← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΔΑΜΙΑΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 6957/2018, 3/4/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΔΑΜΙΑΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 6957/2018, 3/4/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:B26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6957/2018 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΧΧΧ ΔΑΜΙΑΝΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 03.04.19 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπαλαζάρου (η ίδια για ν' ακούσει ποινή) Για Κατηγορούμενο: κα Ε. Αντωνιάδου (η κα Σ. Σωκράτους για ν' ακούσει ποινή) Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, σε μία κατηγορία διάρρηξης κτιρίου κατά παράβαση του άρθρου 294(α) του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (πρώτη κατηγορία), μία κατηγορία διάρρηξης κατοικίας κατά παράβαση του άρθρου 292(α) του Κεφ.154 (τέταρτη κατηγορία) και δύο κατηγορίες κλοπής κτιρίου και οικίας κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Κεφ.154 (δεύτερη και πέμπτη κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος την περίοδο Αυγούστου και Οκτωβρίου 2013 στην Πάφο διέρρηξε και εισήλθε στην ιδιωτική κλινική με την ονομασία "χχχ" που βρίσκεται στη χχχ (στο εξής η 'ιδιωτική κλινική') από την οποίαν έκλεψε ένα φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή μάρκας ΗΡ αξίας €600, περιουσία του ΧΧΧ Ευσταθίου από την Πάφο (Μ1). Περαιτέρω ο κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 11.10.13 και 08.11.13 στη Χούλου της επαρχίας Πάφου διέρρηξε και εισήλθε στην κατοικία της ΧΧΧ Πασπαλλή (Μ14) από την οποίαν έκλεψε διάφορα χρυσαφικά συνολικής αξίας €2.850 καθώς και το χρηματικό ποσό των €1.500 σε διάφορα χαρτονομίσματα και κέρματα, όλα περιουσία της πιο πάνω παραπονούμενης. Αναφορικά με την τρίτη κατηγορία η κατηγορούσα αρχή προχώρησε στη διακοπή της και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος απαλλάχτηκε σ' αυτή. Τα γεγονότα της υπόθεσης δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον κατηγορούμενο και όπως έχουν εκτεθεί από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής είναι τα ακόλουθα: Την περίοδο Αυγούστου και Οκτωβρίου 2013 σημειώθηκε διάρρηξη του χώρου υποδοχής της επίμαχης ιδιωτικής κλινικής από τον οποίον κλάπηκε ένας φορητός ηλεκτρονικός υπολογιστής μάρκας ΗΡ. Ο δράστης πέτυχε είσοδο και στη συνέχεια έξοδο από την κύρια είσοδο, την οποίαν παραβίασε με φυσική βία. Στις 11.03.14 μέλη της αστυνομίας ανέκοψαν για έλεγχο τον κατηγορούμενο και στην κατοχή του εντόπισαν ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή. Μέσα από εξετάσεις που έγιναν διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του Μ1. Ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο ανάφερε επί λέξει 'Δεν έχω καμία ανάμειξη'. Ακολούθως στις 08.11.13 καταγγέλθηκε από την Μ14 ότι μεταξύ των ημερομηνιών 11.10.13 και 08.11.13 διαρρήχθηκε η εξοχική της οικία στο χωριό Χούλου της επαρχίας Πάφου από την οποίαν κλάπηκαν τέσσερις χρυσοί σταυροί αξίας €500, τέσσερα δαχτυλίδια με πετράδια και διαμάντια αξίας €750, δύο περιδέραια λαιμού αξίας €1.600 και το χρηματικό ποσό των €1.500 σε χαρτονομίσματα των €50, €20, €10, €5 και σε νομίσματα. Μέλη της αστυνομίας που μετέβηκαν στο χώρο προέβηκαν σε επιτόπιες εξετάσεις, μέσα από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι ο δράστης πέτυχε είσοδο στην κατοικία παραβιάζοντας με αιχμηρό αντικείμενο παράθυρο της. Κατά τις εν λόγω εξετάσεις στη σκηνή, δακτυλοσκοπήθηκε μεταλλικό κουτί που βρισκόταν εντός της επίμαχης οικίας. Τα δείγματα που λήφθηκαν αποστάληκαν για συγκρίσεις με παρειακά επιχρίσματα του κατηγορουμένου στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής. Τα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων κατέδειξαν ότι το γενετικό προφίλ που λήφθηκε από το προαναφερόμενο μεταλλικό κουτί ανήκει στον κατηγορούμενο. Ακολούθως ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο αυτός ανάφερε κατά λέξει 'Όχι ρε φίλε, δεν ξέρω'. Στην ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε εμπλοκή στην περίπτωση αυτή. Καταλήγοντας η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου ετοιμάστηκε έκθεση από το Γραφείο Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, στο περιεχόμενο της οποίας θα αναφερθώ στη συνέχεια. Στην αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:

(1)Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου.
(2)Την παραδοχή του πελάτη της.
(3)Την απολογία του κατηγορουμένου.
(4)Την προθυμία του κατηγορουμένου να δεχτεί εναντίον του την έκδοση διατάγματος αποζημίωσης ύψους €4.350 που αφορά την αξία της κλοπιμαίας περιουσίας που δεν εντοπίστηκε (χρηματικό ποσό σε μετρητά, χρυσαφικά και κοσμήματα της Μ14).
(5)Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από τη συνήγορο υπεράσπισης. Σχολιάζοντας τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων η συνήγορος υπεράσπισης προέβαλε τρεις λόγους που σύμφωνα με την ίδια ώθησαν τον κατηγορούμενο να παρανομήσει: (α) Στα ψυχολογικά προβλήματα που ο πελάτης της αντιμετώπιζε εξαιτίας σοβαρού τραυματισμού στο δεξί γόνατο στο οποίο τοποθετήθηκε μόσχευμα μετά από σειρά επεμβάσεων χωρίς να μπορεί να εργάζεται. Προς υποστήριξη της εν λόγω θέσης της η συνήγορος υπεράσπισης κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 δύο ιατρικά σημειώματα ημερομηνίας 18.10.17 και 26.10.17 του ιδιώτη ψυχίατρου Δρ. ΧΧΧ Χατζηβασίλη όπου γίνεται αναφορά ότι ο κατηγορούμενος παρακολουθείται από τον ίδιο πάσχοντας από εκδηλώσεις κατάθλιψης. (β) Στην ανωριμότητα και επιπολαιότητα που χαρακτήριζε το τότε νεαρό της ηλικίας του. (γ) Στη χρήση ναρκωτικών ουσιών που επέδρασαν επί της βούλησης του. Επικαλούμενη την αρχή της αναλογικότητας και της συνολικότητας, η κυρία Αντωνιάδου ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν θα πρέπει να εφαρμοστούν οι πρόνοιες του άρθρου 117
(2)του Κεφ.155 αλλά να επιβληθεί τέτοια ποινή που να μην επηρεάζει το χρονικό σημείο αποφυλάκισης του πελάτη της που είναι ο Δεκέμβριος
  1. Όπως η εν λόγω συνήγορος ανάφερε, ο κατηγορούμενος σήμερα βρίσκεται στις Κεντρικές Φυλακές εκτίοντας συνολική ποινή φυλάκισης 3,5 ετών, ως αποτέλεσμα της καταδίκης του στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 13061/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην οποίαν στις 16.02.18 του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη τρία έτη, στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 19159/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην οποίαν στις 02.08.18 του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη έξι μήνες που θα ήταν διαδοχική της πιο πάνω, καθώς επίσης στην υπόθεση υπ' αριθμό 18944/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού όπου στις 16.02.18 του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη δύο έτη και στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 8595/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην οποίαν στις 21.12.18 του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη έξι μήνες, στις οποίες οι ποινές αυτές θα συνέτρεχαν με τις προαναφερόμενες. Ακόμη λέχθηκε ότι στην επιβολή των πιο πάνω ποινών λήφθηκαν υπόψη άλλες ποινικές υποθέσεις που περιλάμβαναν διάφορα αδικήματα. Ειδικότερα υποδείχτηκε ότι στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 13061/16 λήφθηκαν υπόψη άλλες επτά ποινικές υποθέσεις, στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 19159/16 λήφθηκαν υπόψη άλλες δύο ποινικές υποθέσεις ενώ στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 18944/16 λήφθηκαν υπόψη άλλες τρεις ποινικές υποθέσεις. Επίσης αναφέρθηκε ότι όλα τα αδικήματα είχαν διαπραχτεί τα έτη 2012-
  2. Προς υποστήριξη της θέσης της αυτής η συνήγορος υπεράσπισης έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τις δικαστικές αποφάσεις στις ποινικές υποθέσεις υπ' αριθμό 13061/16, 19159/16 και 18944/16 καθώς επίσης αντίγραφο του κατηγορητηρίου στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 8595/
  3. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε είναι πολύ σοβαρά, γεγονός που αναγνώρισε ευθέως και η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα, η διάρρηξη είτε οικίας είτε κτιρίου που δεν χρησιμοποιείται ως κατοικία, επισύρει, με βάση αναλόγως το άρθρο 292(α) και 294(α) του Κεφ.154, όπως ίσχυαν τότε, ποινή φυλάκισης επτά ετών. Το δε αδίκημα της κλοπής τιμωρείται δυνάμει των προνοιών του άρθρου 262 του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης τριών ετών. Από τον καθορισμό του ύψους των πιο πάνω ποινών μέσω της θέσπισης της προαναφερόμενης νομοθεσίας καταδεικνύεται η σοβαρότητα που ο νομοθέτης αποδίδει στη διάπραξη των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι η διάρρηξη υποστατικού και η κλοπή περιουσίας από αυτό είναι αδικήματα που φανερώνουν ασέβεια και καταπατούν κατάφωρα τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας από το νόμιμο ιδιοκτήτη της. Είναι αδικήματα που η διάπραξη τους προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες για επικράτηση της παρανομίας. Τέτοιου είδους αδικήματα προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και συνάμα διαβρώνουν το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Παράλληλα η αυξητική τάση που διαχρονικά παρατηρείται στη διάπραξη τους, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις πολλές υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον μου, είναι δεδομένο που ενισχύει το στοιχείο της σοβαρότητας που τα διακρίνει. Κρούσματα αδικημάτων που άπτονται της περιουσίας πολιτών δυστυχώς σημειώνουν μέχρι σήμερα κατακόρυφη άνοδο. Οι πολίτες της επαρχίας Πάφου είναι ιδιαίτερα αναστατωμένοι και ταυτόχρονα προβληματισμένοι από τα σχεδόν καθημερινά κρούσματα διαρρήξεων επιχειρήσεων τους και κλοπών περιουσίας τους που παρατηρούνται στην επαρχία τους (Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος v. Ασυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565). Στην υπόθεση Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 παρατίθενται προγενέστερες αποφάσεις που αντικατοπτρίζουν την ανησυχητικά αυξητική τάση και έκταση διάπραξης αδικημάτων που σχετίζονται με την περιουσία πολιτών στον τόπο μας: "Στη Γ. Εισαγγελέας v. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ. 129, αδικήματα διάρρηξης και κλοπής κατέστησαν, ως χαρακτηρίζεται, 'μάστιγα για την κυπριακή κοινωνία.', η οποία δεν μπορεί να αφεθεί ανέλεγκτη. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου Παναγίδη v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 συνοψίζει την κρατούσα κατάσταση, όπως και το καθήκον της Δικαιοσύνης προς διαφύλαξη της έννομης τάξης (σελ. 105-106): Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη." Τα πιο πάνω χαρακτηριστικά καθιστούν τα αδικήματα αυτά σοβαρά κατατάσσοντας τα σ' αυτά που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Η σοβαρότητα που τα διακρίνει καλεί την επιβολή αυστηρών ποινών με αποτρεπτικό χαρακτήρα. Θεώρηση της νομολογίας επισημαίνει ότι για τέτοιου είδους αδικήματα η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Τσιλικίδης v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 272, Ilie κ.α. v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 280, Piliev v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587, Xiaojin και άλλος v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104, Petrica v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 278. Εν πάση περιπτώσει, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, χωρίς όμως η εξατομίκευση αυτή να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων (Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε σοβαρής φύσεως αδικήματα που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας και είναι σε έξαρση στην κυπριακή κοινωνία. Η φύση και η σοβαρότητα αυτών των αδικημάτων, όπως αυτά έχουν εξηγηθεί προηγουμένως και ενισχύονται από τη μεγάλη συχνότητα με την οποία τέτοιου είδους αδικήματα διαπράττονται, αποτελούν επιβαρυντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη. Ένα άλλο δεδομένο που προσμετρά στην κρίση του Δικαστηρίου είναι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος σε σύντομο χρονικό διάστημα επανέλαβε την αξιόποινη συμπεριφορά του διαπράττοντας τα ίδια σοβαρά αδικήματα. Συνεπώς η παρούσα περίπτωση δεν είναι από αυτές όπου η παραβατική στάση του κατηγορουμένου περιορίζεται σε ένα μεμονωμένο περιστατικό αλλά περιέχει στοιχείο επανάληψης. Περαιτέρω η μεγάλη ποσότητα και αξία της κλοπιμαίας περιουσίας επίσης επιβαρύνει τη θέση του κατηγορουμένου. Ειδικότερα η κλοπή ενός φορητού ηλεκτρονικού υπολογιστή αξίας €600, τεσσάρων χρυσών σταυρών αξίας €500, τεσσάρων δαχτυλιδιών αξίας €750, δύο περιδέραιων λαιμού αξίας €1.600 και το χρηματικό ποσό των €1.500 σε μετρητά, όλα συνολικής αξίας €4.950, καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος έκλεψε περιουσία ποικιλίας και μεγάλης αξίας. Παράλληλα αυτό καταδεικνύει το μέγεθος της ζημιάς που προκλήθηκε στις περιουσίες των παραπονούμενων από τις παράνομες ενέργειες του εν λόγω κατηγορουμένου. Την ίδια στιγμή δεν μου διαφεύγει ότι όλη η κλοπιμαία περιουσία της Μ14 αξίας €4.350 δεν έχει εντοπιστεί, κάτι που καταδεικνύει ότι η ζημιά που η εν λόγω παραπονούμενη έχει υποστεί θα έχει μόνιμη μορφή. Ένα επιπρόσθετο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη είναι το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος μέσα από την αξιόποινη συμπεριφορά του απέκτησε οικονομικό όφελος. Η κλοπή του χρηματικού ποσού, των χρυσαφικών και των κοσμημάτων συνολικής αξίας €4.350 που δεν έχουν εντοπιστεί και για τα οποία ουδεμία αποζημίωση έχει καταβληθεί, καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος επωφελήθηκε ανάλογα από την παράνομη οικειοποίηση τους εις βάρος της ιδιοκτήτριας της κλοπιμαίας αυτής περιουσίας. Άλλο επιβαρυντικό δεδομένο για τον κατηγορούμενο είναι ο προσεκτικός και οργανωμένος τρόπος δράσης του. Η διάρρηξη και κλοπή περιουσίας σε χρονικές στιγμές που οι παραπονούμενοι απουσίαζαν, η κατοχή αιχμηρού αντικειμένου προκειμένου να πετύχει είσοδο στα υποστατικά, ο εντοπισμός των χώρων όπου βρίσκονταν φυλαγμένα τα κοσμήματα, χρυσαφικά και το χρηματικό ποσό σε μετρητά και η αποχώρηση του από τα υποστατικά χωρίς να γίνει αντιληπτός έχοντας στην κατοχή του την πιο πάνω κλοπιμαία περιουσία, φανερώνει ότι ο κατηγορούμενος έδρασε στοχευμένα και στη βάση οργανωμένου σχεδίου που είχε θέσει σε εφαρμογή με επιμέλεια. Ο προσχεδιασμός και η οργανωμένη εκτέλεση αποτελούν σοβαρό επιβαρυντικό παράγοντα και στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται ότι υπήρχαν και γι' αυτό λαμβάνεται υπόψη (Γενικός Εισαγγελέας v. Τσαπατσάρη κ.α.
(2000)2 Α.Α.Δ. 304). Επιπλέον δεν παραγνωρίζεται η αναστάτωση και η ταλαιπωρία που προκλήθηκε στους παραπονούμενους όταν διαπίστωσαν τη διάρρηξη του υποστατικού τους και την κλοπή της περιουσίας τους. Σίγουρα αυτό που οι εν λόγω παραπονούμενοι αισθάνθηκαν μπροστά στη θέα της διάρρηξης του υποστατικού και κλοπής της περιουσίας τους είναι ανασφάλεια και ανησυχία. Σαφώς με τις παράνομες ενέργειες του ο κατηγορούμενος παραβίασε τα συνταγματικά δικαιώματα κατοχής και χρήσης περιουσίας των ιδιοκτητών των κλοπιμαίων αντικειμένων. Αυτό είναι δεδομένο που προσμετρά στην κρίση του Δικαστηρίου. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής λαμβάνω υπόψη μου τους εξής ελαφρυντικούς παράγοντες:
(1)Το λευκό ποινικό μητρώο του.
(2)Την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 και Βασιλείου v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 110/2014 ημερ. 15.06.15).
(3)Την απολογία του στο Δικαστήριο.
(4)Την εισήγηση του κατηγορουμένου να δεχτεί εναντίον του την έκδοση διατάγματος αποζημίωσης ύψους €4.350 που αφορά την αξία της κλοπιμαίας περιουσίας που δεν εντοπίστηκε, στην οποίαν συναινεί η κατηγορούσα αρχή.
(5)Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, όπως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ειδικότερα ότι ο κατηγορούμενος: · Είναι σήμερα ηλικίας 38 ετών, δεσμευμένος και πατέρας δύο ανήλικων παιδιών ηλικίας δεκαπέντε ετών και πέντε ετών αντίστοιχα. · Από τις 10.11.17 βρίσκεται κρατούμενος στις Κεντρικές Φυλακές εκτίοντας ποινή φυλάκισης 3,5 ετών με ορίζοντα αποφυλάκισης τον Δεκέμβριο 2019. · Προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. · Στο στάδιο αυτό δεν έχει εισοδήματα, δεν διαθέτει οποιαδήποτε κινητή και/ή ακίνητη περιουσία εγγεγραμμένη στο όνομα του και ούτε έχει αποταμιεύσεις προς όφελος του. · Σε ηλικία 33 ετών άρχισε τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών, την οποία διέκοψε δύο μήνες μετά την καταδίκη του μετά από ένταξη του σε ανοικτό πρόγραμμα απεξάρτησης. · Πάσχει από εκδηλώσεις κατάθλιψης εξαιτίας σοβαρού τραυματισμού στο δεξί γόνατο στο οποίο τοποθετήθηκε μόσχευμα μετά από σειρά επεμβάσεων στις οποίες υπεβλήθηκε, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τις ιατρικές αναφορές ημερομηνίας 18.10.17 και 26.10.17 του ιδιώτη ψυχίατρου Δρ. ΧΧΧ Χατζηβασίλη, οι οποίες συνθέτουν το Τεκμήριο 1, το περιεχόμενο των οποίων δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω. Ένα άλλο ζήτημα που δεν διαφεύγει της προσοχής μου είναι ο χρόνος που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλούμαι να επιβάλω ποινή. Όπως προκύπτει από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, τα αδικήματα διαπράχτηκαν τον Αύγουστο και τον Οκτώβριο του έτους 2013 και το Δικαστήριο καλείται τον Απρίλιο του έτους 2019 να επιβάλει ποινή. Έκτοτε και μέχρι σήμερα έχει διαρρεύσει περίοδος 5,5 ετών περίπου. Από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα δεν μπορώ να επιρρίψω ευθύνη στον κατηγορούμενο για το χρόνο που παρήλθε. Παράλληλα στο μεσοδιάστημα του χρόνου που διέρρευσε: (α) Το έτος 2014 ο κατηγορούμενος έγινε πατέρας για δεύτερη φορά, ένα παιδί που απέκτησε με τη συμβία του, (β) τα τελευταία τρία χρόνια πριν από τον εγκλεισμό του στις Κεντρικές Φυλακές, ο κατηγορούμενος ήταν άνεργος, (γ) ένεκα της ανεργίας του η οικογενειακή στέγη του κατηγορουμένου άλλαξε τοποθεσία, (δ) πριν από την καταδίκη και τον εγκλεισμό του στις Κεντρικές Φυλακές, ο μεγαλύτερος υιός του, παιδί που απέκτησε με την πρώην σύζυγο του από την οποίαν χώρισε το έτος 2003, διέμενε μαζί του, (ε) από τις 10.11.17 βρίσκεται κρατούμενος στις Κεντρικές Φυλακές εκτίοντας ποινή φυλάκισης 3,5 ετών, (στ) πάσχει από εκδηλώσεις κατάθλιψης, για τις οποίες τυγχάνει ιατρική παρακολούθηση από ιδιώτη ψυχίατρο. Τα πιο πάνω αποτελούν μετριαστικό παράγοντα, ο οποίος συνυπολογίζεται μαζί με τις υπόλοιπες παραμέτρους. Η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης ευσεβάστως ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα λόγω ανωριμότητας και επιπολαιότητας που χαρακτήριζε το τότε νεαρό της ηλικίας του. Με κάθε σεβασμό στη συνήγορο υπεράσπισης, η θέση της αυτή στερείται ερείσματος. Κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 33 ετών. Η ηλικία αυτή είναι τέτοια που δεν δικαιολογεί ανωριμότητα και επιπολαιότητα αλλά ούτε και χαρακτηρίζεται από τέτοια στοιχεία. Είναι μία ηλικία που βρίσκεται σε ώριμο στάδιο με διαζύγιο στη νεαρή απερισκεψία και επιθυμία εκτέλεσης παρορμητικών ενεργειών, η οποία θέτει στόχους και αγωνίζεται να τους εκπληρώσει. Περαιτέρω η συνήγορος υπεράσπισης ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα επειδή αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα και λόγω της χρήσης ναρκωτικών ουσιών που επικαλέστηκε ότι επέδρασαν στη βούληση του. Θα πρέπει να λεχθεί ότι το Δικαστήριο κατανοεί τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου και τις λαμβάνει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Ωστόσο δεν μπορεί να γίνεται χρήση ναρκωτικών ουσιών και αργότερα να γίνεται επίκληση των συνεπειών που δημιουργούν με σκοπό την εκμαίευση επιείκειας στη διάπραξη άλλων αδικημάτων που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Ούτε προβλήματα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αποτελούν διαβατήριο συγχώρεσης για τη διάπραξη σοβαρών αδικημάτων και στη συνέχεια επίκλησης τους ως δικαιολογία. Σε περιπτώσεις διάπραξης σοβαρών εγκλημάτων, όπως την παρούσα, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας, χωρίς έτσι να δικαιολογείται παρέκκλιση από την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, ιδιαίτερα σε υποθέσεις αδικημάτων εναντίον περιουσίας και τούτο με στόχο την προστασία της περιουσίας των πολιτών (Τσιλικίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7/2013, ημερ. 26.03.13, Mixaylov και άλλοι v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 94-96/2011 ημερ. 30.03.12, Μακρή v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 42, Marius v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 155/2014 ημερ. 27.05.15, Ναζίπ v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6/2014 ημερ. 21.11.14 και Γενικός Εισαγγελέας v. Παπαχαραλάμπους
(2007)2 Α.Α.Δ. 11, Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Θα εξετάσω τώρα κατά πόσο η παρούσα υπόθεση θα έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη στις ποινικές υποθέσεις 13061/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και 19159/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στις οποίες του επιβλήθηκαν διαδοχικές ποινές φυλάκισης τριών ετών και έξι μηνών αντίστοιχα. Όπως σημειώνεται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ο κατηγορούμενος βρίσκεται έγκλειστος στις Κεντρικές Φυλακές από τις 11.10.17 και όπως λέχθηκε από τη συνήγορο του αναμένεται να αποφυλακιστεί τον Δεκέμβριο 2019. Η εξουσία του δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του αδικήματα άλλων ποινικών υποθέσεων κατά την επιμέτρηση και επιβολή ποινής σε μια άλλη ποινική υπόθεση πηγάζει μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.155) αλλά και από σχετική νομολογία (Ηρακλέους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 150). Το σκεπτικό αυτό κατ' αρχήν εφαρμόζεται σε ιδίας ή παρόμοιας φύσεως αδικήματα. Έχοντας όμως παράλληλα υπόψη την υπόθεση Παραρέ v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 46/2013, ημερ. 20.03.12, η εφαρμογή του πιο πάνω σκεπτικού επεκτείνεται και σε υποθέσεις διαφορετικών αδικημάτων. Σε τέτοια περίπτωση το δικαστήριο δύναται να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο αυτές επειδή αυτό καταδεικνύει συστηματική και κατ' επανάληψη επίδειξη εγκληματικής συμπεριφοράς από τον κατηγορούμενο, πάντοτε με γνώμονα το ανώτατο όριο που προδιαγράφει το άρθρο 24
(1)του Ν.14/60 (Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 382, Ιωάννου v. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 Α.Α.Δ. 598). Ανατρέχοντας στα αντίγραφα των δικαστικών αποφάσεων στις ποινικές υποθέσεις 13061/16, 19159/16 και 18944/16 καθώς επίσης στο αντίγραφο του κατηγορητηρίου στην ποινική υπόθεση 8595/16 που κατατέθηκαν σαν δέσμη εγγράφων στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2, παρατηρώ ότι λήφθηκαν υπόψη σωρεία αδικημάτων. Ενδεικτικά αναφέρω ότι συνολικά λήφθηκαν υπόψη ιδίας φύσεως αδικήματα με την παρούσα υπόθεση και ειδικότερα τρεις διαρρήξεις, έξι κλοπές και δέκα απόπειρες κλοπής, παρόμοιας φύσεως με εδώ αδικήματα που σχετίζονται με περιουσία και συγκεκριμένα δύο κατηγορίες παράνομης κατοχής περιουσίας, δύο κατηγορίες κλεπταποδοχής και μία κατηγορία πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς, αλλά και αδικήματα διαφορετικής φύσεως με την παρούσα υπόθεση όπως αδικήματα που σχετίζονται με την κατοχή και χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως 'Α' και 'Β', κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως 'Α' με σκοπό την προμήθεια του, επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, μεταφορά μαχαιριών εκτός κατοικίας, μεταφορά επιθετικού όπλου, εξασφάλιση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, παράνομη μεταφορά πυροβόλου όπλου, κατοχή διαρρηκτικών οργάνων και συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος. Όπως προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία η εγκληματική δραστηριότητα του κατηγορουμένου στις εν λόγω υποθέσεις διαδραματίστηκε τα έτη 2012-
  1. Στην περίοδο αυτή καλύπτεται ο χρόνος διάπραξης των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης αφού αυτός είναι Αύγουστος μέχρι Οκτώβριος
  2. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων και με γνώμονα τη νομική αρχή ότι ένας κατηγορούμενος θα πρέπει να τυγχάνει του ευεργετήματος να τιμωρείται μια και μόνο φορά για όλη την εγκληματική του συμπεριφορά την οποία παραδέχεται, κρίνω ότι η παρούσα υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη κατά την επιβολή ποινής στις ποινικές υποθέσεις 13061/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και 19159/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με ότι αυτό συνεπάγεται. Το στοιχείο αυτό προσμετρά στην κρίση του Δικαστηρίου. Το αν η παρούσα υπόθεση είχε ή όχι τότε ζητηθεί να ληφθεί υπόψη στις πιο πάνω υποθέσεις είναι άνευ σημασίας. Βέβαια κατά χρόνο που επιβλήθηκε ποινή στις προαναφερόμενες υποθέσεις η παρούσα υπόθεση δεν είχε επιδοθεί στον κατηγορούμενο. Εν πάση όμως περιπτώσει, κάτι τέτοιο δεν μπορεί σήμερα να επενεργήσει εις βάρος του κατηγορουμένου υπό το βάρος της προαναφερόμενης νομικής αρχής για τιμωρία του μία φορά επί του συνόλου της εγκληματικής του συμπεριφοράς, η οποία τυγχάνει εδώ εφαρμογής. Παραπέμπω στην υπόθεση Χριστοφόρου v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ.
  1. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα περίπτωση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται από τη μία οι επιβαρυντικές παράμετροι και από την άλλη οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης τους, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 8 μηνών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 5 μηνών 4η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 8 μηνών 5η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 5 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα αυτεπάγγελτα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
  2. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του δικαστηρίου τέθηκαν σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161. Στην μεταγενέστερη υπόθεση Γεωργίου κ.α. v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 27/2016 ημερ. 19.07.16 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της σύγχρονης προσέγγισης που το Δικαστήριο ακολουθεί όταν εξετάζει ζήτημα αναστολής ποινής φυλάκισης όπου, μεταξύ άλλων, τονίστηκαν τα εξής: "τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να έχουν σημασία και ως προς την αναστολή. (Βλ. Θεόδωρος Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449)." Περαιτέρω παραπέμπω στις υποθέσεις Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449 και Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, οι οποίες κατ' ανάλογο τρόπο πραγματεύονται το θέμα αυτό. Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης, των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου, του χρόνου που παρήλθε καθώς και όλων των υπολοίπων δεδομένων που περιβάλλουν την υπόθεση, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος ή παράγοντας που να δικαιολογεί την έκδοση διαταγής για αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Η διάπραξη αδικημάτων που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας μέσα από οργανωμένο σχέδιο και διαπράττονται με μεγάλη συχνότητα και ευκολία, όπως αυτά που διαπράχτηκαν μέσα από αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορουμένου που επαναλήφθηκε, τα οποία χρήζουν αποτρεπτικής αντιμετώπισης, επιτάσσει την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης χωρίς έτσι να παρέχεται περιθώριο στο Δικαστήριο για κάτι διαφορετικό. Τυχόν άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων και θα εξέπεμπε στην κοινωνία λανθασμένα μηνύματα κατά παράβαση της νομολογίας και παραγνωρίζοντας τις ανάγκες και τους σκοπούς των νομοθεσιών. Ωστόσο όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες, όπως το λευκό ποινικό μητρώο, η άμεση παραδοχή, η απολογία, η προθυμία για έκδοση διατάγματος αποζημίωσης, ο χρόνος που παρήλθε και οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου λήφθηκαν υπόψη για τη δραστική μείωση των ποινών που του επιβλήθηκαν. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν ή θα είναι διαδοχικές των ποινών που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο στις ποινικές υποθέσεις 13061/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και 19159/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με γνώμονα ότι η παρούσα ποινική υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη κατά το χρόνο επιβολής ποινών στις εν λόγω υποθέσεις. Η δυνατότητα επιβολής διαδοχικής ποινής, η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις αρχές της συνολικότητας (the totality principle) και αναλογικότητας, εδράζεται στο άρθρο 117
(2)του Κεφ.155 όπου τονίζεται ότι "Ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση, αρχίζει να εκτίεται μετά τη λήξη της προηγούμενης ποινής, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά." Στην υπόθεση Τραλαλάς v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323 μνημονεύεται η υπόθεση Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123 στην οποία εξετάστηκε το θέμα της επιβολής διαδοχικών ποινών με αναφορά σε αγγλική νομολογία που παρέχει και τις κατευθυντήριες γραμμές. Η βασική αρχή είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας που ουσιαστικά συνιστούν μια ενιαία συμπεριφορά αφού αυτό θα οδηγούσε σε υπερβολή και ουσιαστικά την επιβολή μεγαλύτερης ποινής σε μικρότερης σοβαρότητας κατηγορίες (Παναγιώτης Γ. Δημητρίου (Μιχαήλ) v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 21 και Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 331). Παράλληλη αρχή είναι ότι το σύνολο των διαδοχικών ποινών που ενδεχομένως να επιβληθούν πρέπει να έχει αναλογία προς τη σοβαρότητα των επί μέρους κατηγοριών. Η συνολική ποινή που επιβάλλεται σ' ένα κατηγορούμενο πρέπει να είναι ανάλογη προς τα αδικήματα που διέπραξε υπό το φως της αρχής ότι ο παραβάτης θα πρέπει να τιμωρείται μία φορά για την εγκληματική του δραστηριότητα που μπορεί να αντικριστεί ως μία ενιαία αξιόποινη συμπεριφορά στα πλαίσια συνολικής αντιμετώπισης της ποινικής ευθύνης του (Χριστοφόρου v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 80/2013 ημερ. 23.09.13). Το Δικαστήριο πρέπει να δει στην υπόθεση από απόσταση και να αναρωτηθεί κατά πόσο η συνολική ποινή είναι αρμόζουσα προς τα δεδομένα της. Το Δικαστήριο καλείται να προβληματιστεί αν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο μέσα από τις ποινικές υποθέσεις 13061/16 και 19159/16 θα ήταν ουσιωδώς μεγαλύτερες αν λαμβανόταν υπόψη και η παρούσα ποινική υπόθεση. Στην υπόθεση Χριστοφόρου v. Αστυνομίας
(2004)(πιο πάνω) λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με τον τρόπο προσέγγισης ζητήματος διαδοχικής ποινής: "Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει βεβαίως στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκειμένη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (ίδε και Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)1 ΑΑΔ 331). Επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθησομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του. Ειδικά στην περίπτωση όπως η προκειμένη, στην οποία επιβάλλεται ποινή ενώ ο τιμωρούμενος εκτίει άλλη ποινή, αποτελούν καλό κανόνα τα λεχθέντα από το Richards, J., στην υπόθεση R v. Watts [2000] 1 Cr. App. R. (S.) 460, στην οποία μας ανέφερε ο κ. Πικής: "If the offence had fallen to be dealt with at the same time would the same total sentence have resulted. If not, then the total produced by making the sentences consecutive may be disproportionate and excessive." Ο κανόνας αυτός αντιστοιχεί προς το γενικό κανόνα που το δικαστήριο, όταν εξετάζει το ενδεχόμενο επιβολής συντρεχουσών ή διαδοχικών ποινών, εφαρμόζει ως απόρροια της αρχής της συνολικότητας της ποινής. Όπως το έθεσε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Barton, October 6, 1972 (αναφερόμενη στο Encyclopaedia of Current Sentencing Practice, section A5-3A) (στην οποία επίσης μας ανέφερε ο κ. Πικής) υποδεικνύοντας το καθήκον του δικαστηρίου: "It must look at the totality of the criminal behaviour and ask itself what is the appropriate sentence for all the offences." Και πάλι δε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Holderness, July 15, 1974 (αναφερόμενος στην ως άνω Encyclopaedia, section Α5-3Β): "... the step which this Court on numerous occasions has said should be taken, namely of standing back and looking at the overall effect of the sentences which had been passed." Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι τα αδικήματα της υπόθεσης αυτής είναι σοβαρά και βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας. Ωστόσο πρόκειται για αδικήματα ιδίας και παρόμοιας φύσεως με αρκετά από αυτά που διαπράχτηκαν στις ποινικές υποθέσεις 13061/16 και 19159/16 και από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου καθίσταται αντιληπτό ότι αποτελούν μέρος μιας ενιαίας αξιόποινης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Έχοντας εκτιμήσει τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης θεωρώ πως αν αυτή παρουσιαζόταν ενώπιον των Δικαστηρίων και λαμβανόταν υπόψη στις ποινικές υποθέσεις 13061/16 και 19159/16 η ποινή που τα Δικαστήρια θα επέβαλλαν στον κατηγορούμενο, με δεδομένο το μέτρο των συνολικά 3,5 ετών που έκριναν ως ορθό, δεν θα ήταν αισθητά διαφορετική από αυτές που του επιβλήθηκαν. Κατά συνέπεια τυχόν άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έτσι ώστε οι ποινές στην παρούσα υπόθεση να είναι διαδοχικές των ποινών που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο από τα Δικαστήρια στις ποινικές υποθέσεις 13061/16 και 19159/16 θα συνιστούσε υπέρμετρη και/ή δυσανάλογη ποινή ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου. Υπό το φως των πιο πάνω η έκτιση των συντρεχουσών άμεσων ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο στην παρούσα ποινική υπόθεση δεν θα είναι διαδοχική της έκτισης των διαδοχικών ποινών φυλάκισης που του επιβλήθηκαν στις ποινικές υποθέσεις 13061/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και 19159/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και συνολικά αθροίζονται στα 3,5 έτη. Περαιτέρω εκδίδεται εναντίον του κατηγορουμένου και προς όφελος της Μ14 διάταγμα αποζημίωσης για το ποσό των €4.350, το οποίο όμως αναστέλλεται μέχρι τις 30.06.2020. Ο κατηγορούμενος καλείται να καταβάλει το πιο πάνω ποσό εντός 15 ημερών από την εν λόγω ημερομηνία (ήτοι εντός 15 ημερών από 30.06.2020). Ο φορητός Η/Υ να επιστραφεί στον νόμιμο δικαιούχο του. Τα δε παρειακά επιχρίσματα του Κατηγορουμένου να κατασχεθούν και να καταστραφούν. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence (Αναφορά: Ποινικό/Διάρρηξη και κλοπή κτιρίου και κατοικίας/Άρθρα 294(α), 292(α), 255 και 262 Κεφ.154/Ποινή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.