← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2106/16, 28/5/2019

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2106/16, 28/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:B35 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2106/16 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου και ΧΧΧΧ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Ημερομηνία: 28.5.2019 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Μανώλη. Για κατηγορούμενο: κ. Γ. Νεάρχου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ χωρίς άδεια κατοχής, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5

(1), 44, 28
(1), 51
(1)και ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ του περί Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/2004 (κατηγορίες 1 και 2), κατοχής, μεταφοράς και χρήσης εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4
(4)(δ)(ζ)του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ.54 (κατηγορίες 3 και 4), απειλής βιαιοπραγίας, κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 5), καταδίωξης θηράματος μέσα σε απαγορευμένη περιοχή κυνηγίου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 52
(1)(α), 88 και 90 του περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου 152(Ι)/2003 (κατηγορία 6), μεταφοράς πυροβόλου όπλου σε απαγορευμένη περιοχή κυνηγίου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 52
(1)(β), 88 και 90 του Νόμου 152(Ι)/2003 (τεκμήριο 7), κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 8) και παρεμπόδισης θηροφύλακα στην εκτέλεση των καθηκόντων του, κατά παράβαση των άρθρων 77
(1)
(3)(γ) και 88 του Νόμου 152(Ι)/2003 (κατηγορία 9). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 6.9.15, στην περιοχή με την ονομασία «Καυκάλλες» στην Μακούντα της Επαρχίας Πάφου: · Είχε στην κατοχή του και μετέφερε ένα δίκαννο κυνηγετικό όπλο αγνώστων στοιχείων, χωρίς άδεια κατοχής (κατηγορίες 1 και 2). · Είχε στην κατοχή του και μετέφερε εκρηκτικές ύλες, δηλ. άγνωστο αριθμό φυσιγγίων κυνηγετικού όπλου, χωρίς άδεια του Επιθεωρητή εκρηκτικών υλών (κατηγορία 3). · Χρησιμοποίησε εκρηκτικές ύλες, δηλ. πυροβόλησε ένα φυσίγγιο, με δίκαννο κυνηγετικό όπλο αγνώστων στοιχείων, χωρίς άδεια του Επιθεωρητή εκρηκτικών υλών (κατηγορία 4). · Με σκοπό την υποκίνηση του αγροπυροσβέστη της Υπηρεσίας Θήρας ΧΧΧΧ Διονυσίου να διενεργήσει πράξη την οποία δεν είχε νομική υποχρέωση να διενεργήσει, τον απείλησε ότι θα επαγάγει βλάβη στο πρόσωπο του με την φράση, «Φύε που δαμέ τζαι έννα σε καθαρίσω» (κατηγορία 5). · Καταδίωκε θήραμα με δίκαννο κυνηγετικό όπλο αγνώστων στοιχείων, σε απαγορευμένη περιοχή κυνηγίου (κατηγορία 6). · Μετέφερε δίκαννο κυνηγετικό όπλο αγνώστων στοιχείων, σε απαγορευμένη περιοχή κυνηγίου (κατηγορία 7). · Παράνομα επιτέθηκε εναντίον του πιο πάνω αγροπυροσβέστη, δηλ. τον σκόπευσε με δίκαννο κυνηγετικό όπλο αγνώστων στοιχείων (κατηγορία 8). · Παρεμπόδισε τον πιο πάνω αγροπυροσβέστη στην εκτέλεση των καθηκόντων ή εξουσιών του, δηλ. ενώ τον κάλεσε να ανοίξει το δίκαννο κυνηγετικό όπλο που είχε στην κατοχή του για να το ελέγξει, αυτός τράπηκε σε φυγή και εγκατέλειψε το μέρος (κατηγορία 9). Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 3 μάρτυρες. Δηλώθηκε δε ως παραδεκτό γεγονός ότι η περιοχή με την ονομασία «Καυκάλλες» στην Μακούντα της Επαρχίας Πάφου, στις 6 Δεκεμβρίου 2015, ήταν απαγορευμένη περιοχή για το κυνήγι. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός άσκησε το δικαίωμα της σιωπής και κάλεσε ένα μάρτυρα. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο ΧΧΧΧ Διονυσίου, αγροπυροσβέστης, ο οποίος υπηρετεί στην Υπηρεσία Θύρας Πάφου. Στις 6.9.15 βρισκόταν περιπολία με τον θηροφύλακα Ε/Αστ.ΧΧΧΧ Γεωργίου στην τοποθεσία «Καυκάλλες» έδαφος Μακούντας. Η ώρα 08:40 άκουσε ένα πυροβολισμό που προερχόταν από την απαγορευμένη περιοχή. Προχώρησε προς το μέρος που ακούστηκε ο πυροβολισμός, χωρίς να γίνει αντιληπτός και είδε κάποιον κυνηγό να κρατά στα χέρια του ένα συναρμολογημένο ΔΟΚΟ. Αφού έφτασε κοντά του στα δύο περίπου μέτρα, του φώναξε «Υπηρεσία Θήρας. Άνοιξε το όπλο σου». Τότε εκείνος γύρισε προς το μέρος του, έστρεψε το ΔΟΚΟ που κρατούσε εναντίον του και του είπε φωνάζοντας «Φύε που δαμέ, τζιαι εν να σε καθαρίσω». Στην συνέχεια το εν λόγω πρόσωπο έτρεξε μέσα στα περιβόλια της περιοχής, χωρίς ο μάρτυρας να μπορέσει να τον συλλάβει. Το εν λόγω πρόσωπο ήταν ο κατηγορούμενος από την Μακούντα, τον οποίο ο μάρτυρας γνωρίζει γιατί το 2014 εκτέλεσαν ένταλμα έρευνας στο σπίτι του. Στην συνέχεια ο μάρτυρας πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς και κατήγγειλε γραπτώς την υπόθεση. Εκεί κάλεσαν τον κατηγορούμενο και με την άφιξη του στον Σταθμό η ώρα 10:20 ο μάρτυρας τον αναγνώρισε ως το προαναφερόμενο πρόσωπο που έστρεψε το όπλο του εναντίον του απειλώντας τον. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο θηροφύλακας ΧΧΧΧ Γεωργίου, ο οποίος υπηρετεί στην Υπηρεσία Θήρας Πάφου από το
