Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΓΙΑΓΚΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2382/14, 15/2/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:B15 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2382/14 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και ΧΧΧΧ ΓΙΑΓΚΟΥ Ημερομηνία: 15.2.2019 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Μανώλη. Για κατηγορούμενο: κ. Χρ. Χατζηλοΐζου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα 6 κατηγορίες πλαστογραφίας, κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333 και 335 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 31.1.14, στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου στην Πάφο, κατάρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό την καταδολίευση, ήτοι από μόνος του χωρίς την εξουσιοδότηση των μελών της Επιτροπής της Σ.Π.Ε. ΧΧΧΧ πρόσθεσε:
- Στα πρακτικά συνεδρίας ημερομηνίας 29.4.09, στην σελίδα 50 του βιβλίου πρακτικών τα εξής: «Τα παλαιά ανυπόγραφα τιμολ. Γεωργικών χρειωδών επιβαρύνουν την εταιρεία».
- Στα πρακτικά συνεδρίας ημερομηνίας 15.7.11, στην σελίδα 115 του βιβλίου πρακτικών τα εξής: «Επί πίστωση τιμολόγια γεωργικών χρειωδών ανυπόγραφα επιβαρύνουν την εταιρεία».
- Στα πρακτικά συνεδρίας ημερομηνίας 31.10.11, στην σελίδα 122 του βιβλίου πρακτικών τα εξής: «Στις καταθέσεις προθεσμίας extra επιτόκιο 0.5%-1% με επιστολή».
- Στα πρακτικά συνεδρίας ημερομηνίας 5.3.12, στην σελίδα 138 του βιβλίου πρακτικών τα εξής: «Τιμολόγια επί πίστωση ανυπόγραφα επιβαρύνουν την εταιρεία».
- Στα πρακτικά συνεδρίας ημερομηνίας 24.7.12, στην σελίδα 155 του βιβλίου πρακτικών τα εξής: «Προμήθεια πελάτη σε καταθέσεις προθεσμίας 0.5%-1%».
- Στα πρακτικά συνεδρίας ημερομηνίας 24.1.13, στην σελίδα 175 του βιβλίου πρακτικών τα εξής: «Παραχώρηση extra επιτοκίου στις καταθέσεις προθεσμίας 0.5%-1% με επιστολή». Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 3 μάρτυρες. Μετά δε την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου σε όλες τις κατηγορίες και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός έδωσε ένορκη μαρτυρία και κάλεσε ένα μάρτυρα. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης, Αστ.ΧΧΧΧ Γερμανός του ΤΑΕ Πάφου. Στις 17.2.14 του έγινε καταγγελία για την παρούσα υπόθεση από τον ΧΧΧΧ Παπαδόπουλο, Διευθυντή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου. Την ίδια ημέρα ο Παπαδόπουλος παρέδωσε στον μάρτυρα τόσο το Βιβλίο Πρακτικών Συνεδριάσεων της Σ.Π.Ε. ΧΧΧΧ (τεκμήριο 2) όσο και τις 6 φωτοτυπίες που αφορούν την ίδια υπόθεση (τεκμήρια 3Α-3Δ). Αργότερα την ίδια ημέρα και ώρα 15:05 ο μάρτυρας συνέλαβε τον κατηγορούμενο, στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου, του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο εκείνος απάντησε «Θα μιλήσω µε τον δικηγόρο µου». Ακολούθως και μεταξύ των ωρών 15:35-17:15 ο μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 4). Κατά την λήψη της κατάθεσης αυτής υπέδειξε στον κατηγορούμενο τόσο το τεκμήριο 2 όσο και τα τεκμήρια 3Α-3Δ. Στα πλαίσια των ανακριτικών του ενεργειών έλαβε κατάθεση και από την ΧΧΧΧ Κωνσταντινίδου. Ο μάρτυρας ήταν παρών σε μια από τις δικασίμου πριν αρχίσει η ακρόαση της υπόθεσης όταν ο συνήγορος υπεράσπισης υπέβαλε αίτημα προς την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει και δεύτερο Βιβλίο Πρακτικών της Σ.Π.Ε. ΧΧΧΧ. Δεν παραδόθηκε ποτέ τέτοιο Βιβλίο στον μάρτυρα από κανένα, ούτε του λέχθηκε ότι υπάρχει τέτοιο. Δεν προέβη σε οποιεσδήποτε επιστημονικές εξετάσεις επί των τεκμηρίων 2 και 3Α-3Δ και δεν έλαβε καταθέσεις από τα μέλη της Επιτροπείας της Σ.Π.Ε. ΧΧΧΧ που υπογράφουν στο τέλος των επίδικων πρακτικών. Δεν προέβη δε σε επιστημονικές εξετάσεις σε σχέση με την απάντηση του κατηγορούμενου στην ερώτηση υπ' αρ. 10 στην κατάθεση του, ότι υπάρχει περίπτωση καθώς έγραφε τα πρακτικά να χρησιμοποίησε περισσότερες από μια πένες. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε η ΧΧΧΧ Κωνσταντινίδου, η οποία κατά τον επίδικο χρόνο ήταν Τμηματάρχης του Τμήματος Εσωτερικού Ελέγχου του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου. Σύμφωνα με την μάρτυρα, λόγω του ότι συνάδελφος της θα έδινε κατάθεση σχετικά με άλλες υποθέσεις που διερευνούνταν από το ΤΑΕ Πάφου εναντίον του κατηγορούμενου και με την σκέψη ότι το βιβλίο μπορούσε να κρατηθεί από την Αστυνομία τότε ως τεκμήριο, η ίδια στις 11.11.13 φωτοτύπησε ολόκληρο το Βιβλίο Πρακτικών Συνεδριάσεων της Σ.Π.Ε. ΧΧΧΧ (τεκμήριο 2). Στις 30.1.14 ή 31.1.14 ο Διευθυντής του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου της ζήτησε το εν λόγω Βιβλίο, επειδή όπως της είπε θα πήγαινε εκεί ο κατηγορούμενος για να δει κάποια πράγματα ώστε να ετοιμάσει την απολογία του για την πειθαρχική διαδικασία που υπήρχε εναντίον του. Το εν λόγω Βιβλίο στις 11.11.13 μέχρι και την ημέρα που δόθηκε στον κατηγορούμενο για να το επιθεωρήσει βρισκόταν στο χρηματοκιβώτιο της τράπεζας. Ήταν εκεί κλειδωμένο και κλειδιά αυτού είχε μόνο η μάρτυρας και ο Διευθυντής, στον οποίο και μόνο παρέδιδε το Βιβλίο εάν της το ζητούσε και εκείνος της το επέστρεφε προσωπικά. Στις 13.2.14 μετά από έλεγχο που έκανε η μάρτυρας στο ίδιο Βιβλίο και αφού είχε διαβάσει μια επιστολή από τον κατηγορούμενο που αφορούσε την πειθαρχική διαδικασία εναντίον του, διαπίστωσε ότι τα πρακτικά συνεδριάσεως που αφορούσαν τις ημερομηνίες 24.1.13, 29.4.09, 15.7.11, 31.10.11, 5.3.12 και 24.7.12 είχαν παραποιηθεί. Οι παραποιήσεις αφορούσαν θέματα επιτοκίων και πρόχειρων πιστώσεων, πράγματα για τα οποία κατηγορείτο ο κατηγορούμενος. Ακολούθως η μάρτυρας ενημέρωσε τον Διευθυντή για τα πιο πάνω, ο οποίος στην συνέχεια κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία. Κατά την μαρτυρία της αναγνώρισε τα τεκμήρια 3Α-3Δ ως τα φωτοαντίγραφα του τεκμηρίου 2, που αφορούσαν τις προαναφερόμενες παραποιήσεις και τα οποία η ίδια φωτοτύπησε στις 11.11.
- Υπέδειξε δε μια προς μια τις εν λόγω παραποιήσεις αντιπαραβάλλοντας τα συγκεκριμένα σημεία του τεκμηρίου 2 με αυτά των τεκμηρίων 3Α-3Δ. Είπε δε ότι δεν γνωρίζει ποιος έκανε τις παραποιήσεις που εντόπισε στο τεκμήριο
- Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι δεν θυμάται πότε είδε για πρώτη φορά το τεκμήριο 2 καθότι είχε στην κατοχή της τα πρακτικά όλων των εταιρειών που συγχωνεύτηκαν με την τράπεζα τους, τα οποία παραλάμβανε σταδιακά και τα φύλαγε. Προς το τέλος του 2013 χρησιμοποίησε το τεκμήριο 2 η ίδια για να δώσει πληροφορίες στην Διεύθυνση για την πειθαρχική έρευνα δηλ. για τις καταγγελίες εναντίον του κατηγορούμενου. Οι καταγγελίες αφορούσαν και το θέμα γεωργικών πληρωμών για το οποίο υπήρχαν ανυπόγραφα τιμολόγια και υπήρχαν οφειλές από διάφορους πελάτες. Η ίδια δεν κλήθηκε στην Πειθαρχική Επιτροπή να δώσει κατάθεση. Σε κάποιο στάδιο της πειθαρχικής διαδικασίας παρέδωσε το τεκμήριο 2 στον Διευθυντή αλλά δεν θυμάται εάν ήταν πριν το φωτοτυπήσει ή μετά. Κατά καιρούς όμως το ζητούσε ο Διευθυντής και το έδινε μόνο στον ίδιο. Δεν γνωρίζει εάν το τεκμήριο 2 είναι το Βιβλίο Πρακτικών των συνεδριάσεων της Σ.Π.Ε. ΧΧΧΧ κατά την περίοδο που λειτουργούσε. Ήταν όμως αυτό που ζητήθηκε από την διεύθυνση της Σ.Π.Ε. ΧΧΧΧ και στάληκε. Δεν θυμάται ποιος και πότε ζήτησε το Βιβλίο. Δεν γνωρίζει πότε και ποιος μετέφερε στην τράπεζα της το τεκμήριο 2 ούτε σε ποια κατάσταση αυτό ήταν πριν το παραλάβει. Δεν γνωρίζει επίσης πόσα Βιβλία Πρακτικών είχε η Σ.Π.Ε ΧΧΧΧ. Όταν η ίδια απουσίαζε από την εργασία της και χρειάζονταν κάτι από το χρηματοκιβώτιο την ειδοποιούσαν. Πέραν της κατάθεσης που έδωσε για την παρούσα δεν έδωσε άλλη κατάθεση στην Αστυνομία. Ως Μ.Κ. 3 κατέθεσε ο τότε Διευθυντής του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου, ΧΧΧΧ Παπαδόπουλος. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, στα πλαίσια πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον του κατηγορούμενου, ο οποίος είναι πρώην Γραμματέας της Σ.Π.Ε. ΧΧΧΧ, στις 23.1.14 λήφθηκε επιστολή στην τράπεζα από τον δικηγόρο αυτού (τεκμήριο 7) με την οποία ζητούνταν διάφορα έγγραφα, τα οποία θα χρησιμοποιούνταν προς υπεράσπιση του κατηγορούμενου στην πειθαρχική διαδικασία. Στάληκε δε από πλευράς του Ταμιευτηρίου ως απάντηση η επιστολή τεκμήριο
- Μετά από απόφαση του νομικού συμβούλου του Ταμιευτηρίου, στις 31.1.14 ο κατηγορούμενος πήγε στα κεντρικά γραφεία του Ταμιευτηρίου. Αφού του δόθηκαν διάφορα έγγραφα, αυτός ζήτησε Βιβλίο Πρακτικών της Σ.Π.Ε. ΧΧΧΧ, που αφορούσε τα έτη από το 2007 μέχρι και τότε. Αφού ο μάρτυρας του πήρε το εν λόγω Βιβλίο (τεκμήριο 2), ο κατηγορούμενος άρχισε να το μετροφυλλά στην αίθουσα συσκέψεων, η οποία βρισκόταν δίπλα από το γραφείο του μάρτυρα, ο οποίος πηγαινοερχόταν μέχρι να τελειώσει ο κατηγορούμενος. Αυτό έγινε περίπου μεταξύ των ωρών 12:00-13:
- Στο διάστημα αυτό ο μάρτυρας είδε τον κατηγορούμενο σε αρκετές περιπτώσεις, όταν περιεργαζόταν το βιβλίο, να μιλά χαμηλόφωνα στο κινητό του τηλέφωνο και στις περιπτώσεις που έμπαινε ο μάρτυρας στην αίθουσα το έκλεινε. Στην αίθουσα αυτή δεν υπήρχε άλλο πρόσωπο. Στις 13.2.14 ο μάρτυρας ειδοποιήθηκε από την Μ.Κ.2 ότι σε 6 διαφορετικά πρακτικά του τεκμηρίου 2, υπήρχαν παραποιήσεις. Συγκεκριμένα επρόκειτο για τα πρακτικά που αφορούσαν τις ημερομηνίες 24.1.13, 29.4.09, 15.7.11, 31.10.11, 5.3.12 και 24.7.
