← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7428/14, 21/5/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7428/14, 21/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:B32 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7428/14 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και

  1. ΧΧΧΧ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
  2. ΧΧΧΧ SHOLI
  3. ΧΧΧΧ ΧΡΙΣΤΟΥ Ημερομηνία: 21.5.2019 Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Σ. Συμεού. Για τον κατηγορούμενο 1: κ. Ε. Πίτρος. Κατηγορούμενος 1 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα ο κατηγορούμενος 1 (στο εξής ο κατηγορούμενος) αντιμετωπίζει κατηγορία κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορία 1). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ως έχουν τροποποιηθεί, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία το 2013, στην επαρχία Πάφου, έκλεψε το βαρύ φορτηγό όχημα με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧΧ μάρκας Mercedes αξίας €25.000, περιουσία της εταιρείας ΧΧΧΧ THE SPECIALIST HOMATOURGIKES ERGASIES LIMITED. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 4 μάρτυρες. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και κάλεσε 3 μάρτυρες υπεράσπισης. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ.ΧΧΧΧ Χειμώνας, του Τ.Α.Ε. Πάφου. Σύμφωνα με αυτόν στις 3.1.14 και ώρα 19:15 μετέβηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου ο ΧΧΧΧ Τσαγγάρης (Μ.Κ.2) και προέβη στην καταγγελία της παρούσας. Κατέθεσε ως τεκμήριο 2, βιβλιάριο φωτογραφιών, οι οποίες λήφθηκαν από αστυφύλακα του Τ.Α.Ε. Λεμεσού, στον χώρο όπου εντοπίσθηκε το επίδικο όχημα. Ανέφερε επίσης ότι από ότι γνωρίζει, κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, ο ΧΧΧΧ Τσαγκάρης (Μ.Κ.3) επικοινώνησε με τον Α/Αστ.ΧΧΧΧ του Τ.Α.Ε. Πάφου και κατέθεσε ως τεκμήριο 3 σχετικό ημερολόγιο ενεργείας ημερ.5.1.
  1. Κατέθεσε δε ως τεκμήριο 4 την ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο για την παρούσα, στις 4.1.
  2. Δεν έλαβε πιστοποιητικά εγγραφής των μηχανοκίνητων οχημάτων, ούτε πιστοποιητικά διευθυντών ή άλλα έγγραφα της εταιρείας του Μ.Κ.3, γιατί δεν το έκρινε σκόπιμο. Όσον αφορά το επίδικο όχημα έλεγξε ποιος ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του βάσει του συστήματος της Αστυνομίας στις 4.1.14 και ήταν η εταιρεία ΧΧΧΧ THE SPECIALIST HOMATOURGIKES ERGASIES LIMITED (κατέθεσε σχετικά το τεκμήριο 5). Εξήγησε δε ότι η συμφωνία στην οποία αναφέρθηκε ο Μ.Κ.2 στην καταγγελία του δεν ήταν γραπτή αλλά προφορική. Δεν γνωρίζει εάν ο Μ.Κ.3 όφειλε οποιαδήποτε ποσά στον κατηγορούμενο και δεν του είπε κάτι τέτοιο ο Μ.Κ.
  3. Εξήγησε δε ότι ο Μ.Κ.2 εκπροσωπούσε τον Μ.Κ.3 παραπονούμενο και ό,τι ο πρώτος είχε να αναφέρει και να υποβάλει, ο μάρτυρας το έλαβε γραπτώς. Διαφώνησε δε ότι δεν εκτέλεσε ορθά και νομότυπα τα καθήκοντα του και ότι έλαβε παράπονο από κάποιον που δεν εξουσιοδοτείτο να κάνει τέτοιο. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο ΧΧΧΧ Τσαγγάρης, αδελφός του παραπονούμενου (Μ.Κ.3). Σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ο Μ.Κ.3 είναι ιδιοκτήτης της εταιρείας ΧΧΧΧ THE SPECIALIST HOMATOURGIKES ERGASIES LIMITED, που βρίσκεται στην Πάφο αλλά είναι αδρανής. Ο Μ.Κ.3 από τις αρχές του 2013 διαμένει μόνιμα με την οικογένεια του στον Καναδά. Ένα μήνα περίπου πριν φύγει για το εξωτερικό ο Μ.Κ.3 άφησε στον κατηγορούμενο τέσσερα μηχανήματα της εταιρείας του για φύλαξη τους. Ο Μ.Κ.3 τα πήρε εκεί με σκοπό την φύλαξη τους αφού ο κατηγορούμενος έχει κάμερες και ο χώρος του είναι περιφραγμένος. Ανάμεσα στα μηχανήματα αυτά ήταν και το επίδικο φορτηγό μάρκας Mercedes Actros, χρώματος μπλε με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧΧ. Ο Μ.Κ.3 ενημέρωσε τον μάρτυρα για την περίπτωση και ο ίδιος έτυχε να δει τα μηχανήματα που του πήρε δύο μήνες μετά που έφυγε ο Μ.Κ.
  4. Έκτοτε ο μάρτυρας δεν έτυχε να πάει ξανά στο υποστατικό του κατηγορούμενου. Στις 2.1.14 του τηλεφώνησε ένας φίλος του από την Λεμεσό, ο οποίος είναι και φίλος του Μ.Κ.3 και παλιός συνεργάτης του και του είπε ότι έτυχε να δει το προαναφερόμενο φορτηγό σε μια μάντρα εξαρτημάτων στην Λεμεσό και ότι θα το κόψουν για εξαρτήματα. Στις 3.1.14 ο μάρτυρας πήρε τηλέφωνο τον κατηγορούμενο να τον ρωτήσει για το φορτηγό και αυτός του είπε ότι το φορτηγό βρίσκεται στο χωράφι του. Μετά από μισή ώρα περίπου ο μάρτυρας πήγε στο χωράφι του κατηγορούμενου και είδε ότι το εν λόγω φορτηγό έλειπε. Αφού δε συνάντησε τον κατηγορούμενο αυτός δεν του έλεγε καθαρά τι συνέβηκε. Ακολούθως την ίδια ημέρα ο μάρτυρας πήγε στην Λεμεσό γύρω στις 11:00 όπου συνάντησε τον πιο πάνω αναφερόμενο φίλο του, ο οποίος τον οδήγησε στην μάντρα κάποιου ΧΧΧΧ Κούχαρη, στην περιοχή Βατί. Πριν πάει στο Βατί τηλεφώνησε στον Αστυνομικό Σταθμό Πολεμιδιών και τους είπε το γεγονός. Έτσι συναντήθηκε με την Αστυνομία στην συγκεκριμένη μάντρα. Εκεί είδε και αναγνώρισε το εν λόγω φορτηγό (το υπέδειξε στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 2) και όταν ρώτησε τον ΧΧΧΧ πως βρέθηκε εκεί, εκείνος του είπε ότι το αγόρασε από κάποιον Αιγύπτιο, ο οποίος απουσίαζε στο εξωτερικό. Του είπε ότι το αγόρασε περίπου στις 15.12.13 χωρίς να του πει πόσα και πως αυτός ο Αιγύπτιος του το πήρε εκεί και του είπε ότι το αγόρασε από δημοπρασία και κατέχει και τα χαρτιά. Ο μάρτυρας ανέφερε στον Κούχαρη ότι το φορτηγό ήταν του αδελφού του και του ζήτησε να του το παραδώσει αλλά εκείνος αρνήθηκε λέγοντας του να περιμένει να επιστρέψει ο Αιγύπτιος για να τους δείξει τα χαρτιά που κρατά. Η Αστυνομία Πολεμιδιών τότε συμβούλεψε τον μάρτυρα να κάνει καταγγελία στην Αστυνομία Πάφου. Ως είπε κατά την μαρτυρία του αφού ενημέρωσε τον Μ.Κ.3 και πήρε οδηγίες για αυτό προχώρησε στην καταγγελία. Λίγους μήνες μετά που η Αστυνομία κατάσχεσε το επίδικο όχημα, αυτό βγήκε σε πλειστηριασμό από την τράπεζα και πουλήθηκε. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο παραπονούμενος ΧΧΧΧ Τσαγγάρης, ο οποίος διαμένει μόνιμα στον Καναδά από τις 28.11.
  5. Πριν μεταναστεύσει ασχολείτο μεταξύ άλλων και με χωματουργικές εργασίες. Για αυτές τις εργασίες είχε την εταιρεία ΧΧΧΧ THE SPECIALIST HOMATOURGIKES ERGASIES LIMITED (στο εξής η εταιρεία), της οποίας ήταν ιδιοκτήτης και διευθυντής και χρησιμοποιούσε περί τα 8-10 μηχανήματα. Τα σέρβις αυτών τα έκανε ο ίδιος, ο αδελφός του και ο κουμπάρος του. Για βλάβες που έχρηζαν μηχανικό στην Πάφο οι μηχανικοί του ήταν ο ΧΧΧΧ στο γκαράζ του ΧΧΧΧ Θεοδοσίου και ο ΧΧΧΧ Χαριλάου από την Τάλα μαζί με τον συνεργάτη του ΧΧΧΧ. Για το έργο που έκανε στην Λεμεσό είχε άλλους μηχανικούς. Ποτέ ο κατηγορούμενος δεν επιδιόρθωσε οποιοδήποτε από τα μηχανήματα του ούτε και έκανε οποιασδήποτε φύσεως εργασίες σε αυτά. Ούτε ο ίδιος ούτε η εταιρεία του οφείλει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό στον κατηγορούμενο. Γνωρίσθηκε με τον γιο του κατηγορούμενου, ΧΧΧΧ Παναγιώτου, στους αγώνες ράλι. Ανέπτυξαν δε στενή φιλική σχέση από το
  6. Ο μάρτυρας είχε τον ΧΧΧΧ σαν αδελφό και σαν γιο του. Τον κατηγορούμενο, πριν γνωρίσει τον ΧΧΧΧ, τον γνώριζε μόνο φατσικά. Πριν ο μάρτυρας φύγει για τον Καναδά την πρώτη φορά (αφού ως είπε έφυγε επέστρεψε και ξαναέφυγε για τον Καναδά) ο ΧΧΧΧ είχε ένα ατύχημα και ήταν στην εντατική 5‑6 μέρες. Έτσι τις τελευταίες μέρες πριν ο μάρτυρας φύγει τις πέρασε στο Νοσοκομείο όπου ήταν παρών ο κατηγορούμενος, η σύζυγος του και διάφορα άτομα της οικογένειάς τους σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Μάλιστα πήγαν με τον κατηγορούμενο και άλλα πρόσωπα σε δύο εκκλησίες για να κάνουν παράκληση να ζήσει ο. Από εκείνη την στιγμή φίλεψαν με τον κατηγορούμενο. Όταν επέστρεψε από τον Καναδά (μετά που έφυγε για πρώτη φορά) άνοιξε σουβλατζίδικο όπου σχεδόν καθημερινά πήγαινε ο κατηγορούμενος. Υπέδειξε στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 2 το φορτηγό μάρκας Μερσεντές με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧΧ (στο εξής το επίδικο φορτηγό). Το εν λόγω όχημα το αγόρασε για λογαριασμό της πιο πάνω εταιρείας ο ίδιος μέσω τράπεζας για το ποσό των 31.000 ή 33.000 ευρώ ή λιρών. Πριν φύγει για τον Καναδά την δεύτερη φορά το εν λόγω όχημα ήταν σε άριστη κατάσταση και κινείτο. Έψαξε τότε να δει την τιμή του οχήματος και αυτό στοίχιζε γύρω στις €20.000-€25.
  7. Πριν φύγει για τον Καναδά ο κατηγορούμενος του πρότεινε να πάρει τα μηχανήματα της εταιρείας σε δικό του χώρο να του τα φυλάξει γιατί εκεί ήταν πιο ασφαλή από τον ανοικτό χώρο όπου τα είχε έξω από το σπίτι του και δεν θα τα πείραζε κανένας. Έτσι λίγες μέρες πριν φύγει συμφώνησε με τον κατηγορούμενο να πάρουν τα μηχανήματα (περιλαμβανομένου του επίδικου) στην μάντρα του τελευταίου για φύλαξη, μέχρι να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα με την τράπεζα. Κατά την εν λόγω προφορική συμφωνία δεν ήταν κανένας υπάλληλος του κατηγορούμενου παρών. Όλα αυτά τα μηχανήματα ήταν «finance» και έτσι ανήκαν στην εταιρεία και στην τράπεζα. Είχε δε ενημερώσει τον κατηγορούμενο ότι τα μηχανήματα τα χρωστούσε η εταιρεία στην τράπεζα και για το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς. Του είπε επίσης ότι θα έλεγε στον αδελφό του να του πληρώσει τα πετρέλαια και θα έκανε δώρο στον ίδιο και στον ΧΧΧΧ ένα κοντέινερ που έπαιρνε στα ράλι με τα εξαρτήματα, όπως και έκανε. Ο αδελφός του μάρτυρα γνώριζε για τα πιο πάνω αλλά ο μάρτυρας δεν ήθελε να πολυασχοληθεί γιατί ήταν ενάντια σε αυτήν την απόφασή του. Απλώς τον ενημέρωσε ότι κανόνισε να πάνε όλα τα μηχανήματα στον κατηγορούμενο και του είπε ότι δεν θα ασχοληθεί αλλά θα κάνει ότι του πει αυτός. Όταν έμαθε ότι τα μηχανήματα πήγαν στην μάντρα του κατηγορούμενου έδωσε εντολή στον αδελφό του και έδωσε στον κατηγορούμενο €500 για τα πετρέλαια που κατανάλωσε για την μεταφορά τους. Το επίδικο φορτηγό, μια ή δύο μέρες πριν ο μάρτυρας φύγει για τον Καναδά, το πήρε ο ίδιος στην μάντρα του κατηγορούμενου. Τα υπόλοιπα μηχανήματα ανέλαβε να τα μεταφέρει ο κατηγορούμενος. Ενώ βρισκόταν στον Καναδά του τηλεφώνησε ο αδελφός του και τον ενημέρωσε ότι ένας φίλος και συνεργάτης από τη Λεμεσό τον πληροφόρησε ότι είδε το επίδικο φορτηγό σε ένα γκαράζ - μάντρα που τα κάνουν εξαρτήματα. Τότε επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο, ο οποίος τον καθησύχαζε ότι το φορτηγό ήταν μπροστά στα μάτια του. Στην συνέχεια είπε στον αδελφό του να πάει στο γκαράζ του κατηγορούμενου να δει και όταν πήγε του τηλεφώνησε και του είπε ότι δεν ήταν εκεί το φορτηγό οπόταν του έδωσε τον κατηγορούμενο στο τηλέφωνο ο οποίος του είπε «Κουμπάρε μου συγγνώμη νόμιζα ήταν στην άλλη μου μάντρα και αλλώπως έκλεψαν μας». Μετά από αυτό είπε στον αδελφό του να κάνει καταγγελία. Όταν τέθηκε σε προσωποκράτηση ο κατηγορούμενος, ο μάρτυρας μίλησε με τον ΧΧΧΧ και μέσω Skype και μέσω Messenger και τηλεφωνικώς και του ζήτησε να του βάλει τον κατηγορούμενο στο Skype για να ακούσει και εκείνος την αλήθεια. Έτσι το απόγευμα της 1ης ή 2ης ημέρας μετά που αφέθηκε ελεύθερος ο κατηγορούμενος, ο ΧΧΧΧ τον έβαλε στο Skype στην παρουσία και του άλλου του γιου. Στις αρχές ο κατηγορούμενος πήγε να πει κάποιες δικαιολογίες αλλά μετά παραδέχτηκε και του είπε «Κουμπάρε κάμε ό,τι μπορείς γιατί αν γίνει έτσι πράμα εννα πάω φυλακή». Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο πρώην κατηγορούμενος 3 ΧΧΧΧ Χρίστου. Ο μάρτυρας είναι αυτοεργοδοτούμενος, οδηγός φορτηγού με το οποίο έκανε μεταφορές και επίσης ασχολείτο με αγοραπωλησίες διαφόρων αυτοκινήτων κυρίως φορτηγών. Γύρω στον Ιούνιο του 2013 του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος, τον οποίο δεν γνώριζε από πριν και του ανάφερε ότι έμαθε ότι συνεργάζεται με ξένους αγοραστές φορτηγών και μηχανημάτων και ότι έχει ένα φορτηγό μερσεντές για πούλημα. Ο μάρτυρας τον ρώτησε αρχικά πόσα ζητούσε και εκείνος του είπε γύρω στις €5.
  8. Ο μάρτυρας του είπε ότι ενδιαφέρεται και θα πήγαινε να το δει το επόμενο Σάββατο. Πράγματι το επόμενο Σάββατο, πήγε στην Πάφο με το φορτηγό του και με τον ΧΧΧΧ Σιολί (φαίνεται ότι πρόκειται για τον πρώην κατηγορούμενο 2), ο οποίος είναι φίλος του και συνεργάζονται, για να δουν το φορτηγό του κατηγορούμενου. Συναντήθηκαν με τον κατηγορούμενο στην Γεροσκήπου και ο τελευταίος τους οδήγησε στο χωράφι του. Εκεί είδε να υπάρχουν πολλά αυτοκίνητα αλλά δεν θυμάται να είδε πολλά μηχανήματα. Είδε και το επίδικο φορτηγό (το υπέδειξε στην φωτογραφία 7 του τεκμηρίου 2) που αποτελεί όχημα που μπορεί να μεταφέρει επικαθούμενο όχημα δηλ. καρότσα. Δοκίμασαν με την βοήθεια του κατηγορούμενου να το ξεκινήσουν αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Στην συνέχεια μίλησαν ξανά για την τιμή και κατάληξαν στις €5.200 επειδή δεν είχε άδειες κυκλοφορίας για τρία χρόνια, είχε προβλήματα με τα ελαστικά του, ήθελε μπαταρίες και έλειπε και ο εγκέφαλος του, ο οποίος στοίχιζε €2.000-€3.
  9. Το εν λόγω φορτηγό πωλείτο γύρω στις €7.000-€8.000 και η συμφωνία για την τιμή που έκανε ο μάρτυρας βάση και των προβλημάτων που είχε ήταν για αυτόν λογική. Μετά την συμφωνία πλήρωσε τον κατηγορούμενο την ίδια ημέρα το ποσό των €5.200 και του ζήτησε να του δώσει απόδειξη πληρωμής και το πιστοποιητικό εγγραφής του αυτοκινήτου για την μεταβίβαση. Πράγματι ο κατηγορούμενος του έδωσε απόδειξη και τιμολόγιο της εταιρείας του (τεκμήριο 9 - όπου αναγράφονται τα στοιχεία του επίδικου οχήματος και το ποσό των €5.000) και κάποια άλλα έγγραφα στα οποία φαινόταν ότι το αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος το αγόρασε από πλειστηριασμό στο όνομα του. Το πιστοποιητικό εγγραφής δεν υπήρχε. Στην συνέχεια το φόρτωσαν στο φορτηγό του μάρτυρα και το μετέφερε στον Ύψωνα στην Λεμεσό, σε χώρο τον οποίο ενοικιάζει και χρησιμοποιεί για την δουλειά του. Μετά από λίγες μέρες ο ΧΧΧΧ έστειλε μέσω του ίντερνετ φωτογραφία του φορτηγού σε κάποιο Αιγύπτιο για να αγοράσει το φορτηγό. Ο Αιγύπτιος ενδιαφέρθηκε και συμφώνησαν με τον μάρτυρα να του το πωλήσει για το ποσό των €5.
  10. Μετά από μια δυο μέρες ο Αιγύπτιος του έστειλε το χρηματικό ποσό των €1.000 μέσω κάποιου άραβα και τα υπόλοιπα όπως είπε στον ΧΧΧΧ θα ερχόταν προσωπικά στην Κύπρος για να τα ξοφλήσει. Μετά από μια εβδομάδα ήρθε στην Κύπρο ο Αιγύπτιο και συναντηθήκαν στον Ύψωνα στο χωράφι του μάρτυρα όπου τον εξόφλησε και ο μάρτυρας του παρέδωσε τα χαρτιά του φορτηγού. Την ίδια ημέρα ο Αιγύπτιος τον παρακάλεσε να του πάρει το φορτηγό στα Κάτω Πολεμίδια κοντά στο Νοσοκομείο σε ένα αδιέξοδο και όπως του είπε θα το έστελνε στην Αίγυπτο. Στις 12.1.14 πήγε στο σπίτι του ο ΧΧΧΧ και του ανέφερε ότι το φορτηγό που αγόρασαν από τον κατηγορούμενο ήταν τελικά κλοπιμαίο και ότι ο μάρτυρας καταζητείται από την Αστυνομία για αυτό. Δεν γνώριζε ότι το αυτοκίνητο ήταν κλοπιμαίο και αν το γνώριζε δεν θα το αγόραζε. Η εκδοχή του κατηγορούμενου ήταν η ακόλουθη: Κατά το 2013 ήταν ιδιοκτήτης της εταιρείας ΧΧΧΧ LTD, η οποία ασχολείτο με την μεταφορά και επιδιόρθωση αυτοκινήτων. Το γκαράζ του βρισκόταν στην Γεροσκήπου. Τώρα έχει δώσει την προαναφερομένη εταιρεία και επιχείρηση στον γιο του ΧΧΧΧ Παναγιώτου. Κατά το 2013 η εταιρεία του συνεργαζόταν και με πολλές άλλες εταιρείες. Μία από τις εταιρείες που συνεργάστηκε είναι και η εταιρεία του παραπονούμενου ΧΧΧΧ Τσαγκάρη, ΧΧΧΧ THE SPECIALIST HOMATOURGIKES ERGASIES LIMITED, η οποία ασχολείτο με χωματουργικές εργασίες. Τον παραπονούμενο τον γνώριζε μερικά χρόνια πριν το 2013, καθ' ότι του έφτιαχνε τα οχήματα της εταιρείας του στην περίπτωση που αντιμετώπιζαν κάποιο πρόβλημα. Κατά το 2011 άρχισε να επισκέπτεται σχεδόν καθημερινά το σουβλατζίδικο του παραπονούμενου γιατί είχε αρχίσει να διερωτάται για το τι θα συμβεί με τα ποσά τα οποία του οφείλει ο παραπονούμενος. Την ίδια περίοδο περίπου ο γιος του ήταν σοβαρά στην εντατική του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας αλλά ο παραπονούμενος ουδέποτε τον είχε επισκεφτεί. Κατά το 2012 περίπου, δεν θυμάται ακριβώς, ο παραπονούμενος του τηλεφώνησε και συναντήθηκαν στο σουβλατζίδικο του. Μετέβηκε εκεί με τον τότε υπάλληλο του ΧΧΧΧ. Εκείνη την μέρα ο παραπονούμενος του είπε ότι σε είκοσι μέρες θα έφευγε για τον Καναδά και ήθελε να εξηγηθούν για τα χρήματα τα οποία του χρώσταγε. Τότε ο παραπονούμενος του πρότεινε να του δώσει κάποια μηχανήματα και αυτοκίνητα της εταιρείας του έναντι του χρέους του σε αυτόν. Συγκεκριμένα του είπε να του δώσει ένα μεγάλο εκσκαφέα μάρκας JCB χρώματος κίτρινου, μια μουτσούνα MERCENDES χρώματος μπλε (το επίδικο), ένα VOLVO OCTAPUS φορτηγό χρώματος κίτρινου και έναν εκσκαφέα μικρό τύπου ππόκας μάρκας DAEWOO και ένα κοντέινερ. Ο κατηγορούμενος συμφώνησε να πιάσει τα μηχανήματα και να τα πουλήσει εξαρτήματα για να μην χάσει τα λεφτά του. Το κοντέινερ ήταν στην Ξυλοφάγου και πήγε και το πήρε. Την επομένη μέρα και μετά από την πιο πάνω συμφωνία, πήγε στο σπίτι του παραπονούμενου και στην παρουσία του έπιασε το MERCENDES και το μεγάλο εκσκαφέα μάρκας JCB αφού προηγουμένως ο παραπονούμενος του έδωσε τα κλειδιά τους και έβαλε ο κατηγορούμενος μπαταριές για να ξεκινήσουν. Στην συνέχεια τα φόρτωσε πάνω στο ρυμουλκό και τα μετέφερε στο γκαράζ του. Την επομένη μέρα πήγε σε ένα χωράφι στην Τρεμιθούσα, στο οποίο ο παραπονούμενος του ανάφερε ότι ήταν σταθμευμένο το VOLVO, για να το παραλάβει. Για όλα τα πιο πάνω μηχανήματα και οχήματα ο παραπονούμενος του είχε δώσει τα κλειδιά εκείνη τη μέρα που συναντηθήκαν στο σουβλατζίδικο. Όσον αφόρα το επίδικο όχημα αυτό δεν ήταν σε θέση να κινηθεί ή να ξεκινήσει γιατί έλειπε ο εγκέφαλος από πάνω και το μετέφερε ο κατηγορούμενος από το σπίτι του παραπονούμενου στο γκαράζ του. Όλα τα μηχανήματα τα μετάφερε στο συνεργείο του και τα άφησε εκεί με σκοπό να τα πουλήσει για να λάβει τα οφειλόμενα από τον παραπονούμενο ποσά, όπως είχαν συμφωνήσει. Σε μετέπειτα στάδιο ο παραπονούμενος αναχώρησε για τον Καναδά και είχαν πολλές φορές επικοινωνία τηλεφωνικώς για να ρωτήσει τον κατηγορούμενο αν είναι καλά και κατά πόσο είχε πουλήσει οποιοδήποτε από τα οχήματα ή μηχανήματα του. Περαιτέρω του έλεγε ότι ήταν πολύ άσχημα οικονομικά και μόλις ο κατηγορούμενος πουλούσε οποιοδήποτε μηχάνημα ή όχημα να του έστελνε λεφτά για να μπορεί να τακτοποιηθεί στον Καναδά. Κατά το 2013, δεν θυμάται ακριβώς ημερομηνία, του τηλεφώνησε ένας ξένος από την Συρία ονόματι ΧΧΧΧ, για να του πουλήσει το MERCENDES. Με τον ΧΧΧΧ είχαν ξανασυνεργαστεί στο παρελθόν και του είχε πουλήσει διαφορά εξαρτήματα και μηχανήματα. Ο Σύριος πήγε στο γκαράζ του με κάποιον Κύπριο, τον οποίον ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε και συμφωνήσαν όπως αγοράσει το επίδικο όχημα στην τιμή των €5.000 περίπου. Μόλις πώλησε το MERCENDES και ενημέρωσε τον παραπονούμενο εκείνος έστειλε ένα φίλο του από την Λάρνακα, ο οποίος θα μετέβαινε στον Καναδά και ο κατηγορούμενος του έδωσε το ποσό των €3.000 για να τα πάρει στον παραπονούμενο πράγμα το οποίο και έπραξε. Την ίδια μέρα ενημέρωσε σχετικά τηλεφωνικώς τον παραπονούμενο. Με τον παραπονούμενο συνέχισαν να μιλούν τηλεφωνικώς αρκετές φορές μετά την πώληση του MERCENDES. Σε μετέπειτα στάδιο, τέσσερεις μήνες περίπου μετά την πώληση του επιδίκου οχήματος, πήγε στο γκαράζ του ο αδελφός του παραπονούμενου ο Μ.Κ.2 και ήθελε να πιάσει τον μικρό εκσκαφέα αλλά δεν του τον έδωσε. Εκείνη την μέρα ο Μ.Κ.2 ήταν επιθετικός προς αυτόν. Στην συνεχεία τα δεδομένα άλλαξαν και από εκείνη την μέρα ο παραπονούμενος δεν τον ξαναπήρε τηλέφωνο, χωρίς να ξέρει τον λόγο. Αμέλησε και ο κατηγορούμενος να τον πάρει γιατί είχε πάρα πολλή δουλειά. Δεν έκλεψε ποτέ το επίδικο όχημα. Αντίθετα με την συγκατάθεση του παραπονούμενου το πήρε στο γκαράζ του με σκοπό να το πουλήσει αφού προηγουμένως είχε λάβει την άδεια του παραπονούμενου. Περαιτέρω δεν γνώριζε καν ότι το εν λόγω όχημα άνηκε στην τράπεζα και στον Επίσημο Παραλήπτη. Εκ των υστέρων και με την πάροδο 5 χρόνων από την ημερομηνία που έλαβαν χώρα τα πιο πάνω αντιλήφθηκε ότι ο παραπονούμενος είχε αποχωρήσει από την Κύπρο γιατί όφειλε χρήματα σε διαφορά πρόσωπα, όπως την τράπεζα, τον ίδιο και σε άλλα πρόσωπα. Η τράπεζα έχει κατασχέσει όλα σχεδόν τα οχήματα και μηχανήματα της εταιρείας και ο παραπονούμενος χρησιμοποίησε τον κατηγορούμενο για να τα φυλάξει για όσο χρονικό διάστημα μπορούσε ούτως ώστε να δυσκολευτεί η τράπεζα να τα κατασχέσει, λέγοντας του ότι μπορούσε να τα πουλήσει. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε η σύζυγος του κατηγορούμενου ΧΧΧΧ Παναγιώτου. Αυτή γνώρισε τον παραπονούμενο το 2010 περίπου ή 2011 όταν εκείνος άνοιξε σουβλατζίδικο και ο σύζυγος της την έπαιρνε κάποιες φορές εκεί για να φάνε. Ο σύζυγος της της είπε ότι ο παραπονούμενος δήλωσε στο Δικαστήριο ότι όταν χτύπησε ο γιος τους, ΧΧΧΧ Παναγιώτου, σε ένα δυστύχημα το οποίο είχε περί το 2011 και νοσηλευόταν τόσο στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, όσο και στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για περίοδο περίπου 40 ήμερων, ο παραπονούμενος τον επισκεπτόταν συνέχεια στο Νοσοκομείο. Αυτό το πράγμα ουδέποτε συνέβη. Η μάρτυρας μέρα, νύχτα ήταν εκεί κοντά στο γιο της για όσο νοσηλευόταν και ουδέποτε είδε τον παραπονούμενο να επισκέπτεται τον γιό της, κάτι για το οποίο είναι σίγουρη. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο γιός του κατηγορούμενου, ΧΧΧΧ Παναγιώτου. Γνώρισε τον παραπονούμενο περί το 2010 ή 2011, δεν θυμάται ακριβώς, όταν εκείνος άνοιξε σουβλατζίδικο. Τον γνώρισε μέσω κάποιου φίλου του, ο οποίος έκανε παρέα μαζί με τον παραπονούμενο, γιατί έφτιαχνε αυτοκίνητα. Ποτέ δεν ήταν κολλητοί με τον παραπονούμενο, εξάλλου έχουν και μεγάλη διαφορά ηλικίας. Όταν τον γνώρισε ο μάρτυρας ήταν 18 ετών και εκείνος γύρω στα
  11. Όταν γνωρίστηκαν του ανέφερε ότι είναι γιός του κατηγορούμενου και εκείνος του είπε ότι γνωρίζει πάρα πολύ καλά τον πατέρα του. Από το 2010 ή 2011 μάρτυρας και παραπονούμενος άρχισαν να κάνουν παρέα γιατί ο παραπονούμενος ήταν σε κοινή παρέα αλλά ουδέποτε δημιούργησαν δυνατούς φιλικούς δεσμούς ως ο παραπονούμενος υποστηρίζει. Τον Σεπτέμβριο του 2011, ο μάρτυρας είχε ένα σοβαρό ατύχημα με το αυτοκίνητο για το οποίο νοσηλεύτηκε περίπου 40 μέρες στο Νοσοκομείο και συγκεκριμένα για ένα περίπου μήνα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και για δύο εβδομάδες στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Ουδέποτε θυμάται τον παραπονούμενο να τον επισκέφθηκε έστω μια φορά στο Νοσοκομείο, είτε στην Πάφο είτε στην Λευκωσία. Όσον αφόρα τα μηνύματα τα οποία έδειξε ο παραπονούμενος στο Δικαστήριο και αφορούν το έτος 2014 (τεκμήριο 7), ο μάρτυρας ανέφερε ότι εκείνο το διάστημα σπούδαζε στην Λευκωσία και ήταν πολύ φορτισμένος με τα μαθήματα του και με κάποια άλλα προσωπικά προβλήματα και ο παραπονούμενος του έστελνε συνέχεια μηνύματα και τον έπαιρνε συνέχεια τηλέφωνο και είχε γίνει πολύ ανυπόφορος. Τον ρωτούσε συνέχεια για κάποια μηχανήματα τα οποία είχε δώσει στον πατέρα του, για τα οποία ο μάρτυρας καμία γνώση είχε. Για να τον αποφύγει ο μάρτυρας, να σταματήσει να τον ενοχλεί, του είπε ότι δεν μιλά με τον πατέρα του και ότι θεωρεί ο ίδιος σωστό να πράξει ας το πράξει. Δεν ήθελε πλέον να συζητά με τον παραπονούμενο γιατί είχε γίνει πολύ κουραστικός. Έψαχνε συνέχεια προφάσεις να έρθει σε επικοινωνία με τον μάρτυρα και αυτός του έλεγε να πάρει τον πατέρα του να τον ρωτήσει. Περαιτέρω, περί το 2014 ο παραπονούμενος σταμάτησε να του στέλνει μηνύματα ή να τον παίρνει τηλέφωνο αφού κατάλαβε ότι ο μάρτυρας δεν ήθελε να ασχολείται πλέον μαζί του και ο μάρτυρας δεν επέδειξε πλέον κανένα ενδιαφέρον να επικοινωνήσει ξανά μαζί του. Τα τελευταία 4 χρόνια, ο μάρτυρας έχει αναλάβει το συνεργείο του πατέρα του και δεν γνωρίζει με ποιους συνεργαζόταν πριν ο πατέρας του και ποιοι του χρωστούσαν λεφτά. Το μόνο που ήξερε για αυτήν την υπόθεση ήταν ότι όντως ο παραπονούμενος είχε μηχανήματα στο συνεργείο του πατέρα του κατά τα έτη 2011 και 2012, αφού ο ίδιος του το είχε πει. Ως Μ.Υ.3 κατέθεσε ο ΧΧΧΧ Μιχαήλ, ο οποίος από το 2008 μέχρι το 2012 δούλευε στο γκαράζ του κατηγορούμενου ως οδηγός πλατφόρμας και κάποιες φορές ως μηχανικός, όταν δεν είχε δουλειά στις πλατφόρμες. Τον παραπονούμενο τον γνώρισε μέσω του κατηγορούμενου γύρω στο 2009 γιατί ο παραπονούμενος συνεργαζόταν με τον κατηγορούμενο, ο οποίος του έφτιαχνε τα μηχανήματα της δουλειάς του. Ο παραπονούμενος είχε πολύ καλές σχέσεις με τον κατηγορούμενο από το έτος
  12. Το 2010, 2011 περίπου ο μάρτυρας τον γνώρισε καλύτερα καθ' ότι ο παραπονούμενος είχε ανοίξει σουβλατζίδικο και με τον κατηγορούμενο πήγαιναν σχεδόν κάθε μέρα και έτρωγαν εκεί. Σε κάποιες περιπτώσεις όταν ήταν μεσημέρι και είχαν πολλή δουλειά στο συνεργείο, ο παραπονούμενος τους έπαιρνε σουβλάκια στο συνεργείο. Επιπλέον κάποιες φορές πήγαινε εκεί στο συνεργείο για να βλέπει πως προχωρούσαν με την επιδιόρθωση των μηχανημάτων του. Ο κατηγορούμενος ανέφερε στον μάρτυρα λίγο καιρό πριν έλθει στο Δικαστήριο ότι ο παραπονούμενος τον είχε καταγγείλει στην Αστυνομία για κλοπή κάποιων οχημάτων και μηχανημάτων του και τον ρώτησε εάν θυμάται κάποια συζήτηση που είχε γίνει αναφορικά με αυτό το θέμα στο σουβλατζίδικο του παραπονούμενο. Δυστυχώς επειδή πέρασαν σχεδόν 10 χρόνια από εκείνη την ημέρα ο μάρτυρας δεν θυμάται τι ειπώθηκε και αν κάτι ειπώθηκε μπροστά του όσον αφόρα την εν λόγω συμφωνία. Μπορεί και να ειπώθηκε μπορεί και όχι. Το μόνο που ξέρει για αυτήν την υπόθεση είναι ότι ο παραπονούμενος συνεργαζόταν με τον κατηγορούμενο όσον αφορούσε την επιδιόρθωση των μηχανημάτων του από το έτος 2008 γιατί ο μάρτυρας με την πλατφόρμα ή με το loader πήγαινε και μετέφερε τα μηχανήματα και οχήματα του στο συνεργείο του κατηγορούμενου από διαφόρους τόπους τους οποίους ο παραπονούμενος τους υποδείκνυε. Συγκεκριμένα θυμάται ότι περί το 2009, που γινόταν το αποχετευτικό πίσω από τα Δικαστήρια της Πάφου και υπεύθυνος του έργου ήταν ο παραπονούμενος, ο μάρτυρας πολλές φορές μετέβαινε και φόρτωνε τα μηχανήματα που χρειάζονταν επιδιόρθωση ή συντήρηση και τα έπαιρνε στο συνεργείο του κατηγορούμενου με την πλατφόρμα ή το loader. Δεν είδε ποτέ όμως τον παραπονούμενο να πληρώνει οποιοδήποτε ποσό στον κατηγορούμενο. Περαιτέρω ό,τι είχε σχέση με τα μηχανήματα του παραπονούμενου, ήτοι αυτά χρειάζονταν επιδιόρθωση, συντήρηση ή οτιδήποτε άλλο από το 2008 μέχρι το 2012, αυτά γίνονταν από το συνεργείο του κατηγορούμενου κάτι για το οποίο ο μάρτυρας είναι σίγουρος. Το 2012, έφυγε από το συνεργείο του κατηγορούμενου για να ανοίξει δίκη του επιχείρηση και ακόμα τα μηχανήματα του παραπονούμενου ήταν εκεί. Δεν ξέρει τι έγινε μετά. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 εξεταστής της υπόθεσης αναφέρθηκε στις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης και σε όλα όσα γνώριζε για αυτήν. Εξήγησε δε τους λόγους που δεν θεώρησε αναγκαίο να λάβει έγγραφα που αφορούσαν την εταιρεία του παραπονούμενου και το επίδικο όχημα. Ως προς αυτά θα πρέπει να λεχθεί ότι η παράλειψη του μάρτυρα δεν επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο την υπόθεση ή τα δικαιώματα του κατηγορούμενου εφόσον όσο αφορά το επίδικο όχημα ανέφερε ότι έκανε έρευνα και κατέθεσε το τεκμήριο 5 και δεν αμφισβητήθηκε η ιδιοκτησία του οχήματος, στην οποία αναφέρθηκε με λεπτομέρεια ο Μ.Κ.3 ενώ δηλώθηκε παραδεκτό γεγονός σε σχέση με την εταιρεία. Δεν μπορεί δε να γίνει δεκτή η θέση που υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι έλαβε παράπονο από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο καθότι ως εξήγησε ουσιαστικά, ο Μ.Κ.2 έκανε την καταγγελία για λογαριασμό του αδελφού του Μ.Κ.3, ο οποίος απουσίαζε μόνιμα στο εξωτερικό κάτι που επιβεβαιώθηκε και από την επικοινωνία που είχε ο τελευταίος με τον Α/Αστ.1097 στις 5.1.14 (βλ. τεκμήριο 3). Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να λεχθεί ότι πουθενά δεν προβλέπεται στο Νόμο ότι για να γίνει και να διερευνηθεί μια καταγγελία από την Αστυνομία, θα πρέπει να γίνει από τον παραπονούμενο προσωπικά, πόσο μάλλον όταν κατοικεί μόνιμα στο εξωτερικό. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Κ.1 γίνεται δεκτή. Ο Μ.Κ.2 γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό τις οποίες έκανε την επίδικη καταγγελία, ουσιαστικά για λογαριασμό του αδελφού του, εφόσον εκείνος απουσίαζε μόνιμα στο εξωτερικό και αφού του έδωσε σχετικές οδηγίες και απάντησε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, πάντα με βάση την μνήμη του, διευκρινίζοντας από πού αντλεί τις γνώσεις του. Ήταν δε σταθερός στις θέσεις του και δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις με τον Μ.Κ.
  13. Οι οποιεσδήποτε διαφορές στην μαρτυρία των δύο αυτών μαρτύρων κρίνονται επουσιώδεις και δείχνουν κατά την κρίση μου έλλειψη προσυνεννόησης μεταξύ τους ως προς το τι θα κατέθεταν. Δεν αμφισβητήθηκε δε το μέρος της μαρτυρίας του που αφορά τον χρόνο από την στιγμή που ενημερώθηκε τηλεφωνικά από τον φίλο του από την Λεμεσό ότι το επίδικο όχημα βρισκόταν εκεί σε μάντρα εξαρτημάτων (στις 2.1.14) μέχρι και τον χρόνο που έδωσε την κατάθεση του δηλ. που έκανε την καταγγελία (3.1.14). Σε σχέση με τα υπόλοιπα θέματα για τα οποία κατέθεσε πρέπει να λεχθούν τα εξής: Όσον αφορά τα γεγονότα για τα οποία δεν είχε προσωπική γνώση όπως για παράδειγμα την συμφωνία που έκανε ο αδελφός του (Μ.Κ.3) με τον κατηγορούμενο, παραδέχθηκε ότι ο Μ.Κ.3 τον ενημέρωσε για αυτήν και του είπε ότι τα όλα μηχανήματα θα πάνε στον περιφραγμένο χώρο του κατηγορούμενου και για οτιδήποτε άλλο παρέπεμψε στον αδελφό του, ο οποίος ως είπε θα ερχόταν να καταθέσει στο Δικαστήριο, όπως και έγινε. Ο Μ.Κ.3 πράγματι προσήλθε και κατέθεσε και ασφαλώς είχε προσωπική και πλήρη γνώση για όλα τα σχετικά θέματα. Αναφορικά με το ποιος πήρε το επίδικο φορτηγό στην μάντρα-γκαράζ του κατηγορούμενου θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι αυτό δεν κρίνεται ουσιώδες εφόσον τέτοιο είναι το ότι το αυτό τέθηκε υπό την κατοχή του κατηγορούμενου στο υποστατικό του, κάτι που δεν αμφισβητείται. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να λεχθεί ότι ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι το επίδικο φορτηγό το πήρε ο ίδιος στην μάντρα του κατηγορούμενου λίγες μέρες πριν φύγει για τον Καναδά. Ο Μ.Κ.3 έδωσε δε πειστική εξήγηση γιατί ο Μ.Κ.2 είχε την πεποίθηση ότι το φορτηγό το μετέφερε ο κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι επειδή ο Μ.Κ.2 ήταν αντίθετος στο να φυλαχθούν τα μηχανήματα στην μάντρα του κατηγορούμενου, ο Μ.Κ.3 δεν τον ενημέρωσε πλήρως αλλά του είπε ότι τα κανόνισε με τον κατηγορούμενο. Με άλλα λόγια ο Μ.Κ.2 δεν είχε προσωπική γνώση για την μεταφορά του επίδικου οχήματος. Αυτό άλλωστε προκύπτει ουσιαστικά και από την δική του μαρτυρία και εξηγώ. Ενώ στην κατάθεση του ανέφερε ότι ήταν ο αδελφός του που πήρε όλα τα μηχανήματα στον χώρο του κατηγορούμενου με σκοπό την φύλαξη τους, στην κυρίως εξέταση του είπε ότι το επίδικο το μετέφερε με ακόμη ένα μηχάνημα ο κατηγορούμενος. Στην αντεξέταση του υποστήριξε ότι όλα τα μηχανήματα τα μετέφερε ο κατηγορούμενος και σε ερώτηση εάν τον είδε να το μεταφέρει το επίδικο απάντησε καταφατικά. Σε άλλο σημείο όμως διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών παρά μόνο κατά την παραλαβή του ενός εκ των μηχανημάτων και δη του «excavator». Ανέφερε δε ο Μ.Κ.2 ότι γνώριζε τις εργασίες της εταιρείας του αδελφού του καθότι πέραν από την συγγένεια τους ήταν και συνεργάτες και κάθε μέρα ήταν στο πλευρό του βοηθώντας τον. Εξήγησε δε ότι επειδή ο Μ.Κ.3 δεν είχε χρόνο εφόσον διεύθυνε περίπου 25 άτομα προσωπικό και τα μηχανήματα, ο ίδιος έκανε για λογαριασμό του εισπράξεις (όπως για καύσιμα, τηλέφωνα, ηλεκτρικό ρεύμα) καθώς και τις περισσότερες πληρωμές (εκτός του προσωπικού) και έδιδε τις αποδείξεις από τα τιμολόγια στον αδελφό του. Για αυτό γνώριζε πότε εκείνος εισέπραττε, πότε έδινε λεφτά και τις εκκρεμότητες του. Τα πιο πάνω θα πρέπει να λεχθεί ότι ουσιαστικά τα επιβεβαίωσε και ο ίδιος ο Μ.Κ.
  14. Έτσι ήταν κατηγορηματικός ότι ο Μ.Κ.3 ουδέποτε συνεργάσθηκε με τον κατηγορούμενο για να του επιδιορθώνει τα μηχανήματα του. Υποστήριξε επίσης ότι έδωσε στον κατηγορούμενο δύο με τρεις μέρες μετά την μεταφορά των μηχανημάτων στο γκαράζ του, €500 για τα καύσιμα που χρησιμοποίησε, κατόπιν οδηγιών του αδελφού του, ως υποστήριξε και ο τελευταίος. Δεν μου διαφεύγει ότι αυτό ο Μ.Κ.2 δεν το ανέφερε στην κατάθεση του αλλά ως εξήγησε ουσιαστικά έδωσε την κατάθεση για να κάνει την καταγγελία την δεδομένη στιγμή και δεν έδωσε όλες τις λεπτομέρειες. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ίδια θέση όταν προβλήθηκε από τον Μ.Κ.3 δεν αμφισβητήθηκε. Δεν θα ήταν δε λογικό ο κατηγορούμενος να δώσει στον Μ.Κ.2 απόδειξη για το ποσό αυτό (ως του ζητήθηκε να παρουσιάσει στην αντεξέταση του) εφόσον τόσο η θέση του όσο και του αδελφού του είναι ότι δόθηκε ουσιαστικά το ποσό αυτό και το κοντέινερ στον κατηγορούμενο ως «αντάλλαγμα» στην συμφωνία για φύλαξη των μηχανημάτων στο γκαράζ του δηλ. για το γεγονός ότι ανέλαβε να τα μεταφέρει και να τα φυλάξει χωρίς κέρδος. Αναφορικά με το πόσες φορές μετέβηκε στο υποστατικό του κατηγορούμενου, υποστήριξε ότι πήγε δύο φορές. Η πρώτη όταν πήρε τα €500 και η δεύτερη δύο περίπου μήνες μετά. Δεν μου διαφεύγει ότι στην κατάθεση του αναφέρθηκε μόνο στην μια (την δεύτερη) αλλά έχει ήδη αναφερθεί η εξήγηση που έδωσε για το λόγο που δεν ανέφερε εκεί για τα €
  15. Είπε επίσης ότι το κτίριο του γκαράζ του κατηγορούμενου είναι μικρό και ότι δεξιά αυτού υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα αλλά μηχανήματα μόνο αυτά του αδελφού του, τα οποία βρίσκονταν πίσω από τα αυτοκίνητα. Όσον αφορά το ότι στην κατάθεση του είπε ότι ο Μ.Κ.3 πήρε τα μηχανήματα εκεί με σκοπό την φύλαξη τους αφού ο κατηγορούμενος έχει κάμερες και ο χώρος του είναι περιφραγμένος εξήγησε ότι για τις κάμερες ήταν ο κατηγορούμενος που είπε στον αδελφό του και ο ίδιος δεν έψαξε να δει εάν υπήρχαν τέτοιες. Είπε δε ότι ο χώρος ήταν όλος περιφραγμένος και υπήρχε μόνο ένα χαμηλό τέλι που τον χώριζε από τον χώρο που κατείχαν συγγενικά του κατηγορούμενου πρόσωπα, τα οποία είχαν μηχανήματα. Ο παραπονούμενος (Μ.Κ.3) μου έκανε επίσης καλή εντύπωση και γενικά μου άφησε την εικόνα ενός ειλικρινούς προσώπου που ήλθε να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, πάντα με βάση την μνήμη του, έδωσε σαφείς και πειστικές απαντήσεις και εξηγήσεις για όλα τα ουσιώδη θέματα, για τα οποία είχε προσωπική γνώση και δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Οι θέσεις του χαρακτηρίζονταν από συνέπεια, σταθερότητα και λογική, πλείστες εξ αυτών δεν αμφισβητήθηκαν ενώ όσες αμφισβητήθηκαν δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Έδωσε πειστική εξήγηση ως προς το λόγο που συμφώνησε με τον κατηγορούμενο να του φυλάξει ο τελευταίος τα μηχανήματα. Εξήγησε δε ουσιαστικά ότι δέχθηκε την προτροπή του κατηγορούμενου και ότι έκανε την συμφωνία - εμπιστεύθηκε αυτόν να του τα φυλάξει στην μάντρα - γκαράζ του, από τυχόν κλοπές που θα γίνονταν εάν τα άφηνε σε ανοικτό χώρο, μέχρι να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα με την τράπεζα, λόγω της στενής φιλικής σχέσης που είχε με τον γιο του κατηγορούμενου αλλά και της σχέσης που ανέπτυξε με αυτόν, ο οποίος τότε πήγαινε σχεδόν καθημερινά στο σουβλατζίδικο του. Εξήγησε περαιτέρω ότι τα εν λόγω μηχανήματα ανήκαν τόσο στην εταιρεία του αλλά και στην τράπεζα εφόσον ήταν «finance» και δεν είχαν εξοφληθεί, κάτι για το οποίο ενημέρωσε τον κατηγορούμενο και έτσι ήταν ξέγνοιαστος με την προαναφερόμενη συμφωνία εφόσον μέχρι να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα με την τράπεζα δεν μπορούσε να τα πουλήσει οποιοσδήποτε. Περαιτέρω είπε ότι δεν υπήρχε χώρος για τέτοια φύλαξη εκεί όπου φύλαγε τα δικά του μηχανήματα ο αδελφός του, ούτε και είχε υπόψην του άλλο χώρο. Τα δε μηχανήματα που ήταν στον όνομα του τα είχε πουλήσει για να μπορέσει να κάνει νέα αρχή με την οικογένεια του στον Καναδά. Εδώ να σημειωθεί ότι ουδόλως αμφισβητήθηκε η σχέση που ο μάρτυρας υποστήριξε ότι είχε με τον γιο του κατηγορούμενου αλλά ούτε και το ότι όταν εκείνος βρισκόταν στο Νοσοκομείο τον επισκέφθηκε κάποιες μέρες και πήγαν με τον κατηγορούμενο και άλλους σε εκκλησίες για να κάνουν παρακλήσεις για να ζήσει. Δεν μου διαφεύγει δε ότι στο τεκμήριο 3 που είναι ημερολόγιο ενεργείας της Αστυνομίας που συντάχθηκε από τον Α/Αστ.1097 στις 5.1.14 και ώρα 08:30, αναγράφεται ότι «Τηλεφώνησε στο ΤΑΕ Πάφου ο ΧΧΧΧ Τσαγγάρης, τηλ..., ο οποίος ανέφερε ότι βρίσκεται στον Καναδά, είναι αδελφός του ΧΧΧΧ Τσαγγάρη και επιβεβαίωσε τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του ο αδελφός του. Περαιτέρω ανέφερε ότι ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε συμφωνία με τον κατηγορούμενο για το εν λόγω όχημα και δεν χρωστά οποιοδήποτε χρηματικό ποσό σε αυτόν». Τα πιο πάνω όμως σε καμία περίπτωση μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι δεν έγινε η συμφωνία που υποστηρίζει ο παραπονούμενος. Αυτό καθότι στο εν λόγω τεκμήριο αναφέρεται ρητά ότι επιβεβαίωσε την κατάθεση του αδελφού του από την οποία προκύπτει ότι υπήρξε συμφωνία για φύλαξη των μηχανημάτων από τον κατηγορούμενο στον χώρο αυτού ενώ φαίνεται ότι η αναφορά στο τεκμήριο για έλλειψη συμφωνίας έγινε σε σχέση με την θέση που ο κατηγορούμενος προέβαλε στην κατάθεση του την προηγούμενη ημέρα (4.1.14-τεκμήριο 4) ότι δηλ. παρέλαβε τα μηχανήματα με σκοπό να τα πουλήσει για να εξοφληθούν οι οφειλές που είχε στην εταιρεία του η εταιρεία του Μ.Κ.
  16. Όσον δε αφορά το επίδικο φορτηγό ήταν εξ αρχής η θέση του Μ.Κ.3 ότι δεν το πήρε ο κατηγορούμενος στην μάντρα του αλλά ο ίδιος ο μάρτυρας λίγες μέρες πριν φύγει για τον Καναδά και ως προαναφέρθηκε έδωσε πειστική εξήγηση γιατί ο αδελφός του είχε την πεποίθηση ότι το μετέφερε ο κατηγορούμενος. Εξήγησε επίσης για ποιο λόγο τα υπόλοιπα μηχανήματα τα μετέφερε ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Όσον δε αφορά τα €500 που έδωσε ο αδελφός του στον κατηγορούμενο για τα πετρέλαια εξήγησε ότι ο ίδιος είχε να παίρνει λεφτά από το μαγαζί που έκλεισε (από πώληση ψυγείων και πάγκων) και έτσι είπε στον αδελφό του από αυτά να πάρει €500 στον κατηγορούμενο. Αυτό δε δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Ανέφερε επίσης ότι γνώριζε πως ο κατηγορούμενος είχε πλατφόρμες και γκαράζ που επιδιόρθωνε αυτοκίνητα, δεν επιδιόρθωνε όμως μηχανήματα. Επισκέφθηκε δε το γκαράζ 3-4 φορές για να δει τον ΧΧΧΧ να φτιάχνει αυτοκίνητο για τους αγώνες ράλι και μια φορά για να πάρει το επίδικο φορτηγό. Ήταν δε κατηγορηματικός ότι ποτέ ο κατηγορούμενος δεν του επιδιόρθωσε οποιοδήποτε μηχάνημα και η εταιρεία του δεν του όφειλε οτιδήποτε. Εδώ να σημειωθεί ότι καμία υποβολή του τέθηκε ούτε για την ισχυριζόμενη από τον κατηγορούμενο περίοδο της συνεργασίας τους (επιδιόρθωσης δηλ. των μηχανημάτων), ούτε καν για το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Η μόνη δε σχετική υποβολή που έγινε και στην οποία γίνεται μάλιστα δεκτό ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα μηχανήματα θα τα έπαιρνε η τράπεζα, ήταν ότι υπήρχε συμφωνία με τον κατηγορούμενο, επειδή θα τα πιάσει η τράπεζα να τα πουλήσει για εξαρτήματα για να πάρει τα λεφτά που του χρωστά. Στην απάντηση του σε αυτή ο μάρτυρας διερωτήθηκε λογικά πως είναι δυνατό να χρωστά λεφτά εφόσον δεν γνώριζε τον κατηγορούμενο τότε και εκείνος επιδιόρθωνε μόνο αυτοκίνητα και για αυτό ζήτησε να δει αποδείξεις που να δείχνουν και τις μέρες που πήγαινε στο γκαράζ του κατηγορούμενου. Όσον δε αφορά την καταγγελία είπε ότι την έκανε ο αδελφός του μετά που ο τελευταίος του τηλεφώνησε και τον ενημέρωσε για τα συμβάντα, οπόταν του είπε να προχωρήσει σε καταγγελία στην Αστυνομία. Ανέφερε επίσης με ειλικρίνεια ότι δεν ξέρει τι είπε ο αδελφός του στην καταγγελία - κατάθεση του αλλά συμφωνεί με τα πλείστα καθότι δεν γνώριζε ο αδελφός του 100% τι έκανε ο μάρτυρας. Αναφορικά δε με το τεκμήριο 7 εξήγησε ότι αυτό δεν αφορούσε τον χρόνο της καταγγελίας αλλά 2 μήνες μετά, όταν ακόμη βρίσκονταν στην μάντρα του κατηγορούμενου άλλα 3 από τα μηχανήματα και ότι είχε στο μεταξύ αναμειχθεί για αυτά η τράπεζα (εφόσον ήταν «finance», είχε αποφασισθεί να τα πάρουν και ως τον ενημέρωσε ο ΧΧΧΧ είχαν φωτογραφηθεί και αναμενόταν να πάνε σε δημοπρασία). Δεν είχε δε πλέον εμπιστοσύνη στον κατηγορούμενο αλλά είχε στον ΧΧΧΧ και για αυτό επικοινωνούσε μαζί του για να ενημερωθεί σχετικά εφόσον έμαθε ότι ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να τα πουλήσει εξαρτήματα. Το δε επίδικο το πήρε η τράπεζα και το έβγαλε σε δημοπρασία. Εξήγησε επίσης ότι ο λόγος που κατέθεσε το τεκμήριο 7 ήταν για να φανεί η συμπεριφορά του γιου του κατηγορούμενου και η στάση του απέναντι στον πατέρα του. Ουδόλως δε αμφισβητήθηκε ότι έγινε τέτοια επικοινωνία. Δέχθηκε δε ότι όταν έφυγε για τον Καναδά, η εταιρεία του (όχι ο ίδιος) είχε οικονομικές εκκρεμότητες. Συγκεκριμένα χρωστούσε πετρέλαια και στην μια περίπτωση εκδόθηκε δικαστική απόφαση ενώ στην δεύτερη έδωσε έναντι του χρέους ένα κύλινδρο που ανήκε στον ίδιο (και όχι στην εταιρεία) για να πουληθεί. Σε σχέση δε με την αναφορά του ότι μετά που έφυγε για τον Καναδά την πρώτη φορά, κάποιος ΧΧΧΧ του έκλεψε ένα μηχάνημα, είπε ότι το εν λόγω πρόσωπο ισχυριζόταν ότι του χρωστούσε λεφτά ενώ δεν του χρωστούσε και έγινε καταγγελία από τον αδελφό του και πάλι και το πρόσωπο αυτό συνελήφθη στην Λευκωσία, του ζήτησε συγγνώμη μέσω του αδελφού του και τους επέστρεψε το μηχάνημα. Σε σχέση με τα πιο πάνω θα πρέπει να λεχθεί ότι το γεγονός ότι η εταιρεία του είχε ή έχει οικονομικές εκκρεμότητες δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι ανάμεσα σε αυτές είναι και έναντι της εταιρείας του κατηγορούμενου. Ο μάρτυρας είπε όσον αφορά τα χρέη της εταιρείας του, ότι θα πληρώσει όποιον και όταν το θέλει, εξηγώντας ότι η εταιρεία «πτώχευσε» και ότι ο ίδιος θα πλήρωνε για λογαριασμό της εάν ένιωθε ότι έπρεπε να το κάνει. Με άλλα λόγια εξήγησε ότι δεν είναι υποχρεωμένος να πληρώσει προσωπικά τα χρέη που έχει η εταιρεία, κάτι που άλλωστε ευσταθεί και νομικά. Όσον δε αφορά το ποιος επιδιόρθωνε τα μηχανήματα του παραπονούμενου, ο Μ.Κ.2 είπε στην κυρίως εξέταση του ότι αυτά τα επιδιόρθωνε ο ΧΧΧΧ Λεωνίδα ενώ όσον αφορά το άλλο πρόσωπο είπε ότι ήταν χωριανός τους από την Τάλα και χωρίς να είναι σίγουρος είπε ότι νομίζει πως ήταν ο ΧΧΧΧ Κωνσταντίνου ενώ στην αντεξέταση του διευκρίνισε ότι επρόκειτο για τον Χαριλάου από την Τάλα. Είπε δε ότι αυτοί ήταν που έφτιαχναν τα μηχανήματα του αδελφού του όταν είχαν ζημιά που δεν μπορούσε να την φτιάξει είτε ο ίδιος είτε ο αδελφός του. Εξήγησε δε πειστικά ότι δεν είχε λόγο ο ίδιος να κρατά αποδείξεις για αυτά. Ο δε Μ.Κ.3 διευκρίνισε ότι τις επιδιορθώσεις στα μηχανήματα έκαναν, στο γκαράζ του ΧΧΧΧ Λεωνίδα, ο ΧΧΧΧ ο γιος του ΧΧΧΧ, ο οποίος διαχειριζόταν το μαγαζί και ο ΧΧΧΧ Χαριλάου από την Τάλα με τον συνέταιρο του ΧΧΧΧ. Από μόνος του δε και πριν την έναρξη της αντεξέτασης του διόρθωσε λέγοντας ότι το επίθετο δεν ήταν Λεωνίδα αλλά Θεοδοσίου. Από τα πιο πάνω προκύπτει κατά την κρίση μου κατ' αρχάς ότι οι εν λόγω μάρτυρες αναφέρονταν στα ίδια και όχι σε διαφορετικά πρόσωπα και ότι εάν είχαν προσυνεννοηθεί στο τι θα ανέφεραν στο Δικαστήριο, ο Μ.Κ.3 δεν θα έκανε την διόρθωση ως προς το επίθετο. Όσον δε αφορά την θέση του Μ.Κ.3 ότι μίλησε και αυτός με τον κατηγορούμενο μετά που ενημερώθηκε από τον αδελφό του ότι το επίδικο φορτηγό θεάθηκε σε μάντρα στην Λεμεσό, θα πρέπει να λεχθεί ότι από τα όσα είπε ο Μ.Κ.2 προκύπτει ότι ο αδελφός του, πριν ο ίδιος επισκεφθεί το υποστατικό του κατηγορούμενου, δεν είχε καταφέρει να επικοινωνήσει με τον τελευταίο. Αυτό όμως δεν αποκλείει την θέση του Μ.Κ.3, η οποία να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε, ότι επικοινώνησε και αυτός με τον κατηγορούμενο, ο οποίος είπε και σε αυτόν ότι το επίδικο φορτηγό βρισκόταν στην μάντρα του. Είναι δε επουσιώδες κατά την κρίση μου σε ποια ακριβώς χρονική στιγμή έγινε η εν λόγω επικοινωνία μετά που ενημερώθηκε ο Μ.Κ.3 από τον Μ.Κ.
  17. Το μόνο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.3 που δεν μπορεί να γίνει δεκτό είναι αυτό που αφορά την αξία του επίδικου φορτηγού. Είπε δε σχετικά ότι πριν φύγει για τον Καναδά την δεύτερη φορά έψαξε και είδε ότι ήταν €20.000-€25.
  18. Δέχθηκε δε στην αντεξέταση του ότι δεν είναι ειδικός εκτιμητής αλλά είπε ουσιαστικά ότι εάν κάποιος ψάξει στο διαδίκτυο για συγκεκριμένη μάρκα με χρονολογία και χιλιόμετρα μπορεί να βρει τις τιμές για χιλιάδες μηχανήματα. Είναι λοιπόν εμφανές από τα πιο πάνω ότι ο Μ.Κ.3 δεν ήταν ειδικός να πει την αξία του οχήματος και τα στοιχεία που έδωσε δεν μπορούν να οδηγήσουν με την δέουσα βεβαιότητα ότι έστω στο ίντερνετ η τιμή πώλησης του επίδικου ήταν η πιο πάνω. Θα πρέπει δε εδώ να σημειωθεί ότι η εν λόγω θέση δεν γίνεται δεκτή για τους πιο πάνω λόγους και η κρίση μου αυτή δεν έχει να κάνει με την αξιοπιστία του μάρτυρα, η οποία παρέμεινε ακλόνητη. Η μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 γίνεται λοιπόν δεκτή με τις ως άνω διευκρινίσεις. Όσον αφορά τον Μ.Κ.4 θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτός κατηγορείτο στην παρούσα για συνομωσία με τον πρώην κατηγορούμενο 2 να διαπράξουν κλεπταποδοχή και για κλεπταποδοχή του επίδικου οχήματος και η ποινική δίωξη εναντίον του διακόπηκε στις 6.11.
  19. Ενόψει του ότι αυτός κατηγορείται ως κλεπταποδόχος αποτελεί πρόσωπο που θεωρείται συνεργός του κατηγορούμενου (βλ. Davies v. D.P.P.
(1954)1 All ER 507 και Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 181). Όσον αφορά την προσέγγιση μαρτυρίας συνεργού, ως έχει νομολογηθεί, το ερώτημα που τίθεται προς απάντηση είναι κατά πόσο, αξιολογώντας την αξιοπιστία του, το Δικαστήριο είναι ή δεν είναι διατεθειμένο να βασιστεί στη μαρτυρία αυτή χωρίς ενίσχυση. Το Δικαστήριο έχει νομική υποχρέωση να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι ένας συνεργός είναι σπιλωμένος μάρτυρας, που η μαρτυρία του μπορεί να επηρεάζεται από την σχέση του με το έγκλημα και ότι επομένως είναι επικίνδυνο να βασιστεί στην μαρτυρία του χωρίς ενίσχυση. Όταν όμως, παρά μια τέτοια προειδοποίηση, το Δικαστήριο νομίζει ότι μπορεί να δεχτεί τη μαρτυρία αυτή και αισθάνεται ότι μπορεί με σιγουριά να στηριχτεί σε αυτήν χωρίς ενίσχυση, τότε έχει από το νόμο δικαίωμα να το κάνει, δεδομένου ότι η υπόθεση δεν ανήκει στην κατηγορία εκείνη των περιπτώσεων που η ενίσχυση απαιτείται από τον ίδιο το νόμο ανεξάρτητα από τη συμμετοχή του μάρτυρα στο έγκλημα. Όταν όμως το Δικαστήριο αισθάνεται ότι δεν είναι διατεθειμένο να βασιστεί σε τέτοια μαρτυρία χωρίς άλλο στήριγμα, τότε πρέπει να αναζητήσει ενίσχυση από ανεξάρτητη μαρτυρία, η οποία όχι μόνο να στηρίζει την εκδοχή του συνεργού σχετικά με την διάπραξη του αδικήματος αλλά και να συνδέει ή να τείνει να συνδέσει τον κατηγορούμενο με το αδίκημα (βλ. Zacharias ν. The Republic
(1962)C.L.R. 52 και Saad κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 106). Όσον αφορά το τι συνιστά ενισχυτική μαρτυρία ενδεικτικά είναι τα όσα αναφέρονται σχετικά στην Saad (ανωτέρω) και στο προαναφερόμενο σύγγραμμα στις σελ. 156-160. Όσον δε αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας συνεργού μέρος της παλαιότερης δικής μας νομολογίας αλλά και της αντίστοιχης αγγλικής υποστηρίζει ότι τίθεται θέμα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας, μόνο εφόσον ο συνεργός φαίνεται αξιόπιστος. Όμως στην απόφαση του Privy Council, Attorney-General of Hong Kong v. Wong Muk-ping [1987] 2 All E.R. 488 - ως επισημάνθηκε και στην δική μας Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 258 - αποφασίστηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας συνεργού διενεργείται ενιαία. Δεν πρόκειται για διαφορά ουσίας αλλά προσέγγισης. Μάρτυρας, εμφανώς αναξιόπιστος, δεν μπορεί να τύχει ενίσχυσης, εφόσον ελλείπει το αντικείμενο της ενίσχυσης, το κατ' αρχήν παραδεκτό της εκδοχής του. Σκοπός της ενισχυτικής μαρτυρίας είναι η άρση των εγγενών αμφιβολιών για την ποιότητα της μαρτυρίας του συνεργού, λόγω της συμμετοχής ή σύμπραξής του στο έγκλημα. Είναι προς άρση αυτών των αμφιβολιών που αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία για την ανάμειξη του κατηγορουμένου στο έγκλημα. Παραμένει όμως το δικάζον Δικαστήριο κριτής του αξιόπιστου, της σημασίας και της βαρύτητας που αποδίδεται στην μαρτυρία συνεργού και στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας. Η απουσία της δεν αναιρεί το δικαίωμα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ως βάσιμη την μαρτυρία συνεργού. Στην Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(2000)2 Α.Α.Δ. 628 λέχθηκε ότι η ορθολογιστική αντιμετώπιση επιβάλλει όπως πρώτα εξεταστεί κατά πόσο υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία, πριν το Δικαστήριο προχωρήσει σε τελική κρίση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας συνεργού. Τονίστηκε όμως ότι με τον όρο "ορθολογιστική", δεν δημιουργείται άκαμπτος κανόνας δικαίου ή πρακτικής για τον ακριβή τρόπο προσέγγισης και αξιολόγησης τέτοιες μαρτυρίας, αφού, βέβαια, δοθεί η πρέπουσα προειδοποίηση (βλ. επίσης Saad (ανωτέρω) όπου γίνεται σχετική αναφορά στην Wong Muk-ping ανωτέρω). Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα ανωτέρω και ακολουθώντας τον τρόπο προσέγγισης που εισηγείται η σύγχρονη νομολογία θα εξετάσω πρώτα κατά πόσο υπάρχει ή όχι ενισχυτική μαρτυρία στην εκδοχή του Μ.Κ.4 και στην συνέχεια θα προχωρήσω σε τελική κρίση επί της αξιοπιστίας του. Ενισχυτική μαρτυρία της ουσιώδους θέσης του Μ.Κ.4 ότι δηλ. το επίδικο όχημα του το πώλησε ο κατηγορούμενος, αποτελεί κατά την κρίση μου το τεκμήριο 9, που είναι τιμολόγιο της εταιρείας του κατηγορούμενου, το οποίο αυτός εξέδωσε και παρέδωσε στον Μ.Κ.4 κατά την πώληση και όπου αναγράφονται τα στοιχεία του επίδικου οχήματος, η λέξη «EXPORT» και ποσό πώλησης. Σε κάθε δε περίπτωση θα πρέπει να λεχθεί ότι ο Μ.Κ.4 μου έκανε καλή εντύπωση και από τον τρόπο που απαντούσε αλλά και τις απαντήσεις που έδωσε άφησε στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι προσήλθε για να πει την αλήθεια. Θα πρέπει άλλωστε να λεχθεί ότι το ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του ήτοι ότι περί τον Ιούνιο του 2013, αυτός με τον πρώην κατηγορούμενο 2 επισκέφθηκε το γκαράζ του κατηγορούμενου στην Πάφο και αφού συμφώνησε με τον κατηγορούμενο αυτός του πώλησε το επίδικο φορτηγό, το οποίο ο μάρτυρας, αφού πλήρωσε το παρέλαβε και το μετέφερε στην Λεμεσό, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε κατά την μαρτυρία του αλλά αποτελεί και θέση που ενόρκως υιοθέτησε ο κατηγορούμενος. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης η μαρτυρία του όσον αφορά το τι έγινε από τον χρόνο που παρέλαβε το επίδικο φορτηγό και εντεύθεν. Δεν είναι δε ουσιώδες το κατά πόσο ήταν ο κατηγορούμενος που ήλθε σε επαφή πρώτος μαζί του για να τον ρωτήσει εάν ενδιαφέρεται για την προαναφερόμενη αγορά. Αναφορικά με αυτό να λεχθεί ότι ο μάρτυρας στην κατάθεση του υποστήριξε ότι έτσι έγιναν τα πράγματα αλλά στην αντεξέταση του δεν απέκλεισε, εφόσον ως είπε δεν θυμόταν λόγω του χρόνου, να ήταν ο πρώην κατηγορούμενος 2, που του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος πουλά φορτηγά και τον έφερε σε επαφή με αυτόν ή ακόμη ο κατηγορούμενος να τηλεφώνησε στον πρώην κατηγορούμενο 2 και όχι στον ίδιο. Όσον δε αφορά το ύψος του τιμήματος πώλησης ο μάρτυρας ήταν σταθερός στην μαρτυρία του ότι ήταν €5.
  1. Παρουσίασε δε ως προς τούτο το τεκμήριο
  2. Δεν μου διαφεύγει ότι σε αυτό αναγράφεται το ποσό των €5.
  3. Ως όμως εξήγησε αυτό το έγγραφο το συνέταξε και του το παρέδωσε ο κατηγορούμενος εξ ου και επέμενε ότι το κέρδος του από την πώληση που έκανε στην συνέχεια ήταν €500 (αφού το πώλησε €5.700). Το ότι άλλωστε το τίμημα πώλησης ήταν αυτό που ανέφερε ο μάρτυρας το δήλωσε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του τεκμήριο 4, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σε σχέση με το ότι από το επίδικο φορτηγό είπε ότι έλειπε και ο εγκέφαλος θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτό δεν επιβεβαιώνει κατά την κρίση μου την θέση του κατηγορούμενου ότι αυτό έλειπε από την αρχή που το παρέλαβε από τον Μ.Κ.
  4. Η διαπίστωση του μάρτυρα αφορούσε προφανώς την κατάσταση του φορτηγού κατά τον χρόνο που αυτός πήγε για να το δει και όχι 7 μήνες πριν. Όσον δε αφορά το κατά πόσο μπορούσε να ξεκινήσει εάν τοποθετείτο εγκέφαλος ο μάρτυρας, αναφέροντας ότι δεν είναι ειδικός, είπε ότι πιστεύει πως ναι για να πει εν τέλει ότι δεν γνωρίζει. Περαιτέρω ο μάρτυρας από μόνος του είπε ότι η αναφορά στην κατάθεση του ότι δεν υπήρχε πιστοποιητικό εγγραφής του φορτηγού επειδή ήταν διαγραμμένο και θα έπρεπε να επανεγγραφεί αφού πληρωθούν οι άδειες κυκλοφορίας, ήταν λάθος. Εξήγησε δε ουσιαστικά ότι αυτό δεν ισχύει, δεν συνδέεται η άδεια εγγραφής με το εν λόγω πιστοποιητικό και ότι το ορθό ήταν ότι εάν δεν υπήρχε άδεια κυκλοφορίας δεν μπορούσε το αυτοκίνητο να γίνει εξαγωγή στο εξωτερικό. Αναφορικά δε με τα έγγραφα που του έδωσε ο κατηγορούμενος διευκρίνισε ότι δεν ήταν πιστοποιητικό εγγραφής και είπε ότι σε αυτά φαινόταν ότι το αυτοκίνητο το αγόρασε από πλειστηριασμό στο όνομα του, κάτι το οποίο δεν αμφισβητήθηκε. Εξήγησε δε ότι δεν μπορούσε να παρουσιάσει τα έγγραφα αυτά καθότι τα παρέδωσε στο πρόσωπο στο οποίο πώλησε το φορτηγό. Στην ερώτηση δε εάν συμφωνεί ότι όταν κάποιος αγοράσει ένα όχημα πρέπει να το μεταβιβάσει στο όνομα του εξήγησε πειστικά ότι λόγω του ότι αγόραζε τα οχήματα και τα μεταπωλούσε απευθείας, τα χαρτιά του οχήματος τα έδινε στον αγοραστή ώστε να μπορέσει να τακτοποιήσει εκείνος τα έγγραφα για την εξαγωγή και δεν του έκανε οποιαδήποτε μεταβίβαση. Τέλος σε σχέση με το τίμημα της πώλησης ήταν ξεκάθαρη η θέση του ότι η τιμή που αγόρασε το επίδικο, για τον ίδιο, δηλ. ως πρόσωπο που αγόραζε και πουλούσε τέτοια οχήματα, στην κατάσταση που ήταν τότε, ήταν μια λογική τιμή στα πλαίσια της αγοράς. Εξ ου και ανέφερε ουσιαστικά ότι ο ιδιοκτήτης μπορούσε να ζητήσει όσα πίστευε αλλά εάν του έλεγε κάποιος ότι η αξία του οχήματος ήταν €25.000 δεν θα το αγόραζε γιατί για τον ίδιο δεν άξιζε τόσο. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Κ.4 γίνεται δεκτή με τις πιο πάνω διευκρινίσεις. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι ακόμη και εάν η ουσιώδης μαρτυρία του Μ.Κ.4 δεν ενισχύετο από άλλη μαρτυρία και πάλι θα κατέληγα, αφού φυσικά έχω ήδη αυτοπροειδοποιηθεί για τους κινδύνους που παραμονεύουν στο να στηριχθώ στην μαρτυρία αυτή χωρίς ενίσχυση, ότι μπορώ να στηριχθώ σε αυτή με απόλυτη ασφάλεια και σιγουριά. Ο Μ.Υ.3 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν προφανές από την μαρτυρία του ότι δεν ήλθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια αλλά για να βοηθήσει τον πρώην εργοδότη του και φίλο του να πείσει για την εκδοχή του όσον αφορά την κατ' ισχυρισμό συνεργασία του με τον παραπονούμενο. Αυτό προκύπτει από τα ακόλουθα: Ενώ στην γραπτή του δήλωση, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι ο ίδιος γνώρισε τον παραπονούμενο γύρω στο 2009, εντούτοις ήταν κατηγορηματικός, χωρίς να πει πως γνώριζε το προγενέστερο γεγονός, ότι ο παραπονούμενος με τον κατηγορούμενο είχαν πολύ καλές σχέσεις από το 2008 και ότι από τότε ο κατηγορούμενος του επιδιόρθωνε και του έκανε συντήρηση τα μηχανήματα της δουλειάς του. Κατά την αντεξέταση του δε όταν ρωτήθηκε πότε επιδιόρθωναν τα μηχανήματα του παραπονούμενου άλλαξε πλέον την χρονολογία αναφέροντας αρχικά το 2010 και στην συνέχεια το
  5. Υποστήριξε δε ότι γνώριζε για την εν λόγω συνεργασία καθότι αυτός με την πλατφόρμα ή με το loader πήγαινε και μετέφερε τα μηχανήματα και οχήματα του στο συνεργείο του κατηγορούμενου από διαφόρους τόπους, τους οποίους ο παραπονούμενος τους υποδείκνυε και ιδιαίτερα το 2009 όταν ο παραπονούμενος εκτελούσε εργασίες για το αποχετευτικό πίσω από τα Δικαστήρια της Πάφου. Για να γίνει δε πιο πειστικός είπε μάλιστα ότι ο παραπονούμενος πήγαινε κάποιες φορές στο συνεργείο για να βλέπει πως προχωρούσαν με την επιδιόρθωση των μηχανημάτων. Τα πιο πάνω όμως σε κανένα σημείο της αντεξέτασης του τέθηκαν στον παραπονούμενο για να τα σχολιάσει. Στην γραπτή του δήλωση ενώ ο Μ.Υ.3 αναφέρει ότι το μόνο που γνωρίζει για την υπόθεση είναι ότι ο κατηγορούμενος επιδιόρθωνε τα μηχανήματα του παραπονούμενου από το 2008, πρόσθεσε ότι δεν είδε ποτέ όμως αυτόν να πληρώνει οποιοδήποτε ποσό στον κατηγορούμενο. Όταν δε στην αντεξέταση του ρωτήθηκε λογικά, με ποια αφορμή ανέφερε κάτι τέτοιο, έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι το έκανε γιατί του είπε ο κατηγορούμενος ότι ο παραπονούμενος είπε ότι του έκλεψε οχήματα και ότι δεν του είπε ο κατηγορούμενος να το πει αυτό αλλά ότι δήθεν το λέει γιατί δεν είδε τον παραπονούμενο να πληρώνει. Όταν όμως ρωτήθηκε εάν ξέρει κατά πόσο ο παραπονούμενος πλήρωσε τον κατηγορούμενο ή όχι είπε ότι δεν γνωρίζει. Ενώ ήταν ουσιαστικά η θέση του ότι γνώριζε την όλη συνεργασία που είχαν ο παραπονούμενος και ο κατηγορούμενος για 4 χρόνια και θυμόταν ότι δεν είδε ποτέ τον πρώτο να πληρώνει, εντούτοις υποστήριξε ότι όταν τον ρώτησε ο κατηγορούμενος εάν θυμάται κάποια συζήτηση που είχε γίνει αναφορικά με τα μηχανήματα του παραπονούμενου στο σουβλατζίδικο του τελευταίου, δεν θυμόταν τι ειπώθηκε και αν κάτι ειπώθηκε μπροστά του όσον αφόρα «την εν λόγω συμφωνία». Απέδωσε δε αυτό ουσιαστικά στην έλλειψη μνήμης λόγω της παρόδου χρόνου. Όμως αυτό δεν είναι πειστικό γιατί όλες τις άλλες λεπτομέρειες και ειδικά ότι δεν είδε ποτέ τον παραπονούμενο να πληρώνει το θυμόταν ενώ είναι λογικό ότι εάν λεγόταν κάτι σχετικό με τα μηχανήματα και ιδιαίτερα εάν γινόταν συμφωνία, που ως είπε ο κατηγορούμενος αφορούσε ένα οφειλόμενο ποσό της τάξης των €74.000, ο μάρτυρας θα την θυμόταν. Εδώ δε να λεχθεί ότι αναφέρθηκε σε συμφωνία ενώ όπως ο ίδιος είπε ο κατηγορούμενος δεν τον ρώτησε για συμφωνία αλλά εάν ειπώθηκε κάτι. Αυτό δείχνει ότι η μαρτυρία του ήταν υποβολιμαία με σκοπό να στηρίξει την εκδοχή του κατηγορούμενου και όχι ειλικρινής. Αυτό προκύπτει και από το ότι ενώ επικαλέστηκε έλλειψη μνήμης εντούτοις προσέτρεξε να προσθέσει ότι μπορεί και να ειπώθηκε κάτι. Είναι λοιπόν προφανές ότι είπε τα πιο πάνω για να βοηθήσει τον φίλο του και πρώην εργοδότη του κατηγορούμενο να πείσει ότι επιδιόρθωνε τα μηχανήματα του Μ.Κ.3 αλλά και να μην τον διαψεύσει για την συμφωνία που αυτός επικαλείται. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο Μ.Υ.3 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συναφώς η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή. Όσον αφορά τους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 (σύζυγο και υιό του κατηγορούμενου) θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι εξέτασα και αξιολόγησα την μαρτυρία τους έχοντας κατά νου ότι πρόκειται για στενά συγγενικά πρόσωπα του κατηγορούμενου. Τούτου δεδομένου αλλά και του συνόλου της μαρτυρίας προκύπτει κατά την κρίση μου ότι ο λόγος που προσήλθαν στο Δικαστήριο δεν ήταν για να πουν την αλήθεια αλλά για να βοηθήσουν τον κατηγορούμενο με το να προσπαθήσουν να καταρρίψουν την θέση του παραπονούμενου ότι είχε στενές φιλικές σχέσεις με τον Μ.Υ.2 και κατ' επέκταση ότι ήταν μέσω αυτού που γνώρισε τον κατηγορούμενο. Στα πλαίσια αυτά η Μ.Υ.1 υποστήριξε μόνο ότι ουδέποτε ο παραπονούμενος επισκέφθηκε τον Μ.Υ.2 στο Νοσοκομείο όταν ο τελευταίος τραυματίσθηκε σοβαρά ενώ ο Μ.Υ.2 πέραν αυτού υποστήριξε ότι τα μηνύματα που αντάλλαξε με τον παραπονούμενο (τεκμήριο 7) δεν ήταν στα πλαίσια τέτοιων σχέσεων. Συγκεκριμένα: Η Μ.Υ.1 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος της είπε ότι ο παραπονούμενος κατέθεσε ότι για όλη την περίοδο που νοσηλευόταν ο γιος τους (40 ημέρες) τον επισκεπτόταν συνέχεια. Ο παραπονούμενος όμως δεν ισχυρίσθηκε κάτι τέτοιο αλλά ότι μετά το ατύχημα ο Μ.Υ.2 ήταν 5-6 μέρες στην εντατική και ενώ ο παραπονούμενος θα έφευγε τότε για τον Καναδά (για πρώτη φορά) τις τελευταίες μέρες τις πέρασε στο Νοσοκομείο και ότι έγιναν φίλοι με τον κατηγορούμενο από τότε, όταν είχαν πάει με άλλα πρόσωπα σε δύο εκκλησίες για να κάνουν παράκληση για τον Μ.Υ.
  6. Σε καμία δε περίπτωση είπε ότι μπήκε στη εντατική. Θα πρέπει δε σε κάθε περίπτωση να λεχθεί ότι όχι μόνο δεν τέθηκε η πιο πάνω θέση της Μ.Υ.1 στον παραπονούμενο για να την σχολιάσει αλλά ουδόλως αμφισβητήθηκε η δική του προαναφερόμενη θέση κατά την αντεξέταση του. Ο δε Μ.Υ.2 ήταν επίσης κατηγορηματικός ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ. Συμφώνησε όμως από την άλλη ότι 2 μέρες ήταν διασωληνωμένος λόγω του σοβαρού προβλήματος που αντιμετώπιζε. Όταν όμως λογικά ρωτήθηκε εάν ξέρει κατά πόσο αυτές τις δύο μέρες τον επισκέφθηκε ο παραπονούμενος παραδέχθηκε ότι δεν γνωρίζει. Για να δικαιολογήσει δε πλέον αυτήν την ασυνέπεια στην θέση του είπε ότι απ' όσα είχε δει εκεί και όλους όσους έβλεπε καθημερινά, ουδέποτε τον είδε, οπόταν θεωρεί ότι αν ήταν εκεί την πρώτη ή την δεύτερη μέρα, θα ήταν και τις επόμενες. Όταν του τέθηκε δε ότι αυτό αποτελεί αυθαίρετο συμπέρασμα του απάντησε «Μάλιστα». Όσον δε αφορά το περιεχόμενο του τεκμηρίου 7 που κατέθεσε ο παραπονούμενος, ο Μ.Υ.2 δέχθηκε ότι πρόκειται για γραπτή επικοινωνία που είχαν μεταξύ τους καθώς και το περιεχόμενο αυτής. Υποστήριξε δε ουσιαστικά ότι τα όσα αυτός αναφέρει εκεί δεν δείχνουν στενή φιλική σχέση μεταξύ τους και για να πείσει προς τούτο είπε ότι τότε ο ίδιος σπούδαζε στην Λευκωσία και ήταν πολύ φορτισμένος με τα μαθήματα του και με κάποια άλλα προσωπικά προβλήματα και ο παραπονούμενος του έστελνε συνέχεια μηνύματα και τον έπαιρνε συνέχεια τηλέφωνο για κάποια μηχανήματα τα οποία είχε δώσει στον πατέρα του, για τα οποία ο ίδιος καμία γνώση είχε. Ο παραπονούμενος είχε γίνει πολύ ανυπόφορος και έτσι για τον αποφύγει, να σταματήσει να τον ενοχλεί του είπε αυτά που αναφέρονται στο τεκμήριο. Η όλη θέση του όμως δεν είναι πειστική, στερείται ερείσματος στην λογική και προφανώς τέθηκε ώστε να βοηθήσει την θέση της υπεράσπισης του πατέρα του ότι ο ίδιος δεν είχε με τον παραπονούμενο την σχέση που εκείνος ισχυρίζεται και ότι δεν παρεξηγήθηκε για την όλη υπόθεση με τον ίδιο τον πατέρα του. Θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι η θέση του διαψεύδεται από το ίδιο το περιεχόμενο της επικοινωνίας στην οποία φαίνεται η ύπαρξη στενής φιλική σχέσης και ιδιαίτερα αυτήν της ημερ. 14.3.14 όπου αναφέρει στον παραπονούμενο «team .. file» και ότι ξέρει πόσο ψηλά τον έχει και για αυτό άλλωστε παρεξηγήθηκε με τον ίδιο τον πατέρα του. Παραθέτω δε αυτούσιο το κείμενο (πρόκειται για ελληνικές λέξεις συνταγμένες με λατινικούς χαρακτήρες) : «team kalimera file..lipon team exo pollin provlima me ton ΧΧΧΧ kai apla gia na 3eris apo tin meran pou enimero8ika apo senan gia tin ollin katastasi exoun spasi i dromi mas miloumen oson pio tipika mporis na fantastis..DEN 3ERO OUTE ΤΙ ΚΑΝΙ TEAM M OUTE Tl GNT..EXO PARE3IGI8I ME TON IDIO M TON PATERAN OXI GT DEN EPREPEN APLA EPD EGO EMA8A TA OSA ΚΑΝΙ SINEXOS KAI TO Tl EGINE ME ESENAN POU EMILOUSAMEN JIN TIS MERES..!! DEN MILOUMEN KA8OLOU..DEN 3ERO Tl NA SOU PO TORA TEAM OTI MPORIS KAI NOMIZIS KANE KAI PRA3E TEAM M..!!to poson psilla se exo to 3eris kai si o idios s afton kai giafton alloste exo pare3igi8i me ton idion m ton patera..den 3ero ti tou gnt kai gt ta kani olla afta!! (η υπογράμμιση δική μου). Δεν κρίνεται δε λογική η θέση του ότι δεν είχαν τέτοιες σχέσεις με το παραπονούμενο και ότι ήθελε να ξεφορτωθεί αυτόν, ο οποίος ως είπε ήταν μάλιστα ανυπόφορος, ότι ο ίδιος δεν γνώριζε για τα μηχανήματα και ούτε ασχολείτο αλλά αντί να αποφύγει να απαντήσει στον παραπονούμενο για να σταματήσει να τον ενοχλεί, όπως είπε ότι έκανε στην συνέχεια με επιτυχία, όχι μόνο του απάντησε αλλά μέμφεται ουσιαστικά τον πατέρα του για την συμπεριφορά του και αναφέρει πόσο ψηλά έχει τον παραπονούμενο και ότι για αυτό παρεξηγήθηκε σοβαρά με τον ίδιο τον πατέρα του για ό,τι έγινε μεταξύ τους. Περαιτέρω στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι όταν γνώρισε τον παραπονούμενο εκείνος του είπε ότι γνωρίζει πολύ καλά τον πατέρα του, χωρίς να πει πως γνωρίζονταν. Σε άλλο όμως σημείο της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι το μόνο που ο ίδιος γνώριζε για την υπόθεση είναι ότι «όντως ο παραπονούμενος είχε μηχανήματα στο συνεργείο» του πατέρα του κατά τα έτη 2011 και 2012, αφού ο ίδιος του το είχε πει, χωρίς και πάλι να πει τι του είπε για αυτά. Όταν δε ρωτήθηκε κατά πόσο έβλεπε τα μηχανήματα του παραπονούμενου να πηγαίνουν και να επιδιορθώνονται από τον πατέρα του, υπεκφεύγοντας είπε ότι σπούδαζε και βρισκόταν στην Λευκωσία και μάξιμουμ μόνο μια με δύο φορές τον μήνα πήγαινε στην Πάφο για να ξέρει και να ασχοληθεί και εν πάση περιπτώσει δεν τον ενδιέφερε. Εδώ να σημειωθεί ότι ο Μ.Υ.3 τον διέψευσε αναφέροντας ότι ο Μ.Υ.2 πήγαινε συχνά στο συνεργείο του πατέρα του και συγκεκριμένα 2-3 φορές την εβδομάδα. Όταν δε ρωτήθηκε εάν δεν γνώριζε εάν ο πατέρας του συνεργαζόταν με τον παραπονούμενο παρά το ότι γνώριζε τις σχέσεις τους, υπεκφεύγοντας απάντησε ότι δεν γνώριζε, γιατί γνώρισε τον παραπονούμενο από ένα κοινό τους φίλο και όχι από τον πατέρα του. Εδώ να υπομνησθεί ότι κατά την αντεξέταση του παραπονούμενου δεν αμφισβητήθηκε η θέση του σε σχέση με το πως γνωρίσθηκαν και πως ανέπτυξαν στενή φιλική σχέση. Στην συνέχεια δε ο μάρτυρας σε αντίθεση με τα πιο πάνω υποστήριξε ότι είδε τα μηχανήματα του παραπονούμενου στην μάντρα του πατέρα του προς το τέλος όταν πήγαινε μια δύο φορές τον μήνα. Όταν δε του τέθηκε ότι άρα γνώριζε είπε όμως ότι δεν ήξερε ποιου ήταν. Ανέφερε επίσης ότι δεν ξέρει τι αυτοκίνητα επιδιόρθωνε ο πατέρας του όταν δούλευε αλλά γνώριζε ότι ήταν αρκετά. Όταν δε ρωτήθηκε εάν ο πατέρας του επιδιόρθωνε αυτοκίνητα απάντησε καταφατικά αλλά πρόστρεξε να προσθέσει ότι δήθεν επειδή υπήρχαν τότε και δικά του μηχανήματα έφτιαχνε και μηχανήματα. Τέλος για να πείσει ότι ο πατέρας του δεν έχει πλέον οποιαδήποτε σχέση με την επιχείρηση που διατηρούσε, υποστήριξε ότι τα τελευταία 4 χρόνια έχει αναλάβει ο ίδιος το συνεργείο και ότι ο πατέρας του δεν εργάζεται πλέον εκεί και δεν οδηγεί πλατφόρμα λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει. Εδώ να λεχθεί ότι ο Μ.Υ.3 ερωτώμενος τι δουλειά κάνει σήμερα ο κατηγορούμενος είπε «Πλατφόρμα τζιαι γκαράζ» και ότι εξακολουθεί να οδηγεί πλατφόρμα ενώ και ο ίδιος ο κατηγορούμενος είπε ότι όταν χρειαστεί βοηθά τον γιο του οδηγώντας την πλατφόρμα. Παράδοξο είναι δε το ότι ενώ ο Μ.Υ.2 υποστήριξε ουσιαστικά ότι παρέλαβε την επιχείρηση από τον πατέρα του, όπως και εκείνος υποστήριξε, δεν γνώριζε ούτε με ποιους συνεργαζόταν πριν ο πατέρας του αλλά ούτε και ποιοι του χρωστούσαν λεφτά. Θα ήταν δε λογικά αναμενόμενο εάν ο παραπονούμενος χρωστούσε στην επιχείρηση που παρέλαβε από τον πατέρα του, όπως ο τελευταίος ισχυρίσθηκε, και μάλιστα ένα τόσο μεγάλο ποσό (€74.000) ο Μ.Υ.2 να το γνώριζε. Καμία όμως αναφορά έκανε για αυτό. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ούτε οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο και συναφώς ούτε αυτών η μαρτυρία γίνεται δεκτή. Τέλος ο κατηγορούμενος δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Παραδεχόμενος ότι το επίδικο όχημα περιήλθε στην κατοχή του και αργότερα το πούλησε, προέβαλε ως κεντρική θέση για την υπεράσπιση του ότι δεν το οικειοποιήθηκε, αλλά ότι είχε συμφωνήσει με τον παραπονούμενο να το εκμεταλλευθεί (όπως και άλλα οχήματα και μηχανήματα) για να εξοφληθούν οι οφειλές της εταιρείας του τελευταίου προς την εταιρεία του κατηγορούμενου. Η όλη όμως εκδοχή του στερείται συνέπειας, πειστικότητας και λογικής και δεν είναι καν αληθοφανής. Στα πλαίσια αυτά αναπροσάρμοσε, με την γραπτή του δήλωση κάποια από τα ουσιώδη που ανέφερε στην κατάθεση του ώστε να συνάδουν και με την μαρτυρία που τέθηκε από την κατηγορούσα αρχή ενώ κάποιες θέσεις του αποτελούν προφανώς εκ των υστέρων σκέψεις του. Συγκεκριμένα: Τόσο στην κατάθεση του όσο και στην γραπτή του δήλωση ανέφερε ότι η εταιρεία που είχε ασχολείτο με την μεταφορά και επιδιόρθωση αυτοκινήτων χωρίς να κάνει αναφορά σε οποιαδήποτε μηχανήματα. Παρόλα αυτά υποστήριξε ότι η εταιρεία του όχι μόνο έκανε όλες τις μεταφορές για λογαριασμό της εταιρείας του παραπονούμενου αλλά όλα τα αυτοκίνητα αλλά και τα μηχανήματα αυτής επιδιορθώνονταν στο γκαράζ του. Αυτή μάλιστα η συνεργασία ως αναφέρει στην κατάθεση του είχε, μέχρι τον Ιανουάριου του 2014, διάρκεια 7-8 χρόνια ενώ στην γραπτή του δήλωση ανέφερε ότι γνώρισε τον παραπονούμενο μερικά χρόνια πριν το 2013, αποφεύγοντας να προσδιορίσει πόσα, καθότι του έφτιαχνε τα οχήματα της εταιρείας του στην περίπτωση που αντιμετώπιζαν κάποιο πρόβλημα, χωρίς δηλ. να κάνει αναφορά σε μηχανήματα. Στην κατάθεση του ανέφερε ότι ενάμιση χρόνο περίπου πριν τις 4.1.14 του τηλεφώνησε ο παραπονούμενος, συναντηθήκαν στο σουβλατζίδικο που εκείνος διατηρούσε και του είπε ότι σε είκοσι μέρες θα έφευγε για πάντα και θα μετακόμιζε μόνιμα στην Αμερική και ο λόγος που ήθελε να συναντηθούν ήταν για να εξηγηθούν για τα λεφτά που του χρωστούσε που ανέρχονταν γύρω στις €74.
  7. Ο κατηγορούμενος τον ρώτησε τι θα γίνει με αυτά και εκείνος του είπε ότι το μόνο που μπορούσε να κάμει ήταν να του δώσει κάποια συγκεκριμένα μηχανήματα και αυτοκίνητα της εταιρείας του (δύο οχήματα περιλαμβανομένου του επίδικου και ένα μεγάλο και ένα μικρό εκσκαφέα) για να κόψει κάποια λεφτά από το χρέος. Ο κατηγορούμενος συμφώνησε να τα πάρει και να τα πουλήσει εξαρτήματα για να μην χάσει τα λεφτά του. Για πρώτη φορά στην γραπτή του δήλωση υποστήριξε ότι η εν λόγω συμφωνία έγινε στην παρουσία του τότε υπαλλήλου του ΧΧΧΧ. Δεν ανέφερε λοιπόν στην κατάθεση του την παρουσία αυτού του προσώπου που, ως ισχυρίζεται, ήταν μάρτυρας της συμφωνία, κάτι που θα αναμενόταν να αναφέρει εφόσον ουσιαστικά είναι σε αυτή την συμφωνία που εδράζει την υπεράσπιση του και άρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επουσιώδης λεπτομέρεια. Δέχθηκε μάλιστα ότι όταν έδινε την κατάθεση τα γεγονότα ήταν πιο φρέσκα από ότι σήμερα στο μυαλό του. Όταν εύλογα ρωτήθηκε γιατί τότε δεν ανέφερε τον ΧΧΧΧ είπε ότι τον κατονόμασε στην κατάθεση, κάτι που δεν ισχύει και όταν είδε την κατάθεση υποστήριξε μη πειστικά ότι τον ανέφερε στην Αστυνομία αλλά δεν γράφτηκε. Στην αντεξέταση του ανέφερε μάλιστα ότι ο ΧΧΧΧ ήταν μπροστά όταν έγινε η συμφωνία με τον παραπονούμενο και ότι μάλιστα ο ΧΧΧΧ έδωσε στον παραπονούμενο ένα αυτοκίνητο, το οποίο το παρέδωσε στην Λαϊκή Τράπεζα και το χρωστά στον ΧΧΧΧ επειδή δεν τον πλήρωσε κανένας αυτόν. Εδώ να σημειωθεί ότι ο ΧΧΧΧ (Μ.Υ.3) δεν επιβεβαίωσε τον ισχυρισμό του για την συμφωνία, κάτι που ως εξηγήθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του θα ήταν λογικό αλλά και αναμενόμενο να θυμάται ενώ καμία αναφορά έκανε για το προαναφερόμενο αυτοκίνητο. Η παρουσία του εν λόγω προσώπου κατά την δήθεν συμφωνία αποτελεί κατά την κρίση μου εκ των υστέρων σκέψη του κατηγορούμενου με σκοπό να επιβεβαιώσει και να πείσει για την όλη θέση. Θα πρέπει άλλωστε να λεχθεί ότι στερείται ερείσματος στην λογική η θέση ότι παρά το ότι ο παραπονούμενος θα έφευγε μόνιμα στο εξωτερικό και ότι του χρωστούσε ένα τόσο μεγάλο ποσό, το οποίο ως ο ίδιος ανέφερε δεν ανέμενε να εξοφληθεί ούτε με την εν λόγω συμφωνία, δεν φρόντισε η συμφωνία να γίνει γραπτώς. Υποστήριξε δε στην κατάθεση του ότι ο παραπονούμενος δεν του έδωσε πιστοποιητικά εγγραφής για κανένα από τα τέσσερα μηχανήματα και ούτε γνώριζε αν τα χρωστούσε στην τράπεζα. Κατ' αρχάς να υπομνησθεί στο σημείο αυτό η προαναφερόμενη υποβολή που έγινε στον Μ.Κ.3, στην οποία τέθηκε ως δεδομένη τέτοια γνώση από πλευράς του κατηγορούμενου. Εγείρεται δε ως προς τούτο εύλογα το ερώτημα ως προς την αξιοπιστία της όλης εκδοχής του γιατί ενώ παρέλαβε 4 μηχανήματα και δη ένα μεγάλο και ένα μικρό εκσκαφέα και δύο φορτηγά τα οποία ουσιαστικά θα τα εκμεταλλευόταν για σκοπούς εξόφλησης των προς αυτών οφειλομένων, δεν ζήτησε έστω ο ίδιος τέτοια έγγραφα που να δείχνουν τον ιδιοκτήτη. Όταν δε του τέθηκε αυτό στην αντεξέταση του έδωσε την μη πειστική δικαιολογία ότι για να του παίρνει ο παραπονούμενος τα μηχανήματα να τα διορθώνει για τόσα χρόνια, σημαίνει ήταν δικά του και δεν είναι αστυνομικός για να του ζητήσει τέτοια έγγραφα. Στην κατάθεση του ημερ. 4.1.14 υποστήριξε ότι βοήθησε αρκετές φορές τον παραπονούμενο και θα κινηθεί εναντίον του νομικά για να πάρει τα λεφτά του. Παραδέχθηκε όμως κατά την μαρτυρία του ουσιαστικά ότι δεν κινήθηκε με σχετική αγωγή. Όταν του τέθηκε αυτό, αντιλαμβανόμενος την ασυνέπεια της θέσης του, υποστήριξε μη πειστικά ότι δεν ευθύνεται ο ίδιος για αυτό αλλά ο προηγούμενος δικηγόρος, ο οποίος δήθεν του είπε ότι δεν χρειάζεται κάτι τέτοιο αφού του έδωσε τα μηχανήματα και έφυγε στο εξωτερικό. Γι' αυτό μάλιστα άλλαξε και δικηγόρο. Ούτε όμως μέχρι σήμερα, παρά την πάροδο 5 και πλέον χρόνων από την ημερομηνία της κατάθεσης του και ενώ έγινε εναντίον του καταγγελία που ο ίδιος προφανώς θεωρεί ως μη αληθινή και εκκρεμεί η παρούσα ποινική υπόθεση, δεν κινήθηκε δικαστικά για τον σκοπό αυτό. Ενώ δε ουσιαστικά ισχυρίζεται ότι ο παραπονούμενος του χρωστά ακόμη το ποσό των €74.000, ότι οι εργασίες που έκανε στα μηχανήματα και οχήματα διήρκησαν για 7-8 χρόνια και ενώ αποτελεί ουσιώδη θέση για την υπεράσπιση του η οφειλή αυτή εφόσον την συνδέει με συμφωνία για τα μηχανήματα, εντούτοις δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει ακόμη και ένα σχετικό τιμολόγιο ή κατάσταση λογαριασμού (εφόσον ισχυρίσθηκε ότι ο παραπονούμενος δεν τον εξοφλούσε κάθε φορά αλλά του έδινε έναντι λογαριασμού) που να καθιστά την θέση του έστω αληθοφανή. Όταν δε του ζητήθηκε να παρουσιάσει τιμολόγια και αποδείξεις και πάλι αντιλαμβανόμενος το μη λογικό της θέσης του είπε ότι δήθεν η εταιρεία του έκλεισε από το 2015 που αρρώστησε και ότι αυτός είναι σπίτι και δεν έχει χαρτιά της αλλά ότι μπορούσε δήθεν να βρει από τον λογιστή αν έχει τέτοια. Σε σχέση με αυτό όμως θα πρέπει να λεχθεί ότι ο ίδιος αναφέρει στην γραπτή του κατάθεση ότι τώρα έχει δώσει την προαναφερομένη εταιρεία και επιχείρηση στον γιο του ΧΧΧΧ δηλ. η εταιρεία δεν έχει κλείσει ενώ δέχθηκε στην αντεξέταση του ότι κατά τον παρόντα χρόνο βοηθά τον γιο του με την οδήγηση του ρυμουλκού, «μια φορά την εβδομάδα, μπορεί μια φορά τον μήνα, όσες φορές χρειαστεί ο γιος» του. Σε κάθε δε περίπτωση στερείται ερείσματος στην λογική να μην φρόντισε έστω για σκοπούς υπεράσπισης του στην παρούσα να διασφαλίσει την κατοχή τέτοιων ουσιωδών στοιχείων. Ως δε λέχθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του γιου του (Μ.Υ.2), ο τελευταίος, ο οποίος έχοντας αναλάβει την επιχείρηση θα αναμενόταν να γνώριζε ότι υπήρχε τέτοιο μεγάλο οφειλόμενο ποσό και θα αναφερόταν σε αυτό. Καθόλου όμως δεν αναφέρθηκε σε οτιδήποτε σχετικό. Δέχεται δε ο κατηγορούμενος ότι τόσο το επίδικο όχημα όσο και τα υπόλοιπα μηχανήματα μεταφέρθηκαν στην συνέχεια στον χώρο του γκαράζ του αλλά υποστηρίζει ότι ο ίδιος τα μετέφερε με το ρυμουλκό του. Ενώ όμως στην κατάθεση του λέει ότι όσον αφορά το επίδικο έβαλε μπαταρίες για να ξεκινήσει, στην γραπτή του δήλωση προφανώς για να υποστηρίξει ότι αυτό δεν λειτουργούσε και άρα η αξία του δεν ήταν μεγάλη ισχυρίσθηκε κάτι άλλο και συγκεκριμένα ότι δεν ήταν σε θέση να κινηθεί ή να ξεκινήσει γιατί έλειπε ο εγκέφαλος από πάνω του. Όταν δε του τέθηκε ότι το ρυμουλκό που διέθετε δεν μπορούσε να μεταφέρει τέτοιο φορτηγό δεν το δέχτηκε αλλά στην συνέχεια αναφέρθηκε σε ειδικό μηχάνημα που είχε ο κουνιάδος του και ότι όταν ο ίδιος δεν μπορούσε το έπαιρνε εκείνο για να κάνει την δουλειά του. Δέχθηκε επίσης ότι πούλησε το επίδικο φορτηγό περίπου μέσα στο
  8. Ενώ όμως στην κατάθεση του ισχυρίσθηκε ότι δεν γνώριζε το όνομα του Σύριου, στην γραπτή του δήλωση δηλ. 5 σχεδόν χρόνια αργότερα ανέφερε ότι επρόκειτο για κάποιον ΧΧΧΧ με τον οποίο μάλιστα είχε συνεργασθεί και στο παρελθόν. Στην κατάθεση του είπε δε ότι ο Σύριος τον πλήρωσε το ποσό των €5.200 και στην συνέχεια φόρτωσαν το φορτηγό και έφυγαν ενώ στην γραπτή του δήλωση αναφέρει ουσιαστικά ότι ήταν ο Κύπριος που το πλήρωσε, αλλάζοντας όμως το τίμημα σε «€5.000 περίπου». Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι αυτή η αλλαγή στο πρόσωπο που πλήρωσε και στο ποσό δεν είναι τυχαία αλλά την έκανε προφανώς για να συνάδει με τα όσα είπε ο Μ.Κ.4 (δηλ. αυτόν που αναφέρει ως Κύπριο αγοραστή) αλλά και με το τεκμήριο 9 που είναι τιμολόγιο της εταιρείας του που έδωσε στον Μ.Κ.4 ως απόδειξη για την πώληση του επίδικου οχήματος, όπου αναγράφεται το ποσό των €5.000 δηλ. για να δείξει ότι το ποσό που το πώλησε ήταν πιο μικρό. Ως δε ανέφερε ο Μ.Κ.4 το ποσό που πλήρωσε ήταν €5.200 και ότι το τεκμήριο 9 ήταν ο κατηγορούμενος που το συνέταξε και του το παρέδωσε. Εδώ να σημειωθεί ότι ενώ ήταν η θέση του ότι η συμφωνία ήταν να πουλήσει τα μηχανήματα για εξαρτήματα στο τεκμήριο 9 όπου αναγράφονται τα στοιχεία του επίδικου οχήματος και η λέξη «EXPORT» δηλ. εξαγωγή. Στην κατάθεση του υποστήριξε ότι την ίδια ημέρα τηλεφώνησε στον παραπονούμενο, του άφησε μήνυμα και εκείνος του τηλεφώνησε το βράδυ της ίδιας ημέρας, οπόταν τον ενημέρωσε για την πράξη. Είπε επίσης ότι μετά από δέκα μέρες του τηλεφώνησε ο παραπονούμενος και τον παρακάλεσε να του στείλει €3.000 γιατί όπως του είπε δεν είχε καθόλου λεφτά για να ζήσει και ο κατηγορούμενος τον λυπήθηκε και αποφάσισε να τον βοηθήσει. Έδωσε δε τα λεφτά σε κάποιον από την Λευκωσία που του έστειλε ο παραπονούμενος. Αντίθετα στην γραπτή του δήλωση είπε ότι μόλις ενημέρωσε τον παραπονούμενο για την πώληση εκείνος του έστειλε ένα φίλο του από τη Λάρνακα, ο οποίος θα μετέβαινε στον Καναδά για να του δώσει ποσό των €3.000 να του το πάρει όπως και έπραξε. Εδώ δε να σημειωθεί ότι προφανώς για να πείσει για την κακή οικονομική κατάσταση του παραπονούμενου και ότι δεν κράτησε ολόκληρο το ποσό από την πώληση, στην γραπτή του δήλωση για πρώτη φορά ανέφερε ότι ο παραπονούμενος κατά τις επικοινωνίες που είχαν του έλεγε ότι ήταν πολύ άσχημα οικονομικά και μόλις ο κατηγορούμενος πουλούσε οποιοδήποτε μηχάνημα ή όχημα να του έστελνε λεφτά για να μπορεί να τακτοποιηθεί στον Καναδά. Και πάλι όμως η όλη θέση του στερείται λογικής και εξηγώ. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι όταν ενημέρωσε τον παραπονούμενο για την πώληση του επίδικου οχήματος εκείνος του ζήτησε χρήματα γιατί είχε πρόβλημα οικονομικό και ο ίδιος του είπε ότι δεν μπορεί να του στείλει γιατί τα είχε μεγάλη ανάγκη αλλά τελικά τον λυπήθηκε γιατί έκλαιγε και έτσι του τα έστειλε. Εδώ να σημειωθεί ότι σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του είπε ότι ακόμη και με την πώληση των μηχανημάτων ήξερε ότι δεν θα έπαιρνε όλα τα λεφτά που του χρωστούσε ο παραπονούμενος. Δεν είναι λοιπόν λογικό ο παραπονούμενος να του χρωστούσε ένα τόσο μεγάλο ποσό, που γνώριζε ουσιαστικά ότι δεν θα του εξοφλούσε ποτέ ολόκληρο και εντούτοις ενώ είχε και ο ίδιος ανάγκη, δήθεν τελικά τον λυπήθηκε και του έστειλε ποσό €3.000 δηλ. πέραν του μισού από αυτό που εισέπραξε για την πώληση του οχήματος. Στην κατάθεση του είπε ότι 4 περίπου μήνες πριν τις 4.1.14 πήγε στο γκαράζ του ο Μ.Κ.2 και ήθελε να πάρει τον μικρό εκσκαφέα άλλα δεν του τον έδωσε και ότι ο ίδιος μίλησε με τον παραπονούμενο, ο οποίος του είπε να μην τον δώσει του αδελφού του και να τον πουλήσει για να ξοφλήσει όπως συμφωνήσαν. Αντίθετα στην γραπτή του δήλωση ισχυρίσθηκε ότι μετά από την εν λόγω επίσκεψη του αδελφού του και την άρνηση του να του δώσει τον εκσκαφέα τα δεδομένα άλλαξαν και από εκείνη τη μέρα ο παραπονούμενος δεν τον ξαναπήρε τηλέφωνο, χωρίς να ξέρει τον λόγο. Δεν δέχθηκε δε ότι ο γιος του είχε άριστες φιλικές σχέσεις με τον παραπονούμενο λέγοντας ότι μιλούσαν μόνο στο Facebook. Όταν όμως του ζητήθηκε να σχολιάσει αυτό που αναφέρει ο γιος του στο τεκμήριο 7 που δείχνει τέτοια σχέση και λέει ότι παρεξηγήθηκε με τον ίδιο του τον πατέρα δηλ. με τον κατηγορούμενο, είπε ότι δεν μπορεί να απαντήσει και παρέπεμψε στον γιο του όταν θα ερχόταν να καταθέσει ενώ σε άλλο σημείο υποστήριξε ότι ο γιος του ουδέποτε παρεξηγήθηκε μαζί του. Ο γιος του (Μ.Υ.2) ως προαναφέρθηκε πράγματι κατέθεσε στο Δικαστήριο και έδωσε κάποιους ισχυρισμούς, οι οποίοι όμως για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω, δεν έγιναν δεκτοί. Η δε γραπτή επικοινωνία που ο γιος του δέχθηκε ότι έκανε και φαίνεται στο τεκμήριο 7 διαψεύσει την θέση του ότι δεν παρεξηγήθηκε με τον γιο του αλλά και για το ότι δεν είχε άριστες φιλικές σχέσεις με τον παραπονούμενο. Δεν δέχθηκε δε ότι πήρε από τον αδελφό του παραπονούμενου το ποσό των €500 για τα πετρέλαια για την μεταφορά κάποιων μηχανημάτων που μετέφερε στην μάντρα του. Όταν ρωτήθηκε εάν είναι και αυτό ψέμα απάντησε καταφατικά και εξηγώντας έδωσε την εξής μη πειστική και ανακόλουθη θέση, ότι είναι ψέμα γιατί το γκαράζ του δεν τον έχει για να παρκάρει αυτοκίνητα του παραπονούμενου αλλά για να διορθώνει αυτοκίνητα και ότι τα πήρε λόγω της συμφωνίας που έκαναν ώστε να τα φτιάξει και να πάρει λεφτά. Εδώ να επαναληφθεί ότι ποτέ δεν αναφέρθηκε ότι θα έφτιαχνε τα μηχανήματα αλλά ότι θα τα πουλούσε ως εξαρτήματα. Δεν αμφισβητήθηκε δε η θέση του παραπονούμενου ότι μετά από οδηγίες αυτού ο Μ.Κ.2 έδωσε στον κατηγορούμενο αυτό το ποσό για τον συγκεκριμένο σκοπό. Περαιτέρω ενώ στην κατάθεση του δεν αναφέρεται σε κοντέινερ, αναφορά σε αυτό κάνει στην γραπτή του δήλωση προφανώς για να δικαιολογήσει την κατοχή τέτοιου που έλαβε από τον Μ.Κ.3, το οποίο ως εκείνος είπε, δόθηκε ως αντάλλαγμα για την φύλαξη των μηχανημάτων. Στην αντεξέταση του συμφώνησε ότι η θέση του είναι ότι η υπό εκδίκαση καταγγελία έγινε σκόπιμα από τον M.K.2 επειδή δεν του έδωσε ένα μηχάνημα που του ζήτησε. Όταν όμως του τέθηκε εύλογα το ερώτημα γιατί τότε έχει παράπονο ο παραπονούμενος (Μ.Κ.3), απάντησε μη πειστικά, παρά το ότι άκουσε τις θέσεις εκείνου, ότι δήθεν δεν ξέρει και έπρεπε να ρωτηθεί ο ίδιος ο παραπονούμενος, του οποίου να σημειωθεί ότι η αντεξέταση από τον συνήγορο του ήταν μακρά. Ήταν δε η θέση του ότι μετά που έγινε η επίδικη καταγγελία δεν μιλούσε με τον παραπονούμενο. Όταν του τέθηκε εύλογα η ερώτηση γιατί δεν του τηλεφώνησε εφόσον πριν είχε επικοινωνία μαζί του και ήταν συνεργάτης του, να τον ρωτήσει γιατί έγινε η καταγγελία, είπε ότι δήθεν του τηλεφώνησε στο viber μετά που έληξε η κράτηση του αλλά ο παραπονούμενος του το έκλεισε και τον διέγραψε από το Facebook και δεν ξαναμίλησαν. Εδώ να υπομνησθεί ότι ο παραπονούμενος αναφέρθηκε σε συνομιλία που είχε με τον κατηγορούμενο μερικές μέρες μετά την λήξη της προσωποκράτησης. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συναφώς δεν γίνεται δεκτή η μαρτυρία του, στο μέτρο που δεν περιέχει παραδοχές ενάντια στα συμφέροντα του, οι οποίες συνάδουν με την μαρτυρία που έγινε δεκτή. Ευρήματα Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Ο παραπονούμενος (M.K.3) διαμένει μόνιμα στον Καναδά από τις 28.11.
  9. Στο παρελθόν ασχολείτο μεταξύ άλλων με χωματουργικές εργασίες. Ήταν και εξακολουθεί να είναι ιδιοκτήτης και διευθυντής της εταιρείας ΧΧΧΧ THE SPECIALIST HOMATOURGIKES ERGASIES LIMITED (στο εξής η εταιρεία), η οποία ασχολείτο με τέτοιες εργασίες. Για αυτές χρησιμοποιούσε φορτηγά και μηχανήματα. Προηγουμένως ο Μ.Κ.3 είχε πάει ξανά στον Καναδά για μόνιμη διαμονή αλλά επέστρεψε. Γνωρίσθηκε δε με τον γιο του κατηγορούμενου (τον Μ.Υ.2) στους αγώνες ράλι και ανέπτυξαν στενή φιλική σχέση από το 2010, πριν δηλ. φύγει για πρώτη φορά για τον Καναδά. Τον κατηγορούμενο, πριν γνωρίσει τον γιό του, τον γνώριζε μόνο εξ όψεως. Η εταιρεία από τις 26.2.13 και μέχρι σήμερα βρίσκεται υπό εκκαθάριση. Πριν ο M.K.3 φύγει για τον Καναδά την πρώτη φορά, ο Μ.Υ.2 είχε ένα ατύχημα και ήταν στην εντατική για κάποιες μέρες. Έτσι τις τελευταίες μέρες πριν φύγει ο M.K.3 τις πέρασε στο Νοσοκομείο όπου ήταν παρών ο κατηγορούμενος, η σύζυγος του και διάφορα άτομα της οικογένειάς τους. Ο M.K.3 πήγε τότε με τον κατηγορούμενο και άλλα πρόσωπα σε δύο εκκλησίες για να κάνουν παράκληση να ζήσει ο Μ.Υ.
  10. Από εκείνη την στιγμή φίλεψαν και με τον κατηγορούμενο και όταν επέστρεψε από τον Καναδά (μετά την πρώτη φορά που έφυγε) και άνοιξε σουβλατζίδικο, ο κατηγορούμενος πήγαινε εκεί σχεδόν καθημερινά. Η εταιρεία είχε τότε στην κατοχή της 2 φορτηγά και 1 μικρό και 1 μεγάλο εκσκαφέα (τα μηχανήματα), τα οποία αγόρασε με χρηματοδότηση («finance») από τράπεζα. Ενόψει δε του ότι αυτά δεν είχαν εξοφληθεί ανήκαν στην εταιρεία και στην τράπεζα. Μεταξύ αυτών ήταν και ένα όχημα μάρκας Μερσεντές με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧΧ (στο εξής το επίδικο φορτηγό). Συγκεκριμένα επρόκειτο για φορτηγό που μπορεί να μεταφέρει επικαθούμενο όχημα δηλ. καρότσα. Ο κατηγορούμενος είχε εταιρεία, η οποία ασχολείτο με πλατφόρμες και μάντρα-γκαράζ όπου επιδιόρθωνε αυτοκίνητα όχι όμως μηχανήματα. Ποτέ ο κατηγορούμενος δεν επιδιόρθωσε ή συντήρησε μηχανήματα του Μ.Κ.3 ή της εταιρείας και καμία χρηματική οφειλή είχαν οι τελευταίοι προς τον κατηγορούμενο ή την εταιρεία του. Για τέτοιες επιδιορθώσεις ο Μ.Κ.3 προσέφευγε στις υπηρεσίες άλλων μηχανικών. Πριν ο M.K.3 φύγει για τον Καναδά την δεύτερη φορά, ο κατηγορούμενος του πρότεινε να πάρει τα πιο πάνω μηχανήματα στον δικό του χώρο να του τα φυλάξει γιατί εκεί ήταν πιο ασφαλή από τον ανοικτό χώρο όπου τα είχε έξω από το σπίτι του ο Μ.Κ.
  11. Ενόψει της στενής φιλικής σχέσης που είχε με τον γιο του κατηγορούμενου αλλά και της σχέσης που ανέπτυξε με αυτόν, για να διαφυλάξει τα μηχανήματα από τυχόν κλοπές που θα γίνονταν εάν τα άφηνε σε ανοικτό χώρο, ο Μ.Κ.3, λίγες μέρες πριν αναχωρήσει (δηλ. πριν τις 28.11.12) συμφώνησε προφορικά με τον κατηγορούμενο όπως τα μηχανήματα, μέχρι να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα με την τράπεζα, τεθούν υπό την φύλαξη του τελευταίου στην μάντρα-γκαράζ του. Ενημέρωσε δε τον κατηγορούμενο ότι τα μηχανήματα εξακολουθούσαν να οφείλονται στην τράπεζα και για το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς. Μια ή δύο μέρες πριν ο M.K.3 αναχωρήσει για τον Καναδά, το επίδικο φορτηγό το πήρε ο ίδιος οδηγώντας το στην μάντρα του κατηγορούμενου. Τα υπόλοιπα μηχανήματα ανέλαβε και τα μετέφερε μεταγενέστερα ο κατηγορούμενος στην μάντρα του. Όταν έμαθε ο Μ.Κ.3 ότι μεταφέρθηκαν εκεί έδωσε εντολή στον αδελφό του (Μ.Κ.2) και εκείνος πήγε στην μάντρα του κατηγορούμενου και του έδωσε το ποσό των €500 για τα πετρέλαια που κατανάλωσε για την μεταφορά τους. Ο Μ.Κ.3 είπε επίσης στον κατηγορούμενο ότι ενόψει της προαναφερόμενης συμφωνίας θα του χάριζε ένα κοντέινερ που έπαιρνε στα ράλι με τα εξαρτήματα, όπως και έγινε και ο κατηγορούμενος έλαβε κατοχή του κοντέινερ. Ο Μ.Κ.2 ξαναεπισκέφθηκε την μάντρα του κατηγορούμενου, που ήταν περιφραγμένη, δύο περίπου μήνες μετά και διαπίστωσε ότι τα εν λόγω μηχανήματα βρίσκονταν εκεί. Ο Μ.Κ.4 είναι οδηγός φορτηγού και επίσης ασχολείται με αγοραπωλησίες διαφόρων αυτοκινήτων κυρίως φορτηγών. Περί τον Ιούνιο του 2013 ο ΧΧΧΧ Σιολί φίλος και συνεργάτης του, του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος πουλά φορτηγά και τον έφερε σε επαφή με αυτόν. Επικοινώνησε λοιπόν τηλεφωνικά με τον κατηγορούμενο, τον οποίο δεν γνώριζε και εκείνος του ανάφερε ότι έμαθε ότι συνεργάζεται με ξένους αγοραστές φορτηγών και μηχανημάτων και ότι έχει ένα φορτηγό Μερσεντές για πούλημα. Ο Μ.Κ.4 τον ρώτησε πόσα ζητούσε και εκείνος του είπε γύρω στις €5.
  12. Ο Μ.Κ.4 του είπε ότι ενδιαφέρεται και το επόμενο Σάββατο, πήγε με το φορτηγό του και με τον ΧΧΧΧ στην Πάφο για να δουν το εν λόγω φορτηγό. Συναντήθηκαν με τον κατηγορούμενο στην Γεροσκήπου και ο τελευταίος τους οδήγησε στην μάντρα του. Εκεί είδε το προαναφερόμενο φορτηγό που ήταν το επίδικο. Δοκίμασαν με την βοήθεια του κατηγορούμενου να το ξεκινήσουν αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Χρειαζόταν μπαταρίες, είχε προβλήματα με τα ελαστικά του και έλειπε ο εγκέφαλος του, ο οποίος στοίχιζε €2.000-€3.
  13. Επίσης δεν είχε άδεια κυκλοφορίας. Μίλησαν ξανά για την τιμή με τον κατηγορούμενο και κατέληξαν στις €5.
  14. Την ίδια ημέρα ο Μ.Κ.4 πλήρωσε τον κατηγορούμενο το ποσό των €5.200 και του ζήτησε να του δώσει απόδειξη πληρωμής και το πιστοποιητικό εγγραφής του αυτοκινήτου για την μεταβίβαση. Ο κατηγορούμενος του έδωσε απόδειξη και τιμολόγιο της εταιρείας του (τεκμήριο 9) και κάποια άλλα έγγραφα στα οποία φαινόταν ότι το αυτοκίνητο το αγόρασε από πλειστηριασμό στο όνομα του. Δεν του έδωσε πιστοποιητικό εγγραφής. Στην συνέχεια το φόρτωσαν στο φορτηγό του Μ.Κ.4 και αυτός το μετέφερε στον Ύψωνα στην Λεμεσό, σε χώρο τον οποίο ενοικιάζει. Το επίδικο φορτηγό πωλείτο τότε γύρω στις €7.000-€8.000 και ο Μ.Κ.4 συμφώνησε στα €5.200 ως τιμή που ο ίδιος θεώρησε λογική, με βάση την τότε κατάσταση του οχήματος, των προβλημάτων που είχε, των εξόδων που χρειαζόταν και στα πλαίσια των τιμών της αγοράς. Μετά από λίγες μέρες ο ΧΧΧΧ έστειλε μέσω του ίντερνετ φωτογραφία του φορτηγού σε κάποιον από την Αίγυπτο για να το αγοράσει. Ο Αιγύπτιος ενδιαφέρθηκε και συμφώνησαν με τον Μ.Κ.4 να του το πωλήσει για το ποσό των €5.
  15. Όταν λίγες μέρες αργότερα ο Αιγύπτιος πήγε στο χώρο του Μ.Κ.4, εξόφλησε τον τελευταίο και τον παρακάλεσε να του πάρει το φορτηγό στα Κάτω Πολεμίδια κοντά στο Νοσοκομείο σε ένα αδιέξοδο και όπως του είπε θα το έστελνε στην Αίγυπτο. Τότε ο Μ.Κ.4 παρέδωσε στον Αιγύπτιο τα έγγραφα που του έδωσε ο κατηγορούμενος και μετέφερε το φορτηγό στο συγκεκριμένο σημείο. Στις 2.1.14 τηλεφώνησε στον Μ.Κ.2 ένας φίλος του από την Λεμεσό, ο οποίος είναι και φίλος του Μ.Κ.3 και παλιός συνεργάτης του και του είπε ότι έτυχε να δει το επίδικο φορτηγό να βρίσκεται σε μια μάντρα εξαρτημάτων στην Λεμεσό και ότι θα το κόψουν για εξαρτήματα. Τότε ο Μ.Κ.2 ενημέρωσε σχετικά τον Μ.Κ.
  16. Στην συνέχεια ο Μ.Κ.2 τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο, ο οποίος του είπε ότι το φορτηγό ήταν εκεί στην μάντρα του και το έβλεπε και ο Μ.Κ.2 ενημέρωσε σχετικά τον Μ.Κ.
  17. Την επομένη μέρα (3.1.14) ο Μ.Κ.2 πήρε ξανά τηλέφωνο τον κατηγορούμενο και εκείνος του επανέλαβε το ίδιο. Το ίδιο ανέφερε ο κατηγορούμενος και στον Μ.Κ.3 όταν επικοινώνησε μαζί του. Όταν την ίδια ημέρα ο Μ.Κ.2 πήγε στην μάντρα του κατηγορούμενου διαπίστωσε ότι το φορτηγό έλειπε. Αφού συνάντησε τον κατηγορούμενο αυτός δεν του έλεγε καθαρά τι συνέβηκε. Τότε ο Μ.Κ.2 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Μ.Κ.3 και του έδωσε τον κατηγορούμενο, ο οποίος του είπε «Κουμπάρε μου συγγνώμη νόμιζα ήταν στην άλλη μου μάντρα και αλλώπως έκλεψαν μας». Ακολούθως την ίδια ημέρα ο Μ.Κ.2 πήγε στην Λεμεσό γύρω στις 11:00 όπου συνάντησε τον πιο πάνω αναφερόμενο φίλο του, ο οποίος τον οδήγησε στην μάντρα κάποιου ΧΧΧΧ Κούχαρη, στην περιοχή Βατί. Πριν πάει στο Βατί τηλεφώνησε στον Αστυνομικό Σταθμό Πολεμιδιών και τους είπε το γεγονός. Έτσι συναντήθηκε με την Αστυνομία στην συγκεκριμένη μάντρα. Εκεί είδε και αναγνώρισε το επίδικο φορτηγό και όταν ρώτησε τον ΧΧΧΧ πως βρέθηκε εκεί, εκείνος του είπε ότι το αγόρασε από κάποιον Αιγύπτιο, ο οποίος απουσίαζε στο εξωτερικό. Του είπε ότι το αγόρασε περίπου στις 15.12.13 χωρίς να του πει πόσα και πως αυτός ο Αιγύπτιος του το πήρε εκεί και του είπε ότι το αγόρασε από δημοπρασία και κατέχει και τα χαρτιά. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε στον Κούχαρη ότι το φορτηγό ήταν του αδελφού του και του ζήτησε να του το παραδώσει αλλά εκείνος αρνήθηκε λέγοντας του να περιμένει να επιστρέψει ο Αιγύπτιος για να τους δείξει τα χαρτιά που κρατούσε. Αργότερα η Αστυνομία παρέλαβε το επίδικο φορτηγό. Όταν μετά την καταγγελία που έκανε ο Μ.Κ.2 για την παρούσα, τέθηκε σε προσωποκράτηση ο κατηγορούμενος, ο Μ.Κ.3 μίλησε με τον Μ.Υ.2 και του ζήτησε να του βάλει τον κατηγορούμενο στο Skype για να ακούσει και εκείνος την αλήθεια. Έτσι το απόγευμα της 1ης ή 2ης ημέρας μετά που αφέθηκε ελεύθερος ο κατηγορούμενος, ο Μ.Υ.2 τον έβαλε στο Skype στην παρουσία και του άλλου του γιου. Στις αρχές ο κατηγορούμενος πήγε να πει κάποιες δικαιολογίες αλλά μετά παραδέχτηκε και είπε στον Μ.Κ.3 «Κουμπάρε κάμε ό,τι μπορείς γιατί αν γίνει έτσι πράμα εννα πάω φυλακή». Μετά από κάποιους μήνες το επίδικο φορτηγό βγήκε σε πλειστηριασμό από την τράπεζα και πουλήθηκε για €8.
  18. Νομική πτυχή Το αδίκημα της κλοπής εδράζεται στα άρθρα 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα. Η σχετική με αυτό νομολογία έχει πρόσφατα συνοψισθεί, με αναφορά και στην αγγλική νομολογία, στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ.
  1. Τα συστατικά στοιχεία λοιπόν του εν λόγω αδικήματος ως προκύπτουν και από την εν λόγω απόφαση είναι τα εξής:
  2. Ο κατηγορούμενος να απέκτησε κατοχή και να αποκόμισε περιουσία,
  3. Αυτό να έγινε χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη ή αν η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορουμένου με την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, ο κατηγορούμενος στη συνέχεια να την ιδιοποιήθηκε χωρίς τέτοια συγκατάθεση,
  4. Ο κατηγορούμενος να ενήργησε με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη,
  5. Η περιουσία να είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και
  6. Ο κατηγορούμενος να είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, να προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Η διάταξη του άρθρου 255 του Κεφ. 154 είναι σχεδόν ταυτόσημη με το άρθρο 1 του Αγγλικού Larceny Act του 1916, το οποίο κωδικοποίησε στην ουσία το Κοινοδίκαιο όσον αφορά το αδίκημα της κλοπής. Όσον αφορά την έννοια της λέξης «fraudulently» («με δόλιο τρόπο» στην ελληνική μετάφραση του πρωτότυπο κειμένου του άρθρου 255) στην υπόθεση Platritis v. The Police
(1967)2 C.L.R. 174, υιοθετήθηκε ουσιαστικά η ερμηνεία που δόθηκε στην Αγγλία και συγκεκριμένα στην υπόθεση R. v. Williams and Another [1953] 1 All E.R. 1068, στα πλαίσια του Larceny Act του 1916, ότι δηλ. η λέξη «fraudulently» σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως δηλαδή χωρίς λάθος. Αποφασίσθηκε επίσης ότι η ελπίδα ή η προσδοκία εκ μέρους του κατηγορούμενου για επιστροφή των χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση. Στην συνέχεια όμως στην Zissimides v. The Republic
(1978)2 C.L.R. 382, το Ανώτατο Δικαστήριο χωρίς να ανατρέπει την υπόθεση Platritis, στην βάση του ότι δεν έπρεπε να αγνοηθούν οι αρχές του Κοινοδικαίου ως αυτές διαμορφώθηκαν στην υπόθεση R. v. Feeley [1973] 1 All E.R. 341, η οποία όμως ερμήνευσε το αντίστοιχο άρθρο του Thefts Act του 1968 (το οποίο κατήργησε και αντικατέστησε το Larceny Act του 1916), διαφοροποίησε την ερμηνεία που δόθηκε στην Platritis. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν όμως στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas and another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η ορθή ερμηνεία του «fraudulently» είναι όπως είχε δοθεί στην υπόθεση Platritis (βλ. επίσης Ανδρονίκου ανωτέρω και Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 14). Συνεπώς κρίθηκε ότι η λέξη «fraudulently» αποσκοπούσε στον να προσθέσει κάτι στην φράση «without a claim of right made in good faith» (χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη στην ελληνική μετάφραση) και συγκεκριμένα ότι τόσο η κατοχή όσο και η αποκόμιση πρέπει να γίνει σκόπιμα και χωρίς λάθος εκ μέρους του κατηγορούμενου, ότι η περιουσία ανήκε σε άλλο πρόσωπο. Περαιτέρω πρέπει να γίνεται χωρίς αξίωση δικαιώµατος που γίνεται µε καλή πίστη. Το πιο πάνω δεν σημαίνει με απάτη ή καταδολίευση αλλά σκόπιμα και εκ προθέσεως και χωρίς το προαναφερόμενο λάθος. Η νομολογία αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14. Από δε την Ανδρονίκου ανωτέρω προκύπτουν περαιτέρω τα ακόλουθα: · Όσον αφορά την φράση «με δόλιο τρόπο» («fraudulently») που σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως, η πρόθεση στην συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα βρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. · Αναφορικά δε με την έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), αυτή περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. · Αντικείμενο κλοπής μπορεί να αποτελέσει οποιοδήποτε πράγμα που έχει αξία και ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο (βλ. άρθρο 255
(3). Η έννοια της λέξης «περιουσία» («property») είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας (βλ. και άρθρο 4 του Κεφ. 154). · Δεν είναι αναγκαία δε η φυσική αποκόμιση της περιουσίας. Αποτελεί δε συστατικό στοιχείο του αδικήματος η κλαπείσα περιουσία, όχι όμως και η αξία της ή το ύψος του κλαπέντος ποσού (βλ. Αντωνιάδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. ΄Εφεση αρ. 253/2014, ημερ. 15.10.15). Εάν δε αποδειχθεί η κλοπή μικρότερου ποσού από αυτό που αποδίδεται στον κατηγορούμενο σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τότε το Δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει για το μικρότερο αυτό ποσό, χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου (βλ. άρθρο 85
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, Issa and Another v. Republic
(1989)2 C.L.R. 39, Θωμά ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 255, Λάζαρος Χατζηφοράδος & Υιοί Λτδ v. Δήμου Λάρνακας
(1995)2 Α.Α.Δ. 167, Mehmet v. Police
(1970)2 CLR 62 και Αντωνιάδης ανωτέρω). Ως λέχθηκε στην Κλεάνθους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση αρ. 236/2018, ημερ. 11.1.19, το κλοπιμαίο της περιουσίας, ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος μπορεί να αποδειχθεί με άμεση μαρτυρία για την κλοπή (R. V. Reynolds, 20 Cr. App. R. 125, CCA) ή συμπερασματικά δηλ. με μαρτυρία για τις περιστάσεις υπό τις οποίες η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορούμενου (Kyprianou v. The Police
(1976)2 CLR 75, R. V. Sbarra 13 Cr. App. R. 118, R. V. Korniak
(1983)76 Cr. App. R. 145). Όσον δε αφορά το πότε υπάρχει αξίωση δικαιώµατος που γίνεται µε καλή πίστη, στην R. v. Bernhard [1938] 2 K.B. 264 (26 Cr. App. R. 137) λέχθηκε ότι ένα πρόσωπο έχει τέτοια αξίωση όταν ειλικρινά διεκδικεί αυτό που πιστεύει να είναι μια νόμιμη αξίωση, ακόμη και εάν τελικά αυτή κρίνεται ότι δεν βασίζεται στο νόμο ή στα γεγονότα («was honestly asserting what he believed to be a lawful claim, even though it might eventually be found to be invalid in law or on the facts» στο αγγλικό κείμενο). Λέχθηκε, με πιο απλά λόγια, ότι εάν ο κατηγορούμενος ειλικρινά πίστευε ότι είχε μια αξίωση, θα πρέπει να αθωωθεί, παρόλο ότι λανθασμένα το πίστευε. Ως περαιτέρω λέχθηκε, οι ουσιώδεις λέξεις που χρησιμοποιούνταν στο άρθρο 1 του Larceny Act 1916, ήταν δηλωτικές του Κοινοδικαίου και της σχετικής μέχρι τότε νομολογίας επί του θέματος (γίνεται επίσης παραπομπή στην υπόθεση Clayton
(1921)15 Cr. App. R. 45). Στην Χαραλάμπους ανωτέρω λέχθηκε δε ότι η πρόθεση μόνιμης αποστέρησης του ιδιοκτήτη από το αντικείμενο της κλοπής, ενδιαφέρει ως συστατικό του αδικήματος εφόσον υπήρχε κατά το χρόνο λήψης του αντικειμένου ή όταν η περίπτωση εμπίπτει στην επιφύλαξη στο άρθρο 255 του Κεφ. 154, εφόσον συνοδεύει την "ιδιοποίησή" του. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες νομικές αρχές καταλήγω στα ακόλουθα: Το επίδικο φορτηγό είχε αγοραστεί από την εταιρεία ΧΧΧΧ THE SPECIALIST HOMATOURGIKES ERGASIES LIMITED (στο εξής η εταιρεία) με χρηματοδότηση («finance») από τράπεζα. Ενόψει δε του ότι αυτό δεν είχε εξοφληθεί, ανήκε στην εταιρεία και στην τράπεζα. Μετά δε την προφορική συμφωνία που έκαναν ο Μ.Κ.3 και ο κατηγορούμενος για φύλαξη του στην μάντρα του τελευταίου, μέχρι να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα με την τράπεζα, ο Μ.Κ.3 λίγες μέρες πριν τις 28.11.12, οδήγησε το φορτηγό στην εν λόγω μάντρα. Ο κατηγορούμενος είχε ενημερωθεί από τον Μ.Κ.3 ότι για αυτό εξακολουθούσε να υπάρχει οφειλή στην τράπεζα και για το ιδιοκτησιακό καθεστώς του. Έκτοτε ο κατηγορούμενος έλαβε κατοχή του φορτηγού με την συγκατάθεση του Μ.Κ.3, η οποία δόθηκε εκ μέρους της εταιρείας, για σκοπούς φύλαξης του. Εδώ να σημειωθεί ότι η εταιρεία αποτελούσε στην παρούσα ιδιοκτήτη του φορτηγού εν τη εννοία του όρου που δίδει το άρθρο 255
(2)(γ) (βλ. νομική πτυχή). Παρά τα πιο πάνω περί τον Ιούνιο του 2013 ο κατηγορούμενος, χωρίς την συγκατάθεση του Μ.Κ.3 ή της εταιρείας, ιδιοποιήθηκε το επίδικο φορτηγό για ίδιον όφελος, πουλώντας αυτό στον Μ.Κ.4 για το ποσό των €5.200. Μάλιστα κατά την εν λόγω πώληση παρέστησε τον εαυτό του ως τον ιδιοκτήτη του οχήματος, δίδοντας στον Μ.Κ.4 έγγραφα στα οποία φαινόταν ότι το αγόρασε από πλειστηριασμό στο όνομα του. Το γεγονός ότι πώλησε αυτό για ίδιον όφελος παριστάνοντας ότι ήταν δικό του, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι έστω και εάν δεν είχε κατά τον χρόνο που έλαβε την κατοχή του, πρόθεση αποστέρησης του από τον ιδιοκτήτη του, αργότερα προχώρησε στον δόλιο σφετερισμό του. Το πιο πάνω έγινε σκόπιμα και χωρίς λάθος από πλευράς του κατηγορούμενου ότι το φορτηγό ανήκε σε άλλο πρόσωπο. Δεν έγινε δε έχοντας ο κατηγορούμενος αξίωση δικαιώματος και με καλή πίστη. Η θέση του ότι η συμφωνία, μεταξύ αυτού και του Μ.Κ.3, ήταν να πάρει την κατοχή του οχήματος για να το πωλήσει ως εξαρτήματα προς εξόφληση των οφειλών της εταιρείας προς την δική του εταιρεία, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, έχει απορριφθεί. Αντίθετα αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία ήταν για φύλαξη του οχήματος, για λογαριασμό ουσιαστικά της εταιρείας, μέχρι να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα με την τράπεζα. Συνεπώς δεν μπορεί να λεχθεί ότι κατά τους κρίσιμους για την παρούσα χρόνους, έστω και λανθασμένα ο κατηγορούμενος πίστευε ότι είχε τέτοια αξίωση και ότι τέτοια πεποίθηση του ήταν ειλικρινής. Τέλος το επίδικο φορτηγό αποτελεί αναμφίβολα περιουσία που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής εφόσον αποτελεί πράγμα που έχει αξία και που ανήκε σε άλλο (από τον κατηγορούμενο) πρόσωπο (βλ. άρθρο 255
(3). Δεν τίθεται δε οποιοδήποτε θέμα ταυτότητας ή αναγνώρισης του επίδικου φορτηγού ως της κλοπιμαίας περιουσίας (όπως στην Κλεάνθους ανωτέρω και στην Kamilaris and another v. The Police (V18) 1 CLR 78). Ήταν κοινώς παραδεκτό ότι η υπόθεση αφορά συγκεκριμένο όχημα μάρκας Mercedes και δη το με αριθμούς εγγραφής ΧΧΧΧ. Πρόκειται δε για φορτηγό το οποίο μπορεί να μεταφέρει επικαθούμενο όχημα δηλ. καρότσα. Το γεγονός ότι στο κατηγορητήριο αναφέρεται ως «βαρύ» φορτηγό, κάτι το οποίο δεν έχει εξηγηθεί κατά την μαρτυρία, δεν μεταβάλλει τα πιο πάνω εφόσον δεν μεταβάλλει την ταυτότητα του και το χαρακτηριστικό αυτό δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Ως λέχθηκε κατά την έκθεση της νομικής πτυχής, αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος η κλαπείσα περιουσία, όχι όμως και η αξία της. Σε κάθε δε περίπτωση κρίνω ότι στην παρούσα έχει αποδειχθεί και η αξία του φορτηγού και εξηγώ. Δεν έγινε μεν δεκτή η σχετική με το θέμα μαρτυρία του Μ.Κ.3, όμως έγινε δεκτή η μαρτυρία του Μ.Κ.4 αλλά και ότι αυτό αργότερα πωλήθηκε σε πλειστηριασμό. Η θέση του Μ.Κ.4 ήταν ότι το αγόρασε για €5.200, τιμή που με βάση όλες τις συνθήκες ήταν λογική για τον ίδιο, δηλ. για ένα έμπορο που δρούσε προφανώς προς το συμφέρον του. Ανέφερε όμως επίσης ότι αυτό πωλείτο τότε γύρω στις €7.000-€8.000 τιμή που συνάδει ουσιαστικά με το πιο αντικειμενικό ποσό του πλειστηριασμού δηλ. €8.000, το οποίο κρίνω ότι αποτελεί και την αξία του οχήματος. Μετά το αμέσως προαναφερόμενο πρέπει να λεχθεί ότι, παρά το ότι η αξία της κλαπείσας περιουσίας δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος, σε κάθε περίπτωση το γεγονός ότι στην παρούσα αποδείχθηκε αξία μικρότερη από αυτήν που αναγράφεται στο κατηγορητήριο, δεν καθιστά αναγκαία, για να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος στην επίδικη κατηγορία, οποιαδήποτε σχετική τροποποίηση αυτής αλλά εφαρμόζεται το άρθρο 85
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 (βλ. νομική πτυχή ανωτέρω). Καταληκτικά κρίνεται ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας 1 και συναφώς ο κατηγορούμενος 1 κρίνεται ένοχος στην κατηγορία αυτή. (Υπ.) ............................................ Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Κλοπή). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.