← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 550/15, 22/2/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 550/15, 22/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:B19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 550/15 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΧΧΧ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 22.02.19 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σπ. Χρυσοστόμου (ο ίδιος για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενο: κος Α. Αβραάμ (η κα Ν. Χαραλάμπους για να ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία διατήρησης δημόσια κολυμβητικής δεξαμενής χωρίς άδεια λειτουργίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 9

(1)(α), (β),
(2)του περί Δημοσίων Κολυμβητικών Δεξαμενών Νόμου του 1992 (Ν.55(Ι)/1992)μετά των συναφών τροποποιήσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 30.10.14 διατηρούσε δημόσια κολυμβητική δεξαμενή στο συγκρότημα διαμερισμάτων με την ονομασία "χχχ" που βρίσκεται στη λεωφόρο Ακάμαντος στην Πόλυ Χρυσοχούς της επαρχίας Πάφου χωρίς άδεια λειτουργίας από το Δήμο Πόλυς Χρυσοχούς (στο εξής το 'επίμαχο συγκρότημα'). Εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ακούστηκε μαρτυρία από τέσσερις μάρτυρες ενώ παράλληλα προσκομίστηκαν τέσσερα τεκμήρια. Το σύνολο της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά του δικαστηρίου και δεν θεωρώ σκόπιμο να το επαναδιατυπώσω. Ωστόσο εκεί και όπου κριθεί απαραίτητο θα γίνεται συγκεκριμένη αναφορά. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου ευσεβάστως εισηγήθηκε, με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 155) μετά των συναφών τροποποιήσεων, ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τον αθωώσει σε αυτό το στάδιο. Είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι ελλιπής και συνάμα αντιφατική. Σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο, δεν έχει διαπιστωθεί στη βάση μαρτυρίας ότι η επίμαχη κολυμβητική δεξαμενή εμπίπτει στον όρο 'δημόσια' ως απαιτούν οι πρόνοιες του Ν.55(Ι)/1992. Όπως ο κύριος Αβραάμ είπε, κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος με τις πράξεις ή παραλείψεις του διατηρούσε δημόσια κολυμβητική δεξαμενή, η οποία χρησιμοποιείτο από τρίτους. Περαιτέρω ο εν λόγω συνήγορος ανάφερε ότι δεν έχει καταδειχτεί αν οι ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων πλησίον του κατηγορουμένου διαθέτουν ή όχι δικαίωμα χρήσης της κολυμβητικής δεξαμενής. Από την άλλη ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι μέσα από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε και ειδικότερα αυτή του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης (ΜΚ2), ο οποίος επικαλέστηκε αναφορά του κατηγορουμένου προς τον ίδιο ότι ήταν υπεύθυνος του συγκεκριμένου συγκροτήματος διαμερισμάτων, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει προκειμένου να δώσει εξηγήσεις για τις πράξεις και γενικότερα συμπεριφορά που του αποδίδεται. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο αθωώνει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Παναγιώτου και άλλος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: "Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή." Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α.
(2012)2 Α.Α.Δ. 851 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της νομολογίας αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Μία από τις υποθέσεις στην οποία γίνεται αναφορά είναι η αγγλική υπόθεση R v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060 στην οποία με το πιο κάτω απόσπασμα καταγράφεται η προσέγγιση που καλείται το Δικαστήριο να υιοθετήσει στο στάδιο ολοκλήρωσης της παρουσίασης της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής: "How then should be judge approach a submission of ´no case´?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness´s reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury." Η υιοθέτηση της πιο πάνω αγγλικής υπόθεσης στην κυπριακή νομολογία (Azinas et al v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191) την κατέστησε καθοδηγητική αυθεντία. Ειδικότερα στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί." Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, θα εξετάσω κατά πόσο ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία για την κατηγορία που αντιμετωπίζει στη βάση της προσκομισθείσας από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρίας αντικειμενικά ιδωμένη, χωρίς να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα. Όπως ήδη λέχθηκε αυτό που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο είναι ότι στις 30.10.14 διατηρούσε δημόσια κολυμβητική δεξαμενή στο επίμαχο συγκρότημα διαμερισμάτων χωρίς να έχει εξασφαλίσει άδεια λειτουργίας από το Δήμο Πόλεως Χρυσοχούς. Το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει το υπό κρίση ζήτημα είναι ο περί Δημοσίων Κολυμβητικών Δεξαμενών Νόμος του 1992 (Ν.55(Ι)/1992) και οι περί Δημοσίων Κολυμβητικών Δεξαμενών Κανονισμοί του 1996 (Κ.Δ.Π.368/96). Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν.55(Ι)/1992: "
(1)Ουδείς λειτουργεί δημόσια κολυμβητική δεξαμενή χωρίς άδεια λειτουργίας που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών.
(2)Πριν από την έναρξη λειτουργίας δημόσιας κολυμβητικής δεξαμενής ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας υποβάλλει στην αρμόδια αρχή αίτηση για έκδοση άδειας λειτουργίας της.
(3)Η άδεια λειτουργίας εκδίδεται από την αρμόδια αρχή, σύμφωνα με τον καθορισμένο τύπο, αφού καταβληθούν τα δικαιώματα που θα καθορισθούν από τους Κανονισμούς και εφόσον μετά από έλεγχο από την Υγειονομική Υπηρεσία διαπιστωθεί ότι πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις που καθορίζονται δυνάμει του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών και πιστοποιείται γραπτώς η καταλληλότητα των μηχανολογικών, ηλεκτρολογικών και υδραυλικών εγκαταστάσεων από την Ηλεκτρομηχανολογική Υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων,
(4)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 5, η άδεια λειτουργίας εκπνέει ένα έτος μετά την έκδοση της, και μπορεί να ανανεώνεται κάθε χρόνο με την καταβολή του νενομισμένου δικαιώματος, εφόσον εξακολουθούν να πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις που καθορίζονται δυνάμει του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών.
(5)Η άδεια λειτουργίας πρέπει να αναρτάται σε περίοπτη θέση στο χώρο της δημόσιας κολυμβητικής δεξαμενής.
(6)Η αρμόδια αρχή τηρεί Μητρώο στο οποίο καταχωρούνται οι άδειες λειτουργίας.
