← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΤΡΕΜΕΤΟΥΣΙΩΤΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 1284/2015, 25/2/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΤΡΕΜΕΤΟΥΣΙΩΤΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 1284/2015, 25/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:B21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1284/2015 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΧΧΧ ΤΡΕΜΕΤΟΥΣΙΩΤΗΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 25.02.19 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η ίδια για ν' ακούσει ποινή) Για Κατηγορούμενο: κος Ι. Τηλεμάχου (ο ίδιος για ν' ακούσει ποινή) Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στην κατηγορία της επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορία 7). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, στις 24.01.15 στην Πάφο ο κατηγορούμενος επιτέθηκε εναντίον του ΧΧΧ Γεωργιάδη από την Πάφο (στο εξής ο 'παραπονούμενος') προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη. Αναφορικά με τις υπόλοιπες κατηγορίες 1-6 του κατηγορητηρίου, η κατηγορούσα αρχή προχώρησε στη διακοπή τους και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε σ' αυτές. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν εκτεθεί μέσα από περιγραφή της κατηγορούσας αρχής και συμπληρωματικής αναφοράς από τη υπεράσπιση. Ως προς το πλήρες περιεχόμενο τους συμφωνούν αμφότερες πλευρές. Συνοψίζοντας τα γεγονότα έχουν ως εξής: Στις 24.01.15 ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε νυχτερινό κέντρο αναψυχής όπου διασκέδαζε μόνος του. Εκεί βρισκόταν και η πρώην συμβία του (Μ1) με την οποίαν είχε χωρίσει τις προηγούμενες ημέρες που επίσης διασκέδαζε με την παρέα της σε ξεχωριστό χώρο του κέντρου αναψυχής. Όταν ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την παρουσία της, την προσέγγισε και προσπάθησε να της μιλήσει με σκοπό να διαπιστώσει αν υπήρχε πιθανότητα αναβίωσης της σχέσης τους, κάτι που ο ίδιος επιθυμούσε. Όταν την προσέγγισε, αυτή του ζήτησε να απομακρυνθεί από κοντά της αρνούμενη να συζητήσει οτιδήποτε μαζί του. Ο κατηγορούμενος επιμένοντας τη ρώτησε αν υπήρχε πιθανότητα επανασύνδεσης τους αλλά η Μ1 απέρριψε τέτοιο ενδεχόμενο με αποτέλεσμα τα πνεύματα να οξυνθούν και η τυχαία συνάντηση τους να εξελιχτεί σε μεταξύ τους διαπληκτισμό. Εξαιτίας της έντασης που δημιουργήθηκε διάφοροι άγνωστοι παρευρισκόμενοι συγκεντρώθηκαν δίπλα στον κατηγορούμενο και την Μ1. Ένα από αυτά τα άτομα ήταν ο παραπονούμενος, ο οποίος κάλεσε τον κατηγορούμενο να ηρεμήσει και να αποχωρήσει από το μέρος. Ο κατηγορούμενος του ζήτησε να μην ανακατεύεται αλλά ο παραπονούμενος προσπάθησε να τον αρπάξει από το χέρι για να τον βγάλει έξω από το κέντρο. Τότε ο κατηγορούμενος προέταξε τα δύο του χέρια στο στήθος του παραπονούμενου σπρώχνοντας τον προς τα πίσω. Ακολούθως ο κατηγορούμενος με το ένα του χέρι χαστούκισε τον παραπονούμενο στο πρόσωπο και συγκεκριμένα στη μύτη του με αποτέλεσμα να την τραυματίσει. Ψυχραιμότεροι θαμώνες του κέντρου επενέβησαν και χώρισαν τα εμπλεκόμενα μέρη. Στη συνέχεια ο παραπονούμενος επισκέφθηκε ιδιώτη ιατρό, ο οποίος αφού εξέτασε το τραύμα διαπίστωσε ότι είχε προκληθεί κάκωση ρινός και οίδημα στην περιοχή. Ο παραπονούμενος προέβηκε σε καταγγελία στην αστυνομία, μέλη της οποίας ανέλαβαν τη διερεύνηση της υπόθεσης. Στα πλαίσια της διερεύνησης ο κατηγορούμενος κλήθηκε και έδωσε ανακριτική κατάθεση, μέσα από την οποίαν εξήγησε τι είχε συμβεί. Όταν κατηγορήθηκε γραπτώς στην αστυνομία, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι απολογείται. Κατά τη δε έξοδο του από τον αστυνομικό σταθμό, ο κατηγορούμενος ζήτησε συγγνώμη από τον παραπονούμενο. Καταλήγοντας η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:

(1)Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου.
(2)Την παραδοχή του πελάτη του.
