Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΛΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 96/15, 24/5/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDPAF:2019:B34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 96/15 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου v. ΧΧΧ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΛΟΣ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 24.05.19 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σπ. Χρυσοστόμου (η κα Παπαλαζάρου για ν' ακούσει ποινή) Για Κατηγορούμενο: κος Χ. Σιαηλής (ο ίδιος για ν' ακούσει ποινή) Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος, κατόπιν δικής της παραδοχής, στις κατηγορίες τραυματισμού προσώπου κατά παράβαση του άρθρου 234(α) του Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων (κατηγορία 1), μεταφοράς μαχαιριού που απολήγει σε αιχμηρή άκρη εκτός κατοικίας κατά παράβαση των άρθρων 82
(2), 84 και 86 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 2) και της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Κεφ.154 (κατηγορία 3). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος στις 11.07.14 στην Πάφο εξύβρισε τον ΧΧΧ Ελευθεριάδη από τη Γεωργία (στο εξής ο 'παραπονούμενος') με τη φράση 'Στο βίλο μου' κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο που βρισκόταν σε δημόσιο μέρος να διαπράξει επίθεση και στη συνέχεια μετέφερε εκτός της οικίας του μαχαίρι με μυτερή άκρη, το οποίο χρησιμοποίησε τραυματίζοντας τον παραπονούμενο. Τα γεγονότα της υπόθεσης δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον κατηγορούμενο και όπως έχουν εκτεθεί από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής είναι τα ακόλουθα: Στις 11.07.14 και περί ώρα 06:30 ενώ ο παραπονούμενος βρισκόταν στο διαμέρισμα του στην Πάφο άκουσε τον κατηγορούμενο, ο οποίος διέμενε σε διαμέρισμα ακριβώς κάτω από το δικό του, να προκαλεί θόρυβο με αποτέλεσμα να προβεί σε παρατηρήσεις ώστε να σταματήσει να θορυβεί. Ο κατηγορούμενος τότε τον εξύβρισε με τη φράση που σημειώνεται στις λεπτομέρειες της τρίτης κατηγορίας κατά τρόπο ενδεχόμενο να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρισκόταν σε δημόσιο μέρος. Ευθύς ο παραπονούμενος ζήτησε από τον κατηγορούμενο να μεταβεί στην είσοδο της πολυκατοικίας, όπως σκόπευε να έκαμνε και ο ίδιος, για να συζητήσουν, πράγμα που αμφότεροι τελικά έπραξαν. Στο σημείο που συναντήθηκαν διαπληκτίστηκαν. Ο παραπονούμενος χτύπησε πρώτος τον κατηγορούμενο και ο τελευταίος αντέδρασε. Αφού ήλθαν στα χέρια έπεσαν και οι δύο στο έδαφος. Σε κάποια στιγμή που ο παραπονούμενος ήταν από πάνω και ο κατηγορούμενος από κάτω, ο τελευταίος ακούμπησε ένα μαχαίρι με μυτερή άκρη που είχε μαζί του στον λαιμό του πρώτου με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει. Τα χειρότερα αποφεύχθηκαν με την παρέμβαση διαφόρων ατόμων που τους χώρισαν. Ακολούθως ο παραπονούμενος μετέβηκε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου όπου διαπιστώθηκε ότι είχε μικρό τραύμα στον λαιμό που αιμορραγούσε. Την ίδια ημέρα ο παραπονούμενος εξετάστηκε από ιατροδικαστή, ο οποίος διαπίστωσε ότι υπήρχε τραύμα 0,5 εκατοστά με ελαφρύ βάθος στην πρόσθια τραχηλική χώρα του λαιμού. Την επόμενη ημέρα (ήτοι 12.07.14) ο κατηγορούμενος αφού κατηγορήθηκε γραπτώς παραδέχτηκε τις κατηγορίες. Καταλήγοντας ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου ετοιμάστηκε έκθεση από το Γραφείο Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, στο περιεχόμενο της οποίας θα αναφερθώ στη συνέχεια. Στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες:
(1)Το ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες.
(2)Την παραδοχή του πελάτη του στο Δικαστήριο.
(3)Την απολογία και την υπόσχεση του κατηγορουμένου ότι δεν θα απασχολήσει τη δικαιοσύνη στο μέλλον.
(4)Το ότι ο κατηγορούμενος έχει συμφιλιωθεί με τον παραπονούμενο, ο οποίος τον έχει συγχωρέσει και δηλώσει πως δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του.
(5)Η συνεργασία του κατηγορουμένου με τις αστυνομικές αρχές.
(6)Το ότι το τραύμα που ο πελάτης του επέφερε στον παραπονούμενο δεν ήταν σοβαρό, ο οποίος ανάρρωσε χωρίς συνέπειες στην υγεία του.
(7)Το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την προσαγωγή του κατηγορουμένου ενώπιον της δικαιοσύνης καθώς και μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή.
(8)Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου, όπως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης Αναμφίβολα τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε είναι σοβαρά. Δεσπόζουσα θέση σοβαρότητας κατέχουν τα αδικήματα της μεταφοράς μαχαιριού και της χρήσης αυτού για τον τραυματισμό ατόμου. Η σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 Α.Α.Δ. 575). Συγκεκριμένα το αδίκημα του παράνομου τραυματισμού ατόμου τιμωρείται δυνάμει του άρθρου 234(α) του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης τριών ετών. Η δε διάπραξη του αδικήματος της μεταφοράς μαχαιριού χωρίς νόμιμη αιτία επισύρει, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 82, σε ποινή φυλάκισης ενός έτους. Από τον καθορισμό του ύψους των πιο πάνω ποινών μέσω της θέσπισης της προαναφερόμενης νομοθεσίας καταδεικνύεται η σοβαρότητα που ο νομοθέτης αποδίδει στη διάπραξη των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, τέτοια αδικήματα είναι ιδιαίτερα σοβαρά επειδή η συνδυασμένη διάπραξη τους ενέχει στοιχεία επικινδυνότητας και επιθετικότητας. Είναι αδικήματα που επισύρουν βία και απειλή για πρόκληση βλάβης και τραυμάτων. Το μαχαίρι με μυτερή άκρη είναι όργανο που εκ φύσεως μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε για νόμιμο σκοπό όπως για παράδειγμα για την εκτέλεση οικιακής εργασίας είτε για εγκληματική ενέργεια όπως για παράδειγμα για την απειλή ή τραυματισμό ατόμου ή ακόμη και για ληστεία. Στην περίπτωση που το μαχαίρι χρησιμοποιείται για παράνομο σκοπό μετατρέπεται σε επικίνδυνο εργαλείο που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την υγεία του θύματος. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια η εγκληματικότητα στην Κύπρο όχι μόνο δεν έχει υποχωρήσει αλλά αντίθετα παρουσιάζει αυξητική τάση (Παναγίδης v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104). Οι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι προβληματισμένοι από τα συχνά κρούσματα επιθέσεων και τραυματισμών ατόμων που προέρχονται από την παράνομη χρήση μαχαιριών, τα οποία παράνομα μεταφέρονται σε οχήματα ή κατέχονται σωματικά από τους χρήστες, οι οποίοι σε στιγμές που θεωρούν δύσκολες ή βολικές για τους ιδίους τα προτάσσουν εναντίον άλλων ατόμων προκαλώντας φόβο και πλήγμα στη σωματική ακεραιότητα τους. Η παρουσία ενός επικίνδυνου οργάνου όπως μπορεί να μετατραπεί το μαχαίρι στα χέρια ενός ατόμου που δεν μπορεί να εκτιμήσει τη χρήση του μόνο για νόμιμο και συνάμα χρήσιμο σκοπό, περικλείει κίνδυνο επειδή ακριβώς εμπλέκει ενέργειες ανθρώπων οι οποίες είναι απρόβλεπτες. Η επικινδυνότητα έγκειται στο γεγονός ότι ουδείς μπορεί να ελέγξει το βαθμό και την έκταση των ανθρώπινων ενεργειών που ενδεχομένως να εκδηλωθούν μέσα από την ανεξέλεγκτη χρήση τους (Γενικός Εισαγγελέας v. Χαράλαμπου Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9, Hassan Dourmoush v. The Police
(1963)1 C.L.R. 39). Η τάση που παρατηρείται για ανεξέλεγκτη χρήση μαχαιριών από άτομα διαφόρων ηλικιών αποτελεί απειλή στην έννομη τάξη και δημιουργεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες ότι είναι απροστάτευτοι από την πολιτεία. Όπως σημειώνεται στο κυπριακό νομικό σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση του κ. Γ. Πική στη σελίδα 104, φαινόμενα βίας κατά πολιτών αποτελούν σοβαρά αδικήματα μεγάλης βαρύτητας, τα οποία πρέπει να αναχαιτιστούν προκειμένου να διασφαλιστεί το υπέρτατο αγαθό που είναι η προστασία της ανθρώπινης ζωής στην κυπριακή κοινωνία. Η συχνότητα και ευκολία με την οποία διαπράττονται αδικήματα της παράνομης μεταφοράς, κατοχής και χρήσης μαχαιριών με μυτερή άκρη που χρησιμοποιούνται και οδηγούν σε τραυματισμό ατόμου, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις διάφορες υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον μου, είναι ένα επιπλέον στοιχείο που ενισχύει τη σοβαρότητα τους. Σαφώς ένα αδίκημα που είναι σοβαρό και διαπράττεται με συχνότητα χρήζει αυστηρής αντιμετώπισης από το Δικαστήριο. Πράγματι τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια επικίνδυνα φαινόμενα με την επιβολή ποινών αποτρεπτικής φύσεως σε μια προσπάθεια να προστατεύσουν την κοινωνία από την ανεξέλεγκτη και παράνομη χρήση ωμής βίας ενώ παράλληλα να διαβιβάσουν το μήνυμα σε επίδοξους παραβάτες ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν είναι ανεκτές και δεν έχουν χώρο στην κυπριακή κοινωνία. Οι πολίτες δεν μπορούν κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να επιλύουν τις διαφορές τους με βία και ένταση. Οι παλικαρισμοί και η επίδειξη ισχύος δεν εξυπηρετούν κανένα λογικό σκοπό και ο νόμος οπωσδήποτε δεν τους αποδέχεται. Ουδείς έχει το δικαίωμα, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να παίρνει το νόμο στα χέρια του και να επιτίθεται σε άλλο συνάνθρωπο του, αλλά να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση και να εφαρμόζει μηχανισμό αυτοελέγχου έστω και αν προκαλείται ή εξωθείται για κάτι τέτοιο. Με ειρηνικό τρόπο και πνεύμα αλληλοκατανόησης οι πολίτες θα πρέπει να επιλύουν τις διαφορές και διαφωνίες τους και να καταλήγουν σε μια φιλική συνεννόηση μεταξύ τους. Η νομολογία υποδεικνύει ότι κρούσματα βίας και επιθέσεων πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα από τα Δικαστήρια. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95 το Ανώτατο Δικαστήριο, εκφράζοντας την αποδοκιμασία του στη χρήση βίας από ένα άτομο σε συνάνθρωπο του, υπέδειξε την εφαρμογή αυστηρής προσέγγισης στις περιπτώσεις επίθεσης με χρήση βίας, μέσω του πιο κάτω αποσπάσματος: "Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς." Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην υπόθεση Χριστοφή v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 504. Χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Mehmet Urgur v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 189: "Τα φαινόμενα βίας που συχνά παρατηρούνται τον τελευταίο καιρό σε διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, μας προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία. Η βία στα γήπεδα, στους δρόμους, στην οικογένεια ακόμη και στα σχολεία είναι πλέον θέματα της καθημερινότητας. Προτού αυτά τα φαινόμενα προσλάβουν μεγαλύτερες διαστάσεις και με ολέθριες συνέπειες, κάποιοι πρέπει να προβληματιστούν ώστε εγκαίρως και με τα κατάλληλα μέτρα να αντιμετωπιστεί όσο μπορεί πιο αποτελεσματικά η κατάσταση. Τα δικαστήρια από τη δική τους πλευρά, οφείλουν να μεριμνούν ώστε οι υποθέσεις αυτού του είδους να εκδικάζονται χωρίς καθυστέρηση και να επιβάλλονται στους δράστες αποτρεπτικές ποινές, στέλλοντας έτσι μήνυμα μηδενικής ανοχής." Την ίδια στιγμή δεν θα πρέπει να υποτιμάται το αδίκημα της δημόσια εξύβρισης. Είναι ένα αδίκημα που στρέφεται κατά της έννομης τάξης και κοινωνικής ηρεμίας. Πρόκειται για αδίκημα το οποίο διαπράττεται με τόση ανησυχητική συχνότητα που δεν θα ήταν υπερβολή αν κάποιος έλεγε ότι τέτοια περιστατικά έχουν καταντήσει 'τρόπος ζωής' των πολιτών. Ασφαλώς η διάπραξη του δεν προάγει επίπεδο ευγένειας, ηθικής και ευπρέπειας που πρέπει να χαρακτηρίζει τον κάθε πολίτη αλλά αντίθετα προκαλεί αίσθημα ντροπής. Εν πάση περιπτώσει, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, χωρίς όμως η εξατομίκευση αυτή να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής (Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Στρεφόμενος στην παρούσα περίπτωση παρατηρώ ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε σοβαρής φύσεως αδικήματα που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας και είναι σε έξαρση στην κυπριακή κοινωνία. Η διάπραξη σοβαρών και επικίνδυνων αδικημάτων από τον κατηγορούμενο αναγνωρίστηκε ευθέως από τον συνήγορο υπεράσπισης. Η επικίνδυνη φύση και η σοβαρότητα αυτών των αδικημάτων, μέσα από τη συνδυασμένη διάπραξη τους, όπως αυτά έχουν εξηγηθεί προηγουμένως και ενισχύονται από τη μεγάλη συχνότητα με την οποία τέτοιου είδους αδικήματα διαπράττονται, αποτελούν επιβαρυντικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη. Πρόκειται για αδικήματα για τα οποία η νομολογία επισημαίνει ότι θα πρέπει να επιδεικνύεται μηδενική ανοχή με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Ο κατηγορούμενος είναι αυτός που ευθύνεται για το επίμαχο περιστατικό. Η γενεσιουργός αιτία πρόκλησης του περιστατικού είναι η δημιουργία θορύβου σε ώρες κοινής ησυχίας τέτοιου επιπέδου που επηρέασε την πνευματική ηρεμία του παραπονούμενου που ήταν γείτονας. Ωστόσο ο κατηγορούμενος δεν περιορίστηκε σε συμπεριφορά οχληρίας αλλά υπήρξε θρασύς και προκλητικός αφού μετά που του έγινε παρατήρηση εξύβρισε τον παραπονούμενο με χυδαία φράση που σίγουρα δεν περιποιεί τιμή για τον ίδιο. Στη συνέχεια λανθασμένα ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του παραπονούμενου για συνάντηση τους στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ο κατηγορούμενος μετέβηκε στη συνάντηση γνωρίζοντας ότι η κατάσταση με το τι είχε προηγηθεί ήταν τέτοια που σίγουρα θα πυροδοτούσε διαπληκτισμούς και καβγά ανάμεσα στον ίδιο και τον παραπονούμενο. Επ' αυτού δεν δίστασε να μεταφέρει παράνομα μαχαίρι με μυτερή άκρη και παράνομα να το χρησιμοποιήσει εναντίον του παραπονούμενου με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει. Το μαχαίρι με μυτερή άκρη που παράνομα μετέφερε και κατείχε χρησιμοποιήθηκε αμέσως στη συνέχεια για εγκληματική ενέργεια. Επομένως ο κατηγορούμενος προκάλεσε οχληρία σε ακατάλληλη ώρα ενοχλώντας τον παραπονούμενο, τον οποίον εξύβρισε και ακολούθως αφού του επιτέθηκε με μαχαίρι, τον τραυμάτισε, ευτυχώς ελαφρά και με πλήρη ανάρρωση, χωρίς έτσι να προκληθούν οποιαδήποτε μόνιμα κατάλοιπα ή σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία του. Τα πιο πάνω συνθέτουν τη συνολική εικόνα της αξιόποινης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Δεν μου διαφεύγει ότι ο παραπονούμενος ήταν αυτός που κάλεσε τον κατηγορούμενο να διευθετήσουν τις διαφορές τους και αυτός που πρώτος επιτέθηκε, δεδομένα που σαφώς λαμβάνονται υπόψη. Ωστόσο την ίδια στιγμή δεν παραγνωρίζω ότι το σκηνικό αυτό δημιουργήθηκε ένεκα της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου να προκαλέσει θόρυβο σε ακατάλληλη ώρα, ακολούθως της προκλητικής του ενέργειας να εξυβρίσει τον παραπονούμενο και έπειτα να ανταποκριθεί στο κάλεσμα για συνάντηση γνωρίζοντας ότι επρόκειτο για ραντεβού επίλυσης διαφορών με επιθετικό τρόπο. Εξ' ου και το τι συνέβηκε στην πορεία. Ανεξάρτητα όμως των πιο πάνω αναφορών και της όποιας στάσης του παραπονούμενου, σε καμία περίπτωση και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες μπορεί να δικαιολογηθεί η ενέργεια του κατηγορουμένου να χρησιμοποιήσει μαχαίρι και να τραυματίσει τον συνάνθρωπο του. Η επιλογή του κατηγορουμένου να επιλύσει τις διαφορές του με τον παραπονούμενο με βία, ένταση και χρήση επιθετικού οργάνου είναι απαράδεκτη και αδικαιολόγητη. Η χρήση βίας σε συμπολίτη του αποτελεί πράξη εξαιρετικής σοβαρότητας που χρήζει καταστολής. Ένα άλλο επιβαρυντικό δεδομένο για τον κατηγορούμενο είναι ο οργανωμένος τρόπος δράσης. Αποδέχτηκε να συναντηθεί με τον παραπονούμενο σε ένα ραντεβού που γνώριζε ότι ήταν επικίνδυνο. Γι' αυτό φρόντισε να μεταφέρει παράνομα επικίνδυνο όργανο, όπως το μαχαίρι με μυτερή άκρη, έτοιμος να το χρησιμοποιήσει, κάτι που έπραξε χωρίς ίχνος δισταγμού. Έπειτα μερίμνησε και εξαφάνισε το επίμαχο μαχαίρι εμποδίζοντας έτσι τον εντοπισμό τεκμηρίου, θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα απέφευγε την ενοχοποίηση. Ο κατηγορούμενος ενέργησε σχεδιασμένα, ενσυνείδητα και στοχευμένα. Ο προσχεδιασμός και η οργανωμένη-στοχευμένη εκτέλεση αποτελούν σοβαρό επιβαρυντικό παράγοντα και στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται ότι υπήρχαν και γι' αυτό λαμβάνεται υπόψη (Γενικός Εισαγγελέας v. Τσαπατσάρη κ.α.
(2000)2 Α.Α.Δ. 304). Ένα επιπλέον δεδομένο που προσμετρά στην κρίση του Δικαστηρίου είναι ότι ο κατηγορούμενος τραυμάτισε τον παραπονούμενο σε ένα σημείο που θα μπορούσε να αποβεί μοιραία για τη ζωή του. Από τα ενώπιον μου γεγονότα η επίθεση χαρακτηρίζεται επικίνδυνη, βίαιη και οργισμένη. Ο κατηγορούμενος χρησιμοποιώντας το μαχαίρι του τραυμάτισε τον παραπονούμενο στην πρόσθια τραχηλική χώρα του λαιμού και είναι από καθαρή τύχη που ο τραυματισμός αυτός δεν ήταν θανάσιμος. Στην αποφυγή τραγικού συμβάντος θεωρώ ότι συνέτεινε η καταλυτική παρέμβαση άλλων ατόμων που τερμάτισαν τον καβγά που αν δεν γινόταν θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες. Σαφώς η ζωή του παραπονούμενου διέτρεξε θανάσιμο κίνδυνο ως αποτέλεσμα των επικίνδυνων ενεργειών του κατηγορουμένου. Με τις προαναφερόμενες ενέργειες του καθίσταται σαφές ότι ο κατηγορούμενος παραβίασε το συνταγματικό δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του παραπονούμενου. Περαιτέρω λαμβάνεται υπόψη η αγωνία της στιγμής, ο πόνος, η ταλαιπωρία και η αναστάτωση που ο παραπονούμενος υπέστηκε εξαιτίας της αξιόποινης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Το συναίσθημα του παραπονούμενου μπροστά στην πρόταξη μαχαιριού και στην αιμορραγία που επήλθε από τη χρήση του εν λόγω οργάνου, η μετάβαση του στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, η εξέταση του από ιατροδικαστή και η διαπίστωση τραύματος έστω 0,5 εκατοστών με ελαφρύ βάθος στην πρόσθια τραχηλική χώρα του λαιμού, είναι στοιχεία που καταδεικνύουν τα πιο πάνω. Σε τελευταία ανάλυση ο κατηγορούμενος επέδειξε παράνομη και συνάμα επικίνδυνη συμπεριφορά, η οποία, όπως καταδεικνύεται στο σύνολο της, μόνο καταδικαστέα μπορεί να χαρακτηριστεί και χρήζει μηδενικής ανοχής. Προς όφελος του κατηγορουμένου για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: (α) Το λευκό ποινικό μητρώο του. (β) Την παραδοχή του έστω και αν αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε αμέσως. (γ) Την απολογία του προς το Δικαστήριο. (δ) Την υπόσχεση του ότι δεν θα απασχολήσει τη δικαιοσύνη στο μέλλον. (ε) Τη συνεργασία του κατηγορουμένου με τις αστυνομικές αρχές, αν και αυτή δεν μπορεί να έχει μεγάλη βαρύτητα ένεκα της έκτασης που έλαβε το επίδικο περιστατικό στην παρουσία ατόμων και εξαιτίας διαπίστωσης τραυματισμού του παραπονούμενου στη βάση ιατρικής και άλλης επιστημονικής μαρτυρίας που σύνδεε τον κατηγορούμενο με την αξιόποινη συμπεριφορά που του απέδιδαν και παρόλο ότι τέτοια συνεργασία δεν μπορεί να θεωρηθεί απόλυτη και πλήρως ειλικρινής αφού ουδέποτε παρέδωσε στην αστυνομία το μαχαίρι που χρησιμοποίησε και τραυμάτισε τον παραπονούμενο. (στ) Το γεγονός ότι το τραύμα που προκλήθηκε ήταν ευτυχώς επιπόλαιο και όχι σοβαρό με τον παραπονούμενο να αναρρώνει πλήρως χωρίς μόνιμα κατάλοιπα. (ζ) Το γεγονός ότι οι σχέσεις του κατηγορουμένου και παραπονούμενου έχουν αποκατασταθεί, με τον παραπονούμενο να έχει συγχωρέσει τον κατηγορούμενο και να έχει δηλώσει πως δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του. (η) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, όπως αυτές εκτέθηκαν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και ειδικότερα το ότι: · Είναι ηλικίας 54 ετών, νυμφευμένος και πατέρας τεσσάρων ενήλικων παιδιών. · Κατάγεται από τη Γεωργία και προέρχεται από φτωχή οικογένεια. · Στην Κύπρο μετακόμισε το έτος 2004 όπου και διαμένει μέχρι σήμερα. · Εργάζεται ως εργάτης οικοδομών με μηνιαίο εισόδημα ύψους €700. · Η σύζυγος του δεν εργάζεται λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει από το έτος 2011, για τα οποία λαμβάνει σύνταξη ανικανότητας ύψους €260. · Το ζευγάρι σύναψε τραπεζικό δάνειο ύψους €2.000, για το οποίο καταβάλλεται μηνιαίως δόση ύψους €70. Ένα άλλο ζήτημα που εγέρθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης είναι ο χρόνος που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Η νομολογία υποδεικνύει ότι η παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής, είναι ένας παράγοντας που από μόνος του προσμετρά υπέρ του κατηγορουμένου στην επιβολή της ποινής. Έχει λεχθεί ότι η πάροδος μακρού χρόνου από το χρόνο της διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Αν μάλιστα στο διαρρεύσαντα χρόνο επέλθει μεταβολή στις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη, αυτό λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην επιβολή της ποινής, ιδιαίτερα αν η σοβαρότητα του αδικήματος δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο, είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 358 και Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84). Όπου όμως ο κατηγορούμενος ευθύνεται για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα (Γεώργιος Τσιόλης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 154, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Πεγειώτη και άλλης (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 και Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223). Στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ ότι τα υπό κρίση αδικήματα διαπράχτηκαν στις 11.07.
- Με γνώμονα ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 09.01.15 και έχοντας υπόψη μου το φόρτο εργασίας που έχουν οι αστυνομικές αρχές, κρίνω ότι η παρέλευση έξι μηνών που παρήλθε για την προσαγωγή του κατηγορουμένου ενώπιον της δικαιοσύνης δεν αποτελεί υπέρμετρο χρονικό διάστημα για να δημιουργήσει κατάσταση καθυστέρησης. Μετά που ο κατηγορούμενος απάντησε, ως ήταν δικαίωμα του, μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και η υπόθεση του ορίστηκε για ακρόαση, αυτή αναβλήθηκε 11 φορές μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο θα επιβάλει ποινή. Από αυτές τις 11 φορές που αναβλήθηκε, 7 φορές προέρχονται από τον κατηγορούμενο όταν δύο φορές αιτήθηκε αλλαγή δικηγόρου (κάλυψε 4 ημερομηνίας που η υπόθεση ήταν προγραμματισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου), μία φορά απουσίαζε και γι' αυτό εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του, μία φορά δηλώθηκε ανετοιμότητα από μέρους του συνηγόρου υπεράσπισης και μία φορά όταν ο κατηγορούμενος προέβηκε σε αλλαγή απάντησης, ως ήταν πάλι δικαίωμα του. Πρόκειται για δεδομένα που καθιστούν τον κατηγορούμενο συνυπεύθυνο για την απόρροια χρόνου από της καταχώρησης της υπόθεσης μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης και ως εκ τούτου δεν δικαιούται να τον επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα. Παρά τα πιο πάνω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του το χρονικό διάστημα των πέντε σχεδόν ετών που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται να επιβάλει ποινή, χωρίς παράλληλα να διαφεύγει της προσοχής μου ότι στο διάστημα αυτό που παρήλθε δεν διαπιστώνονται μεταβολές στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν την παρούσα περίπτωση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, χωρίς παράλληλα να παραγνωρίζονται από τη μία οι επιβαρυντικές παράμετροι και από την άλλη οι προαναφερόμενοι ελαφρυντικοί παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και τις συνθήκες διάπραξης τους, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Πρέπει να λεχθεί ότι παρόλο που όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας διάπραξης των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω και των περιστατικών της υπόθεσης αυτής, για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: 1η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 4 μηνών 2η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 2 μηνών 3η κατηγορία - ποινή φυλάκισης 15 ημερών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο συντρέχουν. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
- Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του δικαστηρίου τέθηκαν σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, στην οποίαν το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Στην μεταγενέστερη υπόθεση Γεωργίου κ.α. v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 27/2016 ημερ. 19.07.16 (απόφαση πλειοψηφίας) έγινε ανασκόπηση της σύγχρονης προσέγγισης που το δικαστήριο ακολουθεί όταν εξετάζει ζήτημα αναστολής ποινής φυλάκισης όπου, μεταξύ άλλων, τονίστηκαν τα εξής: "τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να έχουν σημασία και ως προς την αναστολή. (Βλ. Θεόδωρος Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449)." Περαιτέρω παραπέμπω στις υποθέσεις Αργυρίδης κ.α. ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 449 και Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, οι οποίες κατ' ανάλογο τρόπο πραγματεύονται το θέμα αυτό. Η παρούσα υπόθεση είναι πολύ σοβαρή και τούτο καταδεικνύεται από τα ενεχόμενα αδικήματα και των περιστατικών που την περιβάλλουν. Όπως έχει ήδη σημειωθεί, διαπράχτηκαν σοβαρά αδικήματα του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα στη βάση γεγονότων που καταδεικνύουν στοιχεία βίας, επιθετικότητας, τραυματισμού και επικινδυνότητας για την ανθρώπινη ζωή, τα οποία βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας μέσα από οργανωμένο σχέδιο που εκτελέστηκε χωρίς δισταγμό στη βάση προκλητικής και εγωιστικής συμπεριφοράς, η διάπραξη των οποίων βρίσκονται σε έξαρση στην κυπριακή κοινωνία, τα οποία χρήζουν αποτρεπτικής αντιμετώπισης. Την ίδια στιγμή έχω εκτιμήσει με πολλή προσοχή το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, την παραδοχή του, την απολογία του, την υπόσχεση του, την αποκατάσταση των σχέσεων του με τον παραπονούμενο, το μη σοβαρό τραύμα που προκλήθηκε, τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, το χρόνο που παρήλθε, τις προσωπικές συνθήκες του και γενικότερα όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες, πλην όμως αυτά δεν δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ της αναστολής των ποινών που επιβλήθηκαν. Τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά που καθιστούν τη συγκεκριμένη υπόθεση σοβαρή και επικίνδυνη όπου απαιτείται η επιβολή αποτρεπτικής ποινής προκειμένου να διαβιβαστεί το μήνυμα στην κοινωνία για μηδενική ανοχή, επιτάσσουν την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης χωρίς έτσι να παρέχεται περιθώριο στο Δικαστήριο για κάτι διαφορετικό. Τυχόν άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων και θα εξέπεμπε στην κοινωνία λανθασμένα μηνύματα κατά παράβαση της νομολογίας και παραγνωρίζοντας τις ανάγκες και τους σκοπούς της νομοθεσίας για προστασία του πολίτη. Ωστόσο όλοι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες, ο χρόνος που παρήλθε καθώς επίσης οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου λήφθηκαν σοβαρά υπόψη για τη δραστική μείωση των ποινών που του επιβλήθηκαν (άρθρο 3
(2)του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72, Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09, Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663 και Γεωργίου κ.α. v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 27/2016 ημερ. 19.07.16). Έπεται ότι το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης απορρίπτεται. Έξοδα €100 να καταβληθούν από την Κυπριακή Δημοκρατία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Sentence (Αναφορά: Ποινικό/Τραυματισμός-Μεταφορά μαχαιριού εκτός οικίας-Δημόσια Εξύβριση/ Άρθρα 234(α), 82
(2)και 99 του Κεφ.154/Ποινή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο