Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΛΑΜΠΗ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3792/14, 24/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:B29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3792/14 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v.
- ΧΧΧ ΛΑΜΠΗ
- ΧΧΧ ΝΙΚΟΛΑΟΥ
- ΧΧΧ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 24.04.19 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η ίδια για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορουμένους 1 & 2: κος Θ. Αγγελίδης (η κα Βασιλείου για ν' ακούσει απόφαση) Για Κατηγορούμενη 3: κα Μ. Σατολιά (η κα Βασιλείου για ν' ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενοι 1, 2 & 3: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Όλοι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τις εξής κατηγορίες:
(1)Συνομωσία για καταδολίευση κατά παράβαση του άρθρου 302 του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορίες 1 και 2). Αυτό που τους αποδίδεται είναι ότι μεταξύ των ετών 2007-2009 στην επαρχία Πάφου συνωμότησαν μεταξύ τους με σκοπό να καταδολιεύσουν με δόλιο μέσο τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και λειτουργό του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου για να αποκτήσουν ακίνητη περιουσία.
(2)Πλαστογραφία κατά παράβαση των άρθρων 331, 332, 333, 335 και 21 του Κεφ.154 (κατηγορίες 3, 6 και 8). Αυτό που τους καταλογίζεται είναι ότι στις 09.07.07 και 30.06.08 στην Πάφο κατάρτισαν πιστοποιητικά θανάτου και κληρονόμων του αποβιώσαντα ΧΧΧΧ Παναγιωτίδη τέως από την Κρήτου Τέρρα γνωρίζοντας ότι τα εν λόγω έγγραφα ήταν πλαστά, καθώς επίσης ότι στις 22.08.08 στην Πάφο κατάρτισαν την αίτηση διαχείρισης του πιο πάνω αποβιώσαντα υπ' αριθμό 365/2008 στο οποίο έγγραφο πιστοποιείτο ότι οι μοναδικοί κληρονόμοι της περιουσίας του αποβιώσαντα είναι οι κληρονόμοι που αναφέρονται στο σχετικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 09.07.07.
(3)Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 339 και 21 του Κεφ.154 (κατηγορίες 4, 5, 7 και 9). Αυτό που τους προσάπτεται είναι ότι κατά τα έτη 2007 και 2008 παρουσίασαν ως γνήσια τα προαναφερόμενα πιστοποιητικά θανάτου και κληρονόμων στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, καθώς επίσης ότι στις 22.08.08 παρουσίασαν ως γνήσιο έγγραφα την πιο πάνω αίτηση διαχείρισης υπ' αριθμό 365/2008 καθώς και το Τεκμήριο 3 στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου.
(4)Παροχή ψευδούς όρκου κατά παράβαση των άρθρων 117 και 21 του Κεφ.154 (κατηγορία 10). Αυτό που τους αποδίδεται είναι ότι στις 22.12.08 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου προέβηκαν σε ψευδή ένορκη δήλωση ενώπιον του Πρωτοκολλητή ότι οι κληρονόμοι του πιο πάνω αποβιώσαντα είναι τα άτομα που σημειώνονται στο σχετικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 09.07.07. Ο δε κατηγορούμενος 1 επιπλέον αντιμετωπίζει κατηγορία απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Κεφ.154 (κατηγορία 11). Αυτό που του καταλογίζεται είναι ότι στις 21.11.09 παρουσιάστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου ως ο διαχειριστής της περιουσίας του πιο πάνω αποβιώσαντα και με πρόθεση δόλου απέσπασε τα ακίνητα με αρ. τεμαχίου 483 αρ. εγγραφής 0/12510 οικόπεδο, αρ. τεμαχίου 735 αρ. εγγραφής 0/14756 χωράφι, αρ. τεμαχίου 762 αρ. εγγραφής 0/11998 χωράφι και αρ. τεμαχίου 763 αρ. εγγραφής 0/11936 χωράφι, όλα στην κοινότητα Κρήτου Τέρρας. Επίσης ο κατηγορούμενος 2 επιπρόσθετα αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες κατάχρησης εξουσίας από δημόσιο λειτουργό κατά παράβαση του άρθρου 105 του Κεφ.154 (κατηγορίες 12, 13 και 14). Αυτό που του προσάπτεται είναι ότι στις 09.07.07 και 30.06.08 στην επαρχία Πάφου, ενώ ήταν κοινοτάρχης του χωριού Κρήτου Τέρρα προέβηκε στην κατάρτιση των ισχυριζόμενων πλαστών εγγράφων που αναφέρονται στις κατηγορίες 3, 6 και 8 που ήταν αυθαίρετη πράξη κατά κατάχρηση εξουσίας που αναγόταν στα καθήκοντα του, παραβλάπτοντας δικαιώματα άλλου ατόμου. Προσαχθείσα μαρτυρία: Για την απόδειξη της υπόθεσης της, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε εφτά μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον όλων των κατηγορουμένων αναφορικά με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, οι κατηγορούμενοι επέλεξαν να προβούν σε ένορκη κατάθεση. Παράλληλα οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κάλεσαν ένα μάρτυρα υπεράσπισης ενώ η κατηγορούμενη 3 προτίμησε για την περίπτωση της να μην καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης προσκομίστηκαν τριάντα δύο τεκμήρια. Από αυτά το Τεκμήριο 30 που είναι γραπτή κατάθεση ημερομηνίας 09.12.13 της XXXXX Χριστοφόρου, τότε βοηθού γραμματειακού λειτουργού στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου, η οποία αναφέρεται σε αδυναμία ελέγχου σχετικά με τον XXXXX Χαραλάμπους Παναγιωτίδη και της διαπίστωσης με βάση το σύστημα αρχείου πληθυσμού ότι δεν υπάρχει καταχώρηση θανάτου του εν λόγω προσώπου, κατόπιν έγκρισης του Δικαστηρίου, κατατέθηκε από κοινού με τα μέρη να αποδέχονται την ορθότητα του περιεχομένου της. Το περιεχόμενό της αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Εδώ ακόμη να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητείται η ορθότητα και νομιμότητα λήψης και διακίνησης των τεκμηρίων της υπόθεσης αυτής. ΜΚ1 ήταν χχχ (παραπονούμενη), μέρος της μαρτυρίας της οποίας ήταν η γραπτή κατάθεση της που παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
- Συνοπτική καταγραφή της μαρτυρίας της περιλαμβάνει αναφορά ότι ήταν νυμφευμένη με τον XXXXX Παναγιωτίδη από την Κρήτου Τέρρα, ο οποίος απεβίωσε το έτος 2005 λόγω προβλημάτων υγείας. Από το γάμο τους απέκτησαν τρία παιδιά (χχχ, χχχ και χχχ). Ένας θείος του συζύγου της που διέμενε μόνιμα στην Αυστραλία, ήτοι ο ΧΧΧ Παναγιωτίδης, ετοίμασε πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 08.03.76 με το οποίο τους έκανε δωρεά ένα τεμάχιο γης. Αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου στην αγγλική γλώσσα και πιστή μετάφραση του κειμένου του στην ελληνική γλώσσα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 5Α και 5Β αντίστοιχα. Ο πεθερός της ΜΚ1, ΧΧΧ Παναγιωτίδη, ήταν αδελφός του Ηρόδοτου. Άλλα αδέλφια τους ήταν ο χχχ και ο χχχ. Περί τα τέλη το έτους 1976 ο Ηρόδοτος απεβίωσε χωρίς να γίνει χρήση του πιο πάνω πληρεξουσίου εγγράφου που αφορούσε μεταβίβαση και εγγραφή εις το όνομα του πεθερού της τεμαχίου γης. Στην πορεία απεβίωσαν όλα τα πιο πάνω αδέλφια του, περιλαμβανομένου του πεθερού της παραπονούμενης στις 22.12.
- Όταν βρισκόταν στη ζωή, ο πεθερός της παραπονούμενης τους υπέδειξε ότι η δωρεά του ακινήτου, εντός του οποίου θα ανεγειρόταν η οικία της οικογένειας της, αφορούσε το τεμάχιο υπ' αριθμό 319/2 στην τοποθεσία 'Κεφαλόβρυσος' στην κοινότητα Κρήτου Τέρρα. Την περίοδο 1977-1982 η οικογένεια της ΜΚ1 ανέγειρε την κατοικία της εντός του προαναφερόμενου τεμαχίου επικαλούμενη το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο. Προς το σκοπό ανέγερσης εξασφαλίστηκε οικονομική βοήθεια υπό τη μορφή δανείου από την Κυπριακή Δημοκρατία. Δέσμη εγγράφων κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Από το έτος 1982 η οικογένεια της ΜΚ1 διέμενε στην ανεγερθείσα οικία σταδιακά και από το έτος 2001 μέχρι 2005 που απεβίωσε ο σύζυγος της, διέμεναν μόνιμα εκεί. Από το έτος 2005 μέχρι σήμερα διαμένει η θυγατέρα της. Το έτος 2005 η ΜΚ1 προέβηκε σε αίτηση διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα συζύγου της στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου συμπεριλαμβάνοντας στη διαδικασία και το προαναφερόμενο επίμαχο ακίνητο. Ωστόσο το έτος 2009 πληροφορήθηκε ότι ο κατηγορούμενος 1, ένα από τα παιδιά του ΧΧΧ, είχε υποβάλει αίτηση για να διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου, χωρίς να ενημερώσει τα μέλη της οικογένειας της ως κληρονόμοι που ήταν. Μέσω της τότε δικηγόρου της, η ΜΚ1 διαπίστωσε ότι υπήρχε η αίτηση διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου υπ' αριθμό 365/08 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, στην οποίαν εμφανίζονταν ως μοναδικοί κληρονόμοι μόνο τα πέντε παιδιά του ΧΧΧ Παναγιωτίδη (κατηγορούμενος 1, χχχ, χχχ, χχχ και χχχ). Πιστοποιητικό θανάτου και κληρονόμων ημερομηνίας 09.07.07 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Όπως η παραπονούμενη είπε, από το Τεκμήριο 3 απουσιάζουν τα ονόματα της ιδίας και των παιδιών της που επίσης είναι κληρονόμοι. Περαιτέρω από έρευνα που η παραπονούμενη πραγματοποίησε στο Τμήμα Κτηματολογίου διαπίστωσε ότι ο αποβιώσαντας Ηρόδοτος δεν είχε ακίνητη περιουσία εγγεγραμμένη στο όνομα του. Εξ' όσον η ΜΚ1 γνωρίζει, ο αποβιώσαντας Ηρόδοτος, εκτός από το επίμαχο ακίνητο, ήταν ιδιοκτήτης δύο άλλων ακινήτων. Η ίδια δεν γνωρίζει σε ποιον μεταβιβάστηκαν τα ακίνητα αυτά, επί των οποίων αυτή και τα παιδιά της έχουν κληρονομικό μερίδιο. Το έτος 2010 η παραπονούμενη αποτάθηκε στον τότε κοινοτάρχη της Κρήτου Τέρρα από τον οποίον εξασφάλισε έγγραφο που πιστοποιεί η ίδια και τα τρία της παιδιά είναι νόμιμοι κληρονόμοι της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου. Αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με την ΜΚ1, ουδέποτε είχε συνομιλία με τον κατηγορούμενο 1 για θέματα διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου και ουδέποτε αυτός της πρόσφερε το επίμαχο τεμάχιο να μεταβιβαστεί και να εγγραφεί εις το όνομα της. Όπως εξήγησε, αυτό που διεκδικεί είναι το επίμαχο τεμάχιο εντός του οποίου έχει ανεγερθεί η οικία της, χωρίς παράλληλα να απαιτεί χρηματικό ποσό ή μερίδιο από την περιουσία του αποβιώσαντα Ηρόδοτου. Σε ότι αφορά το χρόνο που υπεβλήθηκε καταγγελία στην αστυνομία, η ΜΚ1 ανάφερε ότι παρόλο ότι ενημερώθηκε για την κατάσταση από το έτος 2009 εντούτοις δεν κατέφυγε αμέσως στις αστυνομικές αρχές αλλά το έπραξε το έτος 2011 επειδή δεν ήταν σε καλή ψυχολογική κατάσταση λόγω του θανάτου του συζύγου της και επειδή ένεκα του θανάτου του συζύγου της είχε αναλάβει μόνη της τη φροντίδα δύο παιδιών της. ΜΚ2 ήταν η αστυφύλακας ΧΧΧ Γεωργίου. Μέρος της μαρτυρίας της αποτελεί η γραπτή κατάθεση της ημερομηνίας 26.11.13, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
- Συνοψίζοντας το σύνολο της μαρτυρίας της μπορεί να λεχθεί ότι στις 28.02.11 η παραπονούμενη προέβηκε σε καταγγελία στο Τ.Α.Ε. Πάφου αναφέροντας ότι παρόλο ότι η ίδια και τα παιδιά της είναι κληρονόμοι της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου, ο οποίος ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ακινήτων στην Κρήτου Τέρρα, εντούτοις από έρευνα που διεξήγαγε στο Τμήμα Κτηματολογίου διαπίστωσε ότι ουδεμία ακίνητη περιουσία ήταν εγγεγραμμένη εις το όνομα του χωρίς η ίδια και η οικογένεια της να έχουν αποκτήσει συμφέρον επ' αυτής. Επίσης η ΜΚ1 κατάγγειλε ότι ο κατηγορούμενος 1, ένας εκ των κληρονόμων της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου, είχε καταχωρήσει την αίτηση υπ' αριθμό 365/08 για διαχείριση της περιουσίας του εν λόγω αποβιώσαντα χωρίς η ίδια ή τα παιδιά της να ενημερωθούν. Επιπλέον η παραπονούμενη κατάγγειλε ότι ο κατηγορούμενος 2, τότε κοινοτάρχης της Κρήτου Τέρρα, είχε υπογράψει και σφραγίσει έγγραφο με το οποίο πιστοποιούσε ότι μοναδικός κληρονόμος της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου ήταν ο πατέρας του κατηγορουμένου 1, ο οποίος επειδή είχε αποβιώσει άφηνε ως κληρονόμους τα παιδιά του. Σύμφωνα με την ΜΚ2, ανέλαβε την εξέταση της υπόθεσης στις 17.05.
- Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης προέβηκε στις εξής ενέργειες: (α) παρέλαβε από τη λειτουργό του Τμήματος Κτηματολογίου XXXXX Ιωάννου πιστό αντίγραφο πιστοποιητικού θανάτου και κληρονόμων ημερομηνίας 30.06.08, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο 7, (β) παρέλαβε από την Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου τα εξής έγγραφα που σχετίζονται με τη διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου - i. πιστοποιητικό θανάτου και κληρονόμων ημερομηνίας 09.07.07 που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8 (κατατέθηκε προηγουμένως από την ΜΚ1 ως Τεκμήριο 3), ii. αίτηση διαχείρισης υπ' αριθμό 365/08 που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9, iii. ένορκη δήλωση κατηγορουμένου 1 ημερομηνίας 23.02.08 ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10, iv. διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 18.05.09 που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- (γ) λήψη γραπτών ανακριτικών καταθέσεων των κατηγορουμένων ημερομηνίας 30.01.12, 27.04.12, 20.01.12 και 03.02.12 (δύο για κατηγορούμενο 1) που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 12, 13, 14 και 15 αντίστοιχα, (δ) κατηγόρησε γραπτώς τους κατηγορουμένους στις 09.12.13 με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, έντυπα τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 16, 17 και 18 αντίστοιχα. Αναφερόμενη στα Τεκμήρια 7 και 8 (κατ' επέκταση Τεκμήριο 3), η ΜΚ2 είπε ότι αμφότερα φέρουν υπογραφή και σφραγίδα του κατηγορουμένου 2 ως τότε κοινοτάρχη της Κρήτου Τέρρα και παρόλο που το περιεχόμενο τους διαφέρει εντούτοις αφορούν το ίδιο ζήτημα. ΜΚ3 ήταν η ΧΧΧ Ιωάννου, βοηθός κτηματολογικός λειτουργός. Μέρος της μαρτυρίας της αποτελεί η γραπτή κατάθεση της ημερομηνίας 24.10.11, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
- Περίληψη της μαρτυρίας της περιλαμβάνει αναφορά της ότι κατά το έτος 2007 ο κατηγορούμενος 1 παρουσίασε στην υπηρεσία της πιστοποιητικό του κοινοτικού συμβουλίου Κρήτου Τέρρας, στο οποίο σημειωνόταν ότι οι μοναδικοί κληρονόμοι της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου ήταν ο πατέρας του ΧΧΧ Παναγιωτίδης, ο οποίος μετά το θάνατο του άφησε ως μόνους κληρονόμους τον ίδιο και τα αδέλφια του. Παράλληλα ο κατηγορούμενος 1 παρουσίασε στο κτηματολόγιο έγγραφο αποποίησης κληρονομικών μεριδίων των αδελφών του επί της εν λόγω περιουσίας. Ακολούθως το έτος 2008 όταν λειτουργός του κτηματολογίου προέβηκε σε επιτόπια εξέταση, παρουσιάστηκε νέο πιστοποιητικό από το κοινοτικό συμβούλιο Κρήτου Τέρας που σημείωνε ότι ο Ηρόδοτος είχε αποβιώσει άγαμος και άτεκνος αλλά είχε αφήσει ως κληρονόμους τα παιδιά των τεσσάρων αδελφών του που στο μεταξύ επίσης είχαν αποβιώσει. Η ΜΚ3 αναγνώρισε το Τεκμήριο 7 ως το προαναφερόμενο νέο πιστοποιητικό που παρουσιάστηκε στην υπηρεσία της. Σύμφωνα με την εν λόγω μάρτυρα, ο κατηγορούμενος 1 στη συνέχεια, υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της περιουσίας, αιτήθηκε την εγγραφή εις το όνομα του ολόκληρου του μεριδίου επί των ακινήτων του αποβιώσαντα Ηρόδοτου. Με την προσκόμιση του διατάγματος διαχείρισης στο κτηματολόγιο (Τεκμήριο 11), προχώρησε η εγγραφή εις το όνομα του κατηγορουμένου 1 των τίτλων ιδιοκτησίας του τεμαχίου 484 με αρ. εγγραφής 0/12509 στην Κρήτου Τέρρα που αφορά οικόπεδο και του τεμαχίου 483 με αρ. εγγραφής 0/12510 επίσης στην Κρήτου Τέρρα. Πιστοποιητικά εγγραφής των πιο πάνω ακινήτων κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 21 και
- Αναφερόμενη στο τεμάχιο 484 η εν λόγω μάρτυρας είπε ότι είναι οικόπεδο και κατόπιν έρευνας που διεξήχθη στο διαδικτυακό σύστημα που χρησιμοποιείται μόνο από το κτηματολόγιο, διαπιστώθηκε ότι σ' αυτό υπάρχει μία κατοικία που δεν αναγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας επειδή ουδείς αποτάθηκε για εγγραφή της στον τίτλο του εν λόγω τεμαχίου. Σχετικό πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου ημερομηνίας 11.03.11 αποστάληκε μαζί με σχετική επιστολή ημερομηνίας 20.04.11 στην αστυνομία (Τεκμήρια 23 και 20 αντίστοιχα). Σχετική δορυφορική φωτογραφία στην οποίαν σημειώνεται με πορτοκαλί χρώμα το τεμάχιο 484 και με μπλε χρώμα η προαναφερόμενη κατοικία εντός αυτού, κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Όπως ακόμη η ΜΚ3 είπε, για την παρούσα υπόθεση σχηματίστηκε φάκελος στην υπηρεσία της που φέρει αριθμό Α395/
- Δέσμη εγγράφων που αποτελούν περιεχόμενο του κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- ΜΚ4 ήταν ΧΧΧ Χαρπίδης, κτηματολογικός γραφέας στον κλάδο επιτόπιων ερευνών στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου. Μέρος της μαρτυρίας του αποτελεί η γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 06.06.12, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
- Συνοπτική καταγραφή της μαρτυρίας του περιλαμβάνει αναφορά ότι ο ίδιος επιθεώρησε το φάκελο Α395/07 που δημιουργήθηκε στις 10.05.07, δυνάμει του οποίου ο κατηγορούμενος 1 με γραπτό αίτημα του αιτήθηκε τη μεταβίβαση της ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου εις το όνομα του ένεκα ισχυρισμού περί εχθρικής κατοχής (χρησικτησία). Επειδή όταν ο κατηγορούμενος 1 προσκόμισε πιστοποιητικό θανάτου και κληρονόμων που του ζητήθηκε διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν και άλλοι κληρονόμοι (Τεκμήριο 8), στις 17.12.08 ο ΜΚ4 μετέβηκε στην Κρήτου Τέρρα για επιτόπια εξέταση. Προγενέστερα της επιτόπιας εξέτασης αλλά μετέπειτα της προσκόμισης του Τεκμηρίου 7, ήτοι στις 30.06.08, ο κατηγορούμενος 1 παρουσίασε στο κτηματολόγιο άλλο πιστοποιητικό θανάτου και κληρονόμων, στο οποίο καταγραφόταν μεγαλύτερος αριθμός κληρονόμων (Τεκμήριο 8). Αμφότερα πιστοποιητικά ήταν υπογραμμένα και σφραγισμένα από τον τότε κοινοτάρχη της Κρήτου Τέρρα που ήταν ο κατηγορούμενος
- Όπως επίσης ο ΜΚ4 ανάφερε, στην επιτόπια έρευνα παρόντες ήταν οι κατηγορούμενοι 1 και
- Σύμφωνα ακόμη με τον εν λόγω μάρτυρα, ετοίμασε χειρόγραφο έγγραφο που πιστοποιούσε την ακίνητη περιουσία του αποβιώσαντα Ηρόδοτου καθώς και τους κληρονόμους αυτής, το οποίο υπογράφτηκε από τον κατηγορούμενο 2 αφού πρώτα ανέγνωσε το περιεχόμενο του και συμφώνησε για την ορθότητα του. Με την προσκόμιση δικαστικού διατάγματος διαχείρισης (Τεκμήριο 11), ο κατηγορούμενος 1, υπό την ιδιότητα του διαχειριστή, αιτήθηκε την έκδοση εις το όνομα του τίτλων ιδιοκτησίας της ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου. ΜΚ5 ήταν ο ΧΧΧ Κώστα, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπόθεσης εργαζόταν στην Επαρχιακή Διοίκηση Πάφου στη θέση του γραμματέα Κεντρικής Υπηρεσίας Κοινοτικών Συμβουλίων επαρχίας Πάφου. Μέρος της μαρτυρίας του αποτελεί η γραπτή του κατάθεση ημερομηνίας 29.11.13, η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
- Συνοψίζοντας το σύνολο της μαρτυρίας του μπορεί να λεχθεί η αναφορά του μάρτυρα ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο 2 και ότι αυτός διετέλεσε κοινοτάρχης του χωριού Κρήτου Τέρρα την περίοδο 01.01.07-31.12.
- Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, ένα από τα καθήκοντα του κοινοτάρχη είναι να εκδίδει πιστοποιητικό ακίνητης περιουσίας ενός ατόμου, το οποίο πράττει εφόσον είναι πλήρως ενημερωμένος ή γνωρίζει επ' ακριβώς το περιεχόμενο του εγγράφου, προκειμένου έτσι να παρέχεται σαφής εικόνα που να μην επιδέχεται οποιαδήποτε αμφιβολία. Όπως ο εν λόγω μάρτυρας εξήγησε, προς επίτευξη του σκοπού αυτού ο κοινοτάρχης βασίζεται σε στοιχεία που περιέχονται σε τυχόν μητρώα ή άλλα σχετικά έγγραφα που κατέχει το κοινοτικό συμβούλιο ή στοιχεία που συγκεντρώνονται από άλλα αξιόπιστα πρόσωπα που τυγχάνουν να είναι γνώστες του αντικειμένου. Σε τέτοια περίπτωση τα άτομα αυτά θα πρέπει να κατονομάζονται στο πιστοποιητικό, επί του οποίου θα αναφέρεται η ιδιότητα και η ηλικία τους καθώς επίσης θα πρέπει να υπογράφεται σχετική δήλωση. ΜΚ6 ήταν η ΧΧΧ Κάιζερ, Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Μέρος της μαρτυρίας του αποτελεί η γραπτή της κατάθεση ημερομηνίας 20.03.13, η οποία παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο
- Περίληψη της μαρτυρίας της σημειώνει πως στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης αυτής η εν λόγω μάρτυρας διαβίβασε στην αστυνομία πιστά αντίγραφα εγγράφων που βρίσκονται στο δικαστηριακό φάκελο της διαχείρισης υπ' αριθμό 365/08 και αφορά την περιουσία του αποβιώσαντα Ηρόδοτου, μέσα από τα οποία φαίνεται η διαδικασία που ακολουθήθηκε. Τα έγγραφα αυτά κατατέθηκαν σαν δέσμη ως Τεκμήριο
- Όπως η εν λόγω μάρτυρας είπε, η αίτηση διαχείρισης κατατέθηκε στο πρωτοκολλητείο στις 22.12.08 και τότε εκεί παρουσιάστηκαν προσωπικά ο διαχειριστής και ο εγγυητής προκειμένου να υπογράψουν τις ένορκες δηλώσεις τους. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 18.05.09 εκδόθηκε διάταγμα διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου. Σύμφωνα ακόμη με την ΜΚ6, για να γίνει αποδεκτή μία αίτηση διαχείρισης πρέπει πρώτα να διαφανεί ότι ο αποβιώσαντας πριν από το θάνατο του είχε τη διαμονή του εντός της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. ΜΚ7 ήταν ο ΧΧΧ Μαρκίτσης, αδελφός της παραπονούμενης (ΜΚ1), ο οποίος αναφέρθηκε στην επίμαχη οικία λέγοντας ότι πρόκειται για ένα φυσιολογικό υποστατικό που έχει υπνοδωμάτια, κουζίνα και αυλή, το οποίο ανεγέρθηκε βάσει προδιαγραφών της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου και δυνάμει χορηγημένου προσφυγικού δανείου. Ο μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης (ΜΥ) προήλθε από την πλευρά των κατηγορουμένων 1 και
- Ήταν ο ΧΧΧ Παναγιωτίδης, πρώτος εξάδελφος του συζύγου της παραπονούμενης. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, η επίμαχη οικία που βρίσκεται εντός του τεμαχίου 484 ανεγέρθηκε από τον πεθερό της παραπονούμενης. Όπως ο μάρτυρας είπε, στην εν λόγω οικία διέμενε μόνο η θυγατέρα της παραπονούμενης, της οποίας ο σύζυγος ήταν ένας εκ των κληρονόμων της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου. Οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, όπως λέχθηκε προηγουμένως, προέβηκαν σε ένορκη μαρτυρία. Μέρος της ένορκης μαρτυρίας του κατηγορουμένου 1 αποτελεί η γραπτή δήλωση του. Παράλληλα ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκαν ως κομμάτι του μαρτυρικού υλικού της υπόθεσης οι γραπτές τους καταθέσεις στην αστυνομία (Τεκμήρια 12, 13, 14 και 15 αντίστοιχα). Συνοπτική καταγραφή της μαρτυρίας του κατηγορουμένου 1 αναφέρει ότι είναι αδελφότεκνος του αποβιώσαντα Ηρόδοτου (με τον αποβιώσαντα πατέρα του κατηγορουμένου ήταν αδέλφια), για τον οποίον γνώριζε ότι διέθετε αρκετή περιουσία στο χωριό Κρήτου Τέρρα. Με κάποια αδέλφια του αποβιώσαντα Ηρόδοτου, όπως για παράδειγμα με την χχχ, χχχ, χχχ, το χχχ, χχχ καθώς και με την οικογένεια της παραπονούμενης, ο κατηγορούμενος 1 διατηρούσε επαφή, ενώ με άλλα όχι. Όταν απεβίωσε ο θείος του Ηρόδοτος επειδή ήθελε να αποκτήσει το μερίδιο που του αναλογούσε και αφού παροτρύνθηκε από άλλο κληρονόμο να μεριμνήσει για το διαμοιρασμό της περιουσίας αποτάθηκε στην κατηγορούμενη 3 που ήταν δικολάβος, με την οποίαν είχε στο παρελθόν συνεργαστεί σε διάφορες υποθέσεις που είχε διοριστεί διαχειριστής, με σκοπό να διεξάγει έρευνα για την περιουσία του αποβιώσαντα Ηρόδοτου. Στην έρευνα που πραγματοποιήθηκε εντοπίστηκαν δύο χωράφια και δύο οικόπεδα με ολόκληρα μερίδια σ' αυτά, ένα χωράφι με μερίδιο 1/40, όλα στην Κρήτου Τέρρα, καθώς επίσης ένα αμπέλι στο χωριό Αρόδες στο οποίο είχε κληρονομικό μερίδιο. Επειδή ο κατηγορούμενος 1 θεωρούσε ότι τα πιο πάνω ακίνητα (με εξαίρεση το αμπέλι) τα καλλιεργούσε ο πατέρας του με τη συγκατάθεση του αποβιώσαντα, όπως ο τελευταίος του είχε πει, με αίτηση του στο κτηματολόγιο ζήτησε την εγγραφή των τίτλων ιδιοκτησίας εις το όνομα του δυνάμει εχθρικής κατοχής. Όταν το κτηματολόγιο απέρριψε την αίτηση αυτή ζητώντας να διεξαχθεί διαδικασία διαχείρισης, η κατηγορούμενη 3 έδωσε στον κατηγορούμενο 1 ένα πιστοποιητικό για να υπογραφεί και σφραγιστεί από τον κατηγορούμενο 2 που τότε ήταν κοινοτάρχης της Κρήτου Τέρρας και τύγχανε να είναι εξάδελφος του, πράγμα που ο τελευταίος έπραξε. Σο εν λόγω πιστοποιητικό καταγράφηκε το όνομα του πατέρα του κατηγορουμένου, ο οποίος επειδή απεβίωσε είχε ως κληρονόμους τον κατηγορούμενο 1 και τα αδέλφια του. Παράλληλα τα αδέλφια του κατηγορουμένου 1 υπέγραψαν στο κτηματολόγιο έγγραφο αποποίησης των κληρονομικών τους μεριδίων. Ακολούθως το έτος 2008 που λειτουργός του κτηματολογίου ήλθε στην Κρήτου Τέρρα για επιτόπια εξέταση διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν και άλλοι κληρονόμοι. Τότε ο κατηγορούμενος 1 έδωσε νέες πληροφορίες στην κατηγορούμενη 3, η οποία ετοίμασε άλλο πιστοποιητικό στο οποίο συμπεριλήφθηκαν τα ονόματα των τεσσάρων αδελφών του αποβιώσαντα Ηρόδοτου, τα οποία επειδή είχαν αποβιώσει είχαν ως κληρονόμους τα παιδιά τους. Παρόλο ότι ο κατηγορούμενος 1 γνώριζε ότι οι κληρονόμοι ήταν τα εφτά αδέλφια του αποβιώσαντα Ηρόδοτου, από τα οποία τα τέσσερα που είχαν αποβιώσει νόμιμοι κληρονόμοι ήταν τα παιδιά τους, η κατηγορούμενη 3 τον συμβούλευσε να δηλώσει μόνο τον εαυτό και τα αδέλφια του ως κληρονόμους και σε μεταγενέστερο στάδιο να προστεθούν τα ονόματα των υπολοίπων κληρονόμων. Τον Δεκέμβριο 2008 ο κατηγορούμενος 1 υπέβαλε την αίτηση υπ' αριθμό 365/08 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου για να διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου. Στην αίτηση αναφέρονται ως κληρονόμοι ο ίδιος και τα τέσσερα αδέλφια του. Τα αδέλφια του κατηγορουμένου 1 δήλωσαν ότι συγκατατίθενται στο διορισμό του ως διαχειριστή και ότι αποποιούνται το δικαίωμα τους να είναι οποιοσδήποτε από αυτούς διαχειριστής. Ο κατηγορούμενος 1 εκπροσωπήθηκε στην πιο πάνω αίτηση από τον αποβιώσαντα δικηγόρο XXXXX Κωνσταντινίδη, ο οποίος ήταν θείος της κατηγορουμένης
- Με την καταχώρηση της αίτησης, ο κατηγορούμενος 1 προέβηκε σε ένορκη δήλωση ενώπιον πρωτοκολλητή που είχε ετοιμαστεί από την κατηγορούμενη 3 και ο ίδιος είχε υπογράψει. Ο κατηγορούμενος 1 ανάφερε ότι ήταν εις γνώση του πως το περιεχόμενο της ένορκη δήλωσης του δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα αλλά την υπέγραψε πιστεύοντας σ' αυτά που του έλεγε η κατηγορούμενη
- Εγγυητής υπέγραψε ένα από τα αδέλφια του. Στις 18.05.09 το Δικαστήριο διόρισε τον κατηγορούμενο 1 διαχειριστή δυνάμει σχετικού διατάγματος. Με βάση το διάταγμα αυτό ο κατηγορούμενος 1 αιτήθηκε εκ νέου την εγγραφή και μεταβίβαση των τίτλων ιδιοκτησίας των πιο πάνω ακινήτων εις το όνομα του, κάτι που έγινε. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 1, ο ίδιος προέβηκε σε τέτοια ενέργεια για λόγους προφύλαξης της. Όπως ακόμη είπε, ένεκα της καταγγελίας που υπέβαλε, ο κατηγορούμενος 1 δεν πώλησε αλλά ούτε και εκμεταλλεύτηκε τα εν λόγω ακίνητα. Στην πορεία αποποιήθηκαν του κληρονομικού τους δικαιώματος η χχχ, αδελφή του κατηγορουμένου 1, οι πιο πάνω χχχ, χχχ και χχχ, θείες του κατηγορουμένου 1, καθώς επίσης η χχχ Χατζηχριστοδούλου (αλλιώς χχχ Παναγιωτίδη), θυγατέρα της παραπονούμενης. Έγγραφα αποποίησης κληρονομικού δικαιώματος από την χχχ και την χχχ κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 31 και
- Περαιτέρω ο κατηγορούμενος 1 ανάφερε ότι για τις υπηρεσίες της κατηγορουμένης 3 κατέβαλε το ποσό των €6.800, για το οποίο εκδόθηκε η απόδειξη υπ' αριθμό
- Επίσης πλήρωσε τον αποβιώσαντα δικηγόρο Κωνσταντινίδη το ποσό των €680 για τη νομική εκπροσώπηση του στο Δικαστήριο σχετικά με την αίτηση διαχείρισης. Περίληψη της μαρτυρίας του κατηγορουμένου 2 σημειώνει πως διετέλεσε κοινοτάρχης του χωριού Κρήτου Τέρρα την περίοδο 18.12.06-21.12.
- Όπως είπε, είναι εξάδελφος του κατηγορουμένου 1, τον οποίον όμως γνώρισε για πρώτη φορά το έτος 2007 που ήλθε στο γραφείο του φέροντας του να πιστοποιήσει ένα δισέλιδο έγγραφο. Επρόκειτο για το Τεκμήριο 3 (ομοίως Τεκμήριο 8), το περιεχόμενο του οποίου που ήταν έτοιμο, αφού πιστοποίησε, το υπέγραψε και το σφράγισε υπό την ιδιότητα του κοινοτάρχη. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο 2, ο ίδιος δεν γνώριζε καθόλου για την ύπαρξη του αποβιώσαντα Ηρόδοτου και ούτε ποιοι ήταν οι κληρονόμοι του. Χωρίς να ανατρέξει σε μητρώα και βιβλία του κοινοτικού συμβουλίου, στηρίχτηκε στην αναφορά του κατηγορουμένου 1 ότι οι μόνοι κληρονόμοι ήταν αυτοί που σημειώνονταν στο εν λόγω πιστοποιητικό. Το έτος 2008 ο κατηγορούμενος 1 τον επισκέφθηκε ξανά παραδίδοντας του ένα άλλο πιστοποιητικό δύο σελίδων που επίσης ετοίμασε ο ίδιος ζητώντας να υπογραφεί και αυτό. Επρόκειτο για το Τεκμήριο 7, το περιεχόμενο του οποίου αφού πιστοποίησε, υπέγραψε και σφράγισε υπό την ιδιότητα του κοινοτάρχη. Όπως και με το προηγούμενο πιστοποιητικό, ο κατηγορούμενος 2 δεν προέβηκε σε προσωπικό έλεγχο ως προς το ποιοι είναι οι νόμιμοι κληρονόμοι αλλά απλά στηρίχτηκε στα λεγόμενα του κατηγορουμένου
- Σύμφωνα ακόμη με τον κατηγορούμενο 2, αργότερα του ιδίου έτους, ο ΜΚ4 (λειτουργός κτηματολογίου) του τηλεφώνησε ζητώντας του να υπογράψει κάποια έγγραφα, για το περιεχόμενο των οποίων, όπως ο εν λόγω μάρτυρας του είχε πει, προέβηκε σε έρευνα. Ο ίδιος δεν προέβηκε στη δική του έρευνα για τον αποβιώσαντα Ηρόδοτο επειδή έλεγχος είχε γίνει από τον πιο πάνω λειτουργό του κτηματολογίου. Επίσης για την ίδια υπόθεση ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε πιστοποιητικό που του είχε διαβιβάσει η παραπονούμενη. Πρόκειται για το Τεκμήριο 4, το περιεχόμενο του οποίου αφού πιστοποίησε, υπέγραψε και σφράγισε υπό την ιδιότητα του κοινοτάρχη. Όπως ο εν λόγω κατηγορούμενος είπε, ήταν εις γνώση του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο στην Κρήτου Τέρρα διέμενε η θυγατέρα της παραπονούμενης. Όπως ακόμη ο κατηγορούμενος 2 ανάφερε, για την πιστοποίηση, υπογραφή και σφράγιση των πιο πάνω εγγράφων ο ίδιος δεν έλαβε οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Συνοψίζοντας τη μαρτυρία της κατηγορουμένης 3 μέσα από τη γραπτή κατάθεση της στην αστυνομία (Τεκμήριο 15) μπορεί να λεχθεί ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπόθεσης ασκούσε το επάγγελμα του δικολάβου. Όπως είπε, με τον κατηγορούμενο 1 διατηρούσε τότε επαγγελματικές σχέσεις. Η επαγγελματική τους συνεργασία μετρούσε 5-6 χρόνια. Το δε κατηγορούμενο 2 τον γνώρισε την πρώτη φορά που η υπόθεση αυτή είχε οριστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε σχέση με την υπόθεση αυτή η κατηγορούμενη 3 ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 αποτάθηκε κοντά της ζητώντας της να τον βοηθήσει να μεταβιβάσει και να εγγράψει εις το όνομα του τα πιο πάνω πέντε κτήματα που βρίσκονται στην Κρήτου Τέρρα δυνάμει χρησικτησίας και δωρεάς από τον αποβιώσαντα Ηρόδοτο. Επ' αυτού η ίδια ετοίμασε σχετικό πιστοποιητικό που βεβαίωνε το πιο πάνω και περιέγραφε τα επίμαχα ακίνητα. Πρόκειται για το Τεκμήριο 25
(49). Έπειτα παρέδωσε το εν λόγω έγγραφο στον κατηγορούμενο 1, ο οποίος μερίμνησε για την πιστοποίηση, σφράγιση και υπογραφή του από τον τότε κοινοτάρχη της Κρήτου Τέρρας. Ακολούθως η κατηγορούμενη 3 ετοίμασε σχετική αίτηση και μαζί με το πιο πάνω έγγραφο τα κατέθεσε στο κτηματολόγιο. Παράλληλα η εν λόγω κατηγορούμενη ετοίμασε έγγραφο αποποίησης κληρονομικού δικαιώματος επί των επίμαχων ακινήτων και συγκατάθεσης των Γεώργιου, Αρίσταρχου, Ευανθίας και Φλωρεντίας προς όφελος του κατηγορουμένου
- Επειδή το κτηματολόγιο δεν αποδέχτηκε την πιο πάνω αίτηση, η κατηγορούμενη 3, μετά από οδηγίες του κατηγορουμένου 1 και από πληροφορίες που αυτός της έδωσε, ετοίμασε πιστοποιητικό θανάτου και κληρονόμων. Πρόκειται για το Τεκμήριο 3, το οποίο αφού πιστοποιήθηκε, σφραγίστηκε και υπογράφτηκε από τον τότε κοινοτάρχη της Κρήτου Τέρρα, η κατηγορούμενη 3 το κατέθεσε στο κτηματολόγιο. Σε μεταγενέστερο στάδιο η κατηγορούμενη 3 ενημερώθηκε ότι υπήρχαν περισσότεροι κληρονόμοι της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου από αυτούς που σημειώνονταν στο Τεκμήριο 3 και γι' αυτό στις 30.06.08 η ίδια ετοίμασε άλλο πιστοποιητικό θανάτου και κληρονόμων. Πρόκειται για το Τεκμήριο
- Όπως η κατηγορούμενη 3 είπε, η ίδια δεν θυμάται τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το εν λόγω έγγραφο ετοιμάστηκε, το οποίο επίσης πιστοποιήθηκε, σφραγίστηκε και υπογράφτηκε από τον κοινοτάρχη. Στη συνέχεια η κατηγορούμενη 3 κατέθεσε το εν λόγω έγγραφο στο κτηματολόγιο. Επίσης η εν λόγω κατηγορούμενη ετοίμασε έγγραφα αποποίησης κληρονομικού δικαιώματος ορισμένων από τους νέους κληρονόμους. Ακολούθως στις 22.12.08 καταχωρήθηκε αίτηση διαχείρισης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Όλα τα έγγραφα που συνοδεύουν την εν λόγω αίτηση διαχείρισης ετοιμάστηκαν από την κατηγορούμενη
- Επειδή η ίδια δεν ήταν δικηγόρος, ζήτησε από τον αποβιώσαντα θείο της XXXXX Κωνσταντινίδη που ήταν δικηγόρος να υπογράψει την εν λόγω αίτηση διαχείρισης, πράγμα που αυτός έπραξε. Πρόκειται για τη δέσμη εγγράφων που συνθέτουν το Τεκμήριο
- Όπως η κατηγορούμενη 3 αναφέρει, η ίδια ήταν αυτή που κατέθεσε την αίτηση διαχείρισης στο Δικαστήριο αφού ο Κωνσταντινίδης δεν γνώριζε οτιδήποτε για την υπόθεση αυτή. Επίσης ήταν αυτή που ετοίμασε την ένορκη δήλωση του διαχειριστή. Όπως η εν λόγω κατηγορούμενη δηλώνει, η ίδια γνώριζε ότι το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης του διαχειριστή δεν ήταν αληθές αλλά συναίνεσε επειδή ο κατηγορούμενος 1 επέμενε. Στις 22.05.09, μετά που εκδόθηκε διάταγμα διαχείρισης, η κατηγορούμενη 3 ετοίμασε επιστολή προς το κτηματολόγιο με την οποίαν ζητείτο η μεταβίβαση των πέντε επίμαχων ακινήτων στο όνομα του κατηγορουμένου
- Ακόμη η εν λόγω κατηγορούμενη ετοίμασε το έγγραφο απογραφής καθώς και το έγγραφο για την ολοκλήρωση της διαχείρισης, το οποίο υπογράφεται από τα αδέλφια του κατηγορουμένου
- Είναι η θέση της κατηγορουμένης 3 ότι παραπλανήθηκε έχοντας στην κατοχή της ψευδή στοιχεία με αποτέλεσμα να ετοιμάσει έγγραφα που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Για τις υπηρεσίες της η κατηγορούμενη 3 αναφέρει ότι πληρώθηκε από τον κατηγορούμενο 1 με το ποσό των €300-€
- Ωστόσο αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος 1 της ζήτησε να εκδώσει και αυτή το έπραξε, απόδειξη είσπραξης ποσού €2.500 ή €3.000 ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών της, χωρίς αυτή να έχει πληρωθεί το ποσό αυτό, έτσι ώστε το έγγραφο αυτό να υποδειχτεί στους κληρονόμους. Σύμφωνα με την κατηγορούμενη 3, από την υπόθεση αυτή η ίδια δεν απέκτησε οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία ή οποιοδήποτε όφελος. Στη δια ζώσης ένορκη μαρτυρία της η κατηγορούμενη 3 προβαίνει σε δηλώσεις που διαφοροποιούν ορισμένες από τις αναφορές της που καταγράφονται στο Τεκμήριο
- Προκειμένου να δικαιολογήσει τις αλλαγές, η εν λόγω κατηγορούμενη επικαλείται άγχος και πίεση που αισθανόταν λόγω της κλήσης να δώσει κατάθεση στην αστυνομία. Θα αναφερθώ σ' αυτές τις διαφοροποιήσεις τις οποίες και θα σχολιάσω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορουμένης
- Τελικές Αγορεύσεις: Όλα τα εμπλεκόμενα μέρη στις αγορεύσεις τους προσπάθησαν με νομική επιχειρηματολογία αλλά και με σχολιασμό μερών της προσκομισθείσας μαρτυρίας να πείσουν για την ορθότητα των θέσεων και εισηγήσεων τους. Συγκεκριμένα ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων 1 και 2 μέσα από τη γραπτή του αγόρευση εγείρει θέματα κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας και καθυστέρησης στην προσαγωγή των πελατών του ενώπιον της δικαιοσύνης. Είναι η θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι υπεβλήθηκε καταγγελία, η οποία οδήγησε στην καταχώρηση και εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης προκειμένου να ασκηθεί πίεση στον κατηγορούμενο 1 να ικανοποιήσει την επιθυμία της παραπονούμενης που είναι η απόκτηση μεγαλύτερου από ότι δικαιούται μεριδίου από την περιουσία του αποβιώσαντα Ηρόδοτου. Επίσης είναι η θέση του κυρίου Αγγελίδη ότι η κατηγορούσα αρχή μαζί με την παραπονούμενη ενέργησαν αυθαίρετα και κατά το δοκούν ασκώντας ποινική δίωξη με καθυστέρηση που συνιστά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και παράβαση της αρχής της δίκαιης δίκης. Με γνώμονα αυτά, ο κύριος Αγγελίδης ισχυρίστηκε ότι δικαιολογείται ανακοπή της διαδικασίας και απόρριψη της υπόθεσης. Περαιτέρω και ανεξαρτήτως όμως, ο εν λόγω συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής περιέχει πολλά κενά και ότι μέσα από αυτήν απουσιάζουν συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που καταλογίζονται ότι διαπράχτηκαν από τους πελάτες του, όπως αυτό της πρόθεσης για καταδολίευση και της εκτέλεσης καταχρηστικής πράξης. Στη βάση αυτού του ισχυρισμού του, ο κύριος Αγγελίδης εισηγήθηκε την αθώωση των κατηγορουμένων 1 και 2 από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Στη δική της γραπτή αγόρευση η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορουμένης 3 συμφώνησε με τη θέση του συνηγόρου των συγκατηγορουμένων της πελάτισσας της περί καθυστέρησης που δικαιολογεί απόρριψη της υπόθεσης, επικαλούμενη αδικαιολόγητα μεγάλο, κατά τη γνώμη της, χρονικό διάστημα που διέρρευσε στην υποβολή καταγγελίας και διεκπεραίωση του ανακριτικού έργου από την αστυνομία. Πέραν αυτού, είναι η θέση της εν λόγω συνηγόρου ότι από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που παρουσιάστηκε, δεν προκύπτει ανάμιξη της κατηγορουμένης 3 στη διάπραξη των αδικημάτων και ούτε απόκτηση οφέλους από την ίδια. Με βάση αυτό το σκεπτικό η κυρία Σατολιά ευσεβάστως εισηγήθηκε την αθώωση της πελάτισσας της από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία της εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, η οποία ισχυρίστηκε ότι μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία έχουν αποδειχτεί όλες οι κατηγορίες του κατηγορητηρίου στον απαιτούμενο βαθμό. Σχολιάζοντας τη στάση και συμπεριφορά που τηρήθηκαν από τους κατηγορουμένους και παράλληλα τις ενέργειες που λήφθηκαν από αυτούς, η κυρία Παπαλαζάρου κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει ένοχους όλους τους κατηγορουμένους σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Έχοντας καταγράψει συνοπτικά τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον μου, θα ασχοληθώ με τις θέσεις της υπεράσπισης περί κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας και καθυστέρησης στην προσαγωγή των κατηγορουμένων ενώπιον της δικαιοσύνης εξετάζοντας εισήγηση κατά πόσο δικαιολογείται απόρριψη της υπόθεσης. Θέμα κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας: Είναι η θέση των κατηγορουμένων 1 και 2 ότι η καταγγελία υπεβλήθηκε και ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον τους προκειμένου να ικανοποιηθεί η επιδίωξη της παραπονούμενης για απόκτηση μεγαλύτερου μεριδίου από ότι πραγματικά δικαιούται από την περιουσία του αποβιώσαντα Ηρόδοτου. Θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν συμμερίζομαι την τοποθέτηση αυτή. Η καταγγελία δεν αφορούσε ζήτημα μεταβίβασης του τεμαχίου 484 εντός του οποίου υπάρχει η επίμαχη οικία που η παραπονούμενη διεκδικεί αλλά ο αποκλεισμός της ιδίας και των παιδιών της ως εκ των κληρονόμων που είναι από την περιουσία του αποβιώσαντα Ηρόδοτου, ο διορισμός του κατηγορουμένου 1 ως διαχειριστής χωρίς η ίδια και τα παιδιά της να το γνωρίζουν, η μεταβίβαση όλης της ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου εις το όνομα του κατηγορουμένου 1 χρησιμοποιώντας πιστοποιητικό θανάτου και κληρονόμων που είχε υπογράψει και σφραγίσει ο κατηγορούμενος 2 (Τεκμήριο 3) χωρίς τα ονόματα της ιδίας και των παιδιών της να συμπεριλαμβάνονται σ' αυτό. Η αστυνομία διερευνούσε το ενδεχόμενο διάπραξης από τους κατηγορουμένους ποινικών αδικημάτων και συγκεκριμένα αυτά της πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατάχρησης εξουσίας από δημόσιο λειτουργό, παροχής ψευδούς όρκου, απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις και συνομωσίας για καταδολίευση. Ουδέποτε αποτέλεσε αντικείμενο αστυνομικής εξέτασης κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι ο ισχυρισμός της παραπονούμενης ότι δικαιούται σε εγγραφή το τεμάχιο 484 στο οποίο βρίσκεται η επίμαχη οικία. Τα δύο αυτά ζητήματα δεν συνδέονται μεταξύ τους και ουδέποτε συσχετίστηκαν στα πλαίσια εξιχνίασης της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Ούτε η αστυνομία είχε οποιοδήποτε όφελος να ενεργήσει προς την κατεύθυνση που ισχυρίστηκαν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 βοηθώντας ή καθ' οιονδήποτε τρόπο ευνοώντας την παραπονούμενη. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων δεν έχω εντοπίσει συμπεριφορά κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας από μέρους της αστυνομίας. Κατά συνέπεια η εν λόγω θέση των κατηγορουμένων 1 και 2 απορρίπτεται ως αβάσιμη. Ζήτημα καθυστέρησης-ισχυρισμός παραβίασης δικαιώματος δίκαιης δίκης: Είναι η θέση όλων των κατηγορουμένων ότι το χρονικό διάστημα που παρήλθε μέχρι την προσαγωγή τους ενώπιον της δικαιοσύνης έχει παραβιάσει το δικαίωμα τους για δίκαιη δίκη. Η διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου εντός εύλογου χρόνου αποτελεί αφενός θεμελιώδες δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης που η Κυπριακή Δημοκρατία έχει κυρώσει με τον Νόμο 39/62 και αφετέρου κεφαλαιώδη υποχρέωση της πολιτείας, κατ' εξοχή της δικαστικής λειτουργίας, όπως ορίζει το άρθρο 35 του Συντάγματος (Χριστόπουλος v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100, Πουμπούρης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1). Αναπόσπαστες πτυχές της διαπίστωσης ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου είναι τόσο η προσαγωγή του ενώπιον της δικαιοσύνης όσο και η εκδίκαση ποινικής υπόθεσης που καταχωρείται εναντίον του. Σκοπός της συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του κατηγορουμένου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις. Δεν είναι δυνατό ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης (Γενικός Εισαγγελέας v. Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127). Η έγκαιρη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου είναι στενά συνυφασμένη με το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη. Παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος διάγνωσης ποινικής ευθύνης εντός εύλογου χρόνου δύναται να διαρρήξει το δικαίωμα δίκαιης δίκης. Σε τέτοια περίπτωση η διαδικασία οδηγείται σε ανακοπή και το κατηγορητήριο απορρίπτεται. Η απόφαση για διακοπή δίκης είναι εξαιρετικά δραστικό μέτρο που χρησιμοποιείται μόνο όπου τα γεγονότα της υπόθεσης το επιβάλλουν ως θέμα ορθής λειτουργίας της δικαιοσύνης (Γενικός Εισαγγελέας v. Γαβριήλ κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 10). Μέσα από τη νομολογία έχουν διαμορφωθεί παράγοντες που διέπουν τη διαπίστωση κατά πόσο ο χρόνος διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου ήταν ή όχι εύλογος (Γενικός Εισαγγελέας v. Βάσου και άλλος
(2005)2 Α.Α.Δ. 653, Πουμπούρης v. Αστυνομίας (πιο πάνω)). Τέτοιοι παράγοντες είναι: (α) η ημέρα συλλήψεως ή καταγγελίας ή η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε επίσημα ότι λαμβάνονται εναντίον του μέτρα ποινικής δίωξης, (β) η φύση, ο χαρακτήρας, η σοβαρότητα και η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, (γ) οι συνθήκες και τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και οι εγγενείς δυσκολίες της υπόθεσης, (δ) η φύση και σοβαρότητα των συγκεκριμένων ζητημάτων και παραβάσεων καθώς και ο αριθμός των ζητημάτων και των αξιόποινων πράξεων που μελετούνται στην ίδιαν υπόθεση, (ε) η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, (στ) η συμπεριφορά των ανακριτικών και εισαγγελικών αρχών και κατ' επέκταση της κατηγορούσας αρχής, (ζ) η συμπεριφορά του δικαστικού οργάνου, (η) η συμβολή και συμπεριφορά του κατηγορούμενου στην καθυστέρηση. Η διαπίστωση της παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη εντός εύλογου χρόνου δεν εξετάζεται αόριστα ή αφηρημένα (in abstracto) αλλά in concreto. Ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδεικνύει ότι η θέση του πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς. Παραπέμπω στις υποθέσεις Mansour ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω), Ποιν. εφ. 101/13 κ.ά. ΄Ελλη Κρασοπούλη Σκορδέλη κ.ά. ν. Δημοκρατίας ημερ. 6.6.16, Μιλτιάδους v. Αστυνομίας Ποινική ΄Εφεση αρ. 290/2014 ημερ. 14.11.
- Στα πλαίσια εξέτασης του ζητήματος έχω ανατρέξει στο δικαστηριακό φάκελο καθώς επίσης στο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Από τη μελέτη αυτών των δεδομένων προκύπτουν τα εξής: (α) Το έτος 2009 η παραπονούμενη αντιλήφθηκε για πρώτη φορά ότι ο κατηγορούμενος 1 προχωρούσε ως διαχειριστής χωρίς τη συγκατάθεση της, με το όνομα της ιδίας και των παιδιών της εν αγνοία τους να μην έχουν δηλωθεί ως εκ των νομίμων κληρονόμων της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου. (β) Η παραπονούμενη υποβάλλει σχετική καταγγελία στην αστυνομία εναντίον του κατηγορουμένου 1 στις 28.02.
- (γ) Οι κατηγορούμενοι κατηγορήθηκαν γραπτώς στις 09.12.
- (δ) Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 16.05.
- Στη βάση των πιο πάνω στοιχείων διαπιστώνεται ότι η παραπονούμενη υπέβαλε καταγγελία μετά από 2 χρόνια ενώ παράλληλα παρήλθε χρονικό διάστημα 3 ετών και 2,5 μηνών περίπου από την ημερομηνία υποβολής της καταγγελίας μέχρι την ημερομηνία προσαγωγής των κατηγορουμένων ενώπιον της δικαιοσύνης. Η παραπονούμενη δικαιολόγησε το χρόνο που χρειάστηκε για να υποβληθεί καταγγελία στην άσχημη ψυχολογική κατάσταση που βρισκόταν μετά το θάνατο του συζύγου της. Κατανοώ απόλυτα τη θέση της παραπονούμενης, πλην όμως την ίδια στιγμή δεν μπορεί να παραγνωριστεί το χρονικό διάστημα που διέρρευσε. Σε ότι αφορά το χρόνο που παρήλθε μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο, παρατηρώ ότι η ΜΚ2 που ήταν η ανακρίτρια της υπόθεσης εξήγησε ότι η φύση της υπόθεσης ήταν τέτοια που η διερεύνηση της απαιτούσε χρόνο. Συγκεκριμένα, όπως ανάφερε, αναζητήθηκαν εμπλεκόμενα πρόσωπα που στην πορεία ανακάλυψε ότι είχαν αποβιώσει καθώς επίσης εντοπίστηκαν άλλα άτομα που σχετίζονταν με την υπόθεση αλλά διέμεναν εκτός της επαρχίας Πάφου. Περαιτέρω ζητήθηκαν στοιχεία από διάφορα κυβερνητικά τμήματα ενώ μέσω της Interpol επιδιώχτηκε η εξασφάλιση στοιχείων που αφορούσαν τον αποβιώσαντα Ηρόδοτο που για μεγάλο χρονικό διάστημα προτού αποβιώσει διέμενε στην Αυστραλία καθώς και κατά πόσο το Τεκμήριο 5 είχε εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές της Αυστραλίας. Οι πιο πάνω αναφορές επιβεβαιώνονται από το μαρτυρικό υλικό. Υπήρξε αλληλογραφία με το κτηματολόγιο (Τεκμήριο 20) και λήφθηκαν καταθέσεις (ανακριτικές και μη) μαζί με ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν την περίοδο από 24.10.11 μέχρι 20.03.
- Η συγκέντρωση 32 τεκμηρίων σε συνδυασμό με την καταγραφή 14 ατόμων στο κατηγορητήριο ως μάρτυρες προδιαγράφει το βαθμό δυσκολίας στη διερεύνηση της υπόθεσης και ότι επρόκειτο για χρονοβόρα διαδικασία. Το δε Τεκμήριο 5 επί του οποίου ζητήθηκαν πληροφορίες από τις αρχές Αυστραλίας φέρει ημερομηνία συνομολόγησης 08.03.
- Από αυτό γίνεται αντιληπτό το πόσο δύσκολο και συνάμα χρονοβόρο ήταν να εξακριβωθεί η γνησιότητα του από τις υπηρεσίες χώρας του εξωτερικού. Πρόκειται για μία υπόθεση με τρεις κατηγορουμένους, της οποίας το κατηγορητήριο περιέχει 14 κατηγορίες σοβαρής φύσεως, οι οποίες επικαλούνται τη διάπραξη των αδικημάτων που περιλαμβάνονται σε διάφορες ημερομηνίες και σε διάφορες τοποθεσίες Επ' αυτού παραπέμπω στις λεπτομέρειες των κατηγοριών. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση είναι από τις περιπτώσεις όπου η φύση και τα γεγονότα που την περιβάλλουν είναι τέτοια που η εξιχνίαση της ενείχε βαθμό δυσκολίας και απαιτούσε χρόνο σε πολλά επίπεδα. Την ίδια στιγμή δεν διαγράφω το χρονικό διάστημα των 3 ετών και δύο μηνών που χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί η εξέταση της παρούσας υπόθεσης από την αστυνομία. Ωστόσο ουδείς από τους κατηγορουμένους ανάφερε στο Δικαστήριο πως πραγματικά επηρεάστηκε αρνητικά από το χρονικό διάστημα που διέρρευσε. Κανείς από τους κατηγορουμένους εξήγησε πως πραγματικά έχει πληγεί δυσμενώς η υπεράσπιση του έτσι ώστε να αδυνατούσε να παραθέσει την εκδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου με τον τρόπο που αυτός επιθυμούσε. Όλοι οι κατηγορούμενοι κατέθεσαν ενόρκως τη δική τους εκδοχή εκπροσωπούμενοι καθ' όλη τη διάρκεια της ακρόασης από το δικηγόρο της επιλογής τους. Μέσα από τη δια ζώσης ένορκη μαρτυρία τους προέβαλαν τις δικές τους θέσεις. Μάλιστα η πλευρά των κατηγορουμένων 1 και 2 κατέθεσε δικά της έγγραφα ως τεκμήρια και παρουσίασε και μάρτυρα υπεράσπισης. Η πάροδος του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος απλά και μόνο σε συνδυασμό με τη μη τεκμηρίωση από τους κατηγορουμένους πώς πραγματικά επηρεάζεται δυσμενώς η υπεράσπιση τους καθιστά αβάσιμη τη θέση τους, η οποία και απορρίπτεται. Εν κατακλείδι από αυτά που έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν εντοπίζω δυσμενή επηρεασμό της υπεράσπισης των κατηγορουμένων σε ότι αφορά την προετοιμασία, χειρισμό και παρουσίαση της στο Δικαστήριο. Ούτε διαπιστώνω παραβίαση του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Κατ' επέκταση υπό τις περιστάσεις δεν εντοπίζω παραβίαση του δικαιώματος των κατηγορουμένων για δίκαιη δίκη που να δικαιολογεί έτσι ανακοπή της διαδικασίας και απόρριψης του κατηγορητηρίου. Μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Προτού ασχοληθώ με την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ σε γεγονότα που είτε αποτελούν κοινό έδαφος των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν μέσα από την εκδίκαση της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Συγκεκριμένα:
(1)Ο κατηγορούμενος 1 είναι εξάδελφος με τον κατηγορούμενο 2.
(2)Ο κατηγορούμενος 2 κατέχει το αξίωμα του Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρρας από 01.01.07 μέχρι 31.12.11.
(3)Η κατηγορούμενη 3 κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπόθεσης ασκούσε το επάγγελμα του δικολάβου.
(4)Ο αποβιώσαντας Ηρόδοτος είχε οκτώ αδέλφια, ήτοι την ΧΧΧ Κυριάκου (ετεροθαλή), την ΧΧΧ Αλεξάνδρου (αμφιθαλή), το ΧΧΧ Παναγιωτίδη (ετεροθαλή), τη ΧΧΧ Προβατά (ετεροθαλή), το ΧΧΧ Παναγιωτίδη (αμφιθαλή- πεθερό παραπονούμενης), τη ΧΧΧ Μιχαηλίδη (αμφιθαλή), το ΧΧΧ Παναγιωτίδη (αμφιθαλή), και το ΧΧΧ Παναγιωτίδη (πατέρα κατηγορουμένου 1).
(5)Από τα πιο πάνω οκτώ αδέλφια, τα τελευταία τέσσερα έχουν αποβιώσει.
(6)Ο σύζυγος της παραπονούμενης ήταν αδελφότεκνος του αποβιώσαντα Ηρόδοτου, ο οποίος απεβίωσε το έτος 2005 λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε.
(7)Υπό την ιδιότητα του κοινοτάρχη του χωριού Κρήτου Τέρρα ο κατηγορούμενος 2 πιστοποίησε το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 3, 4, 7 και 29
(12), τα οποία υπέγραψε και τοποθέτησε επ' αυτών τη σφραγίδα του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρρας.
(8)Ο κατηγορούμενος 1 ήταν αυτός που παρείχε όλες τις πληροφορίες για την σύνταξη των Τεκμηρίων 3 και 7.
(9)Στο παρελθόν ο κατηγορούμενος 1 είχε συνεργαστεί με την κατηγορούμενη 3 σε διάφορες περιπτώσεις, όπου ο κατηγορούμενος 1 είχε διοριστεί διαχειριστής σε υποθέσεις. Τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Στρέφω ευθύς την προσοχή μου στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε κυπριακό νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της (Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επομένως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί την μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στην ολότητα της είτε μέρος της, η οποία ασκείται στη βάση των αρχών που καθορίστηκαν μέσα από τη νομολογία. Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Με γνώμονα τα πιο πάνω το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του πάντοτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Η παραπονούμενη (ΜΚ1) δημιούργησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Είναι άτομο που επέδειξε στοιχεία ευθύτητας, αυθορμητισμού και ειλικρίνειας ως προς τον τρόπο που απαντούσε στις ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν. Μπορεί οι αναφορές της να μην περιορίστηκαν αποκλειστικά στα επίδικα θέματα της υπόθεσης και να επεκτάθηκαν σε άλλα επιμέρους ζητήματα, ωστόσο σε καμία περίπτωση αυτό έχει πλήξει την αξιοπιστία της, η οποία παρέμεινε σε υψηλό επίπεδο. Το εκλαμβάνω ως προσπάθεια της να δώσει στο Δικαστήριο μία ολοκληρωμένη εικόνα της χρονολογικής και πραγματικής κατάστασης των πραγμάτων που προηγήθηκαν αλλά και ακολούθησαν του ουσιώδη χρόνου της υπόθεσης και των επιδίκων ζητημάτων αυτής. Η μαρτυρία της είναι απλή, σαφής και διαφωτιστική για τα ουσιαστικά θέματα της υπόθεσης. Μέρος της μαρτυρίας της αποτελεί κοινό έδαφος των μερών και μέρος της δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Παράλληλα οι αναφορές της υποστηρίζονται από πραγματική μαρτυρία. Αυτά είναι δεδομένα που επαληθεύουν την μαρτυρία της με αποτέλεσμα να γίνεται αποδεχτή από το Δικαστήριο ως αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 1 που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι αυτής. Ενδεικτικά αναφέρω ότι οι πιο κάτω αναφορές της παραπονούμενης αποτελούν κοινό έδαφος των μερών: (α) Το ότι είναι σύζυγος του αποβιώσαντα XXXXX Παναγιωτίδη από την Κρήτου Τέρρα. (β) Το ότι ο αποβιώσαντας σύζυγος της ήταν υιός του αποβιώσαντα XXXXX Λάμπη Παναγιωτίδη, ο οποίος ήταν αδελφός του αποβιώσαντα Ηρόδοτου. (γ) Το ότι από το γάμο της η παραπονούμενη απέκτησε τρία παιδιά. (δ) Το ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η ίδια και τα τρία της παιδιά είναι εκ των κληρονόμων της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου. Περαιτέρω ενδεικτικά αναφέρω ότι οι πιο κάτω αναφορές της παραπονούμενης δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση: (α) Ο Ηρόδοτος απεβίωσε περί τα τέλη του έτους
- (β) Ο πεθερός της απεβίωσε στις 22.12.
- (γ) Ο σύζυγος της παραπονούμενης απεβίωσε το έτος 2005 λόγω προβλημάτων υγείας. Επίσης αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορουμένου 1 η αναφορά της πρώτης ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά και προγενέστερα αυτού ο κατηγορούμενος 1 διατηρούσε επαφή και επικοινωνία με την οικογένεια της σε προσωπικό επίπεδο, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από τους κατηγορουμένους 2 και
- Παράλληλα ενδεικτικά αναφέρω ότι οι πιο κάτω αναφορές της παραπονούμενης επιβεβαιώνεται από πραγματική μαρτυρία: (α) Ο κατηγορούμενος 1 υπέβαλε αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου χωρίς να ενημερώσει τα μέλη της οικογένειας της και δίχως να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση της ιδίας και των μελών της οικογένειας της, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τη δέσμη εγγράφων που συνθέτουν το Τεκμήριο
- (β) Μέσω της δικηγόρου της ανακάλυψε ότι τελικά ο κατηγορούμενος 1 καταχώρησε την αίτηση διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου υπ' αριθμό 365/08 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, στην οποίαν εμφανίζονταν ως μοναδικοί κληρονόμοι μόνο τα πέντε παιδιά του πατέρα του, ένα από τα αδέλφια του αποβιώσαντα Ηρόδοτου, ΧΧΧ Παναγιωτίδης (κατηγορούμενος 1, ΧΧΧ Λάμπη, ΧΧΧ Παναγιωτίδη, ΧΧΧ Λάμπη και ΧΧΧ Χίλι), γεγονός που επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια 3, 8 και
- (γ) Η παραπονούμενη αποτάθηκε στον κατηγορούμενο 2, τότε κοινοτάρχη της Κρήτου Τέρρα, από τον οποίον εξασφάλισε πιστοποιητικό με το οποίο βεβαιωνόταν ότι η ίδια και τα τρία παιδιά της ήταν εκ των νομίμων κληρονόμων της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου, γεγονός που επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο
- Σε ότι αφορά τα Τεκμήρια 2 και 5, ουδεμία βαρύτητα αποδίδω στο περιεχόμενο τους επειδή δεν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης και κατ' επέκταση την ουσία αυτής. Η ΜΚ2 είναι μέλος της αστυνομίας που κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο Τ.Α.Ε. Πάφου, τμήμα στο οποίο στις 28.02.11 κατέφυγε η παραπονούμενη και υπέβαλε την καταγγελία της. Είναι η αστυνομικός που τρεις μήνες περίπου μετά την υποβολή της καταγγελίας (ήτοι 17.05.11) ανέλαβε τη συνέχιση και ολοκλήρωση της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, η οποία αρχικά είχε ανατεθεί σε άλλο συνάδελφο της, ο οποίος όμως στην πορεία μετατέθηκε σε άλλη επαρχία. Ως ανακρίτρια της υπόθεσης αλλά και λόγω του ότι ήταν μέλος του Τ.Α.Ε. Πάφου, είναι άτομο που προσωπικά γνωρίζει πτυχές της, της οποίας η μαρτυρία επιβεβαιώνεται από μαρτυρίες άλλων ατόμων καθώς και από πραγματική μαρτυρία. Προέβηκε σε συγκεκριμένες ενέργειες, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από τους κατηγορουμένους. Εξ' ου και ουσιαστικά δεν αντεξετάστηκε γι' αυτές. Πέραν αυτού όμως, οι εν λόγω ενέργειες της εν λόγω αστυφύλακα συνοδεύονται από πραγματική μαρτυρία, η οποία πιστοποιεί την πραγματοποίηση τους. Στα πλαίσια ολοκλήρωσης του ανακριτικού έργου έλαβε καταθέσεις από λειτουργούς του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου, από την Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, από λειτουργό της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου, ανακριτικές καταθέσεις από τους κατηγορουμένους, κατηγόρησε γραπτώς τους κατηγορουμένους καθώς επίσης συγκέντρωσε διάφορα έγγραφα που σχετίζονται με την υπόθεση αυτή. Αυτό που συνάγεται από τη μαρτυρία της είναι ότι εξέταζε καταγγελία της παραπονούμενης που κάλυπτε τις εξής πτυχές: (α) ενώ ο αποβιώσαντας Ηρόδοτος ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ακινήτων στην Κρήτου Τέρρα, εντούτοις ουδεμία ακίνητη περιουσία ήταν εγγεγραμμένη εις το όνομα του, χωρίς η παραπονούμενη και η οικογένεια της που είναι εκ των κληρονόμων της περιουσίας του εν λόγω αποβιώσαντα να έχουν αποκτήσει συμφέρον επ' αυτής, (β) ο κατηγορούμενος 1, ένας άλλος εκ των κληρονόμων της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου, είχε καταχωρήσει την αίτηση υπ' αριθμό 365/08 για διαχείριση της περιουσίας του εν λόγω αποβιώσαντα χωρίς η παραπονούμενη ή τα παιδιά της να ενημερωθούν γι' αυτήν την πρόθεση του, (γ) ο κατηγορούμενος 2, τότε κοινοτάρχης της Κρήτου Τέρρα, είχε υπογράψει και σφραγίσει έγγραφο με το οποίο πιστοποιούσε ότι μοναδικός κληρονόμος της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου ήταν ο πατέρας του κατηγορουμένου 1, ο οποίος επειδή είχε αποβιώσει άφηνε ως κληρονόμους τα παιδιά του, δηλαδή τα αδέλφια του κατηγορουμένου
- Προκειμένου να διερευνήσει την πιο πάνω καταγγελία διαπιστώνω ότι η ΜΚ2 προέβηκε στις εξής αναντίλεκτες ενέργειες: (α) παρέλαβε από τη λειτουργό του Τμήματος Κτηματολογίου ΜΚ3 πιστό αντίγραφο πιστοποιητικού θανάτου και κληρονόμων ημερομηνίας 30.06.08 (Τεκμήριο 7), (β) παρέλαβε από την Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου τα εξής έγγραφα που σχετίζονται με τη διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου - i. πιστοποιητικό θανάτου και κληρονόμων ημερομηνίας 09.07.07 (Τεκμήριο 8) (επίσης Τεκμήριο 3), ii. αίτηση διαχείρισης υπ' αριθμό 365/08 (Τεκμήριο 9), iii. ένορκη δήλωση κατηγορουμένου 1 ημερομηνίας 23.02.08 ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου (Τεκμήριο 10), iv. διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 18.05.09 (Τεκμήριο 11). (γ) λήψη γραπτών ανακριτικών καταθέσεων από τους κατηγορουμένους ημερομηνίας 30.01.12, 27.04.12, 20.01.12 και 03.02.12 αντίστοιχα (δύο για κατηγορούμενο 1 (Τεκμήρια 12, 13, 14 και 15 αντίστοιχα), (δ) κατηγόρησε γραπτώς τους κατηγορουμένους στις 09.12.13 με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν (Τεκμήρια 16, 17 και 18 αντίστοιχα). Επιπλέον η αναφορά της ΜΚ2 ότι τα Τεκμήρια 7 και 8 φέρουν την σφραγίδα του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρρας και την υπογραφή του κατηγορουμένου 2 ως τότε κοινοτάρχη της Κρήτου Τέρρα, ο οποίος πιστοποίησε το περιεχόμενο τους που αφορά το ίδιο ζήτημα, είναι αποδεκτή από τους κατηγορουμένους 1 και
- Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, η μαρτυρία της ΜΚ3 γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της από το Δικαστήριο ως αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 6 που αποτελεί μέρος αυτής. Η ΜΚ3 είναι η κτηματολογικός λειτουργός που είχε στην κατοχή της τον υπηρεσιακό φάκελο Α395/07 που αφορούσε την υπόθεση της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου. Ως εκ της θέσεως της προσωπικά γνωρίζει ποιες ενέργειες έχουν γίνει στο κτηματολόγιο και αφορούν την υπόθεση αυτή. Υπό αυτή την ιδιότητα της ανταποκρίθηκε να ενημερώσει την αστυνομία κατά το ανακριτικό της έργο (Τεκμήριο 20). Η εν λόγω μάρτυρας έκανε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Με σεβασμό στην αλήθεια κατέθεσε αυτά που περιήλθαν στη σφαίρα της αντίληψης της έχοντας προσωπική γνώση των εγγράφων που περιέχονται στον υπηρεσιακό φάκελο, το περιεχόμενο του οποίου εξήγησε με λεπτομέρεια στο Δικαστήριο. Στις ερωτήσεις που της υπεβλήθηκαν η ΜΚ3 απαντούσε ευθέως, με σαφήνεια και επί της ουσίας τους, χωρίς να υπερβάλλει και δίχως να επιδεικνύει τάση υπεκφυγής. Σε καμία περίπτωση μου έδωσε την εντύπωση ότι κατασκεύαζε μαρτυρία. Αντίθετα εκεί που δεν γνώριζε κάτι ή όταν δεν ήταν σίγουρη, το έλεγε ευθαρσώς. Παράλληλα οι αναφορές της επιβεβαιώνονται από πραγματική μαρτυρία. Αυτά είναι στοιχεία που χαρακτηρίζουν την μάρτυρα ειλικρινή και αναδεικνύουν το επίπεδο αξιοπιστίας της. Την ίδια στιγμή η μαρτυρία της ΜΚ3 έριξε φως σε νεφελώδη σημεία της υπόθεσης. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι επί της ουσίας της η μαρτυρία της ΜΚ3 δεν αμφισβητήθηκε από τους κατηγορουμένους. Στη βάση αυτών αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΚ3 ως αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 19 και 20 που αποτελούν μέρος της. Αυτό που προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΚ3 είναι ότι κατά το έτος 2007 κατατέθηκε στην υπηρεσία της το Τεκμήριο 3, στο οποίο σημειωνόταν ότι οι μοναδικοί κληρονόμοι της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου ήταν ο πατέρας του ΧΧΧ Παναγιωτίδης, ο οποίος μετά το θάνατο του άφησε ως μόνους κληρονόμους τον ίδιο και τα αδέλφια του. Παράλληλα κατατέθηκε στο κτηματολόγιο έγγραφο αποποίησης κληρονομικών μεριδίων των αδελφών του επί της εν λόγω περιουσίας. Ακολούθως το έτος 2008 παρουσιάστηκε στην υπηρεσία της το Τεκμήριο 7 που σημείωνε ότι ο Ηρόδοτος είχε αποβιώσει άγαμος και άτεκνος αλλά είχε αφήσει ως κληρονόμους τα παιδιά των τεσσάρων αδελφών του που στο μεταξύ επίσης είχαν αποβιώσει. Μετά από αίτηση του κατηγορουμένου ως διαχειριστή της περιουσίας για εγγραφή εις το όνομα του ολόκληρου του μεριδίου επί των επίμαχων ακινήτων του αποβιώσαντα Ηρόδοτου και αφού προσκομίστηκε στην υπηρεσία της ΜΚ3 το διάταγμα διαχείρισης (Τεκμήριο 11), τα εν λόγω επίμαχα ακίνητα εγγράφηκαν επ' ονόματι του κατηγορουμένου
- Σχετικό πιστοποιητικό έρευνας ημερομηνίας 11.03.11 (Τεκμήριο 23) βεβαιώνει την εγγραφή των ακινήτων του αποβιώσαντα Ηρόδοτου στο όνομα του κατηγορουμένου 1, πράγμα εξάλλου που αποδέχεται και ο ίδιος ο κατηγορούμενος 1 μέσα από την υπερασπιστική του γραμμή. Ανάμεσα στα ακίνητα που εγγράφηκαν διαπιστώνεται να είναι το τεμάχιο 4X4 με αρ. εγγραφής 0/1XXX9 στην Κρήτου Τέρρα που αφορά οικόπεδο και το τεμάχιο 4X3 με αρ. εγγραφής 0/1XXX0 επίσης στην Κρήτου Τέρρα. Τα Τεκμήρια 21 και 22 που είναι πιστοποιητικά εγγραφής των τεμαχίων αυτών καταδεικνύουν ότι ολόκληρο το μερίδιο των εν λόγω τεμαχίων εγγράφηκε εις το όνομα του κατηγορουμένου
- Εντός του τεμαχίου 484 υπάρχει κατοικία και τούτο φαίνεται από δορυφορική εικόνα που λήφθηκε (Τεκμήριο 24). Για όλες τις πιο πάνω ενέργειες υπάρχουν σχετικά έγγραφα που περιέχονται στον σχετικό υπηρεσιακό φάκελο, πιστά αντίγραφα των οποίων αποτελούν το Τεκμήριο
- ΜΚ4 ήταν ένας άλλος υπάλληλος του κτηματολογίου. Ήταν αυτός που αφού επιθεώρησε τον υπηρεσιακό φάκελο της υπόθεσης στις 17.12.08 μετέβηκε στην Κρήτου Τέρρα για επιτόπια επιθεώρηση. Πρόκειται για ένα ακόμη μάρτυρα που δημιούργησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Ο εν λόγω μάρτυρας ήλθε και κατέθεσε γεγονότα που εμπίπτουν στο πεδίο της προσωπικής του γνώσης και που πραγματικά διαδραματίστηκαν. Επί της ουσίας της η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από τους κατηγορουμένους. Η δε ορθότητα της μαρτυρίας του επαληθεύεται από το περιεχόμενο των εγγράφων που συνθέτουν τον υπηρεσιακό φάκελο του κτηματολογίου και είναι το Τεκμήριο
- Υπό την ιδιότητα του κτηματολογικού γραφέα στον κλάδο επιτόπιων ερευνών προέβηκε σε διάφορες ενέργειες, οι οποίες μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης παρέμειναν αναντίλεκτες. Χωρίς δεύτερη σκέψη τις αποδέχομαι. Αυτό που αβίαστα προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΚ4 είναι ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν αυτός που ζήτησε από το κτηματολόγιο την εγγραφή εις το όνομα του πέντε ακινήτων που ανήκαν στον αποβιώσαντα Ηρόδοτο, επικαλούμενος εχθρική κατοχή. Επίσης ο κατηγορούμενος 1 ήταν αυτός που παρουσίασε στο κτηματολόγιο το Τεκμήριο 3 (πιστοποιητικό θανάτου και κληρονόμων ημερομηνίας 09.07.07) στο οποίο αναγραφόταν ως μοναδικός κληρονόμος ο πατέρας του κατηγορουμένου 1 που ήταν αδελφός του αποβιώσαντα Ηρόδοτου και επειδή είχε αποβιώσει άφηνε ως κληρονόμους του τον κατηγορούμενο 1 και τα τέσσερα αδέλφια του. Περαιτέρω από τη μαρτυρία του ΜΚ4 διαπιστώνεται ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν αυτός που στη συνέχεια παρουσίασε στο κτηματολόγιο το Τεκμήριο 7 (πιστοποιητικό θανάτου και κληρονόμων ημερομηνίας 30.06.08) στο οποίο σημειώνονταν τέσσερα αδέλφια του αποβιώσαντα Ηρόδοτου και επειδή όλοι τους είχαν αποβιώσει άφηναν ως νόμιμους κληρονόμους τα παιδιά τους και αφού ένα από αυτά επίσης είχε αποβιώσει αφήνοντας τα δικά του παιδιά ως κληρονόμους, τα οποία όλα στο σύνολο τους καταγράφονταν ότι ήταν πλέον
- Όπως έχει λεχθεί προηγουμένως, αποτελεί κοινό έδαφος των κατηγορουμένων 1 και 2 και δεν έχει αμφισβητηθεί από την κατηγορούμενη 3 ότι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 3 και 7 έχει πιστοποιηθεί από τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος τα έχει υπογράψει και σφραγίσει με τη σφραγίδα του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρρας. Η διαπίστωση ύπαρξης νομίμων κληρονόμων οδήγησε σε απόρριψη της αίτησης του κατηγορουμένου 1 για εγγραφή εις το όνομα του της ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου δυνάμει ισχυριζόμενης χρησικτησίας και παράλληλα στη διεξαγωγή επιτόπιας έρευνας επί της ακίνητης περιουσίας του εν λόγω αποβιώσαντα Ηρόδοτου, η οποία πραγματοποιήθηκε από τον ΜΚ4 στην παρουσία του κατηγορουμένου
- Όταν αργότερα εκδόθηκε διάταγμα διαχείρισης, η εν λόγω περιουσία εγγράφηκε εις το όνομα του κατηγορουμένου
- Ένα ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι το Τεκμήριο 25
(24). Πρόκειται για πιστοποιητικό θανάτου και κληρονόμων της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου. Είναι η θέση του συνηγόρου των κατηγορουμένων 1 και 2 ότι το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου αποτελεί προϊόν έρευνας από τον ΜΚ
- Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ο μάρτυρας εξήγησε με σαφήνεια ότι ετοίμασε το έγγραφο αυτό με βάση το Τεκμήριο 7 που βρισκόταν στον υπηρεσιακό φάκελο. Ο ίδιος δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ποιοι ακριβώς είναι οι νόμιμοι κληρονόμοι. Ούτε και αυτό ενέπιπτε στα καθήκοντα του. Το αντικείμενο της επιτόπιας έρευνας του ήταν η επιθεώρηση και καταγραφή της ενεχόμενης ακίνητης περιουσίας. Ως κτηματολογικός υπάλληλος εξέτασε μόνο την ακίνητη περιουσία, την οποίαν ο κατηγορούμενος 1 διεκδικούσε να εγγράψει εις το όνομα του. Το έγγραφο που ο εν λόγω μάρτυρας ετοίμασε, αφού αναγνώστηκε από τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος πιστοποίησε την ορθότητα του υπογράφοντας το και τοποθετώντας τη σφραγίδα του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρρας, όπως ακριβώς έπραξε και με τα Τεκμήρια 3 και
- Οι πιο πάνω εξηγήσεις του ΜΚ4 κρίνονται λογικές και ως εκ τούτου τις αποδέχομαι ως αληθές. Κατ' επέκταση αποδέχομαι ολόκληρη την μαρτυρία του ΜΚ4 ως αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 26 που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της. ΜΚ5 ήταν λειτουργός της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου. Η μαρτυρία του είναι γενική και αναφέρεται στο πως πρέπει να ενεργεί ένας κοινοτάρχης όταν του ζητείται να εκδώσει ένα πιστοποιητικό κληρονόμων ακίνητης περιουσίας. Δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω τις αναφορές αυτές, ιδιαίτερα όταν αυτές από τη μία προέρχονται από άτομο που κατείχε τη θέση του γραμματέα Κεντρικής Υπηρεσίας Κοινοτικών Συμβουλίων επαρχίας Πάφου και από την άλλη δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Οι εν λόγω αναφορές θα αποτελέσουν μέρος εκείνων των δεδομένων που θα με κατευθύνουν προκειμένου να διαπιστώσω τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ενέργησε ο κατηγορούμενος 2 στην παρούσα υπόθεση. Ένα σημείο που χρήζει να σημειωθεί είναι η αναφορά του ότι γνωρίζει προσωπικά τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος διετέλεσε κοινοτάρχης του χωριού Κρήτου Τέρρα την περίοδο 01.01.07 μέχρι 31.12.
- Εφόσον η τοποθέτηση αυτή αποτελεί κοινό έδαφος με τον κατηγορούμενο 2 και δεν έχει αμφισβητηθεί από τους υπόλοιπους κατηγορουμένους γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως αληθής και αξιόπιστη, η οποία καταγράφεται στο Τεκμήριο 27 και υιοθετήθηκε στη δια ζώσης ένορκη μαρτυρία του. ΜΚ6 ήταν η Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου. Κάτω από την ασφαλή κατοχή και φύλαξη της έχει το δικαστηριακό φάκελο διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου υπ' αριθμό 365/
- Όλες οι αναφορές στρέφονται στις ενέργειες που λήφθηκαν στο Δικαστήριο και αφορούν την επίμαχη διαχείριση, οι οποίες πηγάζουν από το Τεκμήριο 29 που είναι η δέσμη δικαστικών εγγράφων που κατατέθηκαν στο δικαστηριακό φάκελο της επίμαχης διαχείρισης. Έχοντας μελετήσει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 29 παρατηρώ ότι επιβεβαιώνουν τη μαρτυρία της ΜΚ6 σε απόλυτο βαθμό. Πέραν αυτού όμως η μαρτυρία της παρέμεινε αναντίλεκτη μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης. Στη βάση αυτών των δεδομένων αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη τη μαρτυρία της ΜΚ6, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 28 που αποτελεί μέρος της. Αυτό που προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία της ΜΚ6 είναι ότι στις 22.12.08 εμφανίστηκαν ενώπιον της ο κατηγορούμενος 1 που προέβηκε σε ένορκη δήλωση ως προτιθέμενος διαχειριστής και το άτομο που τον εγγυάται στα πλαίσια υποστήριξης της αίτησης που ο πρώτος καταχώρησε προκειμένου να του δοθούν τα έγγραφα διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου. Από ανάγνωση του ονόματος του εγγυητή παρατηρώ ότι πρόκειται για ένα από τα αδέλφια του κατηγορουμένου
- Επίσης ο κατηγορούμενος 1 εξασφάλισε και καταχώρησε γραπτή συγκατάθεση διορισμού του από όλα τα τέσσερα αδέλφια του, τα οποία εμφανίζονται στο πιστοποιητικό θανάτου και κληρονόμων (Τεκμήριο 3) που επίσης κατέθεσε ως οι μόνοι νόμιμοι κληρονόμοι. Με βάση αυτά τα στοιχεία στις 18.05.09 ο κατηγορούμενος 1 διορίστηκε διαχειριστής και καταχωρεί απογραφή ακίνητης περιουσίας από πέντε ακίνητα. Επίσης από τα έγγραφα του Τεκμηρίου 29 διαφαίνεται ότι στις 21.05.12 ο κατηγορούμενος 1 καταχωρεί ένορκη δήλωση στην οποίαν επικαλείται λάθος στην προηγούμενη αναφορά ονομάτων των νόμιμων κληρονόμων μέσω του Τεκμηρίου 3 καταγράφοντας επιπρόσθετα ονόματα άλλων 7 αδελφών του αποβιώσαντα Ηρόδοτου, από τα οποία τα τρία απεβίωσαν αφήνοντας κληρονόμους τα παιδιά τους, ένα εκ των οποίων επίσης απεβίωσε αφήνοντας κληρονόμους τη σύζυγο και τα δικά του παιδιά. Με την εν λόγω ένορκη δήλωση του ο κατηγορούμενος 1 αναφέρει επιπλέον συνολικά 19 άτομα. Η ένορκη δήλωση του συνοδεύεται από νέο πιστοποιητικό θανάτου και κληρονόμων που βεβαιώνει τον αριθμό των νόμιμων κληρονόμων ημερομηνίας 18.05.12 συμπεριλαμβάνοντας τον κατηγορούμενο 1 και τα τέσσερα αδέλφια του, με το συνολικό αριθμό να ανέρχεται σε
- Το εν λόγω έγγραφο πιστοποιείται από τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος το υπογράφει και τοποθετεί τη σφραγίδα του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρρας. Όλα αυτά τα γεγονότα αποτελούν κοινό έδαφος με τους κατηγορουμένους 1 και 2 ενώ δεν έχουν αμφισβητηθεί από την κατηγορούμενη
- Η μαρτυρία του ΜΚ7 δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης αυτής και ως εκ τούτου της αποδίδω μηδενική βαρύτητα. Τα όσα ανάφερα για τον ΜΚ7 ισχύουν απόλυτα και για τον ΜΥ1, στη μαρτυρία του οποίου επίσης δεν προσδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα. Ο κατηγορούμενος 1 δεν έκανε καθόλου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ένα μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του είναι διάτρητο από αρκετές ουσιώδεις αντιφάσεις και διαφοροποιήσεις ενώ άλλα σημεία της, υπό το φως πραγματικής και άλλης μαρτυρίας, περιέχουν σημαντικές αναλήθειες επί επιδίκων θεμάτων. Το σύνολο της μαρτυρίας του πλαισιώνεται από τις δύο γραπτές ανακριτικές του καταθέσεις (Τεκμήρια 12 και 13), από τη γραπτή δήλωση του που αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ.9 και από τη δια ζώσης ένορκη μαρτυρία του. Ανάμεσα στις πτυχές αυτές παρουσιάζονται καίριες αντιθέσεις, συνεχείς ελιγμοί και στοιχεία που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Παράλληλα οι γραπτές ανακριτικές καταθέσεις μεταξύ τους αλλά και η γραπτή δήλωση μαζί με τη δια ζώσης ένορκη μαρτυρία του κατηγορουμένου 1 παρουσιάζουν αυτοτελώς ουσιώδεις αντιφάσεις, διαφοροποιήσεις και αναλήθειες. Αυτά καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν είπε την αλήθεια τόσο στην αστυνομία κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπόθεσης όσο και εκ των υστέρων στο Δικαστήριο. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος τότε καθώς και μετέπειτα είπε ψέματα προκειμένου να απεγκλωβίσει τον εαυτό του από τη μειονεκτική θέση στην οποίαν περιήλθε μέσα από το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που προσάχθηκε και να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεων και γενικότερα της συμπεριφοράς του. Τα πιο πάνω καθιστούν τον κατηγορούμενο 1 ανειλικρινή άτομο, του οποίου η αξιοπιστία έχει πληγεί ανεπανόρθωτα. Ως αποτέλεσμα αυτού, η μαρτυρία του στερείται πειστικότητας. Για τους λόγους αυτούς δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του κατηγορουμένου 1 ως αληθή και αξιόπιστη, περιλαμβανομένου των Τεκμηρίων 12 και 13 και της γραπτής δήλωσης του, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της. Σχετικά με τα Τεκμήρια 31 και 32, αποδίδω μηδενική βαρύτητα επειδή δεν προσφέρουν οτιδήποτε στα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω που άπτονται της αξιολόγησης της μαρτυρίας του κατηγορουμένου 1, αναφέρω ενδεικτικά τα εξής:
(1)Η αναφορά του κατηγορουμένου 1 στο Τεκμήριο 12 ότι σκοπός της έρευνας του στην ακίνητη περιουσία του αποβιώσαντα Ηρόδοτου ήταν για να αποκτήσει το μερίδιο που του ανήκει καταρρίπτεται από τις μετέπειτα προσπάθειες του να εγγράψει εις το όνομα του σχεδόν όλα τα ακίνητα αρχικά επικαλούμενος εχθρική κατοχή και στη συνέχεια χρησιμοποιώντας την ιδιότητα του διαχειριστή, πράγμα που διαπιστώνεται τόσο από το Τεκμήριο 12 όσο και από την ένορκη μαρτυρία του.
(2)Η αρχική αναφορά του μέσα από το Τεκμήριο 12 ότι σε συνεννόηση με την κατηγορούμενη 3 προσπάθησε να αρχίσει διαδικασία για να διοριστεί διαχειριστής είναι παραπλανητική και χωρίς να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα επειδή, όπως προκύπτει από τη δέσμη εγγράφων του Τεκμηρίου 25, πρώτα επιχείρησε ανεπιτυχώς με αίτηση του στο κτηματολόγιο ημερομηνίας 09.05.07 υποστηριζόμενη από πιστοποιητικό ημερομηνίας 06.05.07 υπογραμμένο και σφραγισμένο από τον κατηγορούμενο 2 να μεταβιβάσει σχεδόν όλη την επίμαχη ακίνητη περιουσία δυνάμει χρησικτησίας (Τεκμήριο 25
(48)και
(49)) μαζί με έγγραφο αποποίησης κληρονομικών μεριδίων από τα αδέλφια του ημερομηνίας 07.05.07 (Τεκμήριο 25
(57)) και αφού απορρίφθηκε τότε αποφάσισε να προβεί σε διαβήματα για να διοριστεί διαχειριστής εξασφαλίζοντας το Τεκμήριο 3 ημερομηνίας 09.07.07.
(3)Η αναφορά του στην παράγραφο 15 της γραπτής δήλωσης του ότι το έτος 2007 είπε στην κατηγορούμενη 3 ότι μόνοι κληρονόμοι ήταν τα αδέλφια του και προς τούτο ετοιμάστηκε το Τεκμήριο 3 επειδή αδυνατούσε να εντοπίσει άλλους κληρονόμους συγκρούεται με γραπτή τοποθέτηση του στο Τεκμήριο 12 ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν σε επικοινωνία και επαφή με τα εν ζωή αδέλφια του αποβιώσαντα Ηρόδοτου ΧΧΧ Αλεξάνδρου, ΧΧΧ Κυριάκου, ΧΧΧ Προβατά, καθώς επίσης με τα εξαδέλφια του ΧΧΧ Χαραλάμπους και ΧΧΧ Παναγιωτίδη, παιδιά του αποβιώσαντα ΧΧΧ Παναγιωτίδη και αποβιώσαντα ΧΧΧ Παναγιωτίδη, αμφότερα αδέλφια του αποβιώσαντα Ηρόδοτου, αλλά και με την οικογένεια της παραπονούμενης, σύζυγος του αποβιώσαντα εξάδελφου του ΧΧΧ Παναγιωτίδη, ο οποίος είναι υιός του αποβιώσαντα ΧΧΧ Παναγιωτίδη, επίσης αδελφός του αποβιώσαντα Ηρόδοτου, όπως και το ότι ήταν εις γνώση του ότι βρισκόταν στη ζωή ο ΧΧΧ Παναγιωτίδης, ένας άλλος αδελφός του αποβιώσαντα Ηρόδοτου.
(4)Η αναφορά του στη δια ζώσης ένορκη μαρτυρία του ότι δεν είχε τοποθετήσει το όνομα του συζύγου της παραπονούμενης από απροσεξία έρχεται σε αντίθεση με τοποθέτηση του στο Τεκμήριο 12 που ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος μερίμνησε να εκδοθεί το Τεκμήριο 12 επικαλούμενος ότι τέτοια εντύπωση είχε αφού θεωρούσε τα επίμαχα ακίνητα περιουσία του πατέρα του δυνάμει εχθρικής κατοχής.
(5)Η αναφορά του στο τέλος της αντεξέτασης του από τη συνήγορο της κατηγορουμένης 3 πως ο ίδιος δεν γνώριζε τους πραγματικούς κληρονόμους αλλά η γνώση του ήταν από ότι άκουε από συγγενικά πρόσωπα ή ηλικιωμένα άτομα που διέμεναν στο χωριό Κρήτου Τέρρα, έρχεται σε αντίθεση με προγενέστερη τοποθέτηση του κατά την αντεξέταση του από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής που είπε ότι κάποια ονόματα του διέφευγαν από λάθος όταν τα είχε ξεχάσει και επιπλέον συγκρούεται από αναφορά του στο Τεκμήριο 12 που κατονομάζει διάφορους κληρονόμους με τους οποίους διατηρεί επαφή. Συνεπώς εδώ προβλήθηκαν τρεις διαφορετικοί ισχυρισμοί από τον κατηγορούμενο 1 που αλληλοαναιρούνται από τον ίδιο.
(6)Η αναφορά του στην παράγραφο 16 της γραπτής δήλωσης του ότι παρόλο που η κατηγορούμενη 3 είχε στην κατοχή της τα Τεκμήρια 3 και 7 εντούτοις επέλεξε να προχωρήσει με το Τεκμήριο 3 διαβεβαιώνοντας τον ότι ήταν εντάξει, έρχεται σε αντίθεση τόσο με μετέπειτα τοποθέτηση του στη δια ζώσης ένορκη μαρτυρία του με την οποίαν είπε ότι η κατηγορούμενη 3 ενδεχομένως να έκανε λάθος λόγω παράλειψης της όσο και προγενέστερα με δήλωση του στο Τεκμήριο 12 ότι ο ίδιος έτσι πίστευε πως έπρεπε να είχε γίνει. Με βάση αναφορά του ότι υπήρξε διαχειριστής σε αρκετές άλλες προηγούμενες περιπτώσεις, άρα με κάποια εμπειρία σε διαδικασία διαχείρισης, οι πιο πάνω τοποθετήσεις του είναι άστοχες και στερούνται πειστικότητας.
(7)Η αναφορά του στο Τεκμήριο 12 ότι η ΧΧΧ Αλεξάνδρου, εν ζωή αδελφή του αποβιώσαντα Ηρόδοτου, δεν έχει σώας τα φρένα της όχι μόνο δεν επαληθεύεται από κατάλληλη ιατρική μαρτυρία αλλά έρχεται σε σύγκρουση από μετέπειτα ισχυρισμό του ότι από το εν λόγω άτομο εξασφάλισε έγγραφο αποποίησης κληρονομικού δικαιώματος και εν τέλει καταρρίπτεται όταν ο ίδιος συμπεριλαμβάνει το όνομα της σε ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 21.05.12 καθώς και σε πιστοποιητικό ημερομηνίας 18.05.12 που φέρει υπογραφή και σφράγιση από τον κατηγορούμενο 2 στα πλαίσια της διαδικασίας διαχείρισης, σε αμφότερα τα οποία έγγραφα το όνομα της σημειώνεται ως μία από τις εχέφρονες κληρονόμους (Τεκμήριο 29
(9)και
(12)).
(8)Η αναφορά του στο Τεκμήριο 12 ότι το έτος 2008 μερίμνησε για την έκδοση του Τεκμηρίου 7, στο οποίο σημειώνονται ως μόνοι κληρονόμοι τα τέσσερα αποβιώσαντα αδέλφια του αποβιώσαντα Ηρόδοτου με τη δικαιολογία ότι αυτούς τότε θυμόταν, έρχεται σε αντίφαση με προηγούμενη τοποθέτηση του στο ίδιο έγγραφο που περιγράφει τις επαφές, επικοινωνίες και σχέσεις που είχε με νόμιμους κληρονόμους ΧΧΧ Αλεξάνδρου, ΧΧΧ Κυριάκου, ΧΧΧ Προβατά και ότι ήταν εις γνώση του ότι βρισκόταν στη ζωή ο ΧΧΧ Παναγιωτίδης.
(9)Ο κατηγορούμενος 1 ισχυρίστηκε ότι ενέγραψε στο όνομα του την ακίνητη περιουσία της διαχείρισης για να την προφυλάξει από κάποιους που προσπάθησαν να την αποξενώσουν, ισχυρισμός ο οποίος είναι γενικός, αόριστος και ασαφής. Δεν παρέχονται συγκεκριμένα στοιχεία και ούτε εξηγείται πως και υπό ποια ιδιότητα θα μπορούσε κάποιος να επιχειρήσει κάτι τέτοιο. Η δε τοποθέτηση για κάποιο έγγραφο του ΧΧΧ Παναγιωτίδη, χωρίς να παρέχονται διευκρινίσεις σε ποιο έγγραφο γίνεται αναφορά και πως αυτό μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο το κληρονομικό δικαίωμα των κληρονόμων επί των επίμαχων ακινήτων, δεν διαφωτίζει το σκηνικό. Αυτό όμως που παραμένει είναι η προγενέστερη αποτυχημένη προσπάθεια του κατηγορουμένου 1 να εγγράψει εις το όνομα του τα επίμαχα ακίνητα επικαλούμενος εχθρική κατοχή. Εν πάση περιπτώσει ουδείς από τους νόμιμους κληρονόμους, με εξαίρεση τα αδέλφια του, ενημερώθηκε για την αίτηση εγγραφής των ακινήτων της διαχείρισης εις το όνομα του κατηγορουμένου 1.
(10)Η αναφορά του στην παράγραφο 16 της γραπτής δήλωσης του καθώς και στο Τεκμήριο 12 ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση διαχείρισης είχε ετοιμαστεί από την κατηγορούμενη 3 διαφοροποιήθηκε στη δια ζώσης ένορκη μαρτυρία του όταν ισχυρίστηκε ότι ο αποβιώσαντας δικηγόρος Αντρέας Κωνσταντινίδης, θείος της κατηγορουμένης 3, είχε ανάμιξη στην ετοιμασία και σύνταξη της αίτησης και των συνοδευτικών εγγράφων. Αυτό που προκύπτει μέσα από τη μαρτυρία του κατηγορουμένου 1 είναι ότι ενώ γνώριζε ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση διαχείρισης ήταν αναληθές, ο ίδιος προχώρησε και την υπέγραψε ενώπιον του Πρωτοκολλητή. Ο δε ισχυρισμός του ότι έτσι πίστευε πως έπρεπε να είχε γίνει στερείται λογικής. Ο κατηγορούμενος 2 δημιούργησε πολύ φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο. Χωρίς κανένα σεβασμό στην αλήθεια και δίχως να αναγνωρίζει τέτοια υποχρέωση του, ο εν λόγω κατηγορούμενος ήλθε και απλά κατάθεσε αυτά που θεώρησε ότι ήταν ευνοϊκά για τον εαυτό του. Η εκδοχή που προέβαλε δεν ήταν σταθερή επειδή διακατέχεται από το στοιχείο του προσωπικού συμφέροντος και της πλασματικής εικόνας που επιδίωξε να μεταφέρει στο Δικαστήριο. Οι απαντήσεις του κατηγορουμένου 2 στη δια ζώσης ένορκη μαρτυρία του είναι κατευθυνόμενες και κατασκευασμένες αφού έκδηλα στρέφονται στην εξυπηρέτηση του πιο πάνω σκοπού χωρίς να συνοδεύονται από πειστικές εξηγήσεις. Μέσα από τη δια ζώσης ένορκη μαρτυρία του παρατηρούνται ελιγμοί ενώ οι αναφορές που εν λόγω κατηγορούμενος διατυπώνει διαφέρουν ουσιωδώς από τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 14), το περιεχόμενο της οποίας δήλωσε μέσα από τη δια ζώσης μαρτυρία του ότι είναι αληθές. Ορισμένες δε από τις τοποθετήσεις του εν λόγω κατηγορουμένου στερούνται λογικής. Αυτά είναι δεδομένα που πλήττουν την αξιοπιστία του εν λόγω κατηγορουμένου στον πυρήνα της και παράλληλα εκμηδενίζουν την πειστικότητα της μαρτυρίας του. Στη βάση των πιο πάνω δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του κατηγορουμένου 2, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 14 που αποτελεί μέρος της. Προς τεκμηρίωση των πιο πάνω ενδεικτικά αναφέρω τα εξής:
(1)Ενώ στο Τεκμήριο 14 ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει ότι πιστοποίησε, σφράγισε και υπέγραψε τα Τεκμήρια 3 και 7 χωρίς να ανατρέξει σε βιβλία και μητρώα του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρρας και δίχως να αναλογιστεί ότι θα μπορούσαν να υπάρχουν ονόματα κληρονόμων άλλα από αυτά που ήδη σημειώνονταν στα εν λόγω έγγραφα, στη δια ζώσης ένορκη μαρτυρία του διαφοροποιείται αναφέροντας ότι τέτοια έγγραφα δεν ήταν διαθέσιμα.
(2)Αν δεν υπήρχε δυνατότητα πρόσβασης σε βιβλία και μητρώο του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρρας, για ποιο λόγο ο κατηγορούμενος 2 δεν ανέτρεξε τόσο σε εκκλησιαστικά έγγραφα που αφορούν την εν λόγω κοινότητα όσο και σε βιβλία και μητρώα της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου. Εύλογο ερώτημα για το οποίο ουδεμία πειστική εξήγηση δόθηκε.
(3)Ενώ στο Τεκμήριο 14 ο κατηγορούμενος 2 αναφέρει ότι βεβαίωσε το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 3 και 7 χωρίς βασικά να προβεί σε οποιαδήποτε έρευνα, επτά χρόνια αργότερα στη δια ζώσης ένορκη μαρτυρία του διαφοροποιήθηκε λέγοντας ότι είχε ρωτήσει δύο συγχωριανούς του, τα ονόματα των οποίων μάλιστα λέει ότι θυμάται και επικαλείται.
(4)Η δικαιολογία που ο κατηγορούμενος 2 δίδει γιατί στο Τεκμήριο 14 δεν υπάρχει αναφορά σε έρευνα συγχωριανών του, ήτοι επειδή δεν του ζητήθηκε, στερείται λογικού ερείσματος αφού στο εν λόγω έγγραφο ουδεμία νύξη υπάρχει για διεξαγωγή έρευνας.
(5)Μπροστά στην πιο πάνω δικαιολογία που έδωσε, ο κατηγορούμενος 2 ελίσσεται εκ νέου όταν στη συνέχεια ισχυρίζεται ότι στο Τεκμήριο 14 δεν υπάρχει αναφορά σε έρευνα συγχωριανών του επειδή του είχε διαφύγει να το αναφέρει.
(6)Οι πιο πάνω δικαιολογίες αποτελούν εκ των υστέρων εφευρήματα του κατηγορουμένου 2 προκειμένου να δημιουργήσει την παραπλανητική εικόνα ότι πραγματοποίησε έρευνα προτού πιστοποιήσει το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 3 και 7. Πέραν του ότι δεν επαληθεύεται ο ισχυρισμός περί έρευνας σε συγχωριανούς από άλλη μαρτυρία, αν η θέση αυτή ευσταθούσε τότε τα ονόματα των επικαλούμενων ηλικιωμένων συγχωριανών του εν λόγω κατηγορουμένου θα σημειώνονταν στα προαναφερόμενα τεκμήρια, επί των οποίων θα αναφερόταν η ιδιότητα τους και η ηλικία τους και θα συνοδεύονταν από σχετικές ενυπόγραφες δηλώσεις τους, ως είναι η συνήθης πρακτική που ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις όπως την παρούσα, με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΚ5.
(7)Ο κατηγορούμενος 2 δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση πως ήταν σε θέση να πιστοποιήσει την ακίνητη περιουσία που περιέχεται στο Τεκμήριο 3 χωρίς να έχει διεξάγει έρευνα στο Τμήμα Κτηματολογίου.
(8)Η θέση του κατηγορουμένου 2 ότι δεν χρειαζόταν να ελέγξει την ορθότητα του Τεκμηρίου 25 επειδή αυτό έγινε από το λειτουργό κτηματολογίου που του ζήτησε να το βεβαιώσει δεν έχει κανένα λογικό έρεισμα. Αν ευσταθούσε αυτή η θέση τότε ποια η ανάγκη και η σημασία της πιστοποίησης από τον κατηγορούμενο 2. Επίσης διερωτώμαι γιατί ο υπάλληλος του κτηματολογίου να πρέπει να ελέγξει τους νόμιμους κληρονόμους της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου τη στιγμή που δεν ήταν στα καθήκοντα του, αλλά υποχρέωση του κατηγορουμένου 2 ως κοινοτάρχη που ήταν. Από το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν αυτός που πιστοποίησε την ορθότητα του περιεχομένου των Τεκμηρίων 3, 4, 7 και 25, τα οποία αφού σφράγισε με τη σφραγίδα του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρρας ως τότε πρόεδρος που ήταν, τα υπέγραψε. Το ότι είναι το άτομο που πιστοποίησε, σφράγισε και υπέγραψε τα πιο πάνω έγγραφα αποτελεί κοινό έδαφος των μερών. Σε κάθε περίπτωση ουδείς το έχει αμφισβητήσει κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Η πιστοποίηση των εν λόγω εγγράφων που υπέγραψε με διαφορετικό περιεχόμενο αλλά αφορούν το ίδιο θέμα καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν προέβηκε σε κανένα έλεγχο οποτεδήποτε προκειμένου να βεβαιώσει την ορθότητα τους. Ειδικότερα δεν ανέτρεξε ούτε σε βιβλία του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρρας, ούτε σε μητρώα της εκκλησίας αλλά ούτε και σε έγγραφα της Επαρχιακής Διοίκησης Πάφου. Ο κατηγορούμενος 2 δεν έδωσε οποιαδήποτε πειστική εξήγηση γι' αυτό. Την ίδια στιγμή η διαφορετικότητα του περιεχομένου των πιο πάνω εγγράφων που αφορούν το ίδιο θέμα σε συνδυασμό με τους υπόλοιπους λόγους που αναφέρθηκαν προηγουμένως καταρρίπτουν τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου 2 ότι είχε ρωτήσει κάποιους ηλικιωμένους κατοίκους του χωριού Κρήτου Τέρρα προτού τα πιστοποιήσει. Η μαρτυρία της κατηγορουμένης 3 αποτελείται από τη γραπτή ανακριτική κατάθεση της στην αστυνομία (Τεκμήριο 15) και από τη δια ζώσης ένορκη μαρτυρία της στο Δικαστήριο. Μελετώντας το Τεκμήριο 15 παρατηρώ ότι περιέχονται δηλώσεις της κατηγορουμένης που είναι ενάντια στα συμφέροντα της. Καταγεγραμμένες σε γραπτή κατάθεση δηλώσεις ενός κατηγορουμένου που είναι εις βάρος των συμφερόντων του δύναται να αξιολογηθούν. Το γεγονός ότι τέτοιες δηλώσεις αποτελούν μέρος γραπτής κατάθεσης δεν εμποδίζουν την αποδοχή του μέρους αυτού του εγγράφου στο οποίο περιέχονται ανεξάρτητα αν το υπόλοιπο κομμάτι του εγγράφου αυτού στο οποίο περιέχονται διαφορετικές αναφορές που δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές επειδή δεν δικαιολογείται. Συνεπώς η δυνατότητα αποδοχής τέτοιων δηλώσεων δεν προϋποθέτει την αποδοχή του εγγράφου στο οποίο αυτές εντάσσονται επί του συνόλου του περιεχομένου. Τα πιο πάνω υποστηρίζονται από νομολογία. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 λέχθηκε ότι είναι νομικά επιτρεπτό η αποδοχή μέρους γραπτής κατάθεσης κατηγορουμένου, στο κομμάτι της οποίας περιλαμβάνονται δηλώσεις που είναι ενάντια στα συμφέροντα του και παράλληλα η απόρριψη άλλων ισχυρισμών που περιέχονται στο ίδιο έγγραφο, για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία. Επίσης στην αγγλική υπόθεση Duncan 73 Cr. App. Rep. 359 αποφασίστηκε ότι το βάρος που θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης ενός κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης. Μνημόνευση των προαναφερόμενων υποθέσεων με ανασκόπηση των νομικών αρχών που αναλύονται σ' αυτές εκτίθενται στην υπόθεση Γαβριήλ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 693, στην οποίαν και παραπέμπω. Βασική προϋπόθεση για την αποδοχή δήλωσης κατηγορουμένου εναντίον συμφέροντος του, ως έχει σημειωθεί στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation
(2011)1 Α.Α.Δ. 2330, είναι τέτοια αναφορά να καθορίζεται μέσα στο έγγραφο που παρουσιάζεται ως μαρτυρία. Στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορούμενη 3 μέσα από το Τεκμήριο 15 αναφέρει ότι ασκεί το επάγγελμα του δικολάβου από το έτος 2001 ασχολούμενη με υποθέσεις, μεταξύ άλλων, κτηματικής φύσεως. Επίσης αποκαλύπτει ότι ανέπτυξε επαγγελματική σχέση με τον κατηγορούμενο διάρκειας 5-6 χρόνια, περίοδο κατά την οποίαν συνεργάστηκε μαζί του σε διάφορες υποθέσεις. Η ίδια ρητά αναφέρει ότι εκείνη ήταν που ετοίμασε τα εξής έγγραφα: (α) έγγραφο που πιστοποιεί εχθρική κατοχή από τον κατηγορούμενο των πέντε επίμαχων ακινήτων του αποβιώσαντα Ηρόδοτου δυνάμει δωρεάς (Τεκμήριο 25
(49), το οποίο και κατέθεσε στο κτηματολόγιο μαζί με σχετική αίτηση, (β) έγγραφο αποποίησης κληρονομικού δικαιώματος επί των επίμαχων ακινήτων και συγκατάθεσης από τα αδέλφια του κατηγορουμένου 1, (γ) το Τεκμήριο 3 κατόπιν οδηγιών που έλαβε και με βάση πληροφορίες που της δόθηκαν από τον κατηγορούμενο 1 όταν το κτηματολόγιο απέρριψε την αίτηση για μεταβίβαση των επίμαχων ακινήτων εις το όνομα του κατηγορουμένου 1 δυνάμει χρησικτησίας, το οποίο και κατέθεσε στο κτηματολόγιο, (δ) το Τεκμήριο 7 κατόπιν οδηγιών που έλαβε και με βάση πληροφορίες που της δόθηκαν από τον κατηγορούμενο 1, το οποίο επίσης κατέθεσε στο κτηματολόγιο, Περαιτέρω κατηγορηματικά δηλώνει πως τον Ιούλιο 2008 είχε ενημερωθεί ότι υπήρχαν και άλλοι νόμιμοι κληρονόμοι της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου. Προς τούτο μάλιστα αναφέρει ότι ετοίμασε έγγραφα αποποίησης κληρονομικού δικαιώματος ορισμένων από τους νέους κληρονόμους. Επιπλέον δηλώνει ρητά ότι η ίδια ήταν που ετοίμασε την αίτηση διαχείρισης υπ' αριθμό 365/2008 καθώς και όλα τα έγγραφα που τη συνοδεύουν (δέσμη εγγράφων που συνθέτουν το Τεκμήριο 29), ένα εκ των οποίων είναι το Τεκμήριο 3 (Τεκμήριο 29
(6)). Επειδή όμως η καταχώρηση τους στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου απαιτούσε την υπογραφή από δικηγόρο, η εν λόγω κατηγορούμενη εξήγησε ότι αποτάθηκε στον αποβιώσαντα θείο της Ανδρέα Κωνσταντινίδη που ήταν δικηγόρος, ο οποίος, χωρίς να γνωρίζει την υπόθεση, υπέγραψε την αίτηση. Παράλληλα εξήγησε ότι αυτή συνοδευόμενη από τον κατηγορούμενο 1 μετέβηκε στις 22.12.08 στο Δικαστήριο και κατέθεσε την αίτηση μαζί με τα έγγραφα, γνωρίζοντας ότι το περιεχόμενο τους δεν ήταν αληθές. Επιπρόσθετα η ίδια σημειώνει πως αυτή ήταν που ετοίμασε εγγυητήριο έγγραφο με τον αδελφό του κατηγορουμένου 1, το έγγραφο απογραφής, το έγγραφο ολοκλήρωσης της διαχείρισης που υπογράφτηκε από τα αδέλφια του κατηγορουμένου 1 και την επιστολή προς το κτηματολόγιο με την οποίαν ζητούσε να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση των πέντε επίμαχων ακινήτων στο όνομα του κατηγορουμένου 1 ως διαχειριστής πλέον της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου, κάτι που τελικά πέτυχε. Ακόμη η εν λόγω κατηγορούμενη αποκαλύπτει ότι όταν της ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο 1 να εκδώσει απόδειξη είσπραξης χρημάτων για ποσό €2.500 ή €3.000, ποσό μεγαλύτερο από αυτό που εισέπραξε, το έπραξε προκειμένου το έγγραφο αυτό να υποδειχτεί στους κληρονόμους. Τα πιο πάνω αποτελούν σαφείς, ρητές και κατηγορηματικές δηλώσεις της κατηγορουμένης 3 που χωρίς να επιδέχονται διαφορετικής ερμηνείας διαφωτίζουν το σκηνικό, εξηγώντας από μόνη της με λεπτομέρεια και με παραστατικότητα τα γεγονότα που πραγματικά διαδραματίστηκαν με τη δική της συμμετοχή. Παράλληλα οι δηλώσεις της αυτές υποστηρίζονται από πραγματική μαρτυρία που έγινε αποδεκτή. Έχοντας αυτά υπόψη μου αποδέχομαι ως αληθές το μέρος του Τεκμηρίου 15 που περιέχει τις προαναφερόμενες δηλώσεις της κατηγορουμένης 3 και είναι ενάντια των συμφερόντων της, οι οποίες αφού έχουν εντοπιστεί και υποδειχτεί πιο πάνω, ακολούθως έχουν σχολιαστεί ως προς τους λόγους που οι εν λόγω αναφορές γίνονται δεκτές. Αντίθετα η δια ζώσης ένορκη μαρτυρία της κατηγορουμένης 3 αποτελείται από σωρεία αναληθών και αντιφατικών αναφορών που έκδηλα μοναδικό στόχο έχουν να πλήξουν την ανακριτική της κατάθεση βοηθώντας την έτσι να εξέλθει από τη μειονεκτική θέση που περιήλθε μέσα από τις κρυστάλλινες δηλώσεις της στο Τεκμήριο 15. Οι δια ζώσης τοποθετήσεις της εδράζονται πάνω σε φτωχές δικαιολογίες που όχι μόνο στερούνται τεκμηρίωσης αλλά δεν συνάδουν ούτε με τη λογική. Χωρίς κανένα σεβασμό στην αλήθεια η κατηγορούμενη 3 επιχειρεί με εκ των υστέρων κατασκευάσματα να δημιουργήσει σύγχυση θολώνοντας το τοπίο. Οι δια ζώσης αναφορές της δεν χαρακτηρίζονται γνήσιες και αυθόρμητες αλλά καθοδηγούνται από προσωπικό συμφέρον που υπάρχει με τον σκοπό της παραπλάνησης και του αποπροσανατολισμού. Στη βάση των πιο πάνω η δια ζώσης ένορκη μαρτυρία της κατηγορουμένης 3 δεν γίνεται αποδεκτή ως αληθή και αξιόπιστη. Προς στοιχειοθέτηση των πιο πάνω αναφέρω τα εξής που η κατηγορούμενη 3 επικαλέστηκε μέσα από τη δια ζώσης ένορκη μαρτυρία της:
(1)Η κατηγορούμενη 3 προέβαλε άγχος και πίεση που αισθανόταν τη στιγμή που έδιδε κατάθεση στην αστυνομία προκειμένου να ισχυριστεί ότι ορισμένα σημεία του Τεκμηρίου 15 δεν ήταν ορθά. Πρόκειται για ένα ισχυρισμό που στερείται πειστικότητας επειδή: (α) η εν λόγω κατηγορούμενη δηλώνει γραπτώς ότι ενημερώθηκε για το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 15 και το δικαίωμα της να προβεί σε αλλαγές επ' αυτού, το οποίο θεωρώντας ορθό το υπέγραψε χωρίς να προβεί σε οποιεσδήποτε τροποποιήσεις, (β) ένα χρόνο μετά που κατηγορείται γραπτώς από την αστυνομία (09.12.13), χωρίς πλέον άγχος και πίεση της κατάθεσης, η εν λόγω κατηγορούμενη δεν αναφέρει ότι επιθυμούσε να προβεί σε συμπληρωματική κατάθεση, (γ) τόσο στο μεσοδιάστημα όσο και μετέπειτα πριν η υπόθεση καταχωρηθεί στο Δικαστήριο η κατηγορούμενη 3 δεν αναφέρει ότι επιθυμούσε να προβεί σε συμπληρωματική κατάθεση. Η δικαιολογία που προέβαλε ότι δεν ήθελε να ενοχλήσει την αστυνομία είναι φτωχή και δεν είναι πειστική.
(2)Η κατηγορούμενη 3 ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε εμφανίστηκε στο κτηματολόγιο για να καταθέσει έγγραφα, ισχυρισμός που καταρρίπτεται από τη σαφή δήλωση στο Τεκμήριο 15 ότι είναι η ίδια που είχε καταθέσει στο εν λόγω τμήμα τα Τεκμήρια 25
(49), 3 και 7.
(3)Η κατηγορούμενη 3 επικαλέστηκε ότι η αίτηση διαχείρισης κατατέθηκε από τον αποβιώσαντα δικηγόρο Κωνσταντινίδη, τοποθέτηση που είναι αναληθής αφού το Τεκμήριο 15 αναφέρει με σαφήνεια ότι ο εν λόγω δικηγόρος απλά την υπέγραψε χωρίς να είναι παρών στο Δικαστήριο και δίχως να γνωρίζει οτιδήποτε για την υπόθεση και ότι εκείνη ήταν που την κατέθεσε στο Δικαστήριο μαζί με τα έγγραφα που τη συνόδευαν, τα οποία όλα είχαν ετοιμαστεί από την εν λόγω κατηγορούμενη.
(4)Η κατηγορούμενη 3 ισχυρίστηκε ότι συνέχισε να ετοιμάζει έγγραφα επειδή είχε συμβουλευτεί δικηγόρο που της είχε πει ότι μπορούσε να ετοιμαστεί συμπληρωματικός κατάλογος κληρονόμων, ισχυρισμός που είναι αναληθής αφού με βάση το Τεκμήριο 15 η ίδια είχε μόνο αποταθεί στον αποβιώσαντα δικηγόρο Κωνσταντινίδη για να εξασφαλίσει την υπογραφή του στην αίτηση διαχείρισης που αυτή ετοίμασε προκειμένου να καταστεί δυνατή η κατάθεση της στο Δικαστήριο, πράγμα που αυτή έπραξε όταν το εν λόγω έγγραφο είχε υπογραφεί από τον εν λόγω δικηγόρο.
(5)Η κατηγορούμενη 3 ισχυρίστηκε ότι συμβούλευσε τον κατηγορούμενο 1 να αποταθεί σε δικηγόρο, ισχυρισμός ο οποίος στερείται λογικής και κατ' επέκταση πειστικότητας με βάση τα δικά της λεγόμενα. Ποια είναι η ανάγκη τέτοιας εισήγησης τη στιγμή που η εν λόγω κατηγορούμενη, όπως είπε, αποτάθηκε σε δικηγόρο που τη συμβούλευσε, υπέγραψε την αίτηση διαχείρισης και θα εκπροσωπούσε τον κατηγορούμενο 1 σ' αυτήν.
(6)Η κατηγορούμενη 3 ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος 1 ξεκίνησε τη διαδικασία διαχείρισης με τους κληρονόμους που ήξερε αλλά όταν έμαθε ότι υπήρχαν και άλλοι του πρότεινε να αποταθεί σε δικηγόρο για να συνεχίσει, ισχυρισμός όμως που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού παρόλο ότι η κατηγορούμενη 3 ανακάλυψε την ύπαρξη περισσότερων κληρονόμων, εξ' ου και η ετοιμασία του Τεκμηρίου 7, με την καταχώρηση της αίτησης διαχείρισης που έγινε σε μεταγενέστερο στάδιο και η ίδια είχε ετοιμάσει, οι κληρονόμοι που συμπεριλήφθηκαν στο σώμα της περιορίστηκαν στα αδέλφια του κατηγορουμένου 1, υιοθετώντας έτσι το Τεκμήριο 3 που προγενέστερα αυτή είχε ετοιμάσει, το οποίο ήταν ένα από τα βασικά έγγραφα που υποστήριζαν την πιο πάνω αίτηση διαχείρισης. Παράλληλα επειδή η κατάθεση της αίτησης που ήταν ο στόχος της απαιτούσε υπογραφή από δικηγόρο, η κατηγορούμενη 3 αποτάθηκε στον αποβιώσαντα θείο της που ήταν δικηγόρος.
(7)Η κατηγορούμενη 3 ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε τους υπόλοιπους κληρονόμους ή οποιονδήποτε εξ' αυτών, ισχυρισμός που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού μέσα από το Τεκμήριο 15 τονίζεται ρητά ότι τον Ιούλιο 2008 η εν λόγω κατηγορούμενη είχε ενημερωθεί ότι υπήρχαν και άλλοι κληρονόμοι ετοιμάζοντας μάλιστα έγγραφα αποποίησης κληρονομικού δικαιώματος για ορισμένους από τους νέους κληρονόμους.
(8)Η κατηγορούμενη 3 ισχυρίστηκε ότι πρώτα ζήτησε νομική συμβουλή από δικηγόρο, ο οποίος την πληροφόρησε ότι μπορούσε σε μεταγενέστερο στάδιο να υποβληθεί συμπληρωματικός κατάλογος που να περιλαμβάνει τους υπόλοιπους κληρονόμους και ακολούθως καταχώρησε την αίτηση διαχείρισης, ισχυρισμός όμως που είναι αναληθής αφού η εν λόγω κατηγορούμενη αποτάθηκε μόνο στο θείο της δικηγόρο μετά που ετοίμασε την αίτηση διαχείρισης και την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει προκειμένου αυτός να την υπογράψει για να μπορέσει να καταχωρηθεί στο Δικαστήριο. Αν ο εν λόγω ισχυρισμός είχε δόση αληθοφάνειας, εφόσον η κατηγορούμενη 3 ήδη γνώριζε για περισσότερους κληρονόμους δεν θα περιοριζόταν σε αναφορά μόνο των ονομάτων των αδελφών του κατηγορουμένου 1 (Τεκμήριο 29
(1)) και να κατέθετε ως μέρος των εγγράφων που συνόδευαν την αίτηση διαχείρισης το Τεκμήριο 3 (Τεκμήριο 29
(6)).
(9)Η κατηγορούμενη 3 ισχυρίστηκε ότι εξέδωσε απόδειξη είσπραξης για μεγαλύτερο ποσό από ότι έλαβε επειδή σ' αυτήν περιλαμβάνονταν και άλλες υποθέσεις του κατηγορουμένου 1, ισχυρισμός που όμως στην πορεία της αντεξέτασης της διαφοροποιήθηκε όταν η ίδια αναγνώρισε ότι προέβηκε σε παρατυπία εκδίδοντας τέτοια απόδειξη που σημείωνε ότι αφορούσε την αίτηση διαχείρισης προκειμένου να υποδειχτεί στους κληρονόμους, αν και το ποσό συμπεριλάμβανε την αμοιβή της και για άλλες υποθέσεις, χωρίς όμως αυτό να καταγράφεται. Πέραν αυτού όμως, ο πιο πάνω ισχυρισμός της κατηγορουμένης 3 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού με βάση το Τεκμήριο 15 αναφέρεται ρητά ότι το εν λόγω έγγραφο αφορούσε την αίτηση διαχείρισης και εκδόθηκε με σκοπό να υποδειχτεί στους κληρονόμους. Μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας της κατηγορουμένης 3 αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι ενώ η ίδια τον Ιούλιο 2008 ενημερώθηκε για την ύπαρξη επιπλέον νομίμων κληρονόμων, εκτός από τα αδέλφια του κατηγορουμένου 1, ετοιμάζοντας έγγραφα αποποίησης κληρονομικού δικαιώματος για ορισμένους από αυτούς, η εν λόγω κατηγορούμενη: (α) ετοίμασε την αίτηση διαχείρισης και την ένορκη δήλωση αναφέροντας ως νόμιμους κληρονόμους μόνο τα αδέλφια του κατηγορουμένου 1 καταθέτοντας ως ένα από τα έγγραφα που την υποστήριζαν το Τεκμήριο 3 (Τεκμήριο 29
(6)), (β) επειδή για την καταχώρηση της αίτησης διαχείρισης που ετοίμασε απαιτείτο η υπογραφή από δικηγόρο, η ίδια αποτάθηκε σε αποβιώσαντα θείο της που ήταν δικηγόρος, ο οποίος χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε για την υπόθεση, την υπέγραψε, (γ) ακολούθως και παρόλο ότι γνώριζε πως το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων ήταν αναληθές, η κατηγορούμενη 3, συνοδευόμενη από τον κατηγορούμενο 1, εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και προχώρησε στην καταχώρηση τους, (δ) στη συνέχεια η κατηγορούμενη 3 ετοίμασε έγγραφο εγγυητή της διαχείρισης τον αδελφό του κατηγορουμένου 1, το έγγραφο απογραφής, έγγραφο ολοκλήρωσης της διαχείρισης που υπογράφτηκε από τα αδέλφια του κατηγορουμένου 1 και την επιστολή προς το κτηματολόγιο με την οποίαν ζητούσε να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση των πέντε επίμαχων ακινήτων στο όνομα του κατηγορουμένου 1 ως διαχειριστής πλέον της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου, με βάση την οποίαν η μεταβίβαση τους έγινε, (ε) όταν της ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο 1 να εκδώσει απόδειξη είσπραξης χρημάτων για ποσό €2.500 ή €3.000, ποσό μεγαλύτερο από αυτό που εισέπραξε, προκειμένου το έγγραφο αυτό να υποδειχτεί στους κληρονόμους, αυτή ευθύς ανταποκρίθηκε θετικά. Παρόλο ότι ενώπιον μου δεν υπάρχουν στοιχεία που θα με οδηγήσουν σε εύρημα επί του ακριβές ποσού που η κατηγορούμενη 3 εισέπραξε ως αμοιβή της για τις υπηρεσίες της στην υπόθεση αυτή, εντούτοις υπάρχουν ξεκάθαρα δεδομένα για να καταλήξω σε εύρημα ότι εκδόθηκε απόδειξη είσπραξης χρημάτων κατά πολύ μεγαλύτερο ποσό από αυτό που πραγματικά πληρώθηκε σ' αυτήν και τούτο για το λόγο που έχει σημειωθεί πιο πάνω. Για σκοπούς ολοκληρωμένης αξιολόγησης της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, οφείλω να σημειώσω ότι ουδεμία βαρύτητα αποδίδω στα Τεκμήριο 'Ε' και 'Στ' προς αναγνώριση καθώς και σε όποια μαρτυρία προέκυψε μέσα από ερωτήσεις επί του περιεχομένου τους. Από τη στιγμή που τα εν λόγω έγγραφα δεν μετατράπηκαν σε κανονικά τεκμήρια για να αξιολογηθούν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης το περιεχόμενο τους καθώς και όλη η μαρτυρία που δόθηκε επ' αυτών αγνοείται παντελώς από το Δικαστήριο καθότι η όποια μαρτυρία καταγράφηκε σε σχέση με αυτό παρέμεινε ανενεργή (Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 826). Ευρήματα: Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής και λαμβάνοντας υπόψη μου τα γεγονότα που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Ο κατηγορούμενος 1 είναι εξάδελφος με τον κατηγορούμενο
- Ο κατηγορούμενος 2 κατείχε το αξίωμα του Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου Κρήτου Τέρρας από 01.01.07 μέχρι 31.12.
- Η κατηγορούμενη 3 ασκεί το επάγγελμα του δικολάβου από το
- Με τον κατηγορούμενο 1 τους συνδέει επαγγελματική σχέση 5-6 ετών. Κατά την περίοδο αυτή συνεργάστηκαν σε διάφορες υποθέσεις κτηματικής φύσεως. Ο αποβιώσαντας Ηρόδοτος είχε οκτώ αδέλφια, ήτοι την ΧΧΧ Κυριάκου (ετεροθαλή), την ΧΧΧ Αλεξάνδρου (αμφιθαλή), το ΧΧΧ Παναγιωτίδη (ετεροθαλή), τη ΧΧΧ Προβατά (ετεροθαλή), το ΧΧΧ Παναγιωτίδη (αμφιθαλή-πεθερό παραπονούμενης), τη ΧΧΧ Μιχαηλίδη (αμφιθαλή), το ΧΧΧ Παναγιωτίδη (αμφιθαλή), και το ΧΧΧ Παναγιωτίδη (πατέρα κατηγορουμένου 1). Από τα πιο πάνω οκτώ αδέλφια, τα τελευταία τέσσερα έχουν αποβιώσει. Ο σύζυγος της παραπονούμενης ήταν αδελφότεκνος του αποβιώσαντα Ηρόδοτου, ο οποίος απεβίωσε το έτος 2005 λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε. Όταν ο κατηγορούμενος αποφάσισε να διεκδικήσει τα επίμαχα ακίνητα δυνάμει εχθρικής κατοχής, αποτάθηκε στην κατηγορούμενη 3, η οποία το ετοίμασε και αφού πιστοποιήθηκε, σφραγίστηκε και υπογράφτηκε από τον κατηγορούμενο 2 (Τεκμήριο 25
(49)), το κατέθεσε στο κτηματολόγιο μαζί με σχετική αίτηση ημερομηνίας 09.05.
- Επειδή το κτηματολόγιο δεν αποδέχτηκε την πιο πάνω αίτηση και ζήτησε τη διεξαγωγή διαδικασία διαχείρισης, η κατηγορούμενη 3, μετά από οδηγίες και πληροφορίες που έλαβε από τον κατηγορούμενο 1, ετοίμασε το Τεκμήριο 3 ημερομηνίας 09.07.07 που περιλάμβανε τον κατηγορούμενο 1 και τα αδέλφια του ως τους μοναδικούς κληρονόμους και μετέπειτα το Τεκμήριο 7 ημερομηνίας 30.06.08 που περιλάμβανε τα τέσσερα αποβιώσαντα αδέλφια του αποβιώσαντα Ηρόδοτου που φέρουν τα παιδιά τους ως τους μοναδικούς κληρονόμους. Τα εν λόγω έγγραφα αφού πιστοποιήθηκαν, σφραγίστηκαν και υπογράφτηκαν από τον κατηγορούμενο 2, κατατέθηκαν στο κτηματολόγιο από την κατηγορούμενη
- Από τα Τεκμήρια 3 και 7 απουσιάζουν ορισμένοι εκ των νομίμων κληρονόμων, με κάποιους από τους οποίους ο κατηγορούμενος 1 διατηρούσε επαφή και επικοινωνία. Ανάμεσα σ' αυτούς που διατηρούσε επαφή και επικοινωνία ήταν η παραπονούμενη και η οικογένεια της σε προσωπικό επίπεδο. Τον Ιούλιο 2008 η κατηγορούμενη 3 είχε ενημερωθεί ότι υπήρχαν και άλλοι νόμιμοι κληρονόμοι της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου. Προς τούτο ετοίμασε έγγραφα αποποίησης κληρονομικού δικαιώματος ορισμένων από τους νέους κληρονόμους. Επίσης ετοίμασε την αίτηση διαχείρισης υπ' αριθμό 365/2008 καθώς και όλα τα έγγραφα που τη συνοδεύουν (δέσμη εγγράφων που συνθέτουν το Τεκμήριο 29), ένα εκ των οποίων είναι το Τεκμήριο 3 (Τεκμήριο 29
(6)). Τα έγγραφα διαχείρισης πηγάζουν από το Τεκμήριο 3 που είναι ένα από τα έγγραφα που υποστηρίζουν την αίτηση διαχείρισης. Επειδή όμως η καταχώρηση τους στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου απαιτούσε την υπογραφή από δικηγόρο, η κατηγορούμενη 2 αποτάθηκε στον αποβιώσαντα θείο της Ανδρέα Κωνσταντινίδη που ήταν δικηγόρος, ο οποίος, χωρίς να γνωρίζει την υπόθεση, υπέγραψε την αίτηση. Ακολούθως συνοδευόμενη από τον κατηγορούμενο 1 μετέβηκε στις 22.12.08 στο Δικαστήριο και κατέθεσε την αίτηση μαζί με τα έγγραφα, γνωρίζοντας τόσο η ίδια όσο και ο κατηγορούμενος 1 ότι το περιεχόμενο τους δεν ήταν αληθές. Στις 18.05.09 παραχωρήθηκαν τα έγγραφα διαχείρισης στον κατηγορούμενο
- Εκτός από τα αδέλφια του που εγγράφως έδωσαν τη συγκατάθεση τους γι' αυτό ουδείς άλλος νόμιμος κληρονόμος το γνώριζε, περιλαμβανομένου της παραπονούμενης (ΜΚ1) και της οικογένειας της γνώριζε κάτι τέτοιο και ούτε οποιοσδήποτε από αυτούς έδωσε τη συγκατάθεση του. Περαιτέρω η κατηγορούμενη 2 ήταν αυτή που ετοίμασε εγγυητήριο έγγραφο με τον αδελφό του κατηγορουμένου 1, το έγγραφο απογραφής, το έγγραφο ολοκλήρωσης της διαχείρισης που υπογράφτηκε από τα αδέλφια του κατηγορουμένου 1 και την επιστολή προς το κτηματολόγιο με την οποίαν ζητούσε να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση των πέντε επίμαχων ακινήτων στο όνομα του κατηγορουμένου ως διαχειριστής πλέον της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου, κάτι που τελικά πέτυχε. Ακόμη η εν λόγω κατηγορούμενη όταν της ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο 1 να εκδώσει απόδειξη είσπραξης χρημάτων για ποσό €2.500 ή €3.000, ποσό μεγαλύτερο από αυτό που εισέπραξε, το έπραξε προκειμένου το έγγραφο αυτό να υποδειχτεί στους κληρονόμους. Στην πορεία η παραπονούμενη, μέσω της δικηγόρου της, ανακάλυψε ότι τελικά ο κατηγορούμενος 1 καταχώρησε την αίτηση διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου υπ' αριθμό 365/08 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, στην οποίαν εμφανίζονταν ως μοναδικοί κληρονόμοι μόνο τα πέντε παιδιά του πατέρα του, ένα από τα αδέλφια του αποβιώσαντα Ηρόδοτου, Λούκας Λάμπη Παναγιωτίδης (κατηγορούμενος 1, ΧΧΧ Λάμπη, ΧΧΧ Παναγιωτίδη, ΧΧΧ Λάμπη και ΧΧΧ Χίλι), Τότε η παραπονούμενη αποτάθηκε στον κατηγορούμενο 2, τότε κοινοτάρχη της Κρήτου Τέρρα, από τον οποίον εξασφάλισε πιστοποιητικό με το οποίο βεβαιωνόταν ότι η ίδια και τα τρία παιδιά της ήταν εκ των νομίμων κληρονόμων της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου Στις 28.02.11 η παραπονούμενη προέβηκε σε καταγγελία στην αστυνομία αναφέροντας ότι παρόλο ότι η ίδια και τα παιδιά της είναι κληρονόμοι της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου, ο οποίος ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ακινήτων στην Κρήτου Τέρρα, εντούτοις από έρευνα που διεξήγαγε στο Τμήμα Κτηματολογίου διαπίστωσε ότι ουδεμία ακίνητη περιουσία ήταν εγγεγραμμένη εις το όνομα του χωρίς η ίδια και η οικογένεια της να έχουν αποκτήσει συμφέρον επ' αυτής. Επίσης η ΜΚ1 κατάγγειλε ότι ο κατηγορούμενος 1, ένας εκ των κληρονόμων της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου, είχε καταχωρήσει την αίτηση υπ' αριθμό 365/08 για διαχείριση της περιουσίας του εν λόγω αποβιώσαντα χωρίς η ίδια ή τα παιδιά της να ενημερωθούν. Επιπλέον η παραπονούμενη κατάγγειλε ότι ο κατηγορούμενος 2, τότε κοινοτάρχης της Κρήτου Τέρρα, είχε υπογράψει και σφραγίσει έγγραφο με το οποίο πιστοποιούσε ότι μοναδικός κληρονόμος της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου ήταν ο πατέρας του κατηγορουμένου 1, ο οποίος επειδή είχε αποβιώσει άφηνε ως κληρονόμους τα παιδιά του. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης η ΜΚ2 προέβηκε στις πιο κάτω ενέργειες: (α) παρέλαβε από τη λειτουργό του Τμήματος Κτηματολογίου Μάρω Ιωάννου πιστό αντίγραφο πιστοποιητικού θανάτου και κληρονόμων ημερομηνίας 30.06.08, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο 7, (β) παρέλαβε από την Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου τα εξής έγγραφα που σχετίζονται με τη διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου - i. πιστοποιητικό θανάτου και κληρονόμων ημερομηνίας 09.07.07 που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8 (κατατέθηκε προηγουμένως από την ΜΚ1 ως Τεκμήριο 3), ii. αίτηση διαχείρισης υπ' αριθμό 365/08 που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9, iii. ένορκη δήλωση κατηγορουμένου 1 ημερομηνίας 23.02.08 ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10, iv. διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερομηνίας 18.05.09 που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- (γ) λήψη γραπτών ανακριτικών καταθέσεων των κατηγορουμένων ημερομηνίας 30.01.12, 27.04.12, 20.01.12 και 03.02.12 (δύο για κατηγορούμενο 1) που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 12, 13, 14 και 15 αντίστοιχα, (δ) κατηγόρησε γραπτώς τους κατηγορουμένους στις 09.12.13 με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, έντυπα τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 16, 17 και 18 αντίστοιχα. Οι έρευνες περιλάμβαναν επικοινωνία με Interpol και με το Υπουργείο Εξωτερικών της Αυστραλίας καθώς και εξετάσεις σε άλλες επαρχίες της Κύπρου. Τελικά η υπόθεση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 16.05.
- Στο σημείο αυτό κρίνω να αναφέρω ότι μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου αποτελούν αυτά που έχουν σημειωθεί προηγουμένως αλλά και όλα αυτά που θα προσδιοριστούν πιο κάτω, κατά την εξαγωγή συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα: Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71 και Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 434). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Όπως έχει προαναφερθεί όλοι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες συνομωσίας για καταδολίευση. Αυτό που τους αποδίδεται είναι ότι σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις την περίοδο 2007-2009 συνωμότησαν μεταξύ τους με σκοπό να καταδολιεύσουν τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου και λειτουργό του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου για να αποκτήσουν ακίνητη περιουσία. Πρόκειται για τις κατηγορίες 1 και 2. Με το αδίκημα αυτό ασχολείται το άρθρο 302 του Κεφ.154, οι πρόνοιες του οποίου ρητά αναφέρουν: "Όποιος συνωμοτεί με άλλο, όπως με απάτη ή με άλλο δόλιο μέσο, επηρεάσει την αγοραία τιμή πράγματος που πωλείται δημόσια, ή να καταδολιεύσει το κοινό ή οποιοδήποτε πρόσωπο, συγκεκριμένο ή όχι ή να αποσπάσει με εκβιασμό οποιαδήποτε περιουσία από άλλο πρόσωπο, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) ο κατηγορούμενος συνωμοτεί με άλλο άτομο με δόλιο μέσο, (β) για να επηρεάσει την αγοραία τιμή πράγματος που πωλείται δημόσια ή (γ) για να καταδολιεύσει το κοινό ή οποιοδήποτε πρόσωπο (συγκεκριμένο ή όχι) ή (δ) για να αποσπάσει με εκβιασμό οποιαδήποτε περιουσία. Η ουσία του αδικήματος της συνωμοσίας δεν συνίσταται στην εκτέλεση της παράνομης πράξης ή στην πραγματοποίηση του σκοπού της συνωμοσίας. H εκδήλωση (actus reus) του αδικήματος της συνωμοσίας έγκειται στη συμφωνία δύο ή περισσοτέρων προσώπων να διαπράξουν μια παράνομη πράξη ή να εκτελέσουν μια νόμιμη πράξη με παράνομα μέσα (Giani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134). Όταν τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συμφωνήσουν να πραγματοποιήσουν το εγκληματικό τους σχέδιο, η πλοκή (the plot) να το πράξουν αποτελεί και την εγκληματική ενέργεια και με τη συμφωνία το αδίκημα της συνομωσίας έχει πλέον συντελεστεί (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence & Practice 2004, παρ. 34-4). Η βάση της κατηγορίας της συνομωσίας είναι η συμφωνημένη συμπεριφορά. Είναι λοιπόν άνευ σημασίας το κατά πόσον αυτό που τελικώς πραγματοποιείται διαφέρει από τα συμφωνηθέντα. Επίσης, ενόσω ο σχεδιασμός παραμένει στο στάδιο της πρόθεσης μόνον δεν υπάρχει αδίκημα. Ακόμη δεν υπάρχει συνωμοσία όταν οι διαπραγματεύσεις για οποιοδήποτε λόγο δεν επιφέρουν στέρεα συμφωνία μεταξύ των μερών (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα Blackstones Criminal Practice 2003 παρ. Α6.14, σελ.90). Από την άλλη είναι δυνατό να υπάρξει συνωμοσία ακόμα και σε περιπτώσεις όπου κάποιοι εκ των συνωμοτών δεν έχουν ποτέ συναντηθεί φτάνει να καταδειχθεί ότι συμμετείχαν σε κάποιον κοινό σχεδιασμό, γνωρίζοντας ότι υφίστατο και ευρύτερο σχέδιο, στο οποίο συνέδεαν τον εαυτό τους (βλέπε Barratt
(1996)Crim. L.R. 495). Η συμφωνία των συνωμοτών είναι η προώθηση της πρόθεσης την οποία ο καθένας είχε συλλάβει στο μυαλό του και η οποία μετατρέπεται από κρυφή πρόθεση σε ανοικτή ενέργεια αμοιβαίων διαβουλεύσεων και τελικώς σε συμφωνία. Δεν είναι επομένως αρκετό ότι δύο ή περισσότερα πρόσωπα επιδιώκουν τον ίδιο παράνομο στόχο στον ίδιο χρόνο ή στο ίδιο μέρος, αλλά θα πρέπει ν' αποδειχθεί και σύμπτωση στο μυαλό τους για τον επιδιωκόμενο παράνομο σκοπό. Η συμφωνία κανονικά αποδεικνύεται με την προσκόμιση μαρτυρίας, η οποία να δείχνει είτε άμεσα την ύπαρξη της είτε ότι αυτή τίθεται σ' εφαρμογή και εξάγονται συμπεράσματα από την κοινή δράση. Χρειάζεται λοιπόν απαραίτητα συμφωνία και πρόθεση υλοποίησης της παράνομης πράξης. Η πρόθεση αυτή αποτελεί την ένοχη σκέψη (mens rea) που είναι προαπαιτούμενη για τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Yip Chieu-Chung v. The Queen
(1995)1 AC 111). Για να στοιχειοθετηθεί συνωμοσία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμφωνηθείσα διαγωγή προϋπόθετε τη διάπραξη από ένα ή περισσότερα των μερών της συμφωνίας, κάποιου αδικήματος ή κάποιων αδικημάτων. Απλή γνώση ή και πρόθεση δεν αρκεί για στοιχειοθέτηση του αδικήματος (βλ. R v. Anderson
(1986)A.C. 27, H.L). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση πρέπει να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος 1, στα πλαίσια των προσπαθειών του να εγγράψει εις το όνομα του τα επίμαχα ακίνητα, υπέβαλε σχετική αίτηση ημερομηνίας 09.05.07 στο κτηματολόγιο υποστηριζόμενη από έγγραφο ημερομηνίας 06.05.07 (Τεκμήρια 25
(48)και
(49)). Με βάση τα έγγραφα αυτά δηλωνόταν ότι τα επίμαχα ακίνητα περιήλθαν στην κατοχή του κατηγορουμένου 1 δυνάμει δωρεάς από τον αποβιώσαντα πατέρα του, ο οποίος τα κατείχε πέραν των 30 ετών από τον αποβιώσαντα Ηρόδοτο. Για την ετοιμασία των εγγράφων αυτών ο κατηγορούμενος 1 αποτάθηκε στην κατηγορούμενη 3 που ασκούσε το επάγγελμα του δικολάβου και με την οποίαν διατηρούσε επαγγελματική σχέση για 5-6 χρόνια συνεργαζόμενος μαζί της σε διάφορες υποθέσεις ακίνητης περιουσίας. Το έγγραφο ημερομηνίας 06.05.07 πιστοποιήθηκε, σφραγίστηκε και υπογράφτηκε από τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος την περίοδο εκείνη ήταν κοινοτάρχης του χωριού Κρήτου Τέρρα. Η πληροφόρηση επί του θέματος εξαντλείται στα πιο πάνω. Ενώπιον μου δεν υπάρχει μαρτυρία που να πραγματεύεται την ουσία του ζητήματος εχθρικής κατοχής των επίμαχων ακινήτων από τον αποβιώσαντα πατέρα του κατηγορουμένου
- Ουδεμία λεπτομέρεια παρέχεται για το εν λόγω ζήτημα. Η ανυπαρξία επαρκών στοιχείων δεν επιτρέπει έλεγχο της ορθότητας και νομιμότητας της προσπάθειας απόκτησης των ακινήτων δυνάμει χρησικτησίας. Καμία θετική μαρτυρία έχει προσκομιστεί που να καταδεικνύει συμφωνία ανάμεσα στους κατηγορουμένους με σκοπό την επίτευξη παράνομου σκοπού. Υπό το φως της ανυπαρξίας στοιχείων η πιο πάνω εμπλοκή των κατηγορουμένων 2 και 3 δεν μπορεί να φανερώσει οργανωμένη διαβούλευση και καταρτισμό σχεδίου από μέρους τους μαζί με τον κατηγορούμενο 1 με σκοπό την καταδολίευση λειτουργού του κτηματολογίου. Επειδή το κτηματολόγιο απαίτησε τη διεξαγωγή διαδικασίας διαχείρισης και την προσκόμιση διατάγματος διαχείρισης, ο κατηγορούμενος 1, στα πλαίσια προσπαθειών του για διορισμό του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηρόδοτου με στόχο την εγγραφή των επίμαχων ακινήτων εις το όνομα του υπό την ιδιότητα του διαχειριστή, μερίμνησε να εξασφαλίσει τα Τεκμήρια 3 και 7 ημερομηνίας 09.07.07 και 30.06.08 αντίστοιχα. Η κατηγορούμενη 3 ήταν αυτή που τα ετοίμασε και ο κατηγορούμενος 2 αυτός που τα πιστοποίησε, σφράγισε και υπέγραψε ως κοινοτάρχης. Από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό παρατηρώ ότι ο ρόλος του κατηγορουμένου 3 στο θέμα αυτό ολοκληρώθηκε με την πιστοποίηση του Τεκμηρίου
- Δεν υπάρχουν στοιχεία που να καθιστά τον κατηγορούμενο 2 μέλος που να συμμετείχε σε καταρτισμό σχεδίου με οποιονδήποτε από τους υπόλοιπους κατηγορουμένους. Η πιο πάνω εμπλοκή του δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε διαβούλευση με οποιονδήποτε από τους υπόλοιπους κατηγορουμένους και ούτε φανερώνει από μέρους του οποιαδήποτε συμφωνία με άλλο άτομο που αποσκοπεί στην επιδίωξη παράνομου σκοπού και συγκεκριμένα την καταδολίευση λειτουργού του κτηματολογίου. Τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω ισχύουν απόλυτα στην κατηγορία που αφορά ισχυρισμό για συνομωσία του κατηγορουμένου 2 με σκοπό την καταδολίευση του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμός. Συνακόλουθα απουσιάζει μαρτυρία που να εμπλέκει τον κατηγορούμενο 2 στην κατηγορία της συνομωσίας για καταδολίευση σχετικά με τις κατηγορίες 1 και
- Σχετικά με τους κατηγορουμένους 1 και 3, αμφότεροι γνώριζαν ότι το περιεχόμενο τόσο της αίτησης διαχείρισης υπ' αριθμό 365/08 όσο και της ένορκης δήλωσης που την υποστήριζε και κατονόμαζε τον κατηγορούμενο 1 ως σκοπούμενο διαχειριστή, τα οποία έγγραφα είχαν ετοιμαστεί από την κατηγορούμενη 3 εν γνώση του κατηγορουμένου 1 και από πληροφορίες δικές του, ήταν ψευδές. Ειδικότερα ήταν σε αμφότερα άτομα γνωστό ότι στα έγγραφα αυτά δεν σημειώνονταν όλα τα ονόματα των νομίμων κληρονόμων αλλά μόνο τα αδέλφια του κατηγορουμένου 1, για τα οποία η κατηγορούμενη 3 ήδη είχε ετοιμάσει έγγραφα με τα οποία διδόταν η συγκατάθεση τους στο διορισμό του κατηγορουμένου 1 ως διαχειριστή και παράλληλα αποποίησης του κληρονομικού τους συμφέροντος. Παρά ταύτα προέβηκαν σε κοινές ενέργειες για καταχώρηση τους. Επειδή απαιτείτο υπογραφή από δικηγόρο και ουδείς από τους κατηγορουμένους 1 και 3 είναι νομικός, η κατηγορούμενη 3, με τη σύμφωνο γνώμη του κατηγορουμένου 1, αποτάθηκε σε θείο της που ήταν δικηγόρος (αποβιώσαντας Κωνσταντινίδης) και αφού εξασφάλισε την υπογραφή του στην αίτηση, εμφανίστηκε μαζί με τον κατηγορούμενο 1 και καταχώρησε στο Δικαστήριο το εν λόγω έγγραφο μαζί με όλα τα συνοδευτικά έγγραφα που αυτή ετοίμασε. Τα πιο πάνω υποδεικνύουν τον καταρτισμό κοινού σχεδίου από μέρους των κατηγορουμένων 1 και 3 και εκτέλεση συνεννοημένων ενεργειών με σκοπό την καταδολίευση του πρωτοκολλητή έτσι ώστε αυτός να παραχωρήσει τα έγγραφα διαχείρισ