- Ο μάρτυρας παρέδωσε στον Μ.Κ.1 τόσο το εν λόγω Βιβλίο όσο και φωτοτυπίες των συγκεκριμένων σελίδων αυτού (τεκμήρια 3Α-3Δ), αφού το τεκμήριο 2 είχε φωτοτυπηθεί προτού δοθεί στον κατηγορούμενο. Στην αντεξέταση του είπε ότι ήταν παρών και λάμβανε μέρος στις διαδικασίες που έλαβαν χώραν κατά την εξέταση της πειθαρχικής υπόθεσης που έγινε εναντίον του κατηγορούμενου. Η πειθαρχική αυτή δίκη υπολογίζει ότι άρχισε περίπου ένα μήνα πριν τα επίδικα γεγονότα. Δεν θυμάται πόσα Βιβλία Πρακτικών είχε τότε η Σ.Π.Ε. ΧΧΧΧ. Κατά την περίοδο της πιο πάνω πειθαρχικής διαδικασίας όσα βιβλία κατέστη δυνατό να βρει το Ταμιευτήριο ήταν στην κατοχή του Ταμιευτηρίου αλλά δεν θυμάται πόσα ήταν. Είχε δει το τεκμήριο 2 λίγο χρόνο πριν την έναρξη της πειθαρχικής διαδικασίας, η οποία άρχισε τον Ιανουάριο του
- Δεν γνωρίζει πως το τεκμήριο 2 περιήλθε στην κατοχή του Ταμιευτηρίου. Εκτός από το τεκμήριο 2 δόθηκαν για επιθεώρηση στον κατηγορούμενο και κάποια τιμολόγια. Ο χώρος στον οποίο κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος είδε το τεκμήριο 2 (αίθουσα συσκέψεων - συνεδριάσεων) δεν καλύπτεται από κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης. Όση ώρα ήταν στον χώρο αυτό ο κατηγορούμενος, ο μάρτυρας τον επισκέφθηκε μια με δύο φορές. Δεν δέχθηκε ότι κατά τον μεγαλύτερο χρόνο της παρουσίας του κατηγορούμενου εκεί όταν επιθεωρούσε έγγραφα, ο μάρτυρας ήταν μαζί του. Η γραμματέας, το γραφείο της οποίας ήταν δίπλα από την εν λόγω αίθουσα δεν μπορούσε να δει εκεί που καθόταν ο κατηγορούμενος. Αυτή μπορούσε να δει εάν γυρνούσε πίσω αλλά και πάλι όχι όλο το εν λόγω δωμάτιο. Ο ίδιος δεν είδε τον κατηγορούμενο να προβαίνει σε παραποίηση των εγγράφων. Η πειθαρχική διαδικασία εναντίον του κατηγορούμενου τελείωσε 3 με 4 εβδομάδες μετά το επίδικο περιστατικό. Τα έγγραφα που αυτός έδωσε στον κατηγορούμενο να επιθεωρήσει του τα έδωσε η Μ.Κ.
- Όταν τελείωσε ο κατηγορούμενος την επιθεώρηση τους, ο μάρτυρας τα πήρε ο ίδιος στην Μ.Κ.
- Δεν είδε τα έγγραφα μετά που τελείωσε ο κατηγορούμενος. Γνωρίζει ότι το τεκμήριο 2 φωτοτυπήθηκε στο Ταμιευτήριο Πάφου. Δεν γνωρίζει όμως πότε φωτοτυπήθηκε, ούτε και είδε κάποιον να το φωτοτυπεί. Από την καταγγελία για την παρούσα και μετά ο μάρτυρας δεν κλήθηκε να δώσει άλλη κατάθεση στην Αστυνομία εναντίον του κατηγορούμενου. Η συγκεκριμένη ήταν η μόνη κατάθεση που έδωσε και η συγκεκριμένη καταγγελία η μόνη που έκανε. Ο κατηγορούμενος είναι ο πρώην Γραμματέας της Σ.Π.Ε. ΧΧΧΧ. Κατά τον επίδικο για την παρούσα χρόνο βρισκόταν σε διαθεσιμότητα λόγω πειθαρχικής διαδικασίας που εκκρεμούσε εναντίον του. Ο δικηγόρος του ζήτησε μέσω επιστολής (τεκμήριο 7) να τους δοθούν αντίγραφα πρακτικών της Εταιρείας καθώς και όλη η αλληλογραφία που υπήρχε από το έτος 2008 μέχρι τότε. Έτσι διευθετήθηκε ραντεβού στα γραφεία του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου, περίπου στο τέλος Ιανουαρίου ή αρχές Φεβρουαρίου. Αναγνώρισε δε το τεκμήριο 8 ως την απαντητική της πιο πάνω επιστολή. Ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε το Ταμιευτήριο, όπου έκατσε στην αίθουσα συνεδριάσεων, παρουσία του Μ.Κ.3 και μιας κοπέλας. Αφού του παραδόθηκαν κάποια έγγραφα, επιθεώρησε το Βιβλίο Πρακτικών (τεκμήριο 2) και ζήτησε αρκετά φωτοαντίγραφα που τον αφορούσαν, τα οποία του παραδόθηκαν το απόγευμα από τον κλητήρα. Καθόλη την διάρκεια που επιθεωρούσε το τεκμήριο 2, ποτέ δεν έμεινε μόνος του στην αίθουσα. Πάντοτε υπήρχε άτομο εκεί μαζί του και εκτός αυτού μπαινόβγαιναν συχνά και άλλοι υπάλληλοι αφού η αίθουσα ήταν δίπλα από το γραφείο του Μ.Κ.
- Η δε πόρτα της ήταν πάντα ανοιχτή. Αναφορικά με το ότι του αποδίδεται ότι στις 31.1.14, ενώ επιθεωρούσε το τεκμήριο 2 παραποίησε 6 διαφορετικά πρακτικά προσθέτοντας ένα σημείωμα στο τέλος στο καθένα, είπε ότι καμία παραποίηση ή προσθήκη έκανε σε οποιοδήποτε σημείωμα οποιουδήποτε πρακτικού. Ανέφερε δε ότι όλα τα γραφόμενα στα πρακτικά των συνεδριάσεων ημερομηνίας 29.4.09, 15.7.11, 31.10.11, 5.3.12, 24.7.12 και 24.1.13 στο τεκμήριο 2, είναι δικά του και τα έγραψε κατά τις πιο πάνω ημερομηνίες. Περαιτέρω ανέφερε ότι πολλές φορές χρησιμοποίησε περισσότερες από μια πέννα κατά την καταγραφή των πρακτικών συνεδρίασης. Αναφορικά με το ότι, στις φωτοτυπίες των 6 πρακτικών των προαναφερόμενων ημερομηνιών (τεκμήριο 3Α-3Δ) φαίνεται ότι το τελευταίο σημείωμα σε κάθε ένα από τα πρακτικά δεν υπάρχει, είπε ότι δεν ξέρει τι έχει γίνει αλλά ο ίδιος καμία αλλοίωση ή προσθήκη έκανε στο τεκμήριο 2 και ότι για αυτόν το επίσημο βιβλίο είναι μόνο το πρωτότυπο Βιβλίο δηλ. το εν λόγω τεκμήριο. Στις συνεδριάσεις της Σ.Π.Ε. πάνω στο γραφείο του υπήρχαν αρκετές πένες, διάφορων ειδών και χρωμάτων. Υπέδειξε δε στο τεκμήριο 2 πρακτικά άλλα από τα επίδικα όπου υπήρχε γραφή με διαφορετική πένα. Συγκεκριμένα υπέδειξε τέτοια στις σελίδες 30, 85, 89, 27 και
- Εκτός από τα επίδικα πρακτικά, στο τεκμήριο 2 υπάρχουν και άλλα πρακτικά όπου γίνεται αναφορά για αποφάσεις της Συνεργατικής Επιτροπής για επιτοκιακή πολιτική. Υπέδειξε ως τέτοια στις σελίδες 66, 77, 100, 147 και
- Είπε δε ότι από το 2004 και μέχρι και τις αρχές του 2014 η Σ.Π.Ε. είχε αποθηκάριο την ΧΧΧΧ Ηροδότου. Τα καθήκοντα αυτής ήταν αποθηκάριος - πωλητής δηλ. ήταν υπεύθυνη για την πώληση γεωργικών ειδών και διάφορων γεωργικών χρειωδών και έκδιδε τιμολόγια και είσπραττε λεφτά. Εξήγησε δε ότι τα γεωργικά χρειώδη ήταν διάφορα είδη που χρησιμοποιούσαν κάποιοι καλλιεργητές και τα αγόραζαν από την Εταιρεία, όπως λάστιχα, λιπάσματα, φάρμακα και ό,τι αφορούσε σε γεωργικά εμπορεύματα. Ο ίδιος ως Γραμματέας δε είχε οποιαδήποτε σχέση στην έκδοση τιμολογίων ή πώληση τέτοιων γεωργικών χρειωδών. Δεν πλαστογράφησε αυτά που τον κατηγορούν και δεν είχε οποιοδήποτε όφελος από τα συγκεκριμένα πρακτικά. Πέραν από την κατάθεση που έδωσε για την παρούσα ποτέ δεν το κάλεσε η Αστυνομία να τον ανακρίνει για άλλη υπόθεση, ούτε και του αναφέρθηκε ότι υπάρχει τέτοια. Περιγράφοντας δε την αίθουσα όπου επιθεώρησε το τεκμήριο 2 στα γραφεία του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου, είπε ότι πρόκειται για αίθουσα συνεδριάσεων, μεγέθους περίπου όπως την αίθουσα του Δικαστηρίου. Αυτή εφαπτόταν στο γραφείο του Μ.Κ.
- Ο ίδιος μπήκε στην αίθουσα μαζί με τον Μ.Κ.
- Εκεί υπήρχε ένα μεγάλο γραφείο με αρκετές καρέκλες και ο Μ.Κ.3 τον έβαλε να κάτσει στην πρώτη καρέκλα που ήταν ακριβώς στην πόρτα εισόδου και ο Μ.Κ.3 έκατσε ακριβώς στην διπλανή καρέκλα. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο δικαστικός γραφολόγος ΧΧΧΧ Παναγιώτου. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, μετά που ζητήθηκε από την υπεράσπιση και δόθηκε από το Δικαστήριο άδεια, αυτός επισκέφτηκε τον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου και στην παρουσία των δικηγόρων υπεράσπισης και κατηγορούσας αρχής, εξέτασε και φωτογράφησε από τον φάκελο της παρούσας υπόθεσης τα τεκμήρια 2 και 3Α-3Δ καθώς και διάφορες σελίδες του τεκμηρίου
- Επιθεωρώντας τα εν λόγω τεκμήρια και συγκρίνοντας τα τεκμήρια 3Α-3Δ με τις αντίστοιχες σελίδες του τεκμηρίου 2 διαπίστωσε ότι υπάρχουν οι ακόλουθες διαφορές:
(1)στο τεκμήριο 3Α στη σελίδα 50 απουσιάζει η τελευταία παράγραφος «5», η οποία υπάρχει στην αντίστοιχη σελίδα του τεκμηρίου 2,
(2)στο τεκμήριο 3Α στη σελίδα 115 απουσιάζει η τελευταία παράγραφος «7», η οποία υπάρχει στην αντίστοιχη σελίδα του τεκμηρίου 2,
(3)στο τεκμήριο 3Β στη σελίδα 122 απουσιάζει η τελευταία παράγραφος «η», η οποία υπάρχει στην αντίστοιχη σελίδα του τεκμηρίου 2,
(4)στο τεκμήριο 3Γ στη σελίδα 138 απουσιάζει η τελευταία παράγραφος «7», η οποία υπάρχει στην αντίστοιχη σελίδα του τεκμηρίου 2,
(5)στο τεκμήριο 3Δ στη σελίδα 155 απουσιάζει η τελευταία παράγραφος «7», η οποία υπάρχει στην αντίστοιχη σελίδα του τεκμηρίου 2 και
(6)στο τεκμήριο 3Δ στη σελίδα 175 απουσιάζει η τελευταία παράγραφος «7», η οποία υπάρχει στην αντίστοιχη σελίδα του τεκμηρίου
- Ερωτώμενος εάν κάποιος μπορεί να φωτοτυπήσει τα επίδικα πρακτικά δηλ. από το τεκμήριο 2 και να απουσιάζει η τελευταία παράγραφος απάντησε καταφατικά. Είπε δε ότι υπάρχει τεχνική με την οποία εκείνος που θέλει να αφαιρέσει οτιδήποτε από κάποιο έγγραφο, μπορεί να το καλύψει ή με διορθωτικό ή με ένα τεμάχιο κόλλας, να το φωτοτυπήσει και με διαδοχικές φωτοτυπήσεις στην συνέχεια να απαλειφθούν οποιαδήποτε ίχνη. Επίσης με τον σύγχρονο τεχνολογικό εξοπλισμό μπορεί να γίνει οποιαδήποτε προσθήκη ή αφαίρεση από ένα έγγραφο και με τη βοήθεια ηλεκτρονικών υπολογιστών και εκτυπωτών να μεταφερθεί εκείνο το σημείο το οποίο έχουν υπολογίσει ότι πρέπει να μεταφερθεί σε άλλο έγγραφο, να το μεταφέρουν και να φαίνεται ως νέο έγγραφο, ένα μη υπαρκτό έγγραφο να φαίνεται ως αυθεντικό. Είπε δε ότι είναι πολύ δύσκολη η εξέταση και εξακρίβωση σε αυτές τις περιπτώσεις. Ανέφερε δε ότι στην Κύπρο δεν μπορεί να γίνει επιστημονική εξέταση με την οποία να καθορίζεται ο χρόνος που έγινε μία γραφή καθώς και το είδος του μελανιού που χρησιμοποιήθηκε, διότι απαιτείται εργαστήριο που στοιχίζει πανάκριβα. Στο εξωτερικό όμως, στην Γερμανία και στην Αγγλία, μπορεί να γίνει εξέταση όσον αφορά το χρώμα, την ποιότητα του και στα συστατικά από τα οποία αποτελείται ένα μελάνι καθώς και τον χρόνο που έχει κατασκευαστεί. Σε ερώτηση εάν μπορεί να πει κατά πόσο αυτά που ανέφερε ότι υπάρχουν στο τεκμήριο 2 αλλά όχι τα τεκμήρια 3Α-3Δ, έγιναν από διαφορετική πένα ή από διαφορετικό πρόσωπο από όλες τις καταχωρήσεις των πρακτικών είπε ότι αυτά έχουν γίνει από το ίδιο πρόσωπο και με το ίδιο γραφικό μέσο, ίδια απόχρωση του μελανιού. Ανέφερε επίσης ότι επιθεώρησε και τις σελίδες 27, 30, 85, 89 και 109 του τεκμηρίου 2 και διαπίστωσε σε αυτές, κατόπιν οπτικής παρατήρησης σε σχέση με την υπόλοιπη γραφή, την χρήση διαφορετικού γραφικού μέσου, διαφορετικής απόχρωσης μελανιού. Υπέδειξε δε τα συγκεκριμένα σημεία στις εν λόγω σελίδες. Στην αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε σε σχέση με την σελίδα 50 του τεκμήριου 3Α εάν είναι σε θέση να πει ότι έχει γίνει παρέμβαση σε αυτήν είπε γενικά ότι, ως ανέφερε στην κυρίως εξέταση του, με τα σύγχρονα μέσα που υπάρχουν μπορεί να γίνει οποιαδήποτε προσθήκη, αφαίρεση ή αλλοίωση οποιασδήποτε εγγραφής από ένα έγγραφο. Όταν δε ρωτήθηκε στην συνέχεια να πει εάν ο ίδιος ως εμπειρογνώμονας είναι σε θέση πει στο Δικαστήριο ότι κάποιος έχει κάμει επέμβαση στην συγκεκριμένη απάντησε «Όσον αφορά την εμπειρογνωμοσύνη και την γνώση μου θα έλεγα ότι μπορούσε να γίνει». Όταν αμέσως μετά ρωτήθηκε εάν συμφωνεί ότι δεν έχει κανένα στοιχείο, το οποίο να αποδεικνύει ότι στο συγκεκριμένο σημείο έγινε επέμβαση απάντησε «Όχι δεν μπορώ να το πω αυτό, λέω ότι θα μπορούσε να γίνει και είναι θέμα αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο αν θα καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό ή όχι, εγώ λέω από την πείρα τη δική μου ότι θα μπορούσε να γίνει». Τα ίδια ουσιαστικά ανέφερε και για την σελίδα 115 του τεκμηρίου 3Α, για την σελίδα 122 του τεκμηρίου 3Β, για την σελίδα 138 του τεκμηρίου 3Γ, για την σελίδα 155 του τεκμηρίου 3Δ και για την σελίδα 175 του τεκμηρίου 3Δ, λέγοντας ότι με τον σύγχρονο τεχνολογικό εξοπλισμό ένας πλαστογράφος μπορεί να κάνει οτιδήποτε, είτε προσθήκη είτε αφαίρεση ή μεταξύ λέξεων να τοποθετήσει κάποια φράση ή πρόταση, ώστε ένα μη υπαρκτό έγγραφο να φαίνεται ως υπαρκτό και ότι λέει ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση θα μπορούσε να γίνει αυτή η διαδικασία. Σε ερώτηση εάν έχει οποιοδήποτε στοιχείο για να ανατρέψει την εκδοχή ότι τα τεκμήρια 3Α-3Δ είναι φωτοτυπία του τεκμηρίου 2 πριν ο κατηγορούμενος το επιθεωρήσει, είπε ότι αυτό δεν μπορεί να το ξέρει, αλλά λέει ότι αυτή η απάλειψη των γραφόμενων θα μπορούσε να γίνει, δεν μπορεί όμως να καθορίσει τον χρόνο. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 εξεταστής της υπόθεσης, αναφέρθηκε στις ανακριτικές ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την διερεύνηση της υπόθεσης και η μαρτυρία του ουδόλως αμφισβητήθηκε. Συνεπώς γίνεται δεκτή. Η Μ.Κ.2 μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά την μαρτυρία της απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, οι θέσεις της ήταν σταθερές, συνεπείς και λογικές και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση της. Άφησε δε στο Δικαστήριο την εικόνα μιας ειλικρινούς μάρτυρας που ήλθε για να πει την αλήθεια. Αποτελεί ουσιαστικά θέση της υπεράσπισης ότι η μαρτυρία της δεν θα πρέπει να γίνει δεκτή καθότι δεν είναι αξιόπιστη όσον αφορά το λόγο για τον οποίο υποστήριξε ότι φωτοτύπησε το τεκμήριο
- Για το θέμα αυτό η Μ.Κ.2 στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι ενόψει του ότι συνάδελφος της θα έδινε κατάθεση σχετικά με άλλες υποθέσεις που διερευνούνταν από το ΤΑΕ Πάφου εναντίον του κατηγορούμενου και με την σκέψη ότι το βιβλίο μπορούσε να κρατηθεί από την Αστυνομία, το φωτοτύπησε ολόκληρο. Το γεγονός ότι ούτε η ίδια αλλά ούτε και ο Μ.Κ.3 έδωσαν οποιανδήποτε άλλη κατάθεση σε σχέση με τον κατηγορούμενο, ούτε και έκαναν άλλη καταγγελία εναντίον του, δεν διαψεύδει την θέση της Μ.Κ.2 ότι υπήρξε και άλλη διερεύνηση εναντίον του κατηγορούμενου. Οι εν λόγω μάρτυρες δεν ισχυρίσθηκαν άλλωστε ότι γνωρίζουν όλες τις υποθέσεις του κατηγορούμενου. Περαιτέρω η θέση της Μ.Κ.2 για ύπαρξη και άλλης διερεύνησης εναντίον του κατηγορούμενου δεν διαψεύδεται ούτε από τον Μ.Κ.1, ως εισηγείται ο συνήγορος υπεράσπισης. Αυτό γιατί σε κανένα μέρος της μαρτυρίας του ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι δεν υπήρξε τέτοια διερεύνηση ούτε και ρωτήθηκε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο για τις ανακριτικές του ενέργειες για την παρούσα. Ούτε δε αυτός υποστήριξε ότι γνώριζε όλες τις υποθέσεις του κατηγορούμενου. Δεν ήταν δε η θέση της Μ.Κ.2 ότι υπήρχε και άλλο Βιβλίο Πρακτικών της Σ.Π.Ε. ΧΧΧΧ πέραν του τεκμηρίου
- Αυτό που ανέφερε στην αντεξέταση της ερωτώμενη βασικά για τον λόγο που έκανε την φωτοτύπηση, είναι ότι παλαιότερα η Αστυνομία είχε κρατήσει βιβλία πρακτικών με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται η εργασία στην τράπεζα τους και επειδή κατά την εν λόγω περίοδο υπήρχε υπόθεση στο Δικαστήριο και ζητήθηκαν τεκμήρια πρακτικά θεώρησαν καλό να φωτοτυπηθεί το τεκμήριο 2 επειδή ήταν η πειθαρχική σε εξέλιξη για να μπορεί να γίνεται παράλληλα η δουλειά. Δεν ισχυρίσθηκε δηλ. ότι αυτό που κρατήθηκε ήταν άλλο Βιβλίο Πρακτικών της Σ.Π.Ε. ΧΧΧΧ. Όταν δε ρωτήθηκε στην αντεξέταση της κατά πόσο πέραν από την παρούσα κλήθηκε στην Αστυνομία να δώσει κατάθεση για άλλην υπόθεση που αφορά την Σ.Π.Ε ΧΧΧΧ είπε ότι γνωρίζει ότι υπήρχε άλλη υπόθεση και ότι αυτό το γνωρίζει γιατί κλήθηκε να μαζέψει έγγραφα για να δοθούν στην Αστυνομία. Δεν ισχυρίσθηκε δε ότι έδωσε και σχετική κατάθεση. Σε ερώτηση εάν το διάστημα εκείνο υπήρξε καταγγελία εναντίον του Γραμματέα της Σ.Π.Ε. ΧΧΧΧ απάντησε «Εγώ είχα μπροστά μου τούτο το πράμα το οποίο μιλά από μόνο του» και αφού έβγαλε από τον φάκελο που είχε στην κατοχή της ένα έγγραφο, πρόσθεσε «Το κράτησα από τότε για να θυμούμαι αυτό το έγγραφο». Δεν της ζητήθηκε όμως από τον συνήγορο υπεράσπισης να το καταθέσει, ούτε και ρωτήθηκε οτιδήποτε για το περιεχόμενο του, αφήνοντας έτσι αναντίλεκτη την θέση της. Πέραν όμως και ανεξάρτητα του πιο πάνω θα πρέπει να λεχθεί ότι ακόμη και εάν η εν λόγω θέση της Μ.Κ.2 δεν γινόταν δεκτή, αυτό δεν θα έπληττε, κατά την κρίση μου, την αξιοπιστία της και μάλιστα σε βαθμό ώστε να θεωρηθεί ολόκληρη η μαρτυρία της ως μολυσμένη και να απορριφθεί στο σύνολο της. Αυτό καθότι το ουσιώδες στην προκειμένη είναι το κατά πόσο αυτή φωτοτύπησε το τεκμήριο 2 πριν τις 31.1.14 που το επιθεώρησε ο κατηγορούμενος. Ο λόγος δε της φωτοτύπησης θα κρινόταν ουσιώδης εάν είχε σχέση με ενέργειες της μάρτυρος ή κάποιου άλλου που θα άφηναν οποιαδήποτε υπόνοια ότι έγιναν με σκοπό να ενοχοποιηθεί ο κατηγορούμενος εφόσον η θέση της υπεράσπισης είναι ουσιαστικά ότι οι φωτοτυπίες τεκμήρια 3Α-3Δ είναι χαλκευμένες και αποτέλεσμα μοντάζ. Ως προς τούτο όμως η Μ.Κ.2 ήταν κατηγορηματική ότι η φωτοτύπηση έγινε από την ίδια σε ανύποπτο χρόνο, πριν ο κατηγορούμενος επιθεωρήσει το τεκμήριο
- Να σημειωθεί δε εδώ ότι η θέση που της υποβλήθηκε και μάλιστα δις, δεν ήταν ότι έκανε την φωτοτύπηση με κάποιο σκοπό όπως για να ενοχοποιήσει τον κατηγορούμενο αλλά ότι ουδέποτε έκανε τέτοια φωτοτύπηση, ενώ στην γενική υποβολή που της τέθηκε, χωρίς δηλ. να αναφέρεται ποιος και γιατί προέβη σε κάτι τέτοιο, ότι οι φωτοτυπίες δεν είναι γνήσιες αλλά χαλκευμένες, μονταρισμένες, απάντησε κατηγορηματικά ότι είναι χίλια τοις εκατό γνήσιες φωτοτυπίες και μάλιστα δήλωσε προσβεβλημένη καθότι θεώρησε ότι ο συνήγορος την κατηγορούσε ότι έκανε πλαστά χαρτιά και τα έδωσε στην Αστυνομία. Καμία δε υποβολή τέθηκε στον Μ.Κ.3 ότι το τεκμήριο 2 δεν φωτοτυπήθηκε ούτε ότι είναι χαλκευμένα ή μονταρισμένα τα τεκμήρια 3Α-3Δ. Στα πιο πάνω δεν μπορεί να παραγνωρισθεί και το ότι δεν διαφάνηκε από το σύνολο της μαρτυρίας να είχε, είτε η Μ.Κ.2 είτε κάποιο άλλο πρόσωπο κάποιο λόγο ώστε να προβεί σε τέτοια «χάλκευση» ή «μοντάρισμα». Άλλωστε κατά τον χρόνο που η Μ.Κ.2 έκανε τις φωτοτυπίες δηλ. στις 11.11.13 δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι ο κατηγορούμενος θα ζητούσε να επιθεωρήσει το τεκμήριο 2 (αυτό έγινε με επιστολή του δικηγόρου του τεκμήριο 7 ημερ. 23.1.14) και ότι θα το επιθεωρούσε στις 31.1.14, ώστε να προβεί σε τέτοιες ενέργειες. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.2 γίνεται δεκτή. Ο Μ.Κ.3 επίσης μου έκανε καλή εντύπωση. Απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις, πάντα με βάση την μνήμη του λόγω της παρόδου του χρόνου και ανέφερε όλα όσα γνώριζε για την υπόθεση χωρίς να πέσει σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Κατά την αντεξέταση του υποβλήθηκε ότι τον μεγαλύτερο χρόνο που επιθεωρούσε ο κατηγορούμενος τα διάφορα έγγραφα στον χώρο του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου, αυτός ήταν μαζί του και ότι η γραμματέας που βρισκόταν σε κοντινό γραφείο είχε οπτική επαφή με το δωμάτιο στο οποίο βρισκόταν ο κατηγορούμενος. Αυτά ήταν το μόνο μέρος της μαρτυρίας του που αμφισβητήθηκε, χωρίς όμως οι σχετικές θέσεις του να κλονισθούν κατά την αντεξέταση του. Αντίθετα παρέμεινε σταθερός στο ότι επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο στο συγκεκριμένο δωμάτιο μια με δύο φορές αλλά και στο ότι η εν λόγω γραμματέας δεν είχε απευθείας οπτική επαφή, παρά μόνο εάν γύριζε την πλάτη της αλλά και πάλι δεν έβλεπε ολόκληρο το υπό αναφορά δωμάτιο και το σημείο στο οποίο καθόταν ο κατηγορούμενος. Ως εκ των άνω και του Μ.Κ.3 η μαρτυρία γίνεται δεκτή. Ο Μ.Υ.1 κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας. Όσον αφορά την προσέγγιση και εξέταση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα υπάρχει πληθώρα νομολογίας (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 C.L.R. 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 984, Ευαγγέλου ν. Αμπίζας
(1982)1 C.L.R. 41, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, R v. Turner
(1975)1 All.E.R. 70 και Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Σύμφωνα με αυτή το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει και στην συνέχεια να εξετάσει αν με την μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να καταστήσει ικανό το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει την δική του ανεξάρτητη κρίση, με εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα θα αποδειχθούν με μαρτυρία. Στην Kotlyarenko
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1427, επαναλήφθηκε ουσιαστικά ότι η γενική αρχή είναι ότι η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων δεν δεσμεύει το Δικαστήριο αλλά απλώς το βοηθά, αφού λάβει υπόψη και την υπόλοιπη μαρτυρία, να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Όσον αφορά τα προσόντα, τις γνώσεις και την πείρα του Μ.Υ.1 ως εμπειρογνώμονα αυτός κατέθεσε το τεκμήριο
- Σύμφωνα με αυτό, στις 22.7.1988, διορίστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιου (με την Κανονιστική Διοικητική Πράξη Αρ. 195/88) ως εμπειρογνώμονας Δικαστικός Γραφολόγος, αναφορικά με την εξέταση και αναγνώριση εγγράφων, χειρογράφων - δακτυλογραφημένων κειμένων, πλαστών εντύπων και πλαστών χαρτονομισμάτων. Πέραν τούτου αναφέρεται ότι αποφοίτησε από το AMERICAN INSTITUTE OF APPLIED SCIENCE Νέας Υόρκης (SCHOOL OF FORENSIC SIENCE) σε θέματα εξέτασης, σύγκρισης και αναγνώρισης δακτυλικών αποτυπωμάτων, φωτογραφικής και επιστημονικής εξέτασης εγγράφων ενώ παρακολούθησε σειρά μαθημάτων, ειδικεύθηκε, εκπαιδεύτηκε και μετεκπαιδεύτηκε σε διάφορα επιστημονικά εργαστήρια του εξωτερικού στην εξέταση και ανάλυση γραφής και υπογραφών, εξέτασης εγγράφων και νέων τεχνικών μεθόδων σύγκρισης και αναγνώρισης γραφής/υπογραφών, σε νέες τεχνικές και μεθόδους εξέτασης εγγράφων, σε εφαρμογές επιστημονικών μεθόδων για την εξέταση αμφισβητούμενης γραφής/υπογραφών και αναγνώριση της ταυτότητας του δράστη από το γραφικό χαρακτήρα, σε θέματα σύγκρισης και ανάλυσης γραφολογικών χαρακτηριστικών, χρήσης τεχνολογικού εξοπλισμού όσον αφορά την τεχνική εξέταση υπογραφών/γραφής, σαρωτές, εκτυπωτές, faxes και ψηφιακή φωτογράφηση, στον χειρισμό ειδικού τεχνολογικού εξοπλισμού για την εξέταση εγγράφων και εντύπων ασφαλείας. Διετέλεσε Υπεύθυνος του Εργαστηρίου Γραφολογίας της Αστυνομίας Κύπρου από το 1988 μέχρι το 2003 και Διευθυντής της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών μέχρι το Σεπτέμβριο του 2004 και αφυπηρέτησε με τον βαθμό του Ανώτερου Αστυνόμου την 1.9.
- Συμμετείχε δε σε πολλά διεθνή συνέδρια και επιστημονικά σεμινάρια αναφορικά με την εξέταση εγγράφων. Έχει δε πείρα και εμπειρία στην εξέταση χειρόγραφης γραφής, υπογραφών και ετοιμασία εκθέσεων όσον αφορά την γνησιότητα ή την πλαστότητα τους, σύγκριση γραφής και υπογραφής και αναγνώριση της ταυτότητας του εκδότη, ετοιμασίας συγκριτικών πινάκων και παρουσίασης τους ενώπιον Δικαστηρίων, αναγνώρισης του είδους της εκτυπωμένης γραφής σε τεχνολογικό εξοπλισμό (γραφομηχανές, εκτυπωτές (laser-inject), σαρωτές, φωτοτυπικές μηχανές, σε αλλοιώσεις διορθώσεις και προσθήκες, επανεμφάνιση σβησμένης γραφής, επανεμφάνιση αποτυπωμάτων γραφής με την χρήση ειδικής συσκευής, έλεγχο και αξιολόγηση εκθέσεων άλλων εμπειρογνωμόνων. Εξέτασε μεγάλο αριθμό υποθέσεων πλαστογραφίας και κατέθεσε αρκετές φορές ως Δικαστικός Γραφολόγος ενώπιον Δικαστηρίων, σε ποινικές και αστικές υποθέσεις. Τα προαναφερόμενα προσόντα του δεν αμφισβητήθηκαν. Κρίνω λοιπόν ότι ο Μ.Υ.1 είναι εμπειρογνώμονας όσον αφορά τα πιο πάνω. Κατά την μαρτυρία του υποστήριξε ότι υπάρχει τεχνική με την οποία εκείνος που θέλει να αφαιρέσει οτιδήποτε από κάποιο έγγραφο, μπορεί να το καλύψει ή με διορθωτικό ή με ένα τεμάχιο κόλλας, να το φωτοτυπήσει και με διαδοχικές φωτοτυπήσεις στην συνέχεια να απαλειφθούν οποιαδήποτε ίχνη αλλά και ότι με τον σύγχρονο τεχνολογικό εξοπλισμό μπορεί να γίνει οποιαδήποτε προσθήκη ή αφαίρεση από ένα έγγραφο και με την βοήθεια ηλεκτρονικών υπολογιστών και εκτυπωτών να μεταφερθεί εκείνο το σημείο το οποίο έχουν υπολογίσει ότι πρέπει να μεταφερθεί σε άλλο έγγραφο, να το μεταφέρουν και να φαίνεται ως νέο έγγραφο ένα μη υπαρκτό έγγραφο. Ως προς αυτά όμως πέραν από το ότι γνώριζε ότι μπορούν να γίνουν, σε κανένα σημείο υποστήριξε ότι ήταν ειδικός ή εμπειρογνώμονας. Άλλωστε ούτε στο τεκμήριο 9 αναφέρεται ότι έτυχε οποιασδήποτε σχετικής εκπαίδευσης ή ότι είχε σχετική πείρα ή ειδικές γνώσεις. Σε κάθε δε περίπτωση, πέραν της απλής αναφοράς, δεν εξήγησε με την απαιτούμενη επιστημονική επάρκεια πως γίνονται τα πιο πάνω και πως αυτά μπορούν να εξετασθούν επιστημονικά για να καταλήξει κάποιος σε σχετική γνώμη ως εμπειρογνώμονας. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο Μ.Υ.1 δεν είναι εμπειρογνώμονας σε αυτά. Είναι επίσης προφανές από τα όσα είπε ότι δεν ήταν η θέση του ότι αυτό έγινε και στην παρούσα ότι δηλ. τα τεκμήρια 3Α-3Δ έγιναν με τις πιο πάνω μεθόδους. Καταλήγω σε αυτό καθότι παρά το ότι του ζητήθηκε να αναφερθεί συγκεκριμένα σε στοιχεία που οδηγούν σε τέτοιο συμπέρασμα απέφυγε να απαντήσει, περιοριζόμενος να υποστηρίξει ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα, πεποίθηση που στήριξε στο γεγονός ότι γνωρίζει ότι υπάρχουν τέτοιες μέθοδοι. Ούτε δε ως προς το χρώμα, την ποιότητα, τα συστατικά, τον χρόνο κατασκευής και τον χρόνο εναπόθεσης σε έγγραφο ενός μελανιού υποστήριξε ότι είναι ειδικός, ούτε και προκύπτει κάτι τέτοιο από τα αναφερόμενα στο τεκμήριο
- Άλλωστε ο ίδιος ανέφερε ότι εξετάσεις για την διαπίστωση των πιο πάνω μπορούν να γίνουν μόνο σε εξειδικευμένα εργαστήρια του εξωτερικού. Εδώ να σημειωθεί ότι αναφέρθηκε στα εν λόγω εργαστήρια για το θέμα του μελανιού και όχι της προαναφερόμενης παραποίησης εγγράφων. Προκύπτει δε σαφώς από τα όσα είπε σχετικά με τις παρατηρήσεις του για την χρήση διαφορετικού γραφικού μέσου, η οποία προκύπτει από την απόχρωση του μελανιού στα επίδικα αλλά και σε άλλα πρακτικά στο τεκμήριο 2, ότι δεν ήταν αποτέλεσμα επιστημονικής ή άλλης εξέτασης από ειδικό αλλά, ως ο ίδιος ανέφερε χαρακτηριστικά, από οπτική παρατήρηση του δηλ. παρατήρηση με το μάτι. Δεν ισχυρίσθηκε δε ότι απαιτούνται προσόντα ή γνώσεις ειδικού για τέτοια παρατήρηση και για οποιαδήποτε συμπεράσματα εξ αυτής. Στα πλαίσια αυτά υποστήριξε ότι τα γραφόμενα στα επίδικα 6 πρακτικά στο τεκμήριο 2, τα οποία δεν υπάρχουν στα αντίστοιχα σημεία των τεκμηρίων 3Α-3Δ, έγιναν από το ίδιο πρόσωπο και με το ίδιο γραφικό μέσο, ίδια απόχρωση μελανιού με τα υπόλοιπα μέρη των ίδιων πρακτικών ενώ υπέδειξε πρακτικά άλλων ημερομηνιών όπου, σύμφωνα με τον ίδιο, η γραφή έγινε με διαφορετική απόχρωση μελανιού. Όμως σε σχέση με αυτά θα πρέπει να λεχθεί ότι από μια απλή οπτική παρατήρηση και σύγκριση, όπως αυτή που έκανε και ο ίδιος ο Μ.Υ.1 ως μη ειδικός επί τούτου, είναι εμφανές σε οποιονδήποτε ότι στα επίδικα 6 πρακτικά στα προαναφερόμενα σημεία, η απόχρωση του μελανιού δεν είναι η ίδια ως υποστήριξε αλλά είναι διαφορετική με τα υπόλοιπα γραφόμενα, κάτι που δείχνει την χρήση διαφορετικού γραφικού μέσου. Δεν χρειάζεται επίσης να είναι κάποιος ειδικός για να παρατηρήσει οπτικά ότι η απόχρωση του μελανιού στα γραφόμενα πριν τις παραγράφους που σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής έχουν ουσιαστικά προστεθεί από τον κατηγορούμενο, είναι η ίδια με αυτήν που υπάρχει αμέσως μετά από αυτήν στην γραφή των φράσεων «Ο Γραμματέας» και «Η Επιτροπεία». Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι πέραν και ανεξάρτητα των πιο πάνω, ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του δέχθηκε ουσιαστικά ότι στα επίδικα πρακτικά χρησιμοποίησε διαφορετική πένα. Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι σίγουρα είναι ανεπίτρεπτο το Δικαστήριο να καταλήγει σε οποιαδήποτε συμπεράσματα, καθιστώντας ουσιαστικά τον εαυτό του ειδικό, επί θεμάτων στα οποία είναι απαραίτητη η μαρτυρία εμπειρογνώμονα (βλ. Δημητρίου κ.α. v. Sidorenko
(2011)1Β Α.Α.Δ. 1095). Για τις προαναφερόμενες όμως παρατηρήσεις όσον αφορά την απόχρωση του μελανιού στο τεκμήριο 2, ως εξηγήθηκε, δεν είναι απαραίτητη η μαρτυρία ειδικού, αλλά αυτές μπορούν να γίνουν οπτικά από οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν έχει επιστημονική ή άλλη σχετική κατάρτιση. Ως δε αναφέρεται στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές
(2014)σελ. 335, με αναφορά στην R. v. Higgins, The Times, 16.2.1989, το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε συμπεράσματα από την οπτική εμφάνιση αντικειμένου που παρουσιάζεται ενώπιον του ως μαρτυρία. Σε σχέση δε με την πιο πάνω θέση του μάρτυρα εύλογα λοιπόν εγείρεται το ακόλουθο ερώτημα ως προς την αξιοπιστία της. Πως είναι δυνατό αυτός να διαπίστωσε οπτικά ότι σε πρακτικά άλλων ημερομηνιών και συγκεκριμένα αυτών στις σελίδες 27, 30, 85, 89 και 109, υπάρχει γραφή με διαφορετική απόχρωση μελανιού ενώ για τα 6 επίδικα να μην παρατήρησε κάτι τέτοιο, που επαναλαμβάνω φαίνεται από μια απλή οπτική παρατήρηση και σύγκριση από οποιονδήποτε χωρίς να χρειάζεται να είναι εμπειρογνώμονας; Είναι δε προφανές ότι ο Μ.Υ.1 ανέφερε αυτό για να στηρίξει την εκδοχή της υπεράσπισης και όχι για να προσφέρει στο Δικαστήριο μια ανεξάρτητη και αντικειμενική γνώμη. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η μαρτυρία του Μ.Υ.1, με εξαίρεση το ότι η γραφή στα συγκεκριμένα σημεία των 6 επίδικων πρακτικών του τεκμηρίου 2 έγινε από το ίδιο πρόσωπο, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ο κατηγορούμενος θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Δέχθηκε ότι τα γραφόμενα στα σημεία των πρακτικών του τεκμηρίου 2 τα οποία κατηγορείται ότι παραποίησε, ήταν δικά του αλλά υποστήριξε ότι η γραφή έγινε κατά τον χρόνο των αντίστοιχων συνεδριάσεων και όχι στις 31.1.
- Στα πλαίσια αυτά προσπάθησε να πείσει ότι ποτέ δεν έμεινε μόνος του με το τεκμήριο 2 στις 31.1.14 στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου, ώστε να καταδείξει ότι δεν προέβη σε καμία αλλοίωση, προσθήκη ή παραποίηση. Οι θέσεις όμως που προέβαλε δεν ήταν σταθερές, κάποιες εξ αυτών αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του ενώ άλλες στερούνται πειστικότητας και λογικής. Συγκεκριμένα: Στην κατάθεση του, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, είπε ότι όταν επισκέφθηκε το Συνεργατικό, έκατσε στην αίθουσα συνεδριάσεων, παρουσία του Μ.Κ.3 και μιας κοπέλας και ότι καθόλη την διάρκεια που επιθεωρούσε το τεκμήριο 2, ποτέ δεν έμεινε μόνος του στην αίθουσα. Πάντοτε υπήρχε άτομο εκεί μαζί του και εκτός αυτού μπαινόβγαιναν συχνά και άλλοι υπάλληλοι αφού η αίθουσα ήταν δίπλα από το γραφείο του Μ.Κ.
- Στην κυρίως εξέταση του είπε όμως ότι ο ίδιος μπήκε στην αίθουσα μαζί με τον Μ.Κ.3, χωρίς να αναφερθεί στην παρουσία εκεί κάποιας κοπέλας. Είπε δε ότι εκεί υπήρχε ένα μεγάλο γραφείο με αρκετές καρέκλες και ότι έκατσε στην πρώτη καρέκλα που ήταν ακριβώς στην πόρτα εισόδου και ο Μ.Κ.3 έκατσε ακριβώς στην διπλανή καρέκλα. Για την προαναφερόμενη κοπέλα είπε δε σε αντίθεση με την κατάθεση του ότι αυτή ήταν ακριβώς έξω από την αίθουσα συνεδριάσεων σε ένα γραφείο, που ήταν στην πρόσοψη της πόρτας περίπου 2 με 3 μέτρα μακριά του. Υποστήριξε δε ότι όταν αυτός επιθεωρούσε τα έγγραφα η εν λόγω κοπέλα είχε πάρα πολύ καλή οπτική επαφή με την αίθουσα συνεδριάσεων. Αυτό όμως το πολύ ουσιώδες για την υπεράσπιση του δεν το ανέφερε στην κατάθεση του. Στην αντεξέταση του δε όταν ρωτήθηκε εάν η θέση του είναι ότι καθόλη την διάρκεια που επιθεωρούσε το τεκμήριο 2 ήταν μαζί του ο Μ.Κ.3 απάντησε καταφατικά αλλά πρόσθεσε για πρώτη φορά σε αντίθεση με αυτό που είπε αμέσως πριν, ότι ο Μ.Κ.3 βγήκε από την αίθουσα 1 ή 2 φορές. Για να πείσει όμως και πάλι ότι δεν έμεινε μόνος του υποστήριξε ότι στις περιπτώσεις εκείνες πήγαινε στην αίθουσα η γραμματέας δηλ. η κοπέλα που βρισκόταν στο προαναφερόμενο γραφείο. Αυτό όμως ότι δηλ. όταν έφευγε ο Μ.Κ.3 έμπαινε στην αίθουσα η γραμματέας δεν τέθηκε στον Μ.Κ.3 κάτι που δείχνει ότι πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψη του κατηγορούμενου. Όταν ρωτήθηκε που λέει στην κατάθεση του ότι ήταν παρών μαζί του και καθόταν στη διπλανή καρέκλα ο Μ.Κ.3 υπεκφεύγοντας απάντησε ότι πάντα είχε άτομο μαζί του και αυτός ήταν ο Μ.Κ.3, για να πει όμως και πάλι ότι κάποιες στιγμές που εκείνος έφευγε, τον αντικαθιστούσε η κοπέλα που ήταν έξω και επίσης εάν κάποιοι υπάλληλοι ήθελαν τον Μ.Κ.3 πήγαιναν στην αίθουσα και μιλούσαν μαζί του. Όταν δε του τέθηκε ότι πρώτη φορά στο Δικαστήριο ανέφερε ότι ήταν πάντα μαζί του ο Μ.Κ.3 απάντησε ότι το είπε από την αρχή (εννοώντας προφανώς στην κατάθεση του) κάτι που όμως δεν ευσταθεί. Όσον δε αφορά άτομα που έμπαιναν μέσα είπε ότι αυτά μιλούσαν με τον Μ.Κ.3 και έφευγαν, «Κάποιες πληροφορίες, κάποιες συζητήσεις μαζί του, δεν ξέρω». Ούτε όμως αυτό τέθηκε στον Μ.Κ.3 ενώ ήταν λογικό εφόσον η θέση του ήταν ότι ο Μ.Κ.3 ήταν δίπλα του να ακούσει για τι συζητούσαν. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του ανέφερε κατά τρόπο απόλυτο ότι ο Μ.Κ.3 ήταν συνέχεια μαζί του καθόλη την διάρκεια της επιθεώρησης του τεκμηρίου 2 και ότι ήταν εκείνος που τον έβαλε να κάτσει στο συγκεκριμένο σημείο. Όσον αφορά την κοπέλα δηλ. την γραμματέα είπε ότι το γραφείο της ήταν στην πρόσοψη προς τον ίδιο και ότι από εκεί που αυτός καθόταν την έβλεπε. Όταν δε ρωτήθηκε που έβλεπε η πλάτη της σε σχέση με αυτόν είπε ότι η κοπέλα έβλεπε προς αυτόν και ότι μάλιστα ήταν για αυτόν τον λόγο που τον τοποθέτησε εκεί ο Μ.Κ.
- Ούτε όμως αυτό τέθηκε στον Μ.Κ.3, ο οποίος μάλιστα αντίθετα υποστήριξε ότι η γραμματέας είχε την πλάτη της γυρισμένη προς την αίθουσα που καθόταν ο κατηγορούμενος και ότι ακόμη και εάν γυρνούσε δεν μπορούσε να δει ολόκληρη την αίθουσα και το σημείο όπου καθόταν ο κατηγορούμενος. Όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο να τον βλέπει η γραμματέας είπε ότι δεν γνωρίζει. Όταν όμως εύλογα ρωτήθηκε γιατί να τον βλέπει η γραμματέας εφόσον ήταν εκεί μαζί του ο Μ.Κ.3, υπεκφεύγοντας είπε ότι δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτό. Δεν κρίνεται άλλωστε λογικό η εν λόγω κοπέλα να είχε συνεχή οπτική επαφή, από το γραφείο της, με το σημείο που ήταν ο κατηγορούμενος και εντούτοις όταν έφευγε από την αίθουσα ο Μ.Κ.3 να χρειαζόταν αυτή να τον αντικαταστήσει. Όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση του ο κατηγορούμενος εάν κατά την παραμονή του εκεί μίλησε στο τηλέφωνο, ήταν κατηγορηματικός ότι δεν μίλησε καθόλου και υποστήριξε ότι ουδέποτε χτύπησε το τηλέφωνο του και ότι μάλιστα το είχε πάντοτε κλειστό. Ούτε όμως αυτό τέθηκε στον Μ.Κ.3, ο οποίος αντίθετα υποστήριξε ότι είδε τον κατηγορούμενο σε αρκετές περιπτώσεις, όταν περιεργαζόταν το βιβλίο, να μιλά χαμηλόφωνα στο κινητό του τηλέφωνο και σε όλες τις περιπτώσεις όταν έμπαινε ο μάρτυρας στην αίθουσα το έκλεινε. Όσον αφορά την επιθεώρηση του τεκμηρίου 2 είπε ότι έλεγξε όλα τα πρακτικά του Βιβλίου. Όταν όμως ρωτήθηκε τι ακριβώς έλεγχε υπεκφεύγοντας είπε «Όλα γενικά τα πρακτικά. Διάβαζα τα πρακτικά και μελετούσα τα πρακτικά που είχα γράψει» χωρίς να εξηγήσει για ποιο λόγο το έκανε. Ως προαναφέρθηκε δέχθηκε ότι όλα τα γραφόμενα που του υποδείχθηκαν στα επίδικα πρακτικά ήταν δικά του αλλά υποστήριξε ότι τα έγραψε κατά τις ημερομηνίες που φέρει το κάθε πρακτικό και όχι την ημέρα που επιθεώρησε το τεκμήριο 2 στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο. Όταν του υποδείχθηκαν ένα προς ένα τα σημεία που υπάρχουν στα εν λόγω πρακτικά στο τεκμήριο 2 και δεν υπάρχουν στα τεκμήρια 3Α-3Δ, υποστήριξε ουσιαστικά ότι δεν ξέρει γιατί, δεν μπορεί να εξηγήσει την διαφορά που δέχθηκε ότι υπάρχει και ότι τα τεκμήρια 3Α-3Δ είναι φωτοαντίγραφα και δεν ξέρει ποιος, πότε και γιατί τα έκανε και ότι για τον ίδιο τα επίσημα πρακτικά είναι αυτά στο τεκμήριο 2 που έγραψε ο ίδιος. Από την άλλη είπε ότι αμφισβητεί και δεν αναγνωρίζει τα τεκμήρια 3Α-3Δ υποστηρίζοντας και πάλι ότι τα μόνα που γνωρίζει και έκανε ο ίδιος ήταν αυτά του τεκμηρίου
- Όταν του υποβλήθηκε ότι το τεκμήριο 3 έχει φωτοτυπηθεί από την Μ.Κ.2 πριν επιθεωρήσει αυτός το τεκμήριο 2, είπε ότι αυτό δεν μπορεί να το ξέρει και επανέλαβε την πιο πάνω θέση του για το επίσημο πρακτικό. Ως προαναφέρθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, είναι εμφανές σε οποιονδήποτε προβεί σε οπτική παρατήρηση και σύγκριση ότι αυτά, που σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής πρόσθεσε ο κατηγορούμενος στα επίδικα πρακτικά, φέρουν διαφορετικής απόχρωσης μελάνι τόσο από τα προηγούμενα γραφόμενα όσο και από τις φράσεις «Ο Γραμματέας» και «Η Επιτροπεία» που ακολουθούν. Ο κατηγορούμενος όταν ρωτήθηκε στην κατάθεση του (ερώτηση 10) εάν υπάρχει περίπτωση καθώς έγραφε τα πρακτικά συνεδρίασης Επιτροπείας να χρησιμοποίησε περισσότερες από μια πένες απάντησε ουσιαστικά ότι αυτό φαίνεται καθαρά αν μετροφυλλίσεις το βιβλίο πρακτικών, τόσον από τα επίδικα πρακτικά όσο και από άλλα και ότι είναι πολλές φορές που άλλαξε πένα καθώς στα γραφεία υπάρχουν πάντα διάφορες πένες. Προς επίρρωση αυτού κατά την μαρτυρία του υπέδειξε στο τεκμήριο 2 πρακτικά, ως πρακτικά όπου υπήρχε γραφή με διαφορετική πένα στις σελίδες 30, 85, 89, 27 και 109, όπως δηλ. και ο Μ.Υ.
- Υπάρχει όμως μια ειδοποιός διαφορά όσον αφορά το θέμα αυτό μεταξύ των επίδικων πρακτικών και των προαναφερόμενων. Συγκεκριμένα φαίνεται ότι στις σελίδες 85 και 109 του τεκμηρίου 2 η χρήση της διαφορετικής πένας έγινε από κάποιο συγκεκριμένο σημείο και συνεχίσθηκε αδιάκοπα μέχρι και το τέλος δηλ. μέχρι και εκεί που αναγράφονται οι φράσεις «Ο Γραμματέας» και «Η Επιτροπεία». Αντίθετα στα επίδικα πρακτικά εκεί που φαίνεται να υπάρχει η διαφορετική απόχρωση, αυτά που ακολουθούν δηλ. οι προαναφερόμενες δυο φράσεις είναι με διαφορετικής απόχρωσης μελάνι που ομοιάζει μάλιστα με αυτό που χρησιμοποιήθηκε για τα γραφόμενα πριν αυτά που είναι με διαφορετική απόχρωση. Δεν είναι δε λογικό για σκοπούς του πρακτικού που κατέγραψε στην ίδια συνεδρία να χρησιμοποίησε μια πένα, στην συνέχεια για την τελευταία παράγραφο αυτού να άλλαξε πένα και αμέσως μετά, που να σημειωθεί ότι είναι ουσιαστικά και το τέλος του πρακτικού, να χρησιμοποίησε εκ νέου την αρχική πένα. Ο κατηγορούμενος δεν έδωσε δε κάποια λογική εξήγηση ως προς τούτο που να σημειωθεί ότι κάθε άλλο παρά μεμονωμένο και τυχαίο μπορεί να χαρακτηρισθεί με δεδομένο ότι έγινε και στα 6 επίδικα πρακτικά Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συναφώς η μαρτυρία του, στο μέτρο που δεν συμφωνεί επακριβώς με την μαρτυρία που έγινε δεκτή ή δεν αποτελεί δηλώσεις εις βάρος των συμφερόντων του, απορρίπτεται. Ευρήματα Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: · Μετά την συγχώνευση της Σ.Π.Ε. ΧΧΧΧ με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου, αφού ζητήθηκε, το Βιβλίο Πρακτικών Συνεδριάσεως της Επιτροπείας της Σ.Π.Ε. ΧΧΧΧ (τεκμήριο 2) στάληκε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Πάφου (στο εξής το Ταμιευτήριο) και φυλασσόταν εκεί από την Μ.Κ.2, Τμηματάρχη του Τμήματος Εσωτερικού Ελέγχου, σε χρηματοκιβώτιο, το οποίο ήταν κλειδωμένο και κλειδιά αυτού είχαν μόνο η Μ.Κ.2 και ο Διευθυντής του Ταμιευτηρίου (Μ.Κ.3). Η Μ.Κ.2 παρέδιδε το τεκμήριο 2 μόνο στον Μ.Κ.3 όταν της το ζητούσε και εκείνος της το επέστρεφε προσωπικά. Λόγω του ότι συνάδελφος της Μ.Κ.2 θα έδινε κατάθεση σχετικά με άλλες υποθέσεις που διερευνούνταν από το ΤΑΕ Πάφου εναντίον του κατηγορούμενου και με την σκέψη ότι το Βιβλίο μπορούσε να κρατηθεί από την Αστυνομία ως τεκμήριο, η ίδια στις 11.11.13 φωτοτύπησε ολόκληρο το τεκμήριο
- · Ο κατηγορούμενος ήταν ο Γραμματέας της Σ.Π.Ε. ΧΧΧΧ και κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν σε διαθεσιμότητα και εκκρεμούσε εναντίον του πειθαρχική διαδικασία. Για σκοπούς της εν λόγω διαδικασίας, στις 23.1.14 ο δικηγόρος αυτού απέστειλε επιστολή στο Ταμιευτήριο (τεκμήριο 7) με την οποία ζητούνταν διάφορα έγγραφα, τα οποία θα χρησιμοποιούνταν προς υπεράσπιση του κατηγορούμενου. Μεταξύ των εγγράφων που ζητήθηκαν ήταν «όλα τα ανυπόγραφα τιμολόγια που αναφέρονται στις ανεπίσημες πιστώσεις χρειωδών» και «κατάλογοι που βρίσκονται στις ελεγκτικές υπηρεσίες για τους αγοραστές ανυπόγραφων τιμολογίων στο τμήμα πιστώσεων γεωργικών χρειωδών». Προς απάντηση αυτής στάληκε από πλευράς του Ταμιευτηρίου η επιστολή τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι το βιβλίο πρακτικών συνεδριάσεων της Επιτροπής της Σ.Π.Ε. ΧΧΧΧ για την περίοδο 2008-2013 και τα ανυπόγραφα τιμολόγια είναι στην κατοχή του Ταμιευτηρίου και μπορούν να τα επιθεωρήσουν. · Η πειθαρχική διαδικασία εναντίον του κατηγορούμενου αφορούσε θέματα επιτοκίων και πρόχειρων πιστώσεων καθώς και θέμα γεωργικών πληρωμών για το οποίο υπήρχαν ανυπόγραφα τιμολόγια και οφειλές από διάφορους πελάτες. · Η πειθαρχική διαδικασία άρχισε ένα περίπου μήνα πριν τις 31.1.
- · Μετά από απόφαση του νομικού συμβούλου του Ταμιευτηρίου, στις 31.1.14 ο κατηγορούμενος πήγε στα κεντρικά γραφεία του Ταμιευτηρίου. Εκεί ζήτησε το Βιβλίο Πρακτικών της Σ.Π.Ε. ΧΧΧΧ, που αφορούσε τα έτη από το 2007 μέχρι και τότε. Αφού ο Μ.Κ.3 παρέλαβε από την Μ.Κ.2 το τεκμήριο 2 και άλλα έγγραφα, τα παρέδωσε στον κατηγορούμενο, ο οποίος τα επιθεώρησε στην αίθουσα συσκέψεων, η οποία βρισκόταν δίπλα από το γραφείο του Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.3 δεν βρισκόταν συνέχεια με τον κατηγορούμενο στην εν λόγω αίθουσα, αλλά πήγε εκεί μια με δύο φορές μέχρι να τελειώσει ο κατηγορούμενος. Η γραμματέας, το γραφείο της οποίας ήταν δίπλα από την εν λόγω αίθουσα δεν μπορούσε να δει στο σημείο όπου καθόταν ο κατηγορούμενος ακόμη και εάν γυρνούσε την πλάτη της. Η επιθεώρηση του τεκμηρίου 2 και των εγγράφων από τον κατηγορούμενο έγινε μεταξύ των ωρών 12:00-13:
- Στο διάστημα αυτό ο Μ.Κ.3 είδε τον κατηγορούμενο σε αρκετές περιπτώσεις, όταν περιεργαζόταν το τεκμήριο 2, να μιλά χαμηλόφωνα στο κινητό του τηλέφωνο και στις περιπτώσεις που έμπαινε ο Μ.Κ.3 στην αίθουσα το έκλεινε. · Ο κατηγορούμενος ανέφερε κατά την μαρτυρία του ότι στις 31.1.14 επιθεώρησε και άλλα έγγραφα πλην του τεκμηρίου 2 και ο Μ.Κ.3 είπε ότι ο κατηγορούμενος είδε και κάποια τιμολόγια. · Όταν ο κατηγορούμενος τελείωσε με την επιθεώρηση παρέδωσε τα έγγραφα που του δόθηκαν και το τεκμήριο 2 στον Μ.Κ.3 και έφυγε. Ο Μ.Κ.3 παρέδωσε αυτά στην συνέχεια στην Μ.Κ.
- · Στις 13.2.14 μετά από έλεγχο που έκανε η Μ.Κ.2 στο τεκμήριο 2 και αφού το σύγκρινε με τις φωτοτυπίες αυτού που έκανε στις 11.11.13, διαπίστωσε ότι: · Στα πρακτικά συνεδρίας ημερομηνίας 29.4.09, στην σελίδα 50 του τεκμηρίου 2 υπήρχε η παράγραφος «5», η οποία ανέφερε «Τα παλαιά ανυπόγραφα Τιμολ. Γεωργικών Χρειωδών επιβαρύνουν την Εταιρεία». · Στα πρακτικά συνεδρίας ημερομηνίας 15.7.11, στην σελίδα 115 του τεκμηρίου 2 υπήρχε η παράγραφος «7», η οποία ανέφερε «Επί πίστωση τιμολόγια Γεωργικών Χρειωδών ανυπόγραφα επιβαρύνουν την Εταιρεία». · Στα πρακτικά συνεδρίας ημερομηνίας 31.10.11, στην σελίδα 122 του τεκμηρίου 2 υπήρχε η παράγραφος «η», η οποία ανέφερε «Στις Καταθέσεις Προθεσμίας extra Επιτόκιο 0.5%-1% με επιστολή». · Στα πρακτικά συνεδρίας ημερομηνίας 5.3.12, στην σελίδα 138 του τεκμηρίου 2 υπήρχε η παράγραφος «7», η οποία ανέφερε «Τιμολόγια επί - πιστώση ανυπόγραφα επιβαρύνουν την Εταιρεία». · Στα πρακτικά συνεδρίας ημερομηνίας 24.7.12, στην σελίδα 155 του τεκμηρίου 2 υπήρχε η παράγραφος «7», η οποία ανέφερε: «Προμήθεια πελάτη σε καταθέσεις προθεσμίας 0.5%-1%». · Στα πρακτικά συνεδρίας ημερομηνίας 24.1.13, στην σελίδα 175 του τεκμηρίου 2 υπήρχε η παράγραφος «7», η οποία ανέφερε «Παραχώρηση extra επιτοκίου στις καταθέσεις προθεσμίας 0.5%-1% με επιστολή». · Οι πιο πάνω παράγραφοι που είναι και οι τελευταίες σε κάθε πρακτικό δεν υπάρχουν στις φωτοτυπίες των αντίστοιχων πρακτικών, που έκανε η Μ.Κ.2 στις 11.11.13 (τεκμήρια 3Α-3Δ). · Στην συνέχεια η Μ.Κ.2 ενημέρωσε σχετικά τον Μ.Κ.3, ο οποίος προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία, στα πλαίσια της οποίας παρέδωσε τα τεκμήρια 2 και 3Α-3Δ. · Σύμφωνα με τον Μ.Υ.1, ο οποίος εξέτασε και τις πιο πάνω παραγράφους του τεκμηρίου 2, η γραφή σε αυτές έγινε από το ίδιο πρόσωπο. · Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι τις εν λόγω παραγράφους τις έγραψε ο ίδιος. · Η γραφή στις εν λόγω παραγράφους έχει διαφορετική απόχρωση μελανιού από αυτήν που υπάρχει τόσο στα προηγούμενα γραφόμενα στα ίδια πρακτικά όσο και από αυτήν που ακολουθεί με τις φράσεις «Ο Γραμματέας» και «Η Επιτροπεία», κάτω από τις οποίες τίθενται οι υπογραφές του Γραμματέα και των μελών της Επιτροπείας. Η γραφή δε στα υπόλοιπα γραφόμενα ομοιάζει ως προς την απόχρωση του μελανιού, κάτι που δείχνει την χρήση διαφορετικού γραφικού μέσου στην γραφή των επίδικων παραγράφων. · Ο κατηγορούμενος δέχθηκε στην κατάθεση του ότι χρησιμοποίησε διαφορετική πένα και για τα επίδικα πρακτικά. Νομική πτυχή Το αδίκημα της πλαστογραφίας εδράζεται στα άρθρα 331, 333 και 334 του Ποινικού Κώδικα. Ως δε προκύπτει από τις λεπτομέρειες αδικημάτων των επίδικων κατηγοριών, αυτές στηρίζονται ως προς τον καταρτισμό πλαστού εγγράφου στο άρθρο 333(β). Οι εν λόγω διατάξεις προβλέπουν τα ακόλουθα: «331.Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης
- Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- ................................. (β) αλλοιώνει έγγραφο χωρίς εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου· ....................................
- Πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται, αν φαίνεται ότι κατά το χρόνο όταν καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι, που δύναται να καταδολιευθεί με το έγγραφο, και το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται με την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προετίθετο να λάβει μέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος είχε ή νόμιζε ότι είχε δικαίωμα στο πράγμα που θα αποκτώταν με το πλαστό έγγραφο». Τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι λοιπόν:
- Ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου.
- Αυτό να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης. Όσον αφορά το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό, κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Arcbold 2002 παρ. 22-8, σε σχέση με την ιστορία του αδικήματος της πλαστογραφίας στο κοινοδίκαιο: «The concept of forgery and the rationale of the offence were summarised in paragraphs 41 to 43 of the Law Commission report: "By the middle of the nineteenth century it was established that for the purpose of the law of forgery the fact that determined whether a document was false was not that it contained lies, but that it told a lie about itself. It was in R. v. Windsor
(1865)10 Cox 118, 123 that Blackburn J. said: 'Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing.' This test was applied in the Court of Appeal in R. v. Dodge and Harris [1972] 1 Q.B. 416. ... As we have said ... the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which `tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered."» Πρέπει δε να λεχθεί ότι η ίδια ερμηνεία σε σχέση με το θέμα αυτό δίδεται και από τη δική μας νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 C.L.R. 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης δίδεται στο άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο ουσιαστικά δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο. Περαιτέρω σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold 35η έκδοση σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr.App.R. 12 (η οποία έχει υιοθετηθεί ουσιαστικά από τη δική μας νομολογίας στην Georghiou, έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Περαιτέρω εάν μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της υπόθεσης ότι ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι εξαπατήθηκε ή ότι υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης κάποιου συγκεκριμένου προσώπου. Αντίθετα η πρόθεση καταδολίευσης αποδεικνύεται επαρκώς αν υπάρχει κάποιο άτομο γενικά που θα μπορούσε να καταδολιευτεί δηλ. οι ενέργειες του κατηγορούμενου να μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιο πρόσωπο - όχι συγκεκριμένο - να ενεργήσει σε βλάβη του (βλ. Welham, Georghiou και Ioannou v. The Police
(1985)2 C.L.R. 14). Η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οιανδήποτε άλλη βλάβη που πλήττει προσωπικά το θύμα ή τα δικαιώματα του σαν ατόμου ή σε σχέση με το αξίωμα του ή την άσκηση των καθηκόντων του. Δεν απαιτείται δηλ. η βλάβη να είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσης. Ωστόσο δεν θα πρέπει η βλάβη να είναι τόσο επουσιώδης ώστε να καλύπτεται από τον κανόνα de minimis non curat lex. Ακόμη και η πιθανότητα ή ο κίνδυνος βλάβης δηλ. να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντος του είναι αρκετή (βλ. Archbold 37η έκδοση σελ. 670, Welham, Georghiou και Κυπριανού ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 318/15, ημερ. 7.9.17). Όταν εξετάζεται το θέμα της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης δεν ενδιαφέρει ο λόγος για τον οποίο κάποιος προβαίνει σε πλαστογραφία ή το κίνητρο αυτού (βλ. πρωτόδικη απόφαση η οποία επικυρώθηκε στην Georghiou και Τσιέλεπος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 457). Δεν απαιτείται δηλ. η στοιχειοθέτηση κινήτρου εκ μέρους ενός κατηγορούμενου για την απόδειξη διάπραξης των επίδικων αδικημάτων (βλ. και άρθρο 9 του Ποινικού Κώδικα). Σύμφωνα με τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Fournides v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 73 το κίνητρο εφόσον στοιχειοθετηθεί είναι αποδεκτό ως περιστατική μαρτυρία σχετική με την πρόθεση ενός κατηγορουμένου, δεν μπορεί όμως από μόνο του να στηρίξει καταδίκη. Δεν ενδιαφέρει δε το απώτερο προσωπικό συμφέρον που επεδίωκε να προσκομίσει ο κατηγορούμενος για τον εαυτό του αλλά οι επιπτώσεις που έχουν ή είναι ενδεχόμενο να έχουν οι ενέργειες του κατηγορούμενου και το κατά πόσο θέλησε αυτές τις επιπτώσεις (βλ. Welham). Για την στοιχειοθέτηση πρόθεσης καταδολίευσης δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος ανέμενε να επιτύχει και κάποιο προσωπικό όφελος σαν αποτέλεσμα της πράξης του (βλ. αγγλική νομολογία στο σύγγραμμα Λ. Γ. Λουκαίδη, Θέματα Κυπριακού Δικαίου ΙΙ, (Λευκωσία - 1988) σελ. 105). Η σχετική πρόθεση δεν είναι πάντοτε στοιχείο δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Τέλος στη Georghiou διευκρινίστηκε ότι δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο που πλαστογραφείται να παράγει έννομα αποτελέσματα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Συμπεράσματα Όσον αφορά τα επίδικα στην παρούσα αδικήματα είναι προφανές ότι η υπάρχουσα μαρτυρία είναι περιστατική. Τέτοια μαρτυρία, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, παρομοιάζεται με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σώμα (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 172). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Vouniotis v. Republic
(1975)2 C.L.R. 34 και Anastasiadis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από την μαρτυρία, τότε η μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. και σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 26-36). Σε υποθέσεις όπου η κατηγορούσα αρχή στηρίζεται σε περιστατική μαρτυρία, όσον αφορά τις διαζευκτικές πιθανότητες δηλ. αυτές που δίδουν μια άλλη, από αυτή της ενοχής, λογική εξήγηση, το Δικαστήριο δεν ασχολείται με απομακρυσμένες πιθανότητες, ούτε με σενάρια που ευφάνταστα μπορεί να προωθήσει η υπεράσπιση και τα οποία μένουν στην σφαίρα της εικασίας εφόσον δεν δίδεται κάποια μαρτυρία προς τούτο. Οι διαζευκτικές πιθανότητες πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλως πως τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιον τους και αυτό δεν είναι έργο του Δικαστηρίου (βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41). Εκεί δε όπου χρειάζεται κάποια εξήγηση αυτή επίσης πρέπει να προκύπτει από την μαρτυρία και όχι από απλές υποθέσεις (βλ. R. v. Mary Ann Ash
(1911)6 Cr.App.Rep. 225). Στην Αθηνής λέχθηκε ότι η μαρτυρία πρέπει να εκτιμάται στο σύνολο της και όχι τεμαχισμένα. Το Δικαστήριο οφείλει λοιπόν να εξετάζει τη μαρτυρία στην ολότητα της και να την αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν είναι όμως υποχρεωμένο να εξετάζει, πόσον μάλλον να αξιολογεί, διαζευκτικές εκδοχές, πιθανότητες ή θεωρίες που δεν στοιχειοθετούνται, στην απουσία μαρτυρικού υλικού, ως αναγκαίου υπαρκτού υπόβαθρου, στο οποίο να κτίζεται μια διαφορετική συλλογιστική (βλ. Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706). Η προαναφερόμενη περιστατική μαρτυρία που υπάρχει στην παρούσα έχει, κατά την κρίση μου, τέτοια δύναμη, συνοχή και βεβαιότητα ώστε τα μέρη της συναρτώμενα μεταξύ τους να οδηγούν ως θέμα λογικής συνέπειας στο μόνο και αναμφίβολο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που στις 31.1.14, στα γραφεία του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Πάφου, κατά την επιθεώρηση του τεκμηρίου 2 και άλλων εγγράφων, πρόσθεσε χειρόγραφα τις προαναφερόμενες τελευταίες παραγράφους στα πρακτικά του τεκμηρίου 2 ημερομηνίας 29.4.09, 15.7.11, 31.10.11, 5.3.12, 24.7.12 και 24.1.
- Δεν ήταν δε η θέση του ότι αυτός έκανε τις εν λόγω προσθήκες στις 31.1.14, δηλ. μετά τις ημερομηνίες των συνεδριάσεων, κατόπιν εξουσιοδότησης των μελών της Επιτροπείας ή ότι αυτά τις ενέκριναν μεταγενέστερα ώστε να τίθεται θέμα εξέτασης του κατά πόσο αποδείχθηκε ότι δεν δόθηκε τέτοια εξουσιοδότηση ή έγκριση. Αντίθετα η θέση του, η οποία δεν έγινε δεκτή, ήταν ότι έγραψε αυτά κατά τις συγκεκριμένες συνεδριάσεις. Οι εν λόγω προσθήκες στα πρακτικά, ουσιαστικά συνιστούν αλλοιώσεις των πρακτικών που εάν εξουσιοδοτούνταν θα μετέβαλλαν τις συνέπειες τους εφόσον σε τέτοια περίπτωση τα γραφόμενα αυτά θα ήταν μέρος των όσων έλαβαν χώραν, αποφασίσθηκαν και εγκρίθηκαν δια της υπογραφής τους, από τα μέλη της Επιτροπείας δηλ. από την Επιτροπεία ως συλλογικό όργανο, κατά τις συγκεκριμένες συνεδριάσεις. Στοιχειοθετείται λοιπόν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος κατήρτισε «πλαστά έγγραφα» εν τη εννοία το άρθρου 333 του Κεφ. 154 και της σχετικής νομολογίας. Απομένει λοιπόν προς εξέταση το κατά πόσο προέβη σε αυτές τις πράξεις με σκοπό την καταδολίευση. Ως προκύπτει από την ίδια μαρτυρία ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο αντιμετώπιζε προσωπικά, ως Γραμματέας της Σ.Π.Ε. ΧΧΧΧ, πειθαρχική διαδικασία και είναι για σκοπούς υπεράσπισης του σε αυτή που, μετά που ζητήθηκε από τον δικηγόρο του, του επιτράπηκε να επιθεωρήσει στις 31.1.14 το τεκμήριο 2 και άλλα σχετικά έγγραφα. Η εν λόγω πειθαρχική διαδικασία αφορούσε θέματα επιτοκίων και πρόχειρων πιστώσεων καθώς και θέμα γεωργικών πληρωμών για το οποίο υπήρχαν ανυπόγραφα τιμολόγια και οφειλές από διάφορους πελάτες. Οι προσθήκες που έκανε ο κατηγορούμενος στις 31.1.14 στα επίδικα πρακτικά του τεκμηρίου 2 αφορούσαν τα προαναφερόμενα θέματα της πειθαρχικής διαδικασίας. Συγκεκριμένα αυτές των πρακτικών ημερομηνίας 29.4.09, 15.7.11 και 5.3.12 αφορούσαν το θέμα των επί πιστώσει ανυπόγραφων τιμολογίων γεωργικών χρειωδών για τα οποία ο κατηγορούμενος έγραψε ότι «. επιβαρύνουν την Εταιρεία». Οι δε υπόλοιπες ήτοι αυτές των ημερομηνιών 31.10.11, 24.1.13 και 24.7.12 αφορούσαν, οι δύο για έξτρα επιτόκια σε καταθέσεις προθεσμίας και η τρίτη για προμήθεια πελάτη σε τέτοιες καταθέσεις με συγκεκριμένο ποσοστό. Είναι δε προφανές ότι με τις εν λόγω προσθήκες στα πρακτικά ήτοι ως τελευταίες παραγράφους και εν πάση περιπτώση πριν τις υπογραφές των μελών της Επιτροπείας, ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να κάνει το περιεχόμενο τους να φαίνεται ως κάτι που αποφασίσθηκε και εγκρίθηκε από τα μέλη της Επιτροπείας δηλ. από την Επιτροπεία ως συλλογικό όργανο κατά τον χρόνο των συγκεκριμένων συνεδριάσεων. Επιδίωξε λοιπόν να παρουσιάσει ως αληθινά γεγονότα που ήταν ψευδή, κάτι που γνώριζε εφόσον ποτέ δεν έγιναν. Με δεδομένο δε ότι οι εν λόγω προσθήκες αφορούσαν τα θέματα που αυτός αντιμετώπιζε στην πειθαρχική διαδικασία, προκύπτει περαιτέρω ότι οι ενέργειες του μπορούσαν να προκαλέσουν βλάβη στα πλαίσια την εν λόγω διαδικασίας και συγκεκριμένα να παραπλανήσουν και να οδηγήσουν τα πρόσωπα που απάρτιζαν την Πειθαρχική Επιτροπή που θα εκδίκαζε την υπόθεση του, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, να αποφασίσουν επί αυτής στην βάση των προαναφερόμενων ψευδών στοιχείων. Είναι δε αναμφίβολο ότι ο ίδιος, ως το κατηγορούμενο πρόσωπο στην εν λόγω διαδικασία είχε συμφέρον στο αποτέλεσμα της και ότι έπραξε τα πιο πάνω για σκοπούς υπεράσπισης και απαλλαγής του. Δεν έδωσε δε οποιαδήποτε άλλη λογική εξήγηση ως προς τον λόγο που προέβη στα πιο πάνω, ούτε και υποστήριξε ότι οι αλλοιώσεις που έκανε εξουσιοδοτήθηκαν ή έστω μεταγενέστερα εγκρίθηκαν από τα μέλη της Επιτροπείας ενώ ούτε και από την μαρτυρία που έγινε δεκτή προκύπτει οποιαδήποτε εξήγηση, η οποία να δείχνει ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να οδηγήσουν σε οποιοδήποτε άλλο από το μόνο και αναμφίβολο συμπέρασμα ότι έπραξε ότι έπραξε με πρόθεση καταδολίευσης. Κρίνεται λοιπόν ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και η ύπαρξη της απαιτούμενης από τον κατηγορούμενο πρόθεσης καταδολίευσης. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 1-
- Ως εκ τούτου κρίνω τον κατηγορούμενο ένοχο σε όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ....................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Πλαστογραφία). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο