτήτων Νόμου, έγινε εσκεμμένα. Δεν είναι η περίπτωση στην οποία εφαρμόστηκε το άρθρο 45 του Περί Κοινοτήτων Νόμου καθότι ουδεμία ενέργεια έγινε από τον Έπαρχο για να ζητήσει τα εν λόγω πρακτικά και να αρνηθεί ο 1ος κατηγορούμενος να τα υπογράψει και να τα αποστείλει. Παρεμβάλω εδώ για να αναφέρω ότι το πιο πάνω άρθρο προνοεί τη διοικητική λειτουργία και τις ενέργειες που γίνονται σε περίπτωση που