(3)Την απολογία του κατηγορουμένου στο δικαστήριο.
(4)Το ότι η επίθεση δεν ήταν σφοδρή και από αυτήν δεν προκλήθηκαν σωματικές βλάβες μόνιμης φύσεως στον παραπονούμενο.
(5)Το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που θα επιβληθεί ποινή.
(6)Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, όπως αυτές αναφέρθηκαν από τον εν λόγω συνήγορο. Σχολιάζοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκε το αδίκημα, ο συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος ενέργησε αυθόρμητα, χωρίς προσχεδιασμό, κάτω από ψυχολογική φόρτιση της δεδομένης στιγμής, αισθανόμενος φόβο από τα διάφορα άγνωστα άτομα που βρίσκονταν γύρω του μη γνωρίζοντας τις προθέσεις τους και ενστικτωδώς όταν ο παραπονούμενος πρώτα προσπάθησε να του αρπάξει το χέρι. Αναμφίβολα το αδίκημα που ο κατηγορούμενος διέπραξε είναι σοβαρό. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από την προβλεπόμενη από το νόμο ποινή. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Το αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη επισύρει, με βάση το άρθρο 243 του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης τριών ετών. Από τον καθορισμό του ύψους της ποινής αυτής μέσω της θέσπισης της προαναφερόμενης νομοθεσίας καταδεικνύεται η σοβαρότητα που ο νομοθέτης αποδίδει στη διάπραξη του αδικήματος που ο κατηγορούμενος διέπραξε. Ανεξάρτητα του πιο πάνω, το αδίκημα της επίθεσης που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη είναι σοβαρό επειδή ενέχει πράξεις που προκαλούν βία και πόνο στο θύμα. Με την άσκηση βίας από ένα άτομο σε άλλο δημιουργούνται αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στο θύμα ότι είναι εκτεθειμένο σε κίνδυνο ενώ παράλληλα καταρρακώνεται η προσωπικότητα και αξιοπρέπεια του. Είναι αδίκημα που πλήττει το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας και γενικότερα διασαλεύει την ειρηνική διαβίωση πολιτών. Τέτοια συμπεριφορά δεν είναι ανεκτή και δεν έχει χώρο στην κυπριακή κοινωνία. Οι πολίτες δεν μπορούν κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να επιλύουν τις διαφορές τους με βία και ένταση. Οι παλικαρισμοί και η επίδειξη ισχύος δεν εξυπηρετούν κανένα λογικό σκοπό και ο νόμος οπωσδήποτε δεν τους αποδέχεται. Ουδείς έχει το δικαίωμα, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να παίρνει το νόμο στα χέρια του και να επιτίθεται σε άλλο συνάνθρωπο του, αλλά να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση και να εφαρμόζει μηχανισμό αυτοελέγχου έστω και αν προκαλείται ή εξωθείται για κάτι τέτοιο. Με ειρηνικό τρόπο και πνεύμα αλληλοκατανόησης οι πολίτες θα πρέπει να επιλύουν τις διαφορές και διαφωνίες τους και να καταλήγουν σε μια φιλική συνεννόηση μεταξύ τους. Η νομολογία υποδεικνύει ότι τέτοια κρούσματα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα από τα δικαστήρια. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95 το Ανώτατο Δικαστήριο, εκφράζοντας την αποδοκιμασία του στη χρήση βίας από ένα άτομο σε συνάνθρωπο του, υπέδειξε την εφαρμογή αυστηρής προσέγγισης στις περιπτώσεις επίθεσης με χρήση βίας, μέσω του πιο κάτω αποσπάσματος: "Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς." Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην μεταγενέστερη υπόθεση Χριστοφή v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 504. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι η ποινή που επιβάλλεται είναι ανάλογη της σοβαρότητας που χαρακτηρίζει την κάθε υπόθεση ξεχωριστά στη βάση των γεγονότων και περιστατικών που την περιβάλουν. Ο βαθμός της σοβαρότητας αυξάνεται όταν η επίθεση είναι σφοδρή ή διεξαχθεί σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων προσώπων ή στην παρουσία άλλων μελών της οικογένειας. Σε τέτοιες περιπτώσεις ενδεικνυόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Βασιλειάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327 και Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 581. Υπήρξαν όμως και περιπτώσεις όπου τα γεγονότα που περιέβαλλαν την υπόθεση και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες το αδίκημα διαπράχτηκε ήταν τέτοια που καθιστούσαν την επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας στον παραβάτη ανεπιθύμητη. Ενδεικτικά αναφέρω τις υποθέσεις Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575 και Staripavlova v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 627. Η αύξηση κρουσμάτων επίθεσης που προκαλούν τραύματα στο θύμα, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις διάφορες υποθέσεις που συχνά καταχωρούνται ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, είναι στοιχείο που ενισχύει τη σοβαρότητα που χαρακτηρίζει το αδίκημα αυτό και την ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση του. Εν πάση περιπτώσει, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι το υπό εκδίκαση αδίκημα είναι σοβαρό δεν ατονεί το καθήκον του δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, χωρίς όμως η εξατομίκευση αυτή να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος και του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής (Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Στρεφόμενος στην παρούσα περίπτωση παρατηρώ ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε σοβαρής φύσεως αδίκημα που η διάπραξη του βρίσκεται σε έξαρση στην κυπριακή κοινωνία. Η φύση και η σοβαρότητα αυτού του αδικήματος, όπως αυτά έχουν εξηγηθεί προηγουμένως και ενισχύονται από τη μεγάλη συχνότητα και ευκολία με την οποία αυτό διαπράττεται, αποτελούν επιβαρυντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη. Ο κατηγορούμενος επιτέθηκε εναντίον άλλου ατόμου σε κέντρο αναψυχής. Στην παρουσία θαμώνων του κέντρου άσκησε βία εναντίον συνανθρώπου του κτυπώντας τον στο πρόσωπο και προκαλώντας του τραύμα στη μύτη. Μπορεί να αντέδρασε ενστικτωδώς όταν ο παραπονούμενος προσπάθησε να του πιάσει το χέρι αλλά ο κατηγορούμενος δεν περιορίστηκε στο να τον αποτρέψει να υλοποιήσει τον σκοπό του αλλά προχώρησε και συνέχισε την επιθετική του συμπεριφορά χαστουκίζοντας τον παραπονούμενο στο πρόσωπο. Την ίδια στιγμή δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι το περιστατικό με τον παραπονούμενο συνέβηκε εξαιτίας της επιλογής του κατηγορουμένου να διαπληκτιστεί με την πρώην συμβία του σε κέντρο αναψυχής όπου υπήρχαν διάφοροι θαμώνες που εκείνη τη στιγμή διασκέδαζαν. Αντίς να σεβαστεί την επιθυμία της να μην συζητήσουν τέτοια προσωπικά θέματα και να απομακρυνθεί από κοντά της, ο κατηγορούμενος επέμενε να μιλήσουν παραμένοντας δίπλα της. Η έκβαση της συζήτησης που τελικά είχαν προκάλεσε την προσοχή των θαμώνων του κέντρου οι οποίοι συγκεντρώθηκαν γύρω τους, ένας εκ των οποίων ήταν ο παραπονούμενος. Όλα αυτά είναι στοιχεία που προσμετρούν στην κρίση του δικαστηρίου. Ένα άλλο δεδομένο που επιβαρύνει τη θέση του κατηγορουμένου είναι ότι η επίθεση έλαβε μέρος σε χώρο εντός κέντρου αναψυχής όπου εκείνη τη στιγμή υπήρχαν διάφορα άλλα άτομα. Σίγουρα από την επίθεση αυτή η προσωπικότητα του παραπονούμενου δέχτηκε πλήγμα ενώ η αξιοπρέπεια του καταρρακώθηκε. Παράλληλα καθίσταται σαφές ότι ο κατηγορούμενος παραβίασε το συνταγματικό δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του παραπονούμενου. Περαιτέρω το τραύμα που προκλήθηκε στη μύτη του παραπονούμενου ως αποτέλεσμα της επίθεσης που δέχτηκε από τον κατηγορούμενο δεν πρέπει να υποτιμάται. Η κάκωση ρινός και η δημιουργία οιδήματος στην περιοχή του προσώπου καταδεικνύει στοιχείο βίας και κάποιας μορφής έντασης της επίθεσης που έγινε από τον κατηγορούμενο, πράγμα που σαφώς δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Περαιτέρω λαμβάνεται υπόψη ο πόνος, η ψυχολογική αναστάτωση και η ταλαιπωρία που ο παραπονούμενος υπέστη εξαιτίας της επίθεσης από τον κατηγορούμενο. Τα τραύματα που έχουν περιγραφεί πιο πάνω καταδεικνύουν κάτι τέτοιο. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (β) Την παραδοχή του κατηγορουμένου έστω και αυτή έγινε σ' αυτό το στάδιο (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 και Βασιλείου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 110/2014 ημερ. 15.06.15). . (γ) Τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές προς τις οποίες αποκάλυψε ευθέως τι είχε ακριβώς διαδραματιστεί. (δ) Την απολογία του κατηγορουμένου στην αστυνομία και αμέσως μετά στον ίδιο τον παραπονούμενο. (ε) Την απολογία του κατηγορουμένου στο δικαστήριο. (στ) Το γεγονός ότι η επίθεση δεν ήταν σφοδρή, δεν είχε σχεδόν καθόλου διάρκεια. (ζ) Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ενέργησε αυθόρμητα λόγω στιγμιαίας έκρηξης θυμού και απώλειας της ψυχραιμίας και του αυτοελέγχου του υπό το καθεστώς συναισθηματικής φόρτισης και με θολωμένο μυαλό εξέλαβε λανθασμένα την πρόθεση του παραπονούμενου να τον απομακρύνει από το χώρο. Υπό τις περιστάσεις ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσει και να διαχειριστεί με λογική και νηφαλιότητα την κατάσταση που δημιουργήθηκε, χωρίς έτσι να ενέχεται στοιχείο προμελέτης ή προσχεδιασμού του επιδίκου περιστατικού που ακολούθησε. (η) Ο χρόνος των 4 ετών περίπου που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι σήμερα που καλούμαι να επιβάλω ποινή είναι ένας παράγοντας που δεν μπορεί να αγνοηθεί αλλά συνυπολογίζεται μαζί με τις υπόλοιπες παραμέτρους (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). (θ) Το γεγονός ότι έκτοτε της διάπραξης του αδικήματος ο κατηγορούμενος δεν απασχόλησε ξανά τη δικαιοσύνη. (ι) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν από το συνήγορο υπεράσπισης και ειδικότερα το ότι: · Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 32 ετών. · Είναι πτυχιούχος αρχιτέκτονας, με μεταπτυχιακό και έχει δημιουργήσει τη δική του επιχείρηση στον τομέα κατασκευής και διαχείρισης ακινήτων, γεγονός που επιβεβαιώνεται από σχετικό έγγραφο από το Γραφείο του Εφόρου Εταιρειών, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  1. · Το μηνιαίο εισόδημα του προέρχεται από την άσκηση της εργασίας και ανέρχεται στο ποσό των €1.000, γεγονός που επιβεβαιώνεται από επιστολή ημερομηνίας 14.02.19 των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων που αφορά αναλυτική κατάσταση αποδοχών του κατηγορουμένου, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. · Οι γονείς του χώρισαν όταν αυτός βρισκόταν στην ηλικία των 12 ετών. Αντιμετωπίζει πρόβλημα ξηροφθαλμίας και στα δύο του μάτια, για το οποίο πρόβλημα λαμβάνει θεραπευτική αγωγή, γεγονός που επιβεβαιώνεται από ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 12.02.19 του ιδιώτη οφθαλμίατρου Δρ. XXXXX Χατζηράφτη και σχετική συνταγή λήψης φαρμάκων ιδίας ημερομηνίας από τον εν λόγω ιατρό, τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα περίπτωση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται από τη μία οι επιβαρυντικές παράμετροι και από την άλλη οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, καταλήγω ότι, υπό τις περιστάσεις, η επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας του κατηγορουμένου καθίσταται ανεπιθύμητη. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, χωρίς έκτοτε της διάπραξης του αδικήματος να έχει απασχολήσει ξανά τη δικαιοσύνη, η συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές προς τις οποίες δήλωσε παραδοχή όταν κατηγορήθηκε γραπτώς στην κατηγορία που αντιμετωπίζει, που αμέσως απολογήθηκε και στον παραπονούμενο για την αξιόποινη συμπεριφορά του, που δήλωσε μεταγενέστερα παραδοχή στο δικαστήριο, στο οποίο απολογήθηκε για ακόμη μία φορά, είναι δεδομένα που μου επιτρέπουν να εκλάβω το συγκεκριμένο περιστατικό ως μεμονωμένο, για το οποίο ο κατηγορούμενος αναγνώρισε το σφάλμα του επιδεικνύοντας έμπρακτη μεταμέλεια. Πρόκειται για ένα περιστατικό στο οποίο ο κατηγορούμενος ενέργησε στιγμιαία και αυθόρμητα, χωρίς στοιχείο προσχεδιασμού. Όλα αυτά τα δεδομένα σε συνδυασμό με το χρονικό διάστημα που παρήλθε, δεν καθιστούν την ποινή φυλάκισης ως το καταλληλότερο είδος ποινής στη συγκεκριμένη περίπτωση. Καταληκτικά επιβάλλεται στον κατηγορούμενο αναφορικά με την κατηγορία 7 χρηματική ποινή ύψους €
  3. Επιπλέον ο κατηγορούμενος να υπογράψει εγγύησης ύψους €1.500 για να τηρεί τους νόμους και κανονισμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας για περίοδο δύο ετών από σήμερα (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence (Αναφορά: Ποινικό/Επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη/Άρθρο 243 του Κεφ.154/Ποινή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.