← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Φακοντής κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10768/15, 18/2/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Φακοντής κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10768/15, 18/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:B16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10768/15 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.

  1. XXXX Φακοντής
  2. XXXX Φακοντή Κατηγορουμένων ------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 18 Φεβρουαρίου
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νεοκλέους. Για τους Κατηγορούμενους: κ. Ν. Φακοντής. Κατηγορούμενοι: Παρόντες. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 αντιμετωπίζουν από μια κατηγορία Απειλής και Δημόσιας Εξύβρισης έκαστος (βλ. κατηγορίες αρ. 1 και 2 που αφορούν τον 1ον κατηγορούμενο και κατηγορίες αρ. 3 και 4 που αφορούν την 2ην κατηγορούμενη). Αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν τις πιο πάνω κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και η Κατηγορούσα Αρχή για σκοπούς απόδειξής της υπόθεσης της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας. Συγκεκριμένα, κάλεσε τον Αστ. XXXX XXXX Καγκαλή (Μ.Κ.1) και την κα XXXX Ευσταθίου (Μ.Κ.2). Ο Μ.Κ.1 ανάφερε στο Δικαστήριο ότι στις 05/11/2015 και περί ώρα 09.40 καταγγέλθηκε γραπτώς από την παραπονούμενη Μ.Κ.2 ότι στις 04/11/2015 και περί ώρα 23.30 στο αρτοποιείο με την ονομασία «XXXX» στην Λεωφ. XXXX XX, στην XXXX, δέχθηκε απειλές και δημόσια εξύβριση από τους κατηγορούμενους. Στην συνέχεια αναφέρθηκε στις ενέργειες που έκανε, που ήταν η λήψη ανακριτικών καταθέσεων από τους κατηγορούμενους (βλ. τεκμήρια 3 και 4) και η πρόσαψη γραπτών κατηγοριών (βλ. τεκμήρια 1 και 2). Η Μ.Κ.2 ήταν η παραπονούμενη και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως της εξέτασης την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (βλ. Έγγραφο Β). Σε αυτή αναφέρει ότι εργάζεται στο αρτοποιείο με την ονομασία XXXX 2 στην Λεωφ. XXXX XX, στην XXXX. Στις 04/11/2015 πήγε στη δουλειά της η ώρα 22.00 μέχρι τις 06.00 της επόμενης μέρας. Ο 1ος κατηγορούμενος είναι πρώην κουνιάδος του μέλλοντα συζύγου της, XXXX Ευαγγέλου και στις 23:30 περίπου της 4ης/11/2015 πήγε στο αρτοποιείο που εργαζόταν. Εκείνη την ώρα υπήρχε ένας πελάτης στο ταμείο και ο 1ος κατηγορούμενος περίμενε να φύγει. Μετά ο 1ος κατηγορούμενος πήγε στο ταμείο και χωρίς να πει οτιδήποτε άλλο ή να του πει η ίδια κάτι για να τον προκαλέσει άρχισε να φωνάζει «Πουτάνα, είσαι η πιο ξιμαρισμένη πουτάνα, θα σε κανονίσω, εσένα και τον XXXX» «Θα τον θάψω ζωντανό τον XXXX». Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι εκείνη την ώρα μπήκε μέσα η σύζυγος του, 2η κατηγορούμενη και είπε «Θα σας κανονίσω, θα σας θάψω ζωντανούς» «Είσαι πουτάνα, είσαι ξιμαρισμένη πουτάνα». Εκείνη απάντησε «Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, θέλετε κάτι άλλο κύριε». Ο 1ος κατηγορούμενος ακολούθως απάντησε «Θα σε γαμήσω πουτάνα. Είσαι η μεγαλύτερη πουτάνα είσαι σσίλλα». Εκείνη την ώρα υπήρχε μια πελάτισσα στο μαγαζί που τα άκουσε όλα αλλά δεν την γνωρίζει και δεν έχει τα στοιχεία της. Αυτό το πράγμα διήρκεσε 5 λεπτά και στην συνέχεια ο 1ος κατηγορούμενος της πέταξε 5 ευρώ στον πάγκο για τα πράγματα που αγόρασε και έφυγε χωρίς καν να πάρει τα ρέστα του. Σε περαιτέρω εξέταση της είπε ότι ο 1ος κατηγορούμενος είχε πάει πολλές φορές στη δουλεία της καθώς επίσης και ο γιος του, η σύζυγος του και η αδελφή του και προσπαθούσαν κατά κάποιο τρόπο να την μειώσουν μπροστά στους πελάτες και τους συναδέλφους της. Τις προηγούμενες φορές όμως δεν ήταν τόσο τραγικό όσο την ημέρα εκείνη διότι της είπε ότι θέλει να την σκοτώσει την ίδια και τον μελλοντικό της σύζυγο. Φοβήθηκε πάρα πολύ για τη ζωή της και τη ζωή του μελλοντικού της συζύγου. Ήταν πολλές φορές που της δημιουργούσαν πρόβλημα στη δουλεία της και εν τέλει έχασε τη δουλειά της ένεκα της συμπεριφοράς των κατηγορουμένων. Έκανε και στο παρελθόν καταγγελίες χωρίς να γνωρίζει τί έγιναν αλλά πιστεύει ότι η Αστυνομία είχε μια συζήτηση μαζί τους. Αντεξεταζόμενη είπε ότι την νύκτα εκείνη μετά τις απειλές που δέχθηκε, έπαθε σοκ και ειδοποίησε τον μελλοντικό της σύζυγο ο οποίος πήγε και παρέμεινε έξω από το κατάστημα που εργαζόταν μέχρι την ώρα που σχόλασε. Αμφισβητήθηκε επίσης η αναφορά της ότι απολύθηκε από την εργασία της ένεκα της συμπεριφοράς των κατηγορουμένων με τη μάρτυρα να επιμένει γι αυτό και να λέει ότι ο 1ος κατηγορούμενος έπαιρνε τον εργοδότη της συχνά τηλέφωνο ζητώντας του να την απολύσει. Από την αντίπερα όχθη οι κατηγορούμενοι, μετά που αυτοί κλήθηκαν σε απολογία με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, επέλεξαν το δικαίωμα της σιωπής. Δεν κάλεσαν επίσης οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). O M.K.1 κρίνω ότι ήρθε στο Δικαστήριο να αναφέρει τις ενέργειες που ο ίδιος έκανε στην παρούσα υπόθεση που ήταν η λήψη του γραπτού παραπόνου από την παραπονούμενη και στην συνέχεια η λήψη ανακριτικών καταθέσεων από τους κατηγορούμενους και η πρόσαψη σε αυτούς γραπτών κατηγοριών. Οι εν λόγω ενέργειες του δεν έτυχαν αμφισβήτησης, δεν έχω διακρίνει οτιδήποτε το μεμπτό σε αυτές, γι αυτό τις αποδέχομαι. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας παρόλο που ανάφερε ότι η παραπονούμενη είχε προβεί σε προφορική καταγγελία τηλεφωνικώς το ίδιο βράδυ του συμβάντος και συγκεκριμένα ότι δέχθηκε εξύβριση από τους κατηγορούμενους, εντούτοις δεν ήταν σε θέση να δώσει περισσότερα στοιχεία και λεπτομέρειες αυτής της καταγγελίας και συγκεκριμένα στο περιεχόμενο της εν λόγω καταγγελίας. Ο μάρτυρας αυτός αντεξετάστηκε στο κατά πόσο έκανε προσπάθειες λήψης του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης και εντοπισμού του αυτόπτη μάρτυρα που αναφέρθηκε ότι βρισκόταν στο μέρος. Ο μάρτυρας είπε ότι δεν μετέβηκε στο μέρος ούτε έλαβε αντίγραφο του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης διότι σύμφωνα με τον ίδιο, από τα λεχθέντα της παραπονούμενης αυτό δεν κατέγραφε ήχο. Επίσης, είπε ότι ανάμενε από την παραπονούμενη να του υποδείξει τον αυτόπτη μάρτυρα και ότι δεν έκανε άλλες ενέργειες για να τον εντοπίσει. Όλα τα πιο πάνω όμως, δεν θεωρώ ότι συνιστούν πλημμελή διερεύνηση της υπόθεσης, όπως ήταν η θέση της υπεράσπισης, δεδομένης της φύσης της υπόθεσης. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο συνήγορος ήταν σαφής ότι δεν εγείρει ούτε τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα μη δίκαιης δίκης των κατηγορουμένων και ως εκ τούτου, δεν χρειάζεται να ασχοληθώ περαιτέρω με αυτό το θέμα. Επιγραμματικά όμως αναφέρω ότι ακόμη και να γίνονταν οι πιο πάνω ενέργειες είναι άγνωστο το αποτέλεσμα τους και στην καλύτερη περίπτωση είτε θα επιβεβαίωναν ή όχι τις θέσεις της παραπονούμενης. Η ορθότητα όμως της εν λόγω θέσης της θα κριθεί από την αξιολόγηση της μαρτυρίας της και από την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου. Πέραν των πιο πάνω, παρόλο που ο μάρτυρας ανάφερε ότι η παραπονούμενη είχε κάνει πολλές καταγγελίες στο παρελθόν εναντίον των κατηγορουμένων, δεν ήταν σε θέση όμως να δώσει περισσότερα στοιχεία για αυτές, στοιχείο το οποίο θα λάβω υπόψη μου. Κρίνω ότι μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού με τις πιο πάνω επισημάνσεις και την αποδέχομαι. Η Μ.Κ.2 ήταν η παραπονούμενη και η βασική και μοναδική μάρτυρας για την κατηγορούσα αρχή για να υποστηρίξει την υπόθεση της. Έχω διεξέλθει με πολλή προσοχή της μαρτυρίας της και έλαβε υπόψη μου τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν. Κρίνω ότι είναι επικίνδυνο για το Δικαστήριο να βασιστεί στη μαρτυρία της και να εξάξει ασφαλή ευρήματα γεγονότων. Ειδικότερα, θεωρώ ανασφαλές να βασιστώ στη μαρτυρία της και να καταλήξω ότι τη συγκεκριμένη ημερομηνία, τόσο ο 1ος κατηγορούμενος όσο και η 2ην κατηγορούμενη είπαν τις φράσεις που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο. Aναφύεται από τη μαρτυρία της και ειδικότερα από την κυρίως της εξέταση, να δημιουργούνται αμφιβολίες στο τί πραγματικά της λέχθηκε τη δεδομένη στιγμή και τί ακριβώς έλαβε χώρα. Επίσης, έχω διαπιστώσει ότι ο μέλλοντας σύζυγος της παραπονούμενης κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο πρώην σύζυγος της αδελφής του 1ου κατηγορούμενου και υπήρχαν προστριβές, παρά την προσπάθεια της παραπονούμενης να πει ότι δεν γνώριζε τους κατηγορουμένους και δεν είχε κάτι μαζί τους. Δεν παραγνωρίζω ότι ενδεχομένως και στο παρελθόν να υπήρχαν καταγγελίες που δεν κατέληξαν στο Δικαστήριο εναντίον των κατηγορουμένων και ότι ενδεχομένως να είχαν κάθε λόγο να προβούν σε απειλές και εξυβρίσεις προς την κατηγορούμενη και για τους λόγους που υποβλήθηκαν στην παραπονούμενη που σχετίζονταν με το παιδί τους, αλλά το ζητούμενο είναι να μπορεί να καταλήξει το Δικαστήριο επ' ακριβώς στο τί λέχθηκε και κυρίως τί έλαβε χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο, κάτι που είναι επικίνδυνο στη βάση της μαρτυρίας της παραπονούμενης. Πέραν των πιο πάνω, έχω διαπιστώσει ότι η παραπονούμενη ήταν ενοχλημένη από τη γενικότερη συμπεριφορά των κατηγορουμένων, όπως η ίδια προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο και ήταν εμφανής η επιθυμία και το κίνητρο της να καταδικαστούν. Μάλιστα σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας της ισχυρίστηκε ότι είναι εξαιτίας του 1ου κατηγορούμενου που έχασε τη δουλεία της, χωρίς όμως όπως διαφάνηκε να μπορεί να τεκμηριώσει τον εν λόγω ισχυρισμό. Περαιτέρω, έχω διαπιστώσει αδυναμίες και αντιφάσεις στη μαρτυρία της καθώς επίσης και ισχυρισμούς της που στερούνται λογικής και στους οποίους θα αναφερθώ κατωτέρω. Κατ' αρχή από την περαιτέρω κυρίως εξέταση της φάνηκε να μην μπορεί να υποστηρίξει τα όσα ισχυρίστηκε στην κατάθεση της ότι έλαβαν χώρα το συγκεκριμένο βράδυ και συγκεκριμένα στο τί ακριβώς της λέχθηκε από τους κατηγορούμενους. Επιχείρησε να εξηγήσει γιατί το συγκεκριμένο βράδυ ήταν τόσο τραγικό αυτό που συνέβηκε σε σχέση με τις προηγούμενες φορές. Είπε ότι τις προηγούμενες φορές προσπαθούσαν να την μειώσουν μπροστά στο περιβάλλον που εργαζόταν ενώ αυτή την φορά ήταν τραγικό. Όταν ερωτάται να εξηγήσει γιατί ήταν τόσο τραγικό την ημέρα εκείνη και ουσιαστικά ήταν διαφορετικό από τις άλλες φορές, είπε ότι την ημέρα εκείνη αυτός, προφανώς ο 1ος κατηγορούμενος, της είπε συγκεκριμένα λόγια και συνεχίζοντας διευκρινίζει ότι της είπε ότι θέλει να την σκοτώσει αυτή και τον μελλοντικό της σύζυγο. Φοβήθηκε πάρα πολύ και αυτό δεν ήταν μόνο από τον 1ον κατηγορούμενο αλλά και από την σύζυγο του. Στην κατάθεση της όμως και στο κατηγορητήριο δεν αναφέρεται ότι ο 1ος κατηγορούμενος και η σύζυγος του, της είπαν ότι θέλουν σκοτώσουν την ίδια και τον μελλοντικό της σύζυγο. Ακολούθησαν, μετά από την πιο πάνω απάντηση, οι κάτωθι ερωτήσεις και απαντήσεις: Ε: Κυρία μάρτυς, δηλαδή όταν σου είπε θα σε «κανονίσω» ο πρώτος κατηγορούμενος, εσύ πώς..τί κατάλαβες όταν σου είπε ο πρώτος κατηγορούμενος και η δεύτερη κατηγορούμενη; Α: Από την αρχή μου είπε ο XXXX θα με σκοτώσει εμένα και τον XXXX και αυτό γράφει.» Η μάρτυρας, προκύπτει από τα πιο πάνω να επιμένει ότι της λέχθηκαν τα πιο πάνω και μάλιστα ότι το γράφει και στην κατάθεση της, κάτι όμως που δεν προκύπτει να ισχύει. Στην πορεία και στην προσπάθεια της κατηγορούσας αρχής να εξηγήσει η μάρτυρας τί κατάλαβε από την φράση «θα σε κανονίσω εσένα και τον Βαγγέλη» και «θα σε κανονίσω», τότε απαντά ως εξής: «Απ' ότι καταλαβαίνω το «κανονίσω» είναι να σκοτώσω πρώτα εσένα και μετά να θάψει τον μελλοντικό μου σύζυγο.» Πέραν των πιο πάνω, φαίνεται να προσπαθεί να καταδείξει τον μεγάλο φόβο που της προκλήθηκε από τις απειλές που δέχθηκε τόσο για τη ζωή της όσο και για τη ζωή του μελλοντικού της συζύγου σε βαθμό που ισχυρίστηκε ότι από την ημέρα εκείνη και μετά αναγκάστηκε ο μελλοντικός της σύζυγος να την μεταφέρει και να την παραλαμβάνει από τη δουλειά, διότι δεν ήξερε τι θα μπορούσε να συμβεί στο επόμενο λεπτό. Μάλιστα είπε ότι έβλεπε τους κατηγορούμενους πάρα πολλές φορές να την παρακολουθούν όταν ήταν στο αυτοκίνητο, είτε μόνη της είτε με τον μελλοντικό της σύζυγο. Τα πιο πάνω που η παραπονούμενη ανάφερε καταδεικνύουν το ανασφαλές για το Δικαστήριο να βασιστεί στη μαρτυρία της και δημιουργούν περαιτέρω αμφιβολίες για την ορθότητα των όσων ανάφερε στο Δικαστήριο για την παρούσα υπόθεση. Λαμβάνοντας υπόψη τις κατ' ισχυρισμό απειλές που δέχθηκε από τους κατηγορούμενους, τα όσα ανωτέρω ανάφερε κρίνονται τουλάχιστον υπερβολικά αλλά και καταδεικνύουν την αντιφατικότητα των όσων ισχυρίστηκε ότι της λέχθηκαν από τους κατηγορούμενους τον επίδικο χρόνο. Φαίνεται με τα πιο πάνω, να ισχυρίζεται ότι οι απειλές που δέχθηκε, ήταν απειλές θανάτωσης της παρά τα όσα ισχυρίστηκε στην κατάθεση της. Κατά την αντεξέταση της και ερωτούμενη να πει γιατί δεν ειδοποίησε κάποιον να την παραλάβει αφού τρομοκρατήθηκε τόσο πολύ, είπε ότι ειδοποίησε τον μελλοντικό της σύζυγο ο οποίος παρέμεινε έξω από το κατάστημα που εργαζόταν μέχρι που σχόλασε ενώ η ίδια ήταν σε κατάσταση σοκ. Δηλαδή, η παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι τρομοκρατήθηκε τόσο πολύ, ήταν σε κατάσταση σοκ αλλά παρόλα αυτά δεν έφυγε από την δουλειά της και να πάει κατευθείαν στην Αστυνομία ή στο σπίτι της και περίμενε σε αυτή την κατάσταση που ισχυρίστηκε ότι ήταν, να σχολάσει. Η θέση αυτή δεν πείθει ούτε συνάδει με την λογική. Περαιτέρω, προκύπτει να πήγε στην Αστυνομία γύρω στις τρεις ώρες μετά που σχόλασε και όταν ερωτάται γιατί δεν πήγε απευθείας μετά την εργασία της, προβάλλει τη θέση ότι έπρεπε να ηρεμήσει, να έρθει στα καλά της και μετά να πάει. Στη συνέχεια είπε ότι άλλος ένας λόγος που δεν πήγε απευθείας μετά την εργασία της ήταν διότι αλλάζουν οι βάρδιες στην Αστυνομία και γι αυτόν τον λόγο άργησε λίγο για να μην πάει και να περιμένει. Είναι προφανές ότι όλα τα πιο πάνω δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτά και δεν πείθουν. Καταδεικνύουν και την ευκολία που η παραπονούμενη αυτοσχεδίαζε στις απαντήσεις της με σκοπό να δικαιολογήσει προηγούμενες αναφορές της που ούτε καν ανάφερε στην κατάθεση της. Πέραν των πιο πάνω, δεν ήταν σε θέση να δικαιολογήσει το γεγονός ότι απολύθηκε από την εργασία της εξαιτίας των κατηγορουμένων και αυτό αλλά και όλα τα προηγούμενα που ανάφερε σε σχέση με την ισχυριζόμενη στάση και συμπεριφορά των κατηγορουμένων, καταδεικνύουν και το κίνητρο και επιθυμία της να καταδικαστούν οι κατηγορούμενοι πάση θυσία, παρά την προσπάθεια της να πει σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας της ότι δεν τους γνώριζε και δεν είχε οποιαδήποτε σχέση μαζί τους. Είπε επίσης ότι στην Αστυνομία την πήρε ο μελλοντικός της σύζυγος, του είχε αναφέρει ότι οι απειλές στρέφονταν και εναντίον του, ότι και εκείνος έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία και έκανε καταγγελία και δεν γνωρίζει τι έγινε η υπόθεση αυτή. Δεν έχει προκύψει όμως κάτι τέτοιο από την ενώπιον μου μαρτυρία. Δηλαδή, ο εν λόγω σύζυγος της να έδωσε κατάθεση και να ήταν και αυτός παραπονούμενος. Όταν της υποδεικνύεται αυτό φαίνεται να αποστασιοποιείται και να λέει ότι όπως και να έχει οι κατηγορούμενοι τις εκτόξευσαν απειλές, τόσο για την ίδια όσο και τον μελλοντικό της σύζυγο. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρίας της παραπονούμενης και την εντύπωση που απεκόμισα από αυτή κατά την ώρα που κατάθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της και να εξάξω ασφαλή ευρήματα γεγονότων, γι αυτό απορρίπτεται στην ολότητα της. Από την αντίπερα όχθη οι κατηγορούμενοι άσκησαν το δικαίωμα της σιωπής. Από την επιλογή αυτή των κατηγορουμένων δεν μπορεί να εξαχθούν οποιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (βλ. Themistocleous v. Police
(1981)2 C.L.R. 200). Είναι δικαίωμα τους και αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος τους (βλ. Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου v. Tης Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250). Πέραν τούτου, ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχουν και οι γραπτές καταθέσεις των κατηγορουμένων. Όσον αφορά τις εν λόγω καταθέσεις, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτές. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τους κατηγορούμενους, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική τους αποκλειστική γνώση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης των κατηγορουμένων και να απορρίψει άλλο ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα των κατηγορουμένων. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Από την κατάθεση του 1ου κατηγορούμενου μπορώ να λάβω υπόψη μου τη θέση του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο επισκέφθηκε το φούρνο που εργαζόταν η παραπονούμενη για να αγοράσει φραντζολάκια και μια σουρωτή και πήγε στο ταμείο για να πληρώσει. Αποδέχομαι επίσης ότι άφησε σε κάποιο στάδιο €5 στο ταμείο και έφυγε. Τα πιο πάνω δεν συγκρούονται με άλλη αποδεκτή μαρτυρία καθώς επίσης με αυτά ο κατηγορούμενος τοποθετεί τον εαυτό του στη σκηνή. Πέραν τούτου, δεν μπορώ να δώσω βαρύτητα σε οποιοδήποτε άλλο μέρος της κατάθεσης του, καθότι με αυτό προβάλλει την αθωότητα του και την δική του εκδοχή για το τι έλαβε χώρα το συγκεκριμένο βράδυ. Αυτά δεν κατατέθηκαν ενόρκως για να κριθεί η αξιοπιστία τους. Από την κατάθεση της 2ης κατηγορούμενης μπορώ να λάβω υπόψη μου τη θέση της ότι και αυτή σε κάποια στιγμή κατέβηκε από το αυτοκίνητο και εισήλθε στο εν λόγω αρτοποιείο. Αυτά δεν συγκρούονται με άλλη αποδεκτή μαρτυρία καθώς επίσης και αυτή τοποθετεί τον εαυτό της στη σκηνή. Πέραν τούτου, δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στο υπόλοιπο μέρος της κατάθεσης της για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω κατά την εξέταση της κατάθεσης του 1ου κατηγορουμένου. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τη μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να βασιστεί σε αυτή και/ή τη μαρτυρία η οποία αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων, τα κάτωθι αποτελούν τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης: Η παραπονούμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα στις 04/11/2015 εργαζόταν στο ταμείο του φούρνου με την επωνυμία «XXXX». Περί η ώρα 23:30 ο 1ος κατηγορούμενος επισκέφθηκε τον εν λόγω φούρνο με σκοπό να αγοράσει φραντζολάκια και μια σουρωτή και πήγε στο ταμείο για να πληρώσει. Κατά το στάδιο αυτό δημιουργήθηκε ένα επεισόδιο μεταξύ του και της παραπονούμενης και στη σκηνή προσήλθε και η 2η κατηγορούμενη, σύζυγος του 1ου κατηγορούμενου. Ο 1ος κατηγορούμενος σε κάποιο στάδιο άφησε €5 στο ταμείο και έφυγε. Έχει προκύψει επίσης ότι παραπονούμενη και κατηγορούμενοι είχαν διαφορές καθώς επίσης και ότι ο μελλοντικός σύζυγος της ήταν ο πρώην σύζυγος της αδελφής του 1ου κατηγορούμενου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 έχει ως ακολούθως: «91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη.» Όπως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, για να αποδειχθεί το εν λόγω αδίκημα θα πρέπει πρόσωπο και συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος να προκαλεί στον άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας για βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη. Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης καθορίζεται στο άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 που έχει ως ακολούθως: «99.Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουσθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση είναι ένοχος πλημμελήματος...». Από την ανάγνωση του κειμένου του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας εξύβρισης είναι: · η εξύβριση άλλου προσώπου, · σε δημόσιο χώρο ή με τρόπο που είναι ενδεχόμενο να ακουσθεί σε δημόσιο χώρο και · κατά τρόπο που είναι ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως αναφέρεται στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297 "An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it". Επίσης, στην Bolster ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89, λέχθηκε ότι η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό, ότι όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσον ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί (Βλ Γ. Ε ν. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 ΑΑΔ 503 και Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 98). Όσον αφορά την έννοια του δημόσιου χώρου, αυτή καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα ως ακολούθως: «δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτήριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτήριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση.» ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Από τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων, είναι προφανές ότι καμία από τις κατηγορίες που οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν αποδεικνύεται. Η απόρριψη της μαρτυρίας της παραπονούμενης για τους λόγους που έχουν αναφερθεί ανωτέρω είχε ως αποτέλεσμα να στερήσει από το Δικαστήριο την ευχέρεια στο να προβεί σε ευρήματα πραγματικών γεγονότων επί των οποίων να μπορούσε να εξετάσει κατά πόσο αποδεικνύονται, τόσο οι κατηγορίες της απειλής όσο και οι κατηγορίες της δημόσιας εξύβρισης που οι κατηγορούμενου 1 και 2 αντιμετωπίζουν. Επομένως, η κατάληξη είναι ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) .............. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Apeili, Dimosia Exivrisi). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.