(7)Ουδεμία άδεια λειτουργίας δημόσιας κολυμβητικής δεξαμενής θα εκδίδεται αναφορικά με χώρο ο οποίος σύμφωνα με πιστοποιητικό τελικής έγκρισης της αρμόδιας αρχής δυνάμει του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, δε θεωρείται κατάλληλος για το σκοπό αυτό." Η ουσία των πιο πάνω υιοθετούνται στον κανονισμό 53 της Κ.Δ.Π.368/96, ο οποίος σημειώνει τα εξής: "
(1)Για τη λήψη άδειας λειτουργίας κολυμβητικής δεξαμενής, υποβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο επιχειρηματία αίτηση προς την αρμόδια αρχή, σύμφωνα με τον τύπο αίτησης που εγκρίνεται από τον Υπουργό." Αυτό που εξόφθαλμα προκύπτει από τις πρόνοιες του άρθρου 4 της κείμενης νομοθεσίας είναι ότι μία κολυμβητική δεξαμενή που θεωρείται δημόσια λειτουργεί μόνο αφού πρώτα εξασφαλιστεί άδεια λειτουργίας της, η οποία εκδίδεται από την αρμόδια αρχή μετά από υποβολή σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόμενο επιχειρηματία πριν από την έναρξη της λειτουργίας της. Η διατήρηση ή λειτουργία δημόσιας κολυμβητικής δεξαμενής χωρίς σχετική άδεια λειτουργίας αποτελεί ποινικό αδίκημα. Ειδικότερα το άρθρο 9 του Ν.55(Ι)/1992 σημειώνει τα εξής: "
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο— (α) Διατηρεί ή λειτουργεί δημόσια κολυμβητική δεξαμενή χωρίς άδεια λειτουργίας, ή (β) ... είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του... " Από τα πιο πάνω καθίσταται αντιληπτό ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
(1)ο κατηγορούμενος διατηρεί ή λειτουργεί κολυμβητική δεξαμενή,
(2)η οποία εμπίπτει στην έννοια της 'δημόσιας' που προσδίδει ο Ν.55(Ι)/1992 και
(3)για τη διατήρηση ή λειτουργία της οποίας δεν υπάρχει άδεια λειτουργίας που να έχει εκδοθεί από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.55(Ι)/1992 και την Κ.Δ.Π. 368/96. Το ποια 'κολυμβητική δεξαμενή' θεωρείται 'δημόσια' ορίζεται στο άρθρο 2 του νόμου που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της κείμενης νομοθεσίας. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό: "«δημόσια κολυμβητική δεξαμενή» σημαίνει την κολυμβητική δεξαμενή που προορίζεται για χρήση γενικά από το κοινό ή από ομάδες πληθυσμού, όπως μέλη συλλόγων, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, ξενοδοχείων, ενοίκους πολυκατοικίας κτλ., ανεξάρτητα από ιδιοκτησία, και/ή επιβολή τιμήματος χρήσης, αλλά δεν περιλαμβάνει την κολυμβητική δεξαμενή που προορίζεται για χρήση αποκλειστικά από τα μέλη μιας οικογένειας και/ή τους προσκεκλημένους της·" Τα πιο πάνω καταδεικνύουν αβίαστα την πρόθεση του νομοθέτη να εξαιρέσει ρητά από τον ορισμό της δημόσιας κολυμβητικής δεξαμενής την κολυμβητική δεξαμενή που προορίζεται για χρήση αποκλειστικά από τα μέλη μιας οικογένειας και/ή τους προσκεκλημένους τους. Την ίδια στιγμή φαίνεται έκδηλα ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν να μην παραθέσει εξαντλητικά το τι εμπίπτει στη σημασία της δημόσιας κολυμβητικής δεξαμενής. Η λέξη 'κ.λ.π.' στο τέλος της καταγραφής ομάδων στα πλαίσια παροχής του ορισμού ακριβώς δείχνει τη δυνατότητα ύπαρξης κατηγοριών άλλων από αυτών που σημειώνονται. Αυτό που χαρακτηρίζει και συνάμα καθορίζει μία δημόσια κολυμβητική δεξαμενή είναι η χρήση της να προορίζεται από το κοινό ή από ομάδες πληθυσμού. Τέτοιες κατηγορίες πληθυσμού προέρχονται από μέλη συλλόγων, εκπαιδευτικών οργάνων και ενοίκους πολυκατοικιών. Αν κάποιος ανατρέξει στο ερμηνευτικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Β' Έκδοση, θα διαπιστώσει στη σελίδα 613 ότι η ετυμολογική έννοια της λέξης 'ένοικος' σημαίνει το πρόσωπο που κατοικεί, που διαμένει σε συγκεκριμένο οίκημα της πολυκατοικίας, της κατοικίας, του ξενοδοχείου. Παράλληλα η νομολογία ερμηνεύει ποιος δύναται να θεωρηθεί ένοικος σε πολυκατοικία. Ο σχολιασμός της έννοιας του ενοίκου πολυκατοικίας μέσα από δικαστικές αποφάσεις ευθυγραμμίζεται με την ερμηνεία που δίδεται από ερμηνευτικά λεξικά ελληνικής γλώσσας. Στην υπόθεση Κυπριανού κ.