← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8666/15, 2/4/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8666/15, 2/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:B25 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8666/15 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και

  1. XXXX ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ
  2. XXXX NGUYEN
  3. XXXX NGUYEN Ημερομηνία: 2.4.2019 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Μανώλη. Για κατηγορούμενο 1: κ. Μ. Μιτίδης. Κατηγορούμενος 1 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 (στο εξής ο κατηγορούμενος) αντιμετωπίζει κατηγορίες παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, κατά παράβαση του άρθρου 14Β του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.105 (κατηγορίες 1 και 2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 27.9.15, σε περιφραγμένο χωράφι που βρίσκεται στην Χλώρακα της επαρχίας Πάφου, εργοδοτούσε παράνομα την 2η και 3η κατηγορούμενη, χωρίς άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσε στο Δικαστήριο ένας μάρτυρας. Κατατέθηκαν επίσης και παραδεκτά γεγονότα. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός κατέθεσε ενόρκως και κάλεσε ένα μάρτυρα. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Αστ.XXXX Κωνσταντίνου, της ΥΑΜ Πάφου. Στις 27.9.15 και ώρα 08:00 ο μάρτυρας μετέβηκε με τον Αστ.XXXX σε περιφραγμένο χωράφι με πιπεριές που βρίσκεται στην Χλώρακα, προς διερεύνηση πληροφορίας ότι εκεί εργάζονται παράνομα αλλοδαπές από το Βιετνάμ. Στο χωράφι ο μάρτυρας εντόπισε δυο αλλοδαπές να κόβουν με μαχαίρι τα χόρτα που υπήρχαν γύρω από τις πιπεριές και να τα αφήνουν στο έδαφος. Οι αλλοδαπές δεν είχαν στην κατοχή τους σύκα ή πιπεριές. Αφού στην συνέχεια τις προσέγγισε και τους αποκάλυψε την αστυνομική του ταυτότητα και ιδιότητα τις κάλεσε να του παρουσιάσουν τα στοιχεία τους. Η μια του ανέφερε ότι ονομάζεται NGUYEN XXXX και κατάγεται από το Βιετνάμ και η άλλη NGUYEN XXXX και κατάγεται επίσης από το Βιετνάμ. Ακολούθως τις ρώτησε αν έχουν άδεια να εργάζονται χωρίς να του απαντήσουν οτιδήποτε. Από έλεγχο που διενήργησε διαπίστωσε ότι τα στοιχεία των πιο πάνω αλλοδαπών ήταν:
(1)NGUYEN XXXX από το Βιετνάμ, η οποία αφίχθηκε στην Κύπρο στις 19.4.10 με άδεια εργασίας ως οικιακή βοηθός στον XXXX στην Πάφο μέχρι τις 19.4.16 και
(2)NGUYEN XXXX από το Βιετνάμ, η οποία αφίχθηκε στην Κύπρο στις 22.2.15 με άδεια εργασίας ως οικιακή βοηθός στον XXXX Παπακώστα στην Πάφο μέχρι τις 4.12.
  1. Την ίδια μέρα και ώρα 08:10 αφού ο μάρτυρας πληροφόρησε την πρώτη για το αδίκημα που διέπραττε δηλ. για το ότι εργαζόταν παράνομα, κατά παράβαση των όρων άδειας παραμονής της, της επέστησε την προσοχή της στον Νόμο και εκείνη του απάντησε «Εγώ σήμερα έρτει, ώρα 7 κόψει πιπέρια». Περί ώρα 08:13 ο μάρτυρας συνέλαβε αυτήν για το πιο πάνω αναφερόμενο αυτόφωρο αδίκημα και αφού της επέστησε την προσοχή στον Νόμο εκείνη δεν απάντησε οτιδήποτε. Περί ώρα 08:15 ο μάρτυρας πληροφόρησε την δεύτερη αλλοδαπή για το ίδιο αδίκημα που διέπραττε και αφού της επέστησε την προσοχή στον Νόμο εκείνη απάντησε «No please». Στην συνέχεια και ώρα 08:17 ο μάρτυρας συνέλαβε αυτήν για το ίδιο αυτόφωρο αδίκημα και αφού της επέστησε την προσοχή στον Νόμο δεν του απάντησε οτιδήποτε. Εντός του ίδιου χωραφιού ο μάρτυρας εντόπισε τον κατηγορούμενο, ο οποίος όταν ρωτήθηκε ανάφερε ότι είναι ο ιδιοκτήτης του χωραφιού. Στην συνέχεια και περί ώρα 08:20 ο μάρτυρας πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για το αδίκημα το οποίο εξέταζε και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο εκείνος απάντησε «Μου τις έφερε σήμερα ο XXXX Παπακώστας να με βοηθήσουν για καμιά ώρα να βγάλουν τα χόρτα. Ξέρω ότι είναι νόμιμες και έχουν visa, αλλά δεν γνώριζα ότι δεν μπορούν να δουλεύουν αλλού. Θα πάρω τώρα τηλέφωνο τον δικηγόρο μου τον Αγγελίδη». Ακολούθως ο μάρτυρας μετέφερε τις δύο αλλοδαπές στα γραφεία της ΥΑΜ Πάφου, όπου τις πληροφόρησε για τα δικαιώματα τους. Στην συνέχεια οι αλλοδαπές μεταφέρθηκαν και παραδόθηκαν στον επί καθήκοντι αστυνομικό του Τμήματος Μικροπαραβάσεων Πάφου, για την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος ανέφερε τα ακόλουθα: Κατάγεται από την Ελλάδα και διαμένει στην Κύπρο από το 1995 μαζί με την σύζυγο του και τα παιδιά τους. Είναι επιχειρηματίας και εισάγει κουζίνες, ντουλάπες, εσωτερικές πόρτες και κάγκελα από την Ελλάδα. Από την 1.1.15 νοίκιαζε το επίδικο χωράφι που βρίσκεται στην Χλώρακα. Το χωράφι έχει κάλυψη για καλλιέργεια μόνο 500 τετραγωνικά μέτρα και το νοίκιαζε για να παράγει γεωργικά προϊόντα μόνο για την οικογένεια του. Στις 27.9.15 και περί ώρα 07:30 πήγε στο χωράφι του ο φίλος του XXXX Παπακώστας και πήρε μαζί του για περίπατο δύο Βιετναμέζες που εργάζονται ως οικιακή βοηθοί, η μια εκ των οποίων στον προαναφερόμενο φίλο του. Ο κατηγορούμενος επειδή γνώριζε πολύ καλά αυτή την οικιακή βοηθό είπε σε αυτήν και στην φίλη της να κόψουν τα σύκα διότι ο ίδιος δεν τα τρώει αφού είναι αλλεργικός και να κόψουν πιπεριές Φλωρίνης για να τις δώσουν στον φίλο του ως επίσης να πάρουν και οι ίδιες λίγες πιπεριές και σύκα. Μόλις έφυγε ο φίλος του από το χωράφι, πήγαν εκεί δύο άντρες με πολίτικη περιβολή με ένα γκρίζο τζιπ αυτοκίνητο και χωρίς να του δείξουν ταυτότητα παρά τις επίμονες ερωτήσεις του εισήλθαν στο χωράφι και του είπαν ότι υπήρχε καταγγελία ότι εργοδοτούσε παράνομα τις δύο Βιετναμέζες. Αυτός χαμογέλασε και ενώ προσπαθούσε να μάθει ποιοι είναι και να τους εξηγήσει τι συμβαίνει στο χωράφι, εκείνοι του πήραν τα προσωπικά του στοιχεία και του είπαν να τηλεφωνήσει στον δικηγόρο του γιατί θα τον χρειαστεί σίγουρα από Δευτέρας και στην συνέχεια πήραν τις αλλοδαπές και έφυγαν. Την ώρα που έφευγαν του είπαν ότι θα τον ειδοποιήσουν από την Αστυνομία για να του πάρουν κατάθεση. Έκανε την πιο πάνω ενέργεια για να εξυπηρετήσει τον φίλο του και αντί αυτού εισέπραξε καταγγελία για δήθεν παράνομη εργοδότηση αλλοδαπών. Ουδέποτε εργοδότησε αλλοδαπό. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο XXXX Παπακώστας. Λόγω προβλήματος υγείας είχε οικιακή βοηθό την Βιετναμέζα Nguyen XXXX, η οποία είχε άδεια εργασίας κοντά του μέχρι τις 4.12.
  2. Στις 27.9.15 και περί ώρα 07:40 πήγε στο χωράφι του φίλου του, του κατηγορούμενου που βρίσκεται στην Χλώρακα. Ο κατηγορούμενος διατηρεί το χωράφι αυτό για προσωπικούς λόγους και δεν εμπορεύεται τα γεωργικά του προϊόντα. Μαζί του ο μάρτυρας πήρε και την οικιακή του βοηθό καθώς και μια ομοεθνή φίλη της, της οποία δεν γνωρίζει το όνομα. Το εν λόγω χωράφι το επισκέπτεται σχεδόν καθημερινά διότι έχει άδεια από τον κατηγορούμενο να παίρνει τα σύκα από εκεί. Όταν πηγαίνει εκεί έχει πάντα μαζί του την οικιακή του βοηθό. Τις περισσότερες φορές είναι παρών και ο κατηγορούμενος. Όταν πήγαν εκεί στις 27.9.15 ο κατηγορούμενος του είπε να πει στις κοπέλες να κόψουν σύκα και πιπέρια για να του δώσει να πάρει σπίτι ως επίσης για να πάρουν και οι κοπέλες. Ο μάρτυρας είπε στις κοπέλες στην αγγλική γλώσσα τα πιο πάνω και έφυγε από εκεί, λέγοντας τους μόλις τελειώσουν από τα πιπέρια και τα σύκα να τον πάρουν τηλέφωνο για να τις μεταφέρει σπίτι. Ήταν μέρα Κυριακή και οι δύο κοπέλες δεν εργάζονται τέτοια μέρα. Μετά από είκοσι λεπτά περίπου του τηλεφώνησε η οικιακή του βοηθός και του είπε ότι τις έπιασε η Αστυνομία. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 μου έκανε καλή εντύπωση. Περιέγραψε με σαφήνεια τα όσα είδε και του λέχθηκαν κατά τον επίδικο χρόνο στο χωράφι του κατηγορούμενου, απαντούσε με αμεσότητα και χωρίς υπεκφυγές στις ερωτήσεις, οι θέσεις του ήταν σταθερές και συνεπείς και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Να λεχθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε ούτε καν δια υποβολής η θέση του ότι υπήρχαν χόρτα στο χωράφι, τα οποία είδε τις αλλοδαπές να βγάζουν, κάτι που επιβεβαιώθηκε άλλωστε και από τον Μ.Υ.
  3. Περαιτέρω ακλόνητη παρέμεινε και η θέση του για την δήλωση που του έκανε επί τόπου ο κατηγορούμενος. Εξήγησε δε πειστικά ότι δεν θεώρησαν σκόπιμο να θέσουν τον χώρο υπό διακριτική παρακολούθηση καθότι όταν έφθασαν εκεί εντόπισαν αμέσως τις αλλοδαπές να κόβουν τα χόρτα. Το γεγονός δε ότι δεν ρώτησε τις αλλοδαπές επί τόπου ποιος ήταν ο εργοδότης τους, ούτε κατά πόσο είχαν συμφωνήσει να πληρωθούν για αυτό που έκαναν, κάτι που συνήθως ρωτούν σε τέτοιες επιχειρήσεις, δεν καταδεικνύει ότι δεν έλεγε την αλήθεια. Αυτό καθότι ως εξήγησε σε άλλο σημείο η περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης γίνεται από το αρμόδιο Τμήμα της Αστυνομίας, όπως και έγινε στην προκειμένη με την λήψη καταθέσεων από όλους, περιλαμβανομένων των αλλοδαπών. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Κ.1 γίνεται δεκτή. Όσον αφορά τον Μ.Υ.1 θα πρέπει να λεχθεί ότι η μαρτυρία του εξετάζεται έχοντας υπόψην ότι πρόκειται για φιλικό πρόσωπο του κατηγορούμενου αλλά και πρόσωπο που έχει προσωπικό συμφέρον στην υπόθεση καθώς είναι αυτός που πήρε τις δύο αλλοδαπές στο χωράφι εκείνη την ημέρα. Ήταν δε προφανές από την μαρτυρία του, λαμβάνοντας υπόψην και τα πιο πάνω, ότι δεν ήλθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια αλλά για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση του υποστήριξε ότι το επίδικο χωράφι το επισκεπτόταν καθημερινά καθότι είχε άδεια από τον κατηγορούμενο να κόβει σύκα από εκεί και ότι πάντα έπαιρνε μαζί του την οικιακή του βοηθό. Είναι όμως προφανές ότι ανέφερε το πιο πάνω για να πείσει ότι δεν πήρε την αλλοδαπή εκεί για οποιοδήποτε άλλο λόγο και δη για να εργασθεί. Αυτό προκύπτει από το ότι στην αντεξέταση του υποστήριξε ότι κάποιες φορές πήγαινε μόνος του στο χωράφι και έκοβε σύκα και άρα δεν έπαιρνε πάντα μαζί του την αλλοδαπή. Δεν έδωσε δε πειστική εξήγηση γιατί εκείνη την ημέρα πήρε μαζί του την αλλοδαπή οικιακή του βοηθό ενώ θα έκοβε σύκα, κάτι που έκανε και μόνος του. Να σημειωθεί δε ότι ήταν η θέση του ότι είχε άδεια από τον κατηγορούμενο και έκοβε καθημερινά σύκα και ότι πιπέρια, τους είπε ο κατηγορούμενος εκείνη την ημέρα, να κόψουν, όταν πήγαν εκεί. Μη πειστική κρίνεται και η θέση του αναφορικά με το ότι πήρε μαζί του εκείνη την ημέρα όχι μόνο την δική του οικιακή βοηθό αλλά και ακόμη μια αλλοδαπή. Συγκεκριμένα προσπάθησε να πείσει ότι αυτό έγινε τυχαία αφού ως είπε, καθοδόν προς το χωράφι η οικιακή του βοηθός του είπε να σταματήσει στον δρόμο για να πάρουν και την άλλη αλλοδαπή, την οποία ο ίδιος δεν γνώριζε, για να κόψει και εκείνη σύκα και πιπέρια. Δεν εξήγησε όμως με ποια λογική και ενώ αυτός είχε την άδεια από τον κατηγορούμενο να κόβει σύκα, θα έπαιρνε μαζί του για πρώτη φορά και μια άλλη αλλοδαπή που δεν γνώριζε. Πέραν τούτου εύλογα εγείρεται το ερώτημα ως προς την αξιοπιστία της όλης θέσης του και συγκεκριμένα πως είναι δυνατό η δική του οικιακή βοηθός να του είπε ως δικαιολογία ότι θα έπαιρνα την ομοεθνή της για να κόψουν και πιπέρια εφόσον αυτό δεν το ήξεραν από πριν, με δεδομένο ότι τους το είπε ο κατηγορούμενος όταν πήγαν εκεί και όχι πριν; Υποστήριξε δε ότι οι αλλοδαπές, μετά που τις κατηγόρησαν του είπαν ότι έβγαζαν χόρτα για να βοηθήσουν τον κατηγορούμενο. Σε άλλο δε σημείο είπε ότι του ανέφεραν ότι όταν τελείωσαν από τα σύκα στάθηκαν να βγάλουν λίγα χόρτα διότι είπαν η μια της άλλης να το κάνουν αυτό εφόσον πήραν πιπέρια δωρεάν και ότι όταν τις έπιασε η Αστυνομία ήταν πάνω από τις πιπεριές και έβγαλαν μερικά χόρτα. Δηλ προσπάθησε να πείσει ότι οι αλλοδαπές το έκαναν ως ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον κατηγορούμενο. Όταν όμως ρωτήθηκε εάν του είπαν κατά πόσο ήταν ο κατηγορούμενος που τους είπε να το κάνουν αυτό, υπεκφεύγοντας είπε ότι την ώρα που έκοψαν τα πιπέρια, τα χόρτα ήταν ψηλά και έβγαλαν και λίγα χόρτα εκεί που ήταν οι πιπεριές ενώ όταν του επαναλήφθηκε η ερώτηση είπε ότι δεν του είπαν εάν ο κατηγορούμενος τους είπε να το κάνουν. Ενώ όμως δεν το γνώριζε αυτό, προσπαθώντας και πάλι να βοηθήσει τον κατηγορούμενο, είπε ότι παρά το ότι το χωράφι ήταν γεμάτο ψηλά χόρτα δεν συνέφερε στον κατηγορούμενο να πάρει προσωπικό να τα βγάλουν αλλά τα ψέκαζε με φάρμακο. Εδώ να υπομνησθεί ότι αντίθετα ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι δεν υπήρχαν καν χόρτα. Τέλος θα πρέπει να λεχθεί ότι σε κάθε περίπτωση, από τα όσα είπε ο Μ.Υ.1, προκύπτει ότι δεν γνωρίζει τι έγινε στο χωράφι μετά που αυτός έφυγε από εκεί αφού ως υποστήριξε δεν γνωρίζει τι έκανε ο κατηγορούμενος και οι αλλοδαπές. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Υ.1 δεν γίνεται δεκτή. Ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά την μαρτυρία του περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις ενώ μετέβαλλε τις θέσεις του με σκοπό να προσαρμόσει αυτές στα δεδομένα και να πείσει για την αλήθεια τους. Η όλη εκδοχή του όμως δεν είναι πειστική, στερείται λογικής ενώ ουσιώδες μέρος της διαψεύδεται από την μαρτυρία του Μ.Υ.
  4. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέτασης του, για να πείσει ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε προσυνεννόηση για την παρουσία των αλλοδαπών στο χωράφι του κατά την επίδικη ημέρα, είπε ότι περί ώρα 07:30 πήγε στο χωράφι του ο Μ.Υ.1 και πήρε μαζί του «για περίπατο» τις δύο αλλοδαπές και ότι επειδή γνώριζε πολύ καλά την μια εξ αυτών τους είπε να κόψουν σύκα και πιπεριές για τις ίδιες και τον Μ.Υ.
  5. Παρουσίασε δηλ. την επίσκεψη των αλλοδαπών και του φίλου του ως τυχαία. Αντίθετα στην αντεξέταση του, μεταβάλλοντας την θέση του αυτή, υποστήριξε ότι υπήρξε συνεννόηση με τον Μ.Υ.1 από την προηγούμενη ημέρα για συγκεκριμένο όμως σκοπό και όχι για να δουλέψουν για αυτόν οι αλλοδαπές. Εάν όμως ήταν έτσι τα πράγματα και άρα ήταν γνωστός, προφανώς και στην αλλοδαπή που εργαζόταν για τον Μ.Υ.1 και θα πήγαινε εκεί, ο σκοπός της επίσκεψης της τότε γιατί χρειάστηκε ο κατηγορούμενος να της πει τι να κάνει, ως είπε στην κυρίως εξέταση του; Ανέφερε επίσης ότι στα πλαίσια της συνεννόησης είπε στον Μ.Υ.1 ότι έπρεπε να πάει ο ίδιος ή με την οικιακή του βοηθό για τον σκοπό αυτό. Δεν εξήγησε όμως για ποιο λόγο είπε στον Μ.Υ.1 και για την οικιακή του βοηθό και όχι να πάει μόνος του. Στην κατάθεση του είπε δε ότι μόλις έφυγε από το χωράφι ο Μ.Υ.1, πήγαν εκεί δύο άντρες με πολίτικη περιβολή και αφού εισήλθαν σε αυτό, του είπαν ότι υπήρχε καταγγελία ότι εργοδοτούσε παράνομα τις δύο Βιετναμέζες. Παρά τα πιο πάνω, τα οποία δείχνουν ότι ο ίδιος έμεινε στο χωράφι με τις αλλοδαπές και ήταν παρών όταν πήγαν εκεί τα μέλη της Αστυνομίας, στην αντεξέταση του, προφανώς για να πείσει ότι δεν ήταν εκεί και να αποσυνδέσει έτσι τις όποιες ενέργειες των αλλοδαπών από τον ίδιο, μετέβαλε και πάλι την θέση του και ισχυρίσθηκε ότι έφυγαν ταυτόχρονα με τον Μ.Υ.1 από εκεί και ότι όταν επέστρεψε μισή ώρα αργότερα έγιναν τα πιο πάνω. Στην κυρίως εξέταση του δεν ανέφερε τίποτα αναφορικά με την ύπαρξη χόρτων στο χωράφι του, παρά το ότι ο Μ.Κ.1 είπε όχι μόνο ότι είδε τις αλλοδαπές να βγάζουν τέτοια αλλά και ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος του δήλωσε ότι αυτές τις μετέφερε εκεί ο Μ.Υ.1 για να τον βοηθήσουν για καμιά ώρα να βγάλουν τα χόρτα. Στην αντεξέταση του ήταν όμως κατηγορηματικός ότι δεν υπήρχαν χόρτα και έκανε μάλιστα λόγω για άγνοια, προφανώς εκ μέρους του Μ.Κ.1, βασικών κανόνων της σύγχρονης γεωργίας στα πλαίσια της οποίας τοποθετούνται «προφυτρωτικά» και «μεταφυτρωτικά» και έτσι δεν χρησιμοποιείται υπαλληλικό προσωπικό για να βγάζει τα χόρτα. Πέραν όμως του ότι, ως προαναφέρθηκε, δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του Μ.Κ.1 για την ύπαρξη χόρτων, ο κατηγορούμενος είπε ψέματα στο Δικαστήριο εφόσον η θέση του περί ανυπαρξίας τέτοιων διαψεύδεται ακόμη και από τον Μ.Υ.1 που αυτός κάλεσε σαν μάρτυρα και ο οποίος είπε ότι το χωράφι κατά την επίδικη ημέρα ήταν γεμάτο ψηλά χόρτα. Όταν δε του τέθηκε ότι έκανε την συγκεκριμένη δήλωση στον Μ.Κ.1 είπε ότι ο δικηγόρος του ήταν ο κ. Μιτίδης και ως προς τα χόρτα επανέλαβε την προαναφερόμενη ψευδή του θέση για μη ύπαρξη χόρτων λόγω «προφυτρωτικών» και «μεταφυτρωτικών». Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια και συναφώς η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή. Όσον αφορά το ψέμα που είπε κατά την ένορκη μαρτυρία του, ότι δεν υπήρχαν χόρτα στο χωράφι κατά την επίδικη ημερομηνία πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 260 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τα ψέματα από τον κατηγορούμενο και πότε αυτά μπορεί να αποτελέσουν περιστατική μαρτυρία σε βάρος του: «Σύμφωνα με το Δίκαιο της Απόδειξης που εφαρμόζουμε στην Κύπρο στο θέμα "Ψέματα του Κατηγορούμενου" ισχύουν οι ακόλουθες αρχές:-
(1)Το γεγονός ότι το δικαστήριο απέρριψε την εκδοχή του κατηγορούμενου δε συνιστά αφ' εαυτού στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας ενισχυτικό της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής.
(2)Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είπε ψέματα δεν αποδεικνύει αφ' εαυτού θετικά την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής.
(3)Ψέματα που λέχθηκαν από τον κατηγορούμενο, είτε εντός είτε εκτός δικαστηρίου, μπορούν να αποτελέσουν περιστατική μαρτυρία σε βάρος του εφόσον ικανοποιούνται τα ακόλουθα τέσσερα κριτήρια:- (α) Το ψέμα πρέπει να είναι ηθελημένο. (β) Πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα. (γ) Το κίνητρο για το ψέμα πρέπει να είναι η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας. Το δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου ότι είναι ενδεχόμενο κάποιος να λέει ψέματα στην προσπάθεια του, για παράδειγμα, να προβάλει μια δίκαιη υπόθεση ή από ντροπή ή από πανικό. (δ) Το ψέμα πρέπει να αποδεικνύεται με ανεξάρτητη μαρτυρία, δηλαδή είτε με παραδοχή είτε με μαρτυρία από ανεξάρτητο μάρτυρα». (βλ. επίσης Al Hamad and another v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117 και Ανδρέου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 Α.Α.Δ. 718). Λαμβάνοντας υπόψην το πιο πάνω ψέμα του κατηγορούμενου κατά την ένορκη μαρτυρία του στο Δικαστήριο καθώς και την προαναφερθείσα νομολογία κρίνω ότι πληρούνται τα κριτήρια που αυτή θέτει και συγκεκριμένα ότι το ψέμα ήταν ηθελημένο, αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα, το κίνητρο για αυτό ήταν η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας και αποδείχθηκε με ανεξάρτητη μαρτυρία. Συναφώς το ψέμα αυτό αποτελεί και λαμβάνεται υπόψην ως περιστατική μαρτυρία σε βάρος του κατηγορούμενου. Όσον αφορά την δήλωση του κατηγορούμενου στον Μ.Κ.1 στον επίδικο χώρο πρέπει να λεχθούν τα εξής: Η ομολογία ή η παραδοχή στην διάπραξη ή συμμετοχή σε έγκλημα, αποτελεί την κλασσική και πιο σημαντική περίπτωση εξαίρεσης στον κανόνα της εξ ακοής μαρτυρίας σε ποινικές υποθέσεις. Αυτό διότι η παραδοχή ή η ομολογία γίνεται εναντίον του ιδίου συμφέροντος του ομολογούντος. Η ομολογία, όπως και κάθε άλλη παραδοχή, μπορεί να γίνει προφορικά, εγγράφως, διά συμπεριφοράς ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο από τον οποίο μπορεί να εξαχθεί αρνητικό συμπέρασμα εναντίον του συμφέροντος του ατόμου που προβαίνει σε αυτήν. Αποτελεί καθιερωμένη αρχή πως μια εκούσια εξωδικαστική ομολογία μπορεί να εισαχθεί ως μαρτυρία προς απόδειξη των γεγονότων που περιέχονται σε αυτή. Το κατά πόσο η ομολογία, είτε δίδεται προς αστυνομικό όργανο είτε σε τρίτο πρόσωπο (δεν έχει σημασία πλέον κατά πόσο γίνεται σε πρόσωπο που βρίσκεται σε θέση εξουσίας σε σχέση με τον παραδεχόμενο ή όχι και μπορεί να γίνει σε ένα φίλο ή συγγενή ή ακόμη και στο ίδιο το θύμα του αδικήματος βλ. Murphy on Evidence 8η έκδ. σελ. 268 κ.ε.), είναι το αποτέλεσμα ελεύθερης και ανεπηρέαστης βούλησης του κατηγορούμενου και γενόμενη σε συνθήκες που δεν είχαν δυσμενώς επηρεάσει το ελεύθερο της παραδοχής ή της βούλησης του, είναι το βασικό στοιχείο για να γίνει αποδεκτή και να ενταχθεί στον κορμό της μαρτυρίας. Παραμένει δε πάντοτε στην κατηγορούσα αρχή, η υποχρέωση της απόδειξης ότι η ομολογία έγινε ελεύθερα (βλ. Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ.215/12, ημερ. 6.4.15 και Ρ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ.253/17, ημερ. 28.2.19). Στην Gani ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 λέχθηκε ότι η κρίση πως μια ομολογία μπορεί να εισαχθεί ως μαρτυρία δεν σημαίνει αυτόματα και αποδοχή της αλήθειας του περιεχομένου της. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο εξετάζει ως ξεχωριστό πραγματικό γεγονός την αποδεικτική αξία της και γενικά το κατά πόσο είναι ασφαλές ή όχι να στηριχτεί σε μια εξωδικαστική ομολογία. Είναι λοιπόν επιθυμητό να αναζητείται η εξακρίβωση της ορθότητας - αλήθειας του περιεχομένου της προς αποκλεισμό πιθανότητας λάθους και κατά πόσο αυτή οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα. Το περιεχόμενο της κρίνεται όχι μόνο με βάση την αυθεντικότητα των ισχυρισμών που περιέχονται σε αυτήν αλλά και σε συνάρτηση με κάθε άλλη μαρτυρία που ενισχύει ή καταρρίπτει την αλήθεια του περιεχομένου της. Η αποδεικτική αξία της ομολογίας έχει αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων (βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203 και Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166). Στην παρούσα ο κατηγορούμενος, μετά που ο Μ.Κ.1 τον πληροφόρησε, στον επίδικο χώρο, για το αδίκημα το οποίο εξέταζε και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, είπε αναφορικά με τις αλλοδαπές «Μου τις έφερε σήμερα ο XXXX Παπακώστας να με βοηθήσουν για καμιά ώρα να βγάλουν τα χόρτα. Ξέρω ότι είναι νόμιμες και έχουν visa, αλλά δεν γνώριζα ότι δεν μπορούν να δουλεύουν αλλού». Πρόκειται κατά την κρίση μου για εξωδικαστική ομολογία, η οποία έγινε εκ μέρους του κατηγορούμενου αμέσως μετά την πληροφόρηση που έλαβε από τον Μ.Κ.1, χωρίς οποιονδήποτε ενδοιασμό και χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε άλλο που να αλλοιώνει την παραδοχή του, ότι όντως ανέθεσε στις αλλοδαπές να βγάλουν τα χόρτα. Δεν έχει δε δοθεί καμία δικαιολογία γιατί ο κατηγορούμενος να παραδεχθεί τόσο αυθόρμητα κάτι τέτοιο. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα όσα αντίθετα είπε κατά την ένορκη μαρτυρία του, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, δεν έγιναν δεκτά. Από τα πιο πάνω μπορεί λοιπόν να συναχθεί αβίαστα το συμπέρασμα ότι η ομολογία του κατηγορούμενου ήταν αυθεντική και αποτέλεσμα ελεύθερης και ανεπηρέαστης βούλησης του. Τούτου δεδομένου σε συνδυασμό με το ότι και η υπόλοιπη μαρτυρία που έγινε δεκτή, συνάδει με την εν λόγω ομολογία και δεν καταρρίπτει σε καμία περίπτωση την αλήθεια του περιεχομένου της, κρίνω ότι είναι ασφαλές να στηριχθώ στην ομολογία αυτήν και να αποδεχθώ το αληθές της. Τέλος όσον αφορά τις καταθέσεις των δύο αλλοδαπών (τεκμήρια 1Α-Γ και 3Α-Γ) και τις απαντήσεις τους στις γραπτές κατηγορίες (τεκμήρια 2Α-Γ και 4Α-Γ) θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Αυτές κατατέθηκαν ως τεκμήρια εκ συμφώνου, χωρίς όμως να γίνει οποιαδήποτε δήλωση ως προς το περιεχόμενο τους. Το μόνο που έγινε παραδεκτό είναι ότι λήφθηκαν στις 27.9.15 στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου από τον Αστ.XXXX Ιωαννίδη, με την βοήθεια διερμηνέα. Πρόκειται λοιπόν για εξ ακοής μαρτυρία. Αναφορικά με την αξιολόγηση τέτοιας μαρτυρίας ενδεικτικά είναι τα όσα αναφέρονται στην Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χριστοδούλο, Πολ. Έφεση Αρ. 6/2011, ημερ. 15.7.16. Οι δύο αλλοδαπές που έκαναν τις αρχικές αυτές δηλώσεις, παρά το ότι η αλήθεια αυτών δεν συνάδει με την μαρτυρία που προσκομίσθηκε από την κατηγορούσα αρχή, δεν κλήθηκαν από την υπεράσπιση να καταθέσουν ώστε το Δικαστήριο να έχει την δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο ή όχι των όσων ανέφεραν, μέσα από την διαδικασία της αντεξέτασης τους. Δεν φαίνεται δε να έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια από πλευράς της υπεράσπισης για να κληθεί έστω η μια εξ αυτών, που ως δήλωσε ο κ. Μιτίδης κατά την τελική του αγόρευση βρίσκεται στην Κύπρο (για τα πιο πάνω βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217 και Κολάνη ν. Ταμπούρα
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1108). Θα πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι οι δύο αλλοδαπές, ως πρόσωπα που κατηγορούνταν ότι εργάζονταν παράνομα για λογαριασμό του κατηγορούμενου, είχαν προσωπικό συμφέρον στην υπόθεση και συνεπώς κίνητρο να προβούν στις εν λόγω δηλώσεις. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα πιο πάνω, το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και το ότι η εξ ακοής αυτή μαρτυρία αφορά ουσιώδες θέμα και δη το κατά πόσο οι αλλοδαπές εργοδοτούνταν και από ποιον στο συγκεκριμένο χωράφι, κατά τον επίδικο χρόνο, κρίνω με βάση και το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, ότι δεν μπορεί να τους δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Νομική πτυχή Το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού, στηρίζεται στο άρθρο 14Β
(1)του Κεφ.
  1. Από την ανάγνωση του άρθρου αυτού προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
  2. H εργοδότηση προσώπου από τον κατηγορούμενο, με την έννοια που έχει ο όρος «εργοδότηση» στα πλαίσια του Κεφ.
  3. Το πρόσωπο που εργοδοτείται να είναι αλλοδαπός.
  4. Να μην έχει εξασφαλιστεί η απαιτούμενη από το Νόμο άδεια για την εργοδότηση του αλλοδαπού. Όσον αφορά το πρώτο συστατικό στοιχείο πρέπει να αναφερθεί ότι αξιόποινη, σύμφωνα με τον Νόμο, είναι η ανάληψη εργασίας και μάλιστα οποιουδήποτε είδους που καλύπτει μια ευρύτατη κατάσταση πραγμάτων και όχι η απόκτηση ιδιότητας εργοδότη και εργοδοτούμενου υπό την εξειδικευμένη και στενή έννοια του αστικού ή του εργατικού δικαίου. Αυτό γιατί εκ φύσεως της η αποδοχή απασχόλησης με την έννοια της ανάληψης εργασίας από αλλοδαπό χωρίς την προαπαιτούμενη άδεια, μπορεί να λάβει χώρα υπό συνθήκες πρόχειρες, βεβιασμένες και ευτελείς όπου πιθανώς να ελλείπουν τα στοιχειώδη εχέγγυα που θα πρέπει κανονικώς εχόντων των πραγμάτων να διέπουν μια υγιή σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου. Με την σχετική διάταξη του Νόμου επιχειρείται η άσκηση αυστηρού ελέγχου. Έτσι αυτό που πρέπει να αποδειχθεί είναι πως ο αλλοδαπός προέβαινε σε πράξεις, οι οποίες αποτελούν εργασία. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί η ύπαρξη εργοδότησης με την έννοια συμφωνίας ή ελέγχου από τον εργοδότη ή καταβολής ημερομισθίου. Ως έχει ουσιαστικά επιβεβαιωθεί στην Θεοχάρους κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 49/2013, 50/2013 και 51/2013, ημερ. 26.11.14, με αναφορά στην Seraphim v. The Police
(1981)2 C.L.R. 227, (όπου εξετάστηκε η έννοια της πρόσληψης αλλοδαπού στα πλαίσια του Κανονισμού 38 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών του 1972 (Κ.Δ.Π. 242/1972), δεν απαιτείται συμφωνία εργοδότησης επ' αμοιβή, αλλά το δικαστήριο έχει ευχέρεια, με βάση τα σχετικά κάθε φορά γεγονότα, να προβεί σε διαπιστώσεις σε ένα ευρύτερο πλαίσιο από την έννοια του όρου στο αστικό δίκαιο, νοουμένου βεβαίως ότι η τυχόν κατάληξή του περί ενοχής, πρέπει να είναι πέραν λογικής αμφιβολίας (βλ. και Mariano v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 112/2014, ημερ. 20.11.15). Στην ίδια υπόθεση υιοθετήθηκαν πέραν των ανωτέρω και τα νομολογηθέντα στην Karaoglanian v. Police
(1984)2 C.L.R. 161, όπου αποφασίστηκε ότι το αδίκημα πρόσληψης αλλοδαπού χωρίς την απαιτούμενη ειδοποίηση, κατά παράβαση του Κανονισμού 38, αποτελεί αδίκημα αυστηρής ευθύνης που στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου ενώ υποδείχθηκε και η ανάγκη για στενή ερμηνεία της σχετικής νομοθεσίας, χάριν ευόδωσης των σκοπών του Νόμου. Ως προς το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αλλοδαπός σύμφωνα με το Κεφ. 105, είναι οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δεν είναι Κύπριος υπήκοος, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2 του Συντάγματος (βλ. επίσης Jones v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 355). Το λεκτικό του άρθρου 14Β
(1)υποδηλώνει επίσης ότι η εργοδότηση αλλοδαπού κατά παράβαση των προνοιών του συνιστά αδίκημα αυστηρής ευθύνης (strict liability), δηλ. δεν απαιτείται απόδειξη της υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) του αδικήματος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πιρίκκη
(2001)2 Α.Α.Δ. 279). Τέλος όσον αφορά το τρίτο συστατικό στοιχείο, δηλαδή την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια, αυτό δεν οφείλει να το αποδείξει η κατηγορούσα αρχή αλλά εφόσον αποδειχθεί η εργοδότηση του αλλοδαπού, μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου το βάρος να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχε τέτοια άδεια από το αρμόδιο, για την έκδοση αυτής, τμήμα του κράτους (βλ. Ζυπιτής ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 220 και το σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 72). Ευρήματα Με βάση την μαρτυρία που έγινε δεκτή στην παρούσα καταλήγω στα εξής: · Στις 27.9.15 και ώρα 08:00, o Μ.Κ.1 και άλλο ένα μέλος της ΥΑΜ Πάφου, μετέβηκαν σε περιφραγμένο χωράφι με πιπεριές που βρίσκεται στην Χλώρακα προς διερεύνηση πληροφορίας ότι εκεί εργάζονται παράνομα αλλοδαπές από το Βιετνάμ. · Στο χωράφι ο Μ.Κ.1 εντόπισε αμέσως δυο αλλοδαπές να κόβουν με μαχαίρι τα χόρτα που υπήρχαν γύρω από τις πιπεριές και να τα αφήνουν στο έδαφος. Οι αλλοδαπές δεν είχαν στην κατοχή τους σύκα ή πιπεριές. · Αφού ο Μ.Κ.1 στην συνέχεια προσέγγισε τις αλλοδαπές και τους αποκάλυψε την αστυνομική του ταυτότητα και ιδιότητα τις κάλεσε να του παρουσιάσουν τα στοιχεία τους. Η μια του ανέφερε ότι ονομάζεται NGUYEN XXXX και κατάγεται από το Βιετνάμ και η άλλη NGUYEN XXXX και κατάγεται επίσης από το Βιετνάμ. Ακολούθως τις ρώτησε αν έχουν άδεια να εργάζονται χωρίς όμως να του απαντήσουν οτιδήποτε. · Από έλεγχο που διενήργησε ο Μ.Κ.1 διαπίστωσε ότι τα στοιχεία των πιο πάνω αλλοδαπών ήταν:
(1)NGUYEN XXXX από το Βιετνάμ, η οποία αφίχθηκε στην Κύπρο στις 19.4.10 με άδεια εργασίας ως οικιακή βοηθός στον XXXX στην Πάφο μέχρι τις 19.4.16 και
(2)NGUYEN XXXX από το Βιετνάμ, η οποία αφίχθηκε στην Κύπρο στις 22.2.15 με άδεια εργασίας ως οικιακή βοηθός στον XXXX Παπακώστα στην Πάφο μέχρι τις 4.12.17. · Στην συνέχεια και περί ώρα 08:10 αφού ο Μ.Κ.1 πληροφόρησε την πρώτη αλλοδαπή για το αδίκημα που διέπραττε δηλαδή για το ότι εργαζόταν παράνομα κατά παράβαση των όρων άδειας παραμονής της, της επέστησε την προσοχή της στον Νόμο και αυτή του απάντησε «Εγώ σήμερα έρτει, ώρα 7 κόψει πιπέρια». Περί ώρα 08:13 ο Μ.Κ.1 συνέλαβε αυτήν για το πιο πάνω αυτόφωρο αδίκημα και αφού της επέστησε την προσοχή στον Νόμο εκείνη δεν απάντησε οτιδήποτε. Περί ώρα 08:15 ο Μ.Κ.1 πληροφόρησε την δεύτερη αλλοδαπή για το ίδιο αδίκημα που διέπραττε και αφού της επέστησε την προσοχή στον Νόμο εκείνη απάντησε «No please». Στην συνέχεια και ώρα 08:17 ο Μ.Κ.1 συνέλαβε αυτήν για το ίδιο αυτόφωρο αδίκημα και αφού της επέστησε την προσοχή στον Νόμο δεν του απάντησε οτιδήποτε. · Εντός του εν λόγω χωραφιού ο Μ.Κ.1 εντόπισε τον κατηγορούμενο, ο οποίος όταν ρωτήθηκε ανάφερε ότι είναι ο ιδιοκτήτης του χωραφιού. Στην συνέχεια και περί ώρα 08:20 ο Μ.Κ.1 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο για το αδίκημα το οποίο εξέταζε και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο εκείνος απάντησε «Μου τις έφερε σήμερα ο XXXX Παπακώστας να με βοηθήσουν για καμιά ώρα να βγάλουν τα χόρτα. Ξέρω ότι είναι νόμιμες και έχουν visa, αλλά δεν γνώριζα ότι δεν μπορούν να δουλεύουν αλλού. Θα πάρω τώρα τηλέφωνο τον δικηγόρο μου τον Αγγελίδη». · Ακολούθως ο Μ.Κ.1 μετέφερε τις δύο αλλοδαπές στα γραφεία της ΥΑΜ Πάφου. Αργότερα αυτές μεταφέρθηκαν και παραδόθηκαν στον επί καθήκοντι Αστυνομικό του Τμήματος Μικροπαραβάσεων Πάφου, για την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. · Ο κατηγορούμενος είπε ψέματα κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο ότι δεν υπήρχαν χόρτα στο χωράφι του κατά τον επίδικο χρόνο ενώ τέτοια υπήρχαν. Συμπεράσματα Όσον αφορά τα επίδικα στην παρούσα αδικήματα είναι προφανές ότι η υπάρχουσα μαρτυρία είναι περιστατική. Τέτοια μαρτυρία, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, παρομοιάζεται με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σώμα (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 172). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Vouniotis v. Republic
(1975)2 C.L.R. 34 και Anastasiadis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από την μαρτυρία, τότε η μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. και σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 26-36). Σε υποθέσεις όπου η κατηγορούσα αρχή στηρίζεται σε περιστατική μαρτυρία, όσον αφορά τις διαζευκτικές πιθανότητες δηλ. αυτές που δίδουν μια άλλη, από αυτή της ενοχής, λογική εξήγηση, το Δικαστήριο δεν ασχολείται με απομακρυσμένες πιθανότητες, ούτε με σενάρια που ευφάνταστα μπορεί να προωθήσει η υπεράσπιση και τα οποία μένουν στην σφαίρα της εικασίας εφόσον δεν δίδεται κάποια μαρτυρία προς τούτο. Οι διαζευκτικές πιθανότητες πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλως πως τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιον τους και αυτό δεν είναι έργο του Δικαστηρίου (βλ. Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41). Εκεί δε όπου χρειάζεται κάποια εξήγηση αυτή επίσης πρέπει να προκύπτει από την μαρτυρία και όχι από απλές υποθέσεις (βλ. R. v. Mary Ann Ash
(1911)6 Cr.App.Rep. 225). Στην Αθηνής λέχθηκε ότι η μαρτυρία πρέπει να εκτιμάται στο σύνολο της και όχι τεμαχισμένα. Το Δικαστήριο οφείλει λοιπόν να εξετάζει τη μαρτυρία στην ολότητα της και να την αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας. Από την μαρτυρία που έγινε δεκτή στην παρούσα προκύπτει αναμφίβολα ότι οι δύο κοπέλες που εντόπισε ο Μ.Κ.1 στο χωράφι του κατηγορούμενου κατά τον επίδικο χρόνο ήταν από το Βιετνάμ. Συνεπώς δεν ήταν Κύπριες υπήκοοι και άρα ήταν αλλοδαπές εν τη εννοία του Κεφ.105. Προκύπτει επίσης ότι οι δύο αλλοδαπές βρίσκονταν κατά τον επίδικο χρόνο νόμιμα στην Δημοκρατία, ως οικιακοί βοηθοί άλλων προσώπων, με σχετικές άδειες εργασίας. Αυτό που απομένει λοιπόν να εξετασθεί είναι κατά πόσο τα στοιχεία της περιστατικής μαρτυρίας που έγινε δεκτή είναι τέτοια ώστε να οδηγούν στο μόνο και αναμφίβολο συμπέρασμα ότι οι δύο αλλοδαπές κατά τον επίδικο χρόνο και στον επίδικο χώρο εργοδοτούνταν, με την έννοια που προσδίδει στον όρο εργοδότηση το Κεφ.105, από τον κατηγορούμενο. Από την περιστατική μαρτυρία προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι οι αλλοδαπές κατά τον επίδικο χρόνο ασχολούνταν με το ξεχόρτισμα χόρτων που υπήρχαν γύρω από τις πιπεριές που ήταν φυτεμένες στο χωράφι, δηλ. εκτελούσαν εργασία εκεί. Από την ίδια μαρτυρία προκύπτει ότι κατά τον χρόνο που οι αλλοδαπές εκτελούσαν την προαναφερόμενη εργασία παρών στο χωράφι ήταν και ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι και ο ιδιοκτήτης του χωραφιού. Όταν δε ο Μ.Κ.1 πληροφόρησε αυτόν για τα αδικήματα που διερευνούσε ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι τις αλλοδαπές τους τις πήρε ο Μ.Υ.1 με σκοπό να τον βοηθήσουν για καμιά ώρα να βγάλουν τα χόρτα, ότι γνώριζε ότι είναι νόμιμες αλλά όχι ότι δε μπορούσαν να δουλεύουν αλλού. Αυτό δείχνει ότι ο κατηγορούμενος ήταν αυτός που ανέθεσε στις αλλοδαπές την συγκεκριμένη εργασία. Έχοντας δε επίγνωση αυτού είπε ψέματα στο Δικαστήριο ότι δεν υπήρχαν χόρτα στο χωράφι του. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην την πιο πάνω περιστατική μαρτυρία και ότι αυτή δεν συμβιβάζεται με οποιαδήποτε άλλη λογική εξήγηση, η οποία να προκύπτει από την όλη μαρτυρία, κρίνω ότι συνάγεται ως μοναδικό και αναμφίβολο συμπέρασμα ότι οι εν λόγω αλλοδαπές κατά τον επίδικο χρόνο εργοδοτούνταν, με την έννοια που προσδίδει στον όρο εργοδότηση το Κεφ.105, στον συγκεκριμένο χώρο, από τον κατηγορούμενο. Όσον αφορά το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος πρέπει να λεχθεί ότι από την στιγμή που έχουν αποδειχθεί τα πιο πάνω, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχε εξασφαλισθεί η σχετική άδεια από το αρμόδιο τμήμα του κράτους. Σε σχέση όμως με αυτό όχι μόνο δεν υπήρξε οποιοσδήποτε ισχυρισμός εκ μέρους του κατηγορούμενου για την ύπαρξη τέτοιας άδειας αλλά αντίθετα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτός δεν είχε εξασφαλίσει τέτοια άδεια εφόσον οι αλλοδαπές ήταν κάτοχοι αδειών εργασίας ως οικιακοί βοηθοί σε άλλα πρόσωπα. Κατάληξη Ως εκ των άνω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 1 και 2 και συναφώς ο κατηγορούμενος 1 κρίνεται ένοχος και στις δύο αυτές κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ......................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.