  1. Στις 6.9.15 βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία με τον Μ.Κ.1 στην περιοχή «Καυκάλλες» έδαφος Μακούντας. Η ώρα 08:40 άκουσαν ένα πυροβολισμό από την απαγορευμένη περιοχή. Ο Μ.Κ.1 κατέβηκε από το υπηρεσιακό όχημα και προχώρησε μέσα στα περβόλια για να βρει από πού ακούστηκε ο πυροβολισμός. Ο μάρτυρας έμεινε στο όχημα και μετά από πέντε λεπτά επέστρεψε ο Μ.Κ.1 και τον ενημέρωσε για το τι είχε συμβεί με τον κατηγορούμενο. Ακολούθως πήγαν με τον Μ.Κ.1 στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς όπου ο Μ.Κ.1 έδωσε κατάθεση. Στην αντεξέταση του είπε ότι η πρακτική που ακολουθούν με βάση οδηγίες από τους προϊστάμενους τους είναι όταν εκτελούν ένταλμα έρευνας να γράφουν με λεπτομέρεια τις ενέργειες τους και τα πρόσωπα που είναι παρόντα. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης, Αστ.ΧΧΧΧ Καζαντζή του Αστυνομικού Σταθμού Πόλης Χρυσοχούς. Όταν ο Μ.Κ.1 πήγε στον Σταθμό κατά τον επίδικο χρόνο ο μάρτυρας δεν του ζήτησε να περιγράψει τον δράστη καθότι εκείνος του είπε ότι τον ξέρει καλά, με το όνομα και το επίθετό, τα οποία ο μάρτυρας του ανέφερε. Ήταν δε πολύ σίγουρος ότι τον ξέρει, γιατί είχε κάποιο παρελθόν με θέματα της Θήρας και στην κατάθεσή του είπε ότι είχε και ένταλμα έρευνας στην οικία του κατηγορούμενου, κάποιον χρόνο πιο πριν. Εξήγησε δε ότι όταν κάποιος πάει στον Σταθμό και τους αναφέρει κάποιον ονομαστικά δεν μπαίνουν στην διαδικασία να κάνουν αναγνωριστική παράταξη ή να του δείξουν φωτογραφίες. Στις 6.9.15 και μεταξύ των ωρών 11:00-11:30 στο Προδρόμι με την βοήθεια του Αστ.ΧΧΧΧ Χριστοδούλου και κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του κατηγορούμενου, ο μάρτυρας ερεύνησε την οικία και υποστατικά αυτού καθώς και το αυτοκίνητο του χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε το ενοχοποιητικό. Ακολούθως μεταξύ των ωρών 12:00-13:00 ο μάρτυρας ανέκρινε γραπτώς τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 4) και μεταξύ των ωρών 15:00-15:05 τον κατηγόρησε γραπτώς για τα αδικήματα που διέπραξε και αφού του επίστησε την προσοχή στο Νόμο εκείνος απάντησε «Δεν παραδέχομαι» (τεκμήριο 5). Την ίδια ημέρα λήφθηκε κατάθεση από τον πατέρα του κατηγορούμενου, ο οποίος στην κατάθεση του τοποθετεί τον κατηγορούμενο, μεταξύ των ωρών που ανέφερε ο Μ.Κ.1 ότι τον είδε, στην περιοχή Μακούντας. Ο μάρτυρας δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει τον ισχυρισμό του πατέρα του κατηγορούμενου καθότι η κατάθεση του πρώτου λήφθηκε την ίδια ημέρα και δεν υπήρχε χρόνος να έλθει σε επαφή με τον κατηγορούμενο. Κατάθεση λήφθηκε και από την σύζυγο του κατηγορούμενου, 10-20 μέρες μετά. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο ΧΧΧΧ Χ"Στυλλής, επαρχιακός λειτουργός στην Υπηρεσία Θήρας και Πανίδας, ο οποίος κατά τον επίδικο ήταν και επικεφαλής του Επαρχιακού Κλιμακίου Πάφου. Σύμφωνα με τον μάρτυρα η Υπηρεσία του διενεργεί έρευνες σε υποστατικά και στην συνέχεια καταγράφονται με λεπτομέρεια τα όσα λαμβάνουν χώραν. Ως δε ανέφερε στην κατάθεση του τεκμήριο 6, στις 18.11.14 και περί ώρα 10:30 μετέβηκε στην οικία του κατηγορούμενου που βρίσκεται σε περιοχή του χωριού Προδρόμι μαζί με το Αστ.ΧΧΧΧ Κλεάνθους και το Θηροφύλακα Ε.Ζ.Α.ΧΧΧΧ Αναστασίου, για εκτέλεση εντάλματος ερευνάς σχετικά με παράνομη κατοχή θηραμάτων. Λόγω του ότι ο κατηγορούμενος απουσίαζε την συγκεκριμένη στιγμή από την οικία του, το ένταλμα εκτελέστηκε στην παρουσία της συζύγου του. Κατά την έναρξη της έρευνας και περί ώρα 10:35, ο μάρτυρας ρώτησε την σύζυγο του κατηγορούμενου αν υπάρχουν θηράματα στο ψυγείο και εκείνη απάντησε «Έφερε εχτές ένα πέρτικο που το κυνήγι ο άντρας μου». Κατά την έρευνα που ακολούθησε στο ψυγείο, εντοπίσθηκε αριθμός άγριων πτηνών, τα οποία η σύζυγος του κατηγορούμενου παρέδωσε στον Αστ.ΧΧΧΧ. Επρόκειτο για ένα περδίκι, δύο ορτύκια, μια φάσσα και δεκατρία τρυγονοειδή (τρυγόνια, φιλικουτούνια). Παρόλο που τα πιο πάνω είδη είναι θηρεύσιμα και η θήρευση τους επιτρέπεται κατά την συγκεκριμένη περίοδο, η θήρευση τους και κατοχή τους από άτομα τα οποία δεν είναι κάτοχοι ανανεωμένης άδειας κυνηγίου απαγορεύεται. Σε έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στο ηλεκτρονικό σύστημα, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν κάτοχος ανανεωμένης άδειας κυνηγίου. Επίσης λόγω προηγούμενων καταδίκων που αφορούσαν υποθέσεις λαθροθηρίας ο κατηγορούμενος ήταν άτομο που στερείτο το δικαίωμα ανανέωσης άδειας κυνηγίου μέχρι την παρακολούθηση επιμορφωτικών μαθημάτων, τα οποία παραδίδονταν από την Υπηρεσίας Θήρας τουλάχιστον 2-3 φορές το χρόνο, κάτι το οποίο μέχρι τότε δεν έπραξε. Στην κυρίως εξέταση του ο μάρτυρας ανέφερε ότι στην πιο πάνω κατάθεση του δεν αναφέρεται ο Μ.Κ.1 επειδή εκείνος κατά την συγκεκριμένη έρευνα είχε μείνει εκτός της οικίας, σε περίπτωση που κάποιος αποπειράτο να πετάξει κάτι έξω. Εξήγησε δε ότι στις έρευνες αυτές πολλές φορές παίρνουν πολύ περισσότερα πρόσωπα από όσα χρειάζονται για κάθε ενδεχόμενο και γι' αυτό το λόγο συνήθως στις εκθέσεις τους αναφέρουν τους συναδέλφους τους που έχουν άμεση εμπλοκή. Θυμάται το πιο πάνω με βάση ημερολόγιο ενεργείας των θηροφυλάκων στο οποίος, ως είπε, φαίνεται καθαρά το όνομα του Μ.Κ.
  2. Δεν θυμάται κατά πόσο την συγκεκριμένη μέρα έγινε σειρά ερευνών και σε άλλα υποστατικά. Ανέφερε δε ότι ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο εκτέλεσης του εντάλματος δεν βρισκόταν στον χώρο της έρευνας. Είπε δε ότι ο κατηγορούμενος, μετά από 15 περίπου λεπτά που τελείωσε την έρευνα, πέρασε από τον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς, όπου ο μάρτυρας έκανε την κατάθεση του. Στην αντεξέταση του είπε ότι ο ίδιος κατά την έρευνα ήταν εντός της οικίας αλλά βγήκε και έξω από αυτήν εφόσον η οικία ελέγχθηκε περιμετρικά. Όταν ρωτήθηκε εάν μπορεί να διαψεύσει ότι κατά την συγκεκριμένη έρευνα πήγε στην οικία και ο κατηγορούμενος, απάντησε ότι δεν θυμάται, ότι έχουν περάσει χρόνια και ότι θυμόταν σίγουρα ότι τον είδε στον Αστυνομικό Σταθμό. Θυμόταν επίσης καθαρά ότι αρχικά ήταν μόνο η σύζυγος του εντός της οικίας, της εξήγησαν τον λόγο και ξεκίνησαν την έρευνα χωρίς να φέρει κάποια ένσταση. Σε υποβολή δε ότι ο κατηγορούμενος πήγε στο σπίτι μετά που ξεκίνησε η έρευνα είπε ότι δεν θυμάται. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ο Μ.Κ.2 αναφέρθηκε σε όσα ο ίδιος γνώριζε για την υπόθεση και στην πρακτική που ακολουθείται από τα μέλη της Υπηρεσίας του, κατά την καταγραφή σε καταθέσεις των ενεργειών τους και των προσώπων που είναι παρόντα όταν εκτελούν ένα ένταλμα έρευνας. Η μαρτυρία του ουδόλως αμφισβητήθηκε και έτσι γίνεται δεκτή. Ο Μ.Κ.3 εξεταστής της υπόθεσης μου έκανε καλή εντύπωση. Αναφέρθηκε στις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης εξηγώντας τον λόγο που δεν προέβηκε σε οποιεσδήποτε διαδικασίες αναγνώρισης του κατηγορούμενου και βασικά η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ως εκ τούτου γίνεται δεκτή. Ο Μ.Υ.1, επικεφαλής κατά τον επίδικο χρόνο του Επαρχιακού Κλιμακίου Πάφου της Υπηρεσίας Θήρας και Πανίδας, μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Αναφέρθηκε στα όσα έλαβαν χώρα κατά την έρευνα της οικίας του κατηγορούμενου στις 18.11.14 και η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ως εκ τούτου γίνεται δεκτή. Το ουσιώδες δε μέρος αυτής ήταν ότι θυμόταν με βεβαιότητα ότι εκείνη την ημέρα, κατά την έρευνα αρχικά βρισκόταν στην οικία η σύζυγος του κατηγορούμενου και ότι τον τελευταίο τον είδε σίγουρα λίγο μετά στον Αστυνομικό Σταθμό. Δεν θυμόταν όμως εάν ο κατηγορούμενος πήγε στο σπίτι μετά που ξεκίνησε η έρευνα. Μπορεί δε να μην το θυμόταν αυτό κατά τον χρόνο της μαρτυρίας του, είναι όμως λογικό και αναμενόμενο, με δεδομένο ότι κατά την έρευνα η σύζυγος του κατηγορούμενου αναφέρθηκε σε θήραμα που αυτός είχε πάρει την προηγούμενη και τον επακόλουθο εντοπισμό στο ψυγείο άγριων πτηνών, εάν ήταν και ο κατηγορούμενος παρών όχι μόνο να καταγραφόταν η παρουσία του αλλά να του γινόταν και σχετική επίστηση της προσοχής στο Νόμο ώστε να δώσει κάποια απάντηση. Κρίνεται λοιπόν ότι ακόμη και στην περίπτωση που τα πιο πάνω δεν διαψεύδουν την θέση του Μ.Κ.1, δημιουργούν τουλάχιστον αμφιβολία αναφορικά με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος κατά την έρευνα βρισκόταν στην οικία του ή ότι πήγε εκεί μετά. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο αυτός άσκησε το δικαίωμα της σιωπής κάτι που αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του και σύμφωνα και με την σχετική νομολογία δεν είναι επιτρεπτό εξ αυτού να εξαχθούν οποιαδήποτε ενοχοποιητικά συμπεράσματα (βλ. Charalambous and another ν. The Republic
(1985)2 C.L.R. 97, Δημοκρατία ν. Αβρααμίδου κ.α.
(2004)2 Α.Α.Δ. 51 και Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250). Όσον αφορά την κατάθεση του κατηγορούμενου (τεκμήριο 4) αυτή αξιολογείται στην βάση των όσων προβλέπονται από την σχετική νομολογία (βλ Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109). Ως προκύπτει από τη νομολογία η εκτίμηση της κατάθεσης κατηγορούμενου είναι θέμα που ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190 και Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 693). Εξετάζοντας λοιπόν την κατάθεση του κατηγορούμενου στην παρούσα (τεκμήριο 4) κρίνω ότι, ενόψει του ότι περιλαμβάνει βασικά αυτοεξυπηρετικές δηλώσεις του, οι οποίες δεν υποστηρίζονται από την μαρτυρία που έγινε δεκτή, δεν μπορεί να δοθεί στο περιεχόμενο αυτής οποιαδήποτε βαρύτητα. Όσον αφορά τις δηλώσεις που προέρχονται από τον πατέρα του κατηγορούμενου και την σύζυγο του θα πρέπει να λεχθούν τα εξής: Στην κυρίως εξέταση του Μ.Κ.3 ανέφερε ότι την επίδικη ημέρα λήφθηκε κατάθεση από τον πατέρα του κατηγορούμενου, ο οποίος με αυτήν τοποθετεί τον κατηγορούμενο, κατά τον χρόνο που ανέφερε ο Μ.Κ.1 ότι τον είδε, στην περιοχή Μακούντας. Στην αντεξέταση του ο Μ.Κ.3 δεν αμφισβήτησε ότι στην εν λόγω κατάθεση ο πατέρας του κατηγορούμενου ανέφερε επίσης ότι ο γιος του δεν έφυγε από την περιοχή όπου βρισκόταν μαζί του. Περαιτέρω στην αντεξέταση του ο Μ.Κ.3, όταν ρωτήθηκε σχετικά από τον συνήγορο υπεράσπισης, είπε ότι η σύζυγος του κατηγορούμενου στην κατάθεση της, είπε ότι εκείνο το πρωί ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο χωράφι, 50 μέτρα από το σπίτι τους και δούλευε και ότι τον έβλεπε συνεχώς εκεί. Αποτελεί θέση της υπεράσπισης ότι η παράλειψη της κατηγορούσας αρχής να καλέσει όλους τους μάρτυρες που έδωσαν καταθέσεις στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης αποτελεί αυτοτελή λόγο για αθώωση του τελευταίου. Πιο συγκεκριμένα ο κ. Νεάρχου υποστηρίζει ότι η μη προσφορά για αντεξέταση και η χωρίς αιτιολόγηση παράλειψη κλήτευσης του πατέρα και της συζύγου του κατηγορούμενου, παραβιάζει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη εφόσον αποστέρησε από τον κατηγορούμενο ουσιώδεις μάρτυρες για την εκδοχή του, ότι δηλαδή δεν ήταν το πρόσωπο που είδε ο Μ.Κ.1. Σε σχέση με την πιο πάνω θέση θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι, η ύπαρξη μάρτυρα εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής εξυπακούει και προϋποθέτει την εκ μέρους του συνεργασία και λήψη κατάθεσης απ' αυτόν ώστε να είναι διαθέσιμη προς την υπεράσπιση (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104). Στην Πέγκερος ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 143 λέχθηκε ότι «η ετυμηγορία ποινικού δικαστηρίου κρίνεται άδικη ή εμπεριέχει το σπέρμα της αδικίας (potentially unjust), οποτεδήποτε η κατηγορούσα αρχή αφίσταται του καθήκοντος να προσαγάγει το σύνολο της ουσιώδους μαρτυρίας στην διάθεσή της». Στην Smache v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 378 αναφέρθηκε ότι η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να καλεί μάρτυρες των οποίων τα ονόματα φαίνονται στο κατηγορητήριο, περιορίζεται σε δίκη που διεξάγεται ενώπιον του Κακουργιοδικείου με βάση κατηγορητήριο (information) ενώ δεν απαιτείται η αναγραφή των μαρτύρων προκειμένου περί συνοπτικής δίκης (άρθρο 38 του Κεφ. 155). Έγινε επίσης αναφορά στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάββα
(1998)2 Α.Α.Δ. 224, όπου λέχθηκε ότι το γεγονός αναγραφής στο κατηγορητήριο μιας συνοπτικής δίκης, των ονομάτων των μαρτύρων κατηγορίας, αποτελεί μια πρωτοβουλία και/ή πρακτική, που δεν επάγεται όμως και υποχρέωση κλήσης τους. Διευκρινίστηκε επίσης ότι το ζήτημα που συζητήθηκε στην Πέγκερος ήταν διαφορετικό εφόσον αφορούσε στο ασφαλές της τελικής ετυμηγορίας, όταν διαπιστώνονται κενά τα οποία θα μπορούσαν να πληρωθούν, αν η κατηγορούσα αρχή καλούσε διαθέσιμο ουσιώδη μάρτυρα. Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι ανεξάρτητα από την αναγραφή ή μη των μαρτύρων στο κατηγορητήριο, σύμφωνα με τη νομολογία, η κατηγορούσα αρχή έχει υποχρέωση και σε συνοπτική δίκη, να καλεί όλους τους διαθέσιμους ουσιώδεις μάρτυρες και παράλειψη της να το πράξει, ιδιαίτερα εκεί που διαπιστώνονται κενά τα οποία θα μπορούσαν να πληρωθούν, δυνατό να κλονίσει το θεμέλιο της κατηγορίας (βλ. και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 480). Έγινε επίσης αναφορά στην Οδυσσέα ανωτέρω και στην Τζιάμαλης ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 542, όπου κρίθηκε ότι η μη κλήση συγκεκριμένων μαρτύρων δεν άφησε οποιοδήποτε κενό στα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, σημειώνοντας και πάλι την διαφοροποίηση τους ως προς την Πέγκερος. Ήταν δε η κατάληξη του Εφετείου στην Smache ότι από την στιγμή που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε ικανοποιητική μαρτυρία, η οποία δεν άφηνε κενά και μπορούσε να αποδείξει την κατηγορία, δεν είχε το καθήκον να καλέσει τους μάρτυρες που κατονόμασε ο εφεσείων. Το ίδιο κρίθηκε και στην Rana κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489, όπου λέχθηκε επίσης ότι εφόσον η κατάθεση της συγκεκριμένης μάρτυρος δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή στην υπεράσπιση, η τελευταία είχε την δυνατότητα να την καλέσει ως μάρτυρα υπεράσπισης και εφόσον δεν το έπραξε, ούτε η κατηγορούσα αρχή, πολύ δε λιγότερο το Κακουργοδικείο, είχε υποχρέωση να την καλέσει. Στην Νικολαίδης ν. Αστυνομίας (Αρ. 1)
(2001)2 Α.Α.Δ 29 έγινε αναφορά σε απόσπασμα από την αγγλική υπόθεση R. v. Oliva [1965] 49 Cr. App. R. 298 (η οποία αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην Πέγκερος) σύμφωνα με το οποίο η «κατηγορούσα αρχή δεν προβάλλει τον κάθε μάρτυρα σαν μάρτυρα αλήθειας αλλά όπου η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή τότε είναι υποχρέωση της, καλώς αναγνωρισμένη, να τον καλέσει, έστω και αν η μαρτυρία που θα δώσει είναι ασυμβίβαστη με την υπόθεση την οποία επιδιώκει να αποδείξει. Η διακριτική ευχέρεια της κατηγορούσας αρχής πρέπει να ασκείται με τρόπο ο οποίος προάγει το συμφέρον της δικαιοσύνης και ταυτόχρονα να είναι ακριβοδίκαιος για την υπεράσπιση» (βλ. και Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186, Seneviratne v. R. [1936] 3 All E.R. 36). Στην Ιωάννου ν. Δημοκρατία
(2001)2 Α.Α.Δ. 657, αναφέρεται ότι η κατηγορούσα αρχή έχει την υποχρέωση να παρουσιάσει στο Δικαστήριο όλους τους μάρτυρες, τα ονόματα των οποίων εμφανίζονται στο κατηγορητήριο. Η υποχρέωση της παρουσίας των μαρτύρων δεν εξυπακούει και την υποχρέωση κλήσης τους για να καταθέσουν. Η κατηγορούσα αρχή διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια (α) να τους καλέσει για να καταθέσουν ή (β) να τους καλέσει και να τους προσφέρει προς αντεξέταση ή (γ) να μην τους καλέσει καθόλου. Η διακριτική αυτή ευχέρεια πρέπει όμως να ασκείται από το δημόσιο κατήγορο μέσα στη συνολική υποχρέωσή του να ενεργεί ακριβοδίκαια, ως λειτουργός της δικαιοσύνης. Στην ίδια υπόθεση γίνεται παραπομπή στην Brown v. R. [1997] 1 Cr. App. R. 112, (που υιοθέτησε τις κατευθυντήριες γραμμές που καθορίσθηκαν στην απόφαση R. v. Russell-Jones [1995] 1 Cr. App. R. 538), όπου εξετάσθηκε η εν λόγω διακριτική ευχέρεια της κατηγορούσας αρχής. Λέχθηκε δε σχετικά, ανάμεσα σε άλλα ότι, η κατηγορούσα αρχή έχει την υποχρέωση να καλέσει ένα μάρτυρα έστω και αν η μαρτυρία του δεν συνάδει με την υπόθεση που θέλει να αποδείξει. Όμως δεν έχει την υποχρέωση να καλέσει ένα μάρτυρα, η μαρτυρία του οποίου είναι ασυμβίβαστη ή εναντίον της υπόθεσης που θέλει να αποδείξει, αφού μια τέτοια μαρτυρία δεν θα μπορεί να γίνει πιστευτή αν η υπόθεση της είναι ορθή. Περαιτέρω ότι η κατηγορούσα αρχή πρέπει να καλεί ή να προσφέρει όλους τους μάρτυρες που μπορούν να δώσουν άμεση μαρτυρία για τα κύρια γεγονότα της υπόθεσης, εκτός αν ο δημόσιος κατήγορος θεωρεί τη μαρτυρία ως μη ικανή να γίνει πιστευτή. Δεν είναι όμως υπόχρεη να προσφέρει ένα μάρτυρα, πάνω στη μαρτυρία του οποίου δεν προτίθεται να βασισθεί, για να δώσει την ευχέρεια στην υπεράσπιση να τον χρησιμοποιήσει για να επιτεθεί εναντίον της αξιοπιστίας των υπόλοιπων μαρτύρων κατηγορίας, στη μαρτυρία των οποίων προτίθεται να βασισθεί. Ως εξηγείται μια τέτοια διαδικασία απλά προκαλεί σύγχυση. Η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής είναι να έχει τέτοιους μάρτυρες στην διάθεση της υπεράσπισης, για να δώσει την ευχέρεια στην υπεράσπιση να τους καλέσει αν η τελευταία το κρίνει σκόπιμο. Στην Σταυρινού ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 706 επαναλήφθηκε ότι το καθήκον της κατηγορούσα αρχή να καλεί όλους τους μάρτυρες που μπορούν να δώσουν άμεση μαρτυρία ως προς τα ουσιώδη γεγονότα, δεν επεκτείνεται και σε υποχρέωση να παρουσιάσει μάρτυρα που δεν θεωρεί η ίδια αξιόπιστο. Ως δε λέχθηκε δεν υπάρχει κανόνας που να υποχρεώνει την κατηγορούσα αρχή να καλέσει μάρτυρα απλώς για να βοηθήσει την υπεράσπιση να καταστρέψει την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Στο σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, στη σελίδα 623 αναφέρεται ότι η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής είναι να θέτει τέτοιους μάρτυρες στην διάθεση της υπεράσπισης ώστε να της παράσχει την δυνατότητα να τους καλέσει η τελευταία εάν το κρίνει σκόπιμο. Στην επόμενη σελίδα του ίδιου συγγράμματος αναφέρεται ότι η υπεράσπιση δεν μπορεί να εκφράζει παράπονα για την αποτυχία της να πείσει ή να αποδείξει την εκδοχή ή ισχυρισμούς της ενώπιον Δικαστηρίου σε περίπτωση επιλογής ή αμέλειας της να παρουσιάσει την απαιτούμενη προς τούτο μαρτυρία ή μάρτυρες. Τέλος στην πολύ πρόσφατη Kireev v. Αστυνομιάς, Ποινική Έφεση Αρ. 273/2017, ημερ. 22.4.19, αφού επαναλαμβάνεται η διάκριση μεταξύ δίκης στο Κακουργοδικείο και συνοπτικής δικής, αναφέρεται ότι είναι ευρύτερη η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να διαθέσει προς την υπεράσπιση όλη την αξιόπιστη μαρτυρία της και ότι ακόμη και αν δεν την καλέσει, αποτελεί δικαίωμα της υπεράσπισης να καλεί μάρτυρα το όνομα του οποίου υπάρχει στο κατηγορητήριο. Η συνοπτικότητα της δίκης δεν εξαλείφει την υποχρέωση αυτή διότι αντικειμενικός σκοπός δεν είναι η καταδίωξη, αλλά η δίωξη προς ενδεχόμενη στοιχειοθέτηση της κατηγορίας. Παραμένει όμως η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής στη βάση του άρθρου 7 του Κεφ. 155, να διαθέσει στον κατηγορούμενο όλες τις καταθέσεις και έγγραφα που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Με βάση τα πιο πάνω αλλά και από τις υποθέσεις που έθεσε ο συνήγορος υπεράσπισης στην παρούσα, κρίνω ότι δεν προκύπτει ότι η κατηγορούσα αρχή έχει γενικά υποχρέωση να προσφέρει για αντεξέταση ή να δώσει εξήγηση για την μη κλήση κάποιου μάρτυρα, ιδιαίτερα σε συνοπτικές δικές. Οι υποθέσεις στις οποίες στήριξε την εισήγηση του ο κ. Νεάρχου αφορούσαν δίκη ενώπιον Κακουργοδικείου και αυτό που προκύπτει εν πάση περιπτώσει είναι ότι όταν η κατηγορούσα αρχή αποφασίσει να μην καλέσει κάποιον ουσιώδη μάρτυρα (είτε περιλαμβάνεται είτε όχι στο κατηγορητήριο) θα πρέπει να δώσει κάποια εξήγηση, στην βάση των προαναφερόμενων αρχών. Δεν θα ήταν άλλωστε ούτε λογικό, σε συνοπτικές δίκες, όπου δεν υπάρχει καν υποχρέωση κλήσης μαρτύρων που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο και εφόσον βέβαια η παράλειψη κλήσης τους δεν αφήνει κενά στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, η τελευταία να υπέχει υποχρέωση να προσφέρει για αντεξέταση ή να δίδει εξήγηση για την παράλειψη της, ιδιαίτερα όταν εκ των πραγμάτων η μαρτυρία του ή των συγκεκριμένων μαρτύρων είναι ασυμβίβαστη ή εναντίον της υπόθεσης που θέλει να αποδείξει. Η μαρτυρία των προσώπων στους οποίους αναφέρεται ο συνήγορος στην παρούσα, παρέχει ουσιαστικά άλλοθι στον κατηγορούμενο, το οποίο προφανώς δεν είναι αποδεκτό από την κατηγορούσα αρχή, που με την μαρτυρία του Μ.Κ.1 επιχειρεί να παρουσιάσει τα ουσιώδη γεγονότα και ταυτόχρονα να το καταρρίψει. Συνεπώς η απουσία αυτών των προσώπων δεν δημιουργεί οποιοδήποτε κενό στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, ώστε να γεννάται ζήτημα απόκλισης της από το καθήκον να προσαγάγει ενώπιον του Δικαστηρίου ουσιώδη μαρτυρία. Αντίθετα είναι προφανές ότι η μαρτυρία αυτών είναι εκ των πραγμάτων ασυμβίβαστη ή εναντίον της υπόθεσης που η κατηγορούσα αρχή θέλει να αποδείξει και συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, δεν απαιτείτο να προσφέρει για αντεξέταση ή να δώσει ρητά την εν λόγω εξήγηση για την μη κλήση τους. Από την άλλη η υπεράσπιση είχε στην διάθεση της τις καταθέσεις των εν λόγω μαρτύρων και όμως ενώ είχε την ευχέρεια δεν τους κάλεσε στο Δικαστήριο. Αποτελεί επίσης θέση της υπεράσπισης ότι ανεξαρτήτως του κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή είχε την πιο πάνω υποχρέωση, η εξ ακοής μαρτυρία που αφορά τις δηλώσεις των εν λόγω προσώπων τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, θα πρέπει να αξιολογηθεί και προσδίδει άλλη διάσταση στους ισχυρισμούς του Μ.Κ.1 και ειδικότερα καταρρίπτει τον ισχυρισμό του ότι ήταν ο κατηγορούμενος εκείνος που είδε να διαπράττει τα αδικήματα. Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου προκύπτει ότι πρόκειται πράγματι για εξ ακοής μαρτυρία που αφορά δηλώσεις προσώπων, τα οποία τοποθετούν τον κατηγορούμενο σε διαφορετικό σημείο από αυτό που ισχυρίσθηκε ο Μ.Κ.1, εγείροντας έτσι άλλοθι. Αναφορικά με την αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας ενδεικτικά είναι τα όσα αναφέρονται στην Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χριστοδούλο, Πολ. Έφεση Αρ. 6/2011, ημερ. 15.7.16. Στην παρούσα ως έχει προαναφερθεί, η κατηγορούσα αρχή δεν είχε υποχρέωση κλήτευσης των προσώπων που έκαναν τις αρχικές δηλώσεις. Η υπεράσπιση δε που γνώριζε τόσο τις εν λόγω δηλώσεις αλλά και τα πρόσωπα που τις έκαναν, χωρίς να δώσει κάποια εξήγηση, δεν τα κάλεσε να καταθέσουν ώστε το Δικαστήριο να έχει την δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο ή όχι των όσων ανέφεραν, μέσα από την διαδικασία της αντεξέτασης τους (για τα πιο πάνω βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217 και Κολάνη ν. Ταμπούρα
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1108). Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, ότι οι εξ ακοής αυτές δηλώσεις είναι αντιφατικές μεταξύ τους εφόσον τοποθετούν τον κατηγορούμενο, κατά τον ίδιο χρόνο, σε δύο διαφορετικές τοποθεσίες. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα πιο πάνω, το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και το ότι η εξ ακοής αυτή μαρτυρία αφορά ουσιώδες θέμα, κρίνω με βάση και το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, ότι δεν μπορεί να της δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Τέλος εξετάζοντας την μαρτυρία του Μ.Κ.1 θα πρέπει να λεχθεί ότι εκείνο που αμφισβητήθηκε είναι η αναγνώριση του κατηγορούμενου ως του προσώπου που είδε να διαπράττει τα επίδικα αδικήματα. Ο Μ.Κ.1 εξέφρασε βεβαιότητα ως προς τούτο κατά την κυρίως εξέταση του, λέγοντας ότι τον αναγνώρισε γιατί τον είχε δει τον προηγούμενο χρόνο κατά την διάρκεια εκτέλεσης εντάλματος έρευνας της οικίας του. Πρόκειται λοιπόν για ισχυρισμό περί αναγνώρισης όχι αγνώστου αλλά γνωστού στον μάρτυρα προσώπου, το οποίο είχε δει τον προηγούμενο χρόνο. Η μαρτυρία που αφορά την αναγνώριση κατηγορουμένου εξετάζεται υπό το φως των αρχών που έχουν τεθεί στην αγγλική απόφαση R. v. Turnbull [1976] 3 All E.R. 549, οι οποίες υιοθετήθηκαν και από το Ανώτατο Δικαστήριο μας (βλ. Rossides v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 391, Katsiamalis v. The Republic
(1980)2 C.L.R. 107, Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259 και Χ" Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174). Ως λέχθηκε στην Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 16, «Στην Turnbull, διαγράφονται οι κίνδυνοι από την εμφιλοχώρηση σφάλματος στην αναγνώριση υπόπτων και οι διαδικασίες που πρέπει να τηρούνται για τον κατά το δυνατό αποκλεισμό λάθους. Ανάλογη καθοδήγηση παρέχεται και για την αξιολόγηση μαρτυρίας αναγνώρισης υπόπτων και την σημασία ενισχυτικής μαρτυρίας ως ασφαλιστικής δικλείδας για την αποφυγή λαθών που μπορεί να παρεισφρήσουν στην αναγνώριση». Ως λέχθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(2013)2 Α.Α.Δ. 601: «Θέμα εφαρμογής των αρχών που τέθηκαν στην Turnbull, εγείρεται μόνο όταν η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου εξαρτάται, αποκλειστικά ή ουσιαστικά, από την αναγνωριστική μαρτυρία και η ορθότητα της εν λόγω μαρτυρίας αμφισβητείται από την υπεράσπιση. Η υποστηρικτική μαρτυρία σε θέματα αναγνώρισης υπόπτων πρέπει να έχει προέλευση ανεξάρτητη από το μάρτυρα, τη μαρτυρία του οποίου αποβλέπει να υποστηρίξει και ταυτόχρονα να τείνει να υποστηρίξει την ορθότητα της αναγνώρισης, αποκλείοντας, κατά το δυνατό, το ενδεχόμενο λάθους. Δεν εγείρεται θέμα εφαρμογής των αρχών της Turnbull και κατ' επέκταση θέμα αναζήτησης υποστηρικτικής μαρτυρίας, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα ήταν διατεθειμένο, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να δεχθεί ως αληθή και να στηριχθεί σ' αυτήν, την εκδοχή του μάρτυρα ότι όντως είδε το δράστη. Σε μια τέτοια περίπτωση το θέμα τελειώνει εκεί. Σε περίπτωση όμως, που ο μάρτυς, όντως είδε το δράστη και το ζητούμενο είναι η ορθότητα της αναγνώρισης του υπόπτου στο πρόσωπο του δράστη, τότε και μόνο τότε, εγείρεται θέμα εφαρμογής των αρχών που τέθηκαν στην Turnbull. Κοντολογίς, το θέμα είναι αποκλειστικά θέμα ποιότητας της αναγνωριστικής μαρτυρίας. Αν η ποιότητα της αναγνώρισης είναι ικανοποιητική σε βαθμό που το δικαστήριο αισθάνεται ασφαλές να στηριχθεί σ' αυτή χωρίς υποστηρικτική μαρτυρία, τότε δεν συντρέχει λόγος αναζήτησης τέτοιας μαρτυρίας. Αν όμως η ποιότητα της μαρτυρίας αναγνώρισης είναι φτωχή, τότε το δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει τον κατηγορούμενο, εφόσον άλλωστε, όπως έχουμε ήδη επισημάνει, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής εδράζεται αποκλειστικά ή ουσιαστικά επί της αναγνωριστικής μαρτυρίας, εκτός αν υπάρχει άλλη μαρτυρία, όχι κατ' ανάγκη αναγνωριστικής φύσης, η οποία τείνει να υποστηρίξει την ορθότητα της αναγνώρισης, αποκλείοντας, κατά το δυνατό, το ενδεχόμενο λάθους (βλ. Younnas
(2012)ENCA CRIM. 2022, στην οποία υιοθετήθηκαν πλήρως οι αρχές της Turnbull). Επομένως, δεν τίθεται θέμα υποχρέωσης ή μη του εκδικάζοντος την υπόθεση δικαστηρίου να αναζητήσει υποστηρικτική μαρτυρία, εφόσον, ούτως ή άλλως, τέτοια μαρτυρία, υπόκειται στη βάσανο της αξιολόγησης αφού αυτή αποτελεί μέρος του συνόλου της μαρτυρίας που κρίθηκε αξιόπιστη». Οι κατευθυντήριες γραμμές της Turnbull προϋποθέτουν λοιπόν, ως απαραίτητο υπόβαθρο, την στήριξη της υπόθεσης ενάντια σε ένα κατηγορούμενο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην ακρίβεια μίας ή περισσοτέρων αναγνωρίσεων του, οι οποίες κατά την υπεράσπιση είναι εσφαλμένες (βλ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 10/2015, ημερ. 27.10.15). Στην βάση λοιπόν των ανωτέρω στην Ιωάννου κρίθηκε ότι ενόψει της απόρριψης από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως αναληθούς της εκδοχής των μαρτύρων ότι είδαν τον δράστη - εφεσίβλητο (της αναγνωριστικής δηλ. πτυχής της μαρτυρίας) δεν εγείρετο θέμα εφαρμογής των αρχών της Turnbull. Κρίθηκε επίσης ότι η απόρριψη της εν λόγω μαρτυρίας, δεν αποδυναμώνε απλά την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής αλλά την στερούσε από τον ακρογωνιαίο λίθο του πραγματικού υπόβαθρου της, εφόσον η υπόθεση εναντίον του εφεσιβλήτου εδραζόταν, αν όχι αποκλειστικά, σε ουσιαστικό βαθμό, επί της εν λόγω μαρτυρίας. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι οι αρχές της Turnbull δεν αποτελούν κανόνα δικαίου αλλά τίθενται σε μια προσπάθεια υποβοήθησης του έργου του Δικαστηρίου με την εφαρμογή διαπιστώσεων που προκύπτουν από την ίδια την ανθρώπινη πείρα με στόχο τον όσο το δυνατό αποκλεισμό λάθους και την πρόκληση αδικίας στον κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο θα πρέπει λοιπόν να εξετάζει τέτοια μαρτυρία με ιδιαίτερη προσοχή και με επίγνωση των εγγενών κινδύνων που ελλοχεύουν σε τέτοια θέματα. Θα πρέπει να γίνεται δε δεκτή μόνο εφόσον πεισθεί χωρίς αμφιβολία για την καλή ποιότητα της αναγνωριστικής μαρτυρίας. Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να διαχωρίζεται η αξιοπιστία ή η πειστικότητα από όσα εμπίπτουν στην σφαίρα του ενδεχόμενου καλόπιστου λάθους (βλ. Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259). Όταν λοιπόν εγείρεται θέμα αναγνώρισης αυτό θα πρέπει να εξετάζεται με τέτοια προσοχή και περίσκεψη ούτως ώστε να εξασφαλίζεται βεβαιότητα σε βαθμό που να αποκλείει κάθε ενδεχόμενο λάθους. Κατά την εξέταση τέτοιας μαρτυρίας θα πρέπει να λαμβάνονται επίσης υπόψιν το χρονικό διάστημα που ο μάρτυρας παρατήρησε τον κατηγορούμενο, την απόσταση, τις συνθήκες φωτισμού και άλλα στοιχεία, τα οποία καθορίζουν την ποιότητα της αναγνώρισης. Αν η ποιότητα της αναγνώρισης είναι φτωχή το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον υπάρχει περαιτέρω ενισχυτική μαρτυρία προτού καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω σύμφωνα με την Turnbull το Δικαστήριο πρέπει να προειδοποιήσει τους ενόρκους (και στην περίπτωση των κυπριακών δικαστηρίων τον εαυτό του) για τους κινδύνους που υπάρχουν όταν αμφισβητείται η αναγνώριση του κατηγορούμενου ως του προσώπου που διέπραξε το αδίκημα (βλ. και Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ 242). Θα πρέπει δε να προειδοποιεί τον εαυτό του για τον κίνδυνο να βασιστεί σε τέτοια αναγνωριστική μαρτυρία, χωρίς την ύπαρξη άλλης ανεξάρτητης μαρτυρίας (Δημητρίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 302). Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, όπου η υπόθεση εξαρτάται πλήρως ή ουσιαστικά από μαρτυρία αναγνώρισης, το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψην του τα εξής:
  1. Την ανάγκη ιδιαίτερης προσοχής πριν καταδικάσει βάσει της εν λόγω μαρτυρίας,
  2. Τον λόγο για τέτοια ανάγκη,
  3. Ένας μάρτυρας που σφάλλει στην αναγνώριση μπορεί να είναι πειστικός μάρτυρας και ένας αριθμός μαρτύρων μπορεί να σφάλλουν,
  4. Να εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή τις συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε κάθε αναγνώριση,
  5. Να υπενθυμίσει τον εαυτό του για συγκεκριμένες αδυναμίες στην μαρτυρία αναγνώρισης,
  6. Εκεί όπου είναι σχετικό, να υπενθυμίσει τον εαυτό του ότι λανθασμένη αναγνώριση μπορεί να γίνει ακόμα και από στενούς συγγενείς και φίλους,
  7. Να εντοπίσει την μαρτυρία που είναι ικανή να υποστηρίξει την αναγνώρισης, και
  8. Να εντοπίσει την μαρτυρία που φαίνεται να υποστηρίζει την αναγνώριση αλλά στην πραγματικότητα δεν έχει τέτοια ιδιότητα. Θα πρέπει δε να γίνει διάκριση μεταξύ αναγνώρισης γνωστού προσώπου («recognition») και αναγνώρισης αγνώστου προσώπου («identification»). Στην πρώτη περίπτωση δεν τίθεται θέμα μη επίδειξης φωτογραφιών ή αναγνωριστικής παράταξης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου κ.α.
(2010)2 Α.Α.Δ 94). Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, στη σελίδα 402 επ., στις περιπτώσεις αναγνώρισης γνωστού προσώπου (και ιδιαίτερα αν ο τελευταίος τον ξέρει καλά), η ποιότητα της αναγνώρισης κρίνεται πέραν των όποιων επιπρόσθετων κριτηρίων προσδιορίζονται στην Turnbull στην βάση του συνόλου της σχετικής μαρτυρίας, με ιδιαίτερη αναφορά στην χρονική διάρκεια της παρατήρησης, στην απόσταση από τον κατηγορούμενο και στην αναγνώριση της φωνής του (σε περίπτωση που υπήρξε στιχομυθία ή μονόλογος) αλλά και του ονόματος του στην σκηνή σε περίπτωση ασφαλώς που το όνομα αυτό αναφέρθηκε (Tofas ν The Republic
(1961)C.L.R. 99). Ως δε αναφέρεται για τέτοιες περιπτώσεις στην Turnbull: «Recognition may be more reliable than identification of a stranger; but, even when the witness is purporting to recognise someone whom he knows, the jury should be reminded that mistakes in recognition of close relatives and friends are sometimes made». Στο σύγγραμμα Archbold 2002 παρ. 14-15 αναφέρεται ότι υπάρχει ανάγκη να δίδεται γενική προειδοποίηση ακόμη και στις περιπτώσεις αναγνώρισης γνωστού προσώπου όταν το κύριο θέμα αφορά την αξιοπιστία - ειλικρίνεια του μάρτυρα. Η πρώτη ερώτηση σε τέτοια περίπτωση είναι κατά πόσο ο μάρτυρας είναι ειλικρινής και εάν η απάντηση είναι καταφατική ακολουθεί η ίδια ερώτηση που πρέπει να γίνεται για κάθε ειλικρινή μάρτυρα που ισχυρίζεται ότι αναγνώρισε τον κατηγορούμενο δηλ. κατά πόσο είναι ορθός ή μπορεί να λανθάνεται (βλ. Beckford and others v. R., 97 Cr.App.R. 409, PC). Στην παρ. 14-19 του ίδιου συγγράμματος επαναλαμβάνεται ουσιαστικά η πιο πάνω αναφορά στην Turnbull ότι δηλ. το γεγονός ότι μια αναγνώριση γνωστού προσώπου μπορεί να είναι πιο αξιόπιστη από αυτήν ενός αγνώστου δεν απαλλάσει το Δικαστήριο από την υποχρέωση να υπενθυμίσει ότι λάθη κάποτε γίνονται ακόμη και στην αναγνώριση στενών συγγενών και φίλων. Προστίθεται ότι ακόμη και σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να προειδοποιεί για την πιθανότητα ειλικρινούς λάθους και για τους κινδύνους και τους λόγους γιατί τέτοιοι κίνδυνοι υπάρχουν στην μαρτυρία αναγνώρισης. Σε μια αναγνώριση γνωστού προσώπου ο κίνδυνος δεν είναι ο μάρτυρας να υποδείξει το λάθος πρόσωπο κατά την αναγνωριστική παράταξη αλλά ότι κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος εσφαλμένα πιστεύει ότι αναγνώρισε τον δράστη (βλ. και R. v. Thomas [1994] Crim.L.R. 128, CA). Στην παρούσα φυσικά το πρώτο που χρήζει εξέτασης, εφόσον αποτελεί την αποκλειστική βάση της προβαλλόμενης από την κατηγορούσα αρχή βεβαιότητας στην αναγνώριση και έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, είναι το κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν, κατά τον χρόνο διάπραξης των επίδικων αδικημάτων, πρόσωπο γνωστό στον Μ.Κ.1. Ως προς τούτο θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Στην αντεξέταση του όταν ο Μ.Κ.1 ρωτήθηκε κατά πόσο είναι η θέση του ότι κατά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας το 2014 ο κατηγορούμενος ήταν στο σπίτι του, είπε ότι έλειπε και τον ειδοποίησαν να πάει για να εκτελεσθεί το ένταλμα. Από την απάντηση αυτή προκύπτει λογικά ότι δεν θα προχωρούσαν στην εκτέλεση του εντάλματος στην απουσία του κατηγορούμενου αλλά ουσιαστικά τον ειδοποίησαν και τον ανέμεναν ώστε να είναι παρών. Σε υποβολή όμως σε άλλο σημείο ότι κατά την διενέργεια της έρευνας παρούσα ήταν μόνο η σύζυγος του κατηγορούμενου και η έρευνα ολοκληρώθηκε στην απουσία αυτού, είπε ότι πήγε μετά ο κατηγορούμενος, απάντηση που έρχεται σε αντίθεση με τα πιο πάνω εφόσον δείχνει ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών κατά την διάρκεια της έρευνας. Ως δε έχει λεχθεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, δηλ. του προϊσταμένου του Μ.Κ.1, ο οποίος ήταν παρών κατά την εν λόγω έρευνα, ακόμη και εάν δεν διαψεύδεται η θέση του Μ.Κ.1, εγείρεται τουλάχιστον αμφιβολία αναφορικά με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν σε οποιοδήποτε στάδιο αυτής ή στην συνέχεια παρών στην οικία του. Πέραν τούτου ο Μ.Κ1 είπε ότι την ίδια ημέρα έκαναν έρευνες και σε άλλα σπίτια. Ενώ όμως δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί ποια άλλα πρόσωπα είδε εκεί και ενώ τον κατηγορούμενο τον είδε μόνο μια φορά, για την οποία δεν έδωσε λεπτομέρειες (ως προς τις ακριβείς περιστάσεις και τον χρόνο που είχε την ευχέρεια να τον δει) που να καταδεικνύουν τον λόγο που τον θυμόταν, ήταν κατηγορηματικός και σίγουρος ότι δεν τον συγχύζει με άλλο πρόσωπο που είδε σε κάποιο άλλο σπίτι. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι ο Μ.Κ.3 ανέφερε κατά την μαρτυρία του ότι ο Μ.Κ.1 του είπε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο και λόγω του ότι είχε και «κάποιο παρελθόν με θέματα της Θήρα», κάτι στο οποίο ο Μ.Κ.1 δεν αναφέρθηκε αλλά σίγουρα είναι κατά την κρίση μου συνυφασμένο με την αξιοπιστία της υπό εξέταση θέσης του. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η θέση του Μ.Κ.1 ότι ο κατηγορούμενος ήταν πρόσωπο το οποίο γνώριζε πριν τον επίδικο χρόνο, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Τούτου λοιπόν δεδομένου και του ότι σε αυτήν την θέση και μόνο είναι που στηρίζεται η μεταγενέστερη αναγνώριση του κατηγορούμενου κατά τον επίδικο χρόνο, κρίνω ότι εφόσον το ουσιώδες υπόβαθρο της τελευταίας δεν κρίνεται αξιόπιστο, σε καμία περίπτωση δεν είναι ασφαλές να στηριχθώ γενικά στην μαρτυρία αναγνώρισης του Μ.Κ.1 για να καταλήξω σε οποιαδήποτε συμπεράσματα αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα και δη ότι πράγματι το πρόσωπο που είδε να διαπράττει τα αδικήματα ήταν ο κατηγορούμενος. Κατάληξη Εν κατακλείδι κρίνεται ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει με επαρκή και αναμφίβολη μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που ο Μ.Κ.1 είδε να διαπράττει τα επίδικα αδικήματα. Αυτό αναπόδραστα οδηγεί στην αθώωση και απαλλαγή του κατηγορούμενου σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............................................. Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ και εκρηκτικών υλών - Απειλή βιαιοπραγίας - Καταδίωξη θηράματος μέσα σε απαγορευμένη περιοχή κυνηγίου - Κοινή επίθεση - Παρεμπόδιση θηροφύλακα στην εκτέλεση των καθηκόντων του). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.