α. v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Υγείας
(2000)4Α Α.Α.Δ. 645 αναφέρθηκε ότι οι ιδιοκτήτες διαμερισμάτων πολυκατοικίας που είναι συνάμα και συνιδιοκτήτες των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων της πολυκατοικίας κατά ιδανικά μερίδια σε περίπτωση που διαμένουν στην πολυκατοικία, θεωρούνται ότι είναι ένοικοι της πολυκατοικίας. Αν όμως ένας ή περισσότεροι από τους εν λόγω ιδιοκτήτες έχει ενοικιασμένο το διαμέρισμά του σε τρίτο ή παραχώρησε σε τρίτο δικαίωμα διαμονής στο διαμέρισμα για οποιαδήποτε αιτία, το τρίτο αυτό πρόσωπο εφόσον διαμένει στην πολυκατοικία θεωρείται ένοικος της πολυκατοικίας εντός της εννοίας του Νόμου. Όπως υποδείχτηκε στην ίδια υπόθεση, στους «ενοίκους πολυκατοικίας» εντός της εννοίας του νόμου περιλαμβάνονται όσοι διαμένουν ή κατοικούν στην πολυκατοικία είτε αυτοί είναι ιδιοκτήτες ή ενοικιαστές ή κάτοχοι διαμερισμάτων. Επίσης στην υπόθεση Κυπριανού κ.α. v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Υγείας
(2003)3 Α.Α.Δ. 8, η οποία συνιστά την έφεση κατά της προηγούμενης απόφασης που επικυρώθηκε, τονίστηκε ότι ο ιδιοκτήτης ενός διαμερίσματος σε πολυκατοικία δεν μπορεί παρά να είναι και ένοικος της. Η χρήση κολυμβητικής δεξαμενής από ένοικους τουριστικού συμπλέγματος ή από ένοικους συγκροτήματος διαμερισμάτων (μπλοκ διαμερισμάτων) μπορεί να λεχθεί ότι προσομοιάζει με περίπτωση αυτής ενοίκων πολυκατοικίας. Τέτοιοι ένοικοι αποτελούν ομάδα πληθυσμού και εφόσον η χρήση της πισίνας προορίζεται σ' αυτή την κατηγορία ατόμων, η πισίνα εμπίπτει στην έννοια και σημασία της 'δημόσιας κολυμβητικής δεξαμενής' που της αποδίδει ο Ν.55(Ι)/1992. Ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι ο κατηγορούμενος να είναι αυτός που νομικά ευθύνεται για τη λειτουργία ή διατήρηση της επίμαχης κολυμβητικής δεξαμενής. Όπως λέχθηκε προηγουμένως, η νομοθεσία απαιτεί από τον ενδιαφερόμενο επιχειρηματία να είναι αυτός που θα μεριμνήσει για τη λειτουργία ή διατήρηση της κολυμβητικής δεξαμενής με την υποβολή σχετικής αίτησης για την έκδοση άδειας λειτουργίας της από την αρμόδια αρχή που όταν βρίσκεται στην Πόλυ Χρυσοχούς πρόκειται για το Δημοτικό Συμβούλιο Πόλεως Χρυσοχούς (βλέπε άρθρα 2 και 4 του Ν.55(Ι)/1992, κανονισμός 53 της Κ.Δ.Π.368/96). 'Επιχειρηματίας', με βάση τον ορισμό που παρέχεται στο ερμηνευτικό πλαίσιο της νομοθεσίας, είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης κολυμβητικής δεξαμενής ή το νομικό ή φυσικό πρόσωπο το οποίο έχει αναλάβει τη διαχείριση και λειτουργία της δεξαμενής έπειτα από έγγραφη συμφωνία με τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη. Στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί κοινό έδαφος των μερών ότι την περίοδο από 11.01.13 μέχρι τις 30.101.4 που είναι η ημερομηνία που αποδίδουν στον κατηγορούμενο διάπραξη του αδικήματος, 17 από τους 60 τίτλους ιδιοκτησίας που προέκυψαν από οριζόντιο διαχωρισμό του τεμαχίου εντός του οποίου βρίσκεται το επίμαχο συγκρότημα διαμερισμάτων και από τον οριζόντιο διαχωρισμό τίτλων διαμερισμάτων μεταβιβάστηκαν σε άτομα άλλα από τον κατηγορούμενο. Επίσης αποτελεί κοινό έδαφος των μερών ότι η επίδικη κολυμβητική δεξαμενή βρίσκεται εντός του συγκροτήματος διαμερισμάτων. Το δικαίωμα χρήσης της επίδικης κολυμβητικής δεξαμενής από τους ενοίκους του επίμαχου συγκροτήματος διαμερισμάτων είναι θέμα μαρτυρίας. Προκαταρκτική θεώρηση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής δεν περιέχει τέτοια στοιχεία και ειδικότερα αν ο κατηγορούμενος διέθετε τέτοιο δικαίωμα. Ούτε υπάρχει ίχνος μαρτυρίας πόσοι ιδιοκτήτες υποστατικών στο συγκεκριμένο συγκρότημα διαθέτουν δικαίωμα χρήσης επί της επίδικης κολυμβητικής δεξαμενής. Η απουσία τέτοιας μαρτυρίας δεν μπορεί να καταστήσει τον κατηγορούμενο εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη κολυμβητικής δεξαμενής ως απαιτείται για να έχει την έννοια του υπεύθυνου επιχειρηματία. Ακόμη όμως στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι όλοι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες των 60 μονάδων διαθέτουν δικαίωμα χρήσης επί της επίδικης κολυμβητικής δεξαμενής, ο κατηγορούμενος δεν είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της αλλά συνιδιοκτήτης του επίμαχου συγκροτήματος εντός του οποίου βρίσκεται η εν λόγω πισίνα. Περαιτέρω ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από μέρους της κατηγορούσας αρχής που έστω να τείνει να καταδείξει ότι ο κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο που ανέλαβε τη διαχείριση και λειτουργία της επίδικης κολυμβητικής δεξαμενής έπειτα από έγγραφη συμφωνία με τους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες του επίμαχου συγκροτήματος, ως εναλλακτικά απαιτείται προκειμένου να θεωρηθεί ως ο κατά νόμο υπεύθυνος επιχειρηματίας. Ένα σώμα που θα μπορούσε να είχε αναλάβει τη διαχείριση και λειτουργία της επίδικης κολυμβητικής δεξαμενής είναι η διαχειριστική επιτροπή της κοινόκτητης οικοδομής, η οποία εκλέγεται από τους κυρίους των 60 μονάδων. Όπως ο κτηματολογικός λειτουργός (ΜΚ3) ανάφερε, όταν γίνεται οριζόντιος διαχωρισμός, κάτι που φαίνεται να ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, το συγκρότημα είναι υποχρεωμένο να καταρτίσει διαχειριστική επιτροπή, η οποία, ανάμεσα σ' άλλα, διαχειρίζεται θέματα της πισίνας. Το άρθρο 38ΚΒ του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος (Κεφ.224) μετά των συναφών τροποποιήσεων τονίζει την υποχρέωση κάθε κοινόκτητης οικοδομής, τη μορφή της οποίας εδώ έχει το επίμαχο συγκρότημα διαμερισμάτων, να διαθέτει διαχειριστική επιτροπή για τη ρύθμιση και διαχείριση των υποθέσεων της, μία εκ των οποίων είναι η νόμιμη διατήρηση κολυμβητικής δεξαμενής. Μάλιστα σε περίπτωση ανυπαρξίας διαχειριστικής επιτροπής, ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας μπορεί να το πράξει (βλέπε άρθρα 38ΚΓ και 38ΚΔ του Κεφ.224). Ανάγνωση του μαρτυρικού υλικού που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο δικαστήριο στην όψη του και μόνο, δίχως καθ' οιονδήποτε τρόπο να αξιολογείται και δίχως να καταλήγω σε οποιαδήποτε ευρήματα ή συμπεράσματα, εξόφθαλμα καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει ίχνος στοιχείου που να αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος είναι πρόεδρος ή έστω μέλος διαχειριστικής επιτροπής που συστάθηκε είτε από τους κύριους των μονάδων είτε από το Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Την ίδια στιγμή δεν μου διαφεύγει η αναφορά του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης (ΜΚ2) ότι οι ένοικοι του συγκροτήματος, χωρίς να τους προσδιορίζει με λεπτομέρειες, του είπαν πως διαχειριστής του επίμαχου συγκροτήματος ήταν ο κατηγορούμενος. Πέραν του ότι τέτοια τοποθέτηση δεν έχει προοπτική να ληφθεί υπόψη, αν ευσταθούσε τότε ο ΜΚ3 θα είχε το όνομα του κατηγορουμένου δηλωμένο στο μητρώο του κτηματολογίου ως το διαχειριστή της κοινόκτητης οικοδομής. Κάτι τέτοιο όμως δεν ειπώθηκε από τον ΜΚ3 παρόλο ότι ο ίδιος εξήγησε το ρόλο μιας διαχειριστικής επιτροπής. Δεν παραγνωρίζω επίσης την τοποθέτηση του ΜΚ2 ότι ο κατηγορούμενος του είχε πει ότι ήταν ο υπεύθυνος του συγκροτήματος. Θα πρέπει να λεχθεί ότι ούτε αυτή η δήλωση έχει προοπτική να ληφθεί υπόψη. Με την απουσία των πιο πάνω στοιχείων δεν μπορεί εκ πρώτης όψεως να καταδειχτεί ότι ο κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο που κατά νόμο ευθύνεται για τη διατήρηση της επίδικης κολυμβητικής δεξαμενής. Αυτό είναι μοιραίο για την υπόθεση και προδιαγράφει την τύχη της από αυτό το στάδιο. Αντικειμενική εξέταση του μαρτυρικού υλικού της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετεί έστω για το σκοπό του σταδίου αυτού του ότι ο κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο που νομικά ανέλαβε ή νομικά όφειλε να είχε αναλάβει την ευθύνη διατήρησης της εν λόγω πισίνας. Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη μου, παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων συστατικών στοιχείων του υπό εκδίκαση αδικήματος. Η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής είναι αντικειμενικά αδύνατη και ανεπαρκής περιέχοντας ουσιώδη κενά σε βαθμό που να μην μπορεί να καταστήσει την καταδίκη του κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει μια πραγματική δυνατότητα. Όπως φαίνεται η μαρτυρία αυτή που προσκομίστηκε από μέρους της κατηγορούσας αρχής δεν τείνει να καταδείξει σύνδεση του εν λόγω κατηγορουμένου με την αξιόποινη συμπεριφορά που του αποδίδεται. Αντίθετα στηρίζεται σε εικασίες και υποθετικές σκέψεις. Η μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο δικαστήριο, αντικειμενικά ιδωμένη στο σύνολο της και στην όψη της και μόνο, δεν συγκεντρώνει τους απαραίτητους παράγοντες έτσι ώστε να στοιχειοθετείται σωρευτικά εκ πρώτης όψεως η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος και των συστατικών στοιχείων αυτού. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα το δικαστήριο κρίνει πως υπό τις περιστάσεις δεν δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία για την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Το δικαστήριο αισθάνεται πως αν ο κατηγορούμενος κληθεί σε απολογία θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες και τα ουσιώδη κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Υπό το φως των προαναφερόμενων, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, ο οποίος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Interim (Αναφορά: Ποινικό/Ενδιάμεση Απόφαση/Εκ πρώτης όψεως υπόθεση/Διατήρηση δημόσιας κολυμβητικής δεξαμενής χωρίς άδεια/Άρθρα 2, 9
(1)(α), (β) και
(2)του Ν.55(Ι)/